Μαρία Καμένου ν. ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ Α/ΦΟΙ ΜΑΡΣΕΛΛΗ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 253/19, 1/12/2025
print
Τίτλος:
Μαρία Καμένου ν. ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ Α/ΦΟΙ ΜΑΡΣΕΛΛΗ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 253/19, 1/12/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

                   Γ. Μιχαηλίδη        ) 

                   Α. Σιαθά               ) Μελών                                                                                         

         Αρ. Αίτησης: 253/19

Μεταξύ:

 

                Μαρία Καμένου

Αιτήτριας

              και

 

                                    ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ  ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ  Α/ΦΟΙ  ΜΑΡΣΕΛΛΗ  ΛΤΔ

               Καθ’ ων η αίτηση

Ημερομηνία: 1 Δεκεμβρίου, 2025

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτητή: κ. Θεοδότου

Για τους Καθ’ ων η αίτηση: κα. Αργυρού

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από τους Καθ’ ων η αίτηση, μεταξύ άλλων, πληρωμή 22 εβδομάδων για αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και διαζευκτικά για εξαναγκασμό σε παραίτηση, μισθούς 8 εβδομάδων αντί προειδοποίηση, τόκους και έξοδα. 

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια ζήτησε να παραιτηθεί όταν την ενημέρωσαν ότι είχαν πρόθεση να την απολύσουν λόγω συγκεκριμένης συμπεριφοράς, ότι υπέγραψε δήλωση στην οποία περιλαμβάνονται παραδοχές για τη συμπεριφορά της, ότι αντάλλαζε ηλεκτρονικά μηνύματα με άλλη εργαζόμενη κατά το χρόνο εργασίας τα οποία δεν είχαν σχέση με την εργασία και ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ τους.    

 

Το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, N.24/67 (στο εξής «ο Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «… ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης.  Στην υπό κρίση αίτηση, οι Καθ’ ων η αίτηση διατείνονται ότι δεν απέλυσαν την Αιτήτρια και ότι η Αιτήτρια αποχώρησε οικειοθελώς, επομένως η Αιτήτρια έχει το βάρος απόδειξης (βλ. υποθέσεις Αριστείδου ν. R. K. SUPER  BETON  LTD κ.α. (1999) 1A A.A.Δ. 114 και Λούης Τούριστ Έιτσενσυ Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 315). 

 

Προς απόδειξη της υπόθεσης της Αιτήτριας κατέθεσε ενώπιόν μας η Αιτήτρια.  Για τους Καθ’ ων η αίτηση κατέθεσε ο κ.Μαρσελλής.  Παράλληλα, κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας.

 

         Από τα δικόγραφα, τις δηλώσεις των διαδίκων μερών και την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:

 

1.            Οι Καθ’ ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λάρνακα και ασχολούνται με το γενικό εμπόριο αλουμινίου.

 

2.            Η υπηρεσία της Αιτήτριας στους Καθ’ ων η αίτηση ξεκίνησε την 14/6/10 και συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι την 5/4/19.

 

3.            Οι τελευταίες απολαβές της Αιτήτριας για σκοπούς του Νόμου ανέρχονται σε €310,61 εβδομαδιαίως.

 

4.            Η Αιτήτρια υπέγραψε την 5/4/19 την ακόλουθη δήλωση, Τεκμήριο 3

 

«Η κάτωθι υπογεγραμμένη από Τερσεφάνου … υπάλληλος στην εταιρεία ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΑΙΦΟΙ ΜΑΡΣΕΛΛΗ ΛΤΔ με την παρούσα δηλώνω τα ακόλουθα:

1.Ότι κατά την διάρκεια της εργοδότησης μου στην πιο πάνω εταιρεία σε ώρες εργασίας αντάλλασσα με την συνάδελφο … emails
μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή της εταιρείας και του
email που φέρει το όνομα της εταιρείας … οποία ουδεμία σχέση έχουν με τις εργασίες της εταιρείας παρά τις οδηγίες των εργοδοτών μου ότι δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιώ τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το email για προσωπικούς μου σκοπούς. Αναγνωρίζω ότι πολλά από τα emails που ανταλλάσσαμε με την … περιέχουν προσβλητικό, υβριστικό και απαξιωτικό περιεχόμενο για την εταιρεία και τους διευθυντές της ενώ σε κάποιες περιπτώσεις σχολιάζαμε τα οικονομικά της εταιρείας, των διευθυντών και συζύγων τους με στοιχεία που δεν έπρεπε να βρίσκονται στην κατοχή μας.

2.Αναγνωρίζω ότι διέπραξα τα πιο πάνω παραπτώματα τα οποία δικαιολογούν την άμεση απόλυσή μου. Επιλέγω να υποβάλω την παραίτηση μου ελεύθερα και χωρίς πίεση, λαμβάνοντας υπόψη ότι τυχόν απόλυση μου για τους πιο πάνω λόγους θα μου δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην προσπάθεια μου για εξεύρεση άλλης εργασίας και δηλώνω ότι δεν έχω οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της εργοδότριας εταιρείας είτε για αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση είτε για πληρωμή μισθών αντί προειδοποίησης απόλυσης είτε για οποιαδήποτε απαίτηση σε σχέση με την εργοδότησή μου και/ή την παραίτησή μου και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας της παρούσας δήλωσής μου.

3. Σήμερα ο κ. Νικόλας Μαρσελλής διευθυντής της εταιρείας μου παρουσίασε αντίγραφα των emails που ανταλλάσσαμε με την συνάδελφο …τα οποία και αναγνωρίζω».

 

            Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ήταν υπεύθυνη προσφορών, ότι την 5/4/19 ενώ βρισκόταν στην εργασία της ο κ.Μαρσελλής της ζήτησε να πάει στο γραφείο του, ότι εκβιαστικά και υπό το καθεστώς απειλής την υποχρέωσε ασκώντας της συναισθηματική πίεση να υπογράψει δήλωση παραίτησης την οποία πρώτη φορά έβλεπε και είχε ετοιμαστεί από άλλο πρόσωπο, ότι ζήτησε να της δοθεί το έγγραφο για να το μελετήσει και ότι ο κ.Μαρσελλής δεν της επέτρεψε να αποχωρήσει από το γραφείο του χωρίς να το υπογράψει.  Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε να το υπογράψει από συναισθηματική φόρτιση, ότι ο κ.Μαρσελλής την απειλούσε ότι εάν δεν το υπέγραφε θα την δυσφημούσε για να μην ξαναβρεί εργασία, ότι αναγκάστηκε να το υπογράψει εφόσον την είχε κυριεύσει συναίσθημα άγχους και πανικού και επειδή ήθελε να τελειώσει η «κατάσταση», ότι δέχθηκε λεκτική και ψυχολογική πίεση και ότι το πρόσχημα για την απόλυσή της ήταν «δήθεν» συνομιλίες που είχε με συνάδελφό της μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.  Η  Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι η εν λόγω δήλωση δεν αντιπροσωπεύει τη βούλησή της, ότι παρόμοιο έγγραφο υπέγραψε και η συνάδελφός της κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ότι η εν λόγω ηλεκτρονική επικοινωνία λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή της, ότι προέρχεται από ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που χρησιμοποιούσε κατά την εργοδότησή της αλλά και από προσωπικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ότι δεν είχε άλλο άτομο πρόσβαση στο περιεχόμενο της αλληλογραφίας, ότι περί τα τέλη με μέσα Μαρτίου του 2019 είχε δεχτεί μήνυμα στο τηλέφωνο με το οποίο πληροφορείτο ότι κάποιος προσπαθούσε να παραβιάσει το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της εργασίας της, ότι μετά από δύο ημέρες περίπου της τηλεφώνησε ο τεχνικός διαδικτύου των Καθ’ ων η αίτηση ο οποίος της ζήτησε τον κωδικό, ότι του τον έδωσε και ότι δεν πέρασε από το μυαλό της ότι θα παρακολουθούσαν τις συνομιλίες της.  Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι τα μηνύματα που αντάλλασσε εν ώρα εργασίας με συνάδελφό της δεν είχαν σχέση με δουλειά, ότι «η συχνότητα ήταν ελάχιστη που δεν επηρέαζε την ποιότητα της εργασίας» της και ότι στο παρελθόν δεν δέχθηκε σχόλια για αυτό το θέμα από τους διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας.  Επιπλέον, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν απέστειλε μηνύματα που να είχαν προσβλητικό, υβριστικό, απαξιωτικό και υποτιμητικό περιεχόμενο για τους Καθ’ ων η αίτηση, τους διευθυντές τους και τις συζύγους τους.  Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι απέστειλε μέσω δικηγόρων επιστολή ημερ. 22/4/19 με την οποία ενημέρωνε τους Καθ’ ων η αίτηση για τα δικαιώματά της σε σχέση με αποζημιώσεις από την παράνομη απόλυσή της, ότι έλαβε απάντηση με την οποία απέρριπταν τα αιτήματά της και ότι η απόλυσή της είναι παράνομη «και αποτελεί αποτέλεσμα εξαναγκασμού σε παραίτηση».  Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι λόγω των περιστάσεων του τερματισμού αλλά και λόγω των προσωπικών συνθηκών της και επειδή η εργασιακή της σταδιοδρομία έχει επηρεαστεί αρνητικά πρέπει να διαταχθούν οι Καθ’ ων η αίτηση να της καταβάλουν το μέγιστο ποσών για αποζημιώσεις.   

 

Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 3 στο γραφείο του διευθυντή, ότι δεν υπήρχε άλλο άτομο εκεί, ότι ο κ.Μαρσελλής της έδειξε τα e-mails, ότι μετά της παρουσίασε το Τεκμήριο 3, ότι ζήτησε να μιλήσει με τον σύζυγό της, ότι αντάλλαζε e-mails με συνάδελφό της με την οποία ήταν «κουμέρες» εφόσον της είχε βαφτίσει, ότι η εν λόγω ηλεκτρονική επικοινωνία δεν αφορούσε την εργασία τους, ότι δεν θυμόταν εάν άρχισε να κλαίει και να απολογείται όταν της υποδείχθηκαν τα εν λόγω e-mails και ότι διάβασε το Τεκμήριο 3 πριν το υπογράψει.  Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κ.Μαρσελλής δεν την ύβρισε, ότι βρήκε εργασία τον επόμενο Σεπτέμβριο, ότι πριν αποχωρήσει αποχαιρέτησε τους συναδέλφους της, ότι έλαβε αντίγραφο του Τεκμηρίου 3, ότι γνώριζε ότι η αποστολή e-mails ήταν μόνο για σκοπούς των Καθ’ ων η αίτηση, ότι γνώριζε για τα δάνεια του κ.Μαρσελλή και της συζύγου του από τον ίδιο και ότι δεν γνώριζε ότι τα e-mails διαβάζονταν από άλλους.

 

Για τους Καθ’ ων η αίτηση έδωσε μαρτυρία ο κ.Μαρσελλής, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης και ο διευθυντής των Καθ’ ων η αίτηση.  Ο κ.Μαρσελλής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο κάθε υπάλληλος διατηρούσε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο για τις ανάγκες της εργασίας του, ότι δεν επιτρεπόταν η χρήση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για προσωπικούς σκοπούς, ότι ο ίδιος είχε πρόσβαση στον εταιρικό ηλεκτρονικό λογαριασμό που χρησιμοποιούσε η Αιτήτρια, ότι είχε ξεχωριστό κωδικό και κατέθεσε έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ότι είναι ο διαχειριστής όλων των e-mails της Εργοδότριας Εταιρείας, Τεκμήριο 8.  Ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε αρκετά παράπονα από πελάτες για βλάβες που καθυστερούσαν να επιδιορθωθούν, ότι έθεσε τα εν λόγω παράπονα στην Αιτήτρια, ότι του ανέφερε ότι είχε πολλή δουλειά και δεν προλάβαινε, ότι χρησιμοποίησε τον κωδικό του για πρόσβαση στο λογαριασμό της Αιτήτριας για να ελέγξει τις προσφορές, ότι επειδή δέχθηκε πολλά παράπονα για τις 4/4/19 αποφάσισε να κάνει έλεγχο στα e-mails για να δει την ανταπόκριση της Αιτήτριας στα αιτήματα των πελατών, ότι εκεί διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια χρησιμοποιούσε τον εταιρικό λογαριασμό για να ανταλλάσσει μηνύματα με συνάδελφό της για θέματα που δεν αφορούσαν την εργασία τους και ότι τόσο η Αιτήτρια όσο και το άλλο άτομο αναφέρονταν στην Εργοδότρια Εταιρεία με προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο.  Περαιτέρω, ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια απέσπασε παράνομα στοιχεία που αφορούσαν τα οικονομικά της Εργοδότριας Εταιρείας, ότι δεν της τα έδωσε ο ίδιος και ότι η Αιτήτρια την 15/12/15 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην άλλη υπάλληλό τους στο οποίο παρέθεσε λεπτομέρειες λογαριασμών των Καθ’ ων η αίτηση καθώς και της συζύγου του και του αδελφού του αλλά και της συζύγου του αδελφού του.  Ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε περαιτέρω κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την επόμενη ημέρα, ήτοι την 5/4/19, πήγε στο γραφείο της Αιτήτριας, ότι την παρακάλεσε να πάει στο γραφείο του, ότι της παρουσίασε τις εκτυπώσεις των εν λόγω μηνυμάτων, ότι η Αιτήτρια παραδέχθηκε την αποστολή, ότι άρχισε να κλαίει και να απολογείται, ότι της ανέφερε ότι η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό της είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα συνέχισης της εργοδότησής της και ότι της είπε ότι αποφάσισε να την απολύσει.  Ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε ότι τότε η Αιτήτρια τον ρώτησε τι θα αναφέρεται στην επιστολή απόλυσης, ότι της απάντησε ότι είχε ετοιμάσει την εν λόγω επιστολή, ότι την διάβασε η Αιτήτρια, Τεκμήριο 10,  ότι η εν λόγω επιστολή ετοιμάστηκε κατόπιν επικοινωνίας με τους δικηγόρους τους, ότι η Αιτήτρια τον ρώτησε αν μπορεί να παραιτηθεί αντί να απολυθεί γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να βρει άλλη εργασία μετά από τη λήψη της εν λόγω επιστολής, ότι της απάντησε ότι συμφωνεί, ότι της είπε ότι έπρεπε να υποβάλει παραίτηση, ότι συμφώνησε η Αιτήτρια, ότι επικοινώνησαν με τους νομικούς τους συμβούλους για να ετοιμάσουν «δήλωση παραίτησης», ότι η Αιτήτρια την υπέγραψε αφού την διάβασε προσεκτικά και ότι δεν ασκήθηκε πίεση ή απειλή από μέρους του.  Επιπλέον, ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν ζήτησε να επικοινωνήσει με τον σύζυγό της πριν να υπογράψει, ότι μετά την υπογραφή αποχαιρέτησε τους συναδέλφους της, ότι λίγες ημέρες μετά επικοινώνησε μαζί του ο σύζυγός της και του ζήτησε συγκεκριμένο ποσό, ότι μετά την επίδοση της αίτησης εργατικής διαφοράς του τηλεφώνησε συνεργάτης του και τον ρώτησε για τους λόγους αποχώρησης της Αιτήτριας, ότι του είπε ότι έγινε «μια παρεξήγηση», ότι δεν έδωσε λεπτομέρειες και ότι του ανέφερε ότι ήταν καλή υπάλληλος.  Τέλος, ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η παραίτηση της Αιτήτριας ήταν αποτέλεσμα δικής της επιλογής και όχι επειδή την απείλησε, ότι η Αιτήτρια έκανε καθημερινά διαλείμματα από τις 10:00 - 10:15, 13:00 - 13:30 και 15:00 - 15:15 και ότι πριν την ώρα των διαλειμμάτων κτυπούσε κουδούνι στο εργοτάξιο.    

 

Αντεξεταζόμενος, ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια έλαβε μισθολογική αύξηση τον Σεπτέμβριο του 2018 ύψους €200 επειδή σταμάτησαν να της παραχωρούν αυτοκίνητο και αυτό το ποσό ήταν για τα καύσιμα που θα πλήρωνε πλέον η ίδια, ότι η Αιτήτρια διάβασε την επιστολή απόλυσης, Τεκμήριο 10, ότι η ίδια ζήτησε να παραιτηθεί αντί να απολυθεί για να βρει πιο εύκολα νέα εργασία, ότι ο ίδιος το αποδέχθηκε αλλά της ζήτησε να το κάνει γραπτώς, ότι ετοιμάστηκαν δύο έγγραφα παραίτησης και ότι η Αιτήτρια πήρε το ένα.  Περαιτέρω, ο κ.Μαρσελλής ισχυρίστηκε ότι όταν πήγε το απόγευμα στο γραφείο να συναντήσει την άλλη υπάλληλο δεν πήρε μαζί του τα έγγραφα για παραίτηση αλλά μόνο επιστολή απόλυσης, ότι η εν λόγω υπάλληλος είχε ενημερωθεί από  προηγουμένως από την Αιτήτρια, ότι όταν και η ίδια ζήτησε να παραιτηθεί αντί να απολυθεί επικοινώνησε με τη σύζυγό του και του έστειλε το ίδιο έγγραφο με αυτό που υπέγραψε η Αιτήτρια αλλάζοντας χειρόγραφα τα ονόματα επειδή το δικηγορικό γραφεί είχε κλείσει και ότι η Αιτήτρια «πειράχτηκε παραπάνω γιατί έκλεγε» και είπε ότι «έγινε λάθος».         

  

Όπως διαφάνηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο κεντρικός άξονας της όλης υπόθεσης είναι το κατά πόσο η Αιτήτρια αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της.  Από τη μια, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και υποχρεώθηκε να υπογράψει έγγραφο παραίτησης ενώ από την άλλη οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ήταν έτοιμοι να απολύσουν την Αιτήτρια με σχετική επιστολή αλλά δεν το έκαναν επειδή η ίδια η Αιτήτρια ζήτησε να παραιτηθεί από μόνη της.  Συνεπώς το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο, με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία, η Αιτήτρια  εξαναγκάσθηκε σε τερματισμό ως η θέση της Αιτήτριας ή κατά πόσο η Αιτήτρια επέλεξε να παραιτηθεί από μόνη της ως η θέση των Καθ’ ων η αίτηση.  

 

Γενικά η Αιτήτρια δεν μας έκανε καλή εντύπωση και δεν μας έπεισε ότι τα όσα μας είπε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.  Συγκεκριμένα, ενώ η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε αρχικά ότι ο κ.Μαρσελλής «εκβιαστικά και υπό το καθεστώς απειλής» την υποχρέωσε ασκώντας της «συναισθηματική πίεση» να υπογράψει δήλωση παραίτησης, ότι δεν της επέτρεψε να αποχωρήσει από το γραφείο του χωρίς να υπογράψει την εν λόγω δήλωση, ότι την απειλούσε ότι «λόγω της θέσης του στην βιομηχανία .. και των γνωριμιών του» θα την δυσφημούσε, αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι ήταν πολύ σύντομη η συζήτησή της με τον κ.Μαρσελλή, ότι αυτό που έγινε ήταν ότι της ζήτησε να υπογράψει δήλωση παραίτησης γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα την διέβαλε και ότι υπέγραψε επειδή φοβήθηκε ότι δεν θα έβρισκε δουλειά και μάλιστα ανέφερε ότι δεν λέχθηκε κάτι άλλο.  Η Αιτήτρια δηλαδή, ενώ προηγουμένως ανέφερε ότι δεν της επιτράπηκε να αποχωρήσει από το γραφείο χωρίς να υπογράψει, ακολούθως συμφώνησε ότι το μόνο που έγινε ήταν να της πει ο κ.Μαρσελλής ότι εάν δεν υπέβαλλε παραίτηση θα την διέβαλλε και τίποτε άλλο.  Παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της πρόσθεσε ότι ζήτησε να μιλήσει με τον σύζυγό της και ότι δεν της επιτράπηκε.  Σε υπόδειξη ότι αυτό δεν το ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή της η Αιτήτρια ανέφερε ότι «κάπου το είχαμε δηλώσει» ότι ήθελε να μιλήσει «με κάποιον» αλλά πρόσθεσε ότι δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο ανέφερε ότι αυτό το άτομο ήταν ο σύζυγός της ή ο νομικός σύμβουλος.  Παρατηρούμε επίσης ότι η Αιτήτρια δεν παρέθεσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς το τι έκαμε ο κ.Μαρσελλής που να την εμπόδιζε από το να εξέλθει του γραφείου του.  Επιπλέον, σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια δεν εκδήλωσε οποιαδήποτε αντίδραση σε σχέση με την επικαλούμενη από την ίδια άσκηση ψυχολογικής πίεσης ούτε μετά την υπογραφή της δήλωσης.  Μάλιστα, ενώ η Αιτήτρια περί τις δύο εβδομάδες μετά απέστειλε μέσω δικηγόρων επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 22/4/19, Τεκμήριο 5, δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά σε λεκτική και ψυχολογική πίεση ή εξαναγκασμό για υπογραφή δήλωσης παραίτησης.  Αντίθετα στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά σε παράνομη απόλυση χωρίς χορήγηση εύλογης προειδοποίησης αλλά και σε παραβίαση κανονισμού για την προστασία δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  

 

Για όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η Αιτήτρια δεν μας έπεισε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια σε σχέση με το τι έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν εμφανής η προσπάθειά της να παρουσιάσει τα γεγονότα όπως η ίδια θεωρούσε ότι την συνέφεραν και δεν μπορούμε να δεχθούμε τη θέση της ότι την 5/4/19 εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.

 

Ο κ.Μαρσελλής μας έκανε πολύ καλή εντύπωση, δεν υπέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις και η μαρτυρία του σε σχέση με το επίδικο θέμα συνάδει πλήρως με τα κατατεθέντα τεκμήρια και έχει λογική συνοχή.  Γενικά, η μαρτυρία του κ.Μαρσελλή μας φάνηκε θετική, φυσική και ειλικρινής και την αποδεχόμαστε.  Θεωρούμε ότι ο κ.Μαρσελλής ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να περιγράψει τα σχετικά γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώρα και το έκανε με σταθερότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε την εν λόγω μαρτυρία του αξιόπιστη και την αποδεχόμαστε.

 

Η μαρτυρία λοιπόν της Αιτήτριας δεν κρίνεται αξιόπιστη και απορρίπτεται σε όσα σημεία είναι αντίθετη με αυτή του κ.Μαρσελλή.  Αποδεχόμαστε συνεπώς ότι τα όσα ανέφερε ο κ.Μαρσελλής σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα εργατική διαφορά αποδίδουν την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. 

 

Είναι λοιπόν ομόφωνή η κατάληξή μας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ή ότι απολύθηκε παράνομα από τους Καθ’ ων η αίτηση την 5/4/19 και συνεπώς θεωρούμε ότι αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της.  Με λίγα λόγια δεν αποδείχθηκε εξαναγκασμός σε τερματισμό της υπηρεσίας της Αιτήτριας εξ υπαιτιότητας των Καθ’ ων η αίτηση ούτε και μονομερής τερματισμός των υπηρεσιών της Αιτήτριας από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Συνακόλουθα, η αίτηση εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται ομόφωνα.  Επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας €1.350 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α εάν υπάρχει.

 

 

(Υπ.) ……………………………………

                                                        Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής

       Γ. Μιχαηλίδης, Μέλος 

         Α. Σιαθάς, Μέλος

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο