ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 825/2024
07 Αυγούστου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
T. N., ARC XXXXXX, από το Καμερούν
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Ζ. Ποντίκη (κα) για Χρ. Ματθαίου (κα), Δικηγόροι για τον Αιτητή
Χ. Καστάνας (κος), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Ο Αιτητής είναι παρών.
[Παρούσα η κα Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 22/02/2024 σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Καμερούν, κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ο οποίος, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε το Καμερούν στις 22/09/2021, μεταβαίνοντας αεροπορικώς μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Στη συνέχεια διήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας την 01/11/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 02/11/2021 παρέλαβε βεβαίωση υποβολής της αίτησής του.
Στις 18/01/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, συνέταξε στις 20/01/2024 Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 26/01/2024, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στο Καμερούν.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 22/02/2024, παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 29/02/2024 ούσα μεταφρασμένη σε γλώσσα κατανοητή από αυτόν, ήτοι την αγγλική.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, μέσω συνηγόρου, καταχώρισε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, προβάλλοντας αρκετούς λόγους προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ωστόσο με την στην συνέχεια καταχώρηση της γραπτής της αγόρευσης η συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε δέουσα έρευνα και ότι κατά τη λήψη της απόφασης εμφιλοχώρησε πλάνη ή και ότι η απόφαση εκδόθηκε υπο πεπλανημένα κριτήρια και με κατάχρηση εξουσίας αντίθετα στο Νόμο. Επιπλέον προβάλλεται η θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και έχει εκδοθεί από αναρμόδιο πρόσωπο. και ότι η τελική τους απόφαση είναι εσφαλμένη ούσα αναιτιολόγητη.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης. Αποτελεί θέση τους ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα στο στάδιο των διευκρινήσεων η συνήγορος του Αιτητή απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς της προς ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, εμμένοντας μόνο στην προώθηση της θέσης περί ελλιπούς έρευνας των Καθ’ ων η αίτηση κατά την αξιολόγηση της αίτησης του Αιτητή. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο Αιτητής στοχοποιήθηκε από πρόσωπο που συνδεόταν με τους Ambazonians και κατηγορήθηκε ότι σχετιζόταν με στρατιωτική επιχείρηση η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο μελών αυτονομιστικής ομάδας. Υποστήριξε ότι, ακόμη και εάν ο Αιτητής δεν συνεργάστηκε με τις κρατικές αρχές που επιτέθηκαν στους Ambazonians, η αντίληψη των τελευταίων ότι εκείνος συνέβαλε στη στρατιωτική δράση αρκεί για να δημιουργηθεί σύνδεση με λόγο προσφυγικού καθεστώτος, και συγκεκριμένα με τις αποδιδόμενες πολιτικές πεποιθήσεις.
Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου των Καθ’ ων η αίτηση ο οποίος εμμένει ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε οποιαδήποτε πραγματική δίωξη από τους Ambazonians. Ειδικότερα, ανέφερε ότι με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το 2019 αγόρασε ταξί και εργαζόταν ως οδηγός, ερχόμενος καθημερινά σε επαφή με μεγάλο αριθμό ατόμων, γεγονός που δεν συνάδει με την ύπαρξη πραγματικής και ενεργής δίωξης από τους Ambazonians. Πρόσθεσε ότι δεν προέκυψε οποιοδήποτε περιστατικό που να καταδεικνύει δίωξη ή φόβο ικανό να θέσει τη ζωή του Αιτητή σε κίνδυνο.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων, και δεδομένης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όπως ορίζεται από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το οποίο προνοεί για έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς του Αιτητή.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω φόβου για τη ζωή του μετά από απειλές που δέχθηκε από τον στρατηγό των Amba Carl Massango, γνωστό ως «Pa», εξαιτίας διαφοράς που είχαν για ένα τεμάχιο γης. Ανέφερε ότι, μετά από επίθεση του στρατού του Καμερούν εναντίον του Carl Massango και της ομάδας του, ο τελευταίος τον κατηγόρησε ότι έστειλε τον στρατό και απείλησε ότι θα τον σκοτώσει.
Στο πλαίσιο της προφορικής του συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι αγγλόφωνος υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στο χωριό Mukonge της Νοτιοδυτικής περιφέρειας όπου παρέμεινε μέχρι το 2011. Δήλωσε ότι από το 2011 έως το 2014 διέμενε στην Kumba, ακολούθως επέστρεψε στο χωριό του και το 2018, εγκαταστάθηκε στη Douala, η οποία αποτέλεσε τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα. Δήλωσε Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα και ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι η σύζυγος και η ανήλικη θυγατέρα του διαμένουν στη Douala, με τις οποίες διατηρεί καθημερινή επικοινωνία αναφέροντας ότι αμφότερες δεν αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε πρόβλημα. Σχετικά με την πατρική του οικογένεια ο Αιτητής ανέφερε ότι η μητέρα του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε νεαρή ηλικία, ενώ αγνοεί την ύπαρξη του πατέρα του ωστόσο στη χώρα καταγωγής του διαθέτει μέλη της ευρύτερης οικογένειας του, παππού, θείους και θείες.
Σε σχέση με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αναφορικά με την εργασιακή του εμπειρία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε ως υπεύθυνος ασφαλείας από το 2019 μέχρι το 2020 στην Douala, εργασία την οποία ωστόσο διέκοψε λόγω χαμηλού εισοδήματος. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε αγόρασε μοτοποδήλατο και εργάστηκε ως οδηγός στην περιοχή Bonabéri της Douala για περίπου ένα έτος και μερικούς μήνες. Κατά τους ισχυρισμούς του, διέκοψε την εν λόγω εργασία επειδή δεχόταν απειλές.
Ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής προέβαλε ότι δεχόταν απειλές από άνδρα προσκείμενο στους Amba, λόγω διαφοράς σχετικής με τεμάχιο γης το οποίο, κατά τον ίδιο, ανήκε στον παππού του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η εν λόγω κτηματική διαφορά είχε επιλυθεί από τον αρχηγό του χωριού περί το έτος 2009. Ωστόσο, το 2017, μετά την έναρξη της [αγγλόφωνης] κρίσης, ο εν λόγω άνδρας επανήλθε προβάλλοντας αξιώσεις επί της γης, ισχυριζόμενος ότι αυτή ανήκε στον πατέρα του. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι μεταξύ του ιδίου και του εν λόγω προσώπου υπήρξαν συγκρούσεις και απειλές στο πλαίσιο των οποίων ο ίδιος δήλωσε ότι δεν θα επέτρεπε την αφαίρεση της γης. Ακολούθως, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αναχώρησε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Περίπου δύο με τρεις μήνες μετά την αναχώρησή του, ισχυρίστηκε ότι ο στρατός του Καμερούν μετέβη στο χωριό και σκότωσε αριθμό αυτονομιστών μαχητών που φέρονταν να ανήκαν στην ομάδα του ανωτέρω προσώπου. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν παρόν κατά το περιστατικό, πλην όμως διέφυγε.
Σύμφωνα με τον Αιτητή, αμέσως μετά το περιστατικό αυτό, και ενώ ο ίδιος βρισκόταν στη Douala, το εν λόγω πρόσωπο τον κάλεσε τηλεφωνικώς μία φορά, το έτος 2018, και τον κατηγόρησε ότι είχε αποστείλει τον στρατό προκειμένου να τον σκοτώσει μαζί με τους άνδρες του. Ο Αιτητής αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή ή σχέση με το περιστατικό. Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι από το 2018 έως την αναχώρησή του από το Καμερούν τον Σεπτέμβριο του 2021, δεν του συνέβη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό στη Douala, με εξαίρεση την ανεύρεση, το 2021, σημειώματος στην πόρτα του, στο οποίο αναγραφόταν η φράση «you can run but you cannot hide». Ο ίδιος συνέδεσε το σημείωμα με το προαναφερθέν πρόσωπο, ισχυριζόμενος ότι επ’ αυτού αναγραφόταν το όνομά του. Σε σχετική ερώτηση, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν έχει στην κατοχή του το εν λόγω σημείωμα ούτε οποιοδήποτε άλλο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.
Ο Αιτητής δήλωσε επιπλέον ότι δεν υπήρξε μέλος πολιτικής ή στρατιωτικής οργάνωσης στη χώρα καταγωγής του, ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα του και ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα. Ως προς τον φόβο επιστροφής, ο Αιτητής υποστήριξε ότι η ζωή του θα διατρέχει κίνδυνο, καθότι το πρόσωπο που τον απείλησε παραμένει εν ζωή.
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός, στην εισηγητική του έκθεση απομόνωσε δύο ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς με βάση τις δηλώσεις του Αιτητή. Ο πρώτος αφορά στην ταυτότητα, το προφίλ, την περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή και ο δεύτερος στο ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα του εξαιτίας απειλών που δεχόταν από μέλος των Ambazonians.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως σαφείς και συγκεκριμένες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο που προσκόμισε και εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής απέτυχε να παράσχει συγκεκριμένες, επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες προς υποστήριξη βασικών πτυχών των ισχυρισμών του. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν εξήγησε επαρκώς γιατί αποτέλεσε ο ίδιος στόχο του εν λόγω προσώπου, δεδομένου ότι η διαφορά αφορούσε τεμάχιο γης το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, ανήκε στον παππού του και είχε ήδη επιλυθεί από τον αρχηγό του χωριού περί το 2009. Περαιτέρω, η περιγραφή των απειλών κρίθηκε αόριστη και ελλιπής, καθότι ο Αιτητής δεν παρείχε σαφείς πληροφορίες ως προς τη συχνότητα, το περιεχόμενο και τις περιστάσεις των φερόμενων απειλών. Αναφέρθηκε μόνο σε ένα τηλεφώνημα το 2018, μετά από επίθεση του στρατού σε μέλη της ομάδας του εν λόγω προσώπου, χωρίς να ισχυριστεί ότι ακολούθησε άλλη άμεση επικοινωνία ή προσωπική επαφή μαζί του. Επιπλέον, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, από το 2018 μέχρι την αναχώρησή του από το Καμερούν, τον Σεπτέμβριο του 2021, ο Αιτητής παρέμεινε στη Douala και συνέχισε να εργάζεται κανονικά, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά απειλών σε βάρος του ή επίθεσης εναντίον του. Το μοναδικό περιστατικό που επικαλέστηκε κατά το διάστημα αυτό ήταν η ανεύρεση σημειώματος στην πόρτα του το 2021, με τη φράση «you can run, but you cannot hide». Ωστόσο, δεν προσδιόρισε με ακρίβεια τον χρόνο ανεύρεσής του, δεν προσκόμισε το σημείωμα και δεν παρείχε επαρκή στοιχεία που να το συνδέουν με το φερόμενο μέλος των Ambazonian. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις του Αιτητή, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεδειγμένων ισχυρισμών, ήτοι της ταυτότητας, του προφίλ, και της χώρας καταγωγής του Αιτητή, και λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος καταγωγής του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην περιοχή καταγωγής του θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί εκεί.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ωστόσο, και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, ήτοι ότι διέμενε και εργαζόταν από το 2018 στην Douala, όπου εξακολουθεί να διαμένει η σύζυγος και η θυγατέρα του, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε κατόπιν έρευνας, ότι στην εν λόγω περιοχή δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων και ως εκ τούτου δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στην Douala θα έλθει αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Βάσει των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου.
Τούτων λεχθέντων το αίτημά του για διεθνή προστασία απορρίφθηκε ως αβάσιμο.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του ίδιου Νόμου προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, ο Αιτητής προσκόμισε διαβατήριο της χώρας καταγωγής του, και οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές, συνεπώς δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο.
Αναφορικά με τον δεύτερο διακριθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο, συμφωνεί με τα ευρήματα αναξιοπιστίας που εντόπισαν οι Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του Αιτητή περί απειλών από μέλος των Ambazonians. Ειδικότερα, η αφήγηση του Αιτητή παρέμεινε γενική, αόριστη και στερούμενη επαρκών λεπτομερειών ως προς ουσιώδη στοιχεία του πυρήνα του αιτήματός του, ιδίως ως προς τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος φέρεται να αποτέλεσε προσωπικό στόχο, ενώ η επίδικη γη ανήκε, κατά τους ισχυρισμούς του, στον παππού του. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν κατέδειξε με πειστικό τρόπο την ύπαρξη συνεχιζόμενης και άμεσης απειλής, δεδομένου ότι, μετά το φερόμενο τηλεφώνημα του 2018, παρέμεινε στη Douala μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021, εργαζόμενος κανονικά, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά στοχοποίησης και επίθεσης εναντίον του. Το δε σημείωμα που ισχυρίστηκε ότι βρήκε το 2021 δεν προσκομίστηκε, δεν προσδιορίστηκε επαρκώς χρονικά και δεν τεκμηριώθηκε η σύνδεσή του με το φερόμενο πρόσωπο. Επιπλέον, συνεκτιμάται ότι ο Αιτητής δήλωσε πως δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα με τις αρχές της χώρας του, ότι εξήλθε από το Καμερούν χωρίς οποιοδήποτε ζήτημα, καθώς και ότι η σύζυγος και η ανήλικη κόρη του εξακολουθούν να διαμένουν στη Douala χωρίς να αντιμετωπίζουν προβλήματα. Τα ανωτέρω, σωρευτικώς εκτιμώμενα, ενισχύουν το συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός του περί προσωπικής στοχοποίησης και απειλών από μέλος των Ambazonian δεν έγινε ευλόγως αποδεκτός.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, λαμβάνεται υπόψη ότι, σύμφωνα με ανεξάρτητη έρευνα του Δικαστηρίου, μετά την έναρξη της κρίσης στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, η βία μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων εντάθηκε, με καταγεγραμμένες επιθέσεις και από τις δύο πλευρές και με σημαντικές απώλειες αμάχων. Ενδεικτικά, η Human Rights Watch αναφέρει ότι, από την έναρξη της βίας περί τα τέλη του 2016, τουλάχιστον 6.000 άμαχοι έχουν σκοτωθεί από κυβερνητικές δυνάμεις και αυτονομιστές μαχητές στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.[1]
Ωστόσο, η ως άνω γενική κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να τεκμηριώσει τον εξατομικευμένο ισχυρισμό του Αιτητή ότι υπήρξε προσωπικά στόχος μέλους των Ambazonians ή ότι αντιμετωπίζει πραγματικό, άμεσο και συνεχιζόμενο κίνδυνο δίωξης. Ιδίως ενόψει του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αφορά προσωπικά περιστατικά, τα οποία δεν επιβεβαιώθηκαν από επαρκή, συνεκτική και λεπτομερή αφήγηση, ούτε υποστηρίχθηκαν από συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να συνδέσουν τον Αιτητή προσωπικά με τις καταγραφόμενες επιθέσεις ή με στοχοποίηση από αυτονομιστική ομάδα. Ως εκ τούτου, δεδομένης και της διαπιστωθείσας έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ως αξιόπιστος.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την ενώπιον μου διαδικασία, ο Αιτητής, εκπροσωπούμενος δια συνηγόρου παραλείπει να επιχειρήσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχειοθέτηση της υπόθεσής του και να καλύψει τα κενά που οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών του. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δε διαθέτει ενώπιον του στοιχεία με βάση τα οποία θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε διαφορετική κατάληξη αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών του.
Συνεπώς, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, έχοντας κατά νου τα δεδομένα που προκύπτουν από το διοικητικό φάκελο και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, αντίθετα στους ισχυρισμούς της συνηγόρου του, προκύπτει ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανένα ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν και δη στη Douala, τόπο συνήθους διαμονής του, όπου διαμένει η σύζυγος και η θυγατέρα του, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας τόσο για τη χώρα γενικότερα, όσο και για την Douala, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές.[2] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[3]
H έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect (Μάρτιος του 2026), αναφέρει ότι η κρίση που ξέσπασε το 2016 έχει εξελιχθεί σε παρατεταμένη ένοπλη αντιπαράθεση, με χιλιάδες νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους και σοβαρές επιπτώσεις για τον άμαχο πληθυσμό. Η έκθεση τονίζει ότι σοβαρές παραβιάσεις διαπράττονται και από τις δύο πλευρές. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κατηγορούνται για εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, σεξουαλική και έμφυλη βία, κακομεταχείριση κρατουμένων και καταστροφή χωριών. Από την άλλη πλευρά, οι ένοπλοι αυτονομιστές κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές, εκβιασμούς, παράνομη φορολόγηση, επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και ανθρωπιστικούς εργαζομένους, καθώς και για χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Η κατάσταση έχει επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση, καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων χρειάζεται βοήθεια, ενώ πολλοί έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε προς τη Νιγηρία.[4]
Παράλληλα, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει ότι η ανασφάλεια δεν περιορίζεται μόνο στις αγγλόφωνες περιοχές. Στην Άπω Βόρεια περιοχή του Καμερούν, οι άμαχοι συνεχίζουν να απειλούνται από ένοπλες εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες δρουν στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της λίμνης Τσαντ.[5]
Ωστόσο η Douala (περιφέρεια Littoral), η οποία αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και στην οποία εξακολουθούν να διαμένουν η σύζυγος και η θυγατέρα του, δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η βία που σχετίζεται με τους αυτονομιστές δεν είναι συχνή στη συγκεκριμένη περιοχή.[6]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/06/2026), στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν καταγράφηκαν 12 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 12 απώλειες ανθρώπινων ζωών. Συγκεκριμένα στη Douala, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 7 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 11 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[7] Επισημαίνεται πως ο πληθυσμός της Douala εκτιμάται στους 4.346.000 κατοίκους σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2025.[8]
Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην Douala, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα ευάλωτο προφίλ ή ότι θα αντιμετώπιζε δυσχέρειες προσαρμογής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Πρόκειται για ενήλικο άνδρα, υγιή, με προηγούμενη εκτενή εργασιακή εμπειρία, στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν δυνατότητα αυτοσυντήρησης. Υπό τα δεδομένα αυτά, και ελλείψει στοιχείων ιδιαίτερης ευαλωτότητας, δεν διαπιστώνεται ότι η επιστροφή του στο Καμερούν θα τον έθετε, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, σε κατάσταση που να δικαιολογεί τη χορήγηση διεθνούς προστασίας.
Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]Human Rights Watch, Cameroon – Events of 2023
https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon
[2] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
[3] Ό. π.
[4] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026 https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/
[5] Ό. π.
[6] VOA, Cameroon Separatists Stage Attack Near French-Speaking City of Douala, 2 May 2023 https://www.voanews.com/a/cameroon-separatists-stage-attack-near-french-speaking-city-of-douala/7075202.html
[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral (Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[8] Macrotrends, Cameroon – Douala https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20362/douala/population
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο