F. F. N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 935/2024, 5/8/2026
print
Τίτλος:
F. F. N. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 935/2024, 5/8/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ;

Υπoθ. Αρ.: 935/2024  

05 Αυγούστου 2026

 

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

F. F. N.

                                                                                                                 Αιτήτριας

-και- 

 

Κυπριακή Δημοκρατία,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου 

 

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Κ. Σοφοκλέους (κος) για Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ,  Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Κ. Μιχαηλίδου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα.

[Παρούσα η κα Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

  

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 15/02/2024 σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. 

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος Καμερούν, η οποία σύμφωνα με δήλωσή της, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 28/11/2020 μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υπέβαλε στις 04/03/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.  

 

Στις 10/01/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στη συνέχεια, στις 23/01/2024 συντάχθηκε Έκθεση-Εισήγηση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας.

 

Στις 31/01/2024, συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης, αποφασίζοντας παράλληλα την επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 15/02/2024, παραλήφθηκε από την Αιτήτρια δια χειρός αυθημερόν.

 

Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της, καταχώρισε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο με την γραπτή της αγόρευση, προωθεί ορισμένους εξ αυτών. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας που οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας. Είναι περαιτέρω η θέση της, παραπέμποντας σε πηγές πληροφόρησης και σε αντίγραφα εφημερίδων, ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, θα αντιμετωπίσει τεράστιες συνέπειες, καθότι προέρχεται από μια περιοχή όπου οι διώξεις και η βία εναντίον του αγγλόφωνου πληθυσμού είναι καθημερινό φαινόμενο.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση, με την γραπτή αγόρευσή τους, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς στη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η Αιτήτρια έλαβε απειλές κατά της ζωής της για να μην συνεχίσει τις σπουδές της. Ο συνήγορος της Αιτήτριας προέβαλε περαιτέρω ότι η Αιτήτρια είναι φορέας Ηπατίτιδας Β και ότι σε περίπτωση επιστροφής της το κόστος της θεραπείας είναι υψηλό και θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της.

 

Κατά την ίδια δικάσιμο, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ενέμεινε στους ισχυρισμούς της ως αυτοί περιέχονται στην γραπτή της αγόρευση. Ως προς το θέμα υγείας της Αιτήτριας υποστήριξε, χωρίς παραπομπή σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, τη θέση της περί διαθεσιμότητας ιατρικής περίθαλψης στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.

 

Το Δικαστήριο ζήτησε διευκρινίσεις από την Αιτήτρια για το ζήτημα υγείας που αντιμετωπίζει, ήτοι την Ηπατίτιδα Β. Η Αιτήτρια ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διαγνώστηκε με Ηπατίτιδα Β μετά την άφιξή της στη Δημοκρατία, ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή από το νοσοκομείο, χωρίς να θυμάται την ονομασία της αγωγής, και ότι έχει πόνους στην πλάτη και στο στομάχι, τους οποίους συνέδεσε με την κατάστασή της. Ως προς τη δυνατότητα θεραπείας στη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο της επεσήμανε ότι, σύμφωνα με πηγές στις οποίες ανέτρεξε, υπάρχουν κέντρα που μπορούν να παρέχουν σχετική θεραπεία με την Αιτήτρια να διαφωνεί, αναφέροντας ότι στη χώρα της δεν υπάρχει καλή ιατρική περίθαλψη και πρόσθεσε ότι η περιοχή από την οποία κατάγεται δεν είναι ασφαλής, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώσει περαιτέρω τις δηλώσεις της.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτή προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, προκειμένου να αναζητήσει προστασία, λόγω της αγγλόφωνης κρίσης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η κρίση αυτή επηρέασε σοβαρά τη ζωή της και της οικογένειάς της, καθώς οδήγησε στη διακοπή της εκπαίδευσής της και σε σημαντική πτώση του βιοτικού τους επιπέδου. Αναφέρει ότι βρισκόταν στην περιοχή της Αμπαζονίας, όπου οι μαχητές της Αμπαζονίας αντιτίθενται στη σχολική φοίτηση, ενώ η ίδια, επιθυμώντας να συνεχίσει την εκπαίδευσή της και να καταπολεμήσει τον αναλφαβητισμό, συνέχισε να πηγαίνει στο σχολείο. Κατέγραψε ότι η κρίση ξεκίνησε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2016/2017, ενώ η ίδια φοιτούσε στην Βuea, γεγονός που οδήγησε στην στοχοποίηση της ίδιας και της οικογένειάς της. Όπως ισχυρίζεται, ο πατέρας της απήχθη και κρατήθηκε μέχρι να την παραδώσει, ενώ η μητέρα της σκοτώθηκε επειδή οι γονείς της την έστελναν στο σχολείο. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της, καθώς φοβάται ότι, εάν οι αυτονομιστές την συλλάβουν, θα την σκοτώσουν (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Στο πλαίσιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την Bafia (Muyuka) της Νοτιοδυτικής περιφέρειας της χώρας. Κατά δήλωσή της άγαμη και άτεκνη, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με περαιτέρω σπουδές της σε ανώτερο επίπεδο στον κλάδο λογιστικής του πανεπιστημίου της Buea, φοίτηση την οποία διέκοψε το 2019 λόγω της κρίσης μετά από ενάμιση χρόνο σπουδών. Ως προς την εργασιακή της εμπειρία, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι από το 2015 εργαζόταν ως πλανόδια πωλήτρια, μεταφέροντας και πωλώντας τρόφιμα στις αγορές και στους δρόμους, δραστηριότητα την οποία ασκούσε παράλληλα με τις σπουδές της.

 

Ως προς την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι προέρχεται από οικογένεια επτά ατόμων, αποτελούμενη από τους γονείς της, δύο θυγατέρες, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας, και τρεις υιούς. Οι γονείς της εργάζονταν ως αγρότες, η μεγαλύτερη αδελφή της ασχολείται με την πώληση τροφίμων, ενώ οι μεγαλύτεροι αδελφοί της εργάζονταν ως επαγγελματίες οδηγοί μοτοποδηλάτων. Ανέφερε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει, όπως και ένας εκ των αδελφών της, λόγω της κρίσης στη χώρα. Η αδελφή της εξακολουθεί να διαμένει στην Bafia, όπου εργάζεται και φροντίζει τον μικρότερο αδελφό τους, ο οποίος είναι μαθητής. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με τα αδέλφια της στο Καμερούν, ενώ ανέφερε επίσης την ύπαρξη θείου και θείας στην Bafia.

 

Ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε στην πολιτική αστάθεια και την αγγλόφωνη κρίση, η οποία επηρέασε άμεσα τόσο την ίδια όσο και την οικογένειά της. Εξήγησε ότι προέρχεται από την αγγλόφωνη περιοχή της χώρας, όπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η σύγκρουση διεξάγεται μεταξύ των Ambazonians και των κυβερνητικών δυνάμεων. Ανέφερε ότι οι Ambazonians αντιτίθενται στη σχολική φοίτηση και στοχοποιούν πρόσωπα που συνεχίζουν την εκπαίδευσή τους, ενώ οι κυβερνητικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν αδιακρίτως τους πολίτες ως πιθανούς υποστηρικτές των αυτονομιστών.

 

Η Αιτήτρια τοποθέτησε την έναρξη της κρίσης κατά τα έτη 2015-2016, περίοδο κατά την οποία επρόκειτο να συμμετάσχει στις εξετάσεις για το “Ordinary Level Certificate”. Δήλωσε ότι, λόγω της διακοπής της λειτουργίας των σχολείων από τους Ambazonians στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, αναγκάστηκε να διακόψει επανειλημμένα τη φοίτησή της. Υποστήριξε ότι, προκειμένου να αποφύγει προβλήματα με τους Ambazonians, τους έλεγε ότι μετακινείτο για σκοπούς εμπορικής δραστηριότητας και όχι για σπουδές. Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε ότι αντιλήφθηκαν ότι συνέχιζε να πηγαίνει στο σχολείο, γεγονός που θεωρούσαν αντίθετο προς τους κανόνες τους.

 

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, κατά την περίοδο αυτή η ίδια και η οικογένειά της αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την οικία τους και να μετακινηθούν σε θαμνώδεις περιοχές, εξαιτίας της κλιμάκωσης των συγκρούσεων και της έλλειψης ασφάλειας. Περιέγραψε τις συνθήκες διαβίωσης ως ιδιαίτερα δύσκολες, με έλλειψη τροφής, νερού, στέγης και ιατρικής περίθαλψης. Δήλωσε ότι οι πολίτες βρίσκονταν στη μέση της σύγκρουσης, καθώς αφενός οι κυβερνητικές δυνάμεις δεν διέκριναν ποιος ήταν ένοχος και ποιος όχι, αφετέρου οι Ambazonians στοχοποιούσαν όσους θεωρούσαν ότι παραβίαζαν τις εντολές τους.

 

Η Αιτήτρια αναφέρθηκε ειδικότερα σε περιστατικό του 2017 κατά το οποίο στο πλαίσιο αναζήτησης της οικογένειας από τους Ambazonians λόγω του ότι η ίδια συνέχιζε να φοιτά στο σχολείο, εντόπισαν τη μητέρα της, η οποία κτυπήθηκε και βασανίστηκε από οκτώ άνδρες με ξύλα και ότι, λόγω έλλειψης ιατρικής φροντίδας, υπέκυψε στα τραύματά της. Η Αιτήτρια συνέδεσε τον θάνατο της μητέρας της με την προσωπική της επιλογή να συνεχίσει την εκπαίδευσή της, αναφέροντας ότι κατά τη διάρκεια του ξυλοδαρμού οι δράστες απειλούσαν ότι θα σκοτώσουν την οικογένειά της.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά τα έτη 2018-2019 προσπάθησε να επιστρέψει στην πανεπιστημιακή της φοίτηση, πλην όμως τελικά διέκοψε οριστικά λόγω φόβου και ανασφάλειας. Ανέφερε επίσης ότι ένας από τους αδελφούς της, ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός μοτοποδηλάτου, πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από τις κυβερνητικές δυνάμεις, επειδή, σύμφωνα με την ίδια, θεωρήθηκε εσφαλμένα ότι ήταν αυτονομιστής, δεδομένου ότι οι αυτονομιστές χρησιμοποιούσαν μοτοποδήλατα κατά τις συγκρούσεις. Επιπλέον, δήλωσε ότι ο πατέρας της σκοτώθηκε το 2022, όταν η ίδια βρισκόταν ήδη στη χώρα μας, καθώς πυροβολήθηκε από τις κυβερνητικές δυνάμεις ενώ βρισκόταν εν μέσω σύγκρουσης μεταξύ αυτονομιστών και κυβέρνησης.

 

Όσον αφορά τα περιστατικά που αφορούσαν προσωπικά την ίδια, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι Ambazonians δεν είχαν πιστέψει ότι μετακινείτο για σκοπούς εμπορικής δραστηριότητας, επειδή έφευγε κατά τις ώρες λειτουργίας του σχολείου. Δήλωσε ότι κάποια στιγμή εντοπίστηκε με το σχολικό της σακίδιο, γεγονός που αποτελούσε, κατά την ίδια, απόδειξη ότι φοιτούσε. Ανέφερε ότι κατάφερε να αποφύγει περαιτέρω συνέπειες καταβάλλοντας χρήματα. Σε σχετικές ερωτήσεις, ωστόσο, δήλωσε ότι δεν στοχοποιήθηκε προσωπικά από τους Ambazonians, και ότι τέτοιου είδους περιστατικά συνέβαιναν ανάλογα με το πρόσωπο που συναντούσαν κάθε φορά. Μετά το εν λόγω περιστατικό, δήλωσε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα, ωστόσο ζούσε με διαρκή φόβο, απέφευγε κάθε επαφή μαζί τους και θεωρούσε ότι η ζωή της παρέμενε υπό απειλή.

 

Ως προς τον φόβο σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει, καθότι η κρίση δεν έχει τερματιστεί και οι Ambazonians εξακολουθούν να βρίσκονται στην περιοχή της Bafia και στις γύρω δασώδεις περιοχές. Δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θεωρεί ότι δεν θα είναι ασφαλής και ότι οι Ambazonians θα εξακολουθήσουν να απειλούν τη ζωή της. Σε ερώτηση κατά πόσον θα μπορούσε να επιστρέψει και να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του Καμερούν, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις.

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος σχετικά με τη ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, ο δεύτερος σχετικά με το γεγονός ότι η Αιτήτρια αναχώρησε από τη χώρα της λόγω της επικρατούσας ανασφαλούς κατάστασης στις αγγλόφωνες περιοχές και ο τρίτος σχετικά με τις απειλές που έλαβε η Αιτήτρια από τους Ambazonians επειδή ήθελε να συνεχίσει την εκπαίδευσής της.

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις της Αιτήτριας επιβεβαιώθηκαν και εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Επιπλέον, η Αιτήτρια προσκόμισε διαβατήριο από τη χώρα καταγωγής της.

 

Ομοίως και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός κρίθηκε εσωτερικά αξιόπιστος, καθώς η Αιτήτρια περιέγραψε με συνοχή περιστατικά που αφορούσαν κυρίως τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή της, όπου τόσο οι Ambazonians όσο και οι κυβερνητικές δυνάμεις φέρονται να επιτίθενται σε αμάχους, να καίνε σπίτια και να σκοτώνουν αδιακρίτως. Έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στην οποία προέβησαν οι Καθ’ ων η αίτηση, επιβεβαιώνει την ύπαρξη παρατεταμένων εχθροπραξιών, σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυθαίρετων κρατήσεων, επιθέσεων κατά αμάχων, εκτοπισμών και γενικευμένης βίας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν από το 2016 και εντεύθεν. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε επίσης αποδεκτός.

 

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια δέχτηκε απειλές από τους Ambazonians επειδή ήθελε να συνεχίσει την εκπαίδευσή της, οι Καθ’ ων η αίτηση κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, επεσήμαναν ουσιώδεις ελλείψεις και αντιφάσεις στο αφήγημά της, καθώς η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες για το πώς γνώριζε ότι η επίθεση κατά της μητέρας της συνδεόταν με τη φοίτησή της, δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τα περιστατικά απειλών ή επαφών της με τους Ambazonians, παρουσίασε αντιφάσεις μεταξύ της αίτησης και της συνέντευξής της ως προς την τύχη των μελών της οικογένειάς της, καθώς και ασυνέπειες σχετικά με τον τόπο διαμονής της κατά τα φοιτητικά της χρόνια. Περαιτέρω, η ίδια ανέφερε ότι δεν στοχοποιήθηκε προσωπικά από τους Ambazonians και ότι τα περιστατικά που επικαλέστηκε εντάσσονταν στη γενική κατάσταση της κρίσης στο Καμερούν, ενώ ως η ίδια δήλωσε δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα από το 2017 έως την αναχώρησή της.

 

Παρότι οι εξωτερικές πηγές που παρέθεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαιώνουν ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν οι αυτονομιστικές ομάδες έχουν επιβάλει βίαια μποϊκοτάζ στην εκπαίδευση, με επιθέσεις σε σχολεία, μαθητές, εκπαιδευτικούς και πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στην αφήγηση της Αιτήτριας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα σχετικά με το θέμα υγείας της Αιτήτριας, καθώς και για την κατάσταση ασφαλείας για τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου αναμένεται να επιστρέψει.

 

Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι, σύμφωνα με τις ιατρικές αναλύσεις που εντοπίζονται στον φάκελο, η Αιτήτρια είναι φορέας της Ηπατίτιδας Β, πλην όμως κατά τη συνέντευξή της δήλωσε ότι δεν γνώριζε τη διάγνωση, ότι αισθάνεται καλά και ότι δεν λαμβάνει οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Προέβησαν επίσης σε έρευνα από την οποία προκύπτει ότι στο Καμερούν η πρόσβαση στη διάγνωση και θεραπεία της Ηπατίτιδας Β επηρεάζεται από το κόστος, το οποίο λειτουργεί αποτρεπτικά για αρκετούς ασθενείς, πλην όμως υφίστανται νοσοκομεία και κρατικές δομές υγείας, ιδίως σε μεγάλες πόλεις, καθώς και κυβερνητικές προσπάθειες για μείωση του κόστους θεραπείας, εμβολιασμό και ενίσχυση της πρόσβασης των ασθενών σε περίθαλψη. Κατέληξαν ότι η κατάσταση υγείας της Αιτήτριας δεν συνδέεται με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα της ή δεν επιθυμεί να επιστρέψει, ούτε συνιστά παράγοντα κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, καθώς δεν διαφαίνεται ότι η πρόσβασή της σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο Καμερούν θα ήταν αδύνατη.

 

Ωστόσο, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας τις οποίες παρέθεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώθηκε ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν όπου βρίσκεται η Bafia στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, εξαιτίας της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στην εν λόγω περιφέρεια.

 

Προχωρώντας, στη νομική ανάλυση, επί τη βάσει των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας και της αξιολόγησης κινδύνου, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξής της σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ’ ων η αίτηση αρχικά έκριναν ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις καθώς δεν προκύπτουν στοιχεία στην περίπτωσή της, εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή να υποστεί βασανιστήρια, ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19, εδάφια (1) και (2) (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας στις πρόνοιες του άρθρου 19, εδάφια (1) και (2)(γ), του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ και εφαρμόζοντας την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακα, κρίθηκε ότι με βάση τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και την κατάσταση που επικρατεί στις αγγλόφωνες περιοχές και συγκεκριμένα στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, δεν προκύπτει ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην εν λόγω περιοχή, με την παρουσία της και μόνο στην εν λόγω περιοχή, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Προς τούτο λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές της περιστάσεις, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικη άμαχη γυναίκα νεαρής ηλικίας, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, ικανή προς εργασία, με καταγωγή από την Bafia της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, όπου διέμενε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Ως προς το θέμα υγείας της, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, η ίδια δεν ανέφερε επιδείνωση της υγείας της, ενώ στο Καμερούν υπάρχουν διαθέσιμες υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για την εν λόγω πάθηση. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό, εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της προφίλ, καθώς και τη δυνατότητα διαμονής της είτε στην Bafia είτε στη Buea, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι σε περίπτωση επιστροφής της, η Αιτήτρια δύναται να εξασφαλίσει την οικονομική της επιβίωση και ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης.

 

Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του ίδιου Νόμου, προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή  να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης-Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που η ίδια η Αιτήτρια προέβαλε κατά τη συνέντευξή της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, την περιοχή καταγωγής και το προφίλ της. Από την εισηγητική έκθεση, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθά εξέλαβαν ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας την περιοχή Bafia που βρίσκεται στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν που συνιστά και την γενέτειρά της.

 

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, σύμφωνα με τον οποίο η αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της συνδεόταν με την επικρατούσα ανασφαλή κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθά έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση. Από την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας προκύπτει ότι οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας ήταν επαρκώς συνεκτικές, χωρίς να εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασυνέπειες ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Η Αιτήτρια περιέγραψε τη γενική κατάσταση ανασφάλειας στην περιοχή της, αναφερόμενη στη σύγκρουση μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των Ambazonians, καθώς και στις επιπτώσεις της σύγκρουσης επί του άμαχου πληθυσμού, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι η ίδια είχε στοχοποιηθεί προσωπικά από οποιονδήποτε εκ των εμπλεκόμενων φορέων. Περαιτέρω, οι σχετικές αναφορές της βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη παρατεταμένης βίας, εχθροπραξιών, επιθέσεων κατά αμάχων, εκτοπισμών και σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού είναι εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη, καθότι αφορά τη γενική κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής της Αιτήτριας.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια έλαβε απειλές από τους Ambazonians λόγω της επιθυμίας της να συνεχίσει την εκπαίδευσή της, από την εξέταση των όσων κατέγραψε η Αιτήτρια στην αίτησή της και των όσων προέβαλε κατά τη συνέντευξή της, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθά εντόπισαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις. Ειδικότερα, ενώ στην αίτησή της η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της απήχθη από τους Ambazonians και κρατήθηκε μέχρι να την παραδώσει, κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι ο πατέρας της σκοτώθηκε το 2022 από κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ η ίδια βρισκόταν ήδη στην Κύπρο, χωρίς να αναφερθεί σε περιστατικό απαγωγής του. Περαιτέρω, ενώ κατά τη συνέντευξη επικαλέστηκε τον θάνατο του αδελφού της από τον στρατό ως σοβαρό περιστατικό συνδεόμενο με την κρίση και τον φόβο της, το γεγονός αυτό δεν καταγράφηκε στην αίτηση διεθνούς προστασίας, παρά τη βαρύτητά του. Πρόσθετα, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τα συγκεκριμένα περιστατικά κατά τα οποία φέρεται να ήλθε η ίδια σε επαφή με τους Ambazonians ή να απειλήθηκε από αυτούς. Η αιτιώδης σύνδεση που επιχείρησε να δημιουργήσει μεταξύ της φοίτησής της και της επίθεσης κατά της μητέρας της παρέμεινε επίσης ανεπαρκώς τεκμηριωμένη, καθότι, ερωτηθείσα πώς γνώριζε ότι η επίθεση συνδεόταν με τη δική της φοίτηση, περιορίστηκε να αναφέρει ότι οι δράστες απειλούσαν ότι θα σκοτώσουν την οικογένειά της, χωρίς να προσδιορίσει περαιτέρω στοιχεία που να στηρίζουν την εν λόγω σύνδεση.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο ότι, ενώ στην αίτηση η Αιτήτρια παρουσίασε σαφή εικόνα προσωπικής στοχοποίησης από τους Ambazonians, κατά τη συνέντευξη δήλωσε ρητώς ότι δεν στοχοποιήθηκε προσωπικά και ότι τα περιστατικά εντάσσονταν στη γενική κατάσταση κρίσης που επικρατούσε στη χώρα. Επιπλέον, η ίδια ανέφερε ότι, μετά τα περιστατικά του 2017, δεν αντιμετώπισε άλλο πρόβλημα με τους Ambazonians μέχρι την αναχώρησή της τον Νοέμβριο του 2020, παρά το γεγονός ότι παρέμεινε στην Bafia, εργαζόταν ως πλανόδια πωλήτρια και δεν προέβη σε προσπάθεια μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή της χώρας. Τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνουν τον ισχυρισμό περί εξατομικευμένου και άμεσου κινδύνου.

 

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι οι εξωτερικές πηγές στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση, των οποίων η αξιολόγηση κρίνεται ορθή,  επιβεβαιώνουν τη γενική ύπαρξη επιθέσεων κατά της εκπαίδευσης στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν από αυτονομιστικές ομάδες. Ωστόσο, οι πηγές αυτές επιβεβαιώνουν το γενικό πλαίσιο της κρίσης και δεν δύνανται να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις και ελλείψεις που εντοπίστηκαν στο προσωπικό αφήγημα της Αιτήτριας. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθά απέρριψαν τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, καθότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει, με συνεκτικό και αξιόπιστο τρόπο, ότι είχε προσωπικά στοχοποιηθεί ή απειληθεί από τους Ambazonians λόγω της συνέχισης της εκπαίδευσής της.

 

Προχωρώντας, στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού που αφορά τα προσωπικά της στοιχεία, περιλαμβανομένης της κατάστασης της υγείας της, γεγονός το οποίο η συνήγορος της υπογραμμίζει, το Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας την εκτενή έρευνα που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η αίτηση, προχώρησε σε ανεξάρτητη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την πρόσβαση και τη διαθεσιμότητα σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη χώρα καταγωγής της από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ιογενής ηπατίτιδα έχει γίνει μια πρόκληση για τη δημόσια υγεία παγκοσμίως. Αν και υπάρχουν πέντε διαφορετικοί τύποι ιογενούς ηπατίτιδας (A, B, C, D και E), η χρόνια ηπατίτιδα Β και C προκαλούν το 95% των ασθενειών που σχετίζονται με την ηπατίτιδα και των πρόωρων θανάτων.[1]

 

Η ηπατίτιδα Β μπορεί να προκαλέσει χρόνια λοίμωξη και θέτει τα άτομα σε υψηλό κίνδυνο θανάτου από κίρρωση και καρκίνο του ήπατος. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την οξεία ηπατίτιδα Β. Η χρόνια ηπατίτιδα Β μπορεί να αντιμετωπιστεί με φάρμακα. Η χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β μπορεί να αντιμετωπιστεί με από φάρμακα, συμπεριλαμβανομένου του tenofovir ή του entecavir. Η θεραπεία μπορεί να επιβραδύνει την πρόοδο της κίρρωσης, μειώνει τις περιπτώσεις καρκίνου του ήπατος και βελτιώνει τη μακροπρόθεσμη επιβίωση. Οι περισσότεροι άνθρωποι που ξεκινούν θεραπεία ηπατίτιδας Β πρέπει να τη συνεχίσουν για μια ζωή. Με τις επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές για την ηπατίτιδα Β, εκτιμάται ότι περισσότερο από το 50% των ατόμων με χρόνια λοίμωξη από ηπατίτιδα Β θα χρειαστούν θεραπεία, ανάλογα με το πλαίσιο και τα κριτήρια επιλεξιμότητας.[2]

 

Σύμφωνα με COI Query της EUAA για την περίοδο Ιανουαρίου 2019-Ιανουαρίου 2024 αναφορικά με την αντιμετώπιση των ατόμων με Ηπατίτιδα Β από το κράτος και την κοινωνία, την πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης καθώς και την πρόσβαση στην απασχόληση και στην υγειονομική περίθαλψη) «ο επιπολασμός του πληθυσμού με Ηπατίτιδα Β στο Καμερούν κυμαινόταν μεταξύ 8,3 % και 13% σύμφωνα με πηγές που χρονολογούνται από το 2019 μέχρι το 2023».[3] Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, και ειδικότερα ως «προς την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, άρθρο του 2020 από την ενημερωτική πηγή Voice of America (VOA) News περιέγραψε ότι η κυβέρνηση του Καμερούν 'μείωσε το κόστος θεραπείας από 250$ το μήνα σε λιγότερο από 50$' για να «ενθαρρύνει» τους ασθενείς να επισκεφτούν τα νοσοκομεία, ενώ σύμφωνα με άρθρο του 2023 του Gavi, ενός διεθνούς οργανισμού για τον εμβολιασμό, το κόστος των φαρμάκων για την Ηπατίτιδα Β έχει μειωθεί κατά 60%».[4]

 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με δημοσίευμα της ιστοσελίδας VOA «360 δημόσια νοσοκομεία του Καμερούν φέτος (2020) απέστειλαν για πρώτη φορά υγειονομικό προσωπικό για να παρακολουθούν τους ασθενείς και να διασφαλίζουν ότι λαμβάνουν τις θεραπείες και τα εμβόλιά τους».[5]

 

Το Δικαστήριο προχώρησε σε περαιτέρω έρευνα αναφορικά με την δυνατότητα πρόσβασης σε δομές υγείας λόγω της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν από όπου προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του «Safeguarding Health in Conflict Coalition» με αντικείμενο τη βία σε βάρος των υπηρεσιών υγείας σε περιοχές υπό σύγκρουση με έτος αναφοράς το 2024 και όσον αφορά ειδικότερα το Καμερούν, σημειώνεται ότι οι επιθέσεις σε κέντρα υγείας, με στόχο τους επαγγελματίες υγείας και την λεηλασία των ιατρικών προμηθειών συνεχίστηκαν κατά το έτος αναφοράς, με αυτές να εντοπίζονται κυρίως στη Βορειοδυτική, τη Νοτιοδυτική και την Άκρα Βόρεια περιφέρεια του Καμερούν. Στόχο αποτελούσε κυρίως το κρατικό προσωπικό των ιατρικών κέντρων, ενώ ένα περιστατικό στράφηκε κατά μίας διεθνούς και μίας τοπικής ΜΚΟ. Στη Βορειοδυτική και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν σημειώθηκαν συνολικά 30 περιστατικά κατά το έτος αναφοράς, με την πλειοψηφία αυτών να εντοπίζονται στις περιοχές Momo και Mezam της Βορειοδυτικής περιφέρειας και στην περιοχή Fako της Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σε ιατρικά κέντρα κατά τα τελευταία έτη έχουν επιδράσει αρνητικά στην πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας, με αυτούς να αναγκάζονται πολλές φορές να ταξιδέψουν μεγάλες αποστάσεις για να λάβουν περίθαλψη.[6]

 

Από το σύνολο των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει ότι το σύστημα υγείας του Καμερούν αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, ιδίως ως προς τη χρηματοδότηση, την οικονομική προσβασιμότητα και τη λειτουργία των υπηρεσιών στις περιοχές που πλήττονται από την ένοπλη σύγκρουση. Προκύπτει επίσης ότι η χρόνια ηπατίτιδα Β αποτελεί διαδεδομένο πρόβλημα δημόσιας υγείας, ότι υφίσταται διαθέσιμη αντιική θεραπεία, έστω και με οικονομικά ή πρακτικά εμπόδια πρόσβασης, ενώ ως προς τη φυματίωση λειτουργεί εθνικό πρόγραμμα διάγνωσης και θεραπείας, το οποίο εξακολουθεί να επιτυγχάνει υψηλά ποσοστά θεραπευτικής επιτυχίας, παρά τις υφιστάμενες προκλήσεις.

 

Παράλληλα, οι διαθέσιμες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι η συνεχιζόμενη ένοπλη σύγκρουση στις αγγλόφωνες περιφέρειες επηρεάζει τη λειτουργία των υπηρεσιών υγείας, κυρίως λόγω επιθέσεων σε υγειονομικές δομές, μετακινήσεων πληθυσμών και περιορισμένης πρόσβασης σε ορισμένες περιοχές. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι οι υπηρεσίες υγείας έχουν καταρρεύσει πλήρως ούτε ότι η θεραπεία για ηπατίτιδα Β είναι απολύτως μη διαθέσιμη στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε, ως είχε υποχρέωση, οποιαδήποτε εξατομικευμένα ιατρικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η βαρύτητα της κατάστασής της, το στάδιο της νόσου, η ανάγκη άμεσης ή εξειδικευμένης θεραπείας, ούτε ότι η διακοπή της θεραπείας θα είχε ως συνέπεια την επέλευση σοβαρής, ταχείας και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης της υγείας της ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής της. Επίσης, δεν προκύπτει ότι η ίδια στερείται πλήρως πραγματικής δυνατότητας πρόσβασης σε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη στο Καμερούν.

 

Ως εκ τούτου, καίτοι αναγνωρίζεται ότι οι συνθήκες παροχής υπηρεσιών υγείας στο Καμερούν είναι δυσχερείς και ότι η πρόσβαση στη θεραπεία ενδέχεται να συνοδεύεται από οικονομικά και πρακτικά εμπόδια, τα στοιχεία του φακέλου δεν καταδεικνύουν ότι η επιστροφή της Αιτήτριας θα την εξέθετε, αποκλειστικά λόγω της κατάστασης της υγείας της, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής, άμεσης και μη αναστρέψιμης επιδείνωσης της υγείας της.

 

Σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί σχετικοί με την υγεία ενός αιτητή, μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου στοιχειοθετείται ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances), μπορεί να παρασχεθεί προστασία στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι αιτητής πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη απ’ αυτόν θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας της έλλειψης αυτής ο αιτητής απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του (βλ. Paposhvili v. Belgium, app. No.41738/10, Grand Chamber, ημ.13/12/16). Εν προκειμένω η Αιτήτρια δεν προέβαλε οτιδήποτε που να συνηγορεί ότι υφίστανται στα πλαίσια της παρούσης οι περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω, δεδομένου του ότι το βάρος απόδειξης των περιστάσεων αυτών φέρει η Αιτήτρια, αλλά και του ότι εκ των ενώπιον μου στοιχείων δεν καταδεικνύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας που θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής της.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεδομένα, σε συνάρτηση με το προφίλ της Αιτήτριας κρίνεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της, από τις ως άνω παρατεθείσες πληροφορίες προκύπτει πως, υπάρχει διαθέσιμη θεραπεία σε αστικά κέντρα και πρόσβαση στο σύστημα υγείας της χώρας για φορείς του ιού της Ηπατίτιδας Β. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια θα στερηθεί πρόσβασης σε θεραπεία στη χώρα της και ενόψει τούτου δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της.

 

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί προσωπικής στοχοποίησής της από τους Ambazonians λόγω της επιθυμίας της να συνεχίσει την εκπαίδευσής της ήδη κρίθηκε αναξιόπιστος, επισημαίνεται ότι τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε η Αιτήτρια, στον βαθμό που έγιναν αποδεκτά, εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικότερης ανασφαλούς κατάστασης που επικρατεί στην περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής της, χωρίς να προκύπτουν συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η ίδια διαφοροποιείται από τον λοιπό άμαχο πληθυσμό ή ότι διατρέχει προσωπικό και άμεσο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος της Αιτήτριας που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών της κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.

 

Από το ιστορικό της Αιτήτριας και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτή δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της συνηγόρου της, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν και δη στην περιοχή Bafia, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι η περιοχή Bafia.

 

Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[7] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[8]  

 

H έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect (Μάρτιος του 2026), αναφέρει ότι η κρίση που ξέσπασε το 2016 έχει εξελιχθεί σε παρατεταμένη ένοπλη αντιπαράθεση, με χιλιάδες νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους και σοβαρές επιπτώσεις για τον άμαχο πληθυσμό. Η έκθεση τονίζει ότι σοβαρές παραβιάσεις διαπράττονται και από τις δύο πλευρές. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κατηγορούνται για εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, σεξουαλική και έμφυλη βία, κακομεταχείριση κρατουμένων και καταστροφή χωριών. Από την άλλη πλευρά, οι ένοπλοι αυτονομιστές κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές, εκβιασμούς, παράνομη φορολόγηση, επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και ανθρωπιστικούς εργαζομένους, καθώς και για χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Η κατάσταση έχει επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση, καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων χρειάζεται βοήθεια, ενώ πολλοί έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε προς τη Νιγηρία.[9]

 

Παράλληλα, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει ότι η ανασφάλεια δεν περιορίζεται μόνο στις αγγλόφωνες περιοχές. Στην Άπω Βόρεια περιοχή του Καμερούν, οι άμαχοι συνεχίζουν να απειλούνται από ένοπλες εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες δρουν στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της λίμνης Τσαντ.[10]

 

Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[11]

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01/05/2026), στην Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν 1149 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 751 θάνατοι. Συγκεκριμένα στην περιοχή Bafia της εν λόγω περιφέρειας, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 14 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 7 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[12] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,098,500 κατοίκους.[13]

 

Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, χωρίς εξαρτώμενα μέλη, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ικανή προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, όπου διαμένουν τα αδέλφια της και μέλη της ευρύτερης οικογένειάς της, με τα οποία εξακολουθεί να διατηρεί επικοινωνία, και με δυνατότητα πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για το θέμα υγείας της, διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι η Αιτήτρια, λόγω των προσωπικών της περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στην Αιτήτρια το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ’ ουσίαν εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας ότι η τελευταία δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπερ των Καθ’ ων η αίτηση στο ποσό των €1000 . Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] WHO, Health topics – Hepatitis Hepatitis | WHO | Regional Office for Africa

[2] WHO, Fact-sheet Hepatitis B, 23 July 2025 https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/hepatitis-b

[3] EUAA - European Union Agency for Asylum: Cameroon; Attitudes towards individuals, including LGBTIQ people, with Hepatitis B by the state and by society; access to support services; access to employment and to healthcare [Q9-2024], 24 January 2024, σ. 3

https://www.ecoi.net/en/file/local/2103684/2024_01_EUAA_COI_Query_Response_Q9_Cameroon_Attitudes_towards_Individuals_with_Hepatitis_B.pdf 

[4] Ibid, σ. 4

[5] VOA News, Cameroon Dispatches Healthcare Workers to Find, Treat Hepatitis Patients, 28 July 2020  

https://www.voanews.com/a/africa_cameroon-dispatches-healthcare-workers-find-treat-hepatitis-patients/6193561.html 

[6] Safeguarding Health in Conflict, Insecurity Insight, CAMEROON Violence Against Health Care in Conflict 2024, 2024-SHCC-Cameroon.pdf , τελευταία πρόσβαση 6.5.2026.

[7] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon

 https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# 

[8] Ό. π.

[9] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026 https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/

[10] Ό. π.

[11] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025

https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest Region (Sud-Ouest – Bafia), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο