Μάρω Γιασεμίδου Τοχνίτου, Αρ. Αίτησης: 188/23, 17/11/2025
print
Τίτλος:
Μάρω Γιασεμίδου Τοχνίτου, Αρ. Αίτησης: 188/23, 17/11/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή.

                   Ντ. Ντεμερτζιάν    )

                   Μ. Κούκου            )  Μελών

                                                                                                              Αρ. Αίτησης: 188/23

Μεταξύ:

                                         Κυριάκου Μιχαήλ

                                                                                                             Αιτητή

                                                    και

 

Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσία Ασύλου

                                                                                             Καθ΄ ου η αίτηση

Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου, 2025

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή - Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Καλλής  

Για τον Καθ’ ου η αίτηση  - Αιτητή: κα. Χαραλάμπους  

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

          Με την παρούσα αίτηση επιζητείται ο παραμερισμός της απόφασης (set aside) που εκδόθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση - Αιτητή (στο εξής «ο Καθ’ ου η αίτηση») στην απουσία του στις 12/12/23.

 

          Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 9(3), 9(4), 11(1)(β),(2), 12(1),(3),(4), 13(1-6), 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού, Κ.1/99, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο, Ν.8/67, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5, Δ.17 Θ.2, Θ.10 και Θ.11, Δ.26 0.14, Δ.33 Θ.3 και Θ.5. Δ.39. Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8,9(h) και 11, Δ.57, Δ.64, στο άρθρο 30(1) του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, στο άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στο Άρθρο 30 και τις Αρχές της Διάκρισης Εξουσιών που απορρέουν από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως αυτή έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 39/62 και στην πρακτική, νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη δικογραφία του  φακέλου της υπόθεσης και στην Ένορκη Δήλωση της κ.Ησαΐα, η οποία εργάζεται στο Αρχείο Αγωγών.  Η κ.Ησαΐα ισχυρίστηκε ότι στις 10/6/24 αποστάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία από την Υπηρεσία Ασύλου ηλεκτρονικό μήνυμα στο πλαίσιο του οποίου επισυνάφθηκε αντίγραφο της απόφασης από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ημερ. 12/12/23 κατόπιν κοινοποίησης της υπό αναφορά απόφασης από τον Αιτητή προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου.  Η κ.Ησαΐα ισχυρίστηκε επιπλέον ότι μετά τη λήψη του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος ακολούθησε έρευνα στο Αρχείο Αγωγών για εντοπισμό της Αίτησης Εργατικών Διαφορών χωρίς αποτέλεσμα, ότι ως εκ τούτου η δικηγόρος στην οποία κοινοποιήθηκε το ηλεκτρονικό μήνυμα και εν τέλει ανατέθηκε o χειρισμός της υπόθεσης προχώρησε με σύνταξη επιστολής προς το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ημερ.11/6/24 για να γίνει αποδεκτό το αίτημά της για έρευνα στο φάκελο, ότι κατά την έρευνα εντοπίστηκε ότι η Αίτηση Εργατικών Διαφορών σύμφωνα με την ένορκο δήλωση επίδοσης επιδόθηκε την 26/7/23 στην υπεύθυνη του Αρχείου στην Υπηρεσία Ασύλου και ότι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση προχώρησε με ανταλλαγή αλληλογραφίας με την Υπηρεσία Ασύλου και το Υπουργείο Εσωτερικών για να τύχει της ανάλογης ενημέρωσης και παράλληλα ζητήθηκε και έκθεση γεγονότων για να μελετήσει το ενδεχόμενο καταχώρισης της υπό εκδίκαση αίτησης.  Περαιτέρω, η κ.Ησαΐα ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω δικηγόρος ενημερώθηκε την 26/6/24 ότι μέχρι σήμερα δεν εντοπίστηκε το υπό αναφορά επιδοθέν έγγραφο, ότι πιθανό να παρέπεσε και/ή να απωλέσθη, ότι μόλις λήφθηκαν τα γεγονότα ήτοι την 26/6/24 και μελετήθηκαν επιβεβαιώθηκε η ανάγκη καταχώρισης της υπό εκδίκαση αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει καθυστερήσει να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης.  Περαιτέρω, η κ.Ησαΐα ανέφερε ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν ενημερώθηκε για την εκκρεμούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς, ότι αυτό αποτελεί από μόνο του σοβαρό και καλό λόγο για να παραμεριστεί η παρούσα απόφαση και να δοθεί η ευκαιρία στον Καθ' ου η αίτηση ο οποίος έχει καλή υπεράσπιση να ακουσθεί στο Δικαστήριο και να καταχωρίσει Έγγραφο Εμφάνισης, ότι έπρεπε να γίνει η επίδοση στον Καθ’ ου η αίτηση και όχι στην Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν έγινε επίδοση με τον νενομισμένο τρόπο καθότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς δεν επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση με αποτέλεσμα να μην εμφανιστεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου εφόσον δεν έλαβε γνώση της καταχώρισης και ότι η επίδοση που έγινε σε λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επίδοση στον Καθ' ου η αίτηση με αποτέλεσμα η έκδοση απόφασης ερήμην του Καθ’ ου η αίτηση να έγινε παράτυπα και κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.  Η κ.Ησαΐα ανέφερε επίσης ότι από τη στιγμή που δεν έγινε επίδοση στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τίθεται θέμα κακής επίδοσης, ότι ως εκ τούτου το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ως χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae) να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας.  Σε σχέση με την ύπαρξη υπεράσπισης η κ.Ησαΐα ανέφερε ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας των γεγονότων καθότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι για τη μη μετατροπή της σύμβασής του σε αορίστου χρόνου, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η ιδιαιτερότητα των υπό αναφορά συμβάσεων ήτοι ότι ο Αιτητής υπέγραψε ανεπιφύλακτα συμβάσεις ορισμένου χρόνου για έργα τακτής προθεσμίας με την ολοκλήρωση των οποίων παύει και η ανάγκη πρόσληψής του και ήτοι ότι υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι με βάση το Νόμο 98(1)/03 για μη μετατροπή της απασχόλησής του σε αορίστου χρόνου καθότι δεν παρασχέθηκαν ενώπιον του τα αναγκαία στοιχεία από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση στον οποίο και δεν επιδόθηκε δεόντως η Αίτηση για να έχει το δικαίωμα να ακουστεί. 

 

Η αντίθετη θέση προβάλλεται μέσα από την ένσταση και τη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Αιτητή.  Στην ειδοποίηση ένστασης αναφέρονται οι εξής λόγοι ένστασης:

 

1.     Οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν το σωστό πρόσωπο που έπρεπε να περιληφθεί ως Καθ' ων η Αίτηση και να τον επιδοθεί η κυρίως Αίτηση Εργατικής Διαφοράς και/ή είναι ο σωστός διάδικος, εφόσον είναι ο εργοδότης του Αιτητή.

 

  1. Η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς επιδόθηκε ορθά και/ή νομότυπα και/ή σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς στην αρμόδια Υπηρεσία και οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν δεόντως γνώση και/ή είχαν πράγματι γνώση και/ή όφειλαν να έχουν γνώση της εναντίον της καταχωρηθείσας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς.

 

  1. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έδωσαν κανένα ικανοποιητικό και/ή σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση για μη έγκαιρη καταχώρηση τον σημειώματος εμφάνισης, παρόλο που η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς τους επιδόθηκε δεόντως και νομότυπα στις 26/7/2023.

 

  1. Ο Αιτητής ακολούθησε πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης σύμφωνα με τη νομολογία και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.

 

  1. Οι Καθ' ων η Αίτηση με την επίδοση της παρούσας Αίτησης Εργατικής Διαφοράς είχαν όλα τα στοιχεία στην κατοχή τούς και επέλεξαν να μην εμφανιστούν στη διαδικασία και ενεργώντας κακόβούλα και/ή κακόπιστα προχωρούν στην επίδικη αίτηση.

 

  1. Η τταρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court) και καταφρόνηση του Δικαστηρίου, εφόσον οι Καθ' ων η Αίτηση χρησιμοποιούν επανειλημμένα τις ίδιες ανυπόστατες δικαιολογίες και/ή προφάσεις και/ή επεξηγήσεις σε διάφορες υποθέσεις για να δικαιολογήσουν τη μη έγκαιρη εμφάνιση τούς στη δικαστική διαδικασία.

 

  1. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν αποκαλύψει και/ή στοιχειοθετήσει και/ή θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση.

 

  1. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης όσον αφορά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς και η παρούσα αίτηση γίνεται με σκοπό την παρακώλυση της εκτέλεσης της εκδοθείσας Απόφασης.

 

  1. Οι Καθ' ων η Αίτηση επέδειξαν αδικαιολόγητη αδιαφορία για την παρούσα υπόθεση, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Αιτητή.

 

  1. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, παραλείποντας να αναφέρουν ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι άμεσα σχετικά με την εξέταση της υπό εκδίκασης Αίτησης.

 

  1. Δεν πληρούνται οι. απαιτούμενες προϋποθέσεις για παραμερισμό της εκδοθείσας δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 12/12/2023.

 

  1. Ουδείς αντικειμενικός λόγος υφίσταται για την μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας τον Αιτητή σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου απόφαση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και για επανάνοιγμα της υπόθεσης θα ήτο αλυσιτελής.

 

  1. H ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού είναι αναρμόδιο και! ή ακατάλληλο πρόσωπο και/ ή εν πάση περιπτώση δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και/ ή δεν είναι σε θέση να αναφερθεί πρωτογενώς σε λεπτομέρειες πού άπτονται της ουσίας της διαφοράς, ενόψει του ότι είναι γραμματειακή λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία.

 

  1. Τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα ως σημεία Υπεράσπισης είναι παντελώς αβάσιμα και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ ή εν πάση περίπτωση είναι παντελώς άσχετα με την ουσία της διαφοράς.

 

  1. Το αιτούμενο διάταγμα θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης για να απωλέσει ο Καθ' ου η Αίτηση κάτι που δικαιωματικά δικαιούται βάση Νομοθεσίας και Νομολογίας.

 

  1. Ή παρούσα αίτηση αποτελεί εκ των υστέρων προσπάθεια των Καθ' ων η Αίτηση να δικαιολογήσουν την έλλειψης ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων τους προς τον Αιτητή.

  2. Η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη.

 

  1. Με τις αιτούμενες θεραπείες, οι Καθ' ων η Αίτηση επιδιώκουν να λάβουν αθέμιτο δικονομικό πλεονέκτημα και/ή να αποφύγουν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους.

 

  1. Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρεται και/ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα εφόσον δεν αποκαλύπτει την αλληλογραφία που υπήρξε με την Υπηρεσία Ασύλου.

 

  1. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείριση) Νόμο Ν. 98(Ι)12003 δεν τυγχάνει εφαρμογής και εφαρμογής τυγχάνει ο περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμος τον 2016 (70(Ι)/2016) δυνάμει του οποίον έγινε η πρόσληψη του αττητή».

 

Η ακρόαση της παρούσας αίτησης προχώρησε με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. 

 

Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους.

 

Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ΄ αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με βάση τον Κανονισμό 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει αποφάσεις οι οποίες εξεδόθηκαν ερήμην.  Γνώμονα άσκησης της εξουσίας αυτής αποτελεί η ανάγκη να εξισορροπηθούν αφ’ ενός το δικαίωμα κάθε διάδικου να ακουσθεί και αφ’ ετέρου η ανάγκη προόδου και αποπεράτωσης της δίκης.  Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους εφόσον το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. 

 

Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεως παραμερισμού απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης έχουν εκτεθεί επανειλημμένα σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  (Βλ. Phylactou a.o. v. Michael (1982) 1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd. v. Γεωργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (1997) 1B Α.Α.Δ. 941, Σκάρος v. Χριστοδούλου κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 291, Λουκαϊδου v. Γερολέμου (2000) 1Α Α.Α.Δ. 333, Γιωργαλλίδης v. Ταπελλ. Κώστα Παύλου & Σία Λτδ (2000) 1Β Α.Α.Δ. 1101, Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ» Λτδ v. Φαντάκη (2001) 1Α Α.Α.Δ. 339, Bush κ.α. v. Γιαννή (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1342, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου (2003) 1Β Α.Α.Δ. 1101, Ευσταθίου κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2003) 1Β Α.Α.Δ. 1007, Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2005) 1Α Α.Α.Δ. 229, Τεγκεράκης v. Δήμου Λευκωσίας (2005) 1Α Α.Α.Δ. 289, Siberia Air v. Πούλλικα (2005) 1Β Α.Α.Δ. 893, Zehil v. Roberts (2009) 1A Α.Α.Δ. 678 και Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (2012) 1A A.A.Δ. 647).  Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξηγούνται λεπτομερώς στην απόφαση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), στη σελ. 210.  Σε μετάφραση όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Milouca v. Κούρτη (ανωτέρω) αυτές έχουν ως εξής:

 

«Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης:  Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων.  Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη.  Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας.  Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης – (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market (1977) 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)).

Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να κουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.  Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης.  Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση».

 

Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Siberia Air (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 897:

 

«Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.  Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του.  Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης.  Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης.  Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό».

 

Στην υπόθεση Τσεσμελόγλου v. Σοφοκλέους (2013) 1Α Α.Α.Δ. 64 αναφέρθηκε ότι:

 

«Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης.  Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του».

 

Στην υπόθεση Eurocypria Airlines (υπό εκκαθάριση) μέσω του εκκαθαριστή αυτής  .... ν. Χριστοφορίδου, Π. Ε. 438/12, ημερ. 8/6/18, ECLI:CY:AD:2018:A281,  λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«Κατά πάγια νομολογία επέμβαση του Εφετείου στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, προσδιοριστικής του αυτεξούσιου της δικαστικής κρίσης, δικαιολογείται στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η άσκηση της (α) έγινε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, (β) οδηγεί σε πασιφανή αδικία και (γ) είναι προϊόν πλάνης ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων ή μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (βλ. Λυσιώτης (ανωτέρω), APL Alexander Promotions Ltd v. Gerlington Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Ε40/15 ημερ. 31.1.18 και Chr. Petrides Tradelings Ltd v. Πετρίδου, Πολ. Εφ. 201/12 ημερ. 7.2.18 που παραπέμπουν στη σχετική επί του θέματος προηγούμενη νομολογία).

 

…………………. Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι επέδειξαν αδιαφορία για την πορεία της υπόθεσης τους και τη δικαστική διαδικασία δικαιολογείται πλήρως ως αποτέλεσμα της εν τέλει μη εμφάνισής τους στο Δικαστήριο για ακρόαση της υπόθεσης στις 30.5.11, ημερομηνία που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν από 11.4.11. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους το πληροφορήθηκαν με τηλεομοιότυπο που αποδεδειγμένα απέστειλαν οι δικηγόροι της εφεσίβλητης στον Εκκαθαριστή και ο ισχυρισμός του Εκκαθαριστή ότι δεν το έλαβε ή (αμελής) υπάλληλος του γραφείου του δεν το έθεσε υπόψη του, είναι στοιχείο που δεν μπορούσε να έχει επιπτώσεις στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε 11.10.11 και οι δικαιολογίες των εφεσειόντων για την 4μηνη καθυστέρηση στην καταχώρισή της δεν ήταν πειστικές».

 

Στην υπόθεση NTR Beach Diners Ltd κ.α. ν. Adamou Construction and Maintenance Ltd, Π. Ε. 373/12, ημερ. 15/1/18 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Είναι δε εξίσου νομολογιακά εδραιωμένο ότι, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (1997) 1Β Α.Α.Δ. 941).

 

Ακριβώς η επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η στάθμιση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας.

 

Όπως τονίστηκε στη NSM Democars Ltd κ.ά. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ.εφ.121/2010, ημερ. 14.10.2015, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο δύναται, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης.

 

Πρέπει συναφώς να ομιλούμε όχι απλώς για καθυστέρηση που θα μπορούσε να κριθεί, μέσα σε θεμιτά πλαίσια, δικαιολογημένη. ΄Οσο δε μεγαλύτερη χρονικά είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να ομιλούμε για αδιαφορία, η οποία, εξ ορισμού, προσλαμβάνει τη μορφή της περιφρόνησης στο δικαίωμα του άλλου αλλά και στην δικαστική διαδικασία, αυτή καθ΄εαυτή.

 

…………………………………………………………………………………………………..

 

Με βάση τις πιο πάνω παραμέτρους κρίνουμε ότι δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης μας στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως εύστοχα λέχθηκε στη Τσεσμελόγλου … , η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια των επιλογών του εναγομένου».

 

Στην υπόθεση Κοτσώνης ν. Δήμος Γερίου, Πολ. Εφ. 254/13 ημερ. 31/10/19, ECLI:CY:AD:2019:A452, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι εγείρετο συζητήσιμη υπόθεση, ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι η παράλειψη της απαλλοτριούσας αρχής να εμφανιστεί έγκαιρα δεν απολήγει σε ασέβεια και κατάχρηση της διαδικασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά:

           

«Είναι φανερό από το πιο πάνω απόσπασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ έκρινε ως αδικαιολόγητη την αδιαφορία του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου και των λοιπών αρμοδίων να ενδιαφερθούν για την ειδοποίηση παραπομπής, δεν θεώρησε ότι η συμπεριφορά τους αποτελεί ασυγχώρητη αμελή συμπεριφορά, η οποία απολήγει σε ασέβεια και κατάχρηση της διαδικασίας. Με όλο το σεβασμό προς την πρωτόδικη απόφαση, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως προς τις ενέργειες των εφεσιβλήτων, δεν συμμεριζόμαστε την κατάληξή του ότι η απαλλοτριούσα αρχή δεν επέδειξε ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στη διαδικασία.

 

Η αδιαφορία που επέδειξε, τόσο ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου όσο και οι λοιποί αρμόδιοι είναι ανεπίτρεπτη. Με δεδομένο δε ότι πρόκειται για δημόσια αρχή, η οποία έχει υποχρέωση να ενεργεί για το δημόσιο συμφέρον, η συμπεριφορά που επεδείχθη από αυτήν είναι αδικαιολόγητη και ισοδυναμεί με αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε. Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα του κατά πόσο έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα έπρεπε να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης».

 

Η αξίωση του Αιτητή όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της αίτησής του αφορά σε έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η εργοδότησή του κατέστη αορίστου χρόνου, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο και έξοδα.  Λόγω της παράλειψης του Καθ’ ου η αίτηση να εμφανιστεί στη διαδικασία το Δικαστήριο την 12/12/23 εξέδωσε αναγνωριστική απόφαση μετατροπής της σύμβασης εργασίας του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου χρόνου από την 26/7/22 και επιδίκασε υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση €600 έξοδα με νόμιμο τόκο από 25/7/23 μέχρι εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α.

 

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η επίδοση θα έπρεπε να γίνει στην υπηρεσία του Καθ’ ου η αίτηση και ότι επίδοση στην Υπηρεσία Ασύλου είναι κακή και γι’ αυτό η απόφαση πρέπει  να παραμεριστεί ex debito justitiae.  Από τη στιγμή που υπάρχει ισχυρισμός για κακή επίδοση θεωρούμε σκόπιμο να εξετάσουμε τον εν λόγω ισχυρισμό πρώτο.

 

Από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης καθίσταται φανερό ότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς καταχωρήθηκε την 25/7/23.  Την 26/7/23 η αίτηση επιδόθηκε από ιδιώτη επιδότη στην «υπεύθυνη παραλαβής εντύπων» η οποία ήταν «γραφέας στο Νομικό Τμήμα» της Υπηρεσίας Ασύλου.  Δεν υπήρξε εμφάνιση και συνεπώς το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για Οδηγίες και ακολούθως για Ακρόαση/Απόδειξη.    

 

O Κανονισμός 4(2) του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικός

Κανονισμός του 1999, ως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει ότι:

 

« … Αντίγραφο της αίτησης αποστέλλεται στον Καθ' ού η αίτηση μέσω ιδιώτη

επιδότη σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996».

 

O Κανονισμός 13(3) έχει ως εξής:

 

«Η επίδοση προς τους διαδίκους γίνεται, αν μεν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο στην τελευταία του γνωστή κατοικία η επαγγελματική στέγη, αν δε πρόκειται για νομικό πρόσωπο στην εγγεγραμμένη έδρα του νομικού προσώπου ή στο χώρο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του.  Εφ όσον η επίδοση γίνει σε εξουδιοτημένο πληρεξούσιο του διαδίκου αυτή λογίζεται ότι έχει γίνει στον ίδιο διάδικο».

 

Στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση έγινε στην Υπηρεσία Ασύλου, ήτοι στην «επαγγελματική στέγη» του Αιτητή και στον «χώρο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων».  Συνεπώς, δεν συμφωνούμε με τη θέση του Καθ’ ου η αίτηση ότι η επίδοση είναι κακή και ότι δεν μπορούσε η αίτηση εργατικών διαφορών να επιδοθεί στην Υπηρεσία Ασύλου.  Συνεπώς ο ισχυρισμός για κακή επίδοση δεν μπορεί να επιτύχει. 

 

Θα προχωρήσουμε στο στάδιο αυτό να εξετάσουμε κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.  Ο Καθ’ ου η αίτηση απαιτείται να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για ακύρωση της πιο πάνω απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του και έχει καθήκον να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι η μία από τις δύο προϋποθέσεις για να επιτύχει ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας εναντίον του απόφασης.

 

Στην υπόθεση Τεγκεράκη v. Δήμου Λευκωσίας (ανωτέρω): «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην ………… είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.  Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να στηρίζουν την εκδοχή του αιτητή».  Στην υπόθεση Kokkinos v. WYN Developments Ltd (2014) 1A Α.A.Δ.223, αναφέρθηκε, στη σελ.229, ότι: «……… το Δικαστήριο, για κατάληξη σε συμπέρασμα ότι προκύπτει τέτοια υπεράσπιση, δεν πρέπει να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού ………, αλλά περιορίζεται σε εξέταση κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι λογικοφανής ως βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη ….».  Στην υπόθεση Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (1996) 1 Α.Α.Δ. 1094 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως έχει ορθά τονιστεί στην απόφαση Mine & Quarry Services Ltd v. … , η εξουσία του Δικαστηρίου σε παρόμοια ζητήματα έχει διακριτικό χαρακτήρα.  Για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο Αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση.  Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District (1983) 1 W.L.R. 439 Και Sidnell v. Wilson (1966) 2 Q.B. 67)».  Επίσης στην υπόθεση Νεάρχου v. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 954, αναφέρθηκαν τα εξής, στη σελίδα 961: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνον εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο.  Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης».

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι ο Αιτητής υπέγραψε ανεπιφύλακτα συμβάσεις ορισμένου χρόνου για έργα τακτής προθεσμίας με την ολοκλήρωση των οποίων έπαυε και η ανάγκη πρόσληψής του ανεξάρτητα αν πέρασε χρονικό διάστημα 30 μηνών.  Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι ο Αιτητής γνώριζε από την αρχή ότι το εκάστοτε έργο είχε ημερομηνία λήξης, ότι αυτό προκύπτει τόσο από τις προκηρύξεις όσο και από τις συμβάσεις που υπέγραψε, ότι ουδέποτε άσκησε επιπλέον καθήκοντα που ενέπιπταν εκτός του εκάστοτε έργου τακτής προθεσμίας ή καθήκοντα που αφορούν πάγιες και μακροχρόνιες ανάγκες και ότι υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι με βάση τον Νόμο 98(I)/03 για μη μετατροπή της απασχόλησής του σε αορίστου χρόνου

 

Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί θεμελιώνουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη  υπεράσπιση. 

 

Προκύπτει από τη μακρά νομολογία που υπάρχει στο θέμα, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση πρέπει επίσης να πείσει το Δικαστήριο ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο.

 

Ως η θέση του Καθ’ ου η αίτηση δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα εμφάνιση επειδή δεν ενημερώθηκε για την ύπαρξη της αίτησης εργατικών διαφορών εφόσον δεν τους απεστάλη η επίδοση της εν λόγω αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου η οποία δεν εντόπισε μέχρι σήμερα την επίδοση.  Ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίστηκε επίσης ότι η εν λόγω υπάλληλος που φαίνεται ότι παρέλαβε την επίδοση παραλαμβάνει τεράστιο όγκο εγγράφων ημερησίως και ότι τα εν λόγω έγγραφα στη συνέχεια μετακινούνται διά χειρός μέσω αριθμού κλητήρων.  Ο Καθ’ ου η αίτηση ανέφερε ότι από την ενημέρωσή του για την έκδοση απόφασης εναντίον του προχώρησε χωρίς καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης ήτοι ενήργησε μόλις εντόπισε τα αναγκαία στοιχεία και γεγονότα για να συντάξει την αίτηση παραμερισμού.  Τέλος, είναι η θέση του Καθ’ ου η αίτηση ότι δεν υπέδειξε ασέβεια προς το Δικαστήριο αλλά ούτε και έλλειψη ενδιαφέροντος. 

 

Από τα πιο πάνω δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε μεμπτή συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση ή ότι πρόθεσή του ήταν η μη καταχώρηση εμφάνισης.  Από τις ενέργειες στις οποίες προέβη από της κοινοποιήσεως της εκδοθείσας απόφασης και οι εξηγήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο για την μη εμφάνισή του τείνουν να καταδείξουν ότι δεν υπήρξε από μέρους του οποιαδήποτε αμελής ή ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης και ούτε αποδείχθηκε ότι υπέδειξε σε οποιοδήποτε στάδιο ασυγχώρητη ή περιφρονητική συμπεριφορά προς την όλη διαδικασία.  

 

Συνεπώς για όλα τα πιο πάνω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης.  Συνακόλουθα, η απόφαση ημερ.  12/12/23 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα καταβάλει στον Αιτητή τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.  Ο Αιτητής να υποβάλει σχετικό κατάλογο εξόδων εντός 21 ημερών από σήμερα.  Τίθεται όρος για τον παραμερισμό της απόφασης να καταβληθεί από τον Καθ’ ου η αίτηση το ποσό των εγκριθέντων εξόδων εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί το εν λόγω ποσό.  Σε περίπτωση σχετικής συμμόρφωσης ο Καθ’ ου η αίτηση να καταχωρήσει έγγραφο εμφάνισης και γενικούς λόγους εντός 21 ημερών από την πληρωμή των εξόδων.   

 

 

(Υπ.) …………………………………………

         Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής.

 

(Υπ.) .................................................              (Υπ.) .................................................

                 Ντ. Ντεμερτζιάν, Μέλος.                                    Μ. Κούκου, Μέλος.

ΠΙΣΤΟΝ  ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο