ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 260/2018, 27/3/2025
print
Τίτλος:
ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 260/2018, 27/3/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου

                        Α. Λάμπρου και Μ. Μιχαήλ, Μελών.

 

 

Αρ. Υπόθεσης: 260/2018

 

Μεταξύ:

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ

Αιτητής

-και-

 

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Καθ’ ου η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 27η Μαρτίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή: κ. Γ. Τσαρδελλής με κ. Κρ. Διονυσίου για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ

Για Καθ’ ου η αίτηση: κα Ζ. Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τον Καθ’ ου η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες:

 

Α.         Αναγνωριστικό Διάταγμα ότι η άνιση μεταχείριση και/ή δυσμενής διάκριση των δικαιωμάτων ή/και ωφελημάτων ή/και προνομίων ή/και υποχρεώσεων που υφίστα-ται ο Αιτητής σε σχέση με τα δικαιώματα ή/και ωφελήματα ή/και προνόμια ή/και υποχρεώσεις των αντίστοιχων δημοσίων υπαλλήλων ή/και μόνιμων Λειτουργών του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως είναι παράνομα, αδικαιολόγητα, αντισυνταγματικά ή/και κατά παράβαση του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν. 98(Ι)/2003) ή/και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

 

Β.         Αναγνωριστικό Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν. 98(Ι)/2003) ή/και η εφαρμογή του ή/και η διοικητική πρακτική που εφαρμόζεται σε σχέση με τον πιο πάνω Νόμο ή/και η ερμηνεία που δίδεται σε αυτόν από τον Καθ’ ου η Αίτηση και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία και/ή το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και/ή το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας αντιβαίνει ή/και παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ ή/και το Σύνταγμα της Κυπρι-ακής Δημοκρατίας που προνοεί ότι το Ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει του ημεδαπού δικαίου.

 

Γ.         Διάταγμα που να απαγορεύει και να τερματίζει την οποιουδήποτε είδους άνιση μετα-χείριση και/ή δυσμενή διάκριση του Αιτητή σε σχέση με τους αντίστοιχους δημοσίους υπαλλήλους ή/και Μόνιμους Λειτουργούς του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως ή/και που να διατάζει τον Καθ’ ου η Αίτηση και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία και/ή το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και/ή το Γενικό Λογιστήριο της Δημο-κρατίας να αντιμετωπίζει τον Αιτητή και τους αντίστοιχους δημοσίους υπαλλήλους ή/και μόνιμους Λειτουργούς του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως με τον ίδιο τρόπο και να τους παρέχει τα ίδια ωφελήματα ή/και δικαιώματα ή/και προνόμια ή/και υποχρεώσεις ή/και ο Αιτητής να δικαιούται να απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα ή/ και προνόμια ή/και υποχρεώσεις με τους αντίστοιχους δημοσίους υπαλλήλους ή/και μόνιμους Λειτουργούς του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως.

 

Δ.         Δήλωση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει την προϋπηρεσία ή/και υπηρεσία του Αιτητή ως έκτακτος Λειτουργός Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως και/ή ως εργοδο-τούμενος ορισμένου και/ή αορίστου χρόνου στην εν λόγω θέση ως αντίστοιχη με την προϋπηρεσία ή/και υπηρεσία των αντίστοιχων δημοσίων υπαλλήλων ή/και Μόνιμων Λειτουργών του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τον Καθ’ ου η Αίτηση και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία και/ή το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού να λαμβάνει υπόψη την προϋπηρεσία ή/και υπηρεσία του Αιτητή ως έκτακτος Λειτουργός Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως και/ή ως εργοδοτούμενος ορισμένου και/ή αορίστου χρόνου στην εν λόγω θέση.

 

Ε.         Δήλωση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει τον περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμο του 2012 (Ν. 168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί ως αντισυνταγματικό.

 

Στ.        Δήλωση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι η μείωση ή/και αποκοπή των απολαβών του Αιτητή δυνάμει του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2012 (Ν. 168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί είναι αντισυνταγματική ή/και παράνομη ή/και αδικαιολόγητη ή/και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας ή/και συνιστά υπέρμετρα ετεροβαρή διάκριση ή/και ότι συνιστά ή/και αποτελεί παράνομη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του Αιτητή.

 

Η.        Διάταγμα που να διατάζει τον Καθ’ ου η Αίτηση και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία και/ή το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και/ή το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας να μην αποκόπτει ή/και μειώνει τις απολαβές του Αιτητή στην βάση ή/και δυνάμει του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωματούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου του 2012 (Ν. 168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί.

 

Θ.        Αποζημιώσεις για παράνομη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του Αιτητή ή/και για υπέρμετρη ετεροβαρή διάκριση ή/και για άνιση μεταχείριση ή/και για δυσμενή διάκριση ή/και για παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων.

 

Ι.          Τιμωρητικές ή/και Επαυξημένες αποζημιώσεις.

 

Κ.         Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια υπό τις περιστά-σεις.

 

Λ.         Έξοδα πλέον Φ.Π.Α

 

Με τους γενικούς λόγους της Αίτησης ισχυρίζεται ότι η δυσμενής διάκριση και/ή η άνιση μεταχείριση που υφίσταται σε σχέση με τους μόνιμους Λειτουργούς, αφορά την υπηρεσία του ως εργοδοτούμενος ορισμένου και αορίστου χρόνου για τους ακόλουθους λόγους:

 

-          Δεν αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία του και η αρχαιότητα του για σκοπούς προαγωγής και/ή δεν δικαιούται και/ή εμποδίζεται να διεκδικήσει θέσεις προαγωγής.

 

-          Δεν δικαιούται την αντίστοιχη επαγγελματική σύνταξη και συνταξιοδοτικά ωφελή-ματα.

 

-          Καταβάλλει υψηλότερες εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων (7,8% έναντι 3,95%).

 

-          Η διάρκεια της υπηρεσίας του ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου για την περίοδο 3.1.2005 μέχρι 03.07.2007 δεν περιλαμβάνεται υπόψη για σκοπούς αύξησης και/ή κλιμάκωσης της άδειας αναπαύσεως του.

 

-          Αποκόπτεται από τη μισθοδοσία του και χωρίς τη συγκατάθεση του ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό ίσο με 3% επί των μηνιαίων απολαβών του δυνάμει του περί Καταβολής Φιλοδωρήματος σε Εργοδοτούμενους που απασχολούνται με Σύμβαση στην Κρατική Υπηρεσία και στον Ευρύτερο Δημόσιο Τομέα περιλαμβανομένων και των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Διατάξεις Γενικής Εφαρμογής) Νόμος του 2014 (14(Ι)/2004).

 

-          Δεν δύναται να αποσπαστεί ως Εθνικός Εμπειρογνώμονας σε Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή σε άλλους Οργανισμούς εκτός Κύπρου ή σε Διπλωματικές Αποστολές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

-          Δεν δύναται να αποσπαστεί σε Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου της Κυπριακής Δημο-κρατίας.

 

-          Στις ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις αξιολόγησης δύναται να λάβει ως μέγιστο βαθμό αξιολόγησης το «πολύ ικανοποιητικά» αντί το «εξαίρετα» ενώ τα στοιχεία αξιολόγη-σης είναι 4 αντί 8.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, προβάλει αρχικά τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της Αίτηση ως ενοχλητική και/ή καταπιεστική και/ή καταχρηστική, καθώς:

1.    Η παρούσα Αίτηση δεν δεικνύει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του και/ή ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει και/ή να προωθεί την παρούσα Αίτηση και/ ή ότι η παρούσα Αίτηση εγείρεται λανθασμένα και/ή καταχρηστικά εναντίον του.

 

2.    Ο Αιτητής κωλύεται να εγείρει και/ή να προωθεί την παρούσα Αίτηση, εφόσον αποδέχθηκε ότι κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου από 03.07.2007 και/ή αποδέχτηκε τη μετατροπή της απασχόλησης του με τους όρους και/ή με το καθεστώς που ήδη εργοδοτείτο, σιωπηρά και/ή αδιαμαρτύρητα και/ή χωρίς καμία επιφύλαξη.

 

3.    Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αίτηση λόγω κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppels by deed) και/ή εμποδίζεται και/ή απεμπόλησε κάθε δικαίωμα διεκδίκησης επιπρόσθετης πληρωμής από τον Καθ’ ου η αίτηση και/ή επιστροφής οιουδήποτε ποσού. 

 

4.    Έχει συμμορφωθεί πλήρως με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 1999/70/ΕΚ εναρμονίζοντας την στην εθνική έννομη τάξη με τον Ν.98(Ι)/2003.

 

5.    Ο Αιτητής δεν κατέχει οργανική θέση και η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξισωθεί με τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο ορισμένου χρόνου ή και ακόμη τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο αορίστου χρόνου εφόσον ο τρόπος πρόσληψης αυτών και η νομοθεσία που τους διέπει διαφέρουν άρδην.

 

6.    Σε περίπτωση που η Αίτηση του Αιτητή γίνει δεχτή, αυτή θα αντίκειται και/θα παραβιάζει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα το άρθρο 122 που αφορά τον διορισμό των δημοσίων υπαλλήλων.

 

7.    Η οποιαδήποτε απαίτηση του Αιτητή είναι εκπρόθεσμη και/ή έχει παραγραφεί εφόσον ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου στις 03.07.2007 με επιστολή ημερ. 11.04.2008, δηλαδή μετά την πάροδο 12 μηνών ως η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12 (10Α) του περί ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67).

 

Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση αρνείται και απορρίπτει όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως είναι διατυπωμένοι στους γενικούς λόγους της Αίτησης, πλην των όσων ρητά παραδέχεται. Ισχυρίζεται ότι τα καθήκοντα του Αιτητή είναι αυτά που αναφέρονται και ορίζονται στις συμβάσεις εργασίας που κατά καιρούς υπέγραφε και ότι ανεξαρτήτως εάν τα καθήκοντα αυτά προσομοιάζουν με τα καθήκοντα των μόνιμων δημόσιων υπαλλήλων, εν τούτοις ο τρόπος πρόσληψης διαφέρει ουσιωδώς και συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση μεταξύ ανόμοιων κατηγοριών υπαλλήλων. Ότι ο Αιτητής ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου απα-σχολείται με διαφορετικό καθεστώς εργοδότησης το οποίο δεν μπορεί να συγκριθεί με το αντίστοιχο καθεστώς εργοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, με επακόλουθο να μη τίθεται θέμα διάκρισης ή άνισης μεταχείρισης. Απορρίπτοντας ένα προς ένα τους λόγους που προβάλλει ο Αιτητής για τις διαφορές ή/και διακρίσεις τις οποίες κατ’ ισχυρισμό υφίσταται σε σχέση με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, ισχυρί-ζεται περαιτέρω ότι η αποκοπή μισθών δυνάμει του Ν.168(Ι)/2012 αφορούσε όλους τους αξιωματούχους, εργοδοτούμενους και συνταξιούχους της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημοσίου Τομέα και ότι έγινε λόγω της δύσκολης οικονομική περιόδου που διερχόταν η Δημοκρατία.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ο Αιτητής και εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση η κα Μαρία Κλεάνθους / Καλλή, η οποία από το 2022 κατέχει τη θέση Α’ Λειτουργού Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού στο ομώνυμο Τμήμα. Επίσης, κατατέθηκαν συνολικά εννέα Τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται αναγκαίο.

 

Προτού όμως συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία, θα πρέπει να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις και τις δηλώσεις των μερών που είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής κατέχει πτυχίο Πολιτικών Επιστημών με δευτερεύοντα κλάδο την Κοινω-νιολογία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από τη Δημόσια Διοίκηση του Μεσογειακού Ινστιτούτου Διεύθυνσης.

 

Ο Αιτητής προσελήφθη στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως με επιστολή ημερ. 16.12.2004, σε έκτακτη βάση από τις 03.01.2005 μέχρι 22.10.2005 για την εκτέλεση καθηκόντων Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, ή/και οποιωνδήποτε άλλων συναφών καθηκόντων του ανατίθεντο. Ο Αιτητής συνέχισε την απασχόληση του σε έκτακτη βάση δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για τις περιόδους από 23.10.2005 μέχρι 31.12.2006, 01.01.2007 μέχρι 22.01.2007, 31.02.2007 μέχρι 31.12.2007 και 01.01.2008 μέχρι 31.12.2008.  

 

Με επιστολή του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως ημερ. 11.04.2008, η ισχύουσα σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή στη θέση Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως κατέστη αορίστου διαρκείας από 03.07.2007.

 

Κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης ο Αιτητής απασχολεί-το και συνεχίζει μέχρι σήμερα να απασχολείται στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως ως συμβασιούχος εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου. Επίσης, κατά το εν λόγω διάστημα, υπηρετούσαν στο εν λόγω Γραφείο δέκα μόνιμοι Λειτουργοί και εννέα εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου, περιλαμβανομένου και του Αιτητή. 

 

Σύμφωνα με τη βεβαίωση της Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρώπινου Δυναμικού ημερ. 26.10.2018 (Παρ.1), ο Αιτητής ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, εργάζεται στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τις 03.01.2005, ως Λειτουργός Επιτρόπου Διοικήσεως (Κλ. Α8) και εκτελεί τα ίδια καθήκοντα και έχει τις ίδιες ευθύνες με τους αντίστοιχους μόνιμους Δημόσιους Υπαλλήλους Λειτουργούς Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, οι οποίοι κατέχουν αντίστοιχες οργανικές θέσεις στο Γραφείο.

 

Ο Αιτητής δεν κατέχει οργανική θέση και δεν προσελήφθη με την προβλεπόμενη για κάλυψη οργανικών θέσεων διαδικασία. Δεν παρακάθισε σε εξετάσεις και δεν ακο-λούθησε τη διαδικασία προφορικής εξέτασης και διορισμού ενώπιον της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας.

 

Οι προκηρύξεις για θέσεις απασχόλησης ορισμένου χρόνου δημοσιεύονται εκτός από την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στον ημερήσιο τύπο ενώ οι προκηρύξεις για οργανικές θέσεις δημοσιεύονται μόνο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.

 

Η κυρίως εξέταση του Αιτητή περιέχεται σε γραπτή του κατάθεση (Τεκ. Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, το 2004, προκηρύχθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας θέση Λειτουργού στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, της οποίας το σχέδιο υπηρεσίας βασιζόταν στην ΚΔΠ 84/93, όπου αναγράφεται η μισθολογική κλίμακα, τα καθή-κοντα και οι ευθύνες της θέσης καθώς και τα προσόντα που έπρεπε να πληροί ο κάθε ενδιαφερόμενος. Αφού υπόβαλε σχετική αίτηση ενδιαφέροντος και κλήθηκε σε διαδικασία πρόσληψης, που αφορούσε προφορική συνέντευξη και αξιολόγηση από Επιτροπή υπό την προεδρία της Επιτρόπου κ. Η. Νικολάου, ακολούθως έλαβε επιστολή διορισμού σε έκτακτη βάση τον οποίον αποδέχθηκε. Μέχρι σήμερα εξακο-λουθεί να υπηρετεί από την ίδια θέση ως εργοδοτούμενος αόριστου χρόνου και να ασκεί από την αρχή της υπηρεσίας του τα ίδια ακριβώς καθήκοντα με τους μονίμους δημόσιους υπαλλήλους που υπηρετούν στη θέση Λειτουργού, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15(1) του Ν.70(Ι)/2016. Και ενώ εκτελεί τα ίδια καθήκοντα και έχει τις ίδιες ευθύνες ισχυρίζεται ωστόσο ότι αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τους κατέχοντες οργανική θέση δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι χρήζουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης καθώς: (α) στην περίπτωση των υπαλλήλων αορίστου χρόνου που υπηρετούν στη θέση Λειτουργού, δεν αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία και η αρχαιότητα τους στην υπηρεσία και δεν τους παρέχεται η ευχέρεια και η δυνα-τότητα προαγωγής και κατ’ επέκταση μισθολογικής ανέλιξης, σε αντίθεση με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους που υπηρετούν στη θέση Λειτουργού των οποίων η υπηρεσία αναγνωρίζεται από την ήμερα διορισμού τους, (β) υπάρχει διαφοροποίηση στο ζήτημα της αξιολόγησης το οποίο κι’ αυτό συνδέεται με την υπηρεσιακή του εξέλιξη και ανέλιξη, (γ) υπάρχει διαφορά στο ζήτημα επέκτασης και κλιμάκωσης των αδειών ανάπαυσης, αφού στην περίπτωση του μόνιμου Λειτουργού του Γραφείου Επιτρόπου οι άδειες κλιμακώνονται ανάλογα με την υπηρεσία με αφετηρία την ημέρα διορισμού, ενώ στη δική του περίπτωση δεν συνυπολογίζεται η περίοδος απασχόλησης με σύμβαση ορισμένου χρόνου, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται με ανάλογο τρόπο η κλιμάκωση και αύξηση των αδειών του, (δ) υπάρχει διαφορά ως προς το κομμάτι της άδειας άνευ απολαβών. Ενώ οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στο Γραφείο Επιτρόπου μπορούν να λάβουν άδεια άνευ απολαβών για οικογενειακούς λόγους, συνοδεία συζύγων, σπουδές, απασχόληση σε θεσμικά όργα-να της ΕΕ ή διεθνείς οργανισμούς ή ξένες κυβερνήσεις κ.α. στη δική του περίπτωση δεν παρέχεται τέτοιο δικαίωμα, (ε) υπάρχει διαφορά ως προς το ζήτημα χορήγησης αδείας άνευ απολαβών για σπουδές, την οποία δικαιούνται μόνο οι Λειτουργοί του Γραφείου Επιτρόπου που εργάζονται με καθεστώς μόνιμου υπαλλήλου, γεγονός που τους φέρει σε πλεονεκτική θέση όσον αφορά την επαγγελματική σταδιοδρομία, επειδή τους παρέχεται μεγαλύτερη δυνατότητα αναβάθμισης των ακαδημαϊκών ή επαγγελματικών τους προσόντων για διεκδίκηση ανώτερων θέσεων πρώτου διορισμού και προαγωγής ή άλλων θέσεων που απαιτούν παρεμφερή προσόντα, (στ) υπάρχει διαφορά ως προς τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα και τις συνταξιοδοτικές παροχές, ακόμη και μετά τη ψήφιση του Ν.210(Ι)/2022 με τον οποίον απέκτησε δικαίωμα σε επαγγελματική σύνταξη και εφάπαξ, καθώς όλοι οι μόνιμοι συνάδελφοι του που προσλήφθηκαν μαζί του τον ίδιο χρόνο και ή μέχρι τον Οκτώβριο 2011 και υπηρετούσαν στο Γραφείο του Επιτρόπου κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας Αίτησης, δικαιούνται συνταξιοδοτικά ωφελήματα τα οποία για υπηρεσία πριν την 01.01.2013, υπολογίζονται με βάση τον τελευταίο μισθό κατά την ημερομηνία αφυπηρέτησης, ενώ στη δική του περίπτωση, για την αντίστοιχη υπηρεσία από 03.01.2005 μέχρι και 31.12.2012 δεν θα χρησιμοποιείται ο τελευταίος μισθός αλλά ο μέσος μισθός καριέρας, που είναι κατά 40% χαμηλότερος. Επίσης για την περίοδο από 03.01.2005 μέχρι 31.12.2012 ο ίδιος θα πρέπει να καταβάλει αναδρομικά το 5% της συνεισφοράς του για να συμμετέχει στο νέο συνταξιοδοτικό σχέδιο σε αντίθεση με τους αντίστοιχους μόνιμους υπαλλήλους οι οποίοι για τη συμμετοχή τους δεν συνεισέφεραν οποιονδήποτε ποσοστό.  (ζ) ότι πριν τη ψήφιση και εφαρμογή του Ν.210(Ι)/2022 υπήρχε διαφορά στο ζήτημα των εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ). Ενώ ο ίδιος καλείτο να συνεισφέρει στο ΤΚΑ εισφορές ύψους 8.3%, οι αντίστοιχοι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι εισέφεραν εισφορές ύψους 4.2%, (η) υπάρχει διάφορα στον τρόπο τερματισμού των υπηρεσιών. (θ) υπάρχει διάφορα στο κομμάτι άσκησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση της συμμετοχής τους στα κοινά, (ι) υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση στο κομμάτι της απόσπασης σε Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή σε άλλους Οργανι-σμούς εκτός Κύπρου ή σε διπλωματικές αποστολές της Δημοκρατίας που παρέχεται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους. Αποτεινόμενος, μετά από σχετική νομική καθοδήγηση, στο Τμήμα Διοίκησης και Προσωπικού, η απάντηση που έλαβε με επιστολή ημερ. 30.11.2010 (Τεκ.5), ήταν ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης της αρχής της ισότητας επειδή οι έκτακτοι και μόνιμοι υπάλληλοι υπηρετούν με διαφορικό καθεστώς και βάσει ξεχωριστής νομοθεσίας. Προς ενίσχυση των θέσεων του παρουσίασε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με την Οδηγία και τον τρόπο που αυτή εφαρμόστηκε στην Κύπρο (Τεκ.6) καθώς και την έκθεση υλοποίησης (“Implementation Report”) (Τεκ.7), η οποία είχε ετοιμαστεί από το “Human European Consultancy” σε συνεργασία με το Middlesex University, μετά από ανάθε-ση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επισήμανε ότι και στα δύο έγγραφα εκφράζονται ανησυχίες για το θέμα τα ίσης μεταχείρισης και την αβεβαιότητα της θέσης. Περαι-τέρω παρουσίασε έκθεση λειτουργικής αξιολόγησης Φιλανδών Εμπειρογνωμόνων για σκοπούς του Γραφείου Επιτρόπου Διοίκησης και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου διαπιστώνεται άδικη ανισότητα μεταξύ των μονίμων υπαλλήλων και των εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου (Τεκ.8). Αναφερόμενος στις καταστάσεις μισθοδοσίας του, επισήμανε ότι από το 01.01.2012 μέχρι και τις 31.12.2022 πραγματοποιούνταν αποκοπές και μειώσεις από τις μηνιαίες απολαβές του, όπως ακριβώς και στους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, ισχυριζόμενος ότι υπήρξε παράνομη και αυθαίρετη μεταβολή των όρων εργασίας του και παραβίαση επίσης των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του. Πέραν της γραπτής δήλωσης, ανέφερε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο στο γραφείο του Επιτρόπου Διοίκησης ήταν ο πρώτος που εργαζόταν υπό καθεστώς εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου.   

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι προσλήφθηκε με βάση τον περί πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων Νόμο 99/1985 και ότι διορίστηκε στη συγκεκριμένη θέση και ασκεί εκ μέρους της Προϊσταμένης Αρχής του Επιτρόπου τις εξουσίες, όπως αυτές καθορίζο-νται στο οικείο σχέδιο υπηρεσίας. Ενώ συμφώνησε ότι ο τρόπος πρόσληψης των έκτακτων υπαλλήλων διαφέρει από τον τρόπο πρόσληψης των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων ωστόσο όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων, ισχυρίστηκε πως η εργασία που επιτελούν, οι ευθύνες που αναλαμβάνουν και τα προσόντα που απαιτούνται για την πλήρωση της θέσης και όλα όσα χαρακτηρίζουν την εργασιακή σχέση, τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα είναι το ένα και το αυτό και δεν προκύπτει καμιά διαφοροποίηση. Επιμένοντας στη θέση του ότι ως έκτακτος υπάλληλος αορί-στου χρόνου δεν μπορεί να διεκδικήσει θέση προαγωγής, δεν διαφώνησε ωστόσο ότι η προϋπηρεσία του σε περίπτωση διεκδίκησης μόνιμης θέσης λαμβάνεται υπόψη εάν σχετίζεται με τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης. Ισχυρίστηκε ότι για τη λήψη αδείας άνευ απολαβών, δίδεται η δυνατότητα στον μόνιμο υπάλληλο να υποβάλει αίτημα για έγκριση ενώ στον έκτακτο υπάλληλο, με βάση τις ισχύουσες ρυθμίσεις, δεν παρέχεται τέτοια δυνατότητα. Επέμεινε ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι τυγχάνουν αυξημένης προστασίας από τον οικείο νόμο σε περίπτωση πειθαρχικής διαδικασίας από ότι οι έκτακτοι υπάλληλοι αορίστου χρόνου που δεν τυγχάνουν της ίδιας προστασίας. Όσον αφορά τα πολιτικά του δικαιώματα ισχυρίστηκε ότι υπάρχει νομοθεσία που προνοεί τι ισχύει σε περίπτωση που μόνιμος υπάλληλος είναι υποψήφιος για κάποιο αξίωμα και στην περίπτωση που δεν εκλεγεί, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση του έκτακτου υπαλλήλου. Πρόσθετα, διαφώνησε με την υποβολή που δέχθηκε ότι υπάρχει ευχέρεια μετάθεσης για απασχόληση σε διπλωμα-τική ή άλλη αποστολή στο εξωτερικό ή σε υπηρεσία ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρνοντας ως παράδειγμα συγκεκριμένη περίπτωση συναδέλφου του. Για τις αποκοπές μισθού ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν αν εκδήλωσε με οποιοδήποτε τρόπο την αντίθεση του και ότι υπό την συνδικαλιστική ιδιότητα του από τον Δεκέμβριο 2017 απέστειλε αριθμό επιστολών. Τέλος, σε υποβολή ότι σκοπός του εναρμονιστικού νόμου είναι η προστασία των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου, ισχυρίστηκε ότι τα δικαιώματα και οι συνθήκες απασχόλησης που διεκδικεί θα έπρεπε να απολαμβάνει από της προσλήψεως του.

 

Καταθέτοντας η κα Μ. Κλεάνθους - Καλλή ισχυρίστηκε ότι η πρόσληψη και απασχόληση του Αιτητή, ως εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου, στηρίζεται σε διαφο-ρετικό νομικό καθεστώς από ότι οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, των οποίων ο διορισμός και η αξιολόγηση τους στηρίζεται στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο (Ν.1/90) και στον περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμο (Ν.98(Ι)/1998), με επακόλουθο ο Αιτητής να μην κατέχει οργανική θέση στη δημόσια υπηρεσία και να μη μπορεί να διεκδικήσει καθεστώς μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου, χωρίς την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών που ισχύουν για την εν λόγω περίπτωση, έστω κι αν τα καθήκοντα που εκτελεί, ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, προσομοιάζουν με αυτά των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, καθώς ο τρόπος πρόσληψης τους διαφέρει ουσιωδώς και συνεπώς δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση ανόμοιων κατηγοριών υπαλλήλων. Σε κάθε περίπτωση, για να μπορέσει ο Αιτητής να καταστεί μόνιμος δημόσιος υπάλληλος θα πρέπει να διεκδικήσει ανάλογη μόνιμη θέση δια της προβλεπομένης νομίμου οδού. Επίσης, με βάση τον περί Δημό-σιας Υπηρεσίας Νόμο, δεν μπορεί να διεκδικήσει προαγωγή. Εξ’ ου και δόθηκε στους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου η δυνατότητα μισθολογικής ανέλιξης με την αναβάθμιση των αποδοχών τους στις συνδυασμένες κλίμακες Α8, Α10 και Α11, ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας τους, όπως ανελίσσονται μισθολογικά οι δημόσιοι υπάλληλοι. Η προϋπηρεσία εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου, σε περίπτωση διεκδί-κησης μόνιμης θέσης, λαμβάνεται υπόψη ως ξεχωριστό κριτήριο εάν σχετίζεται με τα καθήκοντα της θέσης. Η αρχαιότητα όμως, ως όρος αφορά μόνο τους δημόσιους υπαλλήλους και αποτελεί κριτήριο για πλήρωση θέσης προαγωγής. Ωστόσο, με βάση τον περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Προαγωγή, Διατμηματική Προαγωγή και Πρώτο Διορισμό και Προαγωγή στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμο του 2022 (2(Ι)/2022), η σχετική προϋπηρεσία δημοσίου υπαλλήλου ως εργοδοτούμενου ορισμένου ή αορίστου χρόνου λαμβάνεται υπόψη για πλήρωση θέσεων προαγωγής σύμφωνα με τα νέα κριτήρια και τη διαδικασία που έχουν τεθεί σε ισχύ από 1.1.2024 και το κριτήριο αρχαιότητας αντικαθίσταται από το κριτήριο πείρας. Για το ζήτημα της αξιολόγησης ισχυρίστηκε ότι οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου ασχολούνται υπό διαφορετικό καθεστώς και συνεπώς δεν υπάρχει διάκριση και δεν προκύπτει θέμα σύγκρισης με τους δημόσιους υπαλλήλους, καθώς για την  αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων απαιτούνται περισσότερα και αυστηρότερα κριτήρια που αποσκοπούν στην ανάπτυξη και προαγωγή των υπαλλήλων ενώ για τους εργοδοτού-μενους αορίστου χρόνου η αξιολόγηση αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο στην εξα-κρίβωση της αξίας και επάρκειας να ανταποκρίνονται στα καθήκοντα τους. Για τις άδειες άνευ απολαβών ισχυρίστηκε ότι η πολιτική για εκπαιδευτική άδεια και άδεια άνευ απολαβών εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και στους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου. Όσον αφορά την άδεια ανάπαυσης, σημείωσε ότι με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 20.2.2018, λαμβάνονται υπόψη τα χρόνια συνεχούς απασχόλησης από την ημερομηνία μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου κάτι το οποίο ισχύει και για τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι προ του διορισμού τους απασχολούνταν ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου. Όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα σημείωσε ότι με τον Ν.210(Ι)/2022, οι εργοδοτού-μενοι αορίστου χρόνου έχουν ενταχθεί στο νέο Επαγγελματικό Σχέδιο Καταβολής Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων που ισχύει από 01.01.2021 και ότι με βάση την οικεία νομοθεσία, η προγενέστερη υπηρεσία του Αιτητή αναγνωρίζεται ως συντάξιμη. Επίσης, της ίδιας μεταχείρισης τυγχάνουν και οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν για πρώτη φορά μετά την 01.10.2011. Για το ζήτημα της απόσπασης ισχυρίστηκε ότι δεν αποτελεί εργασιακό δικαίωμα και ότι με τον Ν.22(Ι)/2014 οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου εντάσσονται σε εναλλάξιμες θέσεις και υπάρχει δυνατότητα μετακίνησης/μετάθεσης τους, οπόταν δεν χρειάζεται το εργαλείο της απόσπασης. Σχετικός είναι και ο όρος «μετάθεση» στο Ν.70(Ι)/2016 που έχει την έννοια που αποδίδεται στο άρθρο 48 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90). Για τις μισθολογικές αποκοπές ισχυρίστηκε ότι η ψήφιση των υπό αναφορά Νόμων κατέστη αναγκαία λόγω της δυσχερούς οικονομικής περιόδου που διερχόταν η Δημοκρατία. 

 

Αντεξεταζόμενη δεν διαφώνησε ότι αυτό που αναγράφεται στην επιστολή της Επιτρόπου Διοίκησης προς τον Αιτητή είναι ότι ασκεί τα ίδια καθήκοντα με τους αντίστοιχους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου και ότι δεν μπορεί να αμφισβητήσει το περιεχόμενο της. Επέμεινε ωστόσο στο διαφορετικό καθεστώς απασχόλησης και το διαφορετικό νομικό πλαίσιο εργοδότησης του Αιτητή από τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους με τους οποίους δεν μπορεί να συγκριθεί.

 

Ανάλυση

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Αιτητή όσο και τη μάρτυρα του Καθ’ ου η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων.

 

Η θέση του Αιτητή ότι εργάζεται ως Λειτουργός στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με καθεστώς Λειτουργού αορίστου χρόνου και ότι από της προσλήψεως του εκτελεί τα ίδια καθήκοντα και υπέχει τις ίδιες ευθύνες και υποχρεώσεις με τους μόνιμους δημόσιους Λειτουργούς οι οποίοι κατέχουν αντίστοιχες οργανικές θέσεις στο Γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως, δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο.

 

Η κα Κλεάνθους – Καλλή, με την κατάθεση της, έθεσε ως πυλώνα διαφοροποίησης του Αιτητή από τους αντίστοιχους δημόσιους υπαλλήλους του Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, το καθεστώς εργοδότησης και τη διαδικασία πρόσληψης του, χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει τα όσα ο ίδιος ανέφερε σε σχέση με τα καθήκοντα και τις ευθύνες που υπέχει ως Λειτουργός αορίστου χρόνου. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις θέσεις του Καθ’ ου η αίτηση, ως εκτίθενται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, αναφέρθηκε στο εργασιακό καθεστώς του Αιτητή, υποστηρίζοντας ότι ως εργοδο-τούμενος αορίστου χρόνου, δεν κατέχει οργανική θέση στη δημόσια υπηρεσία και δεν μπορεί να διεκδικεί καθεστώς μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου, η έννοια του οποίου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξισωθεί με τον εργοδοτούμενο ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αφού ο τρόπος επιλογής και πρόσληψης και η νομοθεσία που τους διέπει διαφέρει άρδην. Επίσης ότι ο Αιτητής ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου σε αντιδιαστολή με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου.

 

Επί των επίμαχων θέσεων του Αιτητή παρατηρούμε τα ακόλουθα:

 

Όσον αφορά τα Συνταξιοδοτικά ωφελήματα είναι κοινή η θέση των μερών ότι με την ψήφιση του Ν.210(Ι)/2022, ο Αιτητής, απέκτησε δικαίωμα σε επαγγελματική σύντα-ξη και εφάπαξ από 1.1.2021. Τo ίδιο δικαίωμα απέκτησαν επίσης οι νεοεισερχόμενοι μόνιμοι υπάλληλοι στη Δημόσια Υπηρεσία και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δη οι προσληφθέντες για πρώτη φορά μετά την 1.10.2011. Η θέση του Αιτητή, ότι τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα των μονίμων υπαλλήλων, που προσελήφθησαν πριν την 1.10.2011 και συνέχισαν να υπηρετούν στο Γραφείο Επιτρόπου κατά τον χρόνο υποβολής της παρούσας Αίτησης, υπολογίζονται, για υπηρεσία πριν την 1.1.2013, με βάση τον τελευταίο μισθό κατά την αφυπηρέτηση τους, ενώ στη δική του περίπτωση, για την υπηρεσία του από 3.1.2005 -31.12.2012, υπολογίζονται με βάση τον μέσο μισθό καριέρας που είναι περίπου κατά 40% χαμηλότερος, δεν έχει αμφισβητηθεί όπως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν.210(Ι)/2022 υπήρχε διαφορετική αντιμετώπιση και στο ποσοστό εισφορών που κατέβαλλε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία έπαυσε να υπάρχει με την ψήφιση του πιο πάνω Νόμου. Περαιτέρω, δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση η θέση της κας Κλεάνθους ότι η υπηρεσία του Αιτητή, πριν την ένταξη του στο Συνταξιοδοτικό Σχέδιο, αναγνωρίζεται ως συντάξιμη υπηρεσία. Για την εν λόγω προϋπηρεσία ωστό-σο και δη για την περίοδο απασχόλησης του από 3.1.2005 μέχρι 31.12.2012, τόσο ο Αιτητής όσο και ο εργοδότης υποχρεούνται να καταβάλλουν ποσό χρηματοδότησης ανερχόμενο στο 5% επί των συντάξιμων απολαβών του, για τον υπολογισμό του οποίου θα συνυπολογιστούν οι εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων που δικαιούται να του επιστραφούν και η αποκοπή ποσού ίσου με 3% που τυχόν κατέβαλλε για σκοπούς φιλοδωρήματος, κάτι που ισχύει και για τους μόνιμους υπαλλήλους που προσελήφθησαν για πρώτη φορά μετά την 1.10.2011. Εν όψει του συνυπολογισμού και επιστροφής των εν λόγω εισφορών και του ποσού που κατάβαλλε για σκοπούς φιλοδωρήματος, ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να υποστηρίζουν τις τυχόν εισηγήσεις του, όπως αυτές προβάλλονται στη μαρτυρία του και αναπτύσσονται στην τελική γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του, ότι με την καταβολή υψηλότερων εισφορών στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, πριν την έναρξη ισχύος του πιο πάνω Νόμου, λάμβανε χαμηλότερο καθαρό μισθό σε σχέση με τους μόνιμους συναδέλφους του, κατά παράβαση του δικαιώματος σε ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας, οι οποίες δεν καλύφθηκαν με την επιστροφή των πιο πάνω εισφορών, με επακόλουθο να υποστεί ανάλογη ζημιά.

Όσον αφορά τις άδειες ανάπαυσης, ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση του μόνιμου Λειτουργού του Γραφείου Επιτρόπου, οι άδειας κλιμακώνονται από την ημέρα διορισμού και ότι στη δική του περίπτωση δεν συνυπολογίζεται η περίοδος υπηρεσίας ως εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου από 3.1.2005 -3.7.2007, ωστόσο δεν διαφώνησε με τη θέση της κας Κλεάνθους ότι με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 20.2.2018, την ίδια αντιμετώπιση έχουν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, οι οποίοι προ του διορισμού τους απασχολούνταν ως εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου. Πέραν τούτου καμία μαρτυρία δεν δόθηκε από τον Αιτητή για την κλιμάκωση των αδειών του και δη εάν κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτηση ή ένα χρόνο πριν, δικαιούταν λιγότερη άδεια απ’ ότι οι αντίστοιχοι μόνιμοι συνάδελφοι του.

 

Για την απόσπαση υπαλλήλων σε Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή σε Οργανισμούς εκτός Κύπρου ή σε διπλωματικές αποστολές της Δημοκρατίας και επί της θέσεως του Αιτητή ότι τέτοια ευχέρεια παρέχεται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους και δεν παρέχεται στον ίδιο, ξεκάθαρη είναι η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Καμπανέλλα ν. Κ.Δ. δια του Υπουργού Εσωτερικών, αρ. υπόθεσης: 568/2017 ημερ. 26.3.2019, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«…

Σε ότι αφορά τους υπαλλήλους αορίστου χρόνου, σχετικός είναι ο Νόμος 70(Ι)/2016, ο οποίος ρυθμίζει κυρίως το πλαίσιο διορισμού, για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών, υπαλ-λήλων ορισμένου χρόνου, την μετατροπή του καθεστώτος αυτών σε καθεστώς αορίστου χρόνου, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων, τη διάρκεια απασχόλησης τους, καθώς και την αξιολόγηση τους.

 

Στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου στους όρους «μετάθεση» και «μετακίνηση» αναφέρεται πως «μετάθεση» και «μετακίνηση» έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυ-τούς από το άρθρο 48 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90). Στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο, άρθρο 48 όπως αυτό τροποποιήθηκε, στο οποίο γίνεται παραπομπή από τον Νόμο 70(Ι)/2016, για αντίστοιχη εφαρμογή του στους υπαλλήλους εργαζόμενους στις δημόσιες υπηρεσίες με το καθεστώς αορίστου χρόνου, προβλέπεται ως ακολούθως:

 

 «Μετάθεση και μετακίνηση υπαλλήλων

48.-(1) Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού-

"μετάθεση"  σημαίνει τη μετατόπιση ενός υπαλλήλου η οποία συνεπάγεται αλλα-γή τόπου διαμονής και περιλαμβάνει μετάθεση σε διπλωματική ή άλλη αποστολή της Δημοκρατίας στο εξωτερικό ή σε υπηρεσία ή οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό:

Νοείται ότι ως προς τη χρονική διάρκεια υπηρεσίας του υπαλλήλου σε διπλω-ματική ή άλλη αποστολή της Δημοκρατίας στο εξωτερικό εφαρμόζονται οι διατάξεις των περί Εξωτερικής Υπηρεσίας  της Δημοκρατίας (Ειδικές Διατάξεις) Κανονισμών».

Συμφωνώ με τον λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε από την αιτήτρια ότι κατά πλάνη περί το νόμο θεωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση πως υπήρξε νομοθετικό κενό σε ότι αφορά τους υπαλλήλους αορίστου χρόνου. Ο συνδυασμός των νομοθετικών διατάξεων σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο, ειδικότερα όμως των διατάξεων του κανονιστικού πλαισίου που θεσπίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχέση με την απόσπαση των Εθνικών Εμπειρογνωμόνων, το οποίο περιλαμβάνει τους υπαλλήλους του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα είτε αυτοί απασχολούνται σε μόνιμη βάση είτε με σύμβαση και/ή εκτάκτως, νοουμένου ότι θα διατηρήσουν αυτό το καθεστώς (της μονιμότητας ή της συμβατικής σχέσης απασχόλησης με το κράτος) για όλο το διάστημα εκτέλεσης των καθηκόντων τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συνάγεται ότι η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού να μην επιτρέψει ή να μην εγκρίνει την απόσπαση της αιτήτριας επειδή η έγκρισή του θεωρήθηκε πως αποτελούσε απαραί-τητη προϋπόθεση για να ασκήσει ο Υπουργός Εξωτερικών τις αρμοδιότητες του να αποστεί-λει το βιογραφικό σημείωμα και την αίτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συνι-στούν ουσιώδη πλάνη περί τον νόμο.  Καμία διάταξη δεν απαγορεύει την απόσπαση των υπαλλήλων αορίστου χρόνου στο εξωτερικό σε όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

 

Συνεπώς δεν υπάρχει νομοθετικό κενό και ούτε τίθεται θέμα διαφοροποίησης των εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου από τους μόνιμους υπαλλήλους σε σχέση με τη μετάθεση και μετακίνηση τους σε υπηρεσίες του εξωτερικού.  

 

Για τη χορήγηση άδειας άνευ απολαβών και άνευ απολαβών για σπουδές, ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταρρίπτουν τη θέση της κας Κλεάνθους ότι για τα εν λόγω ζητήματα, η πολιτική που ακολουθείται για τους μόνιμους δημόσιους υπάλληλους εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και για τους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου. Το ίδιο παρατηρείται και σε σχέση με τη δυσμε-νή διάκριση που επικαλείται στο κομμάτι άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση της συμμετοχής στα κοινά.

 

Πλην του γεγονότος ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας καθώς ουδεμία αναφορά γίνεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης περί δυσμενούς διάκρισης σε σχέση με τα εν λόγω ζητήματα, πρόσθετα, δεν έχει επιβεβαιωθεί με οποιοδήποτε τρόπο η από μέρους του Αιτητή εκδήλωση ενδιαφέρο-ντος ή η υποβολή αιτήματος προς την αρμόδια αρχή για απόσπαση του σε αποστολές του εξωτερικού, ή για χορήγηση άδειας άνευ απολαβών ή για σκοπούς άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων του, το οποίο απορρίφθηκε. Το ίδιο παρατηρείται και σε σχέση με τη δυσμενή διάκριση που προβάλει ο Αιτητής με τη μαρτυρία του, για το διαφορετικό νομικό πλαίσιο που διέπει τον τρόπο τερματισμού των υπηρεσιών των εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου σε συνάρτηση με τους μόνιμους υπάλληλους, τα οποία εν πάση περιπτώσει επίσης ξεφεύγουν των δικογραφημένων θέσεων του.

 

Όσον αφορά το ζήτημα της προαγωγής, η θέση του Αιτητή ότι δεν προβλέπεται τέτοιο δικαίωμα για τους εργοδοτούμενους αορίστου δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί τα όσα η μάρτυς του Καθ’ ου η αίτηση κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για το εν λόγω ζήτημα.

 

Πιο συγκεκριμένα η κα Κλεάνθους παραδέχθηκε ότι το ζήτημα της προαγωγής τίθεται με το άρθρο 28 της περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90) και στις θέσεις προαγωγής μπορούν να προαχθούν υπάλληλοι που υπηρετούν στην αμέσως κατώτε-ρη θέση του συγκεκριμένου κλάδου. Ο δε όρος «υπάλληλος» στον εν λόγω Νόμο σημαίνει τον δημόσιο υπάλληλο. Εξυπακούεται ότι για τις θέσεις πρώτου διορισμού και πρώτου διορισμού και προαγωγής, δικαίωμα διεκδίκησης θέσης έχουν όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας που έχουν τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα, περιλαμβανομένων και των εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου. Στους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου δόθηκε η δυνατότητα μισθολογικής ανέλιξης εντός συνδυασμένων κλιμάκων και στην περίπτωση του Αιτητή εντός των συνδυασμένων κλιμάκων Α8, Α10 και Α11, με τη συμπλήρωση ετών υπηρεσίας, όπως ανελίσσονται μισθοδοτικά οι δημόσιοι υπάλληλοι.

 

Περαιτέρω δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση η θέση της μάρτυρος ότι ο Αιτητής ως εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου δύναται, όπως και κάθε πολίτης της Δημοκρατίας, να διεκδικήσει διορισμό σε μόνιμη θέση που θα του παρέχει δικαίωμα διεκδίκησης προαγωγής σε θέση προαγωγής και διατμηματικής προαγωγής, που με βάση τον Ν.1/90 μπορούν να διεκδικήσουν μόνο οι δημόσιοι υπάλληλοι με βάση κριτήρια που καθορίζονται στον Ν.2(1)/2022. Η προϋπηρεσία εργοδοτουμένου αορίστου χρόνου, σε περίπτωση διεκδίκησης μόνιμης θέσης λαμβάνεται υπόψη ως ξεχωριστό κριτήριο. Για την αρχαιότητα παραδέχθηκε ότι αφορά μόνο τους δημόσιους υπαλλήλους και ότι με τα νέα κριτήρια πλήρωσης θέσεων προαγωγής που έχουν τεθεί σε ισχύ από 1.1.2024, αντικαθίσταται από την πείρα.     

 

Τέλος δεν έχουν αμφισβητηθεί ούτε τα όσα ο Αιτητής επικαλέστηκε για την αξιολόγηση των εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου η οποία διαφοροποιείται από την ανάλογη αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων.     

 

Προδικαστικές ενστάσεις

   

Ως θέμα λογικής προτεραιότητας, κρίνεται αναγκαία η εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων που προτάσσει ο Καθ’ ου η αίτηση στους γενικούς λόγους εμφάνισης, οι οποίες συνίστανται, κατά πρώτο λόγο, στην απεμπόληση κάθε δικαιώματος του Αιτητή λόγω συμπεριφοράς και, κατά δεύτερο λόγο, στο εκπρόθεσμο των αξιώσεων του λόγω παραγραφής.  

 

Αναφορικά με την πρώτη προδικαστική ένσταση ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσας Αίτησης λόγω κωλύματος και/ή κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed) και/ή εμποδίζεται και/ή απεμπόλησε κάθε δικαίωμα διεκδίκησης επιπρόσθετης πληρωμής από τον Καθ’ ου η αίτηση και/ή επιστροφής οποιουδήποτε ποσού.

 

Ο Αιτητής απορρίπτει την εν λόγω προδικαστική ένσταση προβάλλοντας τους δικούς του νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς.

 

Εξετάζοντας τη συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση οφείλουμε κατ’ αρχήν να επισημάνουμε ότι με βάση την κοινοτική νομολογία, είναι άκυρες οι συμφωνίες, με τις οποίες οι εργαζόμενοι συναινούν σε μείωση των δικαιωμάτων τους που η Οδηγία τους παρέχει. Δεδομένου ότι η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί κανόνα δημο-σίας τάξεως, θα είναι άκυρη τυχόν παραίτηση του εργαζόμενου ορισμένου χρόνου από τα δικαιώματα που αντλεί από το ευρωπαϊκό δίκαιο, και συγκεκριμένα από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου. Η ευνοϊκή ρύθμιση (το απονεμόμενο δικαίωμα ή η παροχή ή η διευκόλυνση κ.λ.π.) που κατά-λαμβάνει τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου επεκτείνεται και στους εργαζόμενος ορισμένου χρόνου που υφίστανται τη διάκριση. Η επέκταση της ευνοϊκότερης ρύθμι-σης επιβάλλεται ανεξαρτήτως της διατήρησης στην εθνική νομοθεσία της διάταξης που εισάγει τη διάκριση (βλ. Φ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, σελ. 113-114).

 

Με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ (ΔΕΕ) 21.6.2007, συνεκδ. υποθέσεις  C-231/06 έως 233/06, Jonkman, Συλλ. 2007, σελ. Ι-5149:

 

«Εφόσον διαπιστώνεται η ύπαρξη δυσμενούς διάκρισης αντιβαίνουσας στο κοινοτικό δίκαιο, για όσο διάστημα δεν έχουν ληφθεί μέτρα για την αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να μην εφαρμόζει καμία διάταξη της εθνικής νομοθεσίας που να εισάγει διακρίσεις, χωρίς να χρειάζεται να ζητήσει ή να αναμείνει  την προηγούμενη εξάλειψη της διατάξεως αυτής εκ μέρους του νομοθέτη, και να εφαρμόσει στα μέλη της ομάδας που βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση το ίδιο καθεστώς με εκείνο που ισχύει για τα πρόσωπα της άλλης κατηγορίας».    

 

Σε παραπλήσιες αποφάσεις του ΔΕΚ (ΔΕΕ) που απέβλεπαν στην προστασία των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης με βάση τη σχετική Οδηγία, το Δικαστήριο αναφερόμενο στον κοινοτικό σκοπό της Οδηγίας, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: «Δεδομένου ότι η προστασία αυτή είναι δημοσίας τάξεως και, επομένως, εξαιρείται από το πεδίο της δικαιοπρακτικής ελευθερίας των μερών στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, οι κανόνες της Οδηγίας, ιδίως δε αυτοί που αφορούν την προστασία των εργαζομένων από απολύσεις συνεπεία της μεταβίβασης, πρέπει να θεωρηθούν ως επιτακτικού χαρακτήρα υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζόμενους παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς». Κατά το Δικαστήριο, από αυτό συνάγεται ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί έγκυρα να παραιτηθεί από δικαιώματα που του παρέχουν οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της Οδηγίας, ακόμη κι αν τα μειονεκτήματα που απορρέουν γι’ αυτόν από την παραίτηση αντισταθμίζονται με πλεονεκτήματα, συνεπεία των οποίων δεν περιέρχονται, γενικώς, σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση (Βλ. ΔΕΚ 10.2.1988 (Daddys Dance Hall) Συλλογή Νομολο-γίας 1988, σελ. 749 και ΔΕΚ 25.7.1991 (DUrso), Συλλογή Νομολογίας 1991, σελ. 4105).

 

Με βάση τα πιο πάνω, και στην παρούσα περίπτωση δεν βρίσκουμε να προέκυψε οποιαδήποτε δεδηλωμένη εγκατάλειψη των δικαιωμάτων του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται ο Καθ’ ου η αίτηση εν όψει του επιτακτικού χαρακτήρα των διατά-ξεων της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου.

 

Όσον αφορά τη δεύτερη προδικαστική ένσταση που αναφέρεται στο ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων του Αιτητή, ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η οποια-δήποτε απαίτηση του Αιτητή έχει παραγραφεί καθώς έχει καταστεί εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου από τις 3.7.2007 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε δέκα σχεδόν χρόνια μετά και δη στις 6.11.2018, κατά παράβαση του άρθρου 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου (Ν.8/67).      

 

Σύμφωνα με το άρθρο 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/2002:

 

«(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό:

 

Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.»

 

Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά. (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560, άπτεται της εξουσίας ή ακόμα και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από το γράμμα της πιο πάνω διάταξης, θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο, έστω κι αν δεν εγείρεται από τους Καθ’ ων η αίτηση, διότι αφορά την ίδια τη δυνατότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να επιληφθεί μίας υπόθεσης όταν αυτή εγείρεται μετά την πάροδο της θεσμοθετημένης περιόδου. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v. Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13).

 

Με τον τροποποιητικό Ν.169(Ι)/02 ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύτηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό.

 

Με την επιφύλαξη της εν λόγω διατάξεως, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που το δικαίωμα για υποβολή αιτήσεως ανέκυψε μετά την 21.5.1999, που είναι η ημερομηνία που δημοσιεύθηκαν οι νέοι διαδικαστικοί κανονισμοί του Δικαστηρίου τούτου, η καθοριζόμενη προθεσμία για καταχώρηση αίτησης ίσχυε για ένα έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, ήτοι μέχρι τις 8.8.2003.

 

Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν παρέχουν οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως Αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, ‘If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it’.

 

Σε μια τέτοια περίπτωση όπου υπάρχει εξειδικευμένη περίοδος παραγραφής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η λεκτική διατύπωση και ο σκοπός που θα εξυπηρετήσει ο συγκεκριμένος νόμος (Chitty on Contracts 25th Edition, par.1900).

 

Στον Halsbury’s Laws of England, 4th Edition, 2000 Reissue, Volume 16, p. 629 κάτω από τον τίτλο (2) PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

685. Time limits for presenting complaints.

(1)    ………………………………………………………………………………............

(2)    ………………………………………………………………………………............

(3)    ………………………………………………………………………………............

(4)    awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer’s disciplinary procedure;

 

n.11. ………… In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings.”

 

Ελεύθερη μετάφραση:

 

(2) Διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (ι) Χρονικά όρια

 

685. Χρονικά όρια για παρουσίαση παραπόνου

(1)   ……………………………………………………………............…………………

(2)   ……………………………………………………………………............…………

(3)   …………………………………………………………………............……………

(4)  αναμένοντας το αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων ποινικών διαδικα-σιών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι καλός λόγος [επέκτασης του χρόνου] όπως δεν είναι καλός λόγος η καθυστέρηση για καταχώρηση μιας απαίτησης επειδή χρησιμοποιείται μια εσωτερική διαδικασία ή ένα εσωτερικό δικαίωμα έφεσης βάση της πειθαρχικής διαδι-κασίας του εργοδότη.

                                                                                                                                

Σημ.11. ............. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνίσταται όπως ο εργοδοτούμενος καταχωρήσει εναρκτήρια αίτηση και αιτείται αναβολής μέχρι την ολοκλήρωση της εσωτερικής διαδι-κασίας.»

 

Σύμφωνα με τον Bower on Employment Law, sixth edition, p.286:

 

“(f) The courts have generally rejected attempts to extend the effective date of termination to cover periods during which an appeal is being heard under an internal disciplinary procedure. In J. Sainsbury Ltd v. Savage [1980] IRLR 109, this refusal was notwith-standing that the internal disciplinary procedure provided for ‘suspension without pay’ pending appeal.

 

The same result was reached in Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, even though in that case the employee was paid for a 10-month period while his appeal was pending. The principle does not depend on any express  term being included in the particular contract (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) instead resting on the policy reason of the uncertainty of any other course, and the desirability that speed be of the essence in enforcing employment rights.”

      

Ελεύθερη μετάφραση:

      

«(f) Τα δικαστήρια κατά γενικό κανόνα έχουν απορρίψει προσπάθειες για επέκταση της πραγματικής ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης για κάλυψη περιόδων στη διάρκεια των οποίων γίνεται η ακρόασης μιας έφεσης βάσει μιας εσωτερικής πειθαρχικής διαδικασίας. Στην υπόθεση J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109 υπήρξε μια τέτοια άρνηση παρόλο που στην εσωτερική πειθαρχική διαδικασία προβλεπόταν ‘διαθεσιμότητα χωρίς πληρωμή’ εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης.

      

Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το δικαστήριο και στην Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, έστω και αν ο εργοδοτούμε-νος συνέχισε να πληρώνεται για μια περίοδο 10 μηνών, εκκρεμούσης της εφέσεως. Η βασική αρχή δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ρητό όρο που συμπεριλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) αλλά αντί αυτού βασίζεται σε λόγο δημοσίας πολιτικής λόγω της αβεβαιότητας οποιασδήποτε άλλης πορείας και της επιθυμίας όπως η ταχύτητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιβολή των εργατικών δικαιωμάτων.»

           

(Βλ. Ανδρέου ν. Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Πλεο-νάζοντος Προσωπικού, Πολιτική Έφεση αρ. 191/2013 ημερ. 29.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:A105).

 

Στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd, (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 151 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις:

 

«Έχουμε εξετάσει την εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται – και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει – και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12(10)(Α) του Νόμου.»

 

Σημειώνεται ότι η δωδεκάμηνη προθεσμία για υποβολή αίτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δεν παραβιάζει οποιουσδήποτε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δεν αντίκειται στα άρθρα 25 παρ. 1, 28 παρ.1, 30 και 169 του Συντάγματος ούτε προσκρούσει στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως. Επομένως, στη βάση των προνοιών του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67, ορισμένες επιμέρους αξιώσεις του Αιτητή που έχουν ανακύψει 12 και πλέον μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης έχουν υποπέσει σε παραγραφή, και συγκεκριμένα μισθοί ή μέρος μισθών που ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι απώλεσε λόγω καταβολής υψηλότερων εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθώς δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων για μισθούς είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Από τα ευρήματα ωστόσο του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί ούτε και η οποιουδήποτε ανάλογη οφειλή προς τον Αιτητή σε σχέση με μισθούς και/ή μέρος μισθών ή άλλων οφειλών που ανέκυψαν σε χρόνο μεταγενέστερο από την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.

 

Ως επακόλουθο όλων των πιο πάνω, τα αντικείμενα της διαφοράς που απομένουν για εξέταση και επί των οποίων ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υφίσταται δυσμενή διάκριση  σε σχέση με τους μόνιμους Λειτουργούς, με βάση και τις δικογραφημένες θέσεις του, είναι τα ακόλουθα:

 

-         Δεν αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία του και η αρχαιότητα του για σκοπούς προαγωγής και/ή δεν δικαιούται και/ή εμποδίζεται να διεκδικήσει θέσεις προαγωγής.

 

-         Ενώ με την ψήφιση του Ν.210(Ι)/2022, του παρέχεται δικαίωμα σε επαγ-γελματική σύνταξη και σε συνταξιοδοτικά ωφελήματα, εν τούτοις υπάρχει διαφορετικός τρόπος υπολογισμού των συνταξιοδοτικών του ωφελημάτων, καθώς για την περίοδο από 3.1.2005 μέχρι 31.12.2012 υπολογίζονται με βάση τον μέσο μισθό καριέρας αντί του τελευταίου μισθού. 

 

-         Υπάρχει διαφοροποίηση ως προς το ζήτημα της αξιολόγησης του το οποίο και αυτό συνδέεται με την υπηρεσιακή του εξέλιξη και ανέλιξη.

 

Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμε-νούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροπο-ποιηθεί, είναι εναρμονιστικός των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβου-λίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, «σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP, («η Οδηγία»). Η συμφωνία-πλαίσιο ως ανυπόστατο μέρος της Οδηγίας, αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 10 και 249 ΣΕΚ (ήδη 288 Σ.Λ.Ε.Ε.).

 

Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ορίζεται στις ερμηνευτικές διατά-ξεις του άρθρου 2 (ρήτρα 3 της συμφωνίας πλαισίου) ως ακολούθως:

 

"εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικει-μενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκρι-μένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος·

 

"αντίστοιχος εργοδοτούμενος με εργασία αορίστου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση ή εκμετάλ-λευση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων·

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 49:

 

«η Οδηγία προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.» 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν.98(Ι)/2003 (ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου):

 

5.(1) Όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.

(2) Όπου κρίνεται αναγκαίο εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας.

(3) Όταν σε σχέση με συγκεκριμένους όρους και συνθήκες απασχόλησης απαιτείται περίοδος προϋπηρεσίας, η περίοδος αυτή θα είναι ίδια για τους εργοδοτούμενους με εργασία ορισμένου χρόνου όπως και για τους αντίστοιχους εργοδοτούμενους με εργασία αορίστου χρόνου, εκτός εάν αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας.

 

Ο Βασικός σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου σύμφωνα με 14η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας και κατ’ επέκταση του Ν.98(Ι)/2003 (άρθρο 3) έγκειται ιδίως στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη θέσπιση ελαχίστων προδιαγραφών ικανών να διασφαλίσουν την εφαρμογή της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47, της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Carratù, C-361/12, EU:C:2013:830, σκέψη 40, καθώς και της 13ης Μαρτίου 2014, Nierodzik, C 38/13, EU:C:2014:152, σκέψη 22).

 

Εν όψει του σκοπού αυτού, το ΔΕΕ χαρακτηρίζει την απαγόρευση διακρίσεων της ρήτρας 4 ως «έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, η οποία δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά» (ΔΕΕ 14.9.2016 C-594/14, de Diego Porras). Με την εφαρμογή της απαγόρευσης των διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 4 επιδιώκει να εμποδίσει τη χρήση τέτοιων συμβάσεων από τον εργοδότη προκειμένου αυτός να στερήσει από τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζόμενους με συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΔΕΕ 5.6.2018, C-574/16, Grupo Notre Facility). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει την αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων ως ειδική έκφραση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, η οποία αποτελεί γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου (άρθρο 20 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) και επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφο-ρετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός εάν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά (ΔΕΕ 8.9.2011 C-177/10 Rosado Santana).

 

Κατά τα γενικώς ισχύοντα, το πρώτο ερώτημα που τίθεται και καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι κατά πόσο ο Αιτητής εμπίπτει στην έννοια του εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου.

 

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 (άρθρο 5 του Νόμου), καταλαμβάνει εργοδοτούμενους ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της ρήτρας 3 σημείο 1 (άρθρο 2 του Νόμου). Το αν βέβαια οι εργοδοτούμενοι αυτοί υφίστανται απαγορευμένη διάκριση καθορίζεται σε σχέση με τους αντίστοιχους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου, όπως αυτοί προσδιορίζονται στη ρήτρα 3 σημείο 2 (άρθρο 2 του Νόμου). Προτού λοιπόν εξεταστεί αν συντρέχει πράγματι μια δυσμενέστερη μεταχείριση των εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, θα πρέπει να προσδιοριστεί η συγκεκριμένη ομάδα σύγκρισης. Η απαγόρευση διακρίσεων ισχύει πάντως αποκλειστικά σε σχέση με τη διαφορετική μεταχείριση των εργοδοτουμένων με σύμβαση ορισμένου χρόνου έναντι των αντίστοιχων εργοδοτουμένων με σύμβαση αορίστου χρόνου και όχι σε σχέση με τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου (ΔΕΕ 14.9.2016, C-596/14, de Diego Porras σκ.38, ΔΕΕ 15.12.2022 C-40/20 και C-173/20 Presidenza del Consiglio dei Ministri).

 

Η απαγόρευση διακρίσεων ισχύει ανεξαρτήτως του αν ο εργοδοτούμενος συνεχίζει να απασχολείται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή, αντίθετα, η σύμβαση του με τον ίδιο εργοδότη έχει εν τω μεταξύ μετατραπεί σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

 

Στην υπόθεση ΔΕΕ 8.9.2011 C-177/10, Rosado Santana, ο εργαζόμενος επικαλέ-στηκε παραβίαση της αρχής της απαγόρευσης διακρίσεων της ρήτρας 4, καθώς ο εργοδότης κατά τη διαδικασία επιλογής για ενδοϋπηρεσιακή μετάταξη έλαβε υπόψιν αποκλειστικά την προϋπηρεσία που απέκτησε ο εργαζόμενος με την ιδιότητα του τακτικού διοικητικού υπαλλήλου και αγνόησε τον χρόνο προϋπηρεσίας που είχε προηγουμένως συμπληρώσει  με την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου. Όπως ανέφερε το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση:   

 

40      Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζονται στο σύνολο των εργαζομένων που παρέχουν έμμισθες υπηρεσίες στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου την οποία έχουν συνάψει με τον εργοδότη τους (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. I-7109, σκέψη 28).

41      Το γεγονός και μόνον ότι ο προσφεύγων της κύριας δίκης απέκτησε την ιδιότητα του τακτικού δημοσίου υπαλλήλου και ότι η συμμετοχή του στη διαδικασία εσωτερικής επιλογής εξηρτάτο από την ύπαρξη της ιδιότητας αυτής δεν αποκλείει τη δυνατότητά του να επικαλεστεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων την οποία κατοχυρώνει η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου.

42      Πράγματι, στη διαφορά της κύριας δίκης, ο προσφεύγων επιχειρεί κατ’ ουσία, με την ιδιότητά του ως τακτικός δημόσιος υπάλληλος, να αποδείξει την ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως κατά τον συνυπολογισμό, στο πλαίσιο διαδικασίας εσωτερικής επιλογής, του χρόνου προϋπηρεσίας του και της αποκτηθείσας επαγγελματικής του πείρας. Ενώ λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος προϋπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του τακτικού δημοσίου υπαλλήλου, ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου δεν λαμβάνεται υπόψη, χωρίς, κατά τον προσφεύγοντα, να εξετάζονται η φύση των ασκούμενων καθηκόντων και τα εγγενή χαρακτηριστικά τους. Εφόσον η αντίθετη προς τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου δυσμενής διάκριση, την οποία φέρεται να υφίσταται ο προσφεύγων της κύριας δίκης, αφορά τον χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου, το γεγονός ότι αυτός διορίστηκε εν τω μεταξύ τακτικός δημόσιος υπάλληλος είναι άνευ σημασίας.

43      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει, στο σημείο 4, ότι η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες [στο εξής: όρους] απασχολήσεως είναι η ίδια για τους εργαζομένους με σχέση ορισμένου χρόνου και για τους εργαζομένους με σχέση αορίστου χρόνου εκτός και εάν από αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται ο καθορισμός διαφορετικών κριτηρίων ως προς τον χρόνο προϋπηρεσίας. Ούτε από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως ούτε από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εντάσσεται προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση στην οποία ο ενδιαφερόμενος αποκτά την ιδιότητα του εργαζομένου με σχέση αορίστου χρόνου. Πράγματι, υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν οι επιδιωκόμενοι με την οδηγία 1999/70 και τη συμφωνία-πλαίσιο σκοποί, οι οποίοι συνίστανται τόσο στην απαγόρευση των διακρίσεων όσο και στην πρόληψη των καταχρηστικών πρακτικών που συνδέονται με τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

44      Ο εξ ορισμού αποκλεισμός της εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, υπέρ του οποίου τάσσονται η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ισοδυναμεί με περιορισμό της εκτάσεως της παρεχόμενης στους εμπλεκόμενους εργαζομένους προστασίας έναντι των δυσμενών διακρίσεων, ο οποίος δεν συνάδει με τον σκοπό για τον οποίο έχει συνομολογηθεί η εν λόγω ρήτρα 4, και έχει ως συνέπεια την άνευ λόγου συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας αυτής, σε αντίθεση με όσα επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση Del Cerro Alonso, σκέψεις 37 και 38, καθώς και απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, C‑268/06, Impact, Συλλογή 2008, σ. I‑2483, σκέψεις 114 και 115).

 

Παρεμφερείς είναι και η άλλη περίπτωση που απασχόλησε το Δικαστήριο στην υπόθεση  ΔΕΕ 18.10.2012 C-302/11 – 305/11, Rosanna Valenza κ.λπ. στην οποία δεν αναγνωρίστηκε στις εργαζόμενες, προκειμένου για την κατάταξη τους σε μισθολογικό κλιμάκιο μετά την πρόσληψη τους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, η προϋπηρεσία που είχαν αυτές αποκτήσει δυνάμει της προηγούμενης απασχόλησης τους στον ίδιο εργοδότη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Στηριζόμενο το Δικαστήριο στο σκεπτικό της προηγούμενης απόφασης του ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«33       Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η οδηγία 1999/70 και η συμφωνία-πλαίσιο εφαρμόζονται στο σύνολο των εργαζομένων που παρέχουν έμμισθες υπηρεσίες στο πλαίσιο σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου την οποία έχουν συνάψει με τον εργοδότη τους (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. I-7109, σκέψη 28, και Rosado Santana, προπαρατεθείσα, σκέψη 40).

 

34         Το γεγονός και μόνον ότι οι αναιρεσείουσες των κύριων δικών απέκτησαν την ιδιότητα του εργαζoμένου αορίστου χρόνου δεν αποκλείει τη δυνατότητά τους να επικαλεστούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων την οποία κατοχυρώνει η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Rosado Santana, σκέψη 41, όπως επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2012, C-251/11, Huet, σκέψη 37).

 

35         Πράγματι, στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι αναιρεσείουσες επιχειρούν κατ’ ουσία, υπό την ιδιότητα των εργαζομένων αορίστου χρόνου, να προβάλουν την ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως κατά τον συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας και της αποκτηθείσας επαγγελματικής πείρας στο πλαίσιο διαδικασίας προσλήψεως κατά το πέρας της οποίας κατέστησαν τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι. Ενώ για τον προσδιορισμό της προϋπηρεσίας, και, ως εκ τούτου, για τον καθορισμό της μισθολογικής κλίμακας λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος προϋπηρεσίας που διανύθηκε υπό την ιδιότητα του εργαζομένου αορίστου χρόνου, ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε υπό την ιδιότητα του εργαζομένου ορισμένου χρόνου δεν λαμβάνεται υπόψη, χωρίς, κατά τις αναιρεσείουσες, να εξετάζονται η φύση των ασκούμενων καθηκόντων και τα εγγενή χαρακτηριστικά τους. Εφόσον η αντίθετη προς τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου δυσμενής διάκριση, της οποίας ισχυρίζονται ότι είναι θύματα οι αναιρεσείουσες των κύριων δικών, αφορά τους χρόνους υπηρεσίας που διανύθηκαν υπό την ιδιότητα των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, το γεγονός ότι αυτές κατέστησαν εν τω μεταξύ εργαζόμενες αορίστου χρόνου είναι άνευ σημασίας (βλ, συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Rosado Santana, σκέψη 42).

 

36         Πρέπει, επιπλέον, να σημειωθεί ότι η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει, στο σημείο 4, ότι η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης πρέπει να είναι η ίδια για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου όπως και για τους εργαζομένους αορίστου χρόνου εκτός από την περίπτωση που δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας. Ούτε από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως ούτε από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εντάσσεται προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται οσάκις ο οικείος εργαζόμενος αποκτά την ιδιότητα του εργαζομένου αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, οι επιδιωκόμενοι με την οδηγία 1999/70 και τη συμφωνία-πλαίσιο σκοποί, οι οποίοι συνίστανται τόσο στην απαγόρευση των διακρίσεων όσο και στην πρόληψη των καταχρηστικών πρακτικών που συνδέονται με τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου (προπαρατεθείσα απόφαση Rosado Santana, σκέψη 43).

 

37         Ο εξ ορισμού αποκλεισμός της εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου σε περιπτώσεις όπως αυτές των υποθέσεων των κύριων δικών θα περιόριζε, κατά παράβαση του σκοπού για τον οποίο έχει συνομολογηθεί η εν λόγω ρήτρα 4, την έκταση της παρεχόμενης στους οικείους εργαζομένους προστασίας έναντι των δυσμενών διακρίσεων, και θα είχε ως συνέπεια την άνευ λόγου συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας αυτής, σε αντίθεση με όσα επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου (προπαρατεθείσα απόφαση Rosado Santana, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

 

38         Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σε αντίθεση με την ερμηνεία την οποία προκρίνει η Ιταλική Κυβέρνηση, ουδεμία ένσταση μπορεί να προβληθεί κατά της δυνατότητας εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου στις διαφορές των κύριων δικών.»

 

Επίσης στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ 17.3.2021 C-652/19 KO κατά Consulmarketing SpA. αποφασίστηκαν τα ακόλουθα:

 

55        Τρίτον, όσον αφορά την ύπαρξη διαφορετικής μεταχείρισης, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, αν ληφθεί υπόψη η ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως εργασίας της ορισμένου χρόνου, η αιτούσα της κύριας δίκης θα μπορούσε να αξιώσει την επαναπρόσληψη της στην επιχείρηση δυνάμει του νόμου 223/1991, η οποία θα ήταν ευνοϊκότερη σε σχέση με την αποζημίωση απόλυσης που δικαιούται δυνάμει του νομοθετικού διατάγματος 23/2015. Ως εκ τούτου, η αιτούσα της κύριας δίκης αντιμετωπίστηκε δυσμενώς σε σχέση με τους συναδέλφους της που προσελήφθησαν με σύμβαση αορίστου χρόνου πριν από τις 7 Μαρτίου 2015, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος.

 

56        Το γεγονός και μόνον ότι η αιτούσα της κύριας δίκης απέκτησε, μετά την ημερομηνία αυτή, την ιδιότητα του εργαζομένου αορίστου χρόνου δεν αποκλείει τη δυνατότητά της να επικαλεστεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων την οποία κατοχυρώνει η ρήτρα 4 της συμφωνίαςπλαισίου (πρβλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2012, Valenza κ.λπ., C302/11 έως C305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 34). Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η διαφορετική μεταχείριση, την οποία η αιτούσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι υπέστη, οφείλεται στο γεγονός ότι προσελήφθη αρχικώς για ορισμένο χρόνο.»

 

Παρά τις αντιρρήσεις που προβλήθηκαν περί μη υπαγωγής των ως άνω περιπτώ-σεων στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης διακρίσεων της ρήτρας 4, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι το γεγονός και μόνο ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου απέκτησαν μετέπειτα την ιδιότητα των εργαζομένων αορίστου χρόνου δεν τους στερεί τη δυνα-τότητα να επικαλεστούν, υπό προϋποθέσεις, την αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων. Πράγματι, αντικείμενο της ρήτρας 4 είναι κατ’ ουσίαν η μεταχείριση της εργασίας ορισμένου χρόνου καθεαυτής σε σύγκριση με την μεταχείριση της εργασίας αόριστου χρόνου, χωρίς να ενδιαφέρει αν η ιδιότητα του εργαζόμενου ως ορισμένου χρόνου είναι ενεστώσα ή μη.

 

Συνεπώς, η απαγόρευση διακρίσεων ισχύει ανεξαρτήτως του αν ο εργοδοτούμενος συνεχίζει να απασχολείται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή, αντίθετα, η σύμβαση του με τον εργοδότη έχει εν τω μεταξύ μετατραπεί σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ο αποκλεισμός της εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου στην περίπτωση αυτή, όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, ισοδυναμεί με περιορισμό της έκτασης της παρεχόμενης στους εργαζομένους προστασίας έναντι των δυσμενών διακρίσεων, ο οποίος δεν συνάδει με τον σκοπό για τον οποίο έχει συνομολογηθεί η ρήτρα 4 και έχει ως συνέπεια την άνευ λόγου συσταλτική ερμηνεία της ρήτρας αυτής, σε αντίθεση με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (C-177/10, Rosado Santana, σκ. 44).

 

Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, 2020, σελ.396 επ.:

 

«Η θέση αυτή είναι ορθή. Η ρήτρα 4 απαγορεύει τη δυσμενέστερη μεταχείριση των εργαζομένων που απασχολούνται με σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να θέτει κάποιον χρονικό περιορισμό στην εφαρμογή της προστασίας. Ούτε από το γράμμα της διάταξης ούτε από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εντάσσεται προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αορίστου χρόνου. Η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων αποτελεί, άλλωστε, εξειδίκευση των γενικών αρχών της ίσης μεταχείρισης και της ισότητας. Έτσι, δεν είναι ουσιώδες στοιχείο το αν ο θιγόμενος εργαζόμενος στο μεσοδιάστημα σύναψε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με τον εργοδότη. Μόνη η σύναψη σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου δεν κρίνεται ικανή να θεραπεύσει την προηγούμενη άνιση μεταχείριση κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Η ερμηνεία αυτή εξασφαλίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου και της Οδηγίας».      

 

Επίσης στο σύγγραμμα της Φ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζόμενων ορισμένου χρόνου, σελ.96 αναφέρονται τα ακόλουθα:   

 

«Συνεπώς, κατά το ΔΕΕ, στο πεδίο της προστασίας εμπίπτει και ο πρώην εργοδο-τούμενος ορισμένου χρόνου, όταν, υπό άλλη πλέον ιδιότητα, επιδιώκει την προστασία δικαιωμάτων του που θεμελιώνονται ή συναρτώνται με τον χρόνο απασχόλησης του με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Το προστατευόμενο αγαθό κατά τη συμφωνία πλαίσιο είναι κατ’ ουσίαν η απασχόληση καθ’ εαυτήν με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου».

 

Στη βάση λοιπόν της νομολογίας του ΔΕΕ, το γεγονός και μόνο ότι ο Αιτητής, κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου, δεν του στερεί τη δυνατότητα να επι-καλεστεί υπό ορισμένες περιστάσεις την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων την οποία κατοχυρώνει η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου. Αρκεί η διαπίστωση ότι η επιδιωκόμενη προστασία αφορά δικαιώματα που θεμελιώνονται ή συναρτώνται με τον χρόνο απασχόλησης του με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι με το γεγονός και μόνο ότι αρχικώς προσελήφθη για ορισμένο χρόνο.

 

Προφανώς, από τα γεγονότα της υπόθεσης, ο Αιτητής υπό την ιδιότητα του εργοδο-τούμενου αορίστου χρόνου, επιχειρεί να προβάλει την ύπαρξη διαφορετικής μετα-χείρισης ως προς το ζήτημα της μη αναγνώρισης της προϋπηρεσίας που διάνυσε ως εργοδοτούμενος ορισμένου ή αορίστου χρόνου, την οποία θέτει ως αλληλένδετη με τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα και τη υπηρεσιακή και μισθολογική του ανέλιξη και πιο συγκεκριμένα το κατ’ ισχυρισμό δικαίωμα προαγωγή του. Με δεδομένο λοιπόν ότι η δυσμενής διάκριση την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ο Αιτητής αφορά τον χρόνο υπηρεσίας που διάνυσε υπό την ιδιότητα του εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου και/ή ότι τα δικαιώματα που επιδιώκει να προστατεύσει συναρτώνται με τον χρόνο απασχόληση του υπό αυτή την ιδιότητα, το γεγονός ότι κατέστη εργοδοτου-μενος αορίστου χρόνου είναι άνευ σημασίας με επακόλουθο να θεωρείται ότι έχει την ιδιότητα του «εργαζόμενου ορισμένου χρόνου» κατά την έννοια της ρήτρας 3 σημείο 1 της συμφωνίας – πλαισίου, και επομένως να εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου.  

 

Προκειμένου να διαπιστωθεί αν στους εργοδοτούμενους ορισμένου χρόνου επιφυ-λάσσεται, ως προς τις συνθήκες απασχόλησης, δυσμενέστερη μεταχείριση έναντι  των εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου, ο έλεγχος διενεργείται σε τρία διακριτά στάδια. Συγκεκριμένα, εξετάζεται διαδοχικά, (α) αν η υπό κρίση κατάσταση περί άνισης μεταχείρισης, εμπίπτει στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης», (β) αν υφίσταται συγκρισιμότητα μεταξύ της κατάστασης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των αντίστοιχων εργαζομένων αορίστου χρόνου και, (γ) αν υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι ικανοί να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση. Η διέ-λευση σε κάθε επόμενο στάδιο ελέγχου, γίνεται αφότου έχει δοθεί καταφατική απάντηση στο προηγούμενο, καθώς σε διαφορετική περίπτωση αυτή θα ήταν αλυσι-τελής. 

 

Το πρώτο, λοιπόν, που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο εμπίπτουν στην έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» τα στοιχεία/μέτρα επί των οποίων ο Αιτητής διαμαρτύρεται ότι υφίσταται δυσμενή διάκριση.

 

Όπως προκύπτει από τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, η απαγόρευση διακρίσε-ων αναφέρεται στις «συνθήκες απασχόλησης». Την έννοια αυτή, έννοια του ενωσια-κού δικαίου, το ΔΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της συμφωνίας-πλαισίου, τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου, την ερμηνεύει με ιδιαίτερη ευρύτητα, θέτοντας ως αποφασιστικό κριτήριο για τον καθορισμό εάν ένα μέτρο εμπίπτει στην έννοια αυτή «το κριτήριο της απασχόλησης, δηλαδή της σχέσης εργασίας μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη» (ΔΕΕ 14.9.2016, C-596/14, de Diego Porras, ΔΕΕ 5.6.2018, C-574/16 Grupo Norte Facility σκ.41). Συνεπώς, ευρέως νοουμένη η έννοια των «συνθηκών απασχόλησης» περιλαμβάνει κάθε πραγματικό γεγονός και κάθε νομικό ζήτημα, που συνδέεται με την παροχή της εργασίας, εφαρμοζόμενη τόσο σε παροχές ή δικαιώματα κατά τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης όσο και στο πεδίο λύσης της. Έτσι, στην έννοια των όρων απασχόλησης εμπί-πτουν, μεταξύ άλλων, οι όροι σχετικά με τον χρόνο προϋπηρεσίας που πρέπει να έχει συμπληρώσει ο υπάλληλος προκειμένου να καταταγεί σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο (ΔΕΕ 8.9.2011, C-177/10 Rosado Santana). Η αμοιβή αποτελεί, αναμφί-βολα, το σημαντικότερο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης διακρίσεων, η οποία καλύπτει όχι μόνο τις άμεσες αλλά και τις έμμεσες διακρίσεις (ΔΕΕ 13.9.2007, C-307/05 σκ.42). Κατά συνέπεια, άνιση μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι εργαζομένων αορίστου χρόνου σε σχέση με το ύψος των εκάστοτε στοιχείων που συνθέτουν την αμοιβή θα μπορούσε να είναι δυνατή μόνον όπου αυτό δικαιολογείται αντικειμενικώς. Στην έννοια της αμοιβής εμπίπτουν και οι συνταξιο-δοτικού χαρακτήρα παροχές που καταβάλλονται από τον εργοδότη βάσει της σχέσης εργασίας, αποκλειομένων των συντάξεων που προβλέπει ένα υποχρεωτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες δεν καταβάλλονται βάσει της σχέσης εργασίας, αλλά προς εξυπηρέτηση επιδιώξεων κοινωνικής πολιτικής (ΔΕΕ 7.4.2022, C-236/20, Ministero della Giustizia κ.λ.π. (καθεστώς των ιταλών ειρηνοδικών).

 

Συνεπώς τα επιδιωκόμενα από τον Αιτητή στοιχεία όπως η αναγνώριση της προϋπη-ρεσίας και αρχαιότητας του, τα οποία θέτει ως αλληλένδετα με τη υπηρεσιακή και μισθολογική του ανέλιξη και πιο συγκεκριμένα την προαγωγή του και το δικαίωμα σε επαγγελματική σύνταξη και συνταξιοδοτικά ωφελήματα, αποτελούν στοιχεία τα οποία εμπίπτουν στην έννοια των συνθηκών απασχόλησης. Στο μέτρο ωστόσο που η προϋπηρεσία και η θέση που κατέχει ο υπάλληλος κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτε-λούν αντικειμενικές προϋποθέσεις του δικαιώματος για προαγωγή, στην προκείμενη περίπτωση είναι αμφίβολο αν η έννοια αυτή θεωρείται «όρος απασχόλησης» ή αν συμβιβάζεται με την εργασία ορισμένου χρόνου.

 

Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, ειδική έκφραση της οποίας συνιστά η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας -πλαισίου (άρθρο 5 του Νόμου), επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε συγκρίσιμες καταστάσεις ούτε η ίδια μεταχείριση σε ανόμοιες καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς (ΔΕΕ 5.6.2018, C‑574/16 Grupo Norte Facility, σκ. 46, ΔΕΕ 20.6.2019, C-72/18, Daniel Ustariz Arostegui σκ.28).

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση συναφώς υποστηρίζει, ότι η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ μόνιμων υπαλλήλων και εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου, την οποία επισημαίνει η πλευρά του Αιτητή, δεν εμπίπτει στην απαγόρευση την οποία προβλέπει η ρήτρα 4, σημείο 1 της συμφωνίας – πλαισίου και ο εναρμονιστικός με αυτή Νόμος, κατά το μέτρο που το δικαίωμα στις επίδικες παροχές δεν εξαρτάται από την ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια της σχέσης εργασίας αλλά από τον συμβατικό ή δημοσίου δικαίου χαρακτήρα της σχέσης αυτής.

 

Πάντως, υπογραμμίζεται ότι από το γράμμα της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου (άρθρο 5 του Νόμου) προκύπτει ότι αρκεί ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου και εν προκειμένω ο Αιτητής, να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τους εργα-ζομένους αορίστου χρόνου που τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση, ώστε να μπορεί βασίμως να διεκδικήσει το ωφέλημα της ρήτρας αυτής.

 

Συνεπώς, το δεύτερο που πρέπει να εξεταστεί είναι η συγκρισιμότητα του Αιτητή με τους δημόσιους υπαλλήλους που κατέχουν μόνιμη θέση Λειτουργού στο Γραφείο του Επιτρόπου Διοικήσεως.

 

Από τη ρήτρα 3 σημείο 2 της συμφωνίας-πλαισίου (άρθρο 2 του Νόμου) προκύπτει ότι «αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» είναι εκείνος που απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων. Μια ουσιώδης διαφορά στην επαγγελματική εκπαίδευση ή στην εμπειρία καθιστά τον εργαζόμενο αορίστου χρόνου μη συγκρίσιμο κατά την έννοια της ρήτρας 3 της συμφωνίας-πλαισίου. Σε κάθε περίπτωση η διαφορά αυτή συνιστά αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση, σύμφωνα με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου (Δ. Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο, 2024, σελ.399 επ.). Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι ενδιαφερόμενοι εκτελούν την ίδια ή παρόμοια εργασία, υπό την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει κατ’ εφαρμογή της ρήτρας 3 σημείο 2 και της ρήτρας 4 σημείο 1, της συμφωνίας πλαισίου, να εξεταστεί εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η απαιτούμενη κατάρτιση και οι όροι εργασίας, τα πρόσωπα αυτά είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως τελούντα σε συγκρίσιμη κατάσταση (ΔΕΕ 18.10.2012 C-302/11, Valenza κλπ, ΔΕΕ 5.6.2018, C-574/16, Grupo Norte Facility σκ.48).

 

Αυτό δε που έχει καθοριστική σημασία δεν είναι μια γενική και αφηρημένη σύγκριση της καταστάσεως των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου που απασχολούνται στον εκάστοτε φορέα, αλλά εάν οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου και οι μόνιμοι εργα­ζόμενοι βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση σε σχέση με το εκάστοτε αντικείμε­νο της διαφοράς, δηλαδή σε σχέση με τη διεκδικούμενη παροχή, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό που αυτή υπηρετεί. Σύμφωνα με τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέως Kokott της 12.3.2019 στην υπόθεση C-72/18 Urstariz Arostegui, σκ.39:

 

 «…για την εξέταση της συγκρισιμότητας των καταστάσεων δεν αρκεί η γενική σύγκριση της κατάστασης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου που απασχολούνται στον εκάστοτε φορέα. Πράγματι αυτό που έχει καθοριστική σημασία είναι το αν οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου και οι εργαζόμενοι αορίστου χρόνου βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση επίσης και ακριβώς σε σχέση με το εκάστοτε αντικείμενο της διαφοράς».      

 

Όταν πρόκειται για την αμοιβή της πα­ρεχόμενης εργασίας κρίσιμα στοιχεία είναι η φύση της εργασίας και τα απαιτούμενα προσόντα για την εκτέλεσή της (ΔΕΕ 8.9.2011, C-177/10, Rosado Santana).

 

Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελής, (ανωτέρω):

 

«θα πρέπει, πάντως, εδώ να επισημάνουμε ότι η συγκρισιμότητα της ρήτρας 4 δεν στηρίζεται αποκλειστικά στα κριτήρια της ρήτρας 3, ώστε με τη συνδρομή των κριτηρίων αυτών να διαπιστώνεται κατά τρόπο μηχανικό ότι πρόκειται για συγκρίσιμες καταστά-σεις. Το ΔΕΕ αντιλαμβάνεται ευρύτερα την έννοια του συγκρίσιμου εργαζόμενου στη ρήτρα 4 και δεν την περιορίζει μόνο στην περίπτωση των εργαζομένων που απασχολού-νται στην ίδια ή παρόμοια εργασία λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιο-τήτων, όπως ορίζει η ρήτρα 3 σημείο 2 της συμφωνίας-πλαισίου. Η συγκρισιμότητα της ρήτρας 4 προϋποθέτει αξιολογήσεις για τις οποίες εκτός από τη συνολική πραγματική κατάσταση, κρίσιμο είναι και το νομικό πλαίσιο των υπό σύγκριση ρυθμίσεων. Δεν συγκρίνονται οι εργαζόμενοι και το είδος της απασχόλησης, αλλά οι νομοθετικές ρυθμίσεις προκειμένου να κριθεί αν αυτές ρυθμίζουν συγκρίσιμες καταστάσεις για τους εργαζόμενους ορισμένου και αορίστου χρόνου.

 

… Η ευρύτερη αυτή αντίληψη της συγκρισιμότητας επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να αξιολογούνται οι πραγματικές και νομικές καταστάσεις στο σύνολο τους, από την αξιολόγηση δε αυτή θα προκύψει εάν οι εργαζόμενοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου και οι εργαζόμενοι με σύμβαση αορίστου χρόνου βρίσκονται ή όχι σε παρόμοια κατάσταση ή, σε κάθε περίπτωση, ότι συντρέχει αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση.

 

 

Η σύγκριση, σε κάθε περίπτωση, γίνεται με εργαζόμενο απασχολούμενο με σύμβαση αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου, και αυτό γιατί η απαγόρευση διακρίσεων, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ισχύει μεταξύ διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Όπως επισημαίνει το ΔΕΕ 14.9.2016, C-16/15 Perez Lopez, «η αρχή της απαγόρευ-σης των διακρίσεων τέθηκε σε εφαρμογή και εξειδικεύθηκε με τη συμφωνία-πλαίσιο μόνο όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, οι οποίοι βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση».

 

Σε σχέση με την αμοιβή, παραπέμπουμε στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ 7.4.2022, C-133/21, VP ν. Ελληνικού Δημοσίου, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«47.   Συναφώς, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων εφαρμόστηκε και εξειδικεύθηκε με τη συμφωνία-πλαίσιο αποκλειστικώς όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση των εργαζο-μένων ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων αορίστου χρόνου οι οποίοι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση [απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Governo della Repubblica italiana (Καθεστώς των Ιταλών ειρηνοδικών), C658/18, EU:C:2020:572, σκέψη 142 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

 

48.     Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι ο «αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου» ορίζεται στη ρήτρα 3, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου ως ο «εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων». Εξάλλου, κατά την ως άνω ρήτρα 3, σημείο 2, όταν, όπως εν προκειμένω, δεν υπάρχει αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου στην ίδια εκμετάλλευση, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με αναφορά στην εκάστοτε εφαρμοζόμενη συλλογική σύμβαση, ή όταν δεν υπάρχει οικεία συλλογική σύμβαση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή τις εθνικές συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές.

 

49.     Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι ενδιαφερόμενοι εκτελούν την ίδια ή παρόμοια εργασία κατά την έννοια της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να εξετάζεται, σύμφωνα με τη ρήτρα 3, σημείο 2, και τη ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, εάν, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η απαιτούμενη κατάρτιση και οι όροι εργασίας, μπορεί να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση [απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Governo della Repubblica italiana (Καθεστώς των Ιταλών ειρηνοδικών), C-658/18, EU:C: 2020: 572, σκέψη 143 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

 

50.     Αν αποδεικνύεται ότι, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς τους, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου τους οποίους απασχολούσε ο ίδιος εργοδότης ή κατείχαν την ίδια θέση με αυτούς, πρέπει καταρχήν να γίνεται δεκτό ότι οι δύο αυτές κατηγορίες εργαζομένων ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση [απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Governo della Repubblica italiana (Καθεστώς των Ιταλών ειρηνοδικών), C658/18, EU:C:2020:572, σκέψη 144 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

 

51.     Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ως μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, να κρίνει αν οι εκκαλούντες της κύριας δίκης, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς τους από το Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις μίσθωσης έργου, ευρίσκονταν σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους μισθωτούς που απασχολούνταν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα από το Ελληνικό Δημόσιο για αόριστο χρόνο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2018, Montero Mateos, C677/16, EU:C:2018:393, σκέψη 52 και εκεί μνημο-νευόμενη νομολογία).

 

52.     Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εκκαλούντες της κύριας δίκης, κατά τη διάρκεια της απασχολήσεώς τους από το Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις μίσθωσης έργου, εκτελούσαν καθήκοντα καθαρισμού σχολείων, όπως ακριβώς οι υπάλληλοι καθαριότητας τους οποίους το Ελληνικό Δημόσιο απασχολούσε με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου εκτελούσαν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, καθήκοντα καθαρισμού σε διάφορους χώρους εγκαταστάσεων και υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου. Το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε επίσης ότι η εργασία του υπαλλήλου καθαριότητας δεν απαιτεί ούτε ιδιαίτερα τυπικά προσόντα ούτε ιδιαίτερη εμπειρία. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι όροι εργασίας των εκκαλούντων της κύριας δίκης και των οικείων υπαλλήλων καθαριότητας διέφεραν ουσιωδώς.

 

53.     Επομένως, υπό την επιφύλαξη της οριστικής εκτιμήσεως του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων από το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των εκκαλούντων της κύριας δίκης από το Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις μίσθωσης έργου, η κατάστασή τους ήταν συγκρίσιμη με εκείνη των υπαλλήλων καθαριότητας που απασχολούνταν από το Ελληνικό Δημόσιο για αόριστο χρόνο κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.»

 

Στην απόφαση ΔΕΕ 9.7.2015 C-177/14, María José Regojo Dans κατά Consejo de Estado το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι δυνατόν να βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους ακόμη και οι μετακλητοί, εφόσον όμως το αντικείμενο της διαφοράς των τελευταίων δεν συνίσταται στην άσκηση ιδιαιτέρων καθηκόντων που αρμόζουν σε φορέα δημοσίας εξουσίας, αλλά μάλλον υποστηρικτικών προς τούτο. Παραθέτουμε αυτούσιες τις σκέψεις 47 έως 53 της εν λόγω απόφασης όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

47.        «Εν προκειμένω, η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι οι μετακλητοί υπάλληλοι συνιστούν επαγγελματική κατηγορία διαφορετική από τις λοιπές κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου που προβλέπονται στο ισπανικό δίκαιο, από απόψεως τόσο των εργασιακών τους σχέσεων, των καθηκόντων ή των υπηρεσιών που εκπληρώνουν όσο των κριτηρίων επιλογής τους ή και του καθεστώτος των αποδοχών τους. Έτσι, κατά την ως άνω Κυβέρνηση, οι διαφορές ως προς τη μεταχείριση των μετακλητών υπαλλήλων σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους του Ισπανικού Δημοσίου δεν περιορίζονται μόνο στο επίδικο στην κύρια δίκη επίδομα προϋπηρεσίας.

 

48.        Εξάλλου, η εν λόγω κυβέρνηση τονίζει ότι, σε αντίθεση με τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους οι οποίοι επιλέγονται, κατά το εθνικό δίκαιο, βάσει διαδικασιών που εγγυώνται την τήρηση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της εκτιμήσεως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, οι μετακλητοί υπάλληλοι διορίζονται ελεύθερα προκειμένου να εκπληρώσουν ιδιαίτερα μη μόνιμα καθήκοντα εμπιστοσύνης και παροχής ειδικών συμβουλευτικών υπηρεσιών. Η παύση τους είναι επίσης ελεύθερη και επέρχεται αυτοδικαίως άπαξ και παυθεί το δημόσιο όργανο στο οποίο παρέχονται οι εν λόγω υπηρεσίες. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, το σύστημα αυτό διορισμού και παύσεως δικαιολογείται από την ιδιαίτερη φύση του επαγγελματικού αντικειμένου των μετακλητών υπαλλήλων, το οποίο βασίζεται στην ύπαρξη εμπιστοσύνης στο πλαίσιο θέσεως με χαρακτήρα πολιτικό ή παρόμοιο.

 

49.        Πλην όμως, όπως φαίνεται να προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το επαγγελματικό αντικείμενο της προσφεύγουσας της κύριας δίκης δεν συνίσταται στην άσκηση ιδιαιτέρων καθηκόντων συνδεδεμένων με το δημόσιο όργανο, αλλ’ αφορά μάλλον την εκπλήρωση υποστηρικτικών καθηκόντων σχετικών με διοικητικής φύσεως δραστηριότητες.

 

50.        Εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται, υπ’ αυτές τις συνθήκες, να διαπιστώσει αν, σε ό,τι αφορά τη χορήγηση των επίδικων στην κύρια δίκη επιδομάτων τριετίας, οι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι τελούν σε παρόμοια κατάσταση με τους μετακλητούς υπαλλήλους, ως προς τους οποίους προβάλλεται η ύπαρξη διαφορετικής μεταχειρίσεως όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Rosado Santana, C 177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 67, καθώς και διατάξεις Montoya Medina, C 273/10, EU:C:2011:167, σκέψη 39, και Lorenzo Martínez, C 556/11, EU:C:2012:67, σκέψη 44).

 

51.        Αν το εν λόγω δικαστήριο διαπιστώσει ότι τα καθήκοντα που ασκούνται από την προσφεύγουσα της κύριας δίκης υπό την ιδιότητα της μετακλητής υπαλλήλου του Consejo de Estado δεν είναι τα ίδια ή αντίστοιχα προς εκείνα που ασκούνται από τακτικό δημόσιο υπάλληλο στο πλαίσιο της ίδιας αρχής ή άλλων δημοσίων φορέων στους οποίους η εν λόγω προσφεύγουσα εργάσθηκε κατά το παρελθόν υπό την ίδια ιδιότητα, τούτο θα σημαίνει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν τελεί σε κατάσταση παρόμοια προς εκείνη ενός τακτικού δημοσίου υπαλλήλου.

 

52.        Αν, αντιθέτως, το ως άνω δικαστήριο εκτιμήσει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εργάσθηκε, υπό την ιδιότητα της μετακλητής υπαλλήλου, στο ίδιο ή σε αντίστοιχο επαγγελματικό αντικείμενο προς εκείνο ενός τακτικού δημοσίου υπαλλήλου που υπηρετεί στο Consejo de Estado ή σε άλλο παρόμοιο όργανο, φαίνεται ότι το μόνο στοιχείο που θα μπορούσε να διαφοροποιήσει την κατάστασή της από εκείνη ενός τακτικού δημοσίου υπαλλήλου θα ήταν ο προσωρινός χαρακτήρας της σχέσεως εργασίας της όταν πραγματοποιούσε τις περιόδους υπηρεσίας ως μετακλητή υπάλληλος.

 

53.        Σε μια τέτοια περίπτωση, η ως άνω προσφεύγουσα θα τελούσε σε κατάσταση παρόμοια προς εκείνη του εν λόγω τακτικού δημοσίου υπαλλήλου και θα έπρεπε να εξακριβωθεί αν υπάρχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί τη διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των δύο αυτών εργαζομένων η οποία εν προκειμένω προκύπτει από την άρνηση χορηγήσεως επιδομάτων τριετίας για την εν λόγω περίοδο υπηρεσίας της προσφεύγουσας της κύριας δίκης.»

 

Επίσης στην υπόθεση ΔΕΕ 21.9.2016, C-631/15 Alvarez Santirso, όπου ο εργοδότης ήταν το Δημόσιο, για να δικαιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου και μόνιμων υπαλλήλων επικαλέστηκε διαφορές σύμφυτες με την ιδιότητα αντιστοίχως του έκτακτου και του τακτικού δημόσιου υπαλλήλου, όπως διαφορές στις μεθόδους πρόσληψης και τοποθέτησης σε διάφορες κατηγορίες, το Δικαστήριο έκρινε ότι τελούν σε συγκρίσιμη κατάσταση οι αναπληρωτές καθηγητές και οι καθηγητές που υπηρετούν ως μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς η άσκηση των διδακτικών καθηκόντων τους δεν προϋποθέτει διαφορετικά ακαδημαϊκά προσόντα ή εμπειρία.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστη-ρίου και ειδικότερα τη βεβαίωση καθηκόντων του Αιτητή, ημερ. 26.10.2018 (Παρ.1 στα παραδεκτά γεγονότα), διαπιστώνουμε ότι ουδεμία διαφορά υφίσταται μεταξύ των καθηκόντων, των εργασιών και των επαγγελματικών υποχρεώσεων που αναλαμ-βάνονται από τον Αιτητή ως Λειτουργό Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως (Κλ. Α8) και των καθηκόντων, των εργασιών και επαγγελματικών υποχρεώσεων που αναλαμ-βάνονται από τους αντίστοιχους μόνιμους Δημόσιους Υπαλλήλους Λειτουργούς Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως, οι οποίοι κατέχουν αντίστοιχες οργανικές θέσεις στο Γραφείο, καθώς όπως προκύπτει από την εν λόγω βεβαίωση, εκτελούν τα ίδια καθήκοντα και έχουν τις ίδιες ευθύνες.

 

Λαμβάνοντας επομένως υπόψη τη φύση των εκτελούμενων από αυτούς καθηκόντων, την κατάρτιση τους και τους όρους παροχής της εργασίας, κρίνουμε ότι η κατάσταση του Αιτητή ως εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου είναι συγκρίσιμη προς εκείνη των μόνιμων υπαλλήλων που κατέχουν αντίστοιχες οργανικές θέσεις στο Γραφείο Επιτρόπου κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

 

Πρόσθετα, από τα γεγονότα της υπόθεσης και τις εισηγήσεις της ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Καθ’ ου η αίτηση, δεν προκύπτει η παραμικρή αμφισβήτηση ότι μεταξύ των μόνιμων Λειτουργών στο Γραφείο Επιτρόπου και του Αιτητή υφίσταται διαφορετική μεταχείριση ως προς τον τρόπο υπολογισμού των συνταξιοδοτικών του ωφελημάτων για την περίοδο απασχόλησης του από 3.1.2005 έως 31.12.2012. Όσον αφορά δε την αναγνώριση της προϋπηρεσίας και το δικαίωμα προαγωγής είναι φανερό από το γράμμα του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90) ότι τέτοιο δικαίωμα παρέχεται μόνο στους μόνιμους δημόσιους υπάλληλους και ότι σε θέση προαγωγής μπορούν να προαχθούν οι υπηρετούντες στην κατώτερη θέση ή τάξη του συγκεκριμένου κλάδου. 

 

Συνεπώς κατά τρίτο λόγο θα πρέπει να εξακριβωθεί εάν υφίσταται αντικειμενικός λόγος κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας πλαισίου ικανός να δικαιολογήσει  τη διαφορετική αυτή μεταχείριση. 

 

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» απαιτεί να δικαιολογείται η διαπιστωθείσα άνιση μεταχείριση από την ύπαρξη σαφών και συγκεκριμένων στοιχείων, που να χαρακτηρίζουν τον οικείο όρο απασχολήσεως στο ειδικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται και επί τη βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, προκειμένου να ελεγχθεί αν η άνιση αυτή μεταχείριση ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και αναγκαία προς τούτο. Τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στα εγγενή χαρα-κτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (ΔΕΕ 13.9.2007 C‑307/05, Del Cerro Alonso σκ. 53. ΔΕΕ 22.12.2010 C‑444/09 και C‑456/09, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres σκ. 55. ΔΕΕ 5.6.2018 C‑574/16, Grupo Norte Facility σκ. 54. ΔΕΕ 20.6.2019 C-72/18, Ustariz Arostegui σκ.40).

 

Αντιθέτως, η επίκληση απλώς και μόνο του προσωρινού χαρακτήρα της απασχο-λήσεως των συμβασιούχων υπαλλήλων δημοσίου δικαίου, όπως ο Αιτητής δεν αντα-ποκρίνεται στις απαιτήσεις αυτές και, επομένως, δεν δύναται να αποτελέσει αφ’ εαυτής αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Ειδικότερα, εάν γινόταν δεκτό ότι απλώς και μόνο ο προσωρινός χαρακτήρας της σχέσεως εργασίας αρκεί για τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, οι σκοποί της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου θα καθίσταντο κενοί περιεχομένου και θα διαιωνιζόταν μια κατάσταση δυσμενής για τους εργα-ζομένους ορισμένου χρόνου (ΔΕΕ 8.9.2011 C‑177/10, Rosado Santana σκ. 74 και ΔΕΕ 20.6.2019 C-72/18, Ustariz Arostegui σκ.41).

 

Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η ρήτρα 4 δεν επι­τρέπει εθνική ρύθμιση η οποία αποκλείει πλήρως την προσμέτρηση των πε­ριόδων υπηρεσίας που συμπλήρωσε εργαζόμενος ορισμένου χρόνου σε δη­μόσια αρχή, για τον προσδιορισμό της προϋπηρεσίας του κατά τον χρόνο πρόσληψης του ως εργαζομένου αορίστου χρόνου από την ίδια δημόσια αρ­χή, υπό την ιδιότητα πλέον του τακτικού δημοσίου υπαλλήλου στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας τακτοποίησης της σχέσης εργασίας του, εκτός αν ο απο­κλεισμός δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια της ρή­τρας 4. Το γεγονός και μόνο ότι η προϋπηρεσία αυτή του εργαζομένου ορι­σμένου χρόνου συμπληρώθηκε βάσει σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμέ­νου χρόνου δεν συνιστά τέτοιο αντικειμενικό λόγο (ΔΔΕ 18.10.2012 C-302, Valenza κλπ). Επίσης, δεν συνιστά α­ντικειμενικό λόγο το γεγονός ότι η δυσμενέστερη μετα-χείριση των εργαζομέ­νων ορισμένου χρόνου προβλέπεται από γενικό και αφηρημένο εθνικό κανό­να δικαίου, όπως είναι ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΔΕΕ 5.6.2018 C-677/16, Mintero Mateos, σκ.56).

 

Από τη θέση αυτή του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο έλεγχος της συνδρομής αντικειμενικών λόγων γίνεται σε δύο στάδια: Κατ' αρχάς ελέγχεται, βάσει σαφών και αντικειμε­νικών στοιχείων, αν η διαφορετική μεταχείριση ανταποκρίνεται πράγματι σε μια γνήσια ανάγκη, και σ' ένα δεύτερο στάδιο χωρεί έλεγχος με βάση την αρχή της αναλογικότητας, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η ρύθμιση είναι κατάλλη­λη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού που η διαφορετι­κή μεταχεί-ριση υπηρετεί (ΔΕΕ 20.2.2024 C-715/20).

 

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατηγορία των εργαζομένων ορισμένου χρόνου αποτελεί μια διαφορετική κατηγορία απ' αυτή των εργαζομένων αορίστου χρόνου και αυτό προφανώς το γνωρίζουν τόσο ο ενωσιακός όσο και ο εθνικός νομοθέτης. Ακρι­βώς όμως προκειμένου να βελτιώσουν την ποιότητα εργασίας των εργαζομέ­νων ορισμένου χρόνου και να αποτρέψουν να διαιωνίζεται μια κατάσταση δυ­σμενής γι' αυτούς, επιβάλλουν την απαγόρευση διακρίσεων σε βάρος τους. Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης επιτάσσει την ίση μεταχείριση δύο διαφορετικών κα­τηγοριών εργαζομένων, γιατί αυτό επιβάλλουν συγκεκριμένες δικαιοπολιτικές και κοινωνικοπολιτικές εκτιμήσεις που στηρίζουν τη νομοθετική ρύθμιση. Επομένως, δεν αποτελεί επιχείρημα για τον αποκλεισμό της απαγόρευσης δια­κρίσεων ότι πρόκειται για διακριτές κατηγορίες με διαφορές ως προς τον τρό­πο πρόσληψης, την υπηρεσιακή εξέλιξη και τη λύση της σύμβασης εργασίας, διαφορές σύμφυτες με τον χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών (Ζερδελής σελ. 407 με αναφορά σε γερμανικά συγγράμματα).

 

Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, εξετάζοντας τον πρώτο λόγο διάκρισης τον οποίον επικαλείται ο Αιτητής και που αφορά τα συνταξιοδοτικά του ωφελήματα, σημειώνουμε ότι στην έννοια των αμοιβών περιλαμβάνονται και οι συντάξεις που καταβάλλονται βάσει της σχέσεως εργασίας. Συνεπώς από τη στιγμή  που η διά­κριση αφορά την αμοιβή, ο δικαιολογητικός λόγος της διαφοροποίησης θα πρέπει να προκύπτει από σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία συναρτώμενα με την πα­ρεχόμενη εργασία και τα οποία είναι προσδιοριστικά της αξίας της. Το γεγονός ότι μεταξύ του Αιτητή και των μόνιμων υπαλλήλων του Γραφείου του Επιτρόπου υπάρχουν διαφο-ρές ως προς την πρόσληψη, την υπηρεσιακή ε­ξέλιξη και τη λύση των συμβάσεων δεν σημαίνει ότι η παρεχόμενη εργασία από μέρους του δεν έχει την ίδια αξία με αυτήν που παρέχουν οι αντίστοιχοι με αυτόν μόνιμοι υπάλληλοι. Οι διαφορετικές διαδι-κασίες πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης και το διαφορετικό καθεστώς λύσης των συμβάσεων, στοιχεία εγγενή του διαφορετικού χαρακτήρα των δύο συμβάσεων, δεν επη­ρεάζουν ούτε τα πράγματι εκπληρούμενα καθήκοντα ούτε τις επαγγελματικές απαιτήσεις για την άσκηση των καθηκόντων αυτών. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, εγγε­νή χαρακτηριστικά της ιδιότητας ενός εργαζομένου ως μονίμου υπαλλήλου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικειμενικό λόγο για τον αποκλεισμό από μια μισθολογική ή άλλη παροχή των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, εφόσον τα χαρακτηριστικά αυτά δεν έχουν πράγματι καθοριστική σημασία για τη χορή­γηση της συγκεκριμένης παροχής (ΔΕΕ 20.6.2019 C-72/18, Ustariz Arostegui σκ.46).

 

Κατά παραδοχή του Αιτητή το πρόβλημα των συνταξιοδοτικών του ωφελημάτων διευθετήθηκε με τη ψήφιση του Ν.210(Ι)/2022, ο οποίος ωστόσο αποτέλεσε έρεισμα διάκρισης ως προς τα συνταξιοδοτικά του ωφελήματα που αφορούν την περίοδο από 3.1.2005 έως 31.12.2012, τα οποία, ενώ για τους μόνιμους υπάλληλους που είχαν προσληφθεί πριν την 1.10.2011 και παρέμεναν στην υπηρεσία κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, υπολογίζονται με βάση τον τελευταίο μισθό κατά την αφυπηρέτηση τους, εν τούτοις στη δική του περίπτωση, υπολογίζονται με βάση τον μέσο μισθό καριέρας που είναι περίπου κατά 40% χαμηλότερος.

 

Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω διάκριση σε σχέση με τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα του Αιτητή δεν έχει αμφισβητηθεί, ο Καθ’ ου η αίτηση που έφερε το βάρος απόδειξης της συνδρομής αντικειμενικών λόγων, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι η εν λόγω διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση ανταποκρίνεται πράγματι σε μια γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο. Σημειώνεται ότι τα εν λόγω στοι-χεία μπορούν να ανάγονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί συμβάσεις ορισμένου χρόνου και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή ενδεχομένως, στην επιδίωξη θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους της πολιτείας.

 

Ως επακόλουθο των πιο πάνω, κρίνουμε ότι, δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου (άρθρο 5 του Ν. 98(Ι)/2003), ικανός να δικαιολογήσει την άνιση διάκριση που υφίσταται ο Αιτητής ως εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου, σε σχέση με τον υπολογισμό των συνταξιο-δοτικών ωφελημάτων του για την περίοδο απασχόλησης του από 3.1.2005 έως 31.12.2012.

 

Ως προς τον δεύτερο λόγο άνισης μεταχείρισης τον οποίο επικαλείται ο Αιτητής, ότι δεν του αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία και αρχαιότητα για σκοπούς προαγωγής και/ή ότι εμποδίζεται να διεκδικήσει θέσεις προαγωγής, σημειώνεται συναφώς ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως το οποίο διαθέτουν τα κράτη μέλη ως προς την οργάνωση της εσωτερικής τους Δημόσιας Διοίκησης, αυτά μπορούν καταρχήν, χωρίς να προσκρούουν στην οδηγία 1999/70 και στη συμφωνία-πλαίσιο, να προβλέπουν τις προϋποθέσεις για την πρόσβαση σε θέσεις μονίμων δημοσίων υπαλλήλων καθώς και τις συνθήκες απασχόλησης τέτοιων υπαλλήλων (ΔΕΕ 18.10.2012, C‑302/11 έως C‑305/11, Valenza κ.λ.π., σκ.57. ΔΕΕ 20.9.2018 C‑466/17, Motter, σκ.43. ΔΕΕ 20.6.2019 C-72/18, Ustariz Arostegui σκ.43). Τα κράτη μέλη δύνανται συνεπώς να καθορίζουν συγκεκριμένο χρόνο προϋπηρεσίας ως προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ορισμένες θέσεις ή και να παρέχουν τη δυνατότητα ενδοϋπηρεσιακής προαγωγής αποκλειστικώς στους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους εφόσον αυτό οφείλεται στην ανάγκη να ληφθούν υπόψη αντικειμενικές απαιτήσεις της εν λόγω θέσεως οι οποίες είναι άσχετες προς το γεγονός ότι η σχέση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου (ΔΕΕ 8.9.2011 C‑177/10, Rosado Santana, σκ. 76 και 79).

 

Όπως έχουμε αναφέρει ανωτέρω, η προαγωγή εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου, σε «θέση προαγωγής» και «διατμηματικής προαγωγής», δεν αποτελεί αντικείμενο αναγνώρισης από την εσωτερική νομοθεσία η οποία επιφυλάσσει το εν λόγω δικαίωμα αποκλειστικά στους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους [άρθρο 20 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90)].

 

Στην υπόθεση Χρίστος Παναγίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2012) 1 ΑΑΔ 1641, εξετάζοντας το Δικαστήριο παρόμοια περίπτωση εκτάκτου υπαλλήλου ορισμένου χρόνου που στη συνέχεια κατέστη αόριστου χρόνου κατά πόσο μπορούσε να εξομοιωθεί αναφορικά με τα συνταξιοδοτικά κι άλλα ωφελήματα με αυτά των μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που κατείχαν αντίστοιχη θέση, κατέληξε ως ακο-λούθως:

 

Το ζητούμενο, είναι, κατά πόσο ο Νόμος 98(Ι)/2003 έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, πάντοτε με το δεδομένο ότι ο εφεσείων κατά την περίοδο της καταχώρησης της αρχικής του αίτησης, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ήταν έκτακτος υπάλληλος αορίστου χρόνου και όχι ορισμένου χρόνου.  Η διαφοροποίηση έγινε με βάση εγκύκλιο του Τμήματος Προσωπικού στις 5 Φεβρουαρίου 2006.

 

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Συμφωνούμε με την πρωτόδικη απόφαση ότι ο Νόμος 98(1)/2003 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. 

 

Στην όλη δομή της υπόθεσης αυτής, υπάρχει, μια κατά τη γνώμη μας, θεμελιακή διαφορά. Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου και ο τρόπος διορισμού του, όπως επίσης και η ανέλιξη του, ρυθμίζονται, κατά αποκλειστικότητα, από τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο του 1990, (Ν.1/90).

 

Η έννοια του δημοσίου υπαλλήλου, όπως αναφέραμε πιο πάνω, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εξισωθεί με τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο ορισμένου χρόνου ή και ακόμη τον έκτακτο δημόσιο υπάλληλο αορίστου χρόνου, όπως προσδιορίστηκε με το Ν. 98(Ι)/2003. Ο σκοπός της θέσπισης του εν λόγω νόμου, ήταν η προστασία των συμβασιούχων ορισμένου χρόνου. Επιδιώχθηκε η άρση της δυσμενούς διάκρισης που, ενδεχομένως, θα υφίστατο ο υπάλληλος ορισμένου χρόνου με την κατάργηση των διαδοχικών συμβάσεων έναντι των υπαλλήλων αορίστου χρόνου.

 

Ούτε η απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 8 Σεπτεμβρίου 2011 C-177/10 Santana  και  Andaloucia, βοηθά την υπόθεση του εφεσείοντα. Στη συγκεκριμένη απόφαση σημειώθηκε ότι δεν μπορεί να υπάρχει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ τακτικών δημοσίων υπαλλήλων και αντίστοιχων εκτάκτων υπαλλήλων του κράτους, με μόνο το γεγονός ότι οι δεύτεροι ασχολούνται για ορισμένο χρόνο. Το θέμα είχε εγερθεί σε συνάρτηση με το χρόνο προϋπηρεσίας των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων.

 

Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων, όπως ο ίδιος παραδέχεται, υπέβαλε αίτηση, έστω και υπό διαμαρτυρία, για προαγωγή σε κενωθείσα θέση στη δημόσια υπηρεσία, η έκβαση της οποίας, ή και ακόμη ο συνυπολογισμός είτε του χρόνου υπηρεσίας, είτε των προσόντων του, θα κριθούν από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, που με βάση το Νόμο 1/90, είναι το ανεξάρτητο και μόνο αρμόδιο, συνταγματικά καθιερωμένο σώμα, με βάση το Άρθρο 122 του Συντάγματος, για την πρόσληψη ή και προαγωγή δημοσίων υπαλλήλων. Το θέμα αυτό επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας 2008 (3) Α.Α.Δ. 49. Σχετική επί του θέματος της διαφοροποίησης της πρόσληψης εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων και δημοσίων υπαλλήλων είναι η υπόθεση Μενελάου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 370. Η ορθότητα δε της ενδεχομένης απόφασης της ΕΔΥ, ως προς την πιο  πάνω προαγωγή, ή ανέλιξη του εφεσείοντα, θα κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, στην οποία εμπίπτει η κρίση ή και αναθεώρηση αποφάσεων της ΕΔΥ. Συνεπώς, αποτελεί θέμα εκτός του πλαισίου της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, όπως ρυθμίζεται με βάση το Άρθρο 10 του Νόμου 98(Ι)/2003.

 

Και αν ακόμη θα μπορούσε το θέμα αυτό να ενταχθεί στα πλαίσια της πιο πάνω νομοθεσίας, που δεν είναι η περίπτωση, η «διαφορετική μεταχείριση», θα μπορούσε ίσως να αιτιολογηθεί με βάση τη ρήτρα 4(1) της Συμφωνίας Πλαισίου και του Άρθρου 5(1) του Νόμου 98(Ι)/2003, βασιζόμενη σε «αντικειμενικούς λόγους». Η αντικειμενικότητα αυτή εδράζεται στον τρόπο πρόσληψης των εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων που στηρίζεται στους περί Διαδικασίας Πρόσληψης Εκτάκτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμο του 1995-2004, κατ' αντίθεση προς τους δημόσιους υπαλ-λήλους, οι οποίοι προσλαμβάνονται με τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο 1/90.

 

Η θέση αυτή του Δικαστηρίου συνάδει με τις θέσεις που έθεσε το ΔΕΕ στο ερώτημα αν συνιστά δυσμενή διάκριση, βάσει της ρήτρας 4 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, ρύθμιση του δημοσιοϋπαλ­ληλικού κώδικα κράτους μέλους, κατά την οποία η απόλυση για πειθαρχικούς λόγους μόνιμου εργαζομένου που απασχολείται στη δημόσια διοίκηση συνε­πάγεται πάντα την επαναπρόσληψη του, εφόσον αυτή κριθεί παράνομη, ενώ αν πρόκειται για εργαζόμενο ορισμένου χρόνου που ασκεί τα ίδια καθήκοντα με τον μόνιμο εργαζόμενο παρέχεται η δυνατότητα, αντί της επαναπρό-σληψης του, να του καταβληθεί αποζημίωση. Κατά το Δικαστήριο (ΔΕΕ 25.7.2018, C-96/17, Vernaza Ayovi) η διαφορε­τική μεταχείριση δικαιολογείται λόγω του τρόπου πρόσληψης του μόνιμου προσωπικού και του ιδιαίτερου πλαισίου εντός του οποίου πραγματοποιείται η πρόσληψη της ως άνω κατηγορίας εργαζομένων, στοιχεία τα οποία ανάγονται στην αμεροληψία, στην αποτελεσματικότητα και την ανεξαρτησία της διοίκησης και προϋ­ποθέτουν κάποια εργασιακή μονιμότητα και σταθερότητα. Επομένως, η αυ­τοδίκαιη επαναπρόσληψη των μονίμων εργαζομένων εντάσσεται σε πλαίσιο διαφορετικό, από πραγματική και νομική άποψη, από εκείνο στο οποίο τε­λούν οι μη μόνιμοι εργαζόμενοι, γεγονός που δικαιολογεί τη διαφορε-τική με­ταχείριση.

 

Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην πιο πάνω απόφαση του, αποδέχθηκε τις εισηγήσεις της Ισπανικής Κυβέρνησης, η οποία, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι η παραμονή στα οικεία καθήκοντα συνιστά επιταγή απορρέουσα από την επιτυχία σε διαγωνισμό για πρόσβαση σε θέσεις της δημόσιας διοίκησης και ότι η επιτυχία σε ένα τέτοιο διαγωνισμό δικαιολογεί την παροχή περισσοτέρων εγγυήσεων στους μόνιμους εργαζόμενους, όπως το δικαίωμα παραμονής στη θέση εργασίας, από ότι στους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου ή στους μη μόνιμους εργαζόμενους αόριστου χρόνου (σκ.43 της πιο πάνω απόφασης).

 

Με τον ίδιο παρεμφερή τρόπο ο κύπριος νομοθέτης, με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο (Ν.1/90), συνέδεσε το δικαίωμα σε «θέση προαγωγής» και «θέση διατμηματικής προαγωγής» με την εργασιακή μονιμότητα και σταθερότητα του δημόσιου υπάλληλου. Δεν παρέλειψε ωστόσο να προσδώσει στους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου τη δυνατότητα μισθολογικής ανέλιξης εντός συνδυασμένων κλιμά-κων, όπως ανελίσσονται μισθολογικά και οι δημόσιοι υπάλληλοι με τη συμπλήρωση ετών υπηρεσίας. Ειδικότερα, με το άρθρο 13 του Ν.70(Ι)/2016, αναγνώρισε στους εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου το δικαίωμα ένταξης σε εναλλάξιμες κατηγορίες με βάση το μισθοδοτικό τους επίπεδο. Στην περίπτωση του Αιτητή, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα Λειτουργού Γραφείου Επιτρόπου Διοικήσεως (συνδεδεμένες μισθολογικές κλίμακες Α8-Α10), η ευρύτερη κατηγορία στην οποία εντάσσεται με βάση το μισθοδοτικό του επίπεδο είναι «(στ) Εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου , Κλ. Α8, Α10 και Α11»).   

 

Εξυπακούεται ότι για θέσεις πρώτου διορισμού και πρώτου διορισμού και προαγω-γής, δικαίωμα διεκδίκησης θέσης έχουν όλοι οι πολίτες της Δημοκρατίας που πληρούν τα απαιτούμενα από το Σχέδιο Υπηρεσίας προσόντα. Οι εργοδοτούμενοι αόριστου χρόνου, όπως και κάθε πολίτης της Δημοκρατίας δύνανται να διεκδικήσουν διορισμό σε μόνιμη θέση, η οποία θα τους παρέχει το δικαίωμα διεκδίκησης προαγω-γής σε «θέση προαγωγής» και «θέση διατμηματικής προαγωγής» που με βάση τον Ν.1/90 μπορούν να διεκδικήσουν μόνο δημόσιοι υπάλληλοι με βάση κριτήρια που καθορίζονται στον Ν.2(Ι)/2022. Η προϋπηρεσία εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου, σε περίπτωση διεκδίκησης μόνιμης θέσης, λαμβάνεται υπόψη ως ξεχωριστό κριτή-ριο. Το κριτήριο της αρχαιότητας που αφορά μόνο τους δημόσιους υπαλλήλους, με τα νέα κριτήρια πλήρωσης θέσεων προαγωγής που τέθηκαν σε ισχύ από 1.1.2024, αντικαθίσταται με το κριτήριο της πείρας.    

 

Παρέχοντας, λοιπόν, ο κύπριος νομοθέτης τη δυνατότητα ενδοϋπηρεσιακής προαγω-γής αποκλειστικά στους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους, δεν παρέλειψε ωστόσο να προσδώσει στο εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου τη δυνατότητα μισθολογικής ανέλι-ξης με την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας του και την ένταξη του σε εναλλάξιμες κατηγορίες με βάση το μισθολογικό του επίπεδο. Περαιτέρω με την αναγνώριση της προϋπηρεσίας του και την αντικατάσταση του κριτηρίου της αρχαιότητας με το κριτήριο της πείρας, έδωσε τη δυνατότητα στον εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου να διεκδικήσει θέση διορισμού σε οργανική θέση και να επιδιώξει την ανέλιξη του σε «θέση προαγωγής», και «θέση διατμηματικής προαγωγής».

 

Η προαγωγή ως μέτρο εξέλιξης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας δεν συνδέεται αποκλειστικά με τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου προϋπηρεσίας. Καθοριστι-κής σημασίας για την παροχή δυνατότητα προαγωγής και διατμηματικής προαγωγής αποτελούν τα εγγενή χαρακτηριστικά της ιδιότητας του δημόσιου υπαλλήλου λόγω του τρόπου και του πλαισίου εντός του οποίου πραγματοποιείται η πρόσληψη του, στοιχεία που προϋποθέτουν κάποια εργασιακή μονιμότητα και σταθερότητα, λόγω και του διαφορετικού νομικού και πραγματικού πλαισίου εργοδότησης του απ’ ότι οι μη μόνιμοι υπάλληλοι. Τηρουμένης λοιπόν της αρχής της αναλογικότητας, η παροχή ενός τέτοιου δικαιώματος στους εργοδοτούμενους ορισμένου χρόνου θα αποτελούσε αντικειμενικό λόγο για αποτροπή αντίστροφων δυσμενών διακρίσεων σε βάρος των μόνιμων δημόσιων υπαλλήλων που έχουν προσληφθεί κατόπιν επιτυχίας τους σε γενικό διαγωνισμό.

 

Ως επακόλουθο, κρίνουμε ότι το ζήτημα της προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων εντάσσεται σε πλαίσιο σαφώς διαφορετικό, από νομικής και πραγματικής απόψεως, από εκείνο που τελούν οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου στο δημόσιο και ότι βάσει ουσιαστικών αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων δικαιολογείται η κατ’ ισχυρισμό άνιση μεταχείριση.

 

Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μας, λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση την κείμενη νομοθεσία, «θέση προαγωγής» σημαίνει θέση η οποία ορίζεται ως τέτοια από το οικείο σχέδιο υπηρεσίας, στην οποία μπορούν να προαχθούν υπάλληλοι που υπηρετούν στην αμέσως κατώτερη τάξη ή θέση του συγκεκριμένου κλάδου ή υποδιαίρεσης της δημόσιας υπηρεσίας ανάλογα με την περίπτωση, εν προκειμένω διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι από την κατώτερη θέση την οποία κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, του παρείχετο δικαίωμα προαγω-γής, ή ότι υπέβαλε αίτηση για συγκεκριμένη θέση προαγωγής η οποία απορρίφθηκε λόγω του καθεστώτος εργοδότησης του. Πολύ περισσότερο με βάση την ισχνή μαρτυρία που ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κατάφερε να καταδεί-ξει με οποιοδήποτε τρόπο ότι από την κατώτερη θέση την οποία κατείχε μπορούσε να ανελιχθεί σε βαθμίδα που ξεφεύγει του πλαισίου του άρθρου 13 του Ν.70(Ι)/2016 με το οποίο του παρέχεται δικαίωμα ένταξης σε εναλλάξιμες κατηγορίες με βάση το μισθολογικό του επίπεδο. Πρόσθετα δεν κατάφερε να καταδείξει ότι ένα τέτοιο δικαίωμα παρείχετο στον αντίστοιχο με αυτόν μόνιμο δημόσιο υπάλληλο, από την κατώτερη θέση την οποία κατείχε και δεν παρείχετο στον ίδιο.

 

Για όλα τα πιο πάνω δεν βρίσκουμε να υπήρξε παράβαση της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας – πλαισίου και του άρθρου 5 του Ν.98(Ι)/2003, σε σχέση με το ζήτημα της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας και αρχαιότητας του Αιτητή για σκοπούς προαγωγής. Ως επακόλουθο δεν βρίσκουμε να υπήρξε παράβαση ούτε και σε σχέση με το ζήτημα της αξιολόγηση το οποίο επίσης συνδέεται με την υπηρεσιακή ανέλιξη.

 

Όσον αφορά τις έννομες συνέπειες και ειδικότερα τις κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν για την περίπτωση της παράβασης της απαγόρευσης των διακρίσεων, σημειώνουμε τα ακόλουθα:

 

Η Οδηγία δεν προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις για την περίπτωση της παράβασης της απαγόρευσης των διακρίσεων. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, «η Οδηγία 1999/70 και η συμφωνία - πλαίσιο δεν ορίζουν ποια εθνικά όργανα είναι αρμόδια για τη διασφάλιση της εφαρμογής τους, ούτε προσδιορίζουν τις δικονομικές λεπτομέρειες προσφυγής στη δικαιοσύνη προς κατοχύρωση αυτής της εφαρμογής» (ΔΕΚ 15.4.2008, C-268/06 Impact σκ.44). Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής των διατάξεων αυτών αφήνεται στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, τα οποία θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε οι παραβιάσεις του ευρωπαϊκού δικαίου να τιμωρούνται υπό ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις ανάλογες προς εκείνες που ισχύουν για παραβάσεις παρεμφερούς φύσεως και σημασίας του εθνικού δικαίου και που προσδίδουν στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα (αρχή της αποτελεσματικότητας). Επιβάλλεται δηλαδή σε κάθε περίπτωση στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο που να εγγυάται την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού δικαίου (ΔΕΕ 23.4.2009, C-378/07, Angelidaki, σκ. 174 και Impact (ανωτέρω) σκ.46).

 

Στη ρήτρα 4 της συμφωνίας – πλαισίου, πέραν της γενικής πρόβλεψης, με βάση την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν «να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να διασφαλίσουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η οδηγία», δεν έχει προβλεφθεί καμία ειδικότερη έννομη συνέπεια. Επίσης και στις διατάξεις που μεταφέρθηκε η ρήτρα 4 στην ελληνική και κυπριακή έννομη τάξη δεν έχει προβλεφθεί καμία απολύτως αστική έννομη συνέπεια. 

 

Σε γενικές γραμμές οι έννομες συνέπειες από την παράβαση της ρήτρας 4 συνίστα-νται στην επέκταση των κάθε φορά ευνοϊκών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται για τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου και στους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου, στην αναγνώριση των ιδίων δικαιωμάτων, στην επέκταση των ιδίων παροχών κλπ. Κατά κανόνα δηλαδή το ζήτημα του εντοπισμού των εννόμων συνεπειών δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου αποκλείστηκαν, κατά παράβαση της απαγόρευσης διακρίσεων, από μια παροχή που χορηγείται στους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, τότε οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου αποκτούν αξίωση να λάβουν την παροχή αυτή, εφαρμοζόμενης και της αρχής pro rata temporis, όπου αυτό επιβάλλεται. Εφαρμόζεται δηλαδή και εδώ η συνέπεια που το Δικαστήριο συνδέει με την παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών (προσαρμογή προς τα άνω) και γενικό-τερα με την απαγόρευση διακρίσεων. Την προσαρμογή προς τα άνω φαίνεται το Δικαστήριο να θεωρεί ως μια δυνατή συνέπεια (ΔΕΚ 13.9.2007, C-307/05, Del Cerro Alonso, σκ.48).

 

Οι «κυρώσεις» αυτές είναι επιβεβλημένες καθώς στις διατάξεις με τις οποίες μετα-φέρθηκε στην ελληνική και στην κυπριακή έννομη τάξη η Οδηγία και η συμφωνία – πλαίσιο δεν προβλέφθηκε καμία άλλη ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις του ευρω-παϊκού δικαίου έννομη συνέπεια. Δεν προβλέφθηκε ως εναλλακτική «κύρωση» η - ανεξαρτήτως υπαιτιότητας – καταβολή  αποζημίωσης για τυχόν ζημιά που υπέστη ο εργαζόμενος ορισμένου χρόνου από την εις βάρος του παράβαση της απαγόρευσης των διακρίσεων. Και αυτό ελλείψει ειδικότερων διατάξεων που να προβλέπουν αντικειμενική ευθύνη, όπως απαιτεί η αρχή της αποτελεσματικότητας, ώστε οι κυρώσεις να είναι πράγματι αποτελεσματικές και αποτρεπτικές. Και ενώ θεωρείται αμφίβολο εάν οι συνέπειες που ορίζει το εσωτερικό δίκαιο ανταποκρίνονται στις επιταγές της αποτελεσματικότητας, ωστόσο, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα, μια διαμορφωμένη νομολογία του ΔΕΕ ως προς το είδος των κυρώσεων για μια τέτοια παράβαση.[1]

 

Συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου, η κύρωση που μπορεί να επιβληθεί για τη παράβαση της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου και άρθρο 5 του Ν.98(Ι)/2003, είναι η αναγνώριση της δυσμενούς διάκρισης που δέχεται ο Αιτητής ως προς τα συντα-ξιοδοτικά του ωφελήματα που αφορούν την περίοδο από 3.1.2005 έως 31.12.2012, τα οποία, ενώ για τους μόνιμους υπάλληλους που είχαν προσληφθεί πριν την 1.10.2011 και παρέμεναν στην υπηρεσία κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, υπολογίζονται με βάση τον τελευταίο μισθό κατά την αφυπηρέτηση τους, εν τούτοις στη δική του περίπτωση, υπολογίζονται με βάση τον μέσο μισθό καριέρας που είναι περίπου κατά 40% χαμηλότερος.

 

Μισθολογικές Αποκοπές

 

Ο Αιτητής ισχυρίζεται περαιτέρω ότι από την 1.12.2012 και μέχρι τις 31.12.2022, το Κράτος έχει αποκόψει και ή μειώσει τις μισθολογικές απολαβές του δυνάμει των προνοιών του περί της Μείωσης των Απολαβών και των Συντάξεων των Αξιωμα-τούχων, Εργοδοτουμένων και Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Τομέα Νόμο του 2012 (Ν.168(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα αλλά όχι περιοριστικά του άρθρου 3 του πιο πάνω Νόμου. Ισχυρίζεται ότι η αποκοπή και/ή μείωση των απολαβών του δυνάμει της ψήφισης ή/και των προνοιών ή/και της εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου είναι αντισυνταγματική ή/και παράνομη ή/και αδικαιολόγητη ή/και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικό-τητας ή/και συνιστά υπέρμετρα ετεροβαρή διάκριση ή/και συνιστά παράνομη μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας του ή/και παραβιάζει το Άρθρο 28 του Συντάγματος ή/και το Άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») ή/και το Άρθρο 20 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και το Άρθρο 24 ή/και το Άρθρο 23 του Συντάγματος ή/και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, καθώς και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 3 της Συνθήκης της ΕΕ) ή/και το Άρθρο 26 του Συντάγματος ή/και αριθμό διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 95 (περί Προστασίας των Μισθών) καθώς και τα άρθρα 6 και 10 των περί Προστασίας των Μισθών Νόμων του 2007 έως 2012.

 

Με την τελική αγόρευση του, ο Αιτητής εισηγήθηκε ότι ο Ν.168(Ι)/2012, προσκρούει και/ή παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος και την προστατευόμενη με αυτό «ελευθερία του συμβάλλεσθαι». Και τούτο διότι το Κράτος ενήργησε μονομερώς μεταβάλλοντας τη μεταξύ τους συμβατική σχέση εργασίας και δη το ύψος του μισθού του χωρίς τη συναίνεση του.  

 

Ο τρόπος ρύθμισης των μισθολογικών αποκοπών τόσο με τον αρχικό νόμο όσο και με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, αναγράφεται εκτενώς στην απόφαση της Ολομέλειας Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α., Εφέσεις Αρ. 177/18, 75/19, 76/19, 77/19, 79/19, 80/19, 84/19 και 85/19, ημερομηνίας 10.4.2020 από όπου και το σχετικό απόσπασμα:

 

«Ακολούθως, το 2012, υπό τις ίδιες συνθήκες ακραίας οικονομικής κρίσης το κράτος προχώρησε σε μείωση των απολαβών και συντάξεων των αξιωματούχων, εργοδοτου-μένων και συνταξιούχων της δημόσιας υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ν. 168(Ι)/2012).

 

Πιο αναλυτικά και αρχίζοντας από το ζήτημα της μείωσης των μισθών και συντάξεων.

 

Μείωση μισθών και συντάξεων (Ν. 168(Ι)/2012).

 

Προβλέφθηκε μείωση, από Δεκέμβριο 2012 των μισθών κλιμακωτά, υπό την έννοια της αύξησης του ποσοστού αποκοπής ανάλογα με το ύψος του μισθού.  Εν τέλει, προβλέφθηκε ο τερματισμός της μείωσης  των απολαβών και των συντάξεων με ισχύ από 1.1.2023. 

 

Στο προοίμιο του Νόμου αναγράφονται τα εξής:

 

«Επειδή κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα η Δημοκρατία διέρχεται δύσκολη οικονομική περίοδο και, προς αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης, καθίσταται αναγκαίο όπως περιορισθούν οι δαπάνες του δημόσιου τομέα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών και

 

Επειδή, για τον ανωτέρω σκοπό καθίσταται αναγκαίο, μεταξύ άλλων, να μειωθούν οι απολαβές και οι συντάξεις που καταβάλλονται σε αξιωματούχους, εργοδοτουμένους και συνταξιούχους της κρατικής υπηρεσίας, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης και των σχολικών εφορειών.»

 

 Οι μειώσεις ρυθμίστηκαν δια του άρθρου 3 το οποίο παρατίθεται  όπως ήταν αρχικά.  Στη συνέχεια παρατίθεται όπως τροποποιήθηκε αργότερα με τον Νόμο 31(Ι)/13 και ακολούθως όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 94(Ι)/18:

 

…….»

           

Στην πιο πάνω απόφαση παραπέμποντας το Δικαστήριο στην απόφαση Γ. Χαρα-λάμπους κ.α. ν Δημοκρατίας, συνεκδ. υποθ: 1480/2011 κ.α ημερ. 11.6.2014 ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Στην υπόθεση Χαραλάμπους, η οποία αναφέρεται στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, της ακραίας οικονομικής κρίσης που είχε να αντιμετωπίσει ο τόπος, παρατέθηκε εκτεταμένο ιστορικό, εξηγήθηκαν οι περιστάσεις και δόθηκαν λόγοι για τους οποίους, τα κρινόμενα μέτρα, θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσαν ανεπίτρεπτο περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος.  Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά ήταν το κρατικό μισθολόγιο και οι σοβαροί κίνδυνοι κατάρρευσης της οικονομίας.  Λήφθηκε υπόψιν ότι οι δαπάνες προσωπικού οι οποίες υπερέβαιναν τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως ήταν οι μεγαλύτερες του δημόσιου τομέα και ότι η λήψη μέτρων ήταν αναγκαία εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης του χρηματο-οικονομικού συστήματος με συνακόλουθο ενδεχόμενο τον κλονισμό των θεμελίων του κοινωνικού ιστού. 

 

Οι διαπιστώσεις αυτές, αναγνωρισθείσες δικαστικά στο ανώτατο επίπεδο, είναι δεδομέ-νες.  Υιοθετούμε το ιστορικό και την αιτιολογία που παρατέθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους, για να τεθεί το δικαιολογητικό υπόβαθρο της αδήριτης ανάγκης, εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης της οικονομίας και του κλονισμού των θεμελίων του κοινωνικού ιστού, για λήψη των απαιτούμενων μέτρων, στο βαθμό βεβαίως που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του πολίτη και θα λαμβάνονταν με σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας, της αναλογικής ισότητας και της ορθολογιστικής στάθμισης συγκρουόμενων, θεμιτών, συμφερόντων.

 

 Σε αυτά τα πλαίσια, όπως και στην υπόθεση Χαραλάμπους, λαμβάνουμε υπόψιν το κλιμακωτό της μείωσης μισθών και συντάξεων με αναλογικά ίσο τρόπο, ώστε η επιβάρυνση να είναι ανάλογη με τα εισοδήματα και μηδενική έως χαμηλή στα χαμηλά εισοδήματα.  Λαμβάνουμε επίσης σοβαρά υπόψιν το έκτακτο του μέτρου.  Είναι σημαντικό, κατά την κρίση μας, ότι οι αποκοπές βαίνουν μειούμενες από το 2019 και εντεύθεν, με πλήρη τερματισμό τους από 1.1.2023. 

 

………..»

 

Το Άρθρο 26 του Συντάγματος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«1. Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλ-λεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν.

 

Νόμος δύναται να ρυθμίση τας συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, υποχρεωτικώς εφαρμο-ζομένας υπό των εργοδοτών και των εργαζομένων, προστατευομένων επαρκώς των δικαιωμάτων οιουδήποτε ατόμου αδιακρίτως της αντιπροσωπεύσεως τούτου κατά την σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως.»

 

Από το γράμμα του Άρθρου 26 αβίαστα προκύπτει ότι το προστατευόμενο δικαίωμα είναι η σύναψη σύμβασης και όχι τα προκύπτοντα δυνάμει αυτής δικαιώματα. Ειδι-κότερα, το Άρθρο 26 προστατεύει το δικαίωμα κάθε πολίτη να μπορεί να συνάπτει μια σύμβαση ελεύθερα, και όχι τα δικαιώματα που δημιουργούνται εκ των υστέρων δυνάμει της σύμβασης αυτής.

 

Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Κ. Παρασκευά, «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο»:

 

«Σύμφωνα με το Άρθρο 26 του Συντάγματος το κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα να συμβληθεί. Η ελευθερία των συμβάσεων αναλύεται σε ελευθερία σύναψης ή μη της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου και ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της. Έτσι, έχει νομολογηθεί ότι η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμ-βάνει (α) την επιλογή του αντισυμβαλλόμενου (β) την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, (γ) τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας, καθώς και (δ) την καταγγελία της σύμβασης.»

 

Η «ελευθερία του συμβάλλεσθαι» υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων, η δε ρυθμι-στική επέμβαση του κράτους δεν αποκλείει τον κοινό νομοθέτη να θέτει τέτοιους περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος (βλ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/2017, ημερ. 05.02.2018). Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», έχει αναγνωριστεί πλέον ότι περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η ελευθερία του συμβάλλεσθαι υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβά-σεων και η ρυθμιστική επέμβαση του κράτους δεν αποκλείει τον κοινό νομοθέτη να θέτει τέτοιους περιορισμούς για λόγους δημοσίου συμφέροντος, (Alpha Omega Evangelical Educational Foundation Ltd ν. Κ.Δ. (Αρ. 1) (1990) 3 Α.Α.Δ. 286)».

 

Ο ίδιος ισχυρισμός περί παράβασης του Άρθρου 26 του Συντάγματος έχει εξεταστεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Γ. Χαραλάμπους (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως –

 

Άρθρο 26 του Συντάγματος

 

Ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης εγείρεται από τους Αιτητές στην προσφυγή 1591/11.  Όπως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορός τους, ο μισθός αποτελεί θεμελιώδη όρο της σύμβασης εργοδότη-εργοδοτούμενου.

 

Περαιτέρω ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση η δια νόμου μονομερής επέμβαση στο μισθό, παραβιάζει όχι μόνο τη συμβατική σχέση όπως ελεύθερα συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο μερών, αλλά δημιουργεί και συνθήκες αβεβαιότητας στον εργοδοτούμενο.

 

[...]

 

Δεν έχουμε πειστεί ότι υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος.  Η θέσπιση Νόμου για την αποκοπή έκτακτης εισφοράς από τους μισθούς και συντάξεις, εντάσσεται στην ευρεία εξουσία του κράτους να λάβει τέτοια μέτρα για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται ή παραβιάζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 26.  Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε από την πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Chimonides v. Manglis (1967) 1 CLR 125, «το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος είναι το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης και επομένως δεν καλύπτει και τα δικαιώματα που δημιουργούνται, δυνάμει της σύμβασης».

 

Της εν λόγω αποφάσεως ακολούθησε η απόφαση  στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/2014 ημερ. 30.10.2014 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην πολύ πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις 1480/2011 κ.α., Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014, σε σχέση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος έγινε, παρεμφερώς, αναφορά στην απόφαση της πλειοψηφίας, στην Chimonides (ανωτέρω), χωρίς όμως, το δικαστήριο, να ενδιατρίψει στη νομολογία που ακολούθησε επί του θέματος, αναφορικά με την εμβέλεια της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26, εφόσον μια τέτοια έρευνα δεν ήταν απαραίτητη για τους σκοπούς εκείνης της απόφασης».    

 

Καθώς αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις, η όποια συμβατική σχέση μεταξύ του εκάστοτε αιτητή και Καθ’ ου η Αίτηση, επηρεάσθηκε μέσω της επίδικης νομοθεσίας, με τρόπο απολύτως δικαιολογημένο και επιτρεπτό, κατ' επίκληση του δημοσίου συμφέροντος.

 

Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και στην απόφαση Αυγουστή κ.α. (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

«Στην υπόθεση Χαραλάμπους, η οποία αναφέρεται στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, της ακραίας οικονομικής κρίσης που είχε να αντιμετωπίσει ο τόπος, παρατέθηκε εκτεταμένο ιστορικό, εξηγήθηκαν οι περιστάσεις και δόθηκαν λόγοι για τους οποίους, τα κρινόμενα μέτρα, θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσαν ανεπίτρεπτο περιορισμό περιουσιακού δικαι-ώματος. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στα δημόσια οικονομικά ήταν το κρατικό μισθολόγιο και οι σοβαροί κίνδυνοι κατάρρευσης της οικονο-μίας. Λήφθηκε υπόψιν ότι οι δαπάνες προσωπικού οι οποίες υπερέβαιναν τα 2 δισεκα-τομμύρια ευρώ ετησίως ήταν οι μεγαλύτερες του δημόσιου τομέα και ότι η λήψη μέτρων ήταν αναγκαία εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με συνακόλουθο ενδεχόμενο τον κλονισμό των θεμελίων του κοινωνικού ιστού.

 

Οι διαπιστώσεις αυτές, αναγνωρισθείσες δικαστικά στο ανώτατο επίπεδο, είναι δεδομένες. Υιοθετούμε το ιστορικό και την αιτιολογία που παρατέθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους, για να τεθεί το δικαιολογητικό υπόβαθρο της αδήριτης ανάγκης, εν όψει των σοβαρών κινδύνων κατάρρευσης της οικονομίας και του κλονισμού των θεμελίων του κοινωνικού ιστού, για λήψη των απαιτούμενων μέτρων, στο βαθμό βεβαίως που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του πολίτη και θα λαμβάνονταν με σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας, της αναλογικής ισότητας και της ορθολογιστικής στάθμισης συγκρουόμενων, θεμιτών, συμφερόντων.

 

Σε αυτά τα πλαίσια, όπως και στην υπόθεση Χαραλάμπους, λαμβάνουμε υπόψιν το κλιμακωτό της μείωσης μισθών και συντάξεων, με αναλογικά ίσο τρόπο, ώστε η επιβάρυνση να είναι ανάλογη με τα εισοδήματα και μηδενική έως χαμηλή στα χαμηλά εισοδήματα. Λαμβάνουμε επίσης σοβαρά υπόψιν το έκτακτο του μέτρου. Είναι σημα-ντικό, κατά την κρίση μας, ότι οι αποκοπές βαίνουν μειούμενες από το 2019 και εντεύθεν, με πλήρη τερματισμό τους από 1.1.2023».

 

Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες καλύπτουν τους πανομοιότυπους ισχυρισμούς του Αιτητή, δεν τίθεται θέμα παρέκκλισης ή διαφορετικής προσέγγισης από την απόρριψη των αξιώσεων.

 

Έχοντας υπόψη την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο κάθε νόμος φέρει το τεκμήριο συνταγματικότητας και καμία συνταγματική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός σε μία σαφή υπόθεση ή όταν είναι αντισυνταγματική πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας [βλ. The Board for the Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides (1966) 3 CLR 540, Γ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω)], κρίνουμε ότι ο λόγος που επικαλείται ο Αιτητής ότι δηλαδή το άρθρο 3 του Ν.168(Ι)/2012 προσκρούει και/ή παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος και δη την «ελευθερία του συμβάλλεσθαι» δεν έχει αποδειχθεί και απορρίπτεται. 

 

Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/2002, και που αναφέρονται στο χρονικό πλαίσιο υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε σε αντίθετο αποτέλεσμα, αφετηρία για τα οποιαδήποτε δικαιώματα του Αιτητή και δη επιστροφή αποκοπέντων μισθών θα ήταν η 6.11.2017 ήτοι ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ενόψει όμως της κατάληξης του Δικαστηρίου ο Αιτητής δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία.

 

Κατάληξη

 

Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η δυσμενής διάκριση που υφίσταται ο Αιτητής, κατά παράβαση της ρήτρας 4, σημείο 1 της συμ-φωνίας πλαισίου και του άρθρου 5 του Ν.98(Ι)/2003, ως προς τα συνταξιοδοτικά του ωφελήματα που αφορούν την περίοδο από 3.1.2005 έως 31.12.2012, τα οποία, ενώ για τους μόνιμους υπάλληλους που είχαν προσληφθεί πριν την 1.10.2011 και παρέμεναν στην υπηρεσία κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, υπολογίζονται με βάση τον τελευταίο μισθό κατά την αφυπηρέτηση τους, στη δική του περίπτωση, υπολογίζονται με βάση τον μέσο μισθό καριέρας που είναι περίπου κατά 40% χαμηλότερος.

 

Οι υπόλοιπες αξιώσεις απορρίπτονται. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, κρίνουμε σωστό να μην εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

                                          (υπ)………………..……...………………………

                                       Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος

Α. Λάμπρου, Μέλος                                         

                                                                        Μ. Μιχαήλ, Μέλος

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

                                                              

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Βλ. Φ. Δερμιτζάκη, σελ. 100 επ και Δ. Ζερδελής, σελ. 414.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο