ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
Π. Χρυσάνθου )
Γ. Επαμεινώνδα ) Μελών.
Αρ. Αίτησης: 361/18
Μεταξύ:
ΑΝΤΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Αιτήτριας
και
1. SUNHOUSE TRAVEL LTD
2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ
Καθ΄ ης η Αίτηση
Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου, 2026.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: Η κα Ε. Νικολάου για ΖΕΝΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Καθ’ ης η Αίτηση: Η κα M. Πανταζή για
ΚΟΥΣΙΟΣ ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την Επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση») η Αιτήτρια ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων ότι:
(α) απασχολήθηκε στην υπηρεσία της Καθ’ ης η Αίτηση 1 Εργοδότριας Εταιρείας («Εργοδότρια Εταιρεία») από 24/6/2009 μέχρι και 31/10/2017, ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή της τερματίστηκε μονομερώς από την τελευταία με τη δικαιολογία του πλεονασμού,
(β) ενόψει του λόγου για τον οποίο έλαβε χώρα ο τερματισμός της αυτός, προχώρησε, στις 12/1/2018, με την υποβολή αίτησης ενώπιον του Καθ’ ου η Αίτηση 2 Ταμείου («Ταμείο») για πληρωμή λόγω πλεονασμού, την οποία το τελευταίο απέρριψε στις 5/11/2018, ισχυριζόμενο ότι, σύμφωνα με τα ενώπιόν του στοιχεία, ο τερματισμός της απασχόλησης της δεν οφειλόταν σε πλεονασμό, και
(γ) εκ των ανωτέρω γεγονότων (καθώς και των λοιπών γεγονότων που σημειώνει στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης), δύναται να διεκδικεί, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.»), την επιδίκαση υπέρ της και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας υπολοίπου πληρωμής αντί προειδοποίησης, δεδομένου ότι, ως ισχυρίζεται, η προειδοποίηση που η Εργοδότρια Εταιρεία της έδωσε κατά τον τερματισμό της απασχόλησής της αφορούσε περίοδο 2 εβδομάδων, καθώς και αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση ή, διαζευκτικά, σε περίπτωση που κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της έλαβε χώρα για λόγους πλεονασμού, πληρωμή πλεονασμού από το Ταμείο.
Σε απάντηση όλων των πιο πάνω, η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται, μέσω των Γενικών Λόγων Εμφάνισής της, ότι, παρότι πράγματι η Αιτήτρια απασχολήθηκε στην υπηρεσία της Αιτήτριας, από το 2009, εντούτοις αυτή δεν δικαιούται τις θεραπείες που αξιώνει, καθότι ουδέποτε η απασχόλησή της τερματίστηκε μονομερώς από την ίδια, είτε στις 31/10/2017 είτε σε οποιονδήποτε άλλο χρόνο. Αντιθέτως, αυτό που έλαβε χώρα στην περίπτωση της Αιτήτριας ήταν ότι αυτή αποχώρησε τον Οκτώβριο του 2017 από την εργασία της στο πλαίσιο πάγιας εργασιακής πρακτικής που ακολουθείτο σε σχέση με την απασχόλησή της, σύμφωνα με την οποία απασχολείτο σε «εποχιακή» βάση, με αποτέλεσμα να αποχωρεί από την εργασία της με το τέλος της τουριστικής και/ή καλοκαιρινής περιόδου, περί τον Οκτώβριο εκάστου έτους, και να επιστρέφει σε αυτή με την έναρξη της επόμενης. Παρά, όμως, την πρακτική αυτή, η Αιτήτρια, όταν αποχώρησε τον Οκτώβριο του 2017 από την εργασία της, δεν επανήλθε σε αυτή, παρά τη σχετική κλήση που της έγινε τον Δεκέμβριο του 2017 όπως επιστρέψει. Και αυτό γιατί, ως η ίδια ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία, δεν ενδιαφέρετο να επιστρέψει και/ή εντόπισε εργασία σε άλλο εργοδότη.
Η Αιτήτρια, λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, ήτοι τη θέση ότι δεν τερμάτισε την απασχόλησή της στις 31/10/2017, είτε για λόγους πλεονασμού είτε άλλως πως (ως αυτή προέκυψε τόσο στη βάση της σχετικής δικογραφίας της όσο και στη βάση σχετικής δήλωσης, στην οποία οι δικηγόροι της προέβησαν προ της έναρξης της ενώπιόν μας ακροαματικής διαδικασίας), απέσυρε την Επίδικη Αίτησή της εναντίον του Ταμείου, με αποτέλεσμα η Επίδικη Αίτηση εναντίον του Ταμείου να απορριφθεί και οι μόνες αξιώσεις της που παραμένουν πλέον ενώπιόν μας για εξέταση να είναι αυτές που απευθύνονται εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, δηλαδή οι αξιώσεις της για επιδίκαση πληρωμής αντί προειδοποίησης και αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση («Επίδικες Θεραπείες»).
ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ – ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η Αιτήτρια θεμελιώνει το δικαίωμά της σε αξίωση των Επίδικων Θεραπειών σε ισχυρισμό της για παρανομία του τερματισμού της απασχόλησής της, τον οποίο η Εργοδότρια Εταιρεία αντικρούει, ισχυριζόμενη ότι η απασχόληση της δεν τερματίστηκε μονομερώς από την ίδια, με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα παράνομου τερματισμού της απασχόλησής της ή σχετικού δικαιώματός της στις Επίδικες Θεραπείες.
Συνεπακόλουθα, ως καθίσταται σαφές, το κατά πόσον η Αιτήτρια δικαιούται σε απόδοση των Επίδικων Θεραπειών ή όχι συνδέεται άμεσα με το κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησής της ήταν νόμιμος, έγινε δηλαδή σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες συγκεκριμένου νόμου ή παράνομος, κατά παράβαση αυτών. Από τη στιγμή δε που οι Επίδικες Θεραπείες αφορούν πληρωμή αντί προειδοποίησης και αποζημίωση για παράνομη απόλυση, ο νόμος αυτός δεν είναι άλλος από τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, Ν.24/1967 («Νόμος»), ο οποίος προβλέπει σχετικά τα εξής:
(α) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε πληρωμή αποζημιώσεων από τον εργοδότη του σε περίπτωση παράνομης «απόλυσης[1]» του από τον τελευταίο («αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση»), δηλαδή απόλυσης η οποία δεν είναι συμβατή με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου και, κυρίως, με τις πρόνοιες του άρθρου 3 παράγραφος 1 («Άρθ. 3(1)») και του άρθρου 5 («Άρθ. 5») αυτού, τα οποία προβλέπουν τα εξής:
«3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα
….
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:
(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: …
(β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.
(γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου·
(δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:…
(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: …
(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·
(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·
(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·
(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».
(β) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη, ως αυτό προβλέπεται στο πλαίσιο του άρθρου 9 παράγραφος 1 («Άρθ. 9(1)») αυτού.
Υπογραμμίζεται ότι το δικαίωμα που προκύπτει από το Άρθ. 9(1) δύναται να μετατραπεί από δικαίωμα σε λήψη προειδοποίησης σε δικαίωμα σε πληρωμή αντί αυτής («πληρωμή αντί προειδοποίησης»), δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 1 του άρθρου 11 («Άρθ. 11(1)») του Νόμου, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Εργοδότης ο οποίος δίδει προειδοποίησιν εις εργοδοτούμενον έχει το δικαίωμα να απαιτήση παρά του εργοδοτουμένου όπως ούτος αποδεχθή πληρωμήν αντί προειδοποιήσεως. Η πληρωμή αύτη υπολογίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του Τρίτου Πίνακος».
Τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα εργοδοτούμενος, του οποίου η απασχόληση πληροί τα κριτήρια του Άρθ. 9(1) και η απασχόλησή του τερματίζεται από τον εργοδότη του, να δικαιούται σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό αυτό, η ελάχιστη περίοδος της οποίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Σε περίπτωση, δε, που ο εργοδότης παραλείψει να τον προειδοποιήσει καταλλήλως, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού, τότε ο εργοδοτούμενος δύναται να διεκδικήσει την επιδίκαση υπέρ του (και εναντίον του εργοδότη του) πληρωμής αντί προειδοποίησης, ως αυτή υπολογίζεται στη βάση των προνοιών του Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Περαιτέρω, εάν στην περίπτωσή του πληρούνται και οι προϋποθέσεις του Άρθ. 3(1), τότε δικαιούται να διεκδικήσει την επιδίκαση υπέρ του και αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση, ως αυτές υπολογίζονται στη βάση του Πρώτου Πίνακα του Νόμου.
Σε κάθε, δε, περίπτωση τονίζεται ότι για να δικαιούται ο εργοδοτούμενος σε αξίωση των θεραπειών αυτών θα πρέπει, όπως σαφώς προκύπτει και από το γράμμα των πιο πάνω διατάξεων, ο τερματισμός της απασχόλησής του να λαμβάνει συγκεκριμένο «χαρακτήρα» και ειδικότερα να λαμβάνει:
(α) «χαρακτήρα» μονομερούς τερματισμού της απασχόλησης από την εργοδοτική πλευρά, να αφορά δηλαδή «απόλυση» και όχι κάποια από τις άλλες μορφές στο πλαίσιο των οποίων δύναται να τερματίζεται η εργασιακή σχέση, όπως είναι η «παραίτηση» (τερματισμός της απασχόλησης με πρωτοβουλία του ίδιου του εργοδοτουμένου) και ο τερματισμός της απασχόλησης «κοινή συναινέσει» (τερματισμός της απασχόλησης στη βάση κοινής συναίνεσης ή συμφωνίας και των δύο μερών).
Σε σχέση με το θέμα αυτό υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με τις σχετικές επί του θέματος αρχές[2], το κατά πόσο, στην υπό εξέταση περίπτωση, προκύπτει απόλυση του εργοδοτουμένου ή όχι διαπιστώνεται από το εκδικάσαν Δικαστήριο με βάση τα στοιχεία που πλαισιώνουν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης, με κύριο στοιχείο να αποτελεί η ύπαρξη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σχετικής δήλωσης ή άλλης έκφρασης (γραπτής ή προφορικής[3]) του εργοδότη η οποία απευθύνεται προς τον εργοδοτούμενο και η οποία είναι σαφής, υπό την έννοια ότι ο εργοδοτούμενος μπορούσε, μέσω αυτής, ευλόγως να αντιληφθεί τη βούληση του εργοδότη για τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του. Σε περίπτωση αμφισβήτησης της σαφήνειας της δήλωσης / έκφρασης αυτής, τότε το εκδικάσαν Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε ερμηνεία της στη βάση του συνόλου των πραγματικών περιστατικών που την περιβάλλουν, έχοντας πάντοτε κατά νου τις σχετικές επί του θέματος αρχές και, κυρίως, την αρχή ότι, όταν οι λέξεις που περιβάλλουν την έκφρασή της είναι αδιαμφισβήτητες (unambiguous), τότε αυτές πρέπει να ερμηνεύονται με βάση τη φυσική και συνήθη σημασία τους[4].
(β) «χαρακτήρα» μόνιμο – μη προσωρινό, υπό την έννοια ότι αυτός είχε ως αποτέλεσμα την οριστική απώλεια της θέσης εργασίας του.
Σε σχέση με το θέμα αυτό σημειώνεται ότι το γεγονός πως ο τερματισμός της απασχόλησης πρέπει να έχει μόνιμο – μη προσωρινό «χαρακτήρα» επιβεβαιώνεται και από το γράμμα του ίδιου του Νόμου, ο οποίος, στο άρθρο 7 του Δεύτερου Πίνακα του, προβλέπει ότι το «συνεχές της απασχόλησης» εργοδοτουμένου δεν «διακόπτεται» όταν ο τερματισμός της απασχόλησής του είχε χαρακτήρα «απουσίας» του από την εργασία του για έναν από τους πιο κάτω λόγους:
«(α) … υπηρεσίαν εις τας ενόπλους δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας·
(β) … εργατικήν διαφοράν·…
(δ) … ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου·
(ε) … προσωρινής διακοπής εργασιών·…
(ζ) … απασχόλησης στο εξωτερικό σε επιχείρηση η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στον εργοδότη·
(η) … αδεία μετά ή άνευ απολαβών·
(θ)… ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν ή θεομηνίαν·
(ι)… γονική άδεια ή άδεια πατρότητας ή άδεια φροντίδας ή με άδεια για λόγους ανωτέρας βίας».
Επίσης επιβεβαιώνεται από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος (βλ. κυρίως αποφάσεις Εγγλέζου κ.α. v. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό (1991) 1 Α.Α.Δ. 1118[5] και Λουκά v. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού (1995) 1 Α.Α.Δ. 90[6]), η οποία, πέραν της επιβεβαίωσης αυτής, έχει επιβεβαιώσει και ότι ο χαρακτηρισμός του τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου ως μόνιμος ή προσωρινός εξαρτάται, κυρίως, από:
(α) τις προθέσεις των συμβαλλομένων μερών, οι οποίες, ελλείψει ευθείας μαρτυρίας κατά τον χρόνο της διακοπής της εργασίας, προσδιορίζονται κυρίως με αναφορά στο σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την απασχόληση του εργοδοτουμένου, περιλαμβανομένων και γεγονότων που προέκυψαν μετά τη διακοπή της απασχόλησης αυτής, όπως ιδίως η επαναπασχόληση και η επαναληπτικότητα αυτής (βλ. απόφαση Εγγλέζου (πιο πάνω)),
(β) αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν στην βάση των γεγονότων που τον περιβάλλουν, και όχι από τον χαρακτηρισμό που επέλεξαν να δώσουν σε αυτόν τα μέρη (βλ. απόφαση Λουκά (πιο πάνω)).
ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ
Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι, το καθοριστικό για την κρίση από το αρμόδιο Δικαστήριο (το οποίο δεν είναι άλλο από το παρόν δικαστήριο - Δ.Ε.Δ.[7]) κατά πόσον η Αιτήτρια δικαιούται στην απόδοση των Επίδικων Θεραπειών ή όχι, αποτελεί το κατά πόσον, εκ των πραγματικών περιστατικών που πλαισιώνουν την Επίδικη Αίτηση, προκύπτει ότι στην περίπτωση της συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγερσής τους, όπως αυτές αναπτύχθηκαν ανωτέρω.
Το βάρος απόδειξης, σε σχέση με το θέμα αυτό, φέρει, φυσικά, η ίδια η Αιτήτρια, τόσο ενόψει του γενικού κανόνα ότι, το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων έγερσης των επίδικων θεραπειών φέρει ο διάδικος που τις εξαιτείται (βλ. κυρίως Χρυσάνθου και Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295), όσο και ενόψει του ειδικότερου κανόνα απόδειξης που διέπει περιπτώσεις όπως η παρούσα, σύμφωνα με τον οποίο, όταν ο εργοδότης αμφισβητεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης προήλθε κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, τότε το βάρος της απόδειξης της απόλυσης φέρει ο εργοδοτούμενος – αιτητής (βλ. κυρίως αποφάσεις Αριστείδου ν. R.K. Super Beton Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 114 και Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari (1990) 1 Α.Α.Δ. 31).
Συγκεκριμένα, αυτό που καλείται να πράξει σχετικά η Αιτήτρια, όσον αφορά την Επίδικη Αίτηση, είναι, μέσω μαρτυρίας που θα θέσει ενώπιόν μας, να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό (ισοζύγιο των πιθανοτήτων)[8], ότι, στην περίπτωσή της, συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγερσης των Επίδικων Θεραπειών, αποδεικνύοντας κυρίως (ενόψει της προαναφερόμενης δικογραφημένης θέσης της Εργοδότριας Εταιρείας), ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της επήλθε κατόπιν μονομερούς πρωτοβουλίας της Εργοδότριας Εταιρείας, έχοντας ταυτόχρονα και μόνιμο - μη προσωρινό «χαρακτήρα» («Επίδικο Ζήτημα»).
ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Έχοντας υπόψη τα όσα σημειώθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια, προς απόσειση του σχετικού βάρους απόδειξης που την βαραίνει, προχώρησε πρώτη με προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ενώπιόν μας ακροαματική διαδικασία, παρουσιάζοντας μόνο τη μαρτυρία της ιδίας. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αυτής, η Εργοδότρια Εταιρεία προχώρησε με την προσκόμιση της δικής της μαρτυρίας, παρουσιάζοντας τη μαρτυρία 2 εργοδοτουμένων της, ήτοι της κας Μαρίας Χαμπή («Μ.Χ.») και του κ. Χαράλαμπου (Χάρη) Θεολόγου («Χ.Θ.»).
Υπογραμμίζεται ότι όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιόν μας ενόρκως, με τη μαρτυρία τους να καταγράφεται στα πρακτικά που τηρήθηκαν στο πλαίσιο της σχετικής ακροαματικής διαδικασίας (στα οποία, σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών τεκμηρίων (Τεκμήρια 1–7), εγγράφων (Έγγραφα Α–Β) και των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Χ1–Χ2), θα αναφερθούμε στη συνέχεια συνοπτικά και όπου κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς παρουσίασης των σχετικών συμπερασμάτων / ευρημάτων μας και της διατύπωσης της τελικής μας κρίσης[9]).
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Προχωρώντας τώρα με την παρουσίαση και αξιολόγηση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε προσεκτικά όσα κατέθεσαν οι πιο πάνω μάρτυρες στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, προχωρήσαμε, με γνώμονα τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, σε αξιολόγησή της, έτσι ώστε να καταλήξουμε σε σχετικά συμπεράσματα / ευρήματα επί των οποίων θα στηριχθεί η τελική μας κρίση επί του Επίδικου Ζητήματος.
Παρουσιάζοντας τα ευρήματα / συμπεράσματά μας αυτά, σημειώνουμε τα εξής:
(Α) Παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα
Πρώτα, για σκοπούς πλαισίωσης όλων όσων θα αναφέρουμε στην συνέχεια, παρουσιάζουμε πιο κάτω τα συμπεράσματα / ευρήματά μας επί των παραδεκτών και/ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, τα οποία, σύμφωνα με την ενώπιόν μας προσκομισθείσα μαρτυρία (σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις και τις λοιπές δηλώσεις των διαδίκων μερών), βρίσκουμε να είναι τα εξής:
(α) Κατά χρόνο πάντοτε ουσιώδη με την Επίδικη Αίτηση, η Εργοδότρια Εταιρεία διαχειριζόταν επιχείρηση τουριστικού γραφείου, αποτελώντας τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο του ταξιδιωτικού οργανισμού Thomas Cook («T.C.») στην Κύπρο. Στο τμήμα μεταφορών της επιχείρησης αυτής απασχολείτο η Αιτήτρια από 24/6/2009 ως «transfer clerk» μέχρι και την 31/10/2017, οπότε και αποχώρησε από την εργασία της, στη βάση επιστολής την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία της παρέδωσε στις 17/10/2017 (Τεκμήριο 2). Κατά την ημερομηνία αυτή:
(i) η Αιτήτρια ελάμβανε ως απολαβές το ποσό των €320,00 την εβδομάδα[10],
(ii) η Εργοδότρια Εταιρεία απασχολούσε στην υπηρεσία της, πέραν της Αιτήτριας, και την Μ.Χ, ως υπεύθυνη του τμήματος κρατήσεων της, τον Χ.Θ. ως υπεύθυνο του τμήματος λογιστηρίου και τον κ. Τόνυ Αντωνίου («Τ.Α.») ως υπεύθυνο του τμήματος μεταφορών.
(β) Η επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017 απευθύνετο προς την Αιτήτρια και περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, την πιο κάτω αναφορά / φράση:
«Μετά λύπης μας σας ενημερώνουμε ότι οι υπηρεσίες σας στο Sunhouse Travel Ltd τερματίζονται αναγκαστικά στις 31.10.2017, λόγω της δραματικής μείωσης του κύκλου εργασιών της εταιρίας μας κατά την χειμερινή περίοδο.
Με την παρούσα επιστολή σας δίνεται μέχρι τις 31/10/17 η νενομισμένη προειδοποίηση.
Σας ευχόμαστε κάθε επιτυχία και σας ευχαριστούμε για την μέχρι σήμερα συνεργασία μας.»
(γ) Προ του 2011, το σύνολο των εργοδοτουμένων της Εργοδότριας Εταιρείας απασχολείτο, κατά κανόνα, καθ’ όλη τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, χωρίς η απασχόλησή τους να διακόπτεται με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτό άλλαξε από το 2011 και μετά, όταν η Εργοδότρια Εταιρεία, για λόγους που αφορούσαν απόφαση της T.C. να διακόψει το πτητικό πρόγραμμα που εκτελούσε από το Ηνωμένο Βασίλειο προς την Κύπρο κατά τη χειμερινή περίοδο, έθεσε σε εφαρμογή συγκεκριμένη εργασιακή πρακτική («Επίδικη Πρακτική») τα βασικά στοιχεία της οποίας είχαν ως ακολούθως:
(i) κάθε έτος, με την λήξη του πτητικού προγράμματος της T.C. για τη χειμερινή περίοδο, η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδιδε σε αριθμό εργοδοτουμένων της επιστολή πανομοιότυπη με αυτή που παραδόθηκε στην Αιτήτρια στις 17/10/2017 (Τεκμήριο 2),
(ii) με την παραλαβή τέτοιας επιστολής, οι εργοδοτούμενοι αποχωρούσαν από την εργασία τους στην Εργοδότρια Εταιρεία και, κατόπιν σχετικής αίτησης που υπέβαλλαν ενώπιον των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων («Υ.Κ.Α.»), ελάμβαναν ανεργιακό επίδομα από το σχετικό ταμείο,
(iii) με την έναρξη του πτητικού προγράμματος της T.C. κατά την νέα σεζόν, οι εργοδοτούμενοι που έλαβαν τέτοια επιστολή καλούνταν από την Εργοδότρια Εταιρεία να επιστρέψουν στην απασχόλησή τους με τους ίδιους όρους όπως και προηγουμένως,
(iv) με την επιστροφή των εργοδοτουμένων αυτών στην απασχόλησή τους στην Εργοδότρια Εταιρεία, με την έναρξη της νέας σεζόν, η απασχόλησή τους συνεχιζόταν, πράγματι, με τους ίδιους όρους όπως και προηγουμένως και θεωρείτο, τόσο από την Εργοδότρια Εταιρεία όσο και από τις Υ.Κ.Α., ως συνεχής με την προηγούμενη απασχόληση τους στην Εργοδότρια Εταιρεία.
(δ) Η Αιτήτρια, σε σχέση με την Επίδικη Πρακτική:
(i) δεν παρείχε τις υπηρεσίες της στην Εργοδότρια Εταιρεία για τις περιόδους από 1/1/2013 έως 31/3/2013, 1/11/2013 έως 30/11/2013, 1/1/2014 έως 31/3/2014, 1/11/2014 έως 31/3/2015, 1/11/2015 έως 28/2/2016, 1/11/2016 έως 31/12/2016 και 1/3/2017 έως 31/3/2017, με αποτέλεσμα η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησής της να διαρκέσει συνολικά 81 μήνες και να αφορά τις ακόλουθες περιόδους:
- από 24/6/2009 μέχρι 31/12/2012,
- από 1/4/2013 μέχρι 31/10/2013,
- από 1/12/2013 μέχρι 31/12/2013,
- από 1/4/2014 μέχρι 31/10/2014,
- από 1/4/2015 μέχρι 31/10/2015,
- από 1/3/2016 μέχρι 31/10/2016,
- από 1/1/2017 μέχρι 28/2/2017 και
- από 1/4/2017 μέχρι 31/10/2017.
(ii) έλαβε επιστολές πανομοιότυπες με την επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017, μεταξύ των οποίων ήταν και οι επιστολές ημερομηνίας 23/10/2015 (Τεκμήριο 4), 24/10/2016 (Τεκμήριο 5) και 21/2/2017 (Τεκμήριο 6).
(ζ) Η Αιτήτρια, μετά τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 17/10/2017, και συγκεκριμένα στις 12/1/2018, υπέβαλε αίτηση για πληρωμή πλεονασμού ενώπιον του Ταμείου. Εξετάζοντας την αίτηση αυτή, το Ταμείο απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία σχετικό ερωτηματολόγιο (Τεκμήριο 7) στο οποίο η Εργοδότρια Εταιρεία σημείωσε (συμπληρώνοντας το στις 24/1/2018) μεταξύ άλλων, τα εξής:
(i) στο σημείο 7, απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσον η απασχόληση της Αιτήτριας διακόπηκε για οποιαδήποτε περίοδο, και αν ναι ποιος ήταν ο λόγος της διακοπής, σημείωσε (αυτολεξεί), μετά την ένδειξη «Λόγος», τη φράση:
«Απολύθηκε στο τέλος της θερινής περιόδου μη γνωρίζοντας αν θα χρειαζόταν ξανά με το ξεκίνημα της νέας σεζόν».
(ii) στο σημείο 10, απαντώντας σε ερώτηση για ποιους λόγους έχει τερματίσει την απασχόληση της Αιτήτριας, σημείωσε (αυτολεξεί) τη φράση:
«Για τον ίδιο λόγο όπως πιο πάνω».
(iii) στο σημείο 14, απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο έχει προσφέρει στην Αιτήτρια άλλη εργασία πριν από τον τερματισμό της απασχόλησής της, σημείωσε (αυτολεξεί) τη φράση:
«Ναι, τον Δεκέμβριο του 2017, όταν την καλέσαμε στο χριστουγεννιάτικο πάρτι της εταιρείας μας και ξέραμε ότι θα χρειαζόταν τη νέα σεζόν».
(στ) Ολοκληρώνοντας την εξέταση της αίτησης για πληρωμής πλεονασμού το Ταμείο απέρριψε αυτή ισχυριζόμενο ότι, ως σημείωσε σε σχετική επιστολή ημερομηνίας 5/11/2018 που απέστειλε στην Αιτήτρια (Τεκμήριο 3), σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ο τερματισμός της απασχόλησης της «δεν οφείλεται σε πλεονασμό όπως καθορίζεται στο άρθρο 18 του Νόμου».
(Β) Σύνοψη Μαρτυρίας
Συνοψίζοντας τώρα τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και την οποία βρίσκουμε σχετική με τα επίδικα θέματα που εγείρονται σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, σημειώνουμε τα εξής:
Μαρτυρία Αιτήτριας
Καταθέτοντας, η Αιτήτρια αρχικά αναφέρθηκε στις απολαβές που ελάμβανε από την απασχόλησή της, καταθέτοντας ως τεκμήριο σχετικό μισθολόγιο (Τεκμήριο 1). Στη συνέχεια, αναφερόμενη στην επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017, την οποία αποκάλεσε ως επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της, σημείωσε ότι κάθε χρόνο λάμβανε παρόμοια επιστολή, με τη διαφορά όμως ότι, πριν από ή κατά την παραλαβή της, ενημερωνόταν από τον προϊστάμενό της, δηλαδή τον Τ.Α., για την ημερομηνία επιστροφής της στην εργασία της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Το ίδιο, ως ισχυρίστηκε, ίσχυε και σε σχέση με τους υπόλοιπους εργοδοτουμένους της Εργοδότριας Εταιρείας, εφόσον όλοι ενημερώνονταν από τους προϊσταμένους των τμημάτων στα οποία υπάγονταν για το πότε θα επιστρέψουν. Παρά ταύτα, τον Οκτώβριο του 2017, όταν της παραδόθηκε η επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017, δεν έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση αναφορικά με το αν και πότε θα επέστρεφε στην εργασία της, γεγονός που την «θορύβησε». Η «θορύβησή» της αυτή ενισχύθηκε και από περιστατικό που ακολούθησε την παράδοση της επιστολής σε αυτή, όταν, σύμφωνα με την ίδια, η Μ.Χ. προσήλθε στο γραφείο της κρατώντας σχετικό έντυπο που αφορούσε τις άδειές της και της ζήτησε να το συμπληρώσει και όταν αυτή αρνήθηκε να το πράξει, επιθυμώντας να ακολουθήσει την πρακτική που τηρούσε κάθε χρόνο, ήτοι τη μεταφορά 5 ημερών άδειας στην επόμενη χρονιά, της είπε «όχι, κάνε αυτό που σου λέω και συμπλήρωσέ το». Τέλος, η «θορύβησή» της ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι, όταν εν συνεχεία εντόπισε τον Τ.Α. και τον ρώτησε «τι σημαίνουν όλα αυτά» και αν αυτά σήμαιναν «ότι τερματιζόταν η απασχόλησή της», ο ίδιος της απάντησε «τι να σου πω, πραγματικά δεν ξέρω». Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέχρι και τις 31/10/2017, ήτοι μέχρι την αποχώρησή της, δεν έλαβε οποιαδήποτε ενημέρωση για το αν και πότε θα επέστρεφε στην εργασία της, ούτε της αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό, την οδήγησαν να αντιληφθεί ότι μετά τις 31/10/2017 θα έμενε χωρίς εργασία, με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε αναζήτηση νέας απασχόλησης και, μία εβδομάδα μετά τον τερματισμό της, να εργοδοτηθεί σε νέο εργοδότη. Κλείνοντας, σημείωσε ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Εργοδότριας Εταιρείας ότι δήθεν την κάλεσε τον Δεκέμβριο του 2017 να επιστρέψει στην εργασία της δεν ισχύει, εφόσον ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο.
Αντεξεταζόμενη, κατ’ αρχάς επιβεβαίωσε ότι η Επίδικη Πρακτική ξεκίνησε από το 2011, ενώ προηγουμένως, τόσο η ίδια όσο και το λοιπό προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας, απασχολείτο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στη συνέχεια, αρνήθηκε θέση η οποία της υποβλήθηκε, σύμφωνα με την οποία ο λόγος για τον οποίο σε καμία επιστολή από αυτές που έλαβε στα πλαίσια της Επίδικης Πρακτικής δεν σημειωνόταν η ημερομηνία επιστροφής της ήταν γιατί η ημερομηνία αυτή δεν ήταν γνωστή σε κανέναν, ούτε στον Τ.Α., εφόσον η επιστροφή αυτή εξαρτιόταν από το πότε θα ξεκινούσαν οι πτήσεις της T.C. στην Κύπρο, επιμένοντας ότι, όταν λάμβαναν τέτοια επιστολή, δηλαδή περί τον Οκτώβριο εκάστου έτους, οι προϊστάμενοι των τμημάτων τους ενημέρωναν πότε θα επανέρχονταν στην εργασία τους, είτε τον Μάρτιο είτε τον Απρίλιο, ώστε να μπορούν να προγραμματίσουν τις υποχρεώσεις τους. Αποδέχθηκε, όμως, σχετική υποβολή της ότι οι εργοδοτούμενοι που «σταματούσαν» ειδοποιούνταν και επανέρχονταν κατά τη νέα σεζόν με την εκ νέου έναρξη των πτήσεων της T.C. στην Κύπρο, αποδεχόμενη και ότι οι υπάλληλοι αυτοί «πληρώνονταν» κατά τον χρόνο αυτό από τις Υ.Κ.Α. Στη συνέχεια, σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι μετά τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 17/10/2017 αντιλήφθηκε ότι θα έμενε χωρίς δουλειά, εξήγησε ότι η αντίληψή της αυτή προέκυψε τόσο από την επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017 όσο και από το γεγονός ότι δεν την ενημέρωσαν για την ημέρα επιστροφής της, ως η, κατ’ ισχυρισμό, πρακτική που εφαρμοζόταν κάθε χρόνο. Επίσης, αυτό ήταν ξεκάθαρο, όπως ανέφερε, και από το γεγονός ότι την πίεσαν να πάρει πριν τις 31/10/2017 τις 5 ημέρες άδειας που είχε στη διάθεσή της και τις οποίες κανονικά μετέφερε κάθε χρόνο στη νέα σεζόν, και όταν ρώτησε τον Τ.Α. «τι συμβαίνει», της απάντησε «δεν ξέρω τι γίνεται». Έτσι, αναγκάστηκε να ζητήσει βοήθεια φιλικού προσώπου της για εξασφάλιση εργασίας, εφόσον είχε παιδί που σπούδαζε και είχε ανάγκη χρημάτων, το οποίο της εξασφάλισε εργασία στην εταιρεία FOX Real Estate, στην οποία ξεκίνησε περί τις αρχές Νοεμβρίου 2017 και συνεχίζει να εργάζεται μέχρι και σήμερα. Επεξηγώντας δε το ζήτημα της μεταφοράς των αδειών της, ανέφερε ότι κάθε χρόνο μετέφερε 5 ημέρες άδειας στην επόμενη χρονιά «για να είναι καλυμμένη». Το 2017, όμως, έλαβε όλες τις ημέρες που είχε διαθέσιμες πριν από την αποχώρησή της, όχι γιατί η ίδια το επιθυμούσε για λόγους που σχετίζονταν με απόφασή της να αποχωρήσει από την Εργοδότρια Εταιρεία (ως της υποβλήθηκε), αλλά διότι η Μ.Χ. την πίεσε να το πράξει. Τέλος, σε σχέση με θέση η οποία της υποβλήθηκε, ότι, όταν της τηλεφώνησε ο Χ.Θ. για να την προσκαλέσει στο χριστουγεννιάτικο πάρτι της Εργοδότριας Εταιρείας και να της γνωστοποιήσει την ημερομηνία επιστροφής της με την έναρξη της νέας σεζόν τον Δεκέμβριο 2017, του είπε ότι δεν θα επιστρέψει και ότι «anyway μπορεί να μην έχετε ούτε εσείς δουλειά τον Απρίλη γιατί η T.C. θα φύγει από κοντά σας», η Αιτήτρια αρνήθηκε ότι έλαβε οποιαδήποτε πρόσκληση σε τέτοιο πάρτι ή τηλεφώνημα από τον Χ.Θ., γεγονός που, όπως ισχυρίστηκε, αποδεικνύεται από το ότι, όταν μετέβη στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 12/01/2018, ζήτησε από τον Χ.Θ. να παραλάβει το Ταμείο Προνοίας και ο ίδιος ο Χ.Θ. τη ρώτησε κατά πόσον την είχαν καλέσει από την Εργοδότρια Εταιρεία για να της πουν αν θα επέστρεφε ή όχι.
Μαρτυρία Μ.Χ.
Καταθέτοντας, η Μ.Χ. αρχικά ανέφερε ότι εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία από τον Απρίλιο του 2007. Σήμερα εκτελεί καθήκοντα ως υπεύθυνη του «incoming» της Εργοδότριας Εταιρείας, ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα ως υπεύθυνη στο τμήμα κρατήσεων. Την Αιτήτρια τη γνωρίζει από τότε που αυτή ξεκίνησε να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία, εφόσον το τμήμα της συνεργάζεται με το τμήμα μεταφορών, στο οποίο η Αιτήτρια απασχολείτο (κυρίως ως προς τυχόν ενημέρωση του τμήματος αυτού ότι υπάρχουν κάποιες αλλαγές της τελευταίας στιγμής). Στη συνέχεια, αναφερόμενη στην Επίδικη Πρακτική, εξήγησε ότι αυτή εφαρμόστηκε και στην ίδια, όμως, λόγω της εμπειρίας και των γνώσεών της, αυτό έγινε χρονικά αργότερα, περί το 2013 με 2016, ενώ το 2017 ήταν έγκυος, οπότε και «δεν μπορούσε να σταματήσει». Σημείωσε επίσης ότι, όταν η απασχόλησή της «σταματούσε» στο πλαίσιο της πρακτικής αυτής, ελάμβανε και η ίδια, όπως και οι λοιποί συνάδελφοι, «χαρτί απόλυσης», το οποίο έπρεπε να παραδώσουν στις Υ.Κ.Α. και στο «Γραφείο Εργασίας», διευκρινίζοντας ότι στο χαρτί αυτό δεν αναφερόταν η ημερομηνία επιστροφής τους στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σε σχέση με την ημερομηνία αυτή δήλωσε ότι κανένας δεν ενημερωνόταν γι’ αυτή κατά τον χρόνο παράδοσης της επιστολής, εφόσον αυτό ήταν αδύνατο να συμβεί, δεδομένου ότι αυτή ήταν άγνωστη κατά τον χρόνο αυτό και εξαρτάτο από το πότε συνεργαζόμενη εταιρεία θα ξεκινούσε τις πτήσεις της και από το πότε θα έπεφτε το Πάσχα. Παρά ταύτα, γνώριζαν, κατά προσέγγιση, ότι γύρω στα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου θα επέστρεφαν στην εργασία τους, εφόσον το «operation» ξεκινούσε απότομα και ήταν όλοι έμπειροι. Αναφερόμενη δε στο θέμα της λήψης αδειών από τους εργοδοτουμένους που αποχωρούσαν στο πλαίσιο της Επίδικης Πρακτικής, σημείωσε ότι έχει γνώση επί του θέματος αυτού, εφόσον αφορούσε και την ίδια, και ότι αυτό που γνωρίζει σε σχέση με αυτό είναι ότι: (i) λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία κατά την καλοκαιρινή περίοδο και του γεγονότος ότι κατά την περίοδο αυτή παρείχαν εργασία και κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, ήταν δύσκολο να λάβουν άδεια για περισσότερες ημέρες εντός της εβδομάδας, με αποτέλεσμα «να μαζεύονται άδειες στο τέλος της σεζόν», (ii) κάθε εργοδοτούμενος μπορούσε είτε να λάβει όλες τις άδειες που «μαζεύονταν» μέχρι το τέλος της σεζόν είτε, αν το επιθυμούσε, να τις μεταφέρει στην επόμενη σεζόν, κάτι που εξαρτιόταν από τον ίδιο αλλά και από το πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας. Τέλος, αναφερόμενη στον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι την πίεσε να λάβει τις άδειές της πριν από την αποχώρησή της από την εργασία της στις 31/10/2017, στη βάση του περιστατικού που περιέγραψε στην κατάθεσή της, ανέφερε ότι τον απορρίπτει, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι (i) η μόνη σχέση που είχε με το θέμα της λήψης αδειών από εργοδοτουμένους της Εργοδότριας Εταιρείας περιοριζόταν στην έγκριση αιτημάτων ως προς τη δυνατότητα απουσίας εργοδοτουμένων του τμήματός της, ανάλογα με το πρόγραμμα, χωρίς σε καμία περίπτωση να εμπλέκεται με τη λήψη αδειών εργοδοτουμένων άλλων τμημάτων και ειδικότερα του τμήματος μεταφορών, του οποίου υπεύθυνος ήταν ο Τ.Α., (ii) τα έντυπα αδειών βρίσκονταν στην κατοχή των ίδιων των εργοδοτουμένων, εφόσον υπήρχαν τυπωμένα στον υπολογιστή και στο συρτάρι κάθε υπαλλήλου και συμπληρώνονταν από τους ίδιους, ενώ στη συνέχεια παραδίδονταν στους υπεύθυνους των τμημάτων, οι οποίοι, πριν τα αποστείλουν στο λογιστήριο, το οποίο παρακολουθούσε το υπόλοιπο αδειών, τα υπέβαλλαν προς έγκριση στον γενικό διευθυντή, και (iii) ότι σε καμία περίπτωση δεν ενεπλάκη σε διαδικασία που αφορούσε τη λήψη αδειών από την Αιτήτρια, εφόσον την έγκριση για τους υπαλλήλους του τμήματος μεταφορών παρείχε ο Τ.Α., ενώ η ίδια «ήταν στις κρατήσεις».
Αντεξεταζόμενη, η Μ.Χ. αρχικά ανέφερε, απαντώντας σε ερώτηση που της έγινε από τη δικηγόρο της Αιτήτριας σε σχέση με την Επίδικη Πρακτική, (αυτολεξεί) τα εξής:
«…Ξεκίνησε το 2011 να γίνεται αυτό. Εγώ ξεκίνησα αργότερα να κάθομαι με απόλυση. Μας ενημέρωναν από τη διεύθυνση ότι λόγω της παύσης των εργασιών των αφίξεων στην Κύπρο θα έπρεπε να πάμε και εμείς με απόλυση και γινόταν χαρτί το οποίο έπρεπε να το παρουσιάσουμε το χαρτί απόλυσης, έπρεπε να γίνει απόλυση για να πάει στο Γραφείο Ευημερίας και το Γραφείο Εργασίας για να μπορούμε να γραφτούμε ανεργιακό. Δεν ήταν αναστολή εργασίας όπως είναι στα ξενοδοχεία. Ήταν απόλυση. Αλλά μετρούσε η προϋπηρεσία μας και μετά την επιστροφή μας πίσω…»
Στη συνέχεια, αναφερόμενη στο κατά πόσον οι εργοδοτούμενοι που αποχωρούσαν στο πλαίσιο της Επίδικης Πρακτικής γνώριζαν το αν θα επιστρέψουν στην εργασία τους στην Εργοδότρια Εταιρεία και πότε, ανέφερε ότι, κατά την άποψή της, ήταν δεδομένο πως θα επέστρεφαν, εφόσον ο όγκος εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την καλοκαιρινή περίοδο ήταν ιδιαίτερα αυξημένος και «ξεκινούσε απότομα, ειδικά το καλοκαίρι», με αποτέλεσμα να απαιτούνται έμπειρα άτομα, όπως ήταν αυτοί. Άλλωστε, όπως εξήγησε, γνώριζαν «κατά προσέγγιση» τον χρόνο επιστροφής τους, αφού επί σειρά ετών επέστρεφαν περί τα μέσα με τέλη Μαρτίου ή αρχές Απριλίου, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι όσα ανέφερε αφορούσαν το δικό της τμήμα και το τμήμα μεταφορών, με το οποίο αυτό συνεργαζόταν, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει τι ίσχυε για τα υπόλοιπα τμήματα. Σε σχέση με το θέμα των αδειών, συμφώνησε ότι οι περισσότεροι εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας συνήθιζαν να «αφήνουν» ορισμένες ημέρες άδειας για μεταφορά στη νέα σεζόν. Αρνήθηκε, όμως, ότι άσκησε οποιαδήποτε πίεση προς την Αιτήτρια να λάβει τις άδειές της πριν από την αποχώρησή της στις 31/10/2017, απορρίπτοντας και τον ισχυρισμό της πλευράς της Αιτήτριας, όπως της υποβλήθηκε, ότι εισήλθε στο γραφείο της με το έντυπο αδειών και της ζήτησε να το συμπληρώσει. Σημείωσε ότι τέτοιο περιστατικό ουδέποτε έλαβε χώρα και ότι ουδέποτε έλαβε οδηγίες από την Εργοδότρια Εταιρεία προς αυτή την κατεύθυνση, διευκρινίζοντας ότι την ευθύνη για τις άδειες του τμήματος μεταφορών είχε ο Τ.Α. και ότι τα έντυπα αδειών υπήρχαν τυπωμένα στο συρτάρι ή στον υπολογιστή κάθε υπαλλήλου και συμπληρώνονταν από τον ίδιο. Τέλος, αναφορικά με το χριστουγεννιάτικο πάρτι της Εργοδότριας Εταιρείας το 2017, σημείωσε ότι αυτό πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του εν λόγω έτους και διοργανώθηκε από την ίδια σε συνεργασία με τον Χ.Θ., λόγω της δυνατότητάς τους να εξασφαλίσουν δωρεάν κουπόνια για τους εργοδοτουμένους, και ότι, στο πλαίσιο της ετοιμασίας του και ιδίως κατά την κατάρτιση της λίστας των συμμετεχόντων, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας, καθότι ο Χ.Θ. της ανέφερε πως η Αιτήτρια δεν θα παρευρισκόταν «διότι δεν θα επέστρεφε ούτε για εργασία το καλοκαίρι».
Μαρτυρία Χ.Θ.
Καταθέτοντας, ο Χ.Θ. ανέφερε αρχικά ότι απασχολείται στην Εργοδότρια Εταιρεία από 1/4/2000, με την απασχόλησή του να αφορά αρχικά τη θέση του βοηθού υπεύθυνου λογιστηρίου, ενώ στη συνέχεια, από 1/4/2007, τη θέση του υπεύθυνου λογιστηρίου. Στη συνέχεια, αναφερόμενος στην εφαρμογή της Επίδικης Πρακτικής (στην οποία αναφέρθηκε με τον χαρακτηρισμό «πρόγραμμα προσωρινής μερικής αναστολής των εργασιών» της Εργοδότριας Εταιρείας) αναφορικά με την απασχόληση της Αιτήτριας, σημείωσε ότι η έναρξη της εφαρμογής αυτής τοποθετείται χρονικά στο 2012, με αποτέλεσμα, έκτοτε, η Αιτήτρια να λαμβάνει κάθε χρόνο επιστολή προσωρινού τερματισμού της απασχόλησής της, προκειμένου να δικαιούται ανεργιακό επίδομα. Σε σχέση δε με την παράδοση των επιστολών αυτών προς την Αιτήτρια, ανέφερε ότι αυτή δεν ενημερωνόταν για τον ακριβή χρόνο επιστροφής της στην εργασία της, καθότι αυτός εξαρτάτο από το πότε θα άρχιζαν οι πτήσεις της T.C., οι οποίες συνήθως ξεκινούσαν τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Αυτό, άλλωστε, ίσχυε, όπως σημείωσε, και σε σχέση με το λοιπό προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας, το οποίο επίσης δεν ενημερωνόταν εκ των προτέρων για συγκεκριμένη ημερομηνία επαναπρόσληψης, καθώς αυτή δεν ήταν γνωστή ούτε στην ίδια τη διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας. Αναφερόμενος δε στο θέμα της λήψης αδειών από τους εργοδοτούμενους που αποχωρούσαν στο πλαίσιο της Επίδικης Πρακτικής, ανέφερε ότι, όπως γνώριζε, οι εργαζόμενοι που επιθυμούσαν να μεταφέρουν μέρος της ετήσιας άδειάς τους στην επόμενη χρονιά μπορούσαν να το πράξουν, διευκρινίζοντας ότι αυτό ίσχυε και για την Αιτήτρια. Ανέφερε επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν ισχύει ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία την πίεσε να λάβει τις άδειές της πριν από την αποχώρησή της από την εργασία της στις 31/10/2017, εξηγώντας ότι, αν αυτό ίσχυε, θα το γνώριζε, εφόσον ήταν ο προϊστάμενος του τμήματος που ήταν υπεύθυνο για τη διαχείριση των αδειών, ήτοι του τμήματος λογιστηρίου. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι μπορεί να επιβεβαιώσει πως ούτε ο ίδιος ούτε κανένας άλλος έδωσε οδηγία στη Μ.Χ. να παραδώσει στην Αιτήτρια έντυπο αδειών για συμπλήρωση. Τέλος, αναφερόμενος στο χριστουγεννιάτικο πάρτι που έλαβε χώρα το 2017, ανέφερε ότι περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2017 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Αιτήτρια, τόσο για να την προσκαλέσει στο καθιερωμένο πάρτι αυτό όσο και για να την ενημερώσει σχετικά με τον χρόνο επιστροφής της στην εργασία της με τη νέα σεζόν. Τότε, η Αιτήτρια του ζήτησε να της ετοιμάσει επιστολή για σκοπούς είσπραξης του Ταμείου Προνοίας της και του ανέφερε ότι δεν θα παρευρισκόταν στο πάρτι και ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει στην εργασία, καθότι είχε ήδη εξασφαλίσει άλλη εργασία από τις αρχές Νοεμβρίου 2017, προσθέτοντας ότι μέχρι τον Απρίλιο ενδέχετο «να μην είχαν ούτε αυτοί δουλειά», λόγω του ενδεχομένου αποχώρησης της T.C. από την Κύπρο.
Αντεξεταζόμενος, σημείωσε καταρχάς, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ότι ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας την επίδικη περίοδο, δηλαδή το 2017, ήταν ο κος Λάκης Ανδρέου, ενώ προηγουμένως διευθυντής ήταν ο Κυριάκος Κυριάκου. Στη συνέχεια, απαντώντας σε ερωτήσεις που αφορούν την Επίδικη Πρακτική, σημείωσε (αυτολεξεί) τα εξής:
«…Ένεκα της κατάργησης των χειμερινών πτήσεων της Thomas Cook από το Ηνωμένο Βασίλειο μειώθηκε κατά περίπου 80% ο κύκλος εργασιών της εταιρείας και έτσι αναγκαστικά οι υπάλληλοι έπρεπε να απολύονται κατά τη χειμερινή περίοδο … Η εταιρεία έδινε επιστολή απόλυσης στους υπαλλήλους οι οποίοι πήγαιναν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και διεκδικούσαν ανεργιακό επίδομα το οποίο και έπαιρναν πάντοτε.»
Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων που του τέθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας, πρόσθεσε ότι οι εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας τερματίζονταν προσωρινά για διαφορετικά χρονικά διαστήματα, διάρκειας συνήθως 2 με 4 μηνών, και στη συνέχεια επανέρχονταν στην εργασία τους με τους ίδιους όρους όπως και προηγουμένως. Επίσης πρόσθεσε ότι κανένας από τους εργοδοτούμενους δεν γνώριζε εκ των προτέρων την ακριβή ημερομηνία επιστροφής του στην απασχόλησή του, εφόσον αυτό εξαρτάτο από το πτητικό πρόγραμμα της T.C. Παρά ταύτα, όλοι είχαν μια «γενική εικόνα» ότι αυτή θα λάμβανε χώρα περί τα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου κάθε έτους, ενώ η τελική και συγκεκριμένη ημερομηνία καθοριζόταν και γνωστοποιείτο από την Εργοδότρια Εταιρεία προς τους εργαζομένους σε μεταγενέστερο χρόνο. Αναφερόμενος δε στη συνέχεια στα γεγονότα που αφορούν τον επίδικο χρόνο της Επίδικης Αίτησης, ανέφερε ότι την επιστολή τερματισμού της απασχόλησης για το έτος 2017 την παρέδωσε ο ίδιος στους εργοδοτουμένους, συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, όπως συνήθιζε να πράττει, και ότι κατά την παράδοση αυτή ανέφερε προς τους εργοδοτουμένους ότι θα πρέπει να μεταβούν το συντομότερο στις Υ.Κ.Α., έτσι ώστε να μην απωλέσουν ημέρες επιδόματος, και ότι θα ακολουθούσε μεταγενέστερη ενημέρωση ως προς τον ακριβή χρόνο επιστροφής τους στην εργασία. Αρνήθηκε δε υποβολή της πλευράς της Αιτήτριας ότι την επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017 της την παρέδωσε ο Τ.Α., επιμένοντας στη θέση του ότι την επιστολή την παρέδωσε ο ίδιος, όπως και στους λοιπούς εργοδοτουμένους.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΤΥΧΗΣ – ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
Έχοντας παρουσιάσει πιο πάνω τα συμπεράσματα / ευρήματά μας επί της προσκομισθείσας ενώπιόν μας μαρτυρίας, προχωρούμε τώρα, με την παρουσίαση των τελικών μας συμπερασμάτων / ευρημάτων ως προς το Επίδικο Ζήτημα και την τελική μας κρίση επ’ αυτού, σημειώνοντας τα εξής:
Για σκοπούς κατάληξής μας σε τελική κρίση εξετάσαμε, κατ’ αρχάς, τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας ως προς τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, οι θέσεις που παρουσιάστηκαν ενώπιόν μας από τα διάδικα μέρη σε σχέση με αυτά, συγκλίνουν σε ουσιαστικό βαθμό, με βασική σύγκλιση να εντοπίζεται, κυρίως, ως προς το γεγονός:
(α) του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας, στο πλαίσιο της Επίδικης Πρακτικής, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, συνήθως περί τα τέλη Οκτωβρίου εκάστου έτους, και την έναρξη αυτής, πάλι σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, συνήθως περί τα μέσα Μαρτίου, αρχές Απριλίου του επόμενου έτους,
(β) τη λήψη από την Αιτήτρια, κατά τα ενδιάμεσα διαστήματα κατά τα οποία δεν παρείχε τις υπηρεσίες της στην Εργοδότρια Εταιρεία, ανεργιακού επιδόματος, μετά από σχετική αίτηση που υπέβαλλε ενώπιον των Υ.Κ.Α., και
(γ) την οριστική αποχώρηση της Αιτήτριας από την εργασία της στις 31/10/2017, μετά τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 17/10/2017, με αποτέλεσμα η 31/10/2017 να αποτελεί την τελευταία ημερομηνία απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία.
Παρά, όμως, τη σύγκλιση αυτή, βρήκαμε ότι οι θέσεις των διαδίκων μερών αποκλίνουν ουσιωδώς ως προς τον κατ’ ισχυρισμό «χαρακτήρα» που έλαβε ο επίδικος τερματισμός, με την Αιτήτρια να διατείνεται ότι αυτός έλαβε μόνιμο – μη προσωρινό «χαρακτήρα» και τους μάρτυρες της πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας να διατείνονται ότι αυτό δεν ισχύει, εφόσον ο επίδικος τερματισμός, εντασσόμενος στο πλαίσιο της Επίδικης Πρακτικής, έλαβε «χαρακτήρα» προσωρινής παύσης της απασχόλησής της, για λόγους που αφορούσαν προσωρινή διακοπή των εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας.
Συνεπακόλουθα, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές επί του θέματος αρχές (σύμφωνα με τις οποίες καθοριστικό για την κατάληξη επί του κατά πόσον ο εργοδοτούμενος δικαιούται στις σχετικές θεραπείες που εγείρονται στα πλαίσια του Νόμου αποτελεί ο χαρακτηρισμός του τερματισμού της απασχόλησης του ως μόνιμου ή μη), προχωρήσαμε στις απαραίτητες διεργασίες για τη διάγνωση του «χαρακτήρα» αυτού στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, και κυρίως στη βάση της μαρτυρίας που προσέφερε ενώπιόν μας ο έχων το σχετικό βάρος απόδειξης διάδικος, ήτοι η Αιτήτρια.
Ολοκληρώνοντας, δε, τις διεργασίες αυτές, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι, εκ της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας, αποδείχθηκε, στον βαθμό που απαιτείται (ισοζύγιο των πιθανοτήτων), ότι ο επίδικος τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας είχε μόνιμο – μη προσωρινό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα η απόδοση προς όφελός της των Επίδικων Θεραπειών να δικαιολογείται.
Υπογραμμίζουμε ότι στο συμπέρασμα αυτό καταλήξαμε ακολουθώντας την ακόλουθη συλλογιστική:
Πρώτα, εξετάσαμε τη σχετική με το επίδικο θέμα μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η Αιτήτρια, την οποία, αξιολογώντας τη σε συνδυασμό με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, βρήκαμε αξιόπιστη και πειστική, με αποτέλεσμα να την αποδεχόμαστε ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Και τούτο διότι η Αιτήτρια, κατά την κατάθεσή της ενώπιόν μας, άφησε ιδιαίτερα θετικές εντυπώσεις, προσφέροντας μαρτυρία που χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, εσωτερική συνοχή και σταθερότητα. Προέβη σε λεπτομερείς και ουσιαστικές αναφορές στα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της, με αποτέλεσμα να διαφαίνεται ότι είχε άμεση και εις βάθος γνώση αυτών, γεγονός απολύτως συμβατό και με τη λοιπή μαρτυρία που έδωσε ενώπιόν μας, στο πλαίσιο της οποίας προκύπτει ότι τα επίμαχα γεγονότα τα βίωσε η ίδια σε πρώτο βαθμό (κάτι που δεν μπορεί να λεχθεί σε σχέση με τη Μ.Χ. και τον Χ.Θ., η μαρτυρία των οποίων περιορίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, σε γενικότερες αναφορές αναφορικά με την Επίδικη Πρακτική, χωρίς οποιαδήποτε εξειδικευμένη και λεπτομερή προσέγγιση των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο επίδικος τερματισμός). Περαιτέρω, παρά τη λεπτομέρεια της κατάθεσής της, δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της, είτε κατά την ενδελεχή αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε είτε σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, με αποτέλεσμα να δεχόμαστε ότι τα όσα, με συνέπεια, απλότητα και σαφήνεια, ανέφερε ενώπιόν μας ανταποκρίνονται πλήρως στην αλήθεια.
Στη συνέχεια, έχοντας υπόψη μας τις σχετικές επί του θέματος αρχές και, ιδίως, τις αρχές που αναπτύχθηκαν στην πιο πάνω απόφαση Εγγλέζου – σύμφωνα με τις οποίες καθοριστικό για τον χαρακτηρισμό του τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου ως μόνιμου ή προσωρινού αποτελεί το στοιχείο των προθέσεων των διαδίκων μερών, το οποίο διαγιγνώσκεται, κατ’ αρχάς, στη βάση ευθείας μαρτυρίας που προκύπτει κατά τον χρόνο του τερματισμού – εξετάσαμε το σύνολο της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας, με σκοπό να καταλήξουμε σε συμπέρασμα κατά πόσον ενώπιόν μας έχει τεθεί μαρτυρία με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή μαρτυρία η οποία προκύπτει κατά τον ουσιώδη χρόνο του τερματισμού και αποτυπώνει ευθέως τις προθέσεις των διαδίκων μερών κατά τον χρόνο αυτό.
Ολοκληρώνοντας, δε, την εξέταση αυτή, καταλήξαμε σε συμπέρασμα ότι ενώπιόν μας έχει πράγματι τεθεί τέτοια μαρτυρία, η οποία δεν είναι άλλη από:
(α) το σχετικό ερωτηματολόγιο των Υ.Κ.Α. (το οποίο συμπληρώθηκε από την ίδια την Εργοδότρια Εταιρεία περί τις 24/1/2018, ήτοι λίγες εβδομάδες μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα να αποτελεί μαρτυρία, και μάλιστα έγγραφη, η οποία προκύπτει κατά τον κρίσιμο χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης), στο οποίο περιλαμβάνεται ρητή αναφορά της Εργοδότριας Εταιρείας περί «απόλυσης» της Αιτήτριας «στο τέλος της θερινής περίοδο» ενόψει του δεν γνώριζε αν θα την «χρειαζόταν ξανά με το ξεκίνημα της νέας σεζόν» (σημείο 7), καθώς και αναφορά σε προσφορά εργασίας προς αυτή «τον Δεκέμβριο του 2017», όταν την κάλεσαν ενόψει του ότι τότε ήξεραν «ότι θα χρειαζόταν για τη νέα σεζόν» (σημείο 14),
(β) την επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017 (η οποία επίσης αποτελεί έγγραφη μαρτυρία που προκύπτει κατά τον κρίσιμο χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης), στην οποία περιλαμβάνεται ρητή αναφορά της Εργοδότριας Εταιρείας σε «αναγκαστικό τερματισμό» της απασχόλησης της Αιτήτριας, με παράθεση και της ακόλουθης φράσης:
«Με την παρούσα επιστολή σας δίνεται μέχρι τις 31/10/17 η νενομισμένη προειδοποίηση.
Σας ευχόμαστε κάθε επιτυχία και σας ευχαριστούμε για την μέχρι σήμερα συνεργασία μας.»
Στην βάση του συμπεράσματος αυτού, προχωρήσαμε, έχοντας πάντοτε κατά νου την αρχή ότι, όταν οι λέξεις / φράσεις που περιβάλλουν την έκφραση του εργοδότη ως προς τον τερματισμό της απασχόλησης εργοδοτουμένου είναι αδιαμφισβήτητες και δεν επιδέχονται αμφισημίας, τότε αυτές πρέπει να ερμηνεύονται με βάση τη φυσική και συνήθη σημασία τους, σε ερμηνεία του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων[11], καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι από το περιεχόμενο τους προκύπτει, άνευ αμφιβολίας, πως η πρόθεση των μερών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο μόνιμος και μη προσωρινός τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας.
Υπογραμμίζουμε ότι, για την πιο πάνω κατάληξή μας, συνεκτιμήθηκαν και λοιπά γεγονότα που περιβάλλουν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας (στα οποία καταλήξαμε κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας) και κυρίως το γεγονός ότι:
(α) η Αιτήτρια, στο πλαίσιο της επιστολής ημερομηνίας 17/10/2017, έλαβε, σε σχέση με τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησής της, προειδοποίηση διάρκειας 2 εβδομάδων (από 17/10/2017 μέχρι 31/10/2017), στοιχείο το οποίο συνάδει πλήρως με τερματισμό απασχόλησης μόνιμου «χαρακτήρα» και όχι με προσωρινή διακοπή της απασχόλησής της),
(β) ως προκύπτει από την ενώπιόν μας μαρτυρία, οποιαδήποτε κλήση της Αιτήτριας για επιστροφή στην εργασία της εντός του έτους 2018 συνδεόταν αποκλειστικά με την ημερομηνία έναρξης του πτητικού προγράμματος της T.C. για το έτος αυτό, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι οποιαδήποτε κλήση της Αιτήτριας για επιστροφή της στην Εργοδότρια Εταιρεία εντός του 2018 δεν αποτελούσε δεδομένο ή προδιαγεγραμμένο στοιχείο της εργασιακής σχέσης / διευθέτησης, αλλά εξαρτάτο από το «πότε» (και φυσικά από το «εάν») το πτητικό πρόγραμμα της T.C. θα ξεκινούσε εντός του έτους αυτού,
(γ) ως προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Χ. (η οποία, όπως και η Αιτήτρια, αποτελούσε εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο), η αντίληψή της σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησής της στη βάση επιστολών που ελάμβανε και οι οποίες ήταν πανομοιότυπες με την επιστολή ημερομηνίας 17/10/2017 που έλαβε η Αιτήτρια (Τεκμήριο 2), ήταν ότι αυτός δεν είχε χαρακτήρα «αναστολής» της απασχόλησης της «όπως είναι στα ξενοδοχεία», αλλά αφορούσε απόλυση, με την προϋπηρεσία να αρχίζει να μετρά εκ νέου μετά την επιστροφή[12].
ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΠΟΣΩΝ
Κατόπιν της πιο πάνω κρίσης μας ότι η Αιτήτρια, με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση (με αποτέλεσμα η απόδοση προς όφελός της των Επίδικων Θεραπειών να δικαιολογείται), επιλαμβανόμαστε του μοναδικού εναπομείναντος επίδικου ζητήματος, το οποίο δεν είναι άλλο από τον καθορισμό των ποσών που δικαιούται προς επιδίκαση στην βάση των Επίδικων Θεραπειών.
Επιδικάζοντας πρώτα το ποσό που δικαιούται ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθ. 3(1) του Νόμου σημειώνουμε τα εξής:
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι αποζημιώσεις αυτές υπολογίζονται στο πλαίσιο των προνοιών του Πρώτου Πίνακα, στον οποίο σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«2. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανεν εάν είχε κηρυχθή υπό του εργοδότου του ως πλεονάζων και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τετάρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου, 1960.
3. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.
4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(α)τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου·
(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου·
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου·
(δ) τας πραγματικός συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου·
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».
Το ζήτημα του καθορισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται εργοδοτούμενος κατόπιν των προνοιών του Πρώτου Πίνακα έχει εξεταστεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, μέσω της νομολογίας του, έχει αποσαφηνίσει τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δυο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.» … Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»
Κατόπιν όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων σε εργαζόμενο στη βάση του Άρθ. 3(1) του Νόμου εναπόκειται στην απόλυτη διακριτική εξουσία του Δ.Ε.Δ., η οποία ασκείται εντός των πλαισίων που ο Νόμος, με το κατώτερο ποσό που δύναται να επιδικαστεί να είναι εκείνο που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος εάν δικαιούτο σε πληρωμή πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV του Νόμου και το ανώτερο εκείνο που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 2 ετών.
Έχοντας υπόψη αυτό όπως και το ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές της Αιτήτριας, σύμφωνα με τα παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν μας, ανέρχονταν πριν τον τερματισμό της απασχόλησής της σε €320,00, βρίσκουμε ότι τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί η διακριτική μας ευχέρεια ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος της Αιτήτριας στην παρούσα περίπτωση κυμαίνονται μεταξύ του ποσού των €4.960,00 (€320,00 Χ 15,5), το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που θα δικαιούτο η Αιτήτρια σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζουσα υπό την έννοια του Άρθρου 18 του Νόμου[13]) και του ποσού των €33.280,00 (€320,00 Χ 104), το οποίο αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 104 εβδομάδων (2 ετών) της Αιτήτριας.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, και αφού εξετάσαμε με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως επιδικάσουμε στην Αιτήτρια, ως αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 3(1) του Νόμου, ποσό που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 15,5 εβδομάδων, ήτοι ποσό €4.960,00 (€320,00 Χ 15,5), λαμβάνοντας κυρίως υπόψη:
(α) την έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας αναφορικά με τις προσωπικές της περιστάσεις κατά τον τερματισμό της απασχόλησής της,
(β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών της, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των €320,00, καθώς και τη διάρκεια της απασχόλησής της, συνολικής διάρκειας 81 μηνών,
(γ) το γεγονός ότι, όπως η ίδια ανέφερε στο πλαίσιο της κατάθεσής της, αμέσως μετά την αποχώρησή της από την Εργοδότρια Εταιρεία εντόπισε εναλλακτική εργασία σε άλλο εργοδότη, στον οποίο παρέχει τις υπηρεσίες της μέχρι σήμερα.
Επιδικάζοντας, τώρα, το ποσό που δικαιούται ως πληρωμή αντί προειδοποίησης σημειώνουμε ότι, με δεδομένο ότι από τα παραδεκτά / αδιαμφισβήτητα ενώπιόν μας γεγονότα προκύπτει ότι η Αιτήτρια έλαβε από την Εργοδότρια Εταιρεία προειδοποίηση διάρκειας 2 εβδομάδων (από 17/10/2017 μέχρι 31/10/2017), κρίνουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε στην Αιτήτρια και το ποσό των €1.920,00, το οποίο αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της προειδοποίησης που δικαιούτο να λάβει, δυνάμει των Άρθρων 9(1) και 11(1) του Νόμου (προειδοποίηση 6 εβδομάδων).
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος της Καθ’ ης η Αίτηση 1, για το ποσό των €1.920,00, πλέον νόμιμο τόκο, ως πληρωμή αντί προειδοποίησης, καθώς και για το συνολικό ποσό των €4.960,00, πλέον νόμιμο τόκο, ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 3(1) του Νόμου.
Ως προς τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, για το ποσό των €2.500, πλέον Φ.Π.Α.
(Υπ.) ………………………………………...
Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.
(Υπ.) …………………………………… (Υπ.) ……………………………………
Π. Χρυσάνθου, Μέλος. Γ. Επαμεινώνδας, Μέλος.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Σε σχέση με την έννοια του όρου «απόλυση» αξίζει να σημειωθεί ότι το Εφετείο Κύπρου, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Χριστή Χατζημιτσή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 311/2022, 333/2022, ημερ. 30/1/2025, ανέφερε ότι «ο όρος "απόλυση" απαντάται στον περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο, ως εναλλάξιμος με τον όρο "τερματισμός της απασχολήσεως"»
[2] βλ. St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths (σελ. 58-61)
[3] Βλ. σύγγραμμα «Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας» (Έκδοση Ζ, σελ.889) όπου ο Κουκιάδης Ι. αναφερόμενος στη δήλωση αναφέρει ότι: «Τα αποτελέσματα της καταγγελία αρχίζουν από τη στιγμή που η σχετική δήλωση φτάνει στο μέρος το οποίο απευθύνεται. Κατ' αρχήν είναι αδιάφορος ο τρόπος που ανακοινώνεται (προφορικώς ή γραπτώς).
[4] Βλ σχετικά και υπόθεση Willoughby v. CF Capital [2012] ICR 1038 λέχθηκαν τα εξής:"The "rule" is that a notice of resignation or dismissal (whether oral or in writing) has effect according to the ordinary interpretation of its terms. Moreover, once such a notice is given it cannot be withdrawn except by consent."
[5] Συγκεκριμένα στην απόφαση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε επί του θέματος αυτολεξεί τα εξής:
«Όπως η κυπριακή νομοθεσία (Δεύτερος Πίνακας του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967, Ν. 24/67) έτσι και η αντίστοιχη αγγλική (Contracts of Employment Act 1963, para. 5 (1) (b) of Sch. 1) προβλέπει ότι δε διακόπτεται η απασχόληση εργοδοτουμένου για τους σκοπούς του προσδιορισμού των δικαιωμάτων του για αποζημίωση λόγω πλεονασμού όταν η εργασία του διακόπτεται λόγω προσωρινής διακοπής του κύκλου εργασιών του εργοδότη. Ο παραλληλισμός των δύο νομοθεσιών καθιστά σχετική την ερμηνεία που δόθηκε σε αντίστοιχες αγγλικές διατάξεις και την νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων, πηγή καθοδήγησης για το πλαίσιο εφαρμογής του νόμου. Οι αρχές που προκύπτουν από τις αγγλικές αποφάσεις που επικαλέστηκε η κα. Γεωργιάδου είναι συνοπτικά οι εξής:
(α) Ο χαρακτήρας του τερματισμού της απασχόλησης εξαρτάται από τις προθέσεις των συμβαλλομένων, του εργοδότη και του εργοδοτουμένου,
(β) Στην απουσία ευθείας μαρτυρίας ως προς τις προθέσεις των μερών κατά τη διακοπή εργασίας, ο προσδιορισμός των προθέσεων τους συναρτάται με το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την εργοδότηση,
(γ) Στα σχετικά γεγονότα, εκείνα που περιβάλλουν την εργοδότηση, περιλαμβάνονται και γεγονότα μετά τη διακοπή της απασχόλησης, ιδιαίτερα η επαναπασχόληση και η επαναληπτικότητα της.»
[6] Συγκεκριμένα στην απόφαση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε επί του θέματος αυτολεξεί τα εξής:
«…η έννοια της άδειας απουσίας άνευ απολαβών … εμπεριέχει το στοιχείο της προσωρινής απουσίας από την υπηρεσία του εργοδότη. Η προσωρινή αυτή απουσία πρέπει να καθορίζεται χρονικά, ή να συναρτάται με τις δοσμένες περιστάσεις όπου παραχωρείται. Ο χρόνος απουσίας και οι λόγοι που παραχωρείται, είναι στοιχεία που μετρούν για να καθοριστεί αν κάποια περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου. … Συνδεδεμένο με τα πιο πάνω είναι και η διαπίστωση αν από το σύνολο των περιστάσεων αποδεικνύεται πως η εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου συνεχίζεται μεν αλλά τελεί υπό προσωρινή αναστολή. Συνοπτικά, η κρίση βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα και όχι γιατί ο εργοδότης και εργοδοτούμενος χαρακτηρίζουν την απουσία του τελευταίου ως "άνευ απολαβών"» (η υπογράμμιση δική μας).
[7] Βλ. άρθρο 30 παράγραφος 1 του Νόμου σε συνδυασμό με την έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στο άρθρο 2 αυτού.
[8] Βλ. σχετικά απόφαση Χρυσάνθου και Φραντζή (πιο πάνω) σύμφωνα όπου σημειώθηκαν τα εξής: «Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».
[9] Εφόσον, σύμφωνα με τις σχετικές επί του θέματος αρχές, δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).
[10] Γεγονός που σημειώθηκε ρητά από τους δικηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτό γεγονός κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία.
[11] Τα οποία, θεωρούμε πως έχουν, λόγω της φύσης τους ως έγγραφα που προκύπτουν κατά τον χρόνο της επίδικης διαφοράς, αυξημένη αποδεικτική ισχύ (βλ. σχετικά, κυρίως, αποφάσεις Onassis and Calogeropoulos v. Vergottis [1968] 2 Lloyd’s Rep 403, HL και Gestmin SGPS SA v. Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm)).
[12] Βλ. σύνοψη μαρτυρίας Μ.Χ. πιο πάνω.
[13] Εφόσον, με βάση τα ενώπιόν μας παραδεκτά / αδιαμφισβήτητα γεγονότα, η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία διήρκησε συνολικά 81 μήνες (6 έτη και περίπου 39 εβδομάδες), με αποτέλεσμα να αντιστοιχεί σε απασχόληση 7 ετών για σκοπούς πληρωμής πλεονασμού στο πλαίσιο του Νόμου (βλ. άρθρο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, σε συνδυασμό με άρθ. 2(α) του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα) και συνεπακόλουθα σε πληρωμή που αντιστοιχεί σε 15,5 εβδομαδιαίους μισθούς.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο