Αρτέμης Καστάνα ν. Δήμος Παραλιμνίου, Αρ. Αίτησης: 430/17, 19/2/2025
print
Τίτλος:
Αρτέμης Καστάνα ν. Δήμος Παραλιμνίου, Αρ. Αίτησης: 430/17, 19/2/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

                   Γ. Μιχαηλίδη         )

                   Κ. Γιασουμή          )  Μελών

                                                                                      Αρ. Αίτησης: 430/17

Μεταξύ:

Αρτέμης Καστάνα

                                                                                                Αιτητή

                                              και

 

                      Δήμος Παραλιμνίου

                                                                    Καθ΄ ων η αίτηση

 

Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου, 2025.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή:  κ.Χρυσάφη Γκλ.

Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ.Χατζηκωσταντή Μ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Αιτητής με το δικόγραφό του ισχυρίζεται ότι εργαζόταν στους Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής «ο Δήμος») από το 2006 ως εργάτης, ότι από τον Μάιο του 2012 εργάζεται ως εργάτης στις παραλίες και ότι την 2/6/17 απολύθηκε αυθαίρετα στη βάση ενδείξεων πιθανής κλοπής.  Ο Αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η απόλυσή του ήταν παράνομη και κακόπιστη και αξιώνει από τους Καθ’ ων η αίτηση, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή αντί προειδοποίηση, πληρωμή 13ου μισθού, αυξημένη αποζημίωση, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο,  έξοδα και Φ.Π.Α.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους ισχυρίζονται ότι η απόλυση του Αιτητή ήταν νόμιμη εφόσον είχαν μαρτυρία ότι ο Αιτητής έκλεψε χρήματα.   Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι έκλεψε, ότι δεν είχε δικαίωμα να προπληρώνεται και ότι δεν έδινε αποδείξεις είσπραξης και αιτούνται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 (στο εξής «ο Νόμος»): «3.-(1)  Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:     ……….».  Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου: «… ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης. 

 

Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, οι Καθ’ ων η αίτηση είναι αυτοί που φέρουν το βάρος να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή.  Ειδικά, οι Καθ’ ων η αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν ότι με βάση τους λόγους που προβάλλουν στο δικόγραφό τους, ο άμεσος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή δικαίωμα σε προειδοποίηση και αποζημίωση.

 

Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές.  Η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ.Οικονόμου, του κ.Χαραλάμπους, της κ.Παρασκευά και του κ.Πιρίλλη.  Ο Αιτητής, για να υποστηρίξει το αίτημά του, προσέφερε τη δική του μαρτυρία.  Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:

 

  1. Η υπηρεσία του Αιτητή στον Δήμο άρχισε τον Απρίλιο του 2006. 

 

  1. Η υπηρεσία του Αιτητή τερματίστηκε την 2/6/17 με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, Τεκμήριο 6.  Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής έχει ως εξής:

 

«Σας πληροφορώ ότι το Δημοτικό Συμβούλιο αφού έλαβε υπόψη τα πρακτικά της Τριμελούς Επιτροπής στις συνεδριάσεις της στις 18 και 22 Μαΐου 2017 στις οποίες έκρινε ότι παραβιάσατε τα καθήκοντά σας και τις οδηγίες του Δήμου με τέτοιο τρόπο που δημιουργεί σοβαρές ενδείξεις ότι πιθανότατα να έγινε κλοπή και κατάχρηση, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από τα δεδομένα και στοιχεία και μαρτυρία που είχε ενώπιον του, αποφάσισε όπως εγκρίνει την απόφαση της Τριμελούς Επιτροπής για άμεσο τερματισμό της απασχόλησής σας ο οποίος ισχύει από σήμερα.

Όλα τα δεδουλευμένα ή οφειλόμενα μέχρι σήμερα θα σας καταβληθούν».     

 

  1. Κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή οι καθαρές απολαβές του ανέρχονταν σε €1.895 μηνιαίως.

 

Ο πρώτος μάρτυρας των Καθ’ ων η αίτηση ήταν ο κ.Οικονόμου, ο οποίος εργάζεται στον Δήμο ως επιθεωρητής παραλιών.  Ο κ.Οικονόμου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι η επιτήρηση και ο έλεγχος των εργατών του Δήμου που ενοικιάζουν ομπρέλες και κρεββατάκια σε παραθεριστές, ότι στις 10:45 το πρωί της 17/5/17 έκανε αιφνιδιαστικό έλεγχο για τις εισπράξεις στην παραλία «Fig Tree Bay», ότι ζήτησε από δύο γυναίκες από την Νορβηγία να του παρουσιάσουν απόδειξη για ομπρέλα και δύο κρεββατάκια και ότι του ανέφεραν ότι είχαν προπληρώσει το ποσό των €45 για 6 ημέρες από την 13/5/17.  Ο κ.Οικονόμου ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι κάλεσε αμέσως τον κ.Πυλιώτη που ήταν υπεύθυνος για την εν λόγω παραλία από την 16/5/17, ότι οι Νορβηγίδες του είπαν ότι δεν ήταν αυτόν που πλήρωσαν, ότι από την περιγραφή κατάλαβε ότι πλήρωσαν τον Αιτητή ο οποίος διαχειριζόταν την παραλία μέχρι την 15/5/17, ότι του παρουσίασαν την απόδειξη με αρ. 25618 για €7.50 που τους έδωσε ο Αιτητής την 13/5/17 και ότι το εν λόγω ποσό αντιστοιχούσε για ενοικίαση μίας ημέρας.  Όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε ο κ.Οικονόμου οι Νορβηγίδες του ανέφεραν ότι την 14/5/17 ο Αιτητής τους έδωσε την απόδειξη με αρ. 25774 για €7.50 χωρίς να πληρώσουν κάτι άλλο, ότι την 15/5/17 είδαν ξανά τον Αιτητή ο οποίος τους χαιρέτησε αλλά δεν τους έδωσε άλλη απόδειξη, ότι την 16/5/17 είδαν τον κ.Πυλιώτη, ότι ο τελευταίος τους ζήτησε να πληρώσουν και ότι του ανέφεραν ότι είχαν πληρώσει σε άλλο υπάλληλο για 6 ημέρες.  Ήταν επίσης η θέση του κ.Οικονόμου ότι ο κ.Πυλιώτης τον ενημέρωσε ότι ο Αιτητής τον προσέγγισε στο Δημαρχείο την 16/5/17, ότι του είπε ότι σε συγκεκριμένο σημείο της παραλίας έρχονται δύο Νορβηγίδες μία εκ των οποίων είναι «φιλενάδα» του, ότι του ζήτησε να μην τις χρεώσει και ότι αυτό τον αναστάτωσε.  Ο κ.Οικονόμου ισχυρίστηκε επιπλέον ότι οι δύο κοπέλες του είπαν ότι ήταν πρόθυμες να δώσουν κατάθεση στην Αστυνομία, ότι ενημέρωσε τον Δήμο μέσω του Δημάρχου, ότι μετέβηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώσστου για να κάμει καταγγελία, ότι έδωσε κατάθεση για τα γεγονότα και ότι πληροφορήθηκε ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε στην Αστυνομία την «ατασθαλία του».  Περαιτέρω, ο κ.Οικονόμου ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα με απόφαση του Δήμου την 18/5/17, ότι την 22/5/17 η τριμελής επιτροπή του Δήμου συνεδρίασε, ότι κλήθηκε ο ίδιος για να αναφέρει τα γεγονότα, ότι κλήθηκε και ο Αιτητής σε απολογία στην παρουσία συντεχνιακού υπαλλήλου και ότι μετά που ακούστηκε ο Αιτητής έγινε εισήγηση στο Δημοτικό Συμβούλιο για άμεση απόλυσή του.  Επίσης, ο κ.Οικονόμου ισχυρίστηκε κατά την αντεξέτασή του ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε κατά την εν λόγω συνεδρίαση ότι προείσπραξε €45 χωρίς να εκδώσει ως όφειλε αποδείξεις και χωρίς να τον ενημερώσει, ότι καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή η ποινική υπόθεση με αρ. 3367/17 Ε.Δ. Αμμοχώστου, ότι ενώ εκκρεμούσε η ποινική υπόθεση ο δικηγόρος του Αιτητή έστειλε επιστολή την 6/3/20 με εισήγηση για απόσυρση του παραπόνου, ότι ανέφερε ότι σε αυτή την περίπτωση ο Αιτητής δεν θα είχε οποιαδήποτε οικονομική απαίτηση από τον Δήμο, ότι ο Δήμος απάντησε θετικά και ότι σε αυτά τα πλαίσια αποσύρθηκε το παράπονο.   Τέλος, ο κ.Οικονόμου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι δόθηκαν γραπτώς στους εργάτες παραλιών τα καθήκοντά τους, Τεκμήριο 9, ότι τους τα ανέφερε και προφορικά ο ίδιος, ότι οι οδηγίες του Δήμου ήταν «πολύ αυστηρές» επειδή στο παρελθόν απολύθηκαν 13 άτομα για ατασθαλίες, ότι οι οδηγίες ήταν να δίδεται απόδειξη για κάθε συναλλαγή, ότι δεν επιτρέπετο η προείσπραξη και ότι κάθε πρωί έπρεπε να παραδίδεται η είσπραξη της προηγούμενης ημέρας. 

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Οικονόμου ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στον Δήμο για 30 χρόνια, ότι 1 – 2 φορές έκανε στον Αιτητή προφορικές συστάσεις για θέματα συμπεριφοράς προς τους πελάτες, ότι «σε μεγάλο βαθμό» ο Αιτητής ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις του, ότι από τη στιγμή που ο Αιτητής δεν παρέδωσε λεφτά που εισέπραξε υπήρχαν «σοβαρές υποψίες» για κατάχρηση, ότι δεν διορίστηκε ερευνών λειτουργός από τον Δήμο και ότι οι δύο Νορβηγίδες έδωσαν γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία. 

 

            Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ.Χαραλάμπους, ο οποίος είναι Λοχίας στην Αστυνομία.  Όπως ισχυρίστηκε ο κ.Χαραλάμπους κατά την κυρίως εξέτασή του ήταν ο ανακριτής σε ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή και ότι ο Αιτητής καταγγέλθηκε μεταξύ άλλων για κλοπή, κατάχρηση εξουσίας, δόλο και κατάχρηση εμπιστοσύνης.  Ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι η ανακριτική κατάθεση του Αιτητή λήφθηκε από συνάδελφό του, Τεκμήριο 11, ότι άλλο άτομο έλαβε τις καταθέσεις των δύο Νορβηγίδων, Τεκμήρια 13 και 14, ότι ο ίδιος έλαβε την κατάθεση του κ.Οικονόμου, Τεκμήριο 12 και ότι οι δύο Νορβηγίδες αναγνώρισαν τον Αιτητή

 

            Αντεξεταζόμενος, ο κ.Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι οι Νορβηγίδες κατέθεσαν ότι ο Αιτητής τους έδωσε μόνο δύο αποδείξεις και ότι η ποινική δίωξη του Αιτητή αναστάληκε. 

 

Τρίτη έδωσε μαρτυρία η κ.Παρασκευά, Πρωτοκολλήτης στο Ε.Δ. Αμμοχώστου.  Η κ.Παρασκευά κατέθεσε το Κατηγορητήριο εναντίον του Αιτητή, Τεκμήριο 21 καθώς και το πρακτικό ημερ. 4/6/20 με το οποίο απορρίφθηκε η ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή, Τεκμήριο 22.  Η κ.Παρασκευά ισχυρίστηκε επίσης ότι πριν την απόσυρση είχε ξεκινήσει η ακρόαση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του Αιτητή.

 

  Αντεξεταζόμενη η κ.Παρασκευά ισχυρίστηκε ότι η ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή απορρίφθηκε.

 

Τέταρτος έδωσε μαρτυρία για τους Καθ’ ων η αίτηση ο κ.Πιρίλλης, ο οποίος διετέλεσε Δήμαρχος από το 2012 μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2024.  Ο κ.Πιρίλλης ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι οι υπάληλοι στην ενοικίαση ομπρελών και κρεβατιών είχαν σαφείς οδηγίες να μην αποδέχοντο προπληρωμή και πάντα να εκδίδουν αποδείξεις για το εισπρακτέο ποσό, ότι μετά το 2012 που εντοπίστηκαν περιστατικά υπεξαίρεσης και κλοπών είχε ο ίδιος επιστήσει την προσοχή σε όλους τους υπαλλήλους αναφέροντάς τους ότι απαγορεύεται να προπληρώνονται, ότι  έπρεπε να εκδίδουν απόδειξη ταυτόχρονα με την είσπραξη και ότι τους τόνισε ότι σε περίπτωση παράβασης θα απολύονταν άμεσα.  Περαιτέρω, ο κ.Πιρίλλης ισχυρίστηκε ότι την 17/5/17 ενημερώθηκε από τον κ.Οικονόμου ότι σε αιφνιδιαστικό έλεγχο ζήτησε από δύο Νορβηγίδες να του παρουσιάσουν απόδειξη, ότι του ανέφεραν ότι είχαν προπληρώσει €45 για 6 ημέρες από την 13/5/17, ότι του παρουσίασαν δύο αποδείξεις για €7.50 εκάστη για τις 13 και 14/5/17 και ότι του ανέφεραν ότι την τρίτη ημέρα ο Αιτητής δεν τους έδωσε αποδειξη.  Ήταν η θέση του κ.Πιρίλλη ότι έδωσε οδηγίες στον κ.Οικονόμου να προβεί άμεσα σε καταγγελία στην Αστυνομία, ότι ακολούθως συνεδρίασε έκτακτα η τριμελής επιτροπή η οποία αποφάσισε άμεσα απομάκρυνση του Αιτητή από την εργασία του από την 18/5/17 και ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε για την προγραμματισμένη συνεδρία της τριμελούς επιτροπής την 22/5/17 στην οποία έπρεπε να παρευρεθεί για να ακουσθεί.  Περαιτέρω, ο κ.Πιρίλλης ισχυρίστηκε ότι την 22/5/17 παρακάθησε ξανά σε συνεδρίαση η τριμελής επιτροπή, ότι μέλος της οποίας ήταν και ο ίδιος, ότι κλήθηκε τόσο ο Αιτητής όσο και ο κ.Οικονόμου, ότι ο Αιτητής στην παρουσία συντεχνιακού υπαλλήλου παραδέχθηκε προείσπραξη, ότι ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε αποδείξεις, ότι όταν του υπέβαλε ότι την 15/5/17 δεν εξέδωσε απόδειξη δεν το αρνήθηκε, ότι για τους λόγους που αναγράφονται στο Τεκμήριο 8 αποφασίστηκε η άμεση απόλυση του Αιτητή,  ότι επειδή ήταν πολύ σοβαρό το ζήτημα κρίθηκε ορθό να τεθεί και στο Δημοτικό Συμβούλιο και ότι το Δημοτικό Συμβούλιο υιοθέτησε την απόφαση της τριμελούς επιτροπής.  Ο κ.Πιρίλλης ισχυρίστηκε επίσης ότι καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή, ότι ένώ αυτή εκκρεμούσε έλαβαν επιστολή από το δικηγόρο του Αιτητή, Τεκμήριο 2, με εισήγηση για απόσυρση του παραπόνου και σε τέτοια περίπτωση ο Αιτητής δεν θα είχε οποιαδήποτε οικονομική απαίτηση από τον Δήμο, ότι το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε θετικά νοουμένου ότι «θα συναινούσε και ο εκπρόσωπος της Εισαγγελίας» και ότι ο Αιτητής αποδέχτηκε την μη ύπαρξη οικονομικής αξίωσης από τον Δήμο με σχετική επιστολή του δικηγόρου του, Τεκμήριο 4.  

 

Αντεξεταζόμενος ο κ.Πιρίλλης ισχυρίστηκε ότι για τον τομέα που εργαζόταν ο Αιτητής η προείσπραξη χρημάτων συνιστά κλοπή, ότι υπήρχαν ρητές οδηγίες για παράδοση των εισπραχθέντων ποσών το επόμενο πρωί, ότι ο Αιτητής δεν παρέδωσε τα χρήματα που εισέπραξε, ότι τους ανέφερε ότι εξέδωσε και την τρίτη ημέρα απόδειξη, ότι η υπηρεσία του Δήμου έκαμε σχετική έρευνα αλλά δεν εντόπισε τρίτη απόδειξη και ότι το παράπτωμα του Αιτητή ήταν ότι εισέπραξε λεφτά και δεν τα παρέδωσε παρόλες τις σαφείς σχετικές οδηγίες που είχε. 

 

Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι τον Απρίλιο του 2006 προσλήφθηκε στο Δήμο ως εργάτης, ότι τον Μάιο του 2012 του ανατέθηκαν καθήκοντα εργάτη παραλιών, ότι καθ’ όλη την υπηρεσία του δεν του έγινε επίπληξη για οποιοδήποτε θέμα που να αφορά ελλείψεις στο ταμείο του, ότι η συμπεριφορά του προς τους λουόμενους ήταν άψογη, ότι την 2/6/17 απολύθηκε άμεσα με επιστολή, ότι την 28/6/17 απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσής του με σχετική επιστολή των δικηγόρων του, ότι αποδέχτηκε να προπληρωθεί από τις Νορβηγίδες για να τις εξυπηρετήσει εφόσον του είπαν ότι δεν ήθελαν νε φέρνουν χρήματα στην παραλία, ότι όταν ενημερωθηκε για την αλλαγή του πόστου του το επόμενο πρωί τηλεφώνησε στον κ.Οικονόμου για να τον ενημερώσει για την εν λόγω εξυπηρέτηση, ότι δεν του απάντησε, ότι λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε στο σπίτι ήτοι λόγω σοβαρής ασθένειας του γιου του ξέχασε να επικοινωνήσει ξανά και ότι δεν είχε σκοπό να καταχραστεί λεφτά.  Ο Αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά την ακρόαση απολογήθηκε για την πράξη του ελπίζοντας να μην επηρεάσει την εργασία του, ότι ο Δήμος τον απέλυσε χωρίς να λάβει υπόψη το ότι δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα να του γινει επίπληξη στα 10 χρόνια εργασίας του, ότι απολύθηκε χωρίς να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία και ενώ στην Αστυνομία η υπόθεση ήταν υπό διερεύνηση, ότι ήταν λάθος να προεισπράξει αλλά αυτό δεν ισοδυναμούσε με κλοπή και ότι κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε επειδή εξυπηρέτησε δύο τουρίστριες εφόσον αυτή του η εξυπηρέτηση δεν επέφερε ζημιά στους εργοδότες του.  Τέλος, ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι με την απόλυσή του πλήγηκε το κύρος και η αξιοπρέπειά του, ότι μέχρι σήμερα δεν βρήκε εργασία και ότι το υπόλοιπο ποσό των €22.50 που εισέπραξε από τις Νορβηγίδες και για το οποίο δεν εξέδωσε απόδειξη παραδόθηκε στον Δήμο από την Αστυνομία.

 

Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ανέφερε ότι ο κ.Οικονόμου τους έδωσε οδηγίες για τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων τους, ότι μόλις εισέπρατταν λεφτά όφειλαν να εκδώσουν απόδειξη, ότι το μηχανάκι που κρατούσαν και εξέδιδαν αποδείξεις ήταν ενωμένο με το λογισμικό του Δήμου, ότι δεν επιτρεπόταν η προείσπραξη και ότι δεν έλαβε γραπτές οδηγίες.  Επίσης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κάθε πρωί μετέβαινε στην τράπεζα και κατέθετε τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας, ότι μετά πήγαινε στο Δημαρχείο για την σχετική «ταυτοποίηση» και ότι ακολούθως πήγαινε στην παραλία.  Ήταν η θέση του Αιτητή ότι τον πλησίασαν δύο Νορβηγίδες, ότι «με πολύ παρακάλιο» του ζήτησαν να πληρώσουν για 6 ημέρες δύο κρεββατάκια και μία ομπρέλα επειδή φοβόντουσαν να έπαιρναν χρήματα στην παραλία, ότι επειδή ήθελε να τις βοηθήσει είσπραξε από αυτές €45, ότι δεν τις γνώριζε προσωπικά, ότι τις τρεις ημέρες που ήταν σε εκείνη την παραλία εξέδωσε τρεις αποδείξεις για συνολικό ποσό €22.50, ότι το βράδυ της τρίτης ημέρας πληροφορήθηκε ότι θα άλλαζε παραλία, ότι το επόμενο πρωί ενημέρωσε τον κ.Πυλλιώτη, ότι του ζήτησε να τον βοηθήσει, ότι ο κ.Πυλιώτης αρνήθηκε «και εγίνηκαν αυτά που γινήκαν», ότι δεν ανέφερε ότι είχε στην κατοχή του ακόμη €22.50 όταν πήγε την επόμενη ημέρα στο Δημαρχείο για την «ταυτοποίηση», ότι πήγε το πρωί στην παραλία για να επιστρέψει στις τουρίστριες «τα χρήματα που τους ανήκαν» αλλά δεν τις βρήκε, ότι βρήκε τον συνάδελφό του στον οποίο πρότεινε να παραλάβει τα χρήματα, ότι παρέδωσε τα λεφτά στην Αστυνομία και ότι συμφωνεί με τα όσα κατέθεσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 11.  Περαιτέρω, ο Αιτητής αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν θεωρεί σοβαρό παράπτωμα το ότι προείσπραξε λεφτά για να βοηθήσει κάποιο άτομο, ότι δεν γνώριζε για επιστολή που απέστειλε ο δικηγόρος του με την οποία δήλωνε ότι εάν δεν είχε παράπονο ο Δήμος δεν είχε ούτε ο ίδιος οικονομική απαίτηση, ότι δεν υπέγραψε έτσι επιστολή και ότι ο δικηγόρος του τον πληροφόρησε ότι τελείωσε η ποινική υπόθεση και ότι κέρδισαν.  

 

            Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων.  

 

            Οι μαρτυρίες του κ.Χαραλάμπους και της κ.Παρασκευά ήταν τυπικές, δεν αμφισβητήθηκαν και περιορίστηκαν στην κατάθεση καταθέσεων, δικογράφων και πρακτικών.  Τις εν λόγω μαρτυρίες αποδεχόμαστε.

 

            Αξιολογώντας τη μαρτυρία του κ.Οικονόμου, παρατηρούμε ότι δεν εντοπίζουμε σε αυτή ουσιαστικές αντιφάσεις.  Ο κ.Οικονόμου μας έκανε πολύ καλή εντύπωση, η μαρτυρία του μας φάνηκε θετική, φυσική και ειλικρινής και συνάδει πλήρως με τα κατατεθέντα Τεκμήρια και τις καταθέσεις των δύο Νορβηγίδων, Τεκμήρια 13 και 14.  Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του κ.Πιρίλλη, ο οποίος κατέθεσε με σταθερότητα και σαφήνεια και χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.  Οι εν λόγω μαρτυρίες δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, συνάδουν με τα κατατεθέντα τεκμήρια και κρίνονται αξιόπιστες.      

 

            Από την άλλη, ο Αιτητής δεν μας έκανε καλή εντύπωση.  Ο Αιτητής κατά την αντεξέτασή του υπέπεσε σε πολλές αντιφάσεις και σε αρκετές περιπτώσεις δεν παρέμεινε σταθερός και διαφοροποιούσε προηγούμενη του θέση.  Επίσης πολλά από τα όσα ισχυρίστηκε ο Αιτητής δεν συνάδουν με τα όσα καταγράφονται στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο, Τεκμήριο 11.  Συγκεκριμένα, σε σχέση με την μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι την ημέρα που μετακινήθηκε πρότεινε στον κ.Πυλιώτη να του δώσει τα λεφτά των τουριστριών και ότι ο κ.Πυλιώτης αρνήθηκε.  Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε «εάν το έκανε ο  κύριος Πυλιώτης ή εάν δεν το έκανε» και ότι το πληροφορήθηκε «την επόμενη ημέρα που έγινε το συμβάν με την Αστυνομία».  Η δεύτερη αυτή εκδοχή του συνάδει με τα όσα ανέφερε ο κ.Οικονόμου, ότι δηλαδή ο Αιτητής ζήτησε από τον κ.Πυλιώτη να μην εισπράξει από τις δύο τουρίστριες επειδή ήταν φίλες του και όχι ότι έδωσε τα χρήματα στον κ.Πυλιώτη ο οποίος αρνήθηκε να τα λάβει, εφόσον στην δεύτερη περίπτωση θα το αντιλαμβανόταν αμέσως.  Στην κατάθεση που έδωσε ο Αιτητής στην Αστυνομία, Τεκμήριο 11, ο Αιτητής προέβαλε εντελώς διαφορετική εκδοχή και ισχυρίστηκε ότι «αλλάζοντας πόστο είχα ξεχάσει εντελώς τις δυο τουρίστριες που με προπλήρωσαν και γι αυτό το λόγο δεν είχα αναφέρει κάτι στον Αντρέα τον υπάλληλο του Δήμου που θα πήγαινε εκεί στο πόστο μου».  Ενώπιον της τριμελούς επιτροπής ο Αιτητής την 2/5/17, Τεκμήριο 8, ισχυρίστηκε ότι δεν ενημέρωσε σχετικά τον κ.Πυλιώτη.  Ο κ.Πυλιώτης στη δική του κατάθεση, Τεκμήριο 15 ανέφερε ότι ο Αιτητής του ζήτησε να μην εισπράξει από τις δύο τουρίστριες.  Ο Αιτητής δεν παρέμεινε σταθερός ούτε στο πότε παρέλαβε η Αστυνομία τους υπολογιστές.  Αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η Αστυνομία αφού έδωσε κατάθεση πήγε «μετά» στην παραλία και παρέλαβε τον φορητό υπολογιστή, τον φορτιστή και τον εκτυπωτή, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι πρώτα η Αστυνομία πήγε στην παραλία, ότι έπιασαν τα χρήματα που κρατούσε και τους υπολογιστές και ότι ακολούθως πήγαν μαζί στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει κατάθεση.  Ο Αιτητής δεν παρέμεινε σταθερός ούτε στον αρχικό του ισχυρισμό ότι δεν είδε τις τουρίστριες την προηγούμενη ημέρα από αυτήν που είσπραξε το ποσό των €45.  Ενώ λοιπόν αρχικά το αρνήθηκε στη συνέχεια της αντεξέτασής του σε υποβολή ότι τους έδωσε απόδειξη δεν το αρνήθηκε και απάντησε «βεβαίως τους έδινα απόδειξη, εάν εισπράττω λεφτά από οποιονδήποτε».  Εν συνεχεία ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν.  Στην κατάθεση που έδωσε ο Αιτητής στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι αρχικά εξέδωσε απόδειξη στις τουρίστριες και ότι την επόμενη ημέρα του ζήτησαν να προπληρώσουν.    Παρατηρούμε επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Αιτητής ανέφερε στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 11, ότι ο λόγος που του ζήτησαν οι δύο τουρίστριες να τον προπληρώσουν ήταν για να μην χρειάζεται να παίρνουν κάθε μέρα χρήματα στην παραλία και να τον ψάχνουν για να τον πληρώσουν, ενώ κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία του ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που του ζήτησαν να τον προπληρώσουν ήταν επειδή φοβόντουσαν να έχουν μαζί τους χρήματα στην παραλία.  Σε σχετική υπόδειξη, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν ξέρει και δεν θυμάται αλλά ότι ισχύουν τα όσα κατέθεσε ενώπιόν μας, ενώ στη συνέχεια συμφώνησε ότι συμφωνεί με τα όσα ανέφερε στην κατάθεσή του.  Επίσης παρατηρούμε ότι ενώ στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 11, ο Αιτητής ανέφερε την 18/5/17 ότι θα επιστρέψει αμέσως το υπόλοιπο ποσό στο Δημαρχείο, κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ποσό κατασχέθηκε από την Αστυνομία στην παραλία.  Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του έκανε λόγο για τηλεφώνημά του προς τον κ.Οικονόμου το επόμενο πρωί της μετακίνησής του, αντεξεταζόμενος όμως ισχυρίστηκε ότι ήταν δύο τα αναπάντητα τηλεφωνήματα που έκανε προς τον κ.Οικονόμου.  Στην τριμελή επιτροπή την 22/5/17 Τεκμήριο 8 ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνησε στον κ.Οικονόμου την 12:08 αλλά δεν απάντησε και ότι μετά ξέχασε να τηλεφωνήσει ξανά.  Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε για αλλαγή στο πόστο του το βράδυ ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανέφερε ότι ενημερώθηκε σχετικά το πρωί.  Ο κ.Πυλιώτης στη δική του κατάθεση, Τεκμήριο 15, ανέφερε ότι ενημερώθηκε το πρωί για την αλλαγή στο πόστο.  Τέλος, σε σχέση με την μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι ήταν η θέση του ότι πληροφορήθηκε ότι «κέρδισε» την ποινική υπόθεση και ότι πληροφορήθηκε ότι αθωώθηκε από τον δικηγόρο του επειδή ο ίδιος λόγω κορονοϊου δεν ήταν στην αίθουσα αλλά στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 22, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρόν.     

 

      Όπως έχει διαφανεί από τα πιο πάνω, η μαρτυρία του Αιτητή  αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά δεν ήταν σαφής, ξεκάθαρη και σταθερή και σε αρκετά σημεία ήταν αντιφατική και χωρίς λογική συνοχή.  Για όλα τα πιο πάνω, η μαρτυρία του Αιτητή δεν κρίνεται αξιόπιστη και απορρίπτεται σε όσα σημεία είναι αντίθετη με αυτές των μαρτύρων των Καθ’ ων η αίτηση. 

 

            Εν όψει των πιο πάνω η μαρτυρία του κ.Οικονόμου και κ.Πιρίλλη κρίνονται αξιόπιστες και τις αποδεχόμαστε στο σύνολό τους.  Αποδεχόμαστε συνεπώς ότι οι εν λόγω  μαρτυρίες, σε σχέση με το θέμα του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή αποδίδουν πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου.  Αποδεχόμαστε επίσης τις μαρτυρίες του κ.Χαραλάμπους και της κ.Παρασκευα, όπως αναφέρουμε ανωτέρω. 

 

            Θεωρούμε λοιπόν ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ότι ο Αιτητής την 13/5/17 έλαβε €45 από δύο τουρίστριες με τις οποίες συμφώνησε ότι θα ήταν η πληρωμή για ενοικίαση δύο κρεβατιών και μιας ομπρέλας για 6 ημέρες, ότι εξέδωσε απόδειξη την ίδια ημέρα για €7.50 που αφορούσε σε πληρωμή για τα δύο κρεββατάκια και την ομπρέλα για την τρέχουσα ημέρα, ότι την επόμενη ημέρα, ήτοι την 14/5/17, ο Αιτητής έδωσε στις δύο τουρίστριες άλλη απόδειξη για €7.50 που αφορούσε στη σχετική ενοικίαση για εκείνη την ημέρα, ότι την 15/5/17 ο Αιτητής είδε τις δύο τουρίστριες αλλά δεν τους έδωσε άλλη απόδειξη, ότι την 16/5/17 ο Αιτητής μετατέθηκε σε άλλη παραλία, ότι ζήτησε από τον κ.Πυλιώτη να μην χρεώσει τις δύο τουρίστριες επειδή η μια ήταν φίλη του, ότι ο κ.Οικονόμου την 17/5/17 σε έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι οι δύο τουρίστριες δεν είχαν απόδειξη για εκείνη την ημέρα, ότι πληροφορήθηκε από αυτές ότι πλήρωσαν τον Αιτητή την 13/5/17 για ενοικίαση δυο κρεββατιών και μιας ομπρέλας για έξι ημέρες, ότι ενημέρωσε σχετικά τον Δήμαρχο, ότι έγινε καταγγελία στην Αστυνομία, ότι κλήθηκε ο κ.Οικονόμου και ο Αιτητής ενώπιον τριμελούς επιτροπής, ότι η εν λόγω επιτροπή αφού άκουσε και τον Αιτητή εισηγήθηκε την απόλυσή του και ότι το Δημοτικό Συμβούλιο υιοθέτησε την εν λόγω απόφαση και απολύθηκε ο Αιτητής με σχετική επιστολή.   

 

            Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου.  Σύμφωνα με το άρθρο (ε) και (στ) του Νόμου:

 

«5.  Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

………………………………

(ε)  όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:

Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον· 

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i)  διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται όπως συνεχισθή·

(ii)  διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)  διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iv)  απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του·

(v)  σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».

 

            Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης του Αιτητή, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου.  Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων.  Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2005) 1Β Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318) και Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Εφ. 103/12, ημερ. 7/7/17.  Όπως τέθηκε στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193: «Όπως, δε, έχει κατ’ επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη.  Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη …». 

 

            Η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ο τερματισμός της δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της.  Για τη διατήρηση του κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο δεύτερος έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και οφείλει να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.[1]  Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών.[2] 

 

      Διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος δεν δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη του κατ’ εφαρμογή και του άρθρου 5 του Νόμου.  (Βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd 1 A.A.Δ. (1992) 919).  Όπως προκύπτει από την υπόθεση Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co. (Cyprus) Ltd. (1980) 1 C.L.R. 302 ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις.  Από την απόφαση Kanika Developments Ltd v. Λουκά (2004) 1Α Α.Α.Δ. 603, αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ.  Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του.  Για την απάντηση του εν λόγω ερωτήματος θα πρέπει να σταθμίζονται από τη μία η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, το εργασιακό περιβάλλον, η σταδιοδρομία, τα προτερήματα και οι αδυναμίες του εργαζομένου και από την άλλη οι ανάγκες του εργοδότη.  Στη σελ. 607 αναφέρεται ότι: «Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση».

 

            Όπως αναφέρεται σε σωρεία αποφάσεων, δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς.  Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή και στο βαθμό που θα δικαιολογείτο η απόλυση.  Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να λάβει υπόψη του όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την εργατική διαφορά καθώς επίσης την προηγούμενη υπηρεσία και συμπεριφορά των μερών.  Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου.  Τέτοιες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, τυχόν εξήγηση που έδωσε για τη συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του, τυχόν πρόθεσή του για τέλεση συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψη και το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης. 

 

            Ο λόγος απόλυσης καθώς και η λογικότητα της απόλυσης εργοδοτουμένου κρίνεται και περιορίζεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων ο εργοδότης στήριξε κατά τον ουσιώδη χρόνο την απόφασή του.  Οποιαδήποτε νέα στοιχεία περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του εργοδότη και δεν είχε ενώπιόν του κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση ή οποιαδήποτε γεγονότα ακολούθησαν την απόλυση δεν μπορούν να κρίνουν το νόμιμο ή μη της απόλυσης, όσο σοβαρά και αν φαίνονται.  Η κρίση λοιπόν του Δικαστηρίου θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ο εργοδότης κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου.    

 

Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου ένας εργοδότης οφείλει να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα.  Νομολογιακά, η παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει εργοδοτούμενο για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείται ως εγκατάλειψη του εν λόγω δικαιώματος.[3] 

 

Καμία απόλυση δεν μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς, εκτός εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης είναι από μόνος του τόσο σοβαρός που να μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση, ή εάν νέο παράπτωμα επιβεβαιώνει συγκεκριμένη συστηματική συμπεριφορά του εργοδοτουμένου μετά που δόθηκαν σοβαρές προειδοποιήσεις.  Σε αντίθετη περίπτωση, εργαζόμενοι οι οποίοι υπέπεσαν σε παραπτώματα στο παρελθόν, θα κινδύνευαν εσαεί να απολυθούν για παρελθόντες λόγους με αποτέλεσμα να παρατείνεται επ’ αόριστο η αβεβαιότητα σε σχέση με την παραμονή τους στην εργασία τους.  

 

            Η νομολογία, δεν παραλείπει να επισημαίνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης, συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας, όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργαζομένου προτού ληφθεί η απόφαση για απόλυσή του.  Το δικαίωμα ακρόασης στον εργοδοτούμενο παρέχεται κυρίως για να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ανατρέψει τους λόγους για τους οποίους ο εργοδότης βασίστηκε για να λάβει την απόφαση για απόλυση.  Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχθηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης.  Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, Ν.45/85: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα».  Καθώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (ανωτέρω): «Στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7 καθ’ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία».  Η τήρηση της σωστής διαδικασίας αποβλέπει ταυτόχρονα και στην προστασία του δικαιώματος εργασίας του εργαζομένου.  Αυτό συμβαδίζει και με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Kanika Developments Ltd v. Λουκά (ανωτέρω).   Επίσης, στην υπόθεση L´UNION NATIONAL (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Χουλιώτη (2015) 1Β Α.Α.Δ. 1874 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο εργοδότης πρέπει να δώσει στον εργδοδοτούμενο την «ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή».    

 

            Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας να προβεί στον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή την 2/6/17 είναι νόμιμη και δικαιολογημένη.  Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από το Νόμο και τη νομολογία, στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο, ο Αιτητής επέδειξε τέτοια διαγωγή ώστε να καθιστά τον εαυτό του υποκείμενο σε απόλυση και ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί και σε περίπτωση απόδειξης τέτοιας διαγωγής το κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν επίσης εύλογη. (Βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (ανωτέρω)).

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε πράγματι υπό τις περιστάσεις ως ένας λογικός εργοδότης και ότι προέβηκε στην απόλυση του Αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 5 (ε) και (στ) του Νόμου καθότι, από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, καθίσταται φανερό ότι ο Αιτητής με τις πράξεις και τη συμπεριφορά του έπληξε ανεπανόρθωτα την εργασιακή σχέση των μερών.  Με τις πράξεις του Αιτητή είναι αποδεκτό και καθ’ όλα αναμενόμενο για ένα λογικό εργοδότη να θεωρήσει ότι η βάση της εργασιακής σχέσης, ήτοι η πίστη και η εμπιστοσύνη που την περιβάλλει, είχε κλονιστεί, έχοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις συμπεριλαμβανομένου και της προηγούμενης συμπεριφοράς και προϋπηρεσίας του Αιτητή καθώς και της φύσης της δουλειάς αλλά και της θέσης του Αιτητή (βλ. υπόθεση Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd (ανωτέρω)).  Με την συγκεκριμένη μεμπτή και απαράδεκτη συμπεριφορά του ο Αιτητής κλόνισε την εμπιστοσύνη της Εργοδότριας Εταιρείας προς το πρόσωπό του, σε τέτοιο βαθμό, που η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης καθίστατο πλέον μη ανεκτή για την ίδια.  Ο Αιτητής είχε ενημερωθεί ότι τέτοιες συμπεριφορές απαγορεύονταν.  Με λίγα λόγια, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του Αιτητή ευρίσκεται σε αντίθεση με το καθήκον της καλής πίστης που ο Αιτητής όφειλε να επιδεικνύει προς τους Καθ’ ων η αίτηση και ικανή να πλήξει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη-εργοδοτούμενου.  Η διαγωγή που επέδειξε ο Αιτητής με τις ενέργειές του δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τις υποχρεώσεις του απέναντι στον εργοδότη του και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεκτή μέσα στα πλαίσια της σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου.  Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο Αιτητής ενώ γνώριζε ότι όφειλε να εκδίδει αποδείξεις για όλα τα λεφτά που εισέπραττε για λογαριασμό του Δήμου και όφειλε το επόμενο εργάσιμο πρωί να τα παραδίδει στον Δήμο, εισέπραξε χρήματα που δεν δικαιούτο εφόσον δεν επιτρέπετο η είσπραξη για ενοικιάσεις για επόμενες ημέρες, δεν εξέδωσε για το ποσό που εισέπραξε ανάλογες αποδείξεις και δεν παρέδωσε τα εισπραχθέντα χρήματα στους Καθ’ ων η αίτηση.  Μάλιστα την 15/5/17 ο Αιτητής ενώ είδε τις δύο τουρίστριες τις χαιρέτησε και δεν τους έδωσε απόδειξη, παρόλο που είχε πληρωθεί για την ενοικίαση δύο κρεββατιών και μιας ομπρέλας για εκείνη την ημέρα.  

 

  Υπό το πρίσμα αυτών των δεδομένων, η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε ως λογικός εργοδότης και απέλυσε νόμιμα τον Αιτητή, αφού πρώτα τον άκουσε.   Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση, με βάση τα ενώπιόν τους στοιχεία, ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης και ότι απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει και κατ’ επέκταση κατάφεραν να αποδείξουν ότι απέλυσαν νόμιμα τον Αιτητή.  Ο Αιτητής δεν προσκόμισε μαρτυρία σε σχέση με την αξίωσή του για πληρωμή 13ου μισθού την οποία και θεωρούμε ότι εγκατέλειψε. 

 

Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται με €1.150 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

       

                            (Υπ.) …………………………………………

                                         Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.

 

(Υπ.)..............................................             (Υπ.) .............................................

             Γ. Μιχαηλίδης,  Μέλος                                  Κ. Γιασουμής, Μέλος.

 

 

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ  ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Νόμιμος Τερματισμός)



[1] Ιωάννης Δ. Κουκιάδης , Εργατικό Δίκαιο, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-563.

[2] Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι η σημασία της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντική για την ευημερία του ίδιου του ανθρώπου.

 

[3] Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέου (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1000, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19/5/98) ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5/10/98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου.  Βλ. επίσης υπόθεση Κυπριανού & Σία ν. Πετρίδη (2007) 1Α Α.Α.Δ. 607.  Στην υπόθεση L´UNION NATIONALE (Tourism & Sea Resorts) Limited v. Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117 κρίθηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυσή του ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης. 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο