ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
Ι. Κούννας )
Α. Αντωνίου ) Μελών.
Αρ. Αίτησης: 308/20
Μεταξύ:
ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
Αιτητή
και
1. GEORGE CHARALAMBOUS LIMITED, ΗΕ 360
2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
Καθ΄ ών η Αίτηση
Ημερομηνία: 31 Αυγούστου, 2026.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή: Η κα Π. Ασπρομάλλη.
Για την Καθ΄ ής η Αίτηση 1: Ο κος Χρ. Γεωργίου.
Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Η κα Μ. Ψάλτη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την Επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση») ο Αιτητής ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι:
(α) απασχολήθηκε στην υπηρεσία της Καθ’ ης η Αίτηση 1 εργοδότριας εταιρείας («Εργοδότρια Εταιρεία») από 8/9/2003 μέχρι και τον τερματισμό της απασχόλησής του, ο οποίος έλαβε χώρα στη βάση επιστολής ημερομηνίας 30/1/2019, για λόγους πλεονασμού και λόγω κατάργησης της θέσης στην οποία εργοδοτείτο·
(β) ενόψει του λόγου για τον οποίο έλαβε χώρα ο τερματισμός της απασχόλησής του, αυτός υπέβαλε στις 6/2/2019 αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού ενώπιον του Καθ’ ού η Αίτηση 2 Ταμείου («Ταμείο»), την οποία το τελευταίο απέρριψε στις 10/2/2020, με τον ισχυρισμό ότι, σύμφωνα με τα ενώπιόν του στοιχεία, ο τερματισμός της απασχόλησής του δεν οφειλόταν σε πλεονασμό, όπως αυτός καθορίζεται στο Άρθρο 18 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου («Ν.24/67») και
(γ) υπό το φως των ανωτέρω, καθώς και των λοιπών γεγονότων που περιβάλλουν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής του, δύναται να διεκδικεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») την επιδίκαση, υπέρ του και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, αποζημιώσεων λόγω παράνομης απόλυσης ή, διαζευκτικά, σε περίπτωση που το Δ.Ε.Δ. κρίνει ότι ο τερματισμός της απασχόλησής του έλαβε χώρα για λόγους πλεονασμού, την επιδίκαση, υπέρ του και εναντίον του Ταμείου, πληρωμής λόγω πλεονασμού («Επίδικες Θεραπείες»).
Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισής της, αποδέχεται τόσο την απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία της όσο και τον εκ μέρους της τερματισμό αυτής για λόγους πλεονασμού, στη βάση επιστολής ημερομηνίας 30/1/2019. Ωστόσο, αρνείται ότι υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων προς τον Αιτητή σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησής του, εφόσον, κατά τη θέση της, αυτός έλαβε χώρα για λόγους πλεονασμού και, συγκεκριμένα, λόγω αναδιοργάνωσης που έλαβε χώρα στην επιχείρησή της κατά τον ουσιώδη χρόνο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ανάγκη ελάττωσης του αριθμού των εργοδοτουμένων της που κατείχαν την ίδια θέση με τον Αιτητή, ήτοι τη θέση του επιθεωρητή πωλήσεων (με τον τελευταίο να επιλέγεται προς απόλυση, κυρίως επειδή ήταν ο τελευταίος προσληφθείς και/ή ο νεότερος σε αρχαιότητα).
Το ίδιο ισχύει και για το Ταμείο, το οποίο, παρ’ ότι αποδέχεται τόσο την απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από 8/9/2003 όσο και τον τερματισμό αυτής από την τελευταία με τη δικαιολογία του πλεονασμού (σημειώνοντας ότι αυτός έλαβε χώρα στις 31/3/2019), επίσης αρνείται ότι υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει προς αυτόν πληρωμή, ισχυριζόμενο ότι, παρότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή επικαλούμενη αναδιοργάνωση και/ή εκσυγχρονισμό της επιχείρησής της, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του, κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή δεν προέβη σε οποιαδήποτε σοβαρή και ουσιαστική αναδιοργάνωση και/ή εκσυγχρονισμό της επιχείρησης στην οποία αυτός απασχολείτο, ενώ, παράλληλα, προχώρησε σε προσλήψεις νέων εργοδοτουμένων, οι οποίοι αντικατέστησαν τον Αιτητή στα καθήκοντά του.
ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι νομική βάση των Επίδικων Θεραπειών αποτελεί ο Ν.24/67, ο οποίος, σε σχέση με αυτές, προβλέπει την έγερση δύο (2) εργατικών δικαιωμάτων (τα οποία δύνανται να αποδοθούν προς όφελος του διαζευκτικά και όχι σωρευτικά[1]) και συγκεκριμένα:
(α) στο πλαίσιο των Άρθρων 3(1) και 5, δικαίωμα εργοδοτουμένου, του οποίου η απασχόληση τερματίζεται από τον εργοδότη του, σε καταβολή αποζημιώσεων από τον τελευταίο («Αποζημιώσεις για Παράνομη Απόλυση»), όταν ο τερματισμός αυτός είναι παράνομος, δηλαδή προκύπτει κατά παράβαση των προαναφερόμενων προνοιών, οι οποίες προβλέπουν τα εξής:
«3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα».
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:
(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: .
(β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.
(γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου·
(δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:.
(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: .
(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·
(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·
(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·
(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».
Η υπογράμμιση δική μας.
(β) στο πλαίσιο του Μέρους IV (υπό τον τίτλο «Πλεονασμός») και του Άρθρου 5(β) (πιο πάνω), δικαίωμα εργοδοτουμένου σε πληρωμή λόγω πλεονασμού από το Ταμείο («Πληρωμή Πλεονασμού»), η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα και καταβάλλεται σε αυτόν νοουμένου ότι:
(i) Έχει απασχοληθεί συνεχώς επί εκατόν τέσσερις (104) τουλάχιστον εβδομάδες (2 χρόνια) στον ίδιο εργοδότη (βλ. Άρθρο 16).
(ii) Έχει απολυθεί συνεπεία ενός η περισσοτέρων από τους λόγους πλεονασμού που προβλέπονται περιοριστικά στο Άρθρο 18, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων όταν η απασχόλησις του ετερματίσθη-
(α) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο· ή
(β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: .
(γ) ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως:
(i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων·
(ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων·
(iii) καταργήσεως τμημάτων·
(iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών·
(v) ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών·
(vi) σπάνεως μέσων παραγωγής· και
(vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως.»
(iii) Δεν έχει απωλέσει το σχετικό δικαίωμα σε Πληρωμή Πλεονασμού είτε λόγω συμπλήρωσης της συντάξιμης ηλικίας είτε για οποιονδήποτε άλλο από τους λόγους που προβλέπονται σχετικά στο Ν.24/67 (βλ. κυρίως Άρθρα 16Α, 16Β, 19 και 20).
ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ
Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι καθοριστικό για το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται σε απόδοση των Επίδικων Θεραπειών ή όχι αποτελεί ο χαρακτηρισμός του τερματισμού της απασχόλησής του είτε ως νόμιμου είτε ως παράνομου, στη βάση των πιο πάνω προνοιών.
Αρμόδιο Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση αυτή είναι, φυσικά, το παρόν Δικαστήριο, εφόσον ο ίδιος ο Νόμος του προσδίδει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που ανακύπτουν από την εφαρμογή του[2], ως αυτές προωθούνται στη βάση εναρκτήριας Αίτησης, η οποία καταχωρείται ενώπιόν του σύμφωνα με τα όσα σχετικά προνοεί ο περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικός Κανονισμός 1/1999.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, για την απόδοση των θεραπειών αυτών από το Δ.Ε.Δ. δεν αρκεί η απλή καταχώρηση και προώθηση από τον εργοδοτούμενο-αιτητή τέτοιας εναρκτήριας Αίτησης (στη βάση των πιο πάνω), αλλά αυτή εξαρτάται από την τελική του κρίση αναφορικά με το κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των κριτηρίων απόδοσής τους κατάφερε, με τη μαρτυρία που προσέφερε κατά την ενώπιόν του ακροαματική διαδικασία, να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στον βαθμό που απαιτείται.
Το ποιος είναι ο διάδικος αυτός καθορίζεται στη βάση των κανόνων απόδειξης και, κυρίως, στη βάση του κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις επίδικες θεραπείες φέρει ο διάδικος που τις εξαιτείται[3].
Συνεπακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, το βάρος απόδειξης των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις Επίδικες Θεραπείες φέρει, στο πλαίσιο του κανόνα αυτού, καταρχάς ο Αιτητής (ως ο διάδικος που τις εξαιτείται). Αυτό, όμως, δεν ισχύει σε σχέση με το μοναδικό κριτήριο που αμφισβητείται στην παρούσα περίπτωση από τα διάδικα μέρη, ήτοι εκείνο που αφορά τον λόγο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και κατά πόσο αυτός προέκυψε ή μη σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 5(β). Και αυτό διότι, σε σχέση με το εν λόγω κριτήριο, ο πιο πάνω κανόνας υποχωρεί ενόψει του νόμιμου τεκμηρίου που προβλέπεται στο Άρθρο 6(1), το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινα των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων.»
Ενόψει αυτού, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το τεκμήριο του Άρθρου 6(1) (όπως διαφαίνεται από την πιο πάνω αναφορά σε τεκμήριο «μέχρις αποδείξεως του εναντίου») είναι μαχητό, το βάρος της ανατροπής του φέρει η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή προέκυψε νόμιμα στη βάση του Άρθρου 5(β), καλείται να το ανατρέψει[4].
Ειδικότερα, αυτό που καλείται η Εργοδότρια Εταιρεία να πράξει σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση είναι, μέσω της μαρτυρίας που θα παρουσιάσει ενώπιόν μας, να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε για τον λόγο που η ίδια επικαλείται και ότι αυτός ήταν νόμιμος, έγινε, δηλαδή, σε συμμόρφωση με τις σχετικές πρόνοιες του Ν.24/67. Αν επιτύχει σε αυτό, τότε, νοουμένου ότι συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον Ν.24/67, η κρίση μας αναπόδραστα θα οδηγηθεί σε διαπίστωση περί νομιμότητας του επίδικου τερματισμού και, συνακόλουθα, σε επιδίκαση πληρωμής λόγω πλεονασμού υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου. Σε αντίθετη, όμως, περίπτωση, η κρίση μας θα οδηγηθεί σε διαπίστωση περί παρανομίας του επίδικου τερματισμού και, συνακόλουθα, σε επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας.
ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Προς απόσειση του προαναφερόμενου βάρους απόδειξης, η Εργοδότρια Εταιρεία κλήθηκε, κατά την έναρξη της ενώπιόν μας ακροαματικής διαδικασίας, όπως, σύμφωνα με τις σχετικές επί του θέματος αρχές, παρουσιάσει πρώτη τη μαρτυρία της. Στο πλαίσιο αυτό, η Εργοδότρια Εταιρεία παρουσίασε ως μοναδικό μάρτυρά της τον διευθύνοντα σύμβουλό της, κ. Κυριάκο Μάτση («Κ.Μ.»), ο οποίος αποτέλεσε και τον μοναδικό μάρτυρα που προσέφερε μαρτυρία ενώπιόν μας.
Σημειώνεται ότι ο πιο πάνω μάρτυρας κατέθεσε ενώπιόν μας ενόρκως, με τη μαρτυρία του να καταγράφεται στα πρακτικά που λήφθηκαν στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας και να αποτελεί μέρος του φακέλου της Επίδικης Αίτησης. Σε αυτή, καθώς και στα σχετικά τεκμήρια (Τεκμήρια 1–10) και έγγραφα (Έγγραφο Α) που κατατέθηκαν ενώπιόν μας, καθώς και στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Χ1, Χ2 και Χ3), θα αναφερθούμε στη συνέχεια, συνοπτικά και μόνο στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίος για σκοπούς παρουσίασης των συμπερασμάτων μας και διατύπωσης της τελικής μας κρίσης[5].
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Προχωρώντας τώρα στην παρουσίαση και αξιολόγηση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή τα όσα κατέθεσε ο Κ.Μ. στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, προχωρήσαμε, με γνώμονα τις σχετικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, στην αξιολόγησή της, ώστε να καταλήξουμε στα συμπεράσματα επί των οποίων θα στηριχθεί η τελική μας κρίση επί των επίδικων, στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης, ζητημάτων.
(Ι) Παραδεκτά ή/και αδιαμφισβήτητα γεγονότα.
Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, τα διάδικα μέρη συμφώνησαν και έθεσαν ενώπιόν μας ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα:
(α) Η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας διήρκεσε από 8/9/2003 μέχρι και 31/3/2019.
(β) Οι τελευταίες, προ του τερματισμού της απασχόλησής του, απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €351,25 εβδομαδιαίως.
Πέραν των πιο πάνω, στη βάση της ενώπιόν μας προσκομισθείσας μαρτυρίας, σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις και τις λοιπές δηλώσεις των διαδίκων μερών, προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα εξής:
(α) Η Εργοδότρια Εταιρεία αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, η οποία ασχολείται με την παραγωγή και εμπορία προϊόντων καφεκοπτείου, όπως καφέ και ζάχαρης, καθώς και με την εμπορία ξηρών καρπών, με τις σχετικές εργασίες να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την επεξεργασία, συσκευασία και διανομή των προϊόντων στο λιανικό εμπόριο.
(β) Κατά τον ουσιώδη για την Επίδικη Αίτηση χρόνο, η Εργοδότρια Εταιρεία απασχολούσε, μεταξύ του λοιπού προσωπικού της, τον Αιτητή στη βάση γραπτής σύμβασης εργασίας, η οποία υπογράφηκε στις 6/5/2004 (Τεκμήριο 3), στη θέση του «επιθεωρητή πωλήσεων» στο Τμήμα Πωλήσεών της, με περιοχή ευθύνης το πελατολόγιό της στις επαρχίες Λάρνακας και Αμμοχώστου.
(γ) Περί την 30/1/2019, η Εργοδότρια Εταιρεία:
(i) παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή με την οποία τον ενημέρωνε για τον τερματισμό της απασχόλησής του για λόγους πλεονασμού (Τεκμήριο 6)·
(ii) απέστειλε προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων επιστολή, με την οποία το ενημέρωνε για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή λόγω πλεονασμού (Τεκμήριο 5) και
(iii) κατέβαλε στον Αιτητή το ποσό των €4.064,92, σε σχέση, κυρίως, με εξόφληση του τελικού μισθού του και πληρωμή «προειδοποίησης 8 εβδομάδων» (Τεκμήριο 7)·
(δ) ενόψει του λόγου του τερματισμού της απασχόλησής του, ο Αιτητής υπέβαλε, στις 6/2/2019, ενώπιον του Ταμείου αίτηση για Πληρωμή Πλεονασμού (Τεκμήριο 1), η οποία απορρίφθηκε από το Ταμείο στις 10/2/2020. Στο πλαίσιο εξέτασης της εν λόγω αίτησης, η Εργοδότρια Εταιρεία κοινοποίησε προς το Ταμείο:
(i) στις 6/3/2019, συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο, το οποίο της είχε αποσταλεί από το Ταμείο στις 6/2/2019 (Τεκμήριο 8)·
(ii) στις 16/1/2020, σε απάντηση επιστολής που το Ταμείο της είχε αποστείλει στις 8/1/2020 (Τεκμήριο 9), επιστολή με την οποία παρέθεσε στοιχεία αναφορικά με τις πωλήσεις της στις επαρχίες Λάρνακας και Αμμοχώστου για τα έτη 2014–2018, καθώς και στοιχεία αναφορικά με την οργάνωση και στελέχωση των θέσεων επιθεωρητών πωλήσεων στις εν λόγω επαρχίες (Τεκμήριο 10) και
(iii) στις 28/5/2024, επιστολή με την οποία παρείχε λεπτομέρειες σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή για λόγους πλεονασμού (Τεκμήριο 2).
(IΙ) Σύνοψη Μαρτυρίας.
Καταθέτοντας ο Κ.Μ., στο πλαίσιο γραπτής δήλωσής του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, ανέφερε αρχικά ότι, ενόψει της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος συμβούλου της Εργοδότριας Εταιρείας και των καθηκόντων που ασκούσε υπό την ιδιότητα αυτή, είχε προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων και, ειδικότερα, της απόφασης για αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης του Τμήματος Πωλήσεων, περιλαμβανομένων των θέσεων των επιθεωρητών. Αναφερόμενος στην απόφαση αυτή, αναφέρθηκε, κατ’ αρχάς, στα καθήκοντα της θέσης του «επιθεωρητή πωλήσεων», την οποία κατείχε ο Αιτητής, τα οποία περιλάμβαναν κυρίως: (i) την εκπαίδευση και παροχή οδηγιών προς τους πωλητές και στοιβαδόρους, καθώς και την επιθεώρηση και τον έλεγχο της ορθής εκτέλεσης των καθηκόντων τους· (ii) την επί τόπου επίσκεψη στους πελάτες και την παρακολούθηση της ορθής τοποθέτησης των προϊόντων· (iii) την παρακολούθηση της διατήρησης των συμφωνημένων χώρων στα σημεία πώλησης· (iv) την προώθηση των προϊόντων στους πελάτες· (v) την εξεύρεση νέων πελατών· (vi) τον έλεγχο των αποθεμάτων των πωλητών· (vii) την επίσκεψη σε πελάτες για επίλυση τυχόν προβλημάτων ή παραπόνων και (viii) την επίτευξη συμφωνιών με πελάτες, όπως για την εκτέλεση προωθητικών ενεργειών. Στη συνέχεια, εξήγησε ότι, κατά τον χρόνο πρόσληψης του Αιτητή, ήτοι το 2003, τα καθήκοντα αυτά εκτελούνταν από τους επιθεωρητές πωλήσεων μόνο σε σχέση με προϊόντα καφεκοπτείου, με τα οποία η Εργοδότρια Εταιρεία ασχολείτο από την ίδρυσή της. Αυτό, ωστόσο, περί το 2008 είχε αλλάξει, εφόσον, μετά την εξαγορά, περί το έτος 2000, της βιομηχανίας ξηρών καρπών και αποξηραμένων φρούτων «Λειβαδιώτη» και τη συνακόλουθη ένταξη των προϊόντων ξηρών καρπών στις εργασίες της Εργοδότριας Εταιρείας, οι έντεκα (11) τότε επιθεωρητές πωλήσεων εκτελούσαν τα προαναφερόμενα καθήκοντα τόσο σε σχέση με τα προϊόντα καφεκοπτείου όσο και με τα προϊόντα ξηρών καρπών. Αυτό, ως εξήγησε, οδήγησε την Εργοδότρια Εταιρεία, το 2009, ενόψει της ανάγκης αύξησης ή, τουλάχιστον, διατήρησης του μεριδίου της στην αγορά των ξηρών καρπών, να αποφασίσει την εξειδικευμένη προώθηση των προϊόντων αυτών, μέσω αναδιοργάνωσης του Τμήματος Πωλήσεων και αποκλειστικής ενασχόλησης συγκεκριμένων επιθεωρητών με αυτά. Οι ανάγκες, όμως, της Εργοδότριας Εταιρείας, ως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι το 2018, ήταν, κατά τον ίδιο, διαφορετικές. Όπως εξήγησε, αφενός, η εξειδικευμένη προώθηση των προϊόντων ξηρών καρπών είχε επιτύχει τους σκοπούς της, επιφέροντας τη διατήρηση και αύξηση των πωλήσεών τους και την εδραίωση της Εργοδότριας Εταιρείας στην εμπορία τους, ενώ οι πωλητές είχαν αποκτήσει την απαιτούμενη τεχνογνωσία και εξειδίκευση και, αφετέρου, η τεχνολογική ανάπτυξη στο Τμήμα Πωλήσεων είχε μειώσει σημαντικά τον φυσικό φόρτο εργασίας των επιθεωρητών. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στη χρήση φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών από τους πωλητές, στην ηλεκτρονική πληροφόρηση των επιθεωρητών για τα δρομολόγια και τους πελάτες τους, στην εγκατάσταση συστημάτων GPS στα οχήματα των πωλητών και στην τοποθέτηση ηλεκτρονικών υπολογιστών στα επαρχιακά γραφεία, τα οποία επέτρεπαν μέρος της επιθεώρησης που προηγουμένως απαιτούσε φυσική παρουσία να διενεργείται ηλεκτρονικά. Τα δεδομένα αυτά, ως ανέφερε, είχαν ως αποτέλεσμα, κατά το 2018, τη μείωση των πραγματικών αναγκών της Εργοδότριας Εταιρείας τόσο για εξειδικευμένη προώθηση των προϊόντων ξηρών καρπών όσο και ως προς τον αριθμό των απαιτούμενων επιθεωρητών. Ως εκ τούτου, περί τις αρχές του 2019, η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε σε νέα αναδιοργάνωση του Τμήματος Πωλήσεων, στο πλαίσιο της οποίας καταργήθηκε η αποκλειστική ενασχόληση επιθεωρητών με τα προϊόντα ξηρών καρπών και τα σχετικά καθήκοντα εντάχθηκαν εκ νέου στις υφιστάμενες θέσεις επιθεωρητών, ώστε αυτοί να ασχολούνται τόσο με τα προϊόντα καφεκοπτείου όσο και με τα προϊόντα ξηρών καρπών. Παράλληλα, κρίθηκε ότι οι σχετικές ανάγκες μπορούσαν πλέον να καλυφθούν από οκτώ (8), αντί έντεκα (11), επιθεωρητές. Συνέπεια της αναδιοργάνωσης αυτής ήταν, ως εξήγησε, η ανακατανομή των επιθεωρητών στις επιμέρους επαρχίες. Αφού στο μεταξύ ορισμένοι είχαν αφυπηρετήσει ή αποχωρήσει οικειοθελώς, ο Στέλιος Χαραλάμπους, ο οποίος από το 2009 ασχολείτο αποκλειστικά με τα προϊόντα ξηρών καρπών, επανήλθε στην επαρχία Λάρνακας–Αμμοχώστου, όπου εργαζόταν πριν από την αναδιοργάνωση του 2009, ενώ ο Αντώνης Αντωνίου επανήλθε στην επαρχία Λεμεσού, όπου είχε κενωθεί θέση λόγω συνταξιοδότησης. Με την επάνοδο του Στέλιου Χαραλάμπους, οι επιθεωρητές στην επαρχία Λάρνακας–Αμμοχώστου ανήλθαν σε τρεις (3), ενώ οι πραγματικές ανάγκες, κατά τον ίδιο, απαιτούσαν πλέον μόνο δύο (2). Ως εκ τούτου, η τρίτη (3η) θέση κρίθηκε περιττή και αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή για λόγους πλεονασμού, με την επιλογή του να γίνεται επειδή ήταν ο νεότερος προσληφθείς στη συγκεκριμένη θέση στην επαρχία Λάρνακας–Αμμοχώστου. Κατά τον χρόνο εκείνο, οι μηνιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν σε €1.381,97, ενώ αμέσως προηγουμένως σε €1.367, με τον Αιτητή να λαμβάνει, επίσης, 13ο μισθό και, κατά χάριν, πασχαλινό επίδομα ύψους €299 (Τεκμήριο 4). Πρόσθεσε, τέλος, ότι, από το 2023, ο συνολικός αριθμός των επιθεωρητών μειώθηκε περαιτέρω κατά έναν (1), ανερχόμενος πλέον σε επτά (7).
Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο του Ταμείου, συμφώνησε ότι ο Αιτητής, από την πρόσληψή του το 2003 και μέχρι την αναδιοργάνωση του 2009, ασκούσε το σύνολο των καθηκόντων του επιθεωρητή πωλήσεων που είχε προηγουμένως περιγράψει. Ερωτηθείς ειδικότερα ως προς την τεχνολογική ανάπτυξη, στην οποία απέδωσε μέρος της μείωσης του φυσικού φόρτου εργασίας των επιθεωρητών, ανέφερε ότι οι φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές εισήχθησαν το 2009, οπότε δημιουργήθηκε νέα πλατφόρμα με νέο λογισμικό. Εξήγησε ότι, μέσω του συστήματος «Live», οι πωλήσεις καταχωρίζονταν άμεσα, παρέχοντας τη δυνατότητα παρακολούθησης των πωλήσεων της ημέρας ανά πελάτη και προϊόν, καθώς και άλλων στοιχείων που αφορούσαν την εργασία των πωλητών, με μεγάλο μέρος της σχετικής παρακολούθησης να μπορεί πλέον να γίνεται από τα γραφεία. Συμφώνησε, πάντως, ότι ορισμένα από τα καθήκοντα που είχε προηγουμένως περιγράψει, όπως η εκπαίδευση, η επίσκεψη στους πελάτες, η τοποθέτηση των προϊόντων και η επίλυση προβλημάτων, απαιτούσαν την επί τόπου παρουσία των επιθεωρητών. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είχε παρουσιαστεί μαρτυρία που να καταδεικνύει μείωση των καθηκόντων και, συνακόλουθα, των πραγματικών αναγκών της Εργοδότριας Εταιρείας σε επιθεωρητές, απάντησε ότι η μείωση είχε επέλθει με τον τρόπο που είχε ήδη εξηγήσει, ήτοι μέσω της δυνατότητας ζωντανής ηλεκτρονικής παρακολούθησης των πωλήσεων. Σε σχέση με την αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του Τμήματος Πωλήσεων ως προς τα προϊόντα ξηρών καρπών, και αφού του υποδείχθηκε η επιστολή ημερομηνίας 28/5/2024 (Τεκμήριο 2), του υποβλήθηκε ότι τα καθήκοντα του Αιτητή εξακολουθούσαν να υφίστανται και να εκτελούνται από άλλον επιθεωρητή. Απάντησε ότι η εξειδικευμένη προώθηση των προϊόντων ξηρών καρπών είχε παύσει λόγω της εδραίωσης της Εργοδότριας Εταιρείας στη συγκεκριμένη αγορά και, όταν του διευκρινίστηκε ότι η υποβολή αφορούσε τα καθήκοντα του Αιτητή ως επιθεωρητή, ενέμεινε ότι αυτά δεν εκτελούνταν πλέον με τον ίδιο τρόπο. Εξήγησε ότι, κατά την προσπάθεια εισόδου της Εργοδότριας Εταιρείας στην ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά των ξηρών καρπών, απαιτείτο εξειδικευμένος επιθεωρητής που να ασχολείται αποκλειστικά με την προώθηση των προϊόντων αυτών, κάτι που απαιτούσε προσπάθεια, χρόνο και επιμονή, ενώ, με την πάροδο του χρόνου και την εδραίωσή της στη συγκεκριμένη αγορά, η ανάγκη αυτή μειώθηκε δραστικά. Συμφώνησε ότι η εν λόγω εξειδικευμένη δραστηριότητα δεν ασκείτο από τον Αιτητή, προσθέτοντας ότι, για τον λόγο αυτό, ο επιθεωρητής που ασχολείτο με αυτή επέστρεψε στα προηγούμενα καθήκοντά του. Περαιτέρω, διαφώνησε με τις υποβολές ότι επρόκειτο απλώς για φραστική κατάργηση της θέσης του Αιτητή και ότι η εισαγωγή των φορητών ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν είχε συμβάλει στη μείωση των καθηκόντων που απαιτούσαν φυσική παρουσία, πέραν της παρακολούθησης των πωλήσεων. Εξήγησε ότι σημαντικό μέρος της επιθεώρησης συνίστατο στη συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση της ομάδας των πωλητών, η οποία, χωρίς τις τεχνολογικές δυνατότητες που είχαν εισαχθεί, θα έπρεπε να γίνεται επί τόπου και θα απαιτούσε περισσότερο χρόνο, ενώ μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων μπορούσε πλέον να γίνεται σε σημαντικό βαθμό από το γραφείο, χωρίς να απαιτείται επίσκεψη σε κάθε πελάτη. Πρόσθεσε ότι, μέσω της ζωντανής ηλεκτρονικής απεικόνισης των πωλήσεων, μπορούσε, μεταξύ άλλων, να διαπιστωθεί σε πόσους πελάτες είχαν τοποθετηθεί νέα προϊόντα, διευκρινίζοντας ότι την προώθηση των προϊόντων πραγματοποιούσαν τόσο οι επιθεωρητές όσο και οι πωλητές. Τέλος, όταν του υποβλήθηκε εκ νέου ότι τα καθήκοντα του Αιτητή εξακολουθούσαν να υφίστανται και να εκτελούνται, ενέμεινε ότι αυτά δεν εκτελούνταν πλέον με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση, παραπέμποντας στο γεγονός ότι, ενώ προηγουμένως υπήρχαν έντεκα (11) επιθεωρητές, κατά τον χρόνο της κατάθεσής του υπήρχαν επτά (7), γεγονός που, κατά τον ίδιο, καταδείκνυε ότι δεν απαιτείτο πλέον επιθεώρηση στο εύρος στο οποίο αυτή διενεργείτο προηγουμένως.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ – ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας στο πλαίσιο της σχετικής ακροαματικής διαδικασίας είναι αυτή του Κ.Μ., η οποία, σε μεγάλο βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη και, ως εκ τούτου, την αποδεχόμαστε ως προς τα πραγματικά γεγονότα που επιμαρτυρεί, προβαίνοντας (με την επιφύλαξη των όσων αναφέρουμε στην πιο κάτω ανάλυσή μας και χωρίς, φυσικά, να προβαίνουμε σε οποιαδήποτε ευρήματα σε σχέση με εκτιμήσεις ή υποθέσεις που διατυπώθηκαν από τον Κ.Μ. στο πλαίσιο της μαρτυρίας του[6]) σε σχετικά ευρήματα γεγονότων.
Αναλύοντας τη μαρτυρία αυτή για σκοπούς απάντησης του επίδικου εδώ ερωτήματος (το οποίο δεν είναι άλλο από το κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε, μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασε ενώπιόν μας, να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε για τον λόγο που η ίδια επικαλείται και σε συμμόρφωση με τις σχετικές πρόνοιες του Ν.24/67), σημειώνουμε τα εξής:
Από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας, διαφαίνεται ότι ο λόγος που επικαλέστηκε η Εργοδότρια Εταιρεία για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή ήταν η κατάργηση της θέσης του «επιθεωρητή πωλήσεων», την οποία αυτός κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τούτο, άλλωστε, καταγράφεται ρητώς και στην επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του Αιτητή (Τεκμήριο 6), στην οποία αναφέρονται, κυρίως, τα εξής:
«Μέσα στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των δραστηριοτήτων της εταιρείας η θέση επιθεωρητή πωλήσεων στην οποία εργάζεσαι στην επαρχία Λάρνακας, θα καταργηθεί.
Ως αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης και της κατάργησης της πιο πάνω θέσης, είμαστε αναγκασμένοι να προχωρήσουμε και στον τερματισμό των υπηρεσιών σου λόγω πλεονασμού.»
Έχοντας αυτό υπόψη μας, όπως και τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι η φραστική κατάργηση μιας θέσης δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, λόγο πλεονασμού (βλ. μεταξύ άλλων S & G Colocassides Ltd v. Π. Λαζαρίδης κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 2181) καθίσταται σαφές ότι κρίσιμη εδώ είναι η εξέταση του κατά πόσον οι πραγματικές περιστάσεις που οδήγησαν, κατά τον ισχυρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας, στην κατάργηση της θέσης του Αιτητή εμπίπτουν σε κάποιον από τους προβλεπόμενους στον Ν.24/67 λόγους πλεονασμού.
Με δεδομένο, δε, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, η Εργοδότρια Εταιρεία αποδίδει την κατάργηση της εν λόγω θέσης σε «αναδιοργάνωση» του τρόπου λειτουργίας του Τμήματος Πωλήσεων, στο οποίο απασχολείτο ο Αιτητής, κρίσιμη καθίσταται, κυρίως, η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον η επικαλούμενη αυτή αναδιοργάνωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προνοιών των εδαφίων (i) και (ii) της παραγράφου (γ) του Άρθρου 18, σύμφωνα με τις οποίες εργοδοτούμενος θεωρείται πλεονάζων όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε ένεκα:
«(i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων·
(ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων.»
Απαντώντας στο ερώτημα αυτό, σημειώνουμε τα εξής:
Εξετάζοντας τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τον εν λόγω λόγο πλεονασμού, καθίσταται αντιληπτό ότι, για να δικαιολογείται ο τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτουμένου στη βάση αυτού, εκείνο που θα πρέπει να εξετάζεται είναι κατά πόσον από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει (στη βάση πάντοτε αντικειμενικών κριτηρίων[7]) ότι ο εργοδότης προχώρησε σε αναδιοργάνωση και/ή εκσυγχρονισμό της επιχείρησής του, η οποία, ενόψει της έκτασης και της σοβαρότητάς της, είχε ως αποτέλεσμα την ουσιώδη μεταβολή της φύσης των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους, με συνέπεια την ελάττωση του αριθμού των αναγκαίων εργοδοτουμένων.
Σχετική με το ζήτημα αυτό είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ v. Παρασκευής Γρηγορά κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1985 σύμφωνα με την οποία:
«Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται ″ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων″ κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου.»
Σχετική είναι, επίσης, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστου Κυριακίδη ν. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό κ.α., Π.Ε. Αρ. 215/2011, ημερ. 21/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:A478, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά και στην απόφαση Α/φοί Γαλαταριώτη (πιο πάνω), ανέφερε τα εξής:
«Όπως ερμηνεύτηκε η πρόνοια στη Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν Γρηγόρα κ.ά (2001) 1 ΑΑΔ 1985, ερμηνεία η οποία εφαρμόστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης, πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργησή τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται «ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων» κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφέραμε την έφεση με υπόμνημα S & G Colocassides Ltd v Λαζαρίδη κ.ά (1999) 1 ΑΑΔ 2181, όπου τα καθήκοντα της θέσης του απολυθέντος εφεσίβλητου 1 παρέμειναν και εκτελούνταν από άλλο. Το Εφετείο απάντησε καταφατικά σε νομικό ερώτημα αν το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι υπήρχε φραστική κατάργηση της θέσης που δεν οδηγούσε σε απόλυση λόγω πλεονασμού, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά ή εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 18(γ)(ι) του Ν.24/1967.»
Τέλος, σχετική είναι και η απόφαση του Court of Appeal (England and Wales) στην υπόθεση Hindle v. Percival Boats Ltd (1969) 1 All E.R. 836, όπου αποφασίστηκε ότι, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτούμενου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό.
Στην ίδια απόφαση κρίθηκε επίσης ότι η στοιχειοθέτηση πλεονασμού δεν εξαρτάται από το πώς ο ίδιος ο εργοδότης χαρακτηρίζει την πράξη του. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το θέμα ήταν: «εντελώς αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το εφαρμοζόμενο κριτήριο αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και όχι τη γνώμη των εργοδοτών ή οποιουδήποτε άλλου επί του σημείου εκείνου.» (Βλ. και United Hotels (Lordos) Ltd v. Ανδρούλας Σταύρου κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 515).
Κατά συνέπεια, στη βάση των πιο πάνω αρχών, αυτό που το Δ.Ε.Δ. οφείλει, εξετάζοντας την ενεργοποίηση των πιο πάνω προνοιών στην ενώπιόν του επίδικη περίπτωση, να πράττει είναι:
Αρχικά, να εξετάζει κατά πόσον, στην επίδικη περίπτωση, ο εργοδότης προέβη σε αναδιοργάνωση ή εκσυγχρονισμό της επιχείρησης στην οποία απασχολείτο ο πλεονάζων εργοδοτούμενος, εξετάζοντας ταυτόχρονα και κατά πόσον η αναδιοργάνωση αυτή είχε την απαιτούμενη σοβαρότητα, δηλαδή μπορούσε, λόγω της φύσης της, να μεταβάλει ουσιωδώς τη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή ακόμη και να τα καταργήσει πλήρως.
Στη συνέχεια, νοουμένου ότι αναδιοργάνωση ή εκσυγχρονισμός τέτοιας φύσεως διαγιγνώσκεται, να εξετάζει κατά πόσον η εν λόγω αναδιοργάνωση ή ο εκσυγχρονισμός πράγματι επέφερε ουσιαστική μεταβολή ή κατάργηση των καθηκόντων του απολυθέντος ως πλεονάζοντος εργοδοτουμένου, με αποτέλεσμα «να συνεπάγεται ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων». Αν, κατά την εξέταση αυτή, εντοπίζεται τέτοια μεταβολή ή κατάργηση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου λόγω της αναδιοργάνωσης ή του εκσυγχρονισμού, τότε η ενεργοποίηση των πιο πάνω προνοιών δικαιολογείται. Αντίθετα, αν από την εξέταση αυτή προκύπτουν στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι τέτοια μεταβολή ή κατάργηση δεν έλαβε χώρα (όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δ.Ε.Δ. διαφαίνεται ότι τα καθήκοντα του εργοδοτουμένου παρέμειναν και μετά την αναδιοργάνωση και εκτελούνταν από άλλο ή άλλους εργοδοτουμένους[8], τότε η ενεργοποίηση των προνοιών αυτών δεν καθίσταται νοητή.
Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, προχωρήσαμε σε ενδελεχή εξέταση του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μας, σε συνδυασμό με τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, ως αυτές έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω, θέτοντας ως κρίσιμο προς απάντηση το ερώτημα κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, κατάφερε να αποδείξει ότι η επικαλούμενη αναδιοργάνωση της επιχείρησης στην οποία απασχολείτο ο Αιτητής ήταν τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησής του λόγω πλεονασμού.
Ολοκληρώνοντας, δε, την εξέταση αυτή, καταλήξαμε ότι, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μας, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική, με αποτέλεσμα ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή να κρίνεται παράνομος και, συνακόλουθα, να δικαιολογείται η επιδίκαση προς όφελός του και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας Αποζημιώσεων για Παράνομη Απόλυση.
Αναλύοντας την κρίση μας αυτή, σημειώνουμε τα εξής:
Από τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας ο Κ.Μ. έχει διαφανεί ότι, κατά τον ουσιώδη για την Επίδικη Αίτηση χρόνο, είχαν πράγματι επέλθει ορισμένες μεταβολές στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του Τμήματος Πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, στο οποίο ο Αιτητής απασχολείτο ως επιθεωρητής πωλήσεων, με αυτές να αφορούν κυρίως αλλαγές στον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων των επιθεωρητών πωλήσεων και, ειδικότερα, την αξιοποίηση τεχνολογικών μέσων για την ηλεκτρονική παρακολούθηση μέρους των εργασιών των πωλητών, καθώς και την παύση της αποκλειστικής ενασχόλησης συγκεκριμένων επιθεωρητών με την προώθηση των προϊόντων ξηρών καρπών και την εκ νέου ένταξη των σχετικών καθηκόντων στις υφιστάμενες θέσεις επιθεωρητών πωλήσεων.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει και ότι, στην επίδικη περίπτωση, αυτό που έλαβε χώρα ήταν αναδιοργάνωση της επιχείρησης τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή λόγω πλεονασμού, εφόσον, όπως προκύπτει από τις αρχές που αναλύθηκαν ανωτέρω, το κρίσιμο για κατάληξη σε τέτοιο συμπέρασμα δεν είναι απλώς κατά πόσον επήλθαν μεταβολές στον τρόπο οργάνωσης ή λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά κατά πόσον αυτές επέφεραν ουσιώδη μεταβολή ή κατάργηση των καθηκόντων του επηρεαζόμενου εργοδοτουμένου, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την ελάττωση του αριθμού των αναγκαίων εργοδοτουμένων.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν βρίσκουμε να έχει αποδειχθεί στην παρούσα περίπτωση. Και τούτο διότι από την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτει ότι τα καθήκοντα του Αιτητή, όπως αυτά υφίσταντο πριν από τον τερματισμό της απασχόλησής του, δεν καταργήθηκαν ούτε μειώθηκαν ουσιωδώς, αλλά εξακολούθησαν σε σημαντικό βαθμό να υφίστανται και μετά τον τερματισμό αυτό και να εκτελούνται από τους λοιπούς συναδέλφους του Αιτητή που παρέμειναν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας, έστω και με ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο ή και την έκταση εκτέλεσής τους. Τούτο, άλλωστε, επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά και από τον ίδιο τον Κ.Μ., ο οποίος, κατά την αντεξέτασή του, αποδέχθηκε ότι τα καθήκοντα του Αιτητή δεν έπαυσαν να υφίστανται, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι δεν εκτελούνταν πλέον «με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση».
Έχοντας αυτό υπόψη, όπως και το συμπέρασμα στο οποίο καταλήξαμε από την αξιολόγηση της ενώπιόν μας μαρτυρίας ότι ο βασικός ισχυρισμός που πρόβαλε συναφώς η Εργοδότρια Εταιρεία, ότι δηλαδή, συνεπεία των πιο πάνω μεταβολών, οι πραγματικές ανάγκες της μπορούσαν πλέον να καλυφθούν από μικρότερο αριθμό επιθεωρητών πωλήσεων που απασχολούνταν στο Τμήμα Πωλήσεων, δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς, αποτελεί τελική μας κρίση ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή επήλθε λόγω αναδιοργάνωσης ή εκσυγχρονισμού κατά την έννοια των πιο πάνω προνοιών του Ν.24/67, με αποτέλεσμα ο εν λόγω τερματισμός να κρίνεται παράνομος.
Αναλύοντας, δε, το πιο πάνω συμπέρασμά μας, υπογραμμίζουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, με τη μαρτυρία που προσέφερε ενώπιόν μας, απέτυχε, κατά την κρίση μας, να παρουσιάσει σαφή, θετική και πειστική μαρτυρία, ικανή να συνδέσει αιτιωδώς οποιεσδήποτε μεταβολές επήλθαν στην επιχείρησή της κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή με πραγματική ανάγκη μείωσης του αριθμού των εργοδοτουμένων που απασχολούνταν ως επιθεωρητές πωλήσεων, παραλείποντας κυρίως να παρουσιάσει σχετικά συγκριτικά στοιχεία που αφορούσαν τον χρόνο πριν και μετά τις κατ’ ισχυρισμό αλλαγές όπως π.χ. στοιχεία ως προς τον χρόνο που απαιτείτο για την εκτέλεση των καθηκόντων των επιθεωρητών, τον αριθμό των φυσικών επισκέψεών τους σε πελάτες, τον αριθμό των πωλητών και στοιβαδόρων που τελούσαν υπό την επίβλεψή τους ή τον αριθμό των πελατών και σημείων πώλησης που καλύπτονταν από αυτούς, κ.ά.. Αντίθετα, τα όσα σχετικά παρουσίασε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο Κ.Μ. παρέμειναν στο επίπεδο γενικών εκτιμήσεων, χωρίς την αναγκαία πραγματική και αποδεικτική θεμελίωση που θα μας επέτρεπε να καταλήξουμε ότι οι σχετικές μεταβολές επέφεραν την απαιτούμενη ελάττωση του αριθμού των αναγκαίων εργοδοτουμένων. Συνεπακόλουθα, η κρίση μας δεν θα μπορεί να είναι άλλη από το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι συνέτρεχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πραγματική ανάγκη μείωσης του αριθμού των επιθεωρητών πωλήσεων και, κατ’ επέκταση, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή επήλθε για λόγους πλεονασμού εντός των πλαισίων των πιο πάνω προνοιών του Ν.24/67.
ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ
Κατόπιν της πιο πάνω κρίσης μας, προχωρούμε πιο κάτω με την επίλυση του μοναδικού εναπομείναντος επίδικου ζητήματος, το οποίο δεν είναι άλλο από τον καθορισμό του ποσού που δικαιούται ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67, σημειώνοντας τα εξής:
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται στη βάση του Άρθρου 3(1) υπολογίζονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα, στον οποίο σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«2. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανεν εάν είχε κηρυχθή υπό του εργοδότου του ως πλεονάζων και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τετάρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου, 1960.
3. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.
4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(α)τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου·
(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου·
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου·
(δ) τας πραγματικός συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου·
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».
Το ζήτημα του καθορισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται εργοδοτούμενος δυνάμει των προνοιών του Πρώτου Πίνακα έχει εξεταστεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, μέσω της νομολογίας του, έχει αποσαφηνίσει τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε τα εξής:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δυο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη…
Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»
Αναφορικά, δε, με το ειδικότερο ζήτημα της αξιολόγησης από το Δ.Ε.Δ. των παραγόντων που απαριθμούνται στο Άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην απόφαση Σίμος Μουζούρης ν. Κόσμο-Πλαστ και Σία και Άλλου (2007) 1 Α.Α.Δ. 896, σημείωσε ότι:
«Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι τα μόνα από τα πιο πάνω κριτήρια που έλαβε υπόψη είναι το (α) και (β), και αυτά μόνο φραστικά, χωρίς δηλαδή οποιαδήποτε εξήγηση πώς αυτά επηρεάζουν το ποσό της αποζημίωσης. Τα γεγονότα φαίνεται να ομοιάζουν με αυτά της προαναφερθείσας υπόθεσης Cabras & Bros Ltd όπου δεν φαινόταν από την πρωτόδικη απόφαση αν το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη και τα υπόλοιπα κριτήρια εκτός από το (α) και (β) και έτσι επέτρεψε την έφεση μερικώς… Ενόψει όλων των πιο πάνω επιτυγχάνει και η παρούσα έφεση μερικώς. Παραπέμπεται η υπόθεση στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να επανεκδικάσει μόνο το ύψος του ποσού της αποζημίωσης αφού ληφθούν υπόψη όλα τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου.»
Κατόπιν όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων σε εργοδοτούμενο στη βάση του Άρθρου 3(1) εναπόκειται στην απόλυτη διακριτική εξουσία του Δ.Ε.Δ., η οποία ασκείται εντός των πλαισίων που θέτει ο Ν.24/67, με το κατώτερο ποσό που δύναται να επιδικαστεί ως αποζημίωση να είναι εκείνο που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος εάν δικαιούτο σε πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV του Ν.24/67[9] και το ανώτερο εκείνο που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια δύο ετών[10], λαμβανομένων, μεταξύ άλλων, υπόψη των παραγόντων που απαριθμούνται στο Άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα.
Στην παρούσα περίπτωση, η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή διήρκεσε από 8/9/2003 μέχρι 31/3/2019 (16 έτη για σκοπούς του Ν.24/67
), με αποτέλεσμα το ποσό που θα δικαιούτο σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζων υπό την έννοια του Άρθρου 18 να αντιστοιχεί σε απολαβές 41,5 εβδομάδων. Λαμβάνοντας αυτό υπόψη, όπως και το γεγονός ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν, κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησής του, σε €351,25, βρίσκουμε ότι τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί η διακριτική μας ευχέρεια ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος του Αιτητή στην παρούσα περίπτωση κυμαίνονται μεταξύ του ποσού των €14.576,88 (41,5 × €351,25), το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που θα δικαιούτο ο Αιτητής σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζων υπό την έννοια του Άρθρου 18 του Ν.24/67, και του ποσού των €36.530,00 (104 × €351,25), το οποίο αντιστοιχεί σε απολαβές 104 εβδομάδων, δηλαδή δύο ετών, του Αιτητή.
Με βάση τα δεδομένα αυτά και έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, κρίνουμε εύλογο και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να επιδικάσουμε στον Αιτητή, ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67, ποσό που αντιστοιχεί σε απολαβές 43 εβδομάδων, ήτοι €15.103,75, λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:
(α) το ύψος των απολαβών του, οι οποίες ανέρχονταν σε €351,25 εβδομαδιαίως·
(β) τη μακρόχρονη υπηρεσία του στην Εργοδότρια Εταιρεία, διάρκειας 16 ετών για σκοπούς του Ν.24/67·
(γ) τα γεγονότα και τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησής του, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ο Αιτητής απολύθηκε χωρίς να αποδειχθεί ενώπιόν μας ότι συνέτρεχε ο επικαλούμενος από την Εργοδότρια Εταιρεία νόμιμος λόγος πλεονασμού, χωρίς, ωστόσο, να έχει τεθεί ενώπιόν μας οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η απόλυσή του ήταν κακόπιστη ή έγινε για αλλότριους σκοπούς και
(δ) το γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού της απασχόλησής του, την ηλικία του ή ενδεχόμενη απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας συνεπεία του τερματισμού αυτού, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να καταλήξουμε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τους παράγοντες αυτούς.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €15.103,75, πλέον νόμιμου τόκου, ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 3(1) του Ν.24/67.
Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας και καθορίζονται στο ποσό των €2.000, πλέον Φ.Π.Α..
Η Αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίπτεται, χωρίς έξοδα.
(Υπ.) ………………………………………...
Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
(Υπ.) …………………………………… (Υπ.) ……………………………………
Ι. Κούννας, Μέλος. Α. Αντωνίου, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Industrial/Final
(Αναφορά: Τερματισμός απασχόλησης/ Πλεονασμός).
[1] Εφόσον, ως καθίσταται σαφές, σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου για πραγματικούς λόγους πλεονασμού εντός των πλαισίων του Μέρους IV του Ν.24/67, το δικαίωμα του Άρθρου 3(1) σε πληρωμή αποζημίωσης από τον εργοδότη χάνεται από τον εργοδοτούμενο, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 5(β) του Ν.24/67, ο οποίος, νοουμένου ότι οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος IV πληρούνται, αποκτά δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού από το Ταμείο.
[2] Βλ. Άρθρο 30 παράγραφος 1 του Νόμου σε συνδυασμό με την έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στο Άρθρο 2 αυτού.
[3] Βλ. μεταξύ άλλων Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζής ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295, όπου σημειώνονται τα εξής: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».
[4] Βλ. μεταξύ άλλων Αριστείδου ν. R.K. Super Beton Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 114 και Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari (1990) 1 Α.Α.Δ. 31).
[5] Εφόσον, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Καννάουρου κ.α. v. Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).
[6] Εφόσον, σύμφωνα με τις αρχές επί του θέματος, το Δικαστήριο, για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα, δύναται να στηρίζεται μόνο σε πραγματικά γεγονότα και όχι σε υποθέσεις.
[7] Βλ. κυρίως United Hotels (Lordos) Ltd ν. Ανδρούλας Σταύρου κ.ά. (2003) 1 Α.Α.Δ. 515.
[8] Βλ. S. & G. Colocassides (πιο πάνω).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο