Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ.: Ε9/26, 21/9/2026
print
Τίτλος:
Μ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας κ.α., Υπόθεση Αρ.: Ε9/26, 21/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                                            Υπόθεση Αρ.: Ε9/26

                                                            21 Σεπτεμβρίου, 2026

                                                [Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

                                                                        Μ.Μ.

                                                                                                                                           Αιτητού

                                                                         και

      Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

1.     Υφυπουργού Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

2.     Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης                         

                                                                                                                               Καθ' ων η αίτηση

                                                                    .........

 

Ι. Ιωάννου (κ.), για τον Αιτητή

Θ. Βασιλάκη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή ζητά από το Δικαστήριο την ακόλουθη θεραπεία:

«Α. Δήλωση και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται ως παράνομο το Διάταγμα Κράτησης ημερομηνίας 25.8.2026 (Παράρτημα 1) που εκδόθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση εναντίον του Αιτητή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22(2)(β) και (ε) του Περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: «ο περί Προσφύγων Νόμος») και με την οποία να διατάσσεται η άμεση απελευθέρωσή του.

Β. Διαζευκτικά της παραγράφου «Α», απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται ή/και να τροποποιείται το διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 25.8.2026 που εκδόθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22(2)(β) και (ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, Ν. 115(Ι)/2026, εναντίον του Αιτητή και με την οποία να διατάσσονται εναλλακτικά της κράτησης του Αιτητή μέτρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου.

 

Γ. Διάταγμα άμεσης απελευθέρωσης του Αιτητή.

Δ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.

Ε. Τα έξοδα και τέλη της παρούσης Αιτήσεως.».

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση και τους διοικητικούς φακέλους που κατατέθηκαν, έχουν συνοπτικά ως ακολούθως: Ο Αιτητής είναι υπήκοος Ιράν, γεννηθείς το 1966. Εισήλθε στη Δημοκρατία στις 16.1.2002 ως επισκέπτης και, μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, απελάθηκε στις 13.2.2002. Στις 11.12.2007, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε, ενώ στις 29.2.2008 απορρίφθηκε και η διοικητική προσφυγή που είχε ασκήσει ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων (στο εξής: η ΑΑΠ) κατά της απορριπτικής απόφασης. Στη συνέχεια, ο Αιτητής παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία και, στις 25.10.2013, απελάθηκε δυνάμει διαταγμάτων κράτησης και απέλασης, ενώ αυθημερόν τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στον κατάλογο αναζητούμενων προσώπων με την ένδειξη «η είσοδός του στην Κύπρο απαγορεύεται». Στις 27.5.2026, εντοπίστηκε από μέλη της Τροχαίας Μόρφου στη λεωφόρο Τροόδους και, αφού διαπιστώθηκε ότι διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία, συνελήφθη και εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης. Αιτήματα του δικηγόρου του, ημερομηνίας 10.6.2026, 11.6.2026, 12.6.2026 και 15.6.2026, για επανεξέταση της κράτησής του και απόλυσή του υπό περιοριστικούς όρους απορρίφθηκαν. Στις 20.7.2026, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία κρίθηκε ως παραδεκτή στις 11.8.2026, με την εξέτασή της να εκκρεμεί. Ακολούθως, στις 25.8.2026, εκδόθηκε εναντίον του νέο διάταγμα κράτησης δυνάμει των παραγράφων (β) και (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αίτησης.

Νομικοί ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής προωθεί με τη γραπτή του αγόρευση ότι το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης ημερομηνίας 25.8.2026 εκδόθηκε χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22(2)(β) και (ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026. Προβάλλει συναφώς ότι η επίδικη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και τον νόμο, ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, παραβίασης των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, καθώς και κατάχρησης εξουσίας.

 

3.             Ως προς το άρθρο 22(2)(β), ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η εν λόγω διάταξη επιτρέπει την κράτηση αποκλειστικά για τον προσδιορισμό στοιχείων στα οποία στηρίζεται η αίτηση διεθνούς προστασίας, όταν η απόκτησή τους θα ήταν διαφορετικά αδύνατη. Κατά τη θέση του, ούτε στο διάταγμα ούτε στον διοικητικό φάκελο προσδιορίζονται τα στοιχεία που έπρεπε να εξακριβωθούν ή οι λόγοι για τους οποίους η συλλογή τους δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την κράτησή του. Προβάλλει ότι ο επικαλούμενος κίνδυνος διαφυγής δεν συνιστά αυτοτελή λόγο κράτησης δυνάμει της συγκεκριμένης διάταξης, αλλά θα μπορούσε να συνεκτιμηθεί μόνον εφόσον είχε προηγουμένως τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα της κράτησης για τη συλλογή συγκεκριμένων πληροφοριών. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η έλλειψη διαβατηρίου και σταθερής διεύθυνσης διαμονής δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για τη θεμελίωση της συγκεκριμένης νομικής βάσης.

 

4.             Αναφορικά με το άρθρο 22(2)(ε), ο Αιτητής δεν αμφισβητεί ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τελούσε υπό διαδικασία επιστροφής. Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι δεν τεκμηριώθηκε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι υπέβαλε τη μεταγενέστερη αίτησή του αποκλειστικά προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής. Κατά τη θέση του, το γεγονός ότι είχε προηγουμένως τη δυνατότητα πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου, η χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης και το μεταναστευτικό ιστορικό του δεν αρκούν προς απόδειξη καταχρηστικού σκοπού. Επικαλείται, περαιτέρω, το γεγονός ότι η μεταγενέστερη αίτησή του κρίθηκε παραδεκτή, ως ένδειξη ότι αυτή περιλάμβανε νέα στοιχεία που έχρηζαν περαιτέρω εξέτασης και ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί προσχηματική χωρίς ειδικότερη αξιολόγηση.

 

5.             Ο Αιτητής προβάλλει, επίσης, ότι δεν εξετάστηκε κατά τρόπο ουσιαστικό και εξατομικευμένο η δυνατότητα επιβολής λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών μέτρων, όπως εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 22(4) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026. Υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν αιτιολόγησαν γιατί τα μέτρα αυτά δεν θα ήταν αποτελεσματικά, ούτε αξιολόγησαν επαρκώς την προσωπική και διαδικαστική του κατάσταση, το στάδιο εξέτασης της αίτησής του και την αναμενόμενη διάρκεια της κράτησης. Επικουρικώς, εισηγείται την αντικατάσταση της κράτησης με υποχρέωση τακτικής εμφάνισης στις αρχές, δήλωσης και διατήρησης συγκεκριμένης διεύθυνσης ή διαμονής σε υποδεικνυόμενο χώρο.

 

6.             Τέλος, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η ανεπαρκής έρευνα και η παράλειψη συνεκτίμησης ουσιωδών στοιχείων του διοικητικού φακέλου οδήγησαν τη Διοίκηση σε πλάνη, η οποία επηρέασε δυσμενώς την απόφασή της. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι η αιτιολογία του διατάγματος είναι γενική, αντιφατική και δεν καθιστά εφικτό τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Για τους λόγους αυτούς ζητεί την ακύρωση του διατάγματος και την άμεση απελευθέρωσή του ή, διαζευκτικά, την αντικατάσταση της κράτησης με λιγότερο επαχθή μέτρα.

 

7.             Από πλευράς τους, οι Καθ’ ων η αίτηση τάσσονται υπέρ της νομιμότητας του επίδικου διατάγματος, υποβάλλοντας ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και στη βάση των άρθρων 22(2)(β) και (ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026. Προβάλλουν ότι η κράτηση του Αιτητή δεν επιβλήθηκε αυτομάτως ούτε αποκλειστικά λόγω της ιδιότητάς του ως αιτητή διεθνούς προστασίας, αλλά λόγω του συνολικού μεταναστευτικού και διαδικαστικού ιστορικού του, του χρόνου και των περιστάσεων υποβολής της μεταγενέστερης αίτησής του και της εκκρεμούς διαδικασίας επιστροφής.

 

8.             Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής είχε προηγουμένως απελαθεί από τη Δημοκρατία, επανήλθε παράνομα, παρέμεινε χωρίς άδεια και εντοπίστηκε τυχαία από τις αρμόδιες αρχές στις 27.5.2026. Επισημαίνουν ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας πριν από τη σύλληψη και την ενεργοποίηση της διαδικασίας απομάκρυνσής του, αλλά υπέβαλε τη μεταγενέστερη αίτησή του στις 19.7.2026, ενώ βρισκόταν ήδη υπό κράτηση. Κατά τη θέση τους, τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με την προηγούμενη απέλασή του, τη μη δήλωση διεύθυνσης διαμονής και τον κίνδυνο διαφυγής, στοιχειοθετούν βάσιμους λόγους για να θεωρηθεί ότι η αίτηση υποβλήθηκε προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της επιστροφής του.

 

9.             Ως προς το άρθρο 22(2)(β), οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η κράτηση ήταν αναγκαία για τη συλλογή και εξακρίβωση των στοιχείων στα οποία στηρίζεται η αίτηση του Αιτητή, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου διαφυγής του. Ως προς το άρθρο 22(2)(ε), προβάλλουν ότι πληρούνται οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, καθότι ο Αιτητής τελούσε ήδη υπό διαδικασία επιστροφής και υφίσταντο αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε ότι η μεταγενέστερη αίτησή του υποβλήθηκε με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση της απομάκρυνσής του. Επισημαίνουν ότι η παραδεκτότητα της μεταγενέστερης αίτησης δεν αναιρεί αφ’ εαυτής τη συγκεκριμένη εκτίμηση.

 

10.          Οι Καθ’ ων η αίτηση απορρίπτουν τον ισχυρισμό περί μη εξέτασης εναλλακτικών μέτρων, υποστηρίζοντας ότι, βάσει των εξατομικευμένων περιστάσεων της υπόθεσης και ιδίως του κινδύνου διαφυγής και της προηγούμενης συμπεριφοράς του Αιτητή, οποιοδήποτε λιγότερο περιοριστικό μέτρο θα ήταν ανεπαρκές και αναποτελεσματικό. Κατά τη θέση τους, η κράτηση αποτελούσε το μόνο πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση της παρουσίας και της συνεργασίας του Αιτητή κατά τη διαδικασία επιστροφής και εξέτασης της αίτησής του.

 

11.          Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι διενεργήθηκε επαρκής και δέουσα έρευνα, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, η δε αιτιολογία της δύναται να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς περί πλάνης, παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, κακής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας και κατάχρησης εξουσίας. Καταλήγουν ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε νομίμως, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης και σύμφωνα με την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία, και εισηγούνται την απόρριψη της προσφυγής ως αβάσιμης, με έξοδα υπέρ τους.

 

To νομικό πλαίσιο

12.          Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ο περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

13.                       Το άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος), δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η επίδικη πράξη, ορίζει τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

«22.-(1) Αιτητής δεν κρατείται αποκλειστικά επειδή έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας  ή λόγω της ιθαγένειάς του και η κράτηση δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα.

(2) Εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, το

Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, εκτός  εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο  περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4), μόνο για έναν ή  περισσότερους από τους ακόλουθους λόγους:

 (α)   […]·

 

 (β)  για τον προσδιορισμό των στοιχείων εκείνων στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση  των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή·

[…]

 (ε)   σε περίπτωση που ο αιτητής κρατείται στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει του  περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η  επιστροφή ή να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και το Υπουργικό Συμβούλιο  τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, περιλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο  αιτητής είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης διεθνούς προστασίας, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση προκειμένου να καθυστερήσει απλώς ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής· 

[…]».

14.          Η πιο πάνω διάταξη ενσωματώνει στην ημεδαπή έννομη τάξη το άρθρο 10 της  Οδηγίας 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 2024 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (στο εξής: Οδηγίας 2024/1346).[1] Εν προκειμένω δεν εγείρεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ορθότητας της μεταφοράς της εν λόγω Οδηγίας και ως αποτέλεσμα αυτής της ενσωμάτωσης, εφαρμοστέες είναι καταρχήν οι εθνικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.

 

15.          Από το πλέγμα των πιο πάνω διατάξεων, προκύπτει η βασική αρχή ότι ένας αιτών  άσυλο δεν μπορεί να κρατείται μόνο εξ αυτής του της ιδιότητας.

 

16.          Εντούτοις, στην περίπτωση που συντρέχει ένας εκ των λόγων που εξαντλητικά αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου, η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας είναι καταρχήν επιτρεπτή [Βλ. συναφώς αποφάσεις της 14ης Μαΐου 2020, FMSC-924/19 PPU και 925/19 PPUEU:C:2020:367, σκέψη 250 και της 30ης Μαΐου 2013, Mehmet Arslan, C‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59].

 

17.          Εν προκειμένω, ο Υπουργός Εσωτερικών, δύναται ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να εκδώσει γραπτό διάταγμα σε σχέση με τον αιτητή, για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή και ο οποίος είναι ήδη υπό κράτηση δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, με το οποίο να τον θέτει υπό κράτηση εφόσον τεκμηριώσει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων ότι ο αιτητής επιδιώκει με την αίτησή του για διεθνή προστασία να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την απόφαση επιστροφής του.

Αρχή της αναλογικότητας

18.          Περαιτέρω, συνάγεται από τις πιο πάνω διατάξεις ότι η κράτηση συνιστά το έσχατο μέτρο. Στο πλαίσιο της εξατομικευμένης εξέτασης εκάστου αιτούντος, πριν την επιβολή της κράτησης οφείλεται να εξεταστεί προηγουμένως το ενδεχόμενο επιβολής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναγκαιότητας  και της αναλογικότητας.

 

19.          Οι βασικές αυτές αρχές ως αναγκαίο μέτρο της απόφασης κράτησης του αιτούντος διεθνή προστασία διατυπώνονται και στο προοίμιο της Οδηγίας 2024/1326 [26η αιτιολογική σκέψη], όπου αναφέρονται τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι πρόσωπα δεν θα πρέπει να κρατούνται απλώς και μόνον επειδή επιζητούν διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και ιδίως το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον στις σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από τις αρχές της αναγκαιότητας και αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Η κράτηση των  αιτούντων δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να διατάσσεται μόνο εγγράφως από τις δικαστικές ή διοικητικές αρχές, και να συνοδεύεται από τους λόγους στους οποίους βασίζεται, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες το  συγκεκριμένο πρόσωπο τελεί ήδη υπό κράτηση τη στιγμή που υποβάλλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο εν λόγω αιτών θα πρέπει να έχει ουσιαστική πρόσβαση στις αναγκαίες  διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως η δικαστική επανεξέταση και το δικαίωμα σε δωρεάν νομική συνδρομή και εκπροσώπηση, κατά περίπτωση, δυνάμει της παρούσας οδηγίας.».

20.          Οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας υπαγορεύουν την ύπαρξη ισορροπίας μεταξύ του περιοριστικού μέτρου, δηλαδή της κράτησης, και του νόμιμου σκοπού που το μέτρο αυτό επιδιώκει να επιτύχει, εν προκειμένω την ολοκλήρωση της διαδικασίας απομάκρυνσης του Αιτητή σε περίπτωση που η αίτησή του για διεθνή προστασία απορριφθεί[Βλ. αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2017, Κ. ν. Staatssecretaris van Veiligheid en JustitieC-18/16, EU:C:2017:680, σκέψη 37 και ΔΔΔΠ Υπόθεση αρ. ΔΚ 30/2020, Ι.Μ. ν Δημοκρατίας, ημερ. 1.9.2020].

 

Διαδικαστικές διατυπώσεις και έκταση της εξουσίας ελέγχου του Δικαστηρίου

 

21.          'Ετερη σημαντική παράμετρος της έκδοσης του διατάγματος κράτησης συνιστά η απαίτηση όπως η κράτηση διατάσσεται εγγράφως και το διάταγμα κράτησης να παραθέτει τους πραγματικούς και νομικούς λόγους στους οποίους αυτό βασίζεται. Η τήρηση της υποχρέωσης συναρτάται με τη δυνατότητα αφενός, του ενδιαφερόμενου να έχει πλήρη γνώση όλων των σχετικών στοιχείων με την υπόθεσή του και αφετέρου, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης (Βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMS, EU:C:2020:367 σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία με όρους του εθνικού δικαίου περιλαμβάνει και την ορθότητα της επίδικης απόφασης (Bλ. συναφώς FMS, σκέψεις 256-259, 273 και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014 και Mahdi, C-146/14 PPU, EU: C:2014:1320, σκέψεις 41 και 45).

 

22.          Ως προς την έκταση της εξουσίας ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί του επίδικου διατάγματος κράτησης, στην Απόφαση του ΔΕΕ της 8ης Νοεμβρίου 2022, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά C, B (C‑704/20), και X κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (C‑39/21), ECLI:EU:C:2022:858 (σκέψεις 87 έως 90), το ΔΕΕ αναφερόμενο στη δικαιοδοσία εξέτασης ακόμα και αυτεπάγγελτα της απόφασης της κράτησης (σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις προς τρεις ξεχωριστούς σκοπούς με σκοπό την επιστροφής του αλλοδαπού, την εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή τη εκτέλεση της διαδικασίας μεταφοράς σε άλλο κράτος μέλος) κατάληξε ως ακολούθως (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«87. Προκειμένου ένα τέτοιο καθεστώς προστασίας να διασφαλίζει αποτελεσματικά την τήρηση των αυστηρών προϋποθέσεων νομιμότητας που προβλέπονται στην οδηγία 2008/115, στην οδηγία 2013/33 ή στον κανονισμό 604/2013 όσον αφορά την επιβολή μέτρου κράτησης, η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να είναι σε θέση να αποφαίνεται επί κάθε κρίσιμου πραγματικού ή νομικού στοιχείου για την εξακρίβωση της νομιμότητας του μέτρου. Προς τούτο, πρέπει να μπορεί να λάβει υπόψη τα πραγματικά στοιχεία και τις αποδείξεις που προβάλλει η διοικητική αρχή που διέταξε την αρχική κράτηση. Πρέπει επίσης να μπορεί να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις παρατηρήσεις που ενδεχομένως υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Επιπλέον, πρέπει να είναι σε θέση να ερευνά και κάθε άλλο κρίσιμο για την απόφασή της στοιχείο σε περίπτωση που το κρίνει αναγκαίο. Οι εξουσίες που διαθέτει στο πλαίσιο επανεξέτασης δεν μπορούν να περιορίζονται, σε καμία περίπτωση, μόνο στα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τη διοικητική αρχή (πρβλ., αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C‑146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψεις 62 και 64, και της 10ης Μαρτίου 2022, Landkreis Gifhorn, C‑519/20, EU:C:2022:178, σκέψη 65).

 

88      Όπως επισήμανε, κατ' ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 95 των προτάσεών του, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του δικαιώματος στην ελευθερία, της βαρύτητας της επέμβασης στο εν λόγω δικαίωμα, η οποία συνίσταται στην κράτηση προσώπων για λόγους οι οποίοι δεν αφορούν τη δίωξη ή την καταστολή ποινικών αδικημάτων, καθώς και της απαιτήσεως αυξημένου επιπέδου δικαστικής προστασίας, η οποία υπογραμμίζεται από τους κοινούς κανόνες που θέσπισε ο νομοθέτης της Ένωσης και η οποία καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη να αφήνεται ελεύθερο το εν λόγω πρόσωπο όταν δεν συντρέχουν ή έχουν πλέον παύσει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις νομιμότητας της κράτησης, η αρμόδια δικαστική αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που περιήλθαν εις γνώσιν της, μεταξύ άλλων και τα πραγματικά στοιχεία, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν στο πλαίσιο των δικονομικών μέτρων τα οποία θεωρεί αναγκαία κατά το εθνικό δίκαιο και, με βάση τα στοιχεία αυτά, να εξετάζει κατά περίπτωση τη μη τήρηση απορρέουσας από το δίκαιο της Ένωσης προϋπόθεσης νομιμότητας, ακόμη και αν ο ενδιαφερόμενος δεν την επικαλέστηκε. Η προαναφερθείσα υποχρέωση δεν θίγει την υποχρέωση της δικαστικής αρχής -η οποία θα πρέπει επομένως να εξετάζει αυτεπαγγέλτως μια τέτοια προϋπόθεση νομιμότητας- να καλεί όλους τους διαδίκους να εκφράσουν τις απόψεις τους επί της συγκεκριμένης προϋποθέσεως, σύμφωνα με την αρχή της κατ' αντιμωλίαν συζητήσεως. [.]

 

94. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C‑704/20 και στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στην υπόθεση C‑39/21 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2008/115, το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 5, της οδηγίας 2013/33 και το άρθρο 28, παράγραφος 4, του κανονισμού 604/2013, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 47 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι, στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των προϋποθέσεων νομιμότητας της κράτησης υπηκόου τρίτης χώρας οι οποίες απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, η δικαστική αρχή οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα στοιχεία της υποθέσεως που περιήλθαν εις γνώσιν της, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν κατά την ενώπιόν της κατ' αντιμωλίαν διαδικασία, εάν ενδεχομένως δεν τηρήθηκε προϋπόθεση νομιμότητας την οποία δεν επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος.».

 

23.          Διαφωτιστική της έκτασης του ελέγχου που ασκεί το δικαστήριο επί της απόφασης κράτησης και των συναφών εξουσιών του είναι και η απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMS, EU:C:2020:367  σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία όπου το ΔΕΕ, μεταξύ άλλων υπέδειξε ότι:

 

«290. [.], εθνική ρύθμιση η οποία δεν διασφαλίζει τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της διοικητικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία ή παρανόμως διαμένοντος υπηκόου τρίτης χώρας όχι μόνον συνιστά, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 261 και 277 της παρούσας αποφάσεως, παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33, αλλά και θίγει το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, καθόσον εμποδίζει πλήρως να αποφανθεί δικαστήριο επί του σεβασμού των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που εγγυάται το δίκαιο της Ένωσης σε υπό κράτηση υπήκοο τρίτης χώρας.

 

291. Ως εκ τούτου, και για λόγους παρόμοιους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 138 έως 146 της παρούσας απόφασης, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης καθώς και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, επιβάλλουν στο αιτούν δικαστήριο, εφόσον κρίνει ότι οι προσφεύγοντες των κυρίων δικών τελούν υπό κράτηση, να αποφανθεί ότι έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τη νομιμότητα μιας τέτοιας κράτησης, αφήνοντας, εν ανάγκη, ανεφάρμοστη κάθε εθνική διάταξη που του απαγορεύει να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο.

 

292. Δεύτερον, τονίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 9, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 ορίζουν ρητώς ότι, όταν η κράτηση κρίνεται παράνομη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να απολύεται αμέσως.

 

293. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση την απόφαση της διοικητικής αρχής με την οποία διατάχθηκε η θέση υπό κράτηση και να διατάξει είτε τη λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είτε την απόλυση του ενδιαφερόμενου (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C‑146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 62). Εντούτοις, η λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είναι δυνατή μόνον αν ο λόγος που δικαιολόγησε την κράτηση του ενδιαφερομένου ήταν και παραμένει σε ισχύ, πλην όμως η κράτηση αυτή δεν παρίσταται ή δεν παρίσταται πλέον αναγκαία ή αναλογική υπό το πρίσμα του λόγου αυτού.».

 

24.          Η θέση αυτή βρίσκει επίσης έρεισμα στο εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου με τίτλο «Detention of applicants for international protection in the context of the Common European Asylum System» όπου αναφέρονται τα εξής ως προς το εύρος του δικαστικού ελέγχου επί αποφάσεων κράτησης:

 

«In Mahdi the Court developed standards for an effective judicial remedy. A judicial authority must be able to rule on all relevant matters of fact and of law in order to determine whether a detention is justified. This requires an in-depth examination of the matters of fact specific to each individual case. Where detention is no longer justified, the judicial authority must be able to substitute its own decision for that of the administrative authority and to make a decision on whether to order an alternative measure or to release the third-country national concerned. To that end, the judicial authority must be able to take into account both the facts stated and the evidence adduced by the administrative authority and any observations that may be submitted by a third-country national. Furthermore, a judicial authority must be able to consider any other elements that are relevant for its decision should it so deem necessary. Accordingly, the powers of the judicial authority in the context of an examination can under no circumstances be confined only to the matters adduced by the administrative authority concerned. Any other interpretation would result in an ineffective examination by the judicial authority and would thereby jeopardise the achievement of the objectives pursued. The reviewing court must have jurisdiction to decide on whether or not deprivation of liberty has become unlawful in the light of new factors, which have emerged subsequently to the initial decision depriving a person of their liberty.».[2]

 

25.          Περαιτέρω σχετική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 1/2020, Vakeel Singh κατά Δημοκρατίας, ημερ. 19.12.2023, (και η μνημονευόμενη σε αυτήν νομολογία) στην, όπου αποκρυσταλλώνονται περαιτέρω τα όρια της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου αποφαινόμενο συναφώς, ότι:

 

«Κατά την ενώπιον μας ακρόαση της Έφεσης, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Εφεσείουσα έθεσε ζήτημα σε σχέση με τη δικαιοδοσία ελέγχου ουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί διαταγμάτων κράτησης εκδιδόμενων κατ' εφαρμογήν των προνοιών του Άρθρου 9 ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000.  Πρόκειται για ζήτημα δημόσιας τάξης, το οποίο εξετάζεται αυτεπάγγελτα (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2) (2010) 3 Α.Α.Δ. 579).

 

Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, έχει επιλύσει το ζήτημα.  Πρόκειται για τις αποφάσεις επί των Εφέσεων κατά Αποφάσεων Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στην Mondeke v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 43/2021, ημερομηνίας 20/1/2022 και Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας Αρ. 17/2021, ημερομηνίας 21/9/2021.  Αποφασίστηκε ο διττός ρόλος του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξετάζει τόσο τη νομιμότητα όσο και στην ουσία την ορθότητα της διοικητικής ενέργειας ως προς την κράτηση αιτούντος ασύλου δυνάμει του Άρθρου 9 ΣΤ του Ν. 6(Ι)/2000. Αυτό βεβαίως, στο βαθμό που δεν προβλέπεται νομοθετικά διαφορετική και αποκλειστική δικαιοδοσία ελέγχου.  Στην παρούσα περίπτωση, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί ερώτημα, κατά πόσο τέτοιος έλεγχος, ως αυτός που διενήργησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στo πλαίσιο διαδικασίας habeas corpus. [.]

 

Το ζητούμενο εν προκειμένω, είναι το κατά πόσο η χρονική περίοδος από την έκδοση του επίδικου διατάγματος κράτησης στις 4/9/2019 μέχρι την ακύρωση του από τη διοίκηση στις 23/10/2019, αφορά στη «διάρκεια» της κράτησης, έτσι ώστε να μεταβάλλεται η διαδικασία του ελέγχου της νομιμότητας του διατάγματος κράτησης η οποία ασκείται από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, σε έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης και η περίπτωση να υπόκειτο, κατ' εφαρμογήν των προνοιών του Άρθρου 9 ΣΤ (7) (α) (i) (ανωτέρω), στη διαδικασία του habeas corpus.

 

Έχουμε κατά νου, ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, σύμφωνα με το Άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), για σκοπούς ενάσκησης της δικαιοδοσίας του επι προσφυγής, προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της, εξετάζοντας πλήρως και «από τούδε και στο εξής» τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που την διέπουν (Άρθρο (11) (3) (α) (i)) καθώς και ότι «λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής» (Άρθρο 11(5)).

 

Έχουμε επίσης υπόψη, ότι σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ (βλ. C-704/20 και C-39/21, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid κατά C, B, X, ημερομηνίας 8/11/2022), στο πλαίσιο του ελέγχου της τήρησης των προϋποθέσεων νομιμότητας της κράτησης «η δικαστική αρχή οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα στοιχεία της υποθέσεως που περιήλθαν εις γνώσιν της, όπως συμπληρώθηκαν ή διευκρινίστηκαν κατά την ενώπιόν της κατ' αντιμωλίαν διαδικασία, εάν ενδεχομένως δεν τηρήθηκε προϋπόθεση νομιμότητας την οποία δεν επικαλέστηκε ο ενδιαφερόμενος».

 

Ούτε η εν λόγω απόφαση ωστόσο, ούτε η Οδηγία 2013/33/ΕΚ προκαθορίζουν από ποιο Δικαστήριο ή Δικαστήρια κράτους μέλους ασκείται τέτοιος δικαστικός έλεγχος. Όπως έχει αναφερθεί, σύμφωνα με τη νομολογία (ανωτέρω), γεγονότα, παραλείψεις ή και ενέργειες που συμβαίνουν μετά την έκδοση του διατάγματος κράτησης, όπως επίσης και όταν οι λόγοι της κράτησης έχουν εκλείψει, αποκτούν σημασία κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της διάρκειας της κράτησης, που ελέγχεται στο πλαίσιο της διαδικασίας του habeas corpus. Ο ίδιος ο νομοθέτης, σε σχέση με τον έλεγχο νομιμότητας της κράτησης που το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας ασκεί, έχει προνοήσει στο Άρθρο 9 ΣΤ (7) (α) (i), ότι η νομιμότητα της διάρκειας της ασκείται αποκλειστικά με τη διαδικασία του habeas corpus, η οποία συνταγματικώς ανήκει στο Ανώτατο Δικαστήριο.».

 

26.          Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».

 

27.          Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).

 

28.          Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

29.          Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία

 

30.          Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

 

Κατάληξη

31.          Εξετάζονται στη συνέχεια οι εγειρόμενοι λόγοι σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τις κανονιστικές διατάξεις που παρατίθενται ανωτέρω. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, και περί πλάνης παρατηρώ τα εξής.

 

32.          Το παρόν Δικαστήριο, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας την επίδικης πράξης όπως αυτή καταγράφεται στο σώμα του επίδικου διατάγματος και της εγκριθείσας εισήγησης, έχει την εξουσία να ελέγξει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης (Βλ. συναφώς απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, FMSEU:C:2020:367 σκέψεις 290-293 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία με όρους του εθνικού δικαίου περιλαμβάνει και την ορθότητα της επίδικης απόφασης (Bλ. συναφώς FMS, σκέψεις 256-259, 273 και απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014 και MahdiC-146/14 PPUEUC:2014:1320, σκέψεις 41 και 45, υπόθεση αρ. Δ.Κ. 40/20, S.S. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερ. 27.10.2020 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία και βιβλιογραφία). Βλέπετε επίσης απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση κατά απόφαση του ΔΔΔΠ αρ. αρ 29/2021, χχχ ANKIT v. Δημοκρατίας, ημερ. 4.10.2021, ECLI:CY:AD:2021:A437 και απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 1/2020, Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ν. Vakeel Singh, ημερ. 19.12.2023. 

 

33.          Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο δύναται πλέον το ίδιο με βάση τα ενώπιον του δεδομένα να αποφασίσει κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή μπορεί να υπαχθεί στην περίπτωση του 22(2)(β) και (ε). Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης (Βλ. Κατευθυντήριες γραμμές  του EUAA «Guidelines on Alternatives to Detention», Δεκεμβρίου του 2024, ως προς την μεθοδολογία εξέτασης των εναλλακτικών της κράτησης μέτρων, όπου πρώτα διαπιστώνεται η συνδρομή τουλάχιστον ενός εκ των λόγω κράτησης και ακολούθως η αναλογικότητα του μέτρου της κράτησης έναντι των εναλλακτικών αυτής μέτρων).  Όπως έχει επανειλημμένως ειπωθεί, η εξουσία αυτή του δικαστηρίου δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωσή της να προβαίνει η ίδια με σαφή και εξατομικευμένο τρόπο στην ανάλυση και αξιολόγηση της κάθε υπόθεσης προτού προβεί στην έκδοση διατάγματος κράτησης.

 

34.          Προχωρώντας στην εξέταση των πιο πάνω νομικών σημείων, κρίνεται σκόπιμη η προηγούμενη παράθεση αυτούσιο του επίδικου διατάγματος:

«Ο ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2026
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 22

ΕΠΕΙΔΗ ο [Αιτητής], υπήκοος Ιράν, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι:

Ο [Αιτητής] κρατείται:

(α) Για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή.

 

(β) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 180Γ μέχρι 180Θ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσής του, και επειδή τεκμηριώνεται, στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο Αιτητής απελάθηκε το 2013 και εισήλθε και διέμενε παράνομα στη Δημοκρατία έκτοτε, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Αιτητής να παραμείνει υπό κράτηση βάσει των άρθρων 22(2)(β) και 22(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθότι, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 180Δ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:

ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με απόφαση επιστροφής. Διάταγμα απέλασης ημερομηνίας 27.5.2026.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε πρόθεση μη συμμόρφωσης με απόφαση επιστροφής.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη απέλαση.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει διεύθυνση συνήθους διαμονής.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (1952–2025), έχει συλληφθεί και, σε βάρος του, εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερομηνίας 27.5.2026.

ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίδονται στον Υπουργό Εσωτερικών από το άρθρο 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 και το άρθρο 188.3.(γ) του Συντάγματος, οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ, ο Ανώτερος Λειτουργός του Τμήματος Μετανάστευσης, με το παρόν διατάσσω όπως ο Αιτητής παραμείνει υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης που αναφέρονται πιο πάνω.

Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και, για την εκτέλεσή του, το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.

 

ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 25η ημέρα του Αυγούστου 2026.».

35.          Στον διοικητικό φάκελο εντοπίζεται σημείωμα Λειτουργού του Τμήματος Μετανάστευσης, ημερομηνίας 25.8.2026, το οποίο, διά της εγκρίσεώς του από τον αρμόδιο Ανώτερο Λειτουργό, αποτελεί την αιτιολογική βάση του επίδικου διατάγματος κράτησης. Στο εν λόγω σημείωμα παρατίθεται το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή και καταγράφεται ότι, στις 20.7.2026, αυτός υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία έγινε δεκτή στις 11.8.2026. Ακολούθως, εκφράζεται η θέση ότι δημιουργούνται εύλογες υπόνοιες ως προς την πραγματική πρόθεση του Αιτητή και, συγκεκριμένα, ότι η αίτησή του υποβλήθηκε με σκοπό να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την απομάκρυνσή του από τη Δημοκρατία. Ως στοιχεία θεμελιωτικά κινδύνου διαφυγής καταγράφονται η μη συμμόρφωσή του με την απόφαση επιστροφής, η δήλωση πρόθεσης μη συμμόρφωσης με αυτήν, η προηγούμενη απέλασή του το 2013, η έλλειψη διεύθυνσης συνήθους διαμονής και η προηγούμενη εξαφάνιση ή διαφυγή του. Στη βάση των ανωτέρω, υποβλήθηκε εισήγηση για ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 27.5.2026 και έκδοση νέου διατάγματος κράτησης δυνάμει των άρθρων 22(2)(β) και 22(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, καθώς και για αναστολή του διατάγματος απέλασης μέχρι την εξέταση της αίτησής του. Καταληκτικά, διατυπώνεται η εκτίμηση ότι υφίσταται κίνδυνος διαφυγής σε περίπτωση απόλυσής του και ότι δεν καταλείπεται περιθώριο εφαρμογής εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

36.          Ως προς τον ισχυρισμό του συνηγόρου του Αιτητή περί εσφαλμένης εφαρμογής της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026, δυνάμει της οποίας επιτρέπεται η κράτηση αιτητή «για να προσδιοριστούν τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται η αίτηση, η απόκτηση των οποίων θα ήταν σε άλλη περίπτωση αδύνατη, ιδίως όταν υπάρχει κίνδυνος διαφυγής του αιτητή», επισημαίνονται τα ακόλουθα.

 

37.          Κατά πρώτον, από την εξέταση του διοικητικού φακέλου δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο, σχετιζόμενο με τη βάση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, το οποίο δεν θα ήταν δυνατό να προσδιοριστεί ή να αποκτηθεί χωρίς τη συνέχιση της κράτησής του. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι ο Αιτητής τελούσε ήδη υπό κράτηση, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, από τις 27.5.2026, ενώ το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε περίπου τρεις μήνες αργότερα, στις 25.8.2026.

 

38.          Περαιτέρω, η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, η οποία υποβλήθηκε στις 20.7.2026, είχε ήδη εξεταστεί ως προς το παραδεκτό της στις 11.8.2026, ήτοι πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος, και είχε κριθεί παραδεκτή. Επομένως, κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος, η αρμόδια αρχή είχε ήδη στη διάθεσή της τα στοιχεία που συνόδευαν και θεμελίωναν τη μεταγενέστερη αίτηση και είχε προβεί σε προκαταρκτική εξέτασή τους. Παρά ταύτα, ούτε στο επίδικο διάταγμα ούτε στο σχετικό σημείωμα της 25.8.2026 προσδιορίζονται τα επιπρόσθετα στοιχεία της αίτησης τα οποία παρέμεναν προς εξακρίβωση, ούτε εξηγείται γιατί η απόκτησή τους θα ήταν αδύνατη χωρίς τη συνέχιση της κράτησης του Αιτητή.

 

39.          Ομοίως, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν υπέδειξαν, είτε κατά τη διοικητική είτε κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία, ποια συγκεκριμένα στοιχεία έπρεπε ακόμη να προσδιοριστούν και για ποιον λόγο η κράτηση ήταν αναγκαία προς τον σκοπό αυτό. Το μόνο ζήτημα το οποίο επικαλούνται ως ασαφές αφορά τον προηγούμενο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ωστόσο, δεν εξηγείται κατά ποιον τρόπο το στοιχείο αυτό συνδέεται με τη βάση της αίτησής του για διεθνή προστασία, ούτε γιατί δεν θα μπορούσε να εξακριβωθεί με λιγότερο περιοριστικά μέσα.

 

40.          Συναφώς, ο κίνδυνος διαφυγής δεν προβλέπεται στη συγκεκριμένη διάταξη ως αυτοτελής λόγος κράτησης, αλλά συνεκτιμάται σε συνάρτηση με τον ειδικό σκοπό της παραγράφου (β), ήτοι την αντικειμενική αδυναμία προσδιορισμού, χωρίς κράτηση, συγκεκριμένων στοιχείων στα οποία βασίζεται η αίτηση. Εφόσον, εν προκειμένω, δεν προσδιορίστηκαν τέτοια ελλείποντα στοιχεία ούτε τεκμηριώθηκε η αδυναμία απόκτησής τους χωρίς κράτηση, η επίκληση και μόνον κινδύνου διαφυγής δεν αρκεί για τη θεμελίωση της εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.

 

41.          Στο ίδιο πλαίσιο, δεν παραγνωρίζεται το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή και, ειδικότερα, το γεγονός ότι επανήλθε στη Δημοκρατία μετά την προηγούμενη απέλασή του. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό αφορά την προηγούμενη μεταναστευτική συμπεριφορά του και δεν συνδέεται με τον ειδικό σκοπό της παραγράφου (β) του άρθρου 22(2), καθότι δεν καταδεικνύει ποια συγκεκριμένα στοιχεία, επί των οποίων βασίζεται η αίτησή του για διεθνή προστασία, θα ήταν αδύνατο να προσδιοριστούν χωρίς την κράτησή του. Συνεπώς, όσο επιβαρυντικό και αν αξιολογείται το μεταναστευτικό ιστορικό του για άλλους σκοπούς, δεν υποκαθιστά την ειδική και αυτοτελή προϋπόθεση που θέτει η συγκεκριμένη διάταξη.

 

42.          Επιπλέον, η μοναδική αναφορά στην παράγραφο (β) του άρθρου 22(2), στο σημείωμα ημερομηνίας 25.8.2026, συνίσταται ουσιαστικά στην παράθεση του λεκτικού της, χωρίς εξατομικευμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις προϋποθέσεις εφαρμογής της. Επισημαίνεται, καίτοι ο χρόνος αξιολόγησης της νομιμότητας το επίδικου διατάγματος, γίνεται καταρχήν με βάση το χρόνο έκδοσης του, ότι μέχρι και σήμερα οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν ολοκληρώσει την επί της ουσίας εξέταση της αίτησης του Αιτητή. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κρίνεται ότι δεν πληρούνταν οι ειδικές προϋποθέσεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 22 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 και, ως εκ τούτου, η κράτηση του Αιτητή δεν δύναται να δικαιολογηθεί στη βάση της συγκεκριμένης διάταξης.

 

43.          Ακολούθως ως  έτερη νομική βάση του επίδικου διατάγματος προκρίνεται και η παράγραφος (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 22, το οποίο θεσπίζει ένα διακριτό λόγο κράτησης. Όπως προκύπτει από την νομολογία του ΔΕΕ οι λόγοι κράτησης απαριθμούνται εξαντλητικώς, ενώ δεν αποκλείεται να συντρέχει ένας ή περισσότεροι, ταυτόχρονα, λόγοι κράτησης, όπως άλλωστε απορρέει τόσο από το γράμμα όσο και από την τελεολογία της εν λόγω διάταξης (βλ. Απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 15ης Φεβρουαρίου 2016, Υπόθεση C-601/15 PPU, J. N. κατά Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ECLI:EU:C:2016:84, σκέψη 59, βλ. επίσης κατευθυντήριες γραμμές  του EUAA «Guidelines on Alternatives to Detention», Δεκεμβρίου του 2024, σ. 13[3]). Ως εκ τούτου, τυχόν λανθασμένη επίκληση του ενός λόγου κράτησης δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε ματαίωση του σκοπού της κράτησης στη βάση άλλο νομικού ερείσματος, εν προκειμένω του της παραγράφου (2) του εδαφίου (2). Άλλωστε και στο άρθρο 31 του περί  του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(Ι)/1999), προβλέπεται ότι εσφαλμένη νομική αιτιολογία δεν οδηγεί σε ακύρωση της πράξης, αν η πράξη μπορεί να έχει άλλο νομικό έρεισμα.

 

44.          Προχωρώντας στην εξέταση του νομίμου της κράτησης του Αιτητή υπό το άρθρο 22(2)(ε) διαπιστώνεται ότι, οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν σε κράτηση του Aιτητή δυνάμει της εν λόγω διάταξης, καθώς ο Αιτητής κρατείτο ήδη στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή του,  και καθώς κρίθηκε ότι, βάσει αντικειμενικών κατά του ίδιους, κριτηρίων, υπέβαλε την αίτησή του για διεθνή προστασία προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής

 

45.          Σημειώνεται καταρχάς ότι, όπως προκύπτει και από τις αρχές που καταγράφονται ανωτέρω, το διοικητικό όργανο που εκδίδει το διάταγμα κράτησης του αιτούντος ασύλου δυνάμει του άρθρου 22(2)(3) θα πρέπει με σαφή τρόπο να προβεί σε έλεγχο της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του μέτρου της κράτησης έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων. Αυτή η διεργασία δεν μπορεί να γίνει in abstracto αλλά θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, διατυπωμένο κατά τρόπο που να επιτρέπει αφενός, στον ίδιο τον αιτητή να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους κρατείται και αφετέρου, στο δικαστήριο να εξετάσει τη νομιμότητα του διατάγματος κράτησης. Συνεπώς, θα πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια όχι μόνο το νομικό υπόβαθρο αλλά και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία υπήρξαν καθοριστικά για την απόφαση του διοικητικού οργάνου να διατάξει την κράτηση και επί των οποίων βασίστηκε ώστε να προκρίνει την κράτηση έναντι άλλων λιγότερο περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων. Ιδίως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, η υποχρέωση αυτή καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική δεδομένης της φύσης της διοικητικής πράξης, η οποία απολήγει σε αποστέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου.

 

46.          Ορθότερο δε είναι η σύνοψη αυτή των γεγονότων να περιλαμβάνεται στο σώμα του ιδίου του διατάγματος, όπως άλλωστε προκύπτει από το ίδιο το γράμμα των εδαφίων (5) και (8) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου και της συναφούς νομολογίας που παρατίθεται ανωτέρω.

 

47.          Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το βάρος απόδειξης τόσο της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής μίας εκ των περιπτώσεων επιτρεπόμενης κράτησης δυνάμει του άρθρου 22(2)(2) όσο και της αναγκαιότητας αυτής, φέρει η αρμόδια αρχή που την επιβάλλει (Βλ. Εγχειρίδιο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ασύλου με τίτλο «Judicial analysis Detention of applicants for international protection in the context of the Common European Asylum System» σελ. 53).

 

48.          Λαμβάνοντας δε την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, αυτό δύναται πλέον το ίδιο να αποφασίσει κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή μπορεί να υπαχθεί στην περίπτωση του 22(2)(ε). Εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η κράτηση ήταν πράγματι το προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών μέτρων ή ακόμα εάν θα προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου διατάγματος κράτησης. Υπογραμμίζεται ωστόσο ότι, η εξουσία αυτή του δικαστηρίου δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωσή της να προβαίνει η ίδια με σαφή και εξατομικευμένο τρόπο στην ανάλυση και αξιολόγηση της κάθε υπόθεσης προτού προβεί στην έκδοση διατάγματος κράτησης.

 

49.          Στην απόφαση Mehmet ArslanC‑534/11, EU:C:2013:343, σκέψεις 57-59 (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου), η οποία παρατίθεται και ανωτέρω, επισημαίνεται ότι «όσον αφορά μια κατάσταση όπως η επίμαχη της κύριας δίκης, στην οποία, αφενός, ο υπήκοος τρίτης χώρας τέθηκε υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 για τον λόγο ότι η συμπεριφορά του δημιουργούσε φόβους ότι, αν δεν ετίθετο υπό κράτηση, θα διέφευγε και θα παρεμπόδιζε την απομάκρυνσή του, και, αφετέρου, η αίτηση ασύλου φαίνεται να έχει υποβληθεί με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή ακόμη και να υπομονεύσει, την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής που εκδόθηκε κατ' αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιστάσεις αυτές μπορούν πράγματι να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κρατήσεως του εν λόγω υπηκόου ακόμη και μετά την υποβολή αιτήσεως ασύλου.».

 

50.          Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι από το γεγονός και μόνον ότι ένας αιτών άσυλο, κατά την υποβολή της αιτήσεώς του, αποτελεί αντικείμενο αποφάσεως περί επιστροφής και έχει τεθεί υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 δεν μπορεί να τεκμαίρεται, χωρίς κατά περίπτωση εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι αυτός υπέβαλε την αίτηση αυτή με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία και αναλογική η διατήρηση του μέτρου της κρατήσεως. (Βλ. ανωτέρω, ArslanC‑534/11, σκέψη 62). Δεδομένης της ουσιαστικής ταύτισης των προϊσχυουσών ρυθμίσεων με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, η συναφής νομολογία του ΔΕΕ εξακολουθεί να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο.

 

51.          Το άρθρο 22(2)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, καθορίζει ότι μπορεί αιτητής ασύλου να κρατηθεί όταν αφενός, κρατείται ήδη στο πλαίσιο διαδικασίας  επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης και αφετέρου, να υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τεκμηριώνουν βάσιμους λόγους ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, για να καθυστερήσει ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.

 

52.          Στα αντικειμενικά κριτήρια βάσει του προαναφερόμενου άρθρου συμπεριλαμβάνεται το γεγονός ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και δεν το έπραξε. Αυτό αν και στοιχείο μη καθοριστικό λαμβάνεται υπόψη ως κριτήριο που αιτιολογεί την υπαγωγή ενός αιτητή στην περίπτωση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ). (Βλ. Υπόθεση Αρ. 2319/2006, MD Jakir Hossain vAAΠ, (2008) 4 ΑΑΔ 568, ημερ. 16.7.2008).

 

53.          Εν προκειμένω, ο Αιτητής πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος κρατείτο με διάταγμα ημερομηνίας 27.5.2026, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 14 και του άρθρου 18ΠΣΤ(1) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και δυνάμει διατάγματος ίδιας ημερομηνίας βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία απέλασής του. Η αίτησή του Αιτητή για άσυλο υποβλήθηκε μετά την κράτησή του για παράνομη παραμονή και απέλαση ήτοι στις 20.7.2026. Συνεπώς, τόσο κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος όσο και κατά την υποβολή της αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασίας απέλασής του. Ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη εκ του νόμου προβλεπόμενη προϋπόθεση για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.

 

54.          Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πληρούται και η δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής της παραγράφου (ε) του άρθρου 22(2), ήτοι κατά πόσο υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι ο Αιτητής υπέβαλε τη μεταγενέστερη αίτησή του απλώς και μόνο για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του.

 

55.          Εν προκειμένω, παρατηρείται ότι ο Αιτητής υπέβαλε τη μεταγενέστερη αίτησή του στις 20.7.2026, ήτοι περίπου δύο μήνες μετά τη σύλληψη και την κράτησή του ως απαγορευμένου μετανάστη. Η χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης, σε συνδυασμό με το μεταναστευτικό ιστορικό του και το γεγονός ότι αυτή υποβλήθηκε ενώ εκκρεμούσε σε βάρος του διαδικασία επιστροφής, αποτελούν στοιχεία δυνάμενα να δημιουργήσουν εύλογες υπόνοιες ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της.

 

56.          Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αξιολογηθούν αποκομμένα από το περιεχόμενο και την εξέλιξη της μεταγενέστερης αίτησης. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι, στις 11.8.2026, η ίδια η αρμόδια αρχή έκρινε τη μεταγενέστερη αίτηση παραδεκτή, διαπιστώνοντας ότι ο Αιτητής είχε προσκομίσει νέα στοιχεία τα οποία έχρηζαν περαιτέρω εξέτασης και δεν είχαν αξιολογηθεί στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας.

 

57.          Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται από τον Αιτητή στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, κατά τον χρόνο υποβολής της μεταγενέστερης αίτησης, στις 20.7.2026, η κατάσταση ασφαλείας στο Ιράν και στην ευρύτερη περιοχή παρέμενε ιδιαίτερα ασταθής και απρόβλεπτη. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, παρά το μνημόνιο συνεννόησης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν της 17.6.2026, από τις 8.7.2026 είχαν καταγραφεί πλήγματα και επιθέσεις αντιποίνων του Ιράν σε διάφορα σημεία της περιοχής, ενώ εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος περαιτέρω επιθέσεων και απρόβλεπτης κλιμάκωσης. Καταγράφονταν, επίσης, πλήγματα κατά υποδομών εντός του Ιράν, διαταραχές στις επικοινωνίες και το ενδεχόμενο αιφνίδιου κλεισίματος του εναέριου χώρου και των συνόρων της χώρας.[4] Τα δεδομένα αυτά παρέχουν αντικειμενικό έρεισμα στην επίκληση μεταβολής των συνθηκών ασφαλείας και πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την αξιολόγηση του σκοπού υποβολής της μεταγενέστερης αίτησης.

 

58.          Η κρίση περί παραδεκτού δεν συνεπάγεται, βεβαίως, αποδοχή της βασιμότητας της αίτησης ούτε αποκλείει, αφ’ εαυτής, το ενδεχόμενο αυτή να υποβλήθηκε προς καθυστέρηση της διαδικασίας επιστροφής. Καταδεικνύει, ωστόσο, ότι η αίτηση δεν στερείτο νέου ουσιαστικού περιεχομένου, αλλά περιλάμβανε στοιχεία τα οποία, κατά την ίδια τη Διοίκηση, μπορούσαν εκ πρώτης όψεως να αυξήσουν τις πιθανότητες υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, δικαιολογούσαν την περαιτέρω εξέτασή της.

 

59.          Υπό τα δεδομένα αυτά, η χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης και η εκκρεμής διαδικασία επιστροφής δεν αρκούν, χωρίς περαιτέρω ειδική και εξατομικευμένη αιτιολόγηση, για να θεμελιώσουν την κρίση ότι ο Αιτητής ενήργησε απλώς και μόνο προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της επιστροφής του. Αντιθέτως, προκύπτουν και άλλα αντικειμενικά δεδομένα, συνδεόμενα με το περιεχόμενο της αίτησης και τη μεταβολή της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του, τα οποία δεν επιτρέπουν να συναχθεί ότι η αποφυγή της επιστροφής αποτέλεσε τον αποκλειστικό σκοπό υποβολής της.

 

60.          Εξάλλου, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 22(2)(ε) προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Η ύπαρξη και μόνον εκκρεμούς διαδικασίας επιστροφής δεν αρκεί, αλλά απαιτείται επιπλέον η συνδρομή βάσιμων λόγων, στηριζόμενων σε αντικειμενικά κριτήρια, από τους οποίους να προκύπτει ότι η αίτηση υποβλήθηκε απλώς για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής. Τέτοιοι λόγοι δεν τεκμηριώνονται επαρκώς στην προκειμένη περίπτωση.

 

61.          Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι, μολονότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 22(2)(ε), καθότι ο Αιτητής τελούσε υπό διαδικασία επιστροφής, δεν πληρούται η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεσή του. Ειδικότερα, δεν τεκμηριώνονται βάσιμοι λόγοι, ερειδόμενοι σε αντικειμενικά κριτήρια, από τους οποίους να δύναται να συναχθεί ότι ο Αιτητής υπέβαλε τη μεταγενέστερη αίτησή του απλώς και μόνο για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του. Ως εκ τούτου, η κράτησή του δεν δύναται να δικαιολογηθεί βάσει της παραγράφου (ε) του άρθρου 22(2) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026.

 

62.          Δεδομένης της διαπίστωσης ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε της παραγράφου (β) ούτε της παραγράφου (ε) του άρθρου 22(2), ήτοι οι δύο νομικές βάσεις επί των οποίων στηρίχθηκε το επίδικο διάταγμα, παρέλκει η εξέταση των λοιπών ισχυρισμών του Αιτητή, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την εξέταση εναλλακτικών της κράτησης μέτρων.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και το επίδικο διάταγμα κράτησης ακυρώνεται. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23(3)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, η αρμόδια αρχή οφείλει να απολύσει αμέσως τον Αιτητή από την κράτηση που επιβλήθηκε δυνάμει του ακυρωθέντος διατάγματος. Επιδικάζονται περαιτέρω €1000 συν Φ.Π.Α. υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση. 

 

                                                                               Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

     

 



[1] Αντίστοιχη διάταξη αποτελεί το άρθρο 9ΣΤ(2) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025. Οι εθνικές διατάξεις που θεσπίστηκαν προς εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1346 εφαρμόζονται από τις 12.6.2026· βλ. άρθρο 36 της εν λόγω Οδηγίας.

[2] Bλ. https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Detention-JA-EN-PDF.pdf , σ. 46 [Ημερομηνία πρόσβασης 19.5.2026]

[3] «The grounds for detention for applicants for international protection are listed in the RCD (2024). These grounds are exhaustive and must be laid down in the national law of Member States. In accordance with Article 10(4) RCD (2024), an applicant may be detained only on the basis of one or more of the following grounds:[…]».

[4] Βλ. ενδεικτικώς, United Kingdom Foreign, Commonwealth and Development Office, «Iran travel advice», ενότητες «Regional tensions» και «If you are in Iran», όπου καταγράφεται ότι από τις 8.7.2026 σημειώνονταν πλήγματα και επιθέσεις αντιποίνων στην περιοχή, με κίνδυνο περαιτέρω και απρόβλεπτης κλιμάκωσης, καθώς και πλήγματα κατά υποδομών εντός του Ιράν: GOV.UK – Iran travel advice., https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/iran? (ημερομηνία πρόσβασης 21.9.2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο