NERITAN SELMANI ν. ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 8/2025, 21/9/2026
print
Τίτλος:
NERITAN SELMANI ν. ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, Υπόθεση αρ. 8/2025, 21/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  

   (Υπόθεση αρ. 8/2025)

21 Σεπτεμβρίου 2026

[ΓΑΒΡΙΗΛ, Πρόεδρος]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ AΡΘΡΑ 29 ΚΑΙ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

 

NERITAN SELMANI

Αιτητής,

v.

 

ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Καθ’ ων η αίτηση.

……………………………

Δημήτρης Παυλίδης, για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τον αιτητή.

Παντελής Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ’ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΓΑΒΡΙΗΛ, Δ.Δ.Δ.: Ο αιτητής είναι υπήκοος Αλβανίας. Εισήλθε με τη σύζυγό του στη Δημοκρατία στις 13.9.2019, ως επισκέπτης. Ακολούθως, στις 22.6.2020, ο κ. Φ. Α., που είναι νυμφευμένος με την αδελφή του αιτητή, υπέβαλε αίτημα προς τον Υπουργό Εσωτερικών, όπως εργοδοτήσει τον αιτητή και την σύζυγό του, ως οικιακούς βοηθούς. Η απάντηση του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ήταν αρνητική. Με επιστολή ημερομηνίας 31.8.2020, το αίτημα απερρίφθη, καθότι δεν ήταν επιτρεπτή η αλλαγή καθεστώτος, από επισκέπτες σε εργαζόμενους. Σημειώνεται πως η νομιμότητα της πιο πάνω διοικητικής αποφάσεως, δεν προσεβλήθη με προσφυγή.

 

  Ακολούθησε εκ μέρους του αιτητή, η υποβολή αίτησης για έκδοση δελτίου διαμονής, ως μέλος της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, αίτηση ημερομηνίας 8.10.2020, η οποία επίσης απερρίφθη, με επιστολή που του γνωστοποιήθηκε στις 15.9.2021, καθότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις προκειμένου να θεωρηθεί ως εξαρτώμενος πολίτη της Ένωσης και κυρίως, λόγω του ότι σκοπός του ήταν η εργασία. Η νομιμότητα της εν λόγω διοικητικής αποφάσεως, επίσης δεν προσεβλήθη με προσφυγή.

 

  Με επιστολή ημερομηνίας 24.1.2022, τόσο ο αιτητής (όσο κι η σύζυγός του), κλήθηκαν να αναχωρήσουν από τη Δημοκρατία εντός 30 ημερών. Λόγω της μη συμμόρφωσής τους, η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ζήτησε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, στις 17.4.2022, την τοποθέτηση των στοιχείων του αιτητή στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (stop list), έτσι ώστε όπου αυτός εντοπιστεί, να συλληφθεί με σκοπό την απέλαση.

 

  Στις 29.4.2022, τα στοιχεία του αιτητή, τοποθετήθηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων (σελίδωση 90 Τεκμηρίου 1).

 

  Ο αιτητής  (όπως και η σύζυγός του) αποτάθηκαν εκ νέου στο Τμήμα, υποβάλλοντας αίτηση ημερομηνίας 3.5.2022, για έκδοση δελτίου διαμονής ως εξαρτώμενοι πολίτη της Ένωσης (συζύγου του γιού τους με Ελληνική υπηκοότητα), αίτηση που επίσης απερρίφθη στις 10.6.2022 και κλήθηκαν εκ νέου να αναχωρήσουν από τη Δημοκρατία.

 

  Στις 23.10.2024, ο δικηγόρος αιτητή απηύθυνε επιστολή προς τον Υφυπουργό Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, υποβάλλοντας το εξής αίτημα:-

«[…] 16. Στο σημείο αυτό ο πελάτης μας πληροφορήθηκε μόλις πρόσφατα ότι το όνομα του βρίσκεται στο STOP-LIST.

17. Αίτημα του πιο πάνω πελάτη μας είναι η άρση του STOP-LIST, ώστε ο ίδιος να μπορέσει να αποταθεί για άδεια παραμονής στην Δημοκρατία».

 

   Στις 3.1.2025, ο αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή, ζητώντας την ακόλουθη θεραπεία:-

«Δήλωση και/ή απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή παράλειψη πέραν του ενός μηνός των Καθ’ ων η Αίτηση να απαντήσουν σε αίτημα του Αιτητή και/ή σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή με ημερομηνία 23.10.2024, αναφορικά με την παραχώρηση άδειας Παραμονής του Αιτητή στην Κυπριακή Δημοκρατία, είναι άκυρη και/ή στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος και ότι παν το παραληφθέν έδει να είχεν εκτελεσθεί».

 

  Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, καταχώρισε Ένσταση, υποβάλλοντας πως η προσφυγή στρέφεται κατά μη εκτελεστής παράλειψης, λόγω του ότι το αίτημα ημερομηνίας 23.10.2024, αφορούσε σε άρση του stop-list και όχι σε έκδοση άδειας παραμονής. Σε κάθε περίπτωση, επισύναψε απάντηση της διοίκησης επί του αιτήματος, απάντηση ημερομηνίας 27.5.2025, που ήταν απορριπτική.

 

  Λόγω του ότι η απάντηση στο υποβληθέν αίτημα, δόθηκε μετά την καταχώριση της υπό κρίση προσφυγής, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του, θέλησε να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης. Στην γραπτή του αγόρευση, απορρίπτει τη θέση της Δημοκρατίας πως η καταχώρηση των στοιχείων προσώπου στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων, είναι μέτρο εσωτερικής φύσεως, υποστηρίζοντας πως αυτή η πράξη ενέχει δυσμενείς συνέπειες για τον αιτητή, αφού η μη άρση του, οδήγησε στην αδυναμία του να υποβάλει αίτηση για έκδοση άδειας παραμονής και η παράλειψη να απαντήσουν στο αίτημά του, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Επί της ουσίας, υποβάλλει πως η απάντηση που δόθηκε, ημερομηνίας 27.5.2025, είναι αναιτιολόγητη, λόγω του ότι δεν καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους δεν υπήρξε άρση του stop-list και πως δεν προηγήθηκε δέουσα έρευνα. Κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, ερωτήθηκε από το Δικαστήριο για το κατά πόσον έχει υπόψιν του νομολογία, σύμφωνα με την οποία η τοποθέτηση στοιχείων προσώπου στον κατάλογο stop-list, θεωρείται εκτελεστή διοικητική πράξη κι η απάντηση ήταν πως έχει υπόψιν του τέτοια νομολογία και πως μπορεί να την παρουσιάσει αργότερα.

 

  Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας, προώθησε τη θέση πως η προσφυγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, καθότι το αίτημα που υπεβλήθη στις 23.10.2024, έχει απαντηθεί και έχει απορριφθεί και πως ανεξαρτήτως τούτου, η προσφυγή στρέφεται κατά μη εκτελεστής παράλειψης, απορρίπτοντας παράλληλα και όλες τις επί της ουσίας αιτιάσεις.

 

  Έχοντας εξετάσει όλα τα ενώπιον μου γεγονότα, υπό το φως και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1, προκύπτει πως πράγματι, το υποβληθέν αίτημα ημερομηνίας 23.10.2024, αφορούσε σε αίτημα για άρση του stop-list στο οποίο τέθηκαν τα στοιχεία του αιτητή. Και αυτό διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της παραγράφου 17 της επιστολής, το οποίο έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω.

 

  Πράγματι, μέχρι και την καταχώριση της προσφυγής στις 3.1.2025, η οποία ερείδεται επί των διατάξεων και του Άρθρου 29 του Συντάγματος, οι καθ’ ων η αίτηση δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση.

 

  Κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Άρθρου 29 του Συντάγματος, όταν πολίτης υποβάλλει έγγραφη αίτηση ή παράπονο προς οιανδήποτε αρμόδια αρχή και η τελευταία δεν ανταποκρίνεται εντός της καθορισμένης από το νόμο προθεσμίας (τριάντα ημέρες σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Συντάγματος και τρεις μήνες σύμφωνα με το άρθρο 36 του Ν.158(Ι)/1999), αυτός μπορεί να καταχωρήσει προσφυγή στο Δικαστήριο αξιώνοντας απάντηση, βάσει του πιο πάνω αναφερθέντος Άρθρου ή να θεωρήσει την παράλειψη της αρμόδιας αρχής να του απαντήσει, ως άρνηση ικανοποίησης της αναφοράς του και να προσβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου την παράλειψη αυτή, ως άρνηση ικανοποίησης της αναφοράς του (άρθρο 36 του Ν.158(Ι)/99).

 

  Στην Δημοτική Επιτροπή Αγίου Δομετίου ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1994) 3 Α.Α.Δ. 434, λέχθηκε πως οι διατάξεις του Άρθρου 29 του Συντάγματος, εισήγαγαν το ατομικό δικαίωμα του «αναφέρεσθαι προς τας αρχάς» με την έννοια της διοικητικής προσφυγής, όπως ήταν γνωστή στην Ηπειρωτική Ευρώπη, καθώς και ότι περιλαμβάνει το δικαίωμα του «αναφέρεσθαι» γενικά, που διακρίνεται στο δικαίωμα παραπόνου και στο δικαίωμα υποβολής αίτησης.

  Στην Πίτσιλλος ν. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας (1996) 4Α Α.Α.Δ 628, με αναφορά στην Yialousa Savings Bank Ltd v. The Republic (1977) 3 C.L.R. 25, λέχθηκε πως για να χωρεί προσφυγή εναντίον παράλειψης απάντησης σε γραπτό αίτημα ή παράπονο με βάση το Άρθρο 29 του Συντάγματος, θα πρέπει το αντικείμενο του αιτήματος ή του παραπόνου να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, διαφορετικά δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα.

 

  Λέχθηκε, πρόσθετα, πως αιτητής που αξιώνει θεραπεία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, σε σχέση με την ουσία του αιτήματος του, δεν μπορεί να αξιώνει ταυτόχρονα ξεχωριστή θεραπεία για παράλειψη της διοίκησης να απαντήσει σε αίτημα του για παραβίαση του Άρθρου 29 του Συντάγματος.

 

  Όπως κρίθηκε νομολογιακά, εκτελεστή είναι η παράλειψη απάντησης, όταν αφορά σε αίτημα για έκδοση εκτελεστής απόφασης. Επομένως, παραλείψεις της διοίκησης είναι εκτελεστές και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο αναθεώρησης, μόνον εφόσον η λήψη θετικής ενέργειας επιβάλλεται από το νόμο (Mustafa Hamza Uludag and the Republic 3 R.S.C.C. 131, The Police Association and Others v. The Police (1972) 2 C.L.R. 1, 23, The Cyprus Tannery Ltd v. Republic (1980) 3 C.L.R. 405, Colocassidou Costea v. Republic (1983) 3 C.L.R. 115, Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 165). Εφόσον ο νόμος παρέχει εξουσία για διοικητική ενέργεια και αφήνει την άσκησή της στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης, η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου να προβεί στη λήψη απόφασης, δεν είναι εκτελεστή.

 

  Η ανασκόπηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποκαλύπτει πως η τοποθέτηση του ονόματος ενός προσώπου στον κατάλογο απαγορευμένων ή/και αναζητούμενων προσώπων (stop-list), αποτελεί πράξη εκτέλεσης και όχι εκτελεστή διοικητική πράξη. Αυτή η πράξη, συνιστά ουσιαστικά ένα εσωτερικό ρυθμιστικό μέτρο εκτέλεσης, μη προσβλητό αφ΄ εαυτού με προσφυγή (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 474, Fayez ν. Δημοκρατίας (1995) 4 Α.Α.Δ. 933, Alexander v. Δημοκρατίας κ.ά., υπόθ. αρ. 568/1997, ημερομηνίας 17.2.1999, Khoury ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 5710/2013, ημερομηνίας 25.6.2015), ECLI:CY:AD:2015:D452.

 

  Ακολουθώντας τα πιο πάνω νομολογηθέντα, καταλήγω πως το υποβληθέν αίτημα ημερομηνίας 23.10.2024, για άρση των στοιχείων του αιτητή από τον κατάλογο stop-list, δεν οδηγούσε σε έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης και συνεπώς, η προσβαλλόμενη «παράλειψη», δεν ενέπιπτε στην έννοια του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος.

 

  Όπως έχει καθιερωθεί νομολογιακά, ο όρος “παράλειψη” μέσα στην έννοια του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος, εξυπακούει παράλειψη οποιουδήποτε οργάνου να προβεί σε ενέργεια, επιβαλλόμενη ρητά από το Νόμο, γιατί μόνο σ’ εκείνη την περίπτωση η παράλειψη είναι αφ’ εαυτής παράγωγος εννόμων αποτελεσμάτων και, συνεπώς, εκτελεστή (Δήμος Λάρνακος ν. Mobil Oil Cyprus Ltd (1995) 3 Α.Α.Δ. 400).

 

  Εκτελεστή είναι η παράλειψη απάντησης όταν αφορά αίτημα για έκδοση εκτελεστής απόφασης (Mustafa Hamza Uludag and the Republic 3 R.S.C.C. 131, The Police Association and Others v. The Police (1972) 2 C.L.R. 1, 23, Cyprus Tannery Ltd v. Republic (1980) 3 C.L.R. 405, 415). Αυτή η προϋπόθεση, δεν ισχύει, όμως, στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω.

 

  Ανεξαρτήτως τούτου, απάντηση στο αίτημα δόθηκε, πέντε μήνες μετά την καταχώριση της προσφυγής και συγκεκριμένα στις 27.5.2025, με απορριπτική κατάληξη, διοικητική απόφαση που δεν συνιστά, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, εκτελεστή διοικητική απόφαση.

 

  Ούτε στη γραπτή του αγόρευση, αλλά ούτε και στην απαντητική αγόρευση που καταχωρίστηκαν μετά την έκδοση της απορριπτικής διοικητικής απόφασης ημερομηνίας 27.5.2025, περιλαμβάνονται οποιοιδήποτε ισχυρισμοί προς αυτή την κατεύθυνση.  

 

  Όλα τα πιο πάνω, κρίνω, πως είναι καταλυτικά για την τύχη της παρούσας προσφυγής, που για τους λόγους που έχω ήδη επεξηγήσει, αυτή καταχωρίστηκε απαραδέκτως και χωρίς περιθώρια επιτυχίας, προσβάλλουσα μη εκτελεστή διοικητική παράλειψη.

 

 Συμφώνως του Κανονισμού 22 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής βάσει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 2015, τα δικαστικά έξοδα οποιασδήποτε διαδικασίας, επαφίενται στην κρίση και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και κατά κανόνα ακολουθούν το αποτέλεσμα της προσφυγής.

 

  Κατά το στάδιο των προφορικών διευκρινίσεων, ο δικηγόρος του αιτητή, ζήτησε όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ του, καθότι η απάντηση επί του αιτήματος, δόθηκε μετά την καταχώριση της προσφυγής. Αντιθέτως, από τη Δημοκρατία, δεν διεκδικήθηκαν έξοδα.

 

  Βάσει της κατάληξης, τα έξοδα της προσφυγής, θα πρέπει να ακολουθήσουν το απορριπτικό αποτέλεσμα και να επιδικαστούν εναντίον του αιτητή. Λόγω του ότι, όμως, αυτά δεν διεκδικήθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση, η προσφυγή απορρίπτεται, χωρίς έξοδα.

 

 

 

         Γαβριήλ, Π.Δ.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο