ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. Τ288/2026
17 Ιουλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.K.K.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
…………………….
Ο αιτητής παρουσιάζεται αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου
Λουίζα Γιάγκου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
[Παρούσα η κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 25/06/2026, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή ως απαράδεκτη.
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από το διοικητικό φάκελο που αφορά τον αιτητή και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2026 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«6.–(1) Προσφυγή, η οποία ασκείται κατά αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται αίτηση διεθνούς προστασίας με την ταχεία διαδικασία εξέτασης δυνάμει του άρθρου 42 ή του άρθρου 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, επιδίδεται εντός δυο (2) εργάσιμων ημερών από τη καταχώριση της προσφυγής και ορίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών από την καταχώρισή της.
(2) Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρίζεται στο Πρωτοκολλητείο από τους καθ’ ων η αίτηση συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο, εντός πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της προσφυγής.
(3) Εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ’ ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας για ακρόαση, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου».
Στην παρούσα διαδικασία εμφανίστηκαν οι Καθ’ων η αίτηση και τοποθετήθηκαν στα ζητήματα που έθεσε ο αιτητής με τον τρόπο που θα παραθέσω πιο κάτω. Θεωρώ αναγκαίο αρχικά να παραθέσω τα γεγονότα που αφορούν το ιστορικό του αιτητή στη Δημοκρατία τα οποία προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο που τέθηκε ενώπιον μου.
Όπως προκύπτει λοιπόν από το διοικητικό φάκελο και το υπόμνημα της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 17/2/2022 αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση υποβολής αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection). Στις 4/4/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή και στη συνέχεια, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή.
Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 30/06/2025 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή και αποφάσισε την επιστροφή του Αιτητή στη χώρα του. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφαση της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν. Ο αιτητής αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχώρησε την προσφυγή υπ’αριθμόν 2036/25 η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησης της προσφυγής του από τον αιτητή, 300€ έξοδα υπέρ των καθ’ων η αίτηση.
Στις 17/06/2026, ο αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου του για παροχή διεθνούς προστασίας. Στις 25/06/2026 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα / Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου του Αιτητή για παροχή Διεθνούς Προστασίας. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αφού μελέτησε την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, υιοθέτησε το Σημείωμα του λειτουργού και αποφάσισε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του κριθεί απαράδεκτη. H Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί του μεταγενέστερού του αιτήματος.
Στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, κατά τη δικάσιμο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο αιτητής δήλωσε πως διατρέχει κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Όπως δήλωσε δεν είχε αναφερθεί προηγουμένως στις παραδόσεις της χώρας του εφόσον ως πρωτότοκος υιός της οικογένειας έπρεπε να υποβληθεί σε κάποιες εθιμοτυπικές παραδόσεις. Ανέφερε πως δεν αποδέχτηκε να υποβληθεί στις παραδόσεις λόγω των πεποιθήσεων του ιδίου και του πατέρα του. Ισχυρίστηκε πως μετά την άρνησή του δέχτηκε κακοποίηση από την οικογένεια, εφόσον τον τραυμάτισαν στο σώμα για να τον υποχρεώσουν να αποδεχτεί.
Επιπρόσθετα, ο αιτητής ανέφερε πως απέστειλε στην Υπηρεσία Ασύλου ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο όφειλαν να λάβουν υπόψη τους με επισυνημμένα έγγραφα τα οποία θεωρεί ότι τεκμηριώνουν το αίτημά του. Ρωτήθηκε επανειλημμένα ενώπιον του Δικαστηρίου για πιο λόγο δεν κάνει αναφορά στα έγγραφα αυτά στην μεταγενέστερη αίτηση του εφόσον η παράγραφος 9 της αίτησης τον παροτρύνει να καταγράψει τα έγγραφα που επιθυμεί να προσκομίσει και η παράγραφος 10 ζητά όπως καταγράψει το λόγο που τα έγγραφα προσκομίστηκαν τη συγκεκριμένη στιγμή, ποιος του τα απέστειλε και για πιο λόγο δεν τα προσκόμισε στη διαδικασία που προηγήθηκε. Ο αιτητής στο ερώτημα του Δικαστηρίου χωρίς να δίνει οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνηση, δήλωσε πως του ανέφεραν στην Υπηρεσία Ασύλου πως μπορεί να τα αποστείλει και αργότερα όπως ισχυρίζεται ότι έπραξε. Η κυρία Γιάγκου στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία υποστήριξε πως το αρμόδιο όργανο έλαβε υπόψη του όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του. Υποστήριξε πως διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και εξέδωσε ορθή και νόμιμη απόφαση.
Εξέτασα τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η μεταγενέστερη αίτηση. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στη νομιμότητα της απόφασης που εκδόθηκε επί του μεταγενέστερου αιτήματος, χωρίς δυνατότητα επανεξέτασης της προγενέστερης διοικητικής κρίσης. Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου, όλα όσα προηγήθηκαν της διαδικασίας που ελέγχεται, προκειμένου να εξεταστεί η απόφαση επί του μεταγενέστερου αιτήματος και μόνον και όχι για να επέμβω στη διαδικασία που προηγήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον κάτι τέτοιο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου. Είναι χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας του ότι δεν ένιωθε ασφαλής στη χώρα του. Εάν επιστρέψει ανέφερε πως θα τεθεί σε κίνδυνο ή ζωή του ή θα φυλακιστεί εξαιτίας των αδελφών του πατέρα του, τα οποία επιθυμούν να τον βλάψουν μετά το θάνατο του ξαδέλφου του. Γι’ αυτό το λόγο ισχυρίστηκε πως βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία, για να προστατευτεί.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ως τόπο γέννησης και διαμονής του την Κινσάσα, όπου και διέμενε μέχρι τη μέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Αναφορικά με την οικογένεια του, ο αιτητής δήλωσε πως ο πατέρας του απεβίωσε και ότι η μητέρα του ζει στη Νότια Αφρική. Εχεί ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δήλωσε πως εργαζόταν στη χώρα καταγωγής του καθώς και ότι ομιλεί Lingala και Γαλλικά. Ο αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της κληρονομικής διαμάχης που είχε η οικογένειά του με συγγενείς από την πλευρά του πατέρα του και συγκεκριμένα με τη θεία του.
Επιπρόσθετα, ανέφερε πως είχε γιορτάσει τα γενέθλιά του με τον ξάδελφό του και ότι μετά το πάρτι αποφάσισαν να μεταβούν σε κάποιο μπαρ. Στη διαδρομή τους σταμάτησε μια ομάδα ατόμων που ονομαζόταν Kuluna. Ο αιτητής άκουσε πυροβολισμούς, άρχισε να τρέχει και κατάφερε να δραπετεύσει και να μεταβεί στο σπίτι του. Λίγο αργότερα άκουσε θόρυβο, βγήκε έξω από το σπίτι του και βρήκε το ξάδελφό του με τραύμα από πυροβολισμό. Τον μετέφερε στο κέντρο υγείας που εργαζόταν η μητέρα του, η οποία του ανέφερε ότι έπρεπε να μεταβεί σε νοσοκομείο λόγω σημαντικής απώλειας αίματος. Ωστόσο, ο ξάδελφός του απεβίωσε στο δρόμο προς το νοσοκομείο. Στη συνέχεια, η οικογένεια του ξαδέλφου του τον κατηγόρησε για το θάνατό του.
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην Έκθεση - Εισήγησή του τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του ως κατωτέρω: (1) χώρα καταγωγής και τόπος διαμονής του αιτητή (2) Η οικογένεια του αιτητή αντιμετώπιζε προβλήματα κληρονομικής διαδοχής με συγγενείς από την πλευρά του πατέρα του, ο οποίος ήταν ο μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του παππού του , και (3) Ο ξάδελφος του αιτητή δολοφονήθηκε από άτομα της οργάνωσης Kuluna μετά το πάρτυ των γενεθλίων του και η θεία του αιτητή τον θεώρησε υπεύθυνο.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις του διασταυρώθηκαν τόσο από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όσο και από το διαβατήριο που προσκόμισε ο αιτητής και έχει εκδοθεί από τις αρχές της χώρας καταγωγής του. Αναφορικά με τον δεύτερο και τρίτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή δεν τους αποδέχτηκε, εφόσον έκρινε πως οι δηλώσεις του δεν ήταν συγκεκριμένες και συνεκτικές και ούτε κατάφερε να περιγράψει με λεπτομέρεια τα περιστατικά που παράθεσε.
Υπό το φως του αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή και αξιολογώντας ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής την πόλη Κινσάσα, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι, να πιστεύεται ότι ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του αιτητή σε ένα από τους λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, κατέληξε πως δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, του Ν. 6 (Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια των παραγράφων (α) και (β). Αξιολογώντας τις προϋποθέσεις της παραγράφου (γ) του ίδιου άρθρου, ο αρμόδιος λειτουργός, παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στην πόλη Κινσάσα, εφόσον σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς το αίτημα του δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του.
Ο αιτητής αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχώρησε την προσφυγή υπ’αριθμόν 2036/25 η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω μη προώθησης της προσφυγής του ημερομηνίας 8/4/2026 με 300€ έξοδα υπέρ των καθ’ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Ως αποτέλεσμα της δικής του αδράνειας, η προσφυγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και η απόφαση επί του αρχικού του αιτήματος παρέμεινε αλώβητη.
Στη συνέχεια, ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας μέσω της οποίας ζητά την προστασία της χώρας μας, καθώς αναφέρει ότι είναι ανίκανος να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του. Στη χώρα του δεν είναι δικαιούχος προστασίας και η ζωή του κινδυνεύει. Φοβάται ότι η ασφάλειά του είναι σε κίνδυνο σε περίπτωση που επιστρέψει. Όπως καταγράφει αυτοί οι φόβοι είναι πραγματικοί και θεμελιώδης σε όσα έχει ζήσει και όσα προβλήματα έχει αντιμετωπίσει. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται πως δεν μπορεί να ρισκάρει τη ζωή του επιστρέφοντας στη χώρα του όπου η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο. Είναι έτοιμος να συνεργαστεί και να παρέχει όλες τις αποδείξεις που χρειάζονται για να αποδείξει ότι βρίσκεται σε κίνδυνο.
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέγραψε πως πέρα από τους ισχυρισμούς του, ο αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε άλλο υποστηρικτικό έγγραφο με την αίτησή του, ούτε και ανέφερε τους λόγους που δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει αυτούς τους ισχυρισμούς σε προγενέστερη διαδικασία. Η Υπηρεσία Ασύλου εξετάζοντας το παραδεκτό της αίτησης ανέφερε στην έκθεση εισήγηση του λειτουργού, ημερομηνίας 25/6/2026, τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Σύμφωνα με το άρθρο 115(2) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2026, κατ'εφαρμογή του άρθρου 55(3) του Κανονισμού 2024/1348, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 115(7) σε περίπτωση που υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, ως ορίζει το άρθρο 55(3) του Κανονισμού 2024/1348, και δεδομένου ότι η αίτηση δε δύναται να θεωρηθεί απαράδεκτη βάσει άλλου λόγου που προβλέπεται στο άρθρο 38(1) του Κανονισμού, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -
(ί) Τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1347'ή
(Η) σε περίπτωση αίτησης που κρίθηκε προηγουμένως απαράδεκτη, τα εν λόγω στοιχεία επιτρέπουν στη διοίκηση να αξιολογήσει κατά πόσον ο αρχικός λόγος απαραδέκτου παραμένει δικαιολογημένος.
ί
Νοείται ότι, τα στοιχεία που υποβάλλει ο αιτητής θεωρούνται νέα μόνον εφόσον δεν ήταν σε θέση, χωρίς υπαιτιότητα του, να παρουσιάσει τα στοιχεία αυτά στο πλαίσιο της προηγούμενης αίτησης. Τυχόν στοιχεία που θα μπορούσαν να είχαν υποβληθεί νωρίτερα από τον αιτούντα δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη εκτός εάν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες η αίτηση να μην είναι απαράδεκτη ή ο αιτητής[1] να πληροί τις προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας ή εάν προηγούμενη αίτηση απορρίφθηκε λόγω σιωπηρής ανάκλησης σύμφωνα με το άρθρο 41 χωρίς εξέταση επί της ουσίας.
Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 115(8) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2026, σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρα 55(7) και 38(2) του Κανονισμού 2024/1348.»
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου κατέγραψε πως οι ισχυρισμοί του κατά την μεταγενέστερή του αίτηση δεν διαφοροποιούνται από τους ισχυρισμούς που υπέβαλε κατά την πρώτη εξέταση της αίτησής του και μάλιστα παρουσιάζουν γενικότητες και αοριστίες σε σημείο που να μην ενισχύουν τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του. Πρόσθετα, αναφέρουν πως τα στοιχεία που υπέβαλε ο αιτητής με την μεταγενέστερη αίτηση του δεν αποτελούν νέα στοιχεία και δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Οι ισχυρισμοί του αιτητή στην μεταγενέστερη του αίτηση παραμένουν γενικοί, αόριστοι και στερούνται συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ή εξατομικευμένων στοιχείων που να τεκμηριώνουν πραγματικό και άμεσο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Επιπλέον, καταγράφω πως ο αιτητής δεν παραθέτει σαφείς πληροφορίες ως προς την πηγή του κινδύνου, τα περιστατικά που επικαλείται, ούτε προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία που να ενισχύουν ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Κρίθηκε πως η αναφορά ότι προτίθεται να προσκομίσει αποδείξεις στο μέλλον δεν συνιστά νέο στοιχείο ή εύρημα, αλλά υποθετική και μελλοντική δυνατότητα, η οποία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ως εκ τούτου, η Υπηρεσία Ασύλου αποφάσισε πως οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Επιπλέον, το αρμόδιο όργανο κατέληξε πως δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ότι θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, αλλά και από την έκθεση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι σαφές ότι η αίτηση δεν αποκαλύπτει νέα στοιχεία και βεβαίως οι ισχυρισμοί που τέθηκαν δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας σε σύγκριση με τις προγενέστερες διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και αφορούν τον αιτητή. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαφαίνεται πως ο αιτητής εξάντλησε όλες τις δυνατότητες που είχε στη Δημοκρατία για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Διαφαίνεται από τους ισχυρισμούς του πως ο αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανάνοιγμα του φακέλου του. Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20 A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Σύμφωνα με το άρθρο 115 (1), (7) και (8) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 115 (Ι)/2026, αναφέρονται τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
“115.-(1)(α) Η μεταγενέστερη αίτηση υποβάλλεται και κατατίθεται με αυτοπρόσωπη παρουσία στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 80, και με την κατάθεση μεταγενέστερης αίτησης ενημερώνεται άμεσα το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Ασύλου. (β) Σε περίπτωση που ο αιτητής δεν είναι σε θέση να καταθέσει την αίτησή του αυτοπροσώπως λόγω σοβαρών περιστάσεων πέραν του ελέγχου του, περιλαμβανομένης κράτησης ή φυλάκισης ή μακροχρόνιας νοσηλείας, ισχύουν οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 82.
[.........]
(7) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, προβαίνει σε επί της ουσίας εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εκτός εάν η αίτηση δύναται να θεωρηθεί απαράδεκτη βάσει άλλου λόγου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348.
(8) Όταν δεν έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτητή νέα στοιχεία, όπως αυτά που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 38 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη, και ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση εφαρμόζοντας τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 102 του παρόντος Νόμου.”
Από την πιο πάνω σχετική νομοθεσία συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, όπως συνέβη και στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.
Προκύπτει ακόμα, από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης (βλ. ΔΕΕ, ΧΥ κατά Bundesamtfur Fremdenwesen undAsyl (C-18/20, XY κατά Bundesamt fur Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 15/4/2021).
Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
"55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη."
Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή είναι απαράδεκτο, καθότι ο αιτητής δεν υπέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο, αλλά αντιθέτως υπέβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε κάθε ευκαιρία να προωθήσει και να εξειδικεύσει σε προηγούμενα στάδια της εξέτασης της αίτησής του. Κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς του αιτητή, ο οποίος υπέβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου οι οποίοι δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια από το αρμόδιο όργανο.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Ο αιτητής προκόμισε το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στην Υπηρεσία Ασύλου με δύο έγγραφα στην αγγλική γλώσσα ένα πιστοποιητικό αγγλικής γλώσσας της μητέρας του και ένα έγγραφο που καταγράφει ότι αποτελεί ένορκη δήλωση της μητέρας του το οποίο είναι ανυπόγραφο. Αποστολέας του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού μηνύματος φαίνεται να είναι ο αιτητής, όπως μάλιστα ισχυρίστηκε και αποδέχτης φαίνεται να είναι η Υπηρεσία Ασύλου, όπως επιβεβαίωσε η κυρία Γιάγκου. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ο αιτητής ανέφερε προς την Υπηρεσία Ασύλου πως μετά τον θάνατο του πατέρα του, η οικογένεια του πατέρα του συνέχισε να απειλεί τη μητέρα του λόγω της άρνησης του ίδιου και του πατέρα του να συμμετάσχουν σε παραδοσιακή τελετουργία που σχετιζόταν με πρακτικές μαγείας. Εξαιτίας των απειλών, ισχυρίστηκε πως η μητέρα του διέφυγε το έτος 2021 στη Νότια Αφρική. Επιπρόσθετα, ανέφερε πως η ξαδέλφη του, έχει δεχθεί απειλές και επίθεση σε σχέση με τα προβλήματα που επηρεάζουν την οικογένειά του. Ζητά να ληφθούν υπόψη οι νέες πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία κατά την επανεξέταση της αίτησής του.
Ο αιτητής στο μήνυμα αυτό επισύναψε δύο έγγραφα στην αγγλική γλώσσα ένα πιστοποιητικό αγγλικής γλώσσας της μητέρας του και ένα έγγραφο που καταγράφει ότι αποτελεί ένορκη δήλωση της μητέρας του το οποίο είναι ανυπόγραφο. Επιπρόσθετα, δήλωσε πως είχε επισυνάψει κάποιες φωτογραφίες τις οποίες δεν τις είχε μαζί του και δεν μπορούσε να τις θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο αιτητής είχε το χρόνο να προσκομίσει τα στοιχεία που αφορούν την μεταγενέστερή του αίτηση και ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ενώπιον μου και δεν το προσκόμισε. Στην ανυπόγραφη επιστολή την όποια ισχυρίζεται ότι συνέταξε η μητέρα του καταγράφεται μεταξύ άλλων η ιστορία που αφορά τη μητέρα του και πως ο αιτητής θα τεθεί σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του από ισχυρούς ανθρώπους της χώρας. Καταγράφεται μάλιστα πως κανένας δεν θα μπορέσει να προστατέψει τον αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του αιτητή είναι καινοφανείς, καθόσον προβάλλονται για πρώτη φορά στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να είχαν προβληθεί κατά τις προηγούμενες διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν παρουσιάζουν ουσιαστική συνάφεια με τους λόγους που είχαν αρχικώς προβληθεί προς θεμελίωση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, ούτε συνδέονται με το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή, παρόλο που ο ίδιος το συνδέει με αυτό. Επιπλέον, οι εν λόγω ισχυρισμοί παραμένουν γενικοί και αόριστοι, χωρίς συγκεκριμένες και εξατομικευμένες αναφορές ως προς τον φερόμενο φορέα δίωξης, τη φύση της επικαλούμενης δίωξης ή βλάβης, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό περί ύπαρξης κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, δεν πληρούν το απαιτούμενο επίπεδο συγκεκριμενοποίησης και αξιοπιστίας ώστε να είναι δεκτικοί ουσιαστικής αξιολόγησης.
Περαιτέρω, ο αιτητής δεν παρείχε οποιαδήποτε εύλογη ή πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν προέβαλε τους εν λόγω ισχυρισμούς κατά την προηγούμενη διοικητική διαδικασία ή ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον επρόκειτο, κατά τους ισχυρισμούς του, για γεγονότα που ανάγονταν σε χρόνο προγενέστερο. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται για πρώτη φορά μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος, χωρίς να αιτιολογείται η καθυστερημένη επίκλησή τους, γεγονός που επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία τους. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί εμφανίζονται ως ασύνδετοι με το πραγματικό υπόβαθρο και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που ο ίδιος ο αιτητής είχε επικαλεστεί στις προηγούμενες διαδικασίες.
Υπό το φως των ανωτέρω, τα έγγραφα που ο αιτητής επισύναψε μέσω του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού μηνύματος δεν δύνανται να αποδώσουν αποδεικτική αξία στους γενικούς και αόριστους αυτούς ισχυρισμούς. Τα έγγραφα αυτά δεν τεκμηριώνουν ούτε επιβεβαιώνουν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο αιτητής, ούτε αποδεικνύουν ότι υφίστανται νέα ουσιώδη στοιχεία ή περιστάσεις που να δικαιολογούν διαφορετική εκτίμηση της υπόθεσής του. Ως εκ τούτου, στερούνται ουσιαστικής αποδεικτικής βαρύτητας και δεν είναι ικανά να μεταβάλουν την εικόνα που είχε ήδη διαμορφωθεί από τις δηλώσεις και τους ισχυρισμούς του αιτητή ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ούτε να ανατρέψουν τα συμπεράσματα στα οποία ευλόγως κατέληξε η διοίκηση.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής το αρμόδιο όργανο διεξήγαγε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αποφάσισε εντός της προβλεπόμενης από το νόμο διαδικασίας.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψής της ως απαράδεκτης, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη νομοθεσία.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €600 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.