G.N.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: T226/26, 18/9/2026
print
Τίτλος:
G.N.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: T226/26, 18/9/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: T226/26

 

18 Σεπτεμβρίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

 

G.N.L.                                                     Αιτητού

 

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση

 …………………….

 

J. Betito & Μ. Μαυρονικόλας για Πιερίδης και Πιερίδης, Δικηγόρος για τους Αιτητές

Χ. Δημητρίου (κα.) για Κ. Χρυσοστόμου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 6.4.2026, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία, καθώς η εν λόγω αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων 2000 έως 2025.

 

Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής: «ΛΔΚ»). Εισήλθε παράτυπα στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και περί τις 9.6.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 8.10.2024, πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή αναφορικά με το αίτημά του για διεθνή προστασία από λειτουργό, ο οποίος στις 10.10.2024, υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο αυθημερόν. Η απορριπτική απόφαση επί της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 6.11.2024 και, στις 27.11.2024, καταχώρισε την προσφυγή υπ’ αριθμό 4736/24, η οποία απορρίφθηκε στις 10.11.2025, λόγω μη προώθησης.  Στις 20.3.2026, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στις 6.4.2026. Η σχετική απόφαση κοινοποιήθηκε στον ίδιο στις 12.5.2026, αποτελούσα το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

 

Νομικοί Ισχυρισμοί

 

2.             Ο συνήγορος του Αιτητή δεν παρέστη κατά την ακροαματική διαδικασία, χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερώσει το Δικαστήριο ή να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα αναβολής. Εντούτοις, ο Αιτητής ήταν παρών και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν απέρριψε την προσφυγή του, αλλά προχώρησε στην εξέτασή της, υποβάλλοντάς του διευκρινιστικής φύσεως ερωτήματα αναφορικά με τα έγγραφα που ο ίδιος προσκόμισε στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του.

 

3.             Κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 3(ε) των περί της λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχει τροποποιηθεί, οι Καθ’ ων η αίτηση συμμετέχουν στην παρούσα διαδικασία δια της καταχωρίσεως υπομνήματος, αλλά δεν συμμετέχουν στην ακροαματική διαδικασία. Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση το παρόν Δικαστήριο έκρινε σκόπιμη την κλήση των Καθ’ ων η αίτηση και τη συμμετοχή τους και κατά την ακροαματική διαδικασία.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (στο εξής: Κανονισμός αναγνώρισης/Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1347), δυνάμει του άρθρου 42 αυτού, εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.

8.             Το άρθρο 3 στοιχείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσφυγας».

9.             Ο όρος «πρόσφυγας» ορίζεται και στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου του 2026 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος).

10.          Το καθεστώς του πρόσφυγα χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

11.          Το άρθρο 3 στοιχείο 6) του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 ορίζει τον όρο «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία».

12.          Το καθεστώς επικουρικής προστασίας χορηγείται σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347.

13.          Αντιστοίχως, οι εφαρμοστικές του ενωτικού νομοθετικού πλαισίου διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, ορίζουν τα εξής:

14.          Το άρθρο 51 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει ότι:

«51. Ο Προϊστάμενος με απόφασή του χορηγεί το καθεστώς πρόσφυγα σε αιτητή, εάν κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του έχει αποδειχθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των Κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

15.          Το άρθρο 53 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει ότι:

 «53. Ο Προϊστάμενος, με απόφασή του, χορηγεί το καθεστώς επικουρικής προστασίας σε αιτητή εάν, κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, έχει αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις των Κεφαλαίων ΙΙ και V του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347».

16.          Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347, το οποίο τιτλοφορείται «Υποβολή πληροφοριών και αξιολόγηση γεγονότων και περιστάσεων» προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι αιτούντες υποβάλλουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν και τα οποία τεκμηριώνουν την αίτηση διεθνούς προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι αιτούντες συνεργάζονται πλήρως με την αποφαινόμενη αρχή και με άλλες αρμόδιες αρχές και παραμένουν παρόντες και διαθέσιμοι στο έδαφος του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησής τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, μεταξύ άλλων κατά την αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων της αίτησης.[…]».

17.          Επισημαίνεται συναφώς ότι, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα και χορήγησης καθεστώτος επικουρικής προστασίας, το νέο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές σε σχέση με το προϊσχύσαν καθεστώς της Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας και των αντίστοιχων εθνικών εναρμονιστικών ρυθμίσεων, αλλά διατήρησε, κατ’ ουσίαν, τα ίδια κριτήρια υπαγωγής στα δύο καθεστώτα διεθνούς προστασίας.

18.          Το άρθρο 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 προβλέπει τα ακόλουθα:[1]

«Απαράδεκτες αιτήσεις

12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν- (α) [...] (β) [...] (γ) [...]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή

(ε) [...]».

19.    Το άρθρο 16Δ του των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 ορίζει τα εξής:

«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης

16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -

(i) Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής[...]».

 

Κατάληξη

20.          Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc.  (βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας και εν προκειμένω την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησης ως παραδεκτής.

 

21.          Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη αποτελεί απόφαση εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ (ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων) και 13 (κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων), όταν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας. Υπογραμμίζεται δε ότι καταρχήν ο Προϊστάμενος στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση εκ νέου διενέργειας συνέντευξης (άρθρο 16Δ(2) του περί Προσφύγων Νόμου).

 

22.          Το ζήτημα της εξέτασης των μεταγενέστερων αιτήσεων και ειδικότερα της έννοιας των νέων στοιχείων και πορισμάτων εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710, σκέψεις 31 έως 44. Η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται  σε δύο στάδια: Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων (βλ. επίσης απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34).

 

23.          Οι προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης, συνεπώς, οι οποίες ανήκουν στο πρώτο στάδιο εξέτασης μίας μεταγενέστερης αίτησης, όπως μεταφέρθηκαν στην εθνική έννομη τάξη είναι οι ακόλουθες:

 

24.          Πρώτον, καθορίζεται εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

25.          Δεύτερον, εάν τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 

26.          Τρίτον, εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία, που αφορούσε την εξέταση της αίτησής του. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.  

 

27.          Ως εκ τούτου, σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου δεν υφίσταται ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης ασύλου, αλλά κρίση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η διαδικασία ουσιαστικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης επαφίεται πλέον στην δικονομική αυτονομία των κρατών μελών.

 

28.          Εν προκειμένω, ο Αιτητής, κατά την καταγραφή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω προβλήματος που αφορούσε απειλές κατά της ζωής του από την οικογένεια της συζύγου του. Ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο προκειμένου να ζητήσει προστασία, καθώς δεν μπορεί πλέον να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, όπου η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι δεχόταν επανειλημμένες απειλές και ότι ανά πάσα στιγμή κινδύνευε να υποστεί βλάβη. (βλ. ερ. 1 και μετάφραση αυτού στο ερ. 12 του διοικητικού φακέλου)

 

29.          Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης, ο Αιτητής, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείς στις 16.6.1993 και ως περιοχή καταγωγής δήλωσε την πρωτεύουσα Κινσάσα. Ο Αιτητής είναι άγαμος και έχει ένα ανήλικο τέκνο στη χώρα καταγωγής του, από την πρώην σύντροφό του. Ως προς το θρήσκευμά του, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός, ενώ ως προς τη φυλετική/εθνοτική του καταγωγή δήλωσε ότι ανήκει στην ομάδα Bandundu. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ ανέφερε ότι φοίτησε σε πανεπιστήμιο, χωρίς, ωστόσο, να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Η μητρική γλώσσα του Αιτητή είναι τα Λινγκάλα, ενώ ομιλεί επίσης γαλλικά και Κικονγκό (Kikongo). Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ανέφερε ότι αμφότεροι οι γονείς του έχουν αποβιώσει και ότι έχει μία αδελφή και έξι ετεροθαλή αδέλφια, τα οποία διαμένουν στην Κινσάσα. Ο Αιτητής διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του, καθώς και με το ανήλικο τέκνο του, ενώ ανέφερε ότι δεν διατηρεί στενές επαφές με τα λοιπά μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του.

 

30.          Εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 20.09.2021, αναχωρώντας από το διεθνές αεροδρόμιο της Κινσάσα, και, μέσω πτήσης ανταπόκρισης από την Κωνσταντινούπολη, αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και της φοιτητικής του θεώρησης (visa), χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του. Στις 30.04.2022 εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ανέφερε ότι τα έξοδα του ταξιδιού του καλύφθηκαν από φίλο του πατέρα του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχε συλληφθεί και τεθεί υπό κράτηση από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, πλην όμως, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων εις βάρος του, αφέθηκε ελεύθερος.

 

31.          Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω απειλών που δεχόταν από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του, καθότι η ίδια δεν επιθυμούσε να παντρευτεί άλλον άνδρα.

 

32.          Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, (β) απειλές που δέχτηκε από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του επειδή η ίδια δεν επιθυμούσε να παντρευτεί αυτόν που της υπέδειξαν. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι αυτός παρείχε συνεκτικές δηλώσεις, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνταν της απαιτούμενης επάρκειας ως προς τις λεπτομέρειές τους και δεν παρουσίαζαν χρονική συνέπεια.

 

33.          Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού και λαμβάνοντας συνολικά υπόψη την κατάσταση ασφαλείας και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση, κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι σε περίπτωση που ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του στη ΛΔΚ και συγκεκριμένα στη περιοχή Κινσάσα, να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας. Κατά τη νομική ανάλυση που ακολούθησε, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

34.          Όπως προκύπτει από το ιστορικό της διαδικασίας, η αρχικώς καταχωρισθείσα από τον Αιτητή προσφυγή απορρίφθηκε, χωρίς να εξεταστεί επί της ουσίας, λόγω μη προώθησής της.

 

35.          Κατά την καταγραφή της μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αδυνατεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθώς κατηγορήθηκε για την διάπραξη ποινικού αδικήματος από ένα πρόσωπο ονόματι «Β.Μ.». Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εκκρεμεί σε βάρος του ένταλμα σύλληψης με αποτέλεσμα να θεωρείται καταζητούμενος από τις αρχές της χώρας του. Προκειμένου να στηρίξει τους ανωτέρω ισχυρισμούς, ο Αιτητής προσκόμισε σειρά εγγράφων (βλ. ερυθρά 118, 106 και 115-105 του διοικητικού φακέλου). Τα έγγραφα αφορούν έγγραφο εντάλματος σύλληψης (Bench Warrant) και έγγραφο ειδοποίησης αναζήτησης (Wanted Notice), στο εξής: (“Ειδοποίηση Καταζητούμενου Προσώπου”), εκδοθέντων τον Απρίλιο του 2021. .

36.          Αξιολογώντας το σύνολο των δηλώσεων και των εγγράφων που προσκόμισε ο Αιτητής κατά τη μεταγενέστερη αίτησή του οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν τα εξής.

 

37.          Στην Έκθεση-Εισήγηση που ετοιμάστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση επί της μεταγενέστερης αίτησης, κρίθηκε ότι τα όσα προέβαλε δεν είχαν αναφερθεί από τον ίδιο κατά την προγενέστερη εξέταση του αιτήματος του, γεγονός που οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα. Επιπλέον σημειώνουν, ότι ο Αιτητής υπέβαλε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 27.11.2024, η οποία ωστόσο απορρίφθηκε στις 10.11.2025, λόγω μη προώθησης της. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι ο Αιτητής δεν διέθετε βάσιμους λόγους για την ανατροπή της πρωτοβάθμιας κρίσης, με αποτέλεσμα η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, να καταστεί τελική. Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή, παρόλο που τυπικά συνιστούν νέα στοιχεία, ωστόσο κρίθηκε ότι δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθώς η αποδεικτική τους ισχύ είναι περιορισμένη. Τα έγγραφα αυτά έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα και μόνο. Από τη στιγμή που η εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή απορρίφθηκε κατά την ουσία εξέταση της αίτησης του, τα εν λόγω έγγραφα τα οποία φέρνουν σοβαρές ενδείξεις μη γνησιότητας κρίθηκαν ως μη ικανά να μεταβάλουν την έκβαση του αιτήματος.

 

38.          Με βάση τα ανωτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση κατέληξαν ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή είναι απαράδεκτη, κρίνοντας περαιτέρω ότι αυτός δεν διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή της αρχής της μη επαναπροώθησης. 

 

39.          Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής κλήθηκε να διευκρινίσει για ποιο λόγο δεν είχε προσκομίσει σε προγενέστερο στάδιο τα έγγραφα που επικαλείται στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, δεδομένου ότι αυτά φέρουν ημερομηνίες του έτους 2021, ενώ η συνέντευξή του έλαβε χώρα το 2024. Ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο της συνέντευξής του, δεν γνώριζε ότι έπρεπε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει στη χώρα καταγωγής του και ότι δεν είχε σκεφτεί να φέρει μαζί του σχετικά έγγραφα.

 

40.          Ερωτηθείς περαιτέρω ως προς τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλισε τα επίμαχα έγγραφα, δήλωσε ότι αυτά του απεστάλησαν από τον θείο του, ενώ ανέφερε ότι τα έγγραφα είχαν αποσταλεί στα μέλη της οικογένειάς του. Διευκρίνισε ότι τα ζήτησε όταν ο δικηγόρος του τού ανέφερε ότι έπρεπε να τα προσκομίσει.

 

41.          Ως προς τις συνθήκες αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κλήθηκε να εξηγήσει πώς κατόρθωσε να την εγκαταλείψει χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα έγγραφα και τους ισχυρισμούς του, εκκρεμούσαν σε βάρος του σχετικές διαδικασίες και ένταλμα σύλληψης. Ειδικότερα, ερωτήθηκε πώς κατόρθωσε, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, να διέλθει από τους ελέγχους ασφαλείας του αεροδρομίου και να αναχωρήσει από τη χώρα. Ο Αιτητής απάντησε ότι στη χώρα του υπάρχει διαφθορά και ότι κατόρθωσε να αναχωρήσει χρησιμοποιώντας έγγραφα άλλου προσώπου.

 

42.          Υπό το φως των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, και αξιολογώντας τα όσα ανέφερε και προσκόμισε κατά τη μεταγενέστερη αίτησή του επισημαίνονται τα εξής. Σχετικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα, όπως επισημαίνεται στον Πρακτικό οδηγό της ΕΑSO (πλέον EUAA) για τις μεταγενέστερες αιτήσεις, του Δεκεμβρίου 2021,[2] τα νέα στοιχεία δύνανται να προέρχονται από γεγονότα που υφίσταντο ήδη κατά την πρώτη εξέταση (τα οποία, ωστόσο, δεν γνώριζε ο αιτών) ή να αναφέρονται σε γεγονότα που ανέκυψαν έκτοτε. Είναι συνεπώς δυνατόν να παρουσιαστούν νέα στοιχεία στα εξής τρία σενάρια: στο πλαίσιο πραγματικού γεγονότος που έχει ήδη παρουσιαστεί και αξιολογηθεί,  στο πλαίσιο νέου πραγματικού γεγονότος και ως εντελώς νέοι ισχυρισμοί.

 

43.          Τα προσκομισθέντα από τον Αιτητή έγγραφα, η γνησιότητα των οποίων δε δύναται να επιβεβαιωθεί, αυτά εκτιμώνται ελεύθερα σε συνάρτηση με τα λοιπά στοιχεία που έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο. Κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 3866, Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Τελικώς και η γνησιότητα των εγγράφων θα διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, άλλως αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς, αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν[3]. Ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο συναξιολογεί καταρχάς τα έγγραφα ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 10.6.2021, την υπόθεση C 921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66).

 

44.          Ως προς το προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτό φέρει χειρόγραφες σημειώσεις και σφραγίδες τοποθετημένες σε σημεία όπου δεν υφίσταται αντίστοιχο τυπωμένο πεδίο. Επιπλέον, ως όνομα του καταζητούμενου αναγράφεται το «Ahmed Luzingu», αντί του ορθού ονόματος του Αιτητή, «Gedeon Ngengu Luzingu». Η αναντιστοιχία αυτή δεν αποτελεί επουσιώδες γραφικό σφάλμα, αλλά αφορά το κατεξοχήν στοιχείο ταυτοποίησης του προσώπου κατά του οποίου φέρεται να έχει εκδοθεί το ένταλμα. Τα χαρακτηριστικά αυτά, εξεταζόμενα σωρευτικά, εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητα και την προέλευση του εγγράφου και περιορίζουν ουσιωδώς την αποδεικτική του αξία.

 

45.          Επικουρικώς, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το ένταλμα παρουσιάζει ορισμένη αποδεικτική αξία, από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι αφορά τη διερεύνηση κοινών ποινικών αδικημάτων. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των αδικημάτων αυτών και του ισχυρισμού του Αιτητή περί απειλών από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του. Η δε αναζήτηση προσώπου από τις αρμόδιες αρχές για τη διερεύνηση κοινών ποινικών αδικημάτων συνιστά, καταρχήν, άσκηση των αρμοδιοτήτων επιβολής του νόμου και όχι πράξη δίωξης κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου. Το έγγραφο δεν καταδεικνύει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει κίνδυνο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

46.          Προς πληρέστερη εξέταση του εγγράφου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές σχετικά με τις προϋποθέσεις έκδοσης εντάλματος σύλληψης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Σύμφωνα με έκθεση του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά, η οποία δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2022, τα άρθρα 27 και 28 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπουν ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να τεθεί υπό προληπτική κράτηση μόνον εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής και τα αποδιδόμενα γεγονότα συνιστούν αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Η προληπτική κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και ο εισαγγελέας δύναται, αφού ανακρίνει τον κατηγορούμενο, να εκδώσει προσωρινό ένταλμα σύλληψης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός θα προσαχθεί ενώπιον του πλησιέστερου αρμόδιου δικαστή. Εάν ο δικαστής βρίσκεται στην ίδια περιοχή με τον εισαγγελέα, η προσαγωγή πρέπει να γίνει το αργότερο εντός πέντε ημερών από την έκδοση του προσωρινού εντάλματος.[4]

 

47.          Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την εγκύκλιο υπ’ αρ. 001/D.008/IM/PGR/2006 της 31.3.2006, το ένταλμα σύλληψης εκδίδεται μετά το πέρας της ανάκρισης και πρέπει να περιλαμβάνει πλήρη αιτιολογία ως προς τις σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου. Επιπλέον, εκπρόσωπος του Centre des droits de l’homme (CDH) περιέγραψε το ένταλμα σύλληψης ως επίσημο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από εισαγγελέα ή από τη δικαστική αστυνομία και φέρει υπογραφή και σφραγίδα της αρμόδιας αρχής.[5] Τα στοιχεία αυτά δεν αίρουν τις προαναφερθείσες αμφιβολίες ως προς το συγκεκριμένο έγγραφο ούτε θεραπεύουν την εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του Αιτητή και τις μορφολογικές ιδιαιτερότητές του.

 

48.          Αντίστοιχες επιφυλάξεις εγείρει και η προσκομισθείσα ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου (wanted notice/avis de recherche). Μολονότι φέρει φωτογραφία του Αιτητή, αναγράφει το όνομα «Luzingu Ahmed», ενώ οι σφραγίδες έχουν τοποθετηθεί σε ασυνήθη θέση, κάτω από το κείμενο του εγγράφου. Επί αυτού υπάρχει επίσης χειρόγραφη σημείωση με το γράμμα «Χ», της οποίας η προέλευση και ο σκοπός δεν προκύπτουν. Περαιτέρω, το περιεχόμενο του εγγράφου παραμένει γενικό: περιορίζεται στην παράθεση διατάξεων του ποινικού κώδικα, χωρίς ειδική περιγραφή των αποδιδόμενων πράξεων, των περιστάσεων ή του χρόνου τέλεσής τους. Ως εκ τούτου, δεν καθίσταται δυνατή η σύνδεσή του με την προσωπική ιστορία του Αιτητή ή με την προβαλλόμενη διαφορά του με την οικογένεια της πρώην συντρόφου του.

 

49.          Αναφορικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά τέτοιων εγγράφων, έκθεση του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά επισημαίνει ότι τα έγγραφα της αστυνομίας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ενδέχεται να διαφοροποιούνται ως προς τη μορφή, το χρώμα και το είδος του χαρτιού, πλην όμως πρέπει να συμμορφώνονται με τις νόμιμες προϋποθέσεις και τον προβλεπόμενο τύπο, ενώ, κατά κανόνα, τα χρησιμοποιούμενα έντυπα είναι πανομοιότυπα σε ολόκληρη τη χώρα.[6]

 

50.          Κατά την ίδια πηγή, η ειδοποίηση καταζητούμενου προσώπου αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο που αποσκοπεί στη διερεύνηση γεγονότων και επιτρέπει στο γραφείο του εισαγγελέα (Officier du Ministère Public – OMP) να αναζητήσει τον φερόμενο ως δράστη ή καταδικασθέντα που έχει εξαφανιστεί. Συνοδεύεται πάντοτε από ένταλμα προσαγωγής (mandat d’amener), με σκοπό την εμφάνιση του προσώπου ενώπιον του OMP ή, αναλόγως της περίπτωσης, τη σύλληψή του, και πρέπει να δημοσιοποιείται ώστε όποιος διαθέτει σχετικές πληροφορίες να τις γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή. Η διαδικασία μπορεί να κινηθεί κατόπιν γραπτής ή προφορικής καταγγελίας, πληροφορίας από πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα και τον δράστη ή παραπομπής από δικαστική ή αστυνομική αρχή. Ως προς την εκδίδουσα αρχή, οι πηγές αναφέρουν είτε τον OMP είτε αξιωματικό της δικαστικής αστυνομίας (Officier de Police Judiciaire – OPJ).

 

51.          Οι πηγές δεν είναι απολύτως ομοιόμορφες ως προς τη διάρκεια ισχύος και τις αρμόδιες αρχές έκδοσης. Κατά μία πηγή, οι ειδοποιήσεις που εκδίδονται από τον OPJ ισχύουν για τρεις μήνες, ενώ άλλη αναφέρει ότι δύνανται να εκδίδονται από την Εθνική Αστυνομία του Κονγκό (Police Nationale Congolaise – PNC), το γραφείο του εισαγγελέα ή τις δυνάμεις ασφαλείας. Παρά τις διαφοροποιήσεις αυτές, η εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του Αιτητή, η απουσία συγκεκριμένων περιστατικών και οι λοιπές μορφολογικές ιδιαιτερότητες του επίμαχου εγγράφου εξακολουθούν να δημιουργούν ουσιώδεις αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία και την αυθεντικότητά του. Συνεπώς, και το έγγραφο αυτό αξιολογείται ως μειωμένης αποδεικτικής αξίας.

 

52.          Οι αμφιβολίες εντείνονται από τη χρονική ακολουθία και την εξέλιξη των ισχυρισμών του Αιτητή. Τα έγγραφα φέρονται να έχουν εκδοθεί τον Απρίλιο του 2021, ενώ η συνέντευξή του επί της αρχικής αίτησης πραγματοποιήθηκε το 2024. Επομένως, ακόμη και αν δεν ήταν τότε σε θέση να τα προσκομίσει, θα αναμενόταν ευλόγως να είχε αναφέρει την ύπαρξη των ποινικών διαδικασιών ή το γεγονός ότι αναζητείτο από τις κρατικές αρχές. Ωστόσο, κατά την αρχική διαδικασία επικαλέστηκε απειλές από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του και ανέφερε ότι είχε κατηγορηθεί ψευδώς για την απαγωγή της, αλλά αφέθηκε ελεύθερος όταν αποδείχθηκε η αθωότητά του. Αντιθέτως, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση τον εμφανίζουν ως καταζητούμενο για διαφορετικά αδικήματα, χωρίς να παρέχεται συγκεκριμένη και πειστική εξήγηση για την εξέλιξη αυτή ή για τη σύνδεσή της με τον αρχικό πυρήνα του αιτήματός του.

 

53.          Ο Αιτητής δεν έδωσε επαρκείς και σαφείς εξηγήσεις ούτε ως προς τον χρόνο και τον τρόπο κατά τον οποίο πληροφορήθηκε την έκδοση των εγγράφων ούτε ως προς την όψιμη προσκόμισή τους. Πρόσθετες αμφιβολίες προκαλεί το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του το 2022, μολονότι οι επίμαχες διαδικασίες φέρονται να εκκρεμούσαν από το 2021. Ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι αναχώρησε χρησιμοποιώντας τα στοιχεία τρίτου προσώπου, ενώ κατά την εξέταση της αρχικής αίτησής του είχε δηλώσει ότι εξήλθε νομίμως με διαβατήριο που εκδόθηκε στο όνομά του το 2021. Η ουσιώδης αυτή διαφοροποίηση, σε συνδυασμό με την απουσία εύλογης εξήγησης για τον τρόπο αναχώρησής του ενώ φέρεται να αναζητείτο από τις αρχές, επηρεάζει δυσμενώς τη συνολική αξιοπιστία του.

 

54.          Υπό το φως όλων των ανωτέρω, τα επίμαχα έγγραφα δεν συνδέονται κατά τρόπο συνεκτικό και αντικειμενικό με τον αρχικό ισχυρισμό του Αιτητή περί φόβου από την οικογένεια της πρώην συντρόφου του. Η όψιμη προσκόμισή τους, οι ουσιώδεις αναντιστοιχίες ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, οι μορφολογικές ιδιαιτερότητες και οι αντιφάσεις στις δηλώσεις του περιορίζουν ουσιωδώς την αποδεικτική τους βαρύτητα. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα δεν δύνανται, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τους λοιπούς ισχυρισμούς του, να αυξήσουν σημαντικά την πιθανότητα αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας ούτε να μεταβάλουν την έκβαση της αρχικής αξιολόγησης.

 

55.          Ως  προς τη γενικότερη τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, διαπιστώθηκαν τα κάτωθι: σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative de développement économique du Congo) και M23.[7] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει της ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[8] και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025.[9] Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[10] Στην Kinshasa, ωστόσο, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[11]

 

56.          Καταληκτικά, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πρωτεύουσα Κινσάσα της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 4.9.2026), καταγράφηκαν 60 περιστατικά πολιτικής βίας[12] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 39 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[13] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 21,852,144 (2026) κατοίκους.[14]

 

57.          Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Εν προκειμένω, καίτοι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή παρουσιάζονται προκλήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι ανωτέρω πηγές δεν περιγράφουν κατάσταση που να ταυτίζεται με καθολική ένοπλη σύρραξη με αμάχους υπό συνεχή αδιάκριτη βία.

 

58.          Υπό το φως των ανωτέρω, τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί του Αιτητή κατά τη μεταγενέστερη αίτησή του αποτελούν μεν νέα στοιχεία, τα οποία εντούτοις  προσκομίστηκαν οψιγενώς από δική του υπαιτιότητα. Σε κάθε περίπτωση  δεν αυξάνουν τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, δεν συντρέχουν οι εκ του νόμου προϋποθέσεις παραδεκτού.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται, με €1400 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

 

                              Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Επισημαίνεται συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 79 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται από τις 12 Ιουνίου 2026 και εφαρμόζεται  στις αιτήσεις διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται από την ημερομηνία αυτή και εφεξής. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η υπό εξέταση μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας καταχωρίστηκε πριν από τις 12 Ιουνίου 2026, αυτή διέπεται από το προϊσχύσαν νομοθετικό πλαίσιο και, ειδικότερα, από τις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, με τις οποίες μεταφέρθηκαν στην κυπριακή έννομη τάξη οι αντίστοιχες διατάξεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

[3] Bλ. European Asylum Support Office (EASO), Practical Guide on Subsequent Applications (December 2021) https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/puαblications/2023-05/Practical_Guide_Subsequent_Applications_EL.pdf

[4] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Judiciary documents, including summonses to appear (mandats de comparution), bench warrants (mandats d'amener) and arrest warrants (mandats d'arrêt); issuing authorities; features of judiciary documents, including contents and appearance; samples (2022–March 2022) [COD200966.FE], 4 April 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458580&pls=1, ημερομηνία πρόσβασης 11.9.2026.

 

[5] Ό.π.

 

[6] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Democratic Republic of the Congo: Documents issued by the Congolese National Police (Police nationale congolaise, PNC), including wanted notices (avis de recherche), police reports and appearance notices (citations à comparaître); their appearance, their security features and the procedure for obtaining these documents; samples (2021–March 2023) [COD201410.FE], 31 March 2023.

 

[7] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία Πρόσβασης: 14.9.2026]

[8] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία Πρόσβασης: 14.9.2026]

[9] UNSC, S/RES/2765 (2024) διαθέσιμο σε https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 14.9.2026]

[10] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', Last updated: Tuesday 14th February 2023, διαθέσιμο σε https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord [Ημερομηνία Πρόσβασης: 14.9.2026]

[11] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023), διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 14.9.2026]

[12] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[13] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 14.9.2026]

[14] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 14.9.2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο