ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Σ6/26
11 Σεπτεμβρίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.D.A.
Αιτήτριας,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Α. Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 17.7.2026, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για διεθνή προστασία ως προδήλως αβάσιμη. Αιτείται επιπλέον την χορήγηση στην ιδία καθεστώτος διεθνούς προστασίας δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 και εναλλακτικά, την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της θα παραβιαστεί το άρθρο 2 και/ή άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής: ΕΣΔΑ).
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Νιγηρία και στη 1.7.2026 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 6.7.2026 και 7.7.2026 διεξήχθησαν συνεντεύξεις της Αιτήτριας από λειτουργό, η οποία στις 14.7.2026 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 17.7.2026. Η απορριπτική απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 20.7.2026 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
Η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προωθεί μέσω της γραπτής της αγόρευσης ότι δεν διερευνήθηκαν ορθώς και κατά εξατομικευμένο τρόπο οι προσωπικές της καταστάσεις, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής της και ο κίνδυνος που επικαλείται σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής και ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της διενεργήθηκε κατά τρόπο αποσπασματικό και αποκομμένο από το προφίλ ευαλωτότητάς της και αντίθετα από τις αναγνωρισμένες αρχές αξιολόγησης επιζούσων σεξουαλικής και έμφυλης βίας. Περαιτέρω, το αιτιολογικό των Καθ’ ων η αίτηση σε ό,τι αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό είναι πλημμελές και συνδέεται με μη συναφή στοιχεία που δεν σχετίζονται με τον υπό εξέταση ισχυρισμό. Οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να παραπέμψουν την ίδια σε εξειδικευμένη γυναικολογική εξέταση, δεδομένου της υποβολής της στην πρακτική του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων (στο εξής: ΑΓΓΟ) αρκούμενοι μονάχα στον χαρακτηρισμό των δηλώσεών της ως γενικόλογες. Επιπροσθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση υπέπεσαν σε νομικό σφάλμα, συγχέοντας την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί προγενέστερης υποβολής σε ΑΓΓΟ με την αξιολόγηση μελλοντικού κινδύνου επανάληψης αυτής. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν επεξήγησαν τον τρόπο που οι ιδιαίτερες καταστάσεις της επηρέασαν την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της και την ικανότητά της να συμμετάσχει σε μία ταχεία διαδικασία ενώ η αιτιολογία ότι ορθώς η ίδια υπάχθηκε στην διαδικασία συνόρων είναι ελλιπής. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε προ της ολοκλήρωσης ιατρικών εξετάσεων στις οποίες έγινε εισήγηση η ίδια να παραπεμφθεί. Η αιτιολογία ως προς την υποχρεωτική εφαρμογή της διαδικασίας των συνόρων και περί ανυπαρξίας προϋποθέσεων παύσης της εν λόγω διαδικασίας θεωρείται πλημμελής. Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις χορήγησης στην ίδια καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
2. Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης και αντιτάσσουν ότι αυτή είναι προϊόν δέουσας έρευνας και ορθής και εξατομικευμένης διερεύνησης των στοιχείων της υπόθεσης της Αιτήτριας και του προσωπικού της προφίλ. Καταλήγουν ότι ορθώς δεν παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Το νομικό πλαίσιο
3. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
4. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
5. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
6. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
7. Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».
8. Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).
9. Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
10. Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».
11. Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.
12. Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:
13. Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:
«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
14. Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:
«53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».
15. Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».
16. Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.
17. Περαιτέρω, δεδομένης της υπαγωγής της παρούσας υπόθεσης στη διαδικασία συνόρων, επισημαίνεται ότι, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα, οι αποφάσεις που δύνανται να λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτής και οι περιπτώσεις υποχρεωτικής εφαρμογής της καθορίζονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 43, 44 και 45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Περαιτέρω, το άρθρο 51 του ίδιου Κανονισμού καθορίζει τη διάρκεια της διαδικασίας στα σύνορα, η οποία πρέπει να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη και δεν δύναται, καταρχήν, να υπερβαίνει τις δώδεκα εβδομάδες από την καταχώριση της αίτησης. Παράλληλα, το άρθρο 53 προβλέπει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διαδικασία στα σύνορα δεν εφαρμόζεται ή παύει να εφαρμόζεται, ιδίως όταν τούτο επιβάλλεται για ιατρικούς λόγους, όταν δεν είναι δυνατή η παροχή της αναγκαίας υποστήριξης σε αιτούντα που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων ή όταν η συνέχισή της δεν επιτρέπει την προσήκουσα και πλήρη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
18. Σε εθνικό επίπεδο, το άρθρο 125(1)(α)(iii) του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 προβλέπει ότι, όταν η προσφυγή καταχωρίζεται ενώ ο αιτητής βρίσκεται σε Κέντρο Ελέγχου Διαλογής, Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή σε άλλη κατάλληλη τοποθεσία στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα, το Δικαστήριο οφείλει, με την επιφύλαξη της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης της προσφυγής, να εκδώσει και να κοινοποιήσει την απόφασή του εντός οκτώ εβδομάδων από την ημερομηνία καταχώρισης της προσφυγής
Κατάληξη
19. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. [Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024]. Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
20. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320] αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) [βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010]. Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του [βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
21. Η ανωτέρω προσέγγιση δεν μεταβάλλεται υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 εξακολουθεί να κατοχυρώνει την αρχή της κοινής υποχρέωσης συνεργασίας κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, προβλέποντας αφενός την υποχρέωση του αιτητή να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει προς θεμελίωση της αίτησής του και, αφετέρου, την αντίστοιχη υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργάζονται ενεργά με τον αιτητή για τη συλλογή και αξιολόγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια του προϊσχύσαντος άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως αυτό είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του άρθρου 16 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (έως την αντικατάστασή του από τον περί Προσφύγων Νόμο του 2026), χωρίς να επιφέρει ουσιώδη διαφοροποίηση ως προς την κατανομή του βάρους συνεργασίας και απόδειξης κατά την εξέταση της αίτησης.
22. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας, επισημαίνεται ότι η Αιτήτρια, κατά την καταγραφή της αίτησής της, δήλωσε ότι σε ηλικία 18 ετών βίωσε ένα τραυματικό γεγονός όταν μία θρησκευτική, μουσουλμανική, ομάδα απήγαγε την ίδια και άλλες κοπέλες από την εκκλησία και τις υπέβαλε σε κακομεταχείριση. Η χριστιανική εκκλησία την βοήθησε να έλθει στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές ώστε να σπουδάσει. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού της προς την Δημοκρατία δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερες δυσκολίες πέραν του άγχους που βίωσε. Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας (ερ. 3 του Δ.Φ.).
23. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Νιγηρίας, γεννηθείσα στην Uyo. Διέμεινε σε πλείστες περιοχές και τόπος τελευταίας διαμονής της συνιστά η Abuja (ερ. 77 του Δ.Φ.). Η μητέρα της, η οποία απεβίωσε το 2011, είχε πολλάκις υπάρξει νυμφευμένη με διαφορετικά πρόσωπα. Δεν γνωρίζει πληροφορίες για τον βιολογικό πατέρα της, ωστόσο, ένας εκ των πρώην συζύγων της μητέρας της την ανέθρεψε ως δικό του τέκνο (ερ. 81 του Δ.Φ.). Κατόπιν του θανάτου της μητέρας της, την ανατροφή της ανέλαβε φιλικό πρόσωπο εκείνης και όταν το άτομο αυτό εγκατέλειψε τη χώρα με την οικογένειά της, την φροντίδα της Αιτήτριας την ανέλαβε η εκκλησία (ερ. 80 του Δ.Φ.). Σε σχέση με την εθνοτική της καταγωγή, δήλωσε ότι ο πατριός της που την βάπτισε άνηκε στην εθνοτική ομάδα Igbo ενώ η μητέρα της στην εθνοτική ομάδα Efik. Η ίδια δεν ομιλεί Efik (ερ. 79 του Δ.Φ.). Ως προς το θρήσκευμά της, δήλωσε ότι είναι χριστιανή (ερ. 78 του Δ.Φ.). Σε σχέση με το μορφωτικό της υπόβαθρο, ανέφερε πως φοίτησε έως την έκτη βαθμίδα, ωστόσο, δεν συνέχισε τις σπουδές της σε ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ενόσω στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο, ολοκληρώνοντας σπουδές στη νοσηλευτική (ερ. 78, 77 του Δ.Φ.). Σε σχέση με το επαγγελματικό της προφίλ υποστήριξε πως βοηθούσε την μητέρα της στην πώληση οπωροκηπευτικών στην τοπική αγορά και στις μη ελεγχόμενες περιοχές εργαζόταν στο Kolan Hospital (ερ. 77 του Δ.Φ.).
24. Σε σχέση με το ταξίδι της προς την Δημοκρατία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατέφθασε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές με την συνδρομή ενός πάστορα (Father Isaac). Παρέμεινε στην πανεπιστημιούπολη περί τα 13 έτη. Κατόπιν ολοκλήρωσης των σπουδών της, εργάστηκε στο Kolan Hospital επί τρία έτη, ωστόσο, ελλείψει θεώρησης εισόδου για εργασιακούς σκοπούς, αναγκάσθηκε να παύσει την εργασία της. Ακολούθως, εργάστηκε σε διάφορες θέσεις ώσπου ένα άτομο της πρότεινε νόμιμη εργασία σε εταιρεία παροχής υπηρεσιών καθαρισμού. Η Αιτήτρια προσέγγισε το γραφείο της εταιρίας όπου συνάντησε άνδρες τουρκικής καταγωγής, ένας εκ των οποίων την απείλησε πως εάν δεν συνευρίσκονταν μαζί του ερωτικά, δεν θα της προσέφερε την θέση. Η Αιτήτρια αρνήθηκε και προσπάθησε να διαφύγει, ωστόσο, τρεις άνδρες που παρευρίσκονταν εκεί, βοήθησαν τον άνδρα, ο οποίος στη συνέχεια την απείλησε με θάνατο και την κακοποίησε. Έπειτα, η Αιτήτρια επέστρεψε στην οικία της. Η Αιτήτρια διηγήθηκε τα γεγονότα σε τρίτο πρόσωπο το οποίο της πρότεινε να διέλθει στις ελεγχόμενες περιοχές και την διασύνδεσε με έναν άνδρα ο οποίος στη συνέχεια την μετέφερε στις ελεγχόμενες περιοχές. Η Αιτήτρια παρέμεινε στις μη ελεγχόμενες περιοχές μεταξύ 2015 και Ιουνίου 2026 (ερ. 76-73 του Δ.Φ.).
25. Αναφορικά με τους κατ’ ιδίαν λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια υποστήριξε πως μία ημέρα, καθοδόν προς την εκκλησία, μία ομάδα ένοπλων ανδρών απήγαγαν την ίδια από κοινού με άλλες κοπέλες, αφού την κτύπησαν, και την μετέφεραν στο δάσος. Ολίγες ημέρες αργότερα, την επισκέφθηκε ένα ζευγάρι (γυναίκα και άνδρας), οι οποίοι κατέβαλαν ένα χρηματικό ποσό για εκείνη. Η Αιτήτρια κατόρθωσε να διαφύγει με το πρόσχημα ότι χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Καθοδόν συνάντησε ορισμένους άνδρες στους οποίους εξιστόρησε τα γεγονότα και οι οποίοι την μετέφεραν σε κάποιους στρατιωτικούς. Στη συνέχεια, οι στρατιωτικοί την μετέφεραν πίσω στην οικία όπου διέμενε με φιλικό πρόσωπο της μητέρας της. Εκείνη την περιέθαλψε και την μετέφερε ακολούθως στον πάστορα, ο οποίος την μετέφερε στον πατέρα της. Εντούτοις, όταν έφθασαν εκεί, εκείνος αρνήθηκε ότι ήταν ο πατέρας της οπότε ο πάστορας την έθεσε υπό την φροντίδα του. Τρεις ημέρες αργότερα, της πρότεινε να εγκαταλείψει τη χώρα ώστε να σπουδάσει (ερ. 73-72 του Δ.Φ.). Σε προγενέστερες ερωτήσεις που της είχαν τεθεί, η Αιτήτρια δήλωσε ότι μία τρομοκρατική, μουσουλμανική, ομάδα, ονόματι «Alhaji Calaba», είχε απαγάγει την ίδια και άλλες κοπέλες περί το 2014-2015 και τις είχε μεταφέρει σε τοποθεσία στο δάσος όπου σκόπευε να τις «πουλήσει» σε εύπορα άτομα και όπου λάμβαναν χώρα διαδικασίες αφαίρεσης οργάνων (ερ. 79 του Δ.Φ.). Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι όταν απήχθη, τραυματίσθηκε με ένα μαχαίρι (ερ. 78 του Δ.Φ.).
26. Ακολούθως, τέθηκαν στην Αιτήτρια διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα προς διερεύνηση του αιτήματός της. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ερωτήθηκε σε σχέση με την οργάνωση που την απήγαγε, δηλώνοντας πως δεν γνωρίζει την ονομασία της, και τον λόγο που θεωρεί ότι στοχοποιήθηκε από εκείνη. Ερωτήθηκε περαιτέρω σχετικά με το χρονικό διάστημα που διετέλεσε φυλακισμένη και τον τρόπο που κατόρθωσε να διαφύγει (ερ. 72-71 του Δ.Φ.).
27. Εν συνέχεια, τέθηκαν ερωτήματα στην Αιτήτρια σχετικά με την πρακτική ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων (στο εξής: ΑΓΓΟ), στην οποία, ως δήλωσε, υπεβλήθη σε ηλικία περί των 6-7 ετών (ερ. 71 του Δ.Φ.). Κλήθηκε να εξηγήσει πού υπεβλήθη σε ΑΓΓΟ, εάν έλαβε ιατρική περίθαλψη κατόπιν, τις επιπτώσεις στην ζωή και στην υγεία της και εάν υφίσταται ενδεχόμενο επανάληψης της πρακτικής. Η Αιτήτρια αποκρίθηκε πως η πρακτική θεωρείται ως κάτι το φυσιολογικό, ωστόσο, ενδέχεται ορισμένες εθνοτικές ομάδες να μην την πραγματοποιούν. Ερωτηθείσα σχετικά με την εθνοτική ομάδα στην οποία η ίδια ανήκει, η Αιτήτρια απάντησε πως δεν γνωρίζει πολλές πληροφορίες για την φυλή της και το πολιτισμικό πλαίσιο (ερ. 70 του Δ.Φ.).
28. Σε σχέση με τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής, απάντησε ότι φοβάται ότι θα απαχθεί εκ νέου και πως, ως άγαμη γυναίκα δίχως οικογενειακό δίκτυο, δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει (ερ. 70 του Δ.Φ.). Σε σχέση με την δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, η Αιτήτρια επανέλαβε πως πρόκειται για άγαμη γυναίκα δίχως οικογενειακό δίκτυο και πως η χώρα της τής προξενεί φόβο (ερ. 69 του Δ.Φ.).
29. Κατά την διοικητική διαδικασία η Αιτήτρια προσκόμισε προς επίρρωση των ισχυρισμών της αντίγραφο διαβατηρίου, εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής της (ερ. 16 του Δ.Φ.).
30. Αξιολογώντας το αίτημα διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ως προς την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας. Ο δεύτερος ότι η Αιτήτρια ισχυρίσθηκε ότι στη Νιγηρία απήχθη από άτομα τα οποία περιέγραψε ως μέλη θρησκευτικής μουσουλμανικής κοινότητας. Ο τρίτος ότι η Αιτήτρια ισχυρίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια της διαμονής της στα κατεχόμενα υπήρξε θύμα βιασμού. Ο τέταρτος ότι η Αιτήτρια ισχυρίσθηκε ότι υποβλήθηκε σε πρακτική ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων (Female Genital Mutilation – FGM) κατά την παιδική της ηλικία.
31. Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, η λειτουργός κατέγραψε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας, πλην αυτών που αφορούν στο εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ως συγκεχυμένες και αντιφατικές, ήταν ικανοποιητικά λεπτομερείς και ευλογοφανείς και καθώς στοιχειοθετήθηκε και η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την χώρα καταγωγής και το προσκομισθέν αντίγραφο διαβατηρίου –το οποίο ενέχει, εντούτοις, μειωμένη αποδεικτική αξία ως αντίγραφο–, η λειτουργός αποδέχθηκε τον ισχυρισμό.
32. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έτυχε απόρριψης από την λειτουργό εξαιτίας ανεπάρκειας πληροφοριών και απουσίας συνοχής. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομέρειες σε σχέση με την ένοπλη ομάδα και την ταυτότητα των εμπλεκόμενων ατόμων καθώς και την δράση τους, τις συνθήκες απαγωγής και την τοποθεσία όπου μεταφέρθη μήτε να περιγράψει τα όσα ελάμβαναν χώρα εκεί. Σε σχετική ερώτηση εάν υπέστη σεξουαλική κακοποίηση, όπως υπέστησαν, ως δήλωσε, άλλες κοπέλες, απάντησε αποφατικά. Ασάφεια και ανακολουθία σημειώθηκε όταν δήλωσε ότι, σύμφωνα με γειτονικό πρόσωπο, μέλη της εν λόγω ομάδας είχαν συλληφθεί και ακολούθως αποφυλακισθεί, εφόσον παράλληλα είχε υποστηρίξει ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με κάποιο άτομο στη χώρα καταγωγής και δεν επέστρεψε ξανά στον τόπο που έλαβε χώρα το συμβάν. Δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό της ότι στο μέρος όπου μεταφέρθη διενεργούνταν αφαίρεση οργάνων και ταυτόχρονα, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, δεν αναφέρθηκε στο εν λόγω αλλά στο γεγονός ότι εύπορο ζευγάρι επιθυμούσε να την «αγοράσει», παρέχοντας, ως εκ τούτου, ασυνεπείς δηλώσεις. Δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει και να τεκμηριώσει πως κατόρθωσε να διαφύγει από το δάσος, εφόσον, ως δήλωσε, τελούσε υπό την επιτήρηση ένοπλων ανδρών μήτε να παράσχει πλείονες πληροφορίες σχετικά με τους άνδρες που την εντόπισαν στη συνέχεια και την μετέφεραν στους στρατιωτικούς και την αιτία που την μετέφεραν εκεί αντί ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Η Αιτήτρια υποστήριξε πως δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τους δράστες έκτοτε, ωστόσο, σύμφωνα με την γυναίκα υπό της οποίας την φροντίδα τελούσε, η κατάσταση στην χώρα της έχει επιδεινωθεί. Εντούτοις, η Αιτήτρια αδυνατούσε να αποσαφηνίσει πως η συγκεκριμένη πληροφορία περιήλθε σε γνώση της γυναίκας, ιδίως συνυπολογίζοντας πως εκείνη είχε εγκαταλείψει τη χώρα το 2015 και η ίδια [η Αιτήτρια] δεν διατηρεί επικοινωνία με εκείνη, σύμφωνα με τα λεγόμενά της. Ο ισχυρισμός της ότι τα άτομα αυτά σε περίπτωση επιστροφής θα την αναγνωρίσουν διόλου δεν τεκμηριώθηκε ενώ διαφάνηκε ότι το περιστατικό που βίωσε πρόκειται για μεμονωμένο συμβάν εφόσον έκτοτε δεν αντιμετώπισε κάτι περαιτέρω.
33. Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της δεν δύναται να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης λόγω της εγγενώς υποκειμενικής φύσεώς τους και ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
34. Σε σχέση με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος έτυχε απόρριψης, οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν τις δηλώσεις της Αιτήτριας ως ανεπαρκείς, ασυνεπείς και ασαφείς. Ειδικότερα, καίτοι η Αιτήτρια υπήρξε περιγραφική ως προς το περιστατικό της κακοποίησής της, οι δηλώσεις της μεταξύ της συνέντευξής για διεθνή προστασία και της συνέντευξης ευαλωτότητας σε σχέση με τις ψυχολογικές επιπτώσεις του συμβάντος εμφανίζουν ασυνέπεια. Εξάλλου, οι περιγραφές της, δίχως την παρουσία άλλων ενδείξεων ή στοιχείων που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκείς για την επαλήθευση του εν λόγω περιστατικού. Επιπροσθέτως, ο ισχυρισμός της ότι ορισμένες αφρικανικές χώρες δεν επιτρέπουν πλέον την είσοδο νιγηριανών υπηκόων δίχως θεώρηση εισόδου σε αντίθεση με παλαιότερα, δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Η λειτουργός επεσήμανε πως η Αιτήτρια, κατά την ολοκλήρωση της συνέντευξης, περιορίστηκε στην αναφορά πληροφοριών που είχε αναζητήσει σχετικά με ενδεχόμενους ταξιδιωτικούς περιορισμούς νιγηριανών υπηκόων και όχι στον ενδεχόμενο φόβο επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
35. Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της δεν δύναται να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης λόγω της εγγενώς ιδιωτικής φύσεώς τους και μη στοιχειοθετηθείσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού και ελλείψει οποιονδήποτε αποδεικτικών στοιχείων, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
36. Ομοίως, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση διότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας κρίθηκαν ελλιπείς. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπεβλήθη στην πρακτική ΑΓΓΟ, φερ’ ειπείν την τοποθεσία που αυτή έλαβε χώρα, αρκούμενη μονάχα, κατόπιν άμεσης ερώτησης της λειτουργού, στην αναφορά ότι έλαβε χώρα στην χώρα καταγωγής και υπέδειξε άγνοια σε ό,τι αφορά την υιοθέτηση αυτής της πρακτικής από την εθνοτική της ομάδα και το εν γένει πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω πρακτική. Καταληκτικά, ασαφής και γενικόλογη κρίθηκε σε ό,τι αφορά τα όσα ακολούθησαν της διαδικασίας υποβολής της στην πρακτική και τις επιπτώσεις αυτής στην υγεία της.
37. Στα πλαίσια της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαίωσαν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης την επικράτηση της πρακτικής ΑΓΓΟ στη χώρα καταγωγής παρά την ποινικοποίηση της, την πλημμελή εφαρμογή της νομοθεσίας και την μη συνεπή επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων, καθώς και την ύπαρξη δομών υποστήριξης και προστασίας των γυναικών που έχουν υποβληθεί σε ΑΓΓΟ. Περαιτέρω, δεν προέκυψαν μέσω της διεκπεραιωθείσης έρευνας ενδείξεις ότι υφίσταται κίνδυνος επαναληπτικής εφαρμογής της πρακτικής ΑΓΓΟ. Μη στοιχειοθετηθείσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
38. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι την ταυτότητα, τα στοιχεία του προσωπικού της προφίλ και τη χώρα καταγωγής, κατόπιν έρευνας που πραγματοποιήθηκε για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την Abuja, Federal Capital Territory (FCT), και συνεκτιμώντας τις προσωπικές καταστάσεις της Αιτήτριας και ότι η Νιγηρία συγκαταλέγεται στον κατάλογο ασφαλών χωρών ιθαγένειας δυνάμει της Κ.Δ.Π. 145/2025, κρίθηκε ότι δεν ανακύπτουν λόγοι εκ των οποίων θα μπορούσε να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στην Abuja, Federal Capital Territory, η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε κίνδυνο.
39. Στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, αφού οι Καθ’ ων η αίτηση παρέθεσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διαδικασίας συνόρων για την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας δυνάμει των οικείων διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής, δυνάμει του άρθρου 3(5) και 13 του Κανονισμού ΕΕ 2024/1347, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος έκθεσης σε σοβαρή βλάβη δυνάμει του άρθρου 3 6), 15 και 18 του ίδιου Κανονισμού.
40. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και ειδικότερα κατά τη δικάσιμο της 12.8.2026, διαπιστώθηκε ότι, παρά τον ρητό ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι είχε υποβληθεί σε ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων (ΑΓΓΟ) σε ηλικία περί των έξι έως επτά ετών, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν είχαν μεριμνήσει, πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης, για τη διενέργεια οποιασδήποτε σχετικής ιατρικής εξέτασης. Αντιθέτως, είχαν απορρίψει τον εν λόγω ουσιώδη ισχυρισμό στηριζόμενοι αποκλειστικά στην αξιολόγηση των προφορικών δηλώσεων της Αιτήτριας, τις οποίες έκριναν ελλιπείς, ασαφείς και γενικόλογες.
41. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η διενέργεια κατάλληλης ιατρικής εξέτασης, υπό την προϋπόθεση της συναίνεσης της Αιτήτριας, αποτελούσε ουσιώδες και αναγκαίο αποδεικτικό μέσο για την ορθή αξιολόγηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά σοβαρή μορφή έμφυλης βίας, η οποία, εφόσον επιβεβαιωθεί, δύναται να συνιστά πράξη παρελθούσας δίωξης και να επηρεάζει τόσο την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και την εκτίμηση των πραγματικών αναγκών διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Η χρησιμότητα της εξέτασης ήταν εντονότερη, λαμβανομένου υπόψη ότι η Αιτήτρια ισχυρίσθηκε ότι η πρακτική έλαβε χώρα όταν ήταν ανήλικη και δη σε πολύ νεαρή ηλικία. Δεν θα ήταν, συνεπώς, εύλογο να αναμένεται από αυτήν να ανακαλέσει, έπειτα από την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος, τις περιστάσεις του συμβάντος με τον ίδιο βαθμό ακρίβειας και λεπτομέρειας που θα μπορούσε να απαιτηθεί από ενήλικο πρόσωπο αναφορικά με πρόσφατο περιστατικό. Η ιατρική εξέταση θα μπορούσε, όμως, να διακριβώσει κατά πόσον υφίστανται αντικειμενικά ιατρικά ευρήματα συμβατά με υποβολή σε ΑΓΓΟ, να προσδιορίσει, στο μέτρο του ιατρικώς εφικτού, τη φύση και τις συνέπειες της πρακτικής και να παράσχει στο Δικαστήριο κρίσιμο στοιχείο για τη συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση του ισχυρισμού, από κοινού με τις δηλώσεις της Αιτήτριας και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου.
42. Για τον λόγο αυτό, κατά τη δικάσιμο της 12.8.2026, το Δικαστήριο, με τη ρητή συναίνεση της Αιτήτριας, έδωσε οδηγίες στους Καθ’ ων η αίτηση να μεριμνήσουν για την υποβολή της στις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις και όρισε την υπόθεση για προγραμματισμό στις 24.8.2026. Κατά την τελευταία ημερομηνία, οι εξετάσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί. Το Δικαστήριο παραχώρησε εκ νέου χρόνο και έδωσε τελική οδηγία όπως τα αποτελέσματά τους καταχωρισθούν το αργότερο δύο ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης της 10.9.2026. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, οι Καθ’ ων η αίτηση δήλωσαν εκ νέου ότι οι διαταχθείσες εξετάσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί.
43. Σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το παρόν Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων της υπόθεσης. Η ίδια απαίτηση κατοχυρώνεται στο άρθρο 67 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
44. Η εξέταση αυτή πρέπει να είναι εξαντλητική και επικαιροποιημένη και να καλύπτει όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία για την αξιολόγηση των αναγκών διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, η αίτηση πρέπει να αξιολογείται σε εξατομικευμένη βάση, με συνεκτίμηση της ατομικής κατάστασης και των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας, περιλαμβανομένων του προσωπικού ιστορικού, του φύλου και της ηλικίας της. Τυχόν ευαλωτότητα μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο και τον βαθμό στον οποίο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να παράσχει συνεκτική, λεπτομερή και συνεπή αφήγηση και, συνακόλουθα, πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.
45. Συναφής είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 3ης Απριλίου 2025, B.F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, C‑283/24, EU:C:2025:236. Το ΔΕΕ έκρινε ότι η απαίτηση πλήρους και ex nunc εξέτασης επιβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να διαθέτει την εξουσία να διατάσσει, υπό την επιφύλαξη της συναίνεσης του ενδιαφερόμενου, τη διενέργεια ιατρικής εξέτασης, όταν αυτή κρίνεται αναγκαία ή σκόπιμη για την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας (σκέψεις 31–33 και 42–43).
46. Ειδικότερα, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι, εάν το αρμόδιο δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας του αιτούντος, δεν είναι σε θέση να συνεκτιμήσει το σύνολο των πραγματικών στοιχείων που απαιτούνται για επικαιροποιημένη αξιολόγηση της υπόθεσης. Η ιατρική εξέταση μπορεί, μεταξύ άλλων, να επιτρέψει τη διακρίβωση του κατά πόσον ορισμένες ιατρικές ενδείξεις ενδέχεται να οφείλονται σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη που υπέστη ο αιτών κατά το παρελθόν και οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη για την αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών διεθνούς προστασίας του (B.F., C‑283/24, σκέψη 33 και απόφαση της 29ης Ιουνίου 2023, International Protection Appeals Tribunal κ.λπ. – Επίθεση στο Πακιστάν, C‑756/21, EU:C:2023:523, σκέψεις 60–61).
47. Περαιτέρω, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι δεν απαιτείται το εθνικό δικαστήριο να απευθύνεται το ίδιο σε επαγγελματία του τομέα της υγείας. Δύναται να υποχρεώσει την αποφαινόμενη αρχή να μεριμνήσει για την παραπομπή του αιτούντος στην εξέταση που διατάχθηκε και να του κοινοποιήσει τα αποτελέσματα το συντομότερο δυνατόν (B.F., C‑283/24, σκέψη 39). Η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει ότι η αποφαινόμενη αρχή διαθέτει ή ενεργοποιεί, σε συνεργασία με τις λοιπές αρμόδιες κρατικές αρχές και υπηρεσίες, τον κατάλληλο διοικητικό μηχανισμό για την έγκαιρη εκτέλεση της δικαστικής οδηγίας.
48. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο είχε τόσο την εξουσία να διατάξει τη διενέργεια των επίμαχων εξετάσεων, αφού τις έκρινε αναγκαίες για την πλήρη και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αίτησης και αφού η Αιτήτρια συγκατατέθηκε ρητώς σε αυτές. Αντιστοίχως, οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να λάβουν, ευθύς μετά την έκδοση της σχετικής οδηγίας, όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την έγκαιρη πραγματοποίηση της εξέτασης και την προσκόμιση των αποτελεσμάτων ενώπιον του Δικαστηρίου.
49. Δεν παραγνωρίζεται ότι, κατά το άρθρο 125(1)(α)(iii) του περί Προσφύγων Νόμου, η απόφαση επί προσφυγής η οποία υποβάλλεται ενώ ο προσφεύγων βρίσκεται σε Κέντρο Ελέγχου Διαλογής, Υποδοχής και Ταυτοποίησης ή σε άλλη κατάλληλη τοποθεσία στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα πρέπει να εκδίδεται εντός οκτώ εβδομάδων από την ημερομηνία καταχώρισης της προσφυγής. Η ταχύτητα της διαδικασίας, όμως, τελεί ρητώς υπό την επιφύλαξη της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης της προσφυγής και δεν δύναται να επιτευχθεί εις βάρος της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας ή της ορθής αξιολόγησης των πραγματικών αναγκών διεθνούς προστασίας.
50. Εξάλλου, το άρθρο 53 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 προβλέπει τη μη εφαρμογή ή την παύση εφαρμογής της διαδικασίας στα σύνορα όταν συντρέχουν οι εκεί καθοριζόμενες περιστάσεις, περιλαμβανομένων λόγων ιατρικής φύσεως ή της αδυναμίας παροχής της αναγκαίας υποστήριξης για την προσήκουσα εξέταση της αίτησης. Συνεπώς, εφόσον οι αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις δεν ήταν δυνατόν να ολοκληρωθούν εντός των αυστηρών χρονικών ορίων της διαδικασίας στα σύνορα, υπήρχε ο προβλεπόμενος από τον Κανονισμό μηχανισμός για την έξοδο της Αιτήτριας από τη συγκεκριμένη διαδικασία. Οι Καθ’ ων η αίτηση, εντούτοις, ούτε ενεργοποίησαν τον μηχανισμό αυτό ούτε εκτέλεσαν εγκαίρως τις οδηγίες του Δικαστηρίου.
51. Το Δικαστήριο παραχώρησε στους Καθ’ ων η αίτηση, παρά το ιδιαιτέρως περιορισμένο χρονικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα διαδικασία, εύλογο και επαρκή χρόνο για συμμόρφωση. Η υπόθεση αναβλήθηκε για τον συγκεκριμένο σκοπό και δόθηκαν επανειλημμένες και σαφείς οδηγίες ως προς την ολοκλήρωση των εξετάσεων και τον χρόνο καταχώρισης των αποτελεσμάτων τους. Δεν προβλήθηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο και αντικειμενικά ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί τη μη εκτέλεση των οδηγιών. Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να είχαν ενεργήσει αμέσως, λαμβανομένων υπόψη τόσο της φύσης του επίμαχου ισχυρισμού όσο και των αυστηρών προθεσμιών της διαδικασίας στα σύνορα.
52. Η μη πραγματοποίηση των διαταχθεισών εξετάσεων δεν αποτελεί, επομένως, μία επουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια. Στερεί από το Δικαστήριο κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο το ίδιο έκρινε αναγκαίο για την αξιολόγηση ενός αυτοτελούς και ουσιώδους ισχυρισμού περί παρελθούσας δίωξης. Χωρίς το στοιχείο αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αξιολογήσει ολοκληρωμένα ούτε την αξιοπιστία του ισχυρισμού ούτε τη σημασία του για τις πραγματικές ανάγκες διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας και, συνακόλουθα, αδυνατεί να προβεί στην πλήρη, εξατομικευμένη και ex nunc εξέταση που επιβάλλουν το άρθρο 67 παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, το άρθρο 47 του Χάρτη και το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου.
53. Το παρόν διαφοροποιείται από την περίπτωση στην οποία αναφέρονται οι σκέψεις 34 και 35 της απόφασης B.F., C‑283/24. Η επίδικη πράξη δεν ακυρώνεται απλώς και μόνο επειδή η αποφαινόμενη αρχή παρέλειψε, κατά το διοικητικό στάδιο, να παραπέμψει την Αιτήτρια σε ιατρική εξέταση. Το Δικαστήριο άσκησε την εξουσία που του αναγνωρίζει η εν λόγω απόφαση, διέταξε τη διενέργεια της εξέτασης και παρείχε στους Καθ’ ων η αίτηση επαρκή χρόνο και επανειλημμένες ευκαιρίες συμμόρφωσης. Η ακύρωση καθίσταται αναγκαία επειδή η μη εκτέλεση της δικαστικής οδηγίας, σε συνδυασμό με την παρέλευση των δεσμευτικών προθεσμιών της διαδικασίας στα σύνορα, κατέστησε αντικειμενικά αδύνατη την άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και την έκδοση ασφαλούς κρίσης επί της ουσίας.
54. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου επί των πραγματικών αναγκών διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, χωρίς το αποδεικτικό στοιχείο που κρίθηκε αναγκαίο, θα ήταν ελλιπής και θα αντέβαινε στην απαίτηση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Το Δικαστήριο δεν δύναται ούτε να υποκαταστήσει το ελλείπον ιατρικό πόρισμα με εικασίες ούτε να θεωρήσει την παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση ως στοιχείο που λειτουργεί σε βάρος της Αιτήτριας.
55. Ως εκ τούτου, η παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση να συμμορφωθούν εγκαίρως με τις σαφείς οδηγίες του Δικαστηρίου, παρά τον εύλογο χρόνο που τους παραχωρήθηκε και παρά τη δυνατότητα παύσης εφαρμογής της διαδικασίας στα σύνορα, απέτρεψε τη συγκέντρωση του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού και κατέστησε αδύνατη την άσκηση του απαιτούμενου πλήρους και ex nunc ελέγχου.
56. Το Δικαστήριο παραχώρησε στους Καθ’ ων η αίτηση, παρά το ιδιαιτέρως περιορισμένο χρονικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα διαδικασία, εύλογο και επαρκή χρόνο για συμμόρφωση προς τις οδηγίες του. Η υπόθεση αναβλήθηκε για τον συγκεκριμένο σκοπό και δόθηκαν επανειλημμένες και σαφείς οδηγίες ως προς την ολοκλήρωση των εξετάσεων και τον χρόνο καταχώρισης των αποτελεσμάτων τους. Δεν προβλήθηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο και αντικειμενικά ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί τη μη εκτέλεση των οδηγιών. Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση όφειλαν να είχαν ενεργήσει αμέσως, λαμβανομένων υπόψη τόσο της φύσης του επίμαχου ισχυρισμού όσο και των αυστηρών προθεσμιών που διέπουν τη διαδικασία στα σύνορα.
57. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να υπομνησθεί η πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, με την οποία διευκρινίστηκε περαιτέρω το εύρος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου [βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025, Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 13/2025, Δημοκρατία ν. Μ.Υ.Α.L., ημερ. 18.12.2025· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, Δημοκρατία ν. Μ.A.L., ημερ. 18.12.2025]. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι το παρόν Δικαστήριο ασκεί διττό έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας επί των διοικητικών πράξεων που εμπίπτουν στην καθ’ ύλην δικαιοδοσία του και ότι, στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που διαθέτει, δύναται, αναλόγως των περιστάσεων, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να θεραπεύσει συγκεκριμένη έλλειψη της διοικητικής διαδικασίας και να υποβάλει ενώπιόν του τα συναφή πορίσματα. Περαιτέρω, κατά την ίδια νομολογία, όταν το ίδιο το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να θεραπεύσει την επίμαχη έλλειψη κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτούμενες διαδικαστικές εγγυήσεις, απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στην Υπηρεσία Ασύλου προς επανεξέταση.
58. Η ως άνω νομολογιακή καθοδήγηση τυγχάνει άμεσης εφαρμογής, κατ’ αναλογίαν, στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο, αντί να προχωρήσει ευθύς εξαρχής σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω της απουσίας του αναγκαίου ιατρικού αποδεικτικού υλικού, αξιοποίησε τη δικονομική δυνατότητα που διαθέτει στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc εξέτασης της προσφυγής και έδωσε στους Καθ’ ων η αίτηση τη δυνατότητα να μεριμνήσουν για τη διενέργεια των αναγκαίων ιατρικών εξετάσεων και να θέσουν τα αποτελέσματά τους ενώπιόν του. Προς τον σκοπό αυτό παραχωρήθηκε εύλογος χρόνος, η υπόθεση αναβλήθηκε και δόθηκαν επανειλημμένες οδηγίες. Παρά ταύτα, μέχρι και την τελευταία ορισθείσα δικάσιμο, οι εξετάσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί και τα αποτελέσματά τους δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
59. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν δύναται, αφενός, να προχωρήσει σε οριστική κρίση επί των πραγματικών αναγκών διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας παραβλέποντας ένα αποδεικτικό μέσο το οποίο το ίδιο έχει ήδη κρίνει ουσιώδες και αναγκαίο για την πλήρη και εξατομικευμένη αξιολόγηση του ισχυρισμού περί υποβολής της σε ΑΓΓΟ. Αφετέρου, η υποχρέωση πλήρους και ex nunc εξέτασης δεν μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να συνεπάγεται την επ’ αόριστον αναβολή της έκδοσης της δικαστικής απόφασης εν αναμονή της εκτέλεσης οδηγιών για τις οποίες έχει ήδη παραχωρηθεί εύλογος και επαρκής χρόνος, ιδίως ενόψει του αυστηρού χρονικού πλαισίου που ο ίδιος ο νομοθέτης έχει θεσπίσει για την εκδίκαση των προσφυγών στο πλαίσιο της διαδικασίας στα σύνορα.
60. Διευκρινίζεται ότι, μολονότι η άμεση συνέπεια της παρέλευσης της προθεσμίας των δώδεκα εβδομάδων από την καταχώριση της αίτησης είναι η παύση εφαρμογής της διαδικασίας στα σύνορα και η συνέχιση της εξέτασης της αίτησης στο πλαίσιο της κανονικής διαδικασίας, το χρονικό διάστημα που παραχωρήθηκε εν προκειμένω για τη συμμόρφωση προς τις οδηγίες του Δικαστηρίου εξακολουθεί, σε κάθε περίπτωση, να κρίνεται εύλογο και επαρκές.
61. Το Δικαστήριο έχει, επομένως, εξαντλήσει τη δυνατότητα συμπλήρωσης του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, χωρίς τούτο να καταστεί εφικτό εντός ευλόγου χρόνου. Υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας του Εφετείου, και δεδομένου ότι η ελλείπουσα ιατρική διερεύνηση αφορά στοιχείο το οποίο κρίνεται ουσιώδες για την ορθή και πλήρη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, η προσήκουσα πλέον δικονομική συνέπεια είναι η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αναπομπή της υπόθεσης στην Υπηρεσία Ασύλου, προκειμένου να διενεργηθεί η αναγκαία ιατρική εξέταση, υπό την προϋπόθεση της συναίνεσης της Αιτήτριας, και να επανεξεταστεί η αίτησή της υπό το φως των αποτελεσμάτων αυτής και του συνόλου των λοιπών κρίσιμων στοιχείων.
62. Διευκρινίζεται ότι η παρούσα κατάληξη δεν προδικάζει ούτε την αξιοπιστία του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί υποβολής της σε ΑΓΓΟ, ούτε την τελική αξιολόγηση των προϋποθέσεων αναγνώρισής της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Η αναπομπή καθίσταται αναγκαία ακριβώς επειδή, χωρίς την ολοκλήρωση της ιατρικής διερεύνησης που κρίθηκε ουσιώδης, δεν υφίσταται επί του παρόντος επαρκές αποδεικτικό υπόβαθρο για ασφαλή και πλήρη κρίση επί των ζητημάτων αυτών.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει με την ακύρωση της επίδικης πράξης, επιδικάζοντας €700 συν Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο