ΕΛΕΝΗ ΙΑΤΡΟΥ ν. COLUMBIA RESTAURANTS COMPANY LTD, Αρ. Αίτησης: 72/19, 17/2/2026
print
Τίτλος:
ΕΛΕΝΗ ΙΑΤΡΟΥ ν. COLUMBIA RESTAURANTS COMPANY LTD, Αρ. Αίτησης: 72/19, 17/2/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

                   Ε. Μαρνέρου  )

                   Σ. Αυγουστή   ) Μελών 

 

                                                                                           Αρ. Αίτησης: 72/19

Μεταξύ:

ΕΛΕΝΗ ΙΑΤΡΟΥ

                                                                                                            Aιτήτρια

και

 

COLUMBIA RESTAURANTS COMPANY LTD

                                                                                                             Καθ’ ων η Αίτηση

 

------------------

 

Ημερομηνία: 17/2/26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτήτρια: κος Σ. Βασιλείου

Για Καθ’ ων η Αίτηση: κα Χρ. Χατζηκωστή

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λεμεσό και ασχολείται με τη διαχείριση εστιατορίων. Προηγουμένως ονομαζόταν Faloremo Trading Ltd.

 

H Aιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας Columbia Shipmanagement Ltd (η οποία εταιρεία ανήκει στον ίδιο Όμιλο Εταιρειών με την Εργοδότρια Εταιρεία) την 01/02/1992 και εργάστηκε στην εν λόγω εταιρεία ως Υπεύθυνη του Τμήματος Πληρωμών της.  Στις 31/10/2011 η Αιτήτρια μεταφέρθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως Υπεύθυνη του Τμήματος Πληρωμών της και προσωπική βοηθός-γραμματέας του Διευθύνοντα Συμβούλου της[1], κ. Γιώργου Δημητριάδη. Η απασχόληση της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία είναι συνεχής με αυτή που είχε στην εταιρεία Columbia Shipmanagement Ltd.

 

Περί τον Μάρτιο του 2018 και προηγουμένως ο πρώην σύζυγος της Αιτήτριας επισκεπτόταν τον χώρο εργασίας της Αιτήτριας και δημιουργούσε φασαρία και εντάσεις και/ή τηλεφωνούσε στον χώρο εργασίας της Αιτήτριας δημιουργώντας προβλήματα στην Αιτήτρια. Επίσης η Αιτήτρια (α) ήταν θύμα ξυλοδαρμού και επίθεσης από τον πρώην σύζυγό της και (β) ήταν μάρτυρας κατηγορίας σε ποινικές υποθέσεις εναντίον του πρώην συζύγου της και ήταν υποχρεωμένη να παρουσιάζεται συχνά ως μάρτυρας κατηγορίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού[2].

 

Στις 21/03/2018 η Αιτήτρια υπέγραψε την πιο κάτω επιστολή (Τεκμήριο 6):

 

                                                                       3/14/18    11:53ΑΜ

RESIGNATION LETTER

 

DATE: 21/03/2018

 

I Elena Yiatrou, with ID number […], would like to inform you that I resign from my position as administration with Columbia Restaurants for personal reasons, effective as from 21/3/2018.

 

Elena Yiatrou”

 

Ο τελευταίος ακάθαρτος μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν στο ποσό των €2.455.  Η Αιτήτρια κατά την διάρκεια της απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία είχε δικαίωμα σε 13ο μισθό.

 

Το 2019 η Αιτήτρια επικοινώνησε με τον κ. Δημητριάδη με σκοπό να επανέλθει στην εργασία της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ο κ. Δημητριάδης την ενημέρωσε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. 

 

Με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς («η Αίτηση») η οποία καταχωρήθηκε στις 08/03/2019 η Αιτήτρια αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της και/ή για εξαναγκασμό της σε παραίτηση, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους και έξοδα[3]. Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ισχυρίζεται ότι λίγες μέρες πριν τις 21/03/2018 είχε δεχθεί σωματική επίθεση και/ή ξυλοκοπήθηκε από τον πρώην σύζυγό της γεγονός που το γνώριζε ο κ. Δημητριάδης.  Ότι αρκετό καιρό πριν τις 21/03/2018, ο κ. Δημητριάδης της πρότεινε, σε διάφορες περιπτώσεις, να εγκαταλείψει την εργασία της και ακολούθως να επαναπροσληφθεί κάτι το οποίο απέρριπτε καθότι δεν ήθελε να χάσει την εργασία της. Ότι κατά ή περί τις 21/03/2018 ο κ. Δημητριάδης την κάλεσε στο γραφείο του και την παρατήρησε επειδή απουσίαζε συχνά από την εργασία της ως μάρτυρας κατηγορίας σε ποινικές υποθέσεις και επειδή ο πρώην σύζυγός της δημιουργούσε προβλήματα και εντάσεις στον χώρο εργασίας της.  Ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ο κ. Δημητριάδης πρότεινε στην Αιτήτρια όπως υποβάλει την παραίτησή της και το αργότερο μετά από 7 με 8 μήνες (όταν θα ολοκληρώνονταν οι δικαστικές διαδικασίες στις οποίες ήταν μάρτυρας κατηγορίας) θα επαναπροσλαμβάνετο στη θέση εργασίας της.  Ότι απέρριψε την εν λόγω πρόταση του κ. Δημητριάδη.  Ότι ο κ. Δημητριάδης της ανέφερε ότι είτε θα δεχόταν την πρότασή του είτε η Εργοδότρια Εταιρεία θα την απέλυε αμέσως.  Ότι εκείνη την μέρα όπως και τις προηγούμενες ήταν ψυχολογικά φορτισμένη και σωματικά ταλαιπωρημένη λόγω του ξυλοδαρμού που υπέστηκε λίγες μέρες από τον πρώην σύζυγό της.  Ότι εκείνη τη μέρα της ζητήθηκε από εκπροσώπους της Εργοδότριας Εταιρείας ασκώντας της ψυχική και/ή οικονομική πίεση και/ή εκμεταλλευόμενοι την κακή ψυχολογική της κατάσταση να υπογράψει έγγραφα τα οποία ετοιμάστηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία με τα οποία υπέβαλε παραίτηση από την εργασία της χωρίς να την αφήσουν να μελετήσει και/ή να σκεφτεί το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και χωρίς να της επιτρέψουν να αποχωρήσει από τον χώρο-γραφείο που της παραδόθηκαν τα έγγραφα απειλώντας και εκφοβίζοντας την ότι εάν δεν υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα δεν θα της δοθεί τίποτα ως αντάλλαγμα για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης της με την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι την ίδια στιγμή της υπογραφής των εν λόγω εγγράφων επαναλήφθηκε από τον κ. Δημητριάδη η δέσμευση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι θα επαναπροσληφθεί στην ίδια θέση με τον ίδιο μισθό το αργότερο 7 με 8 μήνες μετά την απομάκρυνσή της από τον εργασιακό της χώρο. Είναι η θέση της ότι υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η Εργοδότρια Εταιρεία την απέλυσε και/ή την ξεγέλασε να υποβάλει παραίτηση.

 

Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της («η Έγγραφη Εμφάνιση») απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις.  Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια παρατηρήθηκε πολλές φορές από τους προϊστάμενούς της για την αδικαιολόγητη απουσία της από την εργασία της αλλά και για την απόδοσή της η οποία ήταν μειωμένη λόγω των κατ’ ισχυρισμό της προσωπικών προβλημάτων τα οποία αντιμετώπιζε. Ότι δεν ενημερώθηκε επίσημα για ξυλοδαρμό της Αιτήτριας από τον πρώην σύζυγό της τον Μάρτιο του 2018.  Ότι ουδέποτε πρότεινε στην Αιτήτρια να εγκαταλείψει την εργασία της. Ότι σε καμία περίπτωση δεν ειπώθηκε στην Αιτήτρια ότι θα την επαναπροσλάβει η Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι η Αιτήτρια παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία της.  Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι τον Μάρτιο του 2018 ήταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση και/ή σωματικά ταλαιπωρημένη και/ή ότι εκπρόσωποί της την ξεγέλασαν να υποβάλει παραίτηση. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σχετικά με την υπογραφή εγγράφων παραίτησης και ισχυρίζεται ότι στις 21/03/2018 η Αιτήτρια προσήλθε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και παρέδωσε την επιστολή παραίτησής της (Τεκμήριο 6).  Είναι η θέση της ότι η Αιτήτρια παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία της για προσωπικούς λόγους και με ελεύθερη βούληση.  Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ της.

 

Βάρος Απόδειξης    

 

Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6(1) του περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 («ο Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου.

 

Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους (1) και (2) του άρθρου 7 του Νόμου[4], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[5].

 

Στην Αίτηση ενόψει των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια παραιτήθηκε οικειοθελώς από την εργασία της, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε  μονομερώς την απασχόλησή της ή με τη διαγωγή της την εξανάγκασε σε παραίτηση. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, η Αιτήτρια είναι αυτή που κλήθηκε πρώτη να παρουσιάσει την υπόθεσή της και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής της ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής της από την Εργοδότρια Εταιρεία ή τέτοιας της διαγωγής της Εργοδότριας Εταιρείας που δικαιολογεί τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση.         

 

Μαρτυρία

 

Η Αιτήτρια στη γραπτή δήλωσή της επανέλαβε τους ισχυρισμούς που περιέχονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης συμπληρώνοντας (1) ότι είχε τον κ. Δημητριάδη σαν αδελφό της και του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, (2) ότι στις 21/03/2018 ήταν σε άθλια ψυχολογική και σωματική κατάσταση και όπως ήταν απελπισμένη ζήτησε τη συμβουλή του κ. Δημητριάδη (τον ρώτησε τι να κάνει), (3) ότι στις 21/03/2018 ο κ. Δημητριάδης της είπε ότι το καλύτερο για αυτή θα ήταν να κάνει αυτό που της εισηγήθηκε στο παρελθόν και ότι της πρότεινε για ακόμα μια φορά όπως υποβάλει την παραίτησή της και μετά από μερικούς μήνες να την επαναπροσλάβουν λέγοντας της ότι οι απουσίες της από την εργασία της (λόγω της παρουσίας της σε δικαστικές διαδικασίες ως μάρτυρας κατηγορίας) και τα προβλήματα που δημιουργούσε ο πρώην σύζυγος της στον εργασιακό της χώρο δεν μπορούσαν να συνεχίσουν και έπρεπε να σταματήσουν εκείνη τη μέρα με την απομάκρυνσή της από την εργασία της και (4) ότι μετά τις 21/03/2018 επισκέφθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα, γύρω στις 3 φορές, τον κ. Δημητριάδη στον χώρο εργασίας του ο οποίος την βεβαίωνε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία θα την επαναπροσλάβει.

 

Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι το 2011 της έγινε πρόταση να μεταφερθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία επειδή θα έκλεινε το Τμήμα στο οποίο εργαζόταν στην Columbia Shipmanagement Ltd και αυτή την αποδέχτηκε.  Αρνήθηκε ότι ο λόγος της μεταφοράς ήταν η μη ικανοποιητική εκτέλεση της εργασίας της.  Ήταν η θέση της ότι είχε άριστες σχέσεις με τον κ. Δημητριάδη ο οποίος γνώριζε όλα τα προσωπικά της προβλήματα και την βοηθούσε πολύ. Παραδέχτηκε ότι εκτός από τον πρώην σύζυγό της τηλεφωνούσαν και άλλα πρόσωπα στην Εργοδότρια Εταιρεία και ζητούσαν χρήματα για δάνεια που είχαν κάνει στον πρώην σύζυγό της. Ότι τα προβλήματα που είχε και η κατάσταση με τον πρώην σύζυγό της της προκαλούσαν αφόρητη ψυχολογική πίεση και είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην εργασιακή απόδοσή της. Σε ερώτηση αν δέχτηκε προφορικές παρατηρήσεις από τον κ. Δημητριάδη απάντησε «Συμβουλές, ναι.» Παραδέχτηκε ότι λόγω της κατάστασης απουσίαζε συχνά από την εργασία της. Είπε ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα λόγω του συζύγου της ο οποίος δεν εργαζόταν και την πίεζε και επειδή αυτή δεν πήγαινε δουλειά δεν έπαιρνε ολόκληρο τον μισθό της.  Σε ερώτηση αν της είχε ζητηθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία να πληρώσει ένα ποσό το οποίο αυτή όφειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία για μια εκδήλωση που έκανε σε χώρο της Εργοδότριας Εταιρείας, απάντησε καταφατικά και συμπλήρωσε ότι της γινόταν αποκοπή κάθε μήνα ενός ποσού από τον μισθό της και είχε ένα υπόλοιπο το οποίο στις 21/03/2018 «είχαν πει να φύγει από το Ταμείο Προνοίας» ώστε να μην χρωστά στην Εργοδότρια Εταιρεία.  Σε υποβολή ότι ο κ. Δημητριάδης αν και γνώριζε τα προβλήματά της δεν ήξερε ότι τον Μάρτιο του 2018 είχε δεχτεί ξυλοδαρμό από τον πρώην σύζυγό της γιατί δεν του το είχε αναφέρει, απάντησε ότι όταν έγινε ο ξυλοδαρμός την πήρε η αστυνομία στο νοσοκομείο και ότι αυτή την άλλη μέρα που πήγε στην εργασία της του το είπε.  Υποστήριξε ότι δεν έγραψε αυτή το Τεκμήριο 6 και ότι απλώς το υπέγραψε.  Ερωτώμενη σχετικά με το τι έλαβε χώρα στις 21/03/2018 ανέφερε τα πιο κάτω:

 

«….. Είχε γίνει ο ξυλοδαρμός, έρχεται ο πατέρας μου από το χωριό με τον αδελφό μου, με πιέζουν, ο πατέρας μου, μια εβδομάδα δύο πριν, είχε πει στον κύριο Δημητριάδη, δεν ήξερε τα πάντα ο παπάς μου υπόψη σας για να μην τον στεναχωρώ, ''Γιώργο άφησ' την'' και είχαμε και μια οικογενειακή σχέση ούτως ώστε λέει του ''Γιώργο, άφησ' την να ηρεμήσει, να φύγει, αφού την βλέπετε δεν είναι καλά''. Όταν εγώ δέχτηκα τον άγριο ξυλοδαρμό που ήρθε η Αστυνομία και με πήρε Νοσοκομείο την επόμενη μέρα πήγα δουλειά, δεν ξέρω ποιος τηλεφώνησε, τι έγινε με φώναξε μόλις πήγαμε πίσω το απόγευμα ο κύριος Δημητριάδης στο γραφείο του και μου άρχισε να μου φωνάζει. Και εγώ του λέω ''πες μου'' όπως ήμουν σε σοκ με ό,τι πέρασα, ''σε παρακαλώ βοήθα με, πες μου τι θέλεις να κάνω''. Εκείνη την ώρα λέω και θυμούμαι παρόλο που δεν τα θυμάμαι όλα γιατί ήμουν μπλοκαρισμένη, ό,τι θυμούμαι θα το πω όμως, ''νομίζω να κάνεις εκείνο που είπαμε''. Δηλαδή όπως είπε και του πατέρα μου να φύγω εγώ για ένα διάστημα, να χαθώ, να πάω το χωριό να μην με βρίσκει ο άλλος γιατί είχε και περιοριστικά μέτρα από το Δικαστήριο που του τα έβαλε κάποιος Εισαγγελέας και να έρθει πίσω μετά. Και λέω του ''Γιώργο μου ξέρεις, το μόνο που μου απομένει είναι η δουλειά μου''. Και έκλαιγα. ''Δεν θέλω να χάσω τη δουλειά μου''. Και η απάντηση ήταν "δεν υπάρχει έτσι περίπτωση." Και μετά του λέω ''αφήνω τη ζωή μου στα χέρια σου''. Και εγώ πραγματικά με τα τόσα καλά που είπαμε ότι είδα έδειξα εμπιστοσύνη. Επίσης να σας πω ότι ούτε καν θυμούμαι τούτη την κόλλα. Ξέρω ότι υπόγραψα, αλλά δεν ήμουν σε λογική φάση. Εκείνη τη στιγμή εγύρεφκα απλά ένα χέρι να πιαστώ γιατί είχα δύο επιλογές. Ή να χάσω τη ζωή μου ή να εξαφανιστώ από παντού. Όταν ο άλλος μου λέει και αν πείτε ότι λέω ψέματα να σας πω γιατί δεν λέω ψέματα. Αν εγώ ήθελα να πω ψέματα γιατί έπρεπε να περάσω έναν γολγοθά, να κοιμούμαι στους δρόμους, στα παγκάκια παραμονές μέσα στο αυτοκίνητο να περιμένω να ξημερώσει να πάω δουλειά, να ζω έναν εφιάλτη, να βλέπω τον παπά μου και λέει μου ''υπέγραψες παραίτηση;'' και να κλαίει ένας γέρος άνθρωπος γιατί θωρεί το παιδί του να μην σηκώνεται από τα κρεβάτια, νομίζω είναι λίγο κρίμα τούτα τα πράγματα και να μου λέει ''όχι, δεν θα μείνει έτσι'' λαλεί μου, λέω του παπά ''δεν πρόκειται ο Γιώργος να μου κάνει κακό'' λέω του ''αφού είναι δίπλα μου σε όλα'' γι' αυτό εγώ έδειξα αυτήν όλη την εμπιστοσύνη και μου λέει, λέω του ''κόψε μου τα ταμεία πρόνοιας'' επειδή ήξερα ότι εχρωστούσα για ένα party που είχα κάνει στην εταιρεία λέω του ''θέλω, δεν μπορώ τώρα, έχω και κάποια χρέη, κόψε τα λεφτά'' και λέει μου και μάλιστα μου λέει ''όταν έρθεις πίσω θέλει να σε δει και ο άλλος διευθυντής'' λέω του ''κανένα πρόβλημα''. Τον Αύγουστο είχα φύγει, Μάρτιο υπόγραψα το χαρτί και έφυγα εκείνη τη μέρα. Ούτε είπα ''bye bye''. Ας έρθει ένα άτομο είτε από τη μια εταιρεία ή από την άλλη να πουν ότι εγώ χαιρέτησα κάποιον. Γίνεται να φεύγεις που μια εταιρεία και να μην λέεις ένα ευχαριστώ στον μεγάλο τον μάστρο που λαλεί ''σε θωρώ οικογένεια'' γιατί εγώ είναι τούτα που κράτησα και λέω δεν πρόκειται να μου κάνουν κακό. Και μετά 2 του Γενάρη ακριβώς ήμουν με κάποιο άτομο.

 

….Το 2019 που ήταν να πάω πίσω μετά που έπιασα που τελείωσε ας πούμε ο καιρός, 2 του Γενάρη λέω σήμερα που είναι ησυχία γιατί πάντα είναι πιεσμένος ο κύριος Δημητριάδης θα τον πάρω τηλέφωνο για να του πω ότι είμαι έτοιμη να πάω πίσω. Παίρνω τον τηλέφωνο με την παρουσία κάποιου άλλου ανθρώπου και μου λέει ''δεν υπάρχει θέση για εσένα, ούτε physically, θυμούμαι χρησιμοποίησε τούτη τη λέξη. ''Καλά είπες μου ότι μπορούσες να με στείλεις στο confectionery που άνοιξε η εταιρεία, ούτε τζιαμέ; '' λέω του, ''ούτε εκεί δεν μπορείτε να με στείλετε;'' λέει μου ''όχι. Ξέρεις εκεί είναι μπλεγμένος και κάποιος άλλος διευθυντής'' πριν άλλα μου έλεγε. Δεν είπα κάτι, είπα ''οκ'', έκλεισα το τηλέφωνο. Ήταν 2 του Γενάρη του '19 και μετά 40 μέρες δεν σηκώθηκα από το κρεβάτι με αποτέλεσμα να χάνω δόντια συνέχεια και να με τρέχει ο πατέρας μου στους γιατρούς. Αυτή είναι όλη η αλήθεια και μόνο η αλήθεια. Και γιατί δεν γράφει κάπου ότι δεν ήμουν με σώας τα φρένας εγώ όταν υπόγραψα αυτό το πράγμα; Γιατί δεν λένε ότι εγώ δεν ήμουν καλά; Φυσικά το λένε συνεχώς και το δέχομαι. Η Αστυνομία δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Ήταν δεμένα τα χέρια τους, μου το έλεγαν. Τι θα κάνω; Να μείνω να πεθάνω; Εζήτουν βοήθεια.»

 

Ισχυρίστηκε ότι στις 21/03/2018 δεν μπορούσε να σκεφτεί κανονικά και ακολούθησε ότι οδηγίες της έδωσαν.

 

Επανεξεταζόμενη διευκρίνισε τα πιο κάτω σε σχέση με το τι έγινε στις 21/03/2018:

 

«Ζήτησα βοήθεια λέω του όταν μπήκα στο γραφείο και έκλαιγα σε κάποια φάση υπήρχε και κάποιος τηλεφώνησε απ' ό,τι μου έλεγε και εγώ λέω του ''σε παρακαλώ, σε ικετεύω”, ήμουν ήδη χτυπημένη, ήμουν ήδη ταλαιπωρημένη, “βοήθα με, πέστε μου τι να κάνω'' και μου είπε ''να κάνεις αυτό που είπαμε'' που το είχαμε συζητήσει ξανά, συζήτησα και με τον πατέρα μου, ο οποίος δεν ήξερε και τα πάντα και του λέω ''πες μου σε παρακαλώ και θα ακούσω, δεν μπορώ πλέον, δεν μπορώ άλλο'' διότι όντως είχα χτυπηθεί στο κεφάλι βάναυσα και ήμουν σε μια φάση που δεν....και μου είπε να υπογράψω την παραίτηση για έξι μήνες και του λέω ''κοίταξε'', και μετά λέει μου ''θα ξαναέρθεις πίσω στη δουλειά όταν τελειώσει το ανεργιακό σου''. Και εγώ είπα, ''σε παρακαλώ, είναι το μόνο που μου απομένει''. Διότι μέσα στην οικογένεια μου ήταν ο παπάς μου άρρωστος, ο αδελφός μου άρρωστος, εκρέμουμουν, μόνο τη δουλειά μου του λέω έχω. Και είχαμε κάνει και συμφωνία μας. Ήταν να καθίσω να υπογράψω την παραίτηση; Και εγώ εν τω μεταξύ το έκανα γιατί είδα άτομα τα οποία υπόγραψαν παραίτηση και μετά τα επαναπρόσλαβαν όμως αυτοί παραιτήθηκαν. Όντως εγώ δεν παραιτήθηκα, μου είπαν να το κάνω. Με πίεζαν υπήρχε και σαν πίεση διότι όταν πάεις εκεί και λέει σου ''δεν πάει άλλο τούτη η ιστορία'' δηλαδή ήταν η ζωή μου, πλέον κινδύνευε η ζωή μου.»

           

            Δεύτερος μάρτυρας για την Αιτήτρια ήταν ο πατέρας της κ. Πέτρος Γιατρού.  Κατέθεσε ότι είναι συνταξιούχος και ζει στο χωριό Αρακαπάς της Επαρχίας Λεμεσού.  Ότι αρχές του Μάρτη του 2018 ήταν στο χωριό μαζί με τον γιο του και του τηλεφώνησαν και τον ενημέρωσαν ότι αυτός που συζούσε με την κόρη του την έτρεχε ξοπίσω για να την σκοτώσει.  Ότι πήραν μαζί με τον γιο του το αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για να έρθουν στη Λεμεσό. Ότι πριν να φτάσουν στη Λεμεσό πληροφορήθηκαν ότι η Αιτήτρια είναι στο νοσοκομείο.  Ότι όταν τελείωσε η Αιτήτρια από το Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λεμεσού ήταν σε άσχημη κατάσταση, «αναμαλλιασμένη», χτυπημένη και με σχισμένα ρούχα. Ότι όταν την ρώτησε τι έγινε, του είπε ότι αυτός την έτρεχε ξοπίσω και όταν την έφτασε στο πάρκο της γειτονιάς την έριξε κάτω, την χτυπούσε στο κεφάλι και προσπαθούσε να της σκίσει τα ρούχα της. Ότι πήρε μαζί του την Αιτήτρια στο χωριό γιατί ήταν «χάλια».  Ήταν η θέση του ότι κάποιες μέρες μετά τον ξυλοδαρμό της Αιτήτριας συνάντησε τον κ. Δημητριάδη και τον ενημέρωσε ότι η Αιτήτρια δέχτηκε ξυλοδαρμό και ότι γι’ αυτό τον λόγο δεν μπορούσε να πάει στην εργασία της και του ζήτησε όπως της δώσει λίγες μέρες ετήσια άδεια μέχρι να συλλάβουν τον πρώην σύζυγό της καθότι δεν τον «βρίσκει» η αστυνομία και μετά να επιστρέψει η Αιτήτρια στην εργασία της. Ότι ο κ. Δημητριάδης του απάντησε να ενημερώσει την Αιτήτρια να πάει στην εργασία της και θα τα κανονίσουν.  Υποστήριξε ότι λίγες μέρες μετά τον ξυλοδαρμό η Αιτήτρια είχε σημάδια πάνω της και πονούσε το κεφάλι της.  Ότι όταν η Αιτήτρια πήγε στην εργασία της της είπαν ότι επειδή ο πατέρας της είναι χαμηλοσυνταξιούχος να υπογράψει χαρτί παραίτησης ώστε να μπορεί να πάρει «ανεργιακό» και να μην βασανίζει τον πατέρα της. Ότι όταν ήρθε πίσω και του είπε τι έκανε, αυτός πειράχτηκε αλλά είπε ότι δεν γίνεται δικοί του άνθρωποι κάνουν αυτό το πράγμα και να την σταματήσουν από την εργασία της.  Ότι η Αιτήτρια τον ενημέρωσε ότι παρά το ότι υπόγραψε παραίτηση θα πάει πίσω στην ίδια θέση εργασίας της με τα ίδια χρήματα.  Ότι όταν τελείωσε «το ανεργιακό» η Αιτήτρια τηλεφώνησε στον κ. Δημητριάδη ο οποίος της είπε ότι δεν έχει θέση εργασίας για αυτήν και τότε για 40 μέρες δεν σηκωνόταν από το κρεβάτι. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 ένα έντυπο της Αστυνομίας Κύπρου, το οποίο φέρει τίτλο «Βεβαίωση Καταγγελίας Θύματος», στο οποίο αναγράφεται ότι στις 05/03/2018 η Αιτήτρια υπέβαλε καταγγελία ότι, στις 04/03/2018 πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε δεσμό και εναντίον του είχε εξασφαλίσει διάταγμα περιοριστικών μέτρων το οποίο είναι σε ισχύ, εισήλθε παράνομα στην οικία της οπότε αυτή τράπηκε σε φυγή αλλά ο ύποπτος την έφτασε και της επιτέθηκε προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, την εξύβρισε, την απείλησε και της έκλεψε το κινητό της τηλέφωνο. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 8 ένα αντίγραφο ενός εγγράφου του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λεμεσού στο οποίο φαίνεται ότι η Αιτήτρια στις 04/03/2018 η ώρα 18:04 εγγράφηκε για να εξεταστεί από ιατρό του Νοσοκομείου και στο οποίο περιέχονται κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις οι οποίες δεν είναι ευανάγνωστες.    

 

            Κατά την αντεξέτασή του επέμενε ότι ήταν αυτός που ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία μετά το επεισόδιο της Αιτήτριας με τον πρώην σύζυγό της ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να πάει στην εργασία της. Αρνήθηκε ότι στη συζήτηση που είχε αυτός με τον κ. Δημητριάδη συζήτησε την αποχώρηση της Αιτήτριας από τα καθήκοντα της εργασίας της και επέμενε ότι αυτός το μόνο που ζήτησε από τον κ. Δημητριάδη ήταν να της δώσει άδεια άνευ απολαβών μέχρι η αστυνομία προβεί σε σύλληψη του πρώην συζύγου της.  Απέρριψε υποβολή ότι ζήτησε από τον κ. Δημητριάδη να φροντίσει ώστε με την παραίτηση της Αιτήτριας να της δοθούν αμέσως τα ωφελήματά της από το Ταμείο Προνοίας της Εργοδότριας Εταιρείας γιατί η Αιτήτρια είχε ανάγκη τα χρήματα.  Σημείωσε ότι αυτός δεν ήταν παρών στις 21/03/2018 ούτε την ημερομηνία κατά την οποία η Αιτήτρια πήγε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας για να πάρει τις επιταγές του ωφελήματός της από το Ταμείο Προνοίας. Απέρριψε υποβολή ότι ο κ. Δημητριάδης του είπε ότι δεν έχει εξουσία να διατηρήσει τη θέση της Αιτήτριας ανοιχτή για αόριστο χρόνο ώστε η Αιτήτρια να επιστρέψει στην εργασία της όποτε αυτή θελήσει και είπε ότι η Αιτήτρια δεν θα έκανε αίτηση για να πάει πίσω στην εργασία της αλλά θα πήγαινε κανονικά στην εργασία της όπως εργοδοτείτο προηγουμένως. Τόνισε ότι όταν ο κ. Δημητριάδης απέλυσε την Αιτήτρια δεν της ανέφερε ότι για να επιστρέψει στην εργασία της θα πρέπει να υποβάλει αίτηση πρόσληψης η οποία θα εξεταστεί από το αρμόδιο τμήμα της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι αυτό της το είπε όταν η Αιτήτρια πήγε πίσω στην εργασία της. Αρνήθηκε ότι ο κ. Δημητριάδης του είπε να συμβουλεύσει την Αιτήτρια να αποταθεί στον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia για να αποφασίσει κατά πόσον η θέση της Αιτήτριας θα παραμείνει ανοιχτή για να επιστρέψει όποτε επιθυμήσει η Αιτήτρια.

 

            Ο κ. Δημητριάδης κατέθεσε ότι τον Οκτώβριο του 2011 τον ενημέρωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου Εταιρειών της Columbia ότι η Αιτήτρια δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της στην Columbia Shipmanagement Ltd και ότι για να την βοηθήσει, επειδή ήταν κουμπάροι, της ζήτησε να μεταφερθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία για να εργάζεται στη θέση της προσωπικής του βοηθού, θέση την οποία η Αιτήτρια αποδέχτηκε. Υποστήριξε ότι η εν λόγω θέση εργασίας δημιουργήθηκε ειδικά για την Αιτήτρια καθότι δεν υπήρχε ανάγκη εργοδοτούμενου γι’ αυτήν τη θέση στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της εργοδότησης της Αιτήτριας τόσο αυτός όσο και οι συναδέλφοι του δέχονταν συνεχείς ενοχλήσεις από τρίτους (όπως ο πρώην σύζυγος της Αιτήτριας, συγγενείς της Αιτήτριας, αστυνομία, τοκογλύφοι, ιδιοκτήτες παράνομων καζίνων και καταστήματα) στους οποίους όφειλε χρήματα η Αιτήτρια. Ότι αυτές οι παρενοχλήσεις δεν ήταν μόνο το 2018 αλλά ήταν επαναλαμβανόμενες καθ’ όλη τη διάρκεια της εργοδότησης της Αιτήτριας. Σημείωσε ότι η Αιτήτρια στην εργασία της ήταν αφηρημένη, μιλούσε πολλές ώρες στο τηλέφωνο, έκανε λάθη και η απόδοσή της μήνα με τον μήνα χειροτέρευε. Ότι η Αιτήτρια του αποκάλυψε από την αρχή ότι είχε πολλά προσωπικά προβλήματα και του μιλούσε συχνά για τα προβλήματά της. Ότι κάποια από αυτά είχαν σχέση με τον σύζυγό της. Ότι τα σοβαρά προβλήματα με τον σύζυγό της ήταν προς το τέλος του έτους 2017 με αρχές του 2018. Ότι ο πρώην σύζυγος της Αιτήτριας ήταν προβληματικό άτομο και τον καλούσε συχνά στο τηλέφωνο και του ζητούσε χρήματα. Περαιτέρω επισκεπτόταν τα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας ψάχνοντας την Αιτήτρια και όταν δεν την έβρισκε εκεί, απαιτούσε φωνάζοντας και βρίζοντας να του πουν πού είναι η σύζυγός του και ότι όταν την έβρισκε στα γραφεία φώναζε τόσο αυτός όσο και η Αιτήτρια προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στον χώρο εργασίας της Αιτήτριας και αναγκάζονταν να τον διώχνουν ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν την εργασία τους. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε τον είδαν στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας να χειροδικεί εναντίον της Αιτήτριας. Ότι η Αιτήτρια ζητούσε διαρκώς επιπλέον ετήσια άδεια από αυτήν που δικαιούτο (η οποία με βάση τη σύμβαση εργασίας της ήταν 24 ημέρες ετησίως) και απουσίαζε πολύ συχνά με αναρρωτική άδεια επικαλούμενη πάντοτε προβλήματα υγείας τα οποία οφείλοντο, όπως του έλεγε, σε διάφορα προβλήματα και όχι μόνο σε προβλήματα με τον πρώην σύζυγό της. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια ουδέποτε επικαλέστηκε σωματικές βλάβες για την απουσία της από την εργασία της. Ότι απέδιδε την απουσία της από την εργασία της σε λόγους υγείας ή στην κακή ψυχολογική της κατάσταση. Ότι αυτός ενέκρινε όλες τις αιτήσεις που του υπέβαλλε για ετήσια άδεια και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη συχνή απουσία της με αναρρωτική άδεια. Είπε ότι το 2016 η Αιτήτρια έλαβε 53 μέρες ετήσια άδεια και απουσίαζε για 37 μέρες με αναρρωτική άδεια, το 2017 έλαβε 137 μέρες ετήσια άδεια και απουσίαζε για 17 μέρες με αναρρωτική άδεια και για το 2018 από την 01/01/2018 μέχρι τις 21/03/2018 απουσίαζε για 25 μέρες. Προέβαλε τη θέση ότι, αν και είχε αμέτρητους λόγους να το πράξει, δεν έδωσε ποτέ οποιαδήποτε γραπτή παρατήρηση στην Αιτήτρια. Ότι την παρατηρούσε μόνο για τις μέρες που απουσίαζε αδικαιολόγητα και χωρίς άδεια από προηγουμένως και για τη μειωμένη εργασιακή απόδοσή της με τρόπο συμβουλευτικό και όχι με αυστηρές επιπλήξεις.  Κατέθεσε ως Τεκμήρια 9Α και ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία έλαβε το 2013 από συναδέλφους του οι οποίοι του υπέβαλλαν παράπονα για την εργασιακή διαγωγή της Αιτήτριας.  Υποστήριξε ότι η πρώτη συζήτηση με την Αιτήτρια για ενδεχόμενη παραίτησή της έγινε κάποιες μέρες πριν τις 21/03/2018. Ότι οι περισσότερες σχετικές συζητήσεις έγιναν τηλεφωνικώς καθότι, όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο 4, η Αιτήτρια προσήλθε στο γραφείο μόνο την 01/03/2018, την 02/03/2018 και την 13/03/2018.  Ότι η Αιτήτρια κατά τις εν λόγω επικοινωνίες τους του ανέφερε ότι δεν μπορούσε πλέον να εργάζεται λόγω προσωπικών προβλημάτων με τον σύζυγό της και του εξέφρασε την πρόθεσή της να παραιτηθεί. Ότι ζήτησε επιπλέον την άμεση καταβολή του Ταμείου Προνοίας της λόγω των οικονομικών δυσκολιών τις οποίες αντιμετώπιζε. Ότι όταν η Αιτήτρια τον ρώτησε αν υπήρχε περίπτωση να επιστρέψει στην εργασία της στο μέλλον, αυτός της εξήγησε ότι δεν μπορούσε να της υποσχεθεί κάτι τέτοιο και ότι για ενδεχόμενη επαναπρόσληψή της θα έπρεπε να ακολουθήσει την τυπική διαδικασία αίτησης για πρόσληψη στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι την παρότρυνε να επικοινωνήσει η ίδια με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia, ο οποίος ήταν ο μόνος αρμόδιος για τέτοια απόφαση δηλαδή να επανέλθει στην ίδια θέση εργασίας. Ότι ανάλογη ενημέρωση έδωσε και στον πατέρα της Αιτήτριας, ο οποίος τον επισκέφθηκε πριν τις 21/03/2018.  Ήταν η θέση του ότι ούτε ο πατέρας της Αιτήτριας ούτε η Αιτήτρια του ανέφεραν οτιδήποτε για ξυλοδαρμό της από τον πρώην σύζυγό της.  Ότι και οι δύο του ανέφεραν ότι η Αιτήτρια χρειάζεται αμέσως χρήματα και ότι θέλει να παραιτηθεί για να μπορέσει να πάρει τα χρήματα από το Ταμείο Προνοίας της και για να ηρεμήσει καθότι δεν μπορούσε άλλο να εργάζεται. Ότι μετά από τις πιο πάνω συζητήσεις η Αιτήτρια στις 21/03/2018 ήρθε στο γραφείο του και του παρέδωσε την επιστολή παραίτησής της (Τεκμήριο 6), η οποία επιστολή, σημείωσε ότι, ετοιμάστηκε από την Αιτήτρια και όχι από οποιοδήποτε εκπρόσωπο της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι αυτός την ρώτησε αν ήταν σίγουρη για την απόφασή της και αυτή του απάντησε καταφατικά. Ότι η Αιτήτρια ήταν ήρεμη παρά το ότι ήταν λυπημένη και δεν έδειχνε άτομο το οποίο βρισκόταν κάτω από ψυχολογική πίεση ούτε η συμπεριφορά της ήταν τέτοια που να τον ξενίσει.  Ότι η Αιτήτρια του επανέλαβε ότι χρειάζεται τα χρήματα από το Ταμείο Προνοίας της και του ζήτησε να επισπεύσει την πληρωμή του ωφελήματός της. Ότι αυτός της υποσχέθηκε ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να το παραλάβει το συντομότερο δυνατόν.  Ότι οι επιταγές εκδόθηκαν αμέσως παρά το ότι η συνήθης πρακτική είναι να εκδίδονται 15 μέρες μετά το τέλος της μισθοδοσίας που γίνεται στο τέλος του τελευταίου μήνα που εργάστηκε ο εργοδοτούμενος. Ότι στις 23/03/2018 η Αιτήτρια πήγε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας, πήρε τις δύο επιταγές που εκδόθηκαν στο όνομά της για το ωφέλημα που δικαιούτο από το Ταμείο Προνοίας, υπέγραψε το σχετικό έντυπο απαλλαγής χωρίς να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση και τον ευχαρίστησε θερμά για όλα όσα έκανε για εκείνη. Ότι περί τον Φεβρουάριο του 2019 η Αιτήτρια ήρθε στο γραφείο του και του ανακοίνωσε ότι ήταν πλέον καλά και ήθελε να επιστρέψει στην εργασία της. Ότι της εξήγησε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση και της επανέλαβε ότι έπρεπε να υποβάλει επίσημη αίτηση πρόσληψης ώστε να εξεταστεί όταν «ανοίξει» θέση. Ότι αυτή αντέδρασε έντονα λέγοντας του ότι της είχε υποσχεθεί επιστροφή στην εργασία της κάτι το οποίο δεν έγινε.  Ότι την προέτρεψε και πάλι να μιλήσει με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia ο οποίος ήταν ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει για κάτι τέτοιο. Ότι αυτός δεν είχε εξουσία να παρακάμψει τις διαδικασίες και να επαναπροσλάβει την Αιτήτρια χωρίς αίτηση πρόσληψης και χωρίς να υπάρχει κενή θέση εργασίας.  Είπε ότι η Αιτήτρια ούτε υπέβαλε αίτηση για εργοδότηση στην Εργοδότρια Εταιρεία ούτε επικοινώνησε με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia και στη συνέχεια ένα μήνα μετά καταχώρησε την Αίτηση. 

 

Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι η Αιτήτρια το 2018 του πρότεινε ένα λογικό πλάνο για την παραίτησή της και δεν του φάνηκε να μην ήξερε τι έκανε.  Ότι επειδή απουσίαζε πολλές μέρες από την εργασία της εξάντλησε την ετήσια άδειά της μετ’ απολαβών και δεν είχε πλέον να παίρνει μισθό από την Εργοδότρια Εταιρεία για τις μέρες που θα απουσίαζε από την εργασία της. Ότι ήδη είχε πάρει κάποια ποσά έναντι των μισθών της.  Ότι το πλάνο της ήταν να παραιτηθεί, να πάρει έξι μήνες επίδομα ανεργίας, να της δοθεί το Ταμείο Προνοίας της και όταν είναι καλά να επανέλθει στην εργασία της.  Ότι αυτός συμφώνησε με τα δύο πρώτα γιατί η Αιτήτρια ήταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση αλλά σε ό,τι αφορά το τρίτο ζήτημα της εξήγησε ότι δεν είναι στη δικαιοδοσία του να την επαναπροσλάβει και ότι όταν θα είναι έτοιμη να επανέλθει θα πρέπει να ακολουθήσει τις διαδικασίες προσλήψεως της Εργοδότριας Εταιρείας.  Ισχυρίστηκε ότι την παρότρυνε να μιλήσει με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia ο οποίος ήταν ο μόνος που μπορούσε να της υποσχεθεί ότι θα της δώσει πίσω τη θέση εργασίας της όταν αυτή θα είναι έτοιμη να επιστρέψει. Υποστήριξε ότι αυτός μπορούσε να κρατήσει την Αιτήτρια στη θέση της μόνο στην περίπτωση που η Αιτήτρια δεν υπέβαλε παραίτηση και ότι η θέση εργασίας της Αιτήτριας δεν θα καταργείτο αν η Αιτήτρια παρέμενε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι αν η Αιτήτρια συνέχιζε να μην έρχεται στην εργασία της αυτός θα το ανεχόταν όπως το ανεχόταν τόσα χρόνια αλλά η Αιτήτρια δεν θα έπαιρνε το Ταμείο Προνοίας της ούτε επίδομα ανεργίας. Ανέφερε ότι δεν αρνήθηκε ότι η Αιτήτρια το 2018 δεν ήταν καλά και είπε ότι αυτό που λέει είναι ότι όταν ήρθε η Αιτήτρια στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 21/03/2018 ήταν μεν λυπημένη αλλά ήταν καλά, χωρίς εκδορές και σε καμία περίπτωση δεν έδειχνε, όπως ανέφερε η Αιτήτρια, ότι δεν ήξερε τι έκανε. Τόνισε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία η Αιτήτρια οδήγησε μόνη της το αυτοκίνητό της και ήλθε από τον Αρακαπά στη Λεμεσό. Σημείωσε ότι για την απουσία της Αιτήτριας τον Μάρτιο του 2018 ανεπίσημα ήξερε τηλεφωνικώς ότι είχε προβλήματα και θα απουσίαζε από την δουλειά της και ότι επίσημα δεν είχε οτιδήποτε γραπτώς, είτε από την ίδια, είτε από κάποιον γιατρό, είτε από την αστυνομία, ότι υπήρξε περιστατικό ξυλοδαρμού της Αιτητριας.  Ότι ο πατέρας της Αιτήτριας όταν ήρθε στο γραφείο του συζήτησαν «τα οικονομικά» και το θέμα αν θα επανέλθει στην εργασία της η Αιτήτρια. Επέμενε ότι η Αιτήτρια στις 21/03/2018 πήγε στο γραφείο του για να δώσει παραίτηση και ότι δεν φαινόταν χτυπημένη ή ότι δεν είχε γνώση τι έκανε.  Ότι η Αιτήτρια στις 21/03/2018 δεν πήγε να εργαστεί και ότι όλες οι συζητήσεις για την παραίτησή της έγιναν πριν τις 21/03/2018. Απέρριψε υποβολές ότι στις 21/03/2018 (α) εκμεταλλευόμενος την κακή κατάσταση στην οποία ήταν η Αιτήτρια και την εμπιστοσύνη που έδειξε στο πρόσωπό του της ζήτησε να παραιτηθεί λέγοντας της ότι θα την επαναπροσλάβουν στην ίδια θέση με τον ίδιο μισθό και (β) στην ουσία ξεγέλασε την Αιτήτρια να υποβάλει παραίτηση.  Είπε ότι μία από τις δύο επιταγές που εκδόθηκε για το ωφέλημα του Ταμείου Προνοίας της Αιτήτριας (αυτή που ήταν για το ποσό των €3.144,49) δόθηκε πίσω στην Εργοδότρια Εταιρεία αφού υπογράφηκε από την Αιτήτρια προς εξόφληση των χρημάτων που χρωστούσε η Αιτήτρια στην Εργοδότρια Εταιρεία.  Απέρριψε υποβολές ότι πίεσε την Αιτήτρια να παραιτηθεί γιατί εξαντλήθηκε η υπομονή του με τα προβλήματά της και η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να την ανεχτεί άλλο. Αρνήθηκε ότι αυτός πρότεινε στην Αιτήτρια να παραιτηθεί. 

 

Νομική Πτυχή

 

Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της είτε με την απόλυση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη είτε με την παραίτηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του είτε μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου.

 

Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτούμενου χωρίς (1) την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά ή (2) την επίδειξη συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου. Διαφορετικά η παραίτηση του εργοδοτουμένου θεωρείται ότι έγινε λόγω υπαιτιότητας του εργοδότη. Στην πρώτη περίπτωση θεωρείται ως αναγκαστική παραίτηση (enforced resignation) και στη δεύτερη ως εξαναγκασμός σε παραίτηση (constructive dismissal).

 

Στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε λόγω της διαγωγής του εργοδότη και/ή εξ υπαιτιότητας του εργοδότη, ο εργοδοτούμενος δικαιούται δυνάμει του Νόμου σε αποζημιώσεις όπως αυτές καθορίζονται στις περιπτώσεις που η απόλυση ενός εργοδοτουμένου από τον εργοδότη κρίνεται ως παράνομη και αδικαιολόγητη ενώ στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 5th Edition (2014), Vol.41, para.762 σημειώνονται τα εξής:

 

 “There can be no claim of dismissal if on the facts of the case the employee terminated employment by resigning (unless it is a case of constructive dismissal or of the employee being forced to resign under the threat of dismissal or some other pressure)”[6].     

 

Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει παραιτηθεί λόγω υπαιτιότητας του εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι ποιος στην πραγματικότητα τερμάτισε την εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Martin v. Glynwed Distribution Ltd [1983] ICR 511 το Court of Appeal σημείωσε ότι το εν λόγω ζήτημα είναι πραγματικό και αποφασίζεται από το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Ο Sir John Donaldson MR στην εν λόγω απόφαση έθεσε το ζήτημα ως εξής:

  

“Whatever the respective actions of the employer and the employee at the time when the contract of employment is terminated, at the end of the day the questions always remains the same, ‘Who really ended the contract of employment?’”

 

 

Στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Δηλαδή κατά πόσον τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς ή ότι ο εργοδότης ήταν που τον ανάγκασε να παραιτηθεί και/ή τον απέλυσε. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία πάντα κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά την κατ’ ισχυρισμό δήλωση παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση[7].

 

 Στις περιπτώσεις που η γλώσσα και οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν είναι σαφείς και ξεκάθαρες ως προς το τι σημαίνουν τότε το Δικαστήριο δέχεται ότι οι εν λόγω φράσεις είχαν τη συνήθη γραμματική έννοιά τους και καταλήγει στο ανάλογο εύρημα. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία πριν την απόφαση Omar v. Epping Forest District Citizens Advice [2024] IRLR 92 σε κάποιες περιπτώσεις όταν υπάρχει κάτι στις περιβάλλουσες συνθήκες, ή υπήρχε κάποια ειδική περίσταση  (όπως π.χ. ανώριμος εργοδοτούμενος, απόφαση που πάρθηκε εν βρασμώ ψυχής ή κάτω από υπερβολική συναισθηματική ή άλλη πίεση) που δεικνύει ότι ήταν παράλογο για τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί τις φράσεις ως ειπώθηκαν, τότε ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι όντως ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος εννοούσε αυτά που έχει πει[8].

Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση Αρ. 125/2019 Pop Life Electric Ltd v. Χριστοδούλου ημερ. 16/07/2025 όπου, αφού  υιοθετήθηκαν οι πιο πάνω αρχές της αγγλικής νομολογίας, έγινε εκτενής αναφορά στην απόφαση Omar v. Epping Forest District Citizens Advice (πιο πάνω). Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα:

 

«Με το ζήτημα της αξιολόγησης μονομερών δηλώσεων απόλυσης ή παραίτησης ενός εργαζόμενου, ασχολήθηκε το αγγλικό Εφετείο Εργατικών Διαφορών (Employment Appeal Tribunal - EAT), στην πρόσφατη απόφαση του Omar v Epping Forest District Citizens Advice [2023] EAT 132, 2 Nov 2023. Στην εν λόγω υπόθεση, εργαζόμενος παραιτήθηκε εν θερμώ από την εργασία του, μετά από διαπληκτισμό με τον διευθυντή του. Σε δύο προηγούμενες περιπτώσεις, όταν είχε και πάλι παραιτηθεί εν θερμώ, επέστρεψε πίσω στην εργασία του, με την σύμφωνο γνώμη των εργοδοτών του. Μετά την τελευταία παραίτηση και αργότερα την ίδια ημέρα, αναγνωρίστηκε ότι ο εργοδοτούμενος επιθυμούσε να συνεχίσει την εργασία του. Οι εργοδότες αποδέχθηκαν την επιστροφή του, αλλά αυτή την φορά σε διαφορετική θέση από αυτή που εργαζόταν αρχικά. Ωστόσο, ο διευθυντής του δεν ήθελε πλέον να συνεργαστεί μαζί του και αποφάσισε ότι η παραίτησή του θα είχε ισχύ, αποσύροντας έτσι την προσφορά εναλλακτικής θέσης εργασίας.

 

Ο εργοδοτούμενος κίνησε δικαστικές διαδικασίες ενώπιον του αγγλικού Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (Employment Tribunal) για καταχρηστική και παράνομη απόλυση, με το σκεπτικό ότι δεν είχε παραιτηθεί. Υποστήριξε ότι η περίπτωση ενέπιπτε στην «εξαίρεση ειδικών περιστάσεων» που δεν δικαιολογούσε αποδοχή της παραίτησης.

 

Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (The Employment Tribunal) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εργοδοτούμενος είχε τερματίσει μονομερώς την απασχόλησή του με την παραίτησή του, και απέρριψε τις αξιώσεις του για αποζημιώσεις. Ο εργοδοτούμενος άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Εργατικών Διαφορών (Employment Appeal Tribunal - EAT).

 

Το EAT έκρινε ότι το ζήτημα της παραίτησης ενός εργαζομένου πρέπει να καθορίζεται αντικειμενικά από τη σκοπιά ενός λογικού παρευρισκόμενου που βλέπει το ζήτημα ως να ήταν ο εργοδότης. Λέχθηκε ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει «εξαίρεση ειδικών περιστάσεων» όπως καθορίζεται στο αγγλικό δίκαιο. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες η καταγγελία ή η παραίτηση, γίνεται στο πλαίσιο της απασχόλησης.

 

Το EAT κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει το πραγματικό ζήτημα, ήτοι κατά πόσον η δήλωση παραίτησης ήταν σκόπιμη, αφού δεν αξιολόγησε όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η έφεση ήταν επιτυχής και η υπόθεση επιστράφηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών για πλήρη επανεκδίκαση.

 

Παραθέτουμε πιο κάτω τις βασικές αρχές που το EAT παραθέτει στην πιο πάνω υπόθεση Omar v Epping Forest District Citizens Advice, και τις οποίες το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον μια δήλωση αποσκοπούσε σε εκδήλωση πραγματικής πρόθεσης για απόλυση ή παραίτηση:  

•        Μια ειδοποίηση παραίτησης ή απόλυσης δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς. Ο κοινοποιών δεν μπορεί να αλλάξει γνώμη εκτός εάν συμφωνήσει και το άλλο μέρος.

•        Οι δηλώσεις που ενδεχομένως αποτελούν πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης, πρέπει να ερμηνεύονται αντικειμενικά σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες συμβατικής ερμηνείας, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης.

•        Οι σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης περιλαμβάνουν «απολύτως οτιδήποτε που ήταν ευλόγως διαθέσιμο στα μέρη» (absolutely anything that was reasonable available to the parties), δηλαδή ό,τι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, και το οποίο θα επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο η χρησιμοποιούμενη γλώσσα στην δήλωση απόλυσης ή παραίτησης, θα είχε γίνει κατανοητή στην άλλη πλευρά.

•        Η οπτική γωνία από την οποία πρέπει να κριθούν οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, είναι αυτή του μέσου λογικού παρατηρητή, ο οποίος τοποθετείται στη θέση του παραλήπτη της δήλωσης.

•        Πρέπει να είναι αντικειμενικά προφανές σε ένα μέσο λογικό παρευρισκόμενο παρατηρητή ότι (i) το μέρος που προβαίνει στην δήλωση χρησιμοποίησε λέξεις που αποτελούσαν πραγματική πρόθεση άμεσης απόλυσης ή παραίτησης. Δεν αρκεί απλά να εκφράζεται μελλοντική πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης· ii) η απόλυση ή η παραίτηση πρέπει να είναι  "σοβαρά εννοούμενη", "με σοβαρή πρόθεση" ή "συνειδητή και ορθολογιστική". Δεν αποτελεί, ωστόσο, μέρος των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη ότι η παραίτηση/απόλυση θα πρέπει να είναι «ορθολογιστική» με την έννοια ότι φαντάζει λογική. Μπορεί να είναι εντελώς παράλογο για τον εργαζόμενο να παραιτηθεί ή τον εργοδότη να απολύσει, αλλά αυτό είναι άσχετο εάν προκύπτει εύλογα από τα λεχθέντα ότι αυτή ήταν αντικειμενικά, η πραγματική πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στην δήλωση.

•        Το κρίσιμο χρονικό σημείο για την αντικειμενική εκτίμηση ως προς το αν η δήλωση καταδεικνύει εύλογα ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης, είναι το σημείο έκφρασης της δήλωσης.  Ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία από μεταγενέστερα γεγονότα είναι αποδεκτά στο βαθμό που είναι συναφή και φωτίζουν αντικειμενικά, το κατά πόσον η παραίτηση/απόλυση ήταν η πραγματική πρόθεση την συγκεκριμένη στιγμή. Δεν υπάρχει όριο στο κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την υποτιθέμενη παραίτηση/απόλυση που θα μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο. Ωστόσο, η κοινή λογική προτείνει ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος που πέρασε, τόσο πιο πιθανό είναι, οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο να μην συνιστά απόδειξη της πρόθεσης του ατόμου εκείνη τη στιγμή, αλλά, μάλλον, μιας επακόλουθης ανεπίτρεπτης αλλαγής γνώμης.

•        Οι περιστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι, αντικειμενικά, ο προβαίνων στην δήλωση δεν είχε την απαραίτητη πραγματική πρόθεση απόλυσης ή παραίτησης, περιλαμβάνουν και το στοιχείο να ήταν θυμωμένος, βιαστικός ή να βρισκόταν υπό ακραία πίεση από το άλλο μέρος. Ωστόσο, αυτές οι περιστάσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι η δήλωση δεν καταδεικνύει την πραγματική πρόθεση και εναπόκειται πάντα στο δικαστήριο να κρίνει ως πραγματικό γεγονός την πρόθεση του δηλώσαντος, αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.

•        Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για τις προφορικές και τις γραπτές ειδοποιήσεις παραίτησης ή απόλυσης. Εντούτοις, η γραπτή ειδοποίηση, καταδεικνύει έναν βαθμό σκέψης και επιμέλειας. Ως αποτέλεσμα, σε γραπτές δηλώσεις απόλυσης/παραίτησης όταν καθορίζεται σαφώς η πρόθεση του δηλώσαντος, καθίσταται λιγότερο πιθανό να υπάρχουν περιστάσεις οι οποίες, αντικειμενικά, θα οδηγούσαν τον μέσο λογικό παρατηρητή στο συμπέρασμα ότι η γραπτή ειδοποίηση δεν αποσκοπούσε πραγματικά στην απόλυση ή παραίτηση.»

 

 

Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, February 2018, στην παράγραφο [248] συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα:

 

“To sum up, the preponderance of authority in relation to ambiguous statements is in favour of the objective view, ie that the issue is how a reasonable listener would have construed the words used in all the circumstances of the case. In relation, however, to unambiguous statements, we seem to have a combined test – one starts from the subjective position that the speaker has to take the consequences of clear words being taken at face value, even if a reasonable listener might not have done so, but this is subject to a power in an ET in certain atypical cases (short of a formal “exceptional circumstances” exception) to look further to see if the resignation/dismissal  in question was really meant, taking into account the surrounding circumstances; however there is no obligation on an EAT to go this far off its own bat.”       

 

Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι μια παραίτηση ή μια απόλυση από τη στιγμή που γίνουν δεν μπορούν μονομερώς να ανακληθούν καθότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης τερματίζεται και η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου η οποία δεν μπορεί να αναβιώσει εκτός με τη συγκατάθεση και τη συμφωνία και των δύο μερών (Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 703, Tanner v. Kean Ltd (1978) IRLR 110). Γι’ αυτό τον λόγο τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τις αμφισβητούμενες πράξεις θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσον αποτελούν γεγονότα που επεξηγούν τις αμφισβητούμενες πράξεις ή κατά πόσον αντικατοπτρίζουν διαφοροποίηση και αλλαγή των προηγούμενων ενεργειών των εμπλεκομένων μερών.

   

Στην απόφαση Elbee Co v. Efstathiou [1989] 1 CLR 448, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις καθοδηγητικές νομικές αρχές που καθιέρωσε το Αγγλικό Εφετείο για τις υποθέσεις εξαναγκασμού σε παραίτηση στην υπόθεση  Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp [1978] 1 ALL E.R. 713. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται τα εξής:

 

“……. if the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance.  If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer’s conduct.  He is constructively dismissed ….”

 

            Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία [1992] 1 (Β) ΑΑΔ 98  αναφέρονται τ’ ακόλουθα:

 

«Το άρθρο 7(1) του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη.  Στην Alouet Clothing v. Athanasiou (1988) 1 CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7(1) του νόμου.  Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7(1).  Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη – εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη – εργοδοτούμενου ….».

           

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφασή του σημείωσε ότι η πρόσαψη ανυπόστατων κατηγοριών εκ μέρους του εργοδότη για διάπραξη εγκλήματος/παραπτώματος και η απειλή για διαπόμπευση του εργοδοτουμένου συνιστά απαράδεκτη διαγωγή εργοδότη, που δεν μπορεί να αναμένεται να γίνει ανεκτή από τον εργοδοτούμενο.

 

Παραβίαση από την πλευρά του εργοδότη ενός ρητού ή ενός εξυπακουόμενου όρου της σύμβασης εργασίας θεωρείται, στην περίπτωση που είναι αρκετά σοβαρή[9], ως διαγωγή που δικαιολογεί παραίτηση του εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι κατά πόσον η εν λόγω παράβαση είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί συμπέρασμα εξαναγκασμού σε παραίτηση αποτελεί ζήτημα γεγονότων και βαθμού[10].

 

Ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση[11]. Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Malik v. BCCI (1997) 4 ALL E.R. 1 o Lord Steyn ανέφερε ότι ο εργοδότης δεν πρέπει παράλογα και χωρίς νόμιμη αιτία να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου τονίζοντας ότι ο εν λόγω εξυπακουόμενος όρος έχει διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει τη μεγάλη ποικιλία των περιπτώσεων στις οποίες πρέπει να τηρηθεί μια ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του εργοδότη στο να διευθύνει, να οργανώνει και να λειτουργεί την επιχείρησή του όπως αυτός κρίνει ορθό και των συμφερόντων του εργοδοτουμένου να μην τον εκμεταλλεύονται άδικα και αντικανονικά. Ως εκ τούτου όταν ένας εργοδότης έχει ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει καταστρέψει την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης και πίστης με αποτέλεσμα να καθίσταται η συνέχιση της εργασιακής σχέσης αδύνατη, ένας εργοδοτούμενος μπορεί να παραιτηθεί και να ισχυριστεί ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω επίδειξης από τον εργοδότη συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη εργοδοτουμένου[12]. Στην υπόθεση Morrow v. Safeway Stores plc [2002] IRLR 9 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω:

 

In general terms, a finding that there has been conduct which amounts to a breach of the implied term of trust and confidence will mean, inevitably, that there has been a fundamental or repudiatory breach going necessarily to the root of the contract.”

 

 Το κατά πόσον η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά συμπεριφορά που δικαιολογεί την υποβολή παραίτησης από την πλευρά του εργοδοτουμένου κρίνεται εκτιμώντας αντικειμενικά τα δεδομένα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης[13]. Οι υποκειμενικές ευαισθησίες του εργοδοτουμένου δεν λαμβάνονται υπόψη. Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του Croft v. Consignia plc [2002] IRLR 851 διευκρίνισε ότι ο όρος αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης παραβιάζεται μόνο από πράξεις και/ή παραλείψεις που βλάπτουν σοβαρά ή καταστρέφουν την αναγκαία πίστη και εμπιστοσύνη και ότι και οι δύο πλευρές αναμένονται να απορροφούν και να αντέχουν μικρότερα χτυπήματα[14]. Στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, Εκδόσεις Χρυσαφίνη και Πολυβίου, 2018, στη σελίδα 470 σημειώνεται ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ επουσιωδών παραβάσεων ή παραβάσεων που απλώς θίγουν ευαισθησίες αφενός και σοβαρών πράξεων/παραλείψεων/παραβάσεων που πραγματικά και αντικειμενικά κλονίζουν τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ του εργοδότη και εργοδοτουμένου.

 

 Σημειώνουμε ότι συνιστά πάγια νομολογημένη αρχή στην αγγλική νομολογία ότι στις περιπτώσεις που η παραίτηση του εργοδοτουμένου  υποβάλλεται μετά από σχετική ρητή πρόσκληση του εργοδότη ο οποίος έχει καταστήσει σαφές στον εργοδοτούμενο ότι η μεταξύ τους εργασιακή σχέση δεν έχει μέλλον ή ότι θα απολυθεί με δυσμενείς συνέπειες για αυτόν στην περίπτωση που δεν παραιτηθεί, συνιστά απόλυση του εργοδοτουμένου καθότι η βούληση για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης προήλθε από την εργοδοτική πλευρά[15] και ο εργοδότης θα πρέπει να δικαιολογήσει τον τερματισμό των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου. Στην υπόθεση East Sussex Country Council v. Walker [1972] ITR 280 λέχθηκαν τακόλουθα:

 

“...if an employee is told that she is not longer required in her employment and is expressly invited to resign, a court of law is entitled to come to the conclusion that, as a matter of common sense, the employee was dismissed. Suppose that the employer says to the employee, “Your job is finished. I will give you the opportunity to resign. If you don’t, you will be sacked”. How, we would ask, is it possible to reach a conclusion other than that the employee is being terminated by the employer, even though the employee takes the first and more respectable alternative of signing a letter of resignation rather than being the recipient of a letter of dismissal? We fell that in such circumstances there really can be no other conclusion that the employer terminated the contract.

 

Στο σύγγραμμα IDS, Unfair Dismissal, Employment Law Handbook, Thomson Reuters, 2010 στη σελίδα 12 σημειώνεται ότι δεν είναι απαραίτητο η πρόσκληση στον εργοδοτουμένο να παραιτηθεί να συνιστά απειλή ή εξαναγκασμό αλλά όταν η συμπεριφορά του εργοδότη είναι πιεστική και δεν αφήνει στον εργοδοτούμενο οποιοδήποτε περιθώριο συζήτησης τότε το πιο πιθανό είναι η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο να συνιστά απόλυση του εργοδοτουμένου και δίνονται τα δύο πιο κάτω παραδείγματα υποθέσεων:

 

In Bickerton v. Inver House Distillers Ltd EAT 656/91 an employee was told that she had no future with her employer and that she would be dismissed at the end of the week. If, however, she chose to resign she would be allowed to remain in employment for a further four months and would then receive a lump sum by way of compensation. She was given no time to consider this offer and her employer insisted that she write the resignation letter immediately. The EAT held that this amounted to an express dismissal. Similarly, in Rentokill Ltd v. Morgan  EAT 703/95 the employee was told he was going to be dismissed with immediate effect but was offered a non negotiable severance package that included one year’s pay in lieu of notice on condition that he sign a letter of resignation. The EAT upheld the tribunal’s finding that it was the employer’s decision to dismiss, not the letter of resignation, that had terminated the employment.”                           

 

Υπάρχουν και περιπτώσεις που ενώ ο εργοδότης εξασκεί κάποια πίεση στον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί οι υπόλοιπες περιστάσεις της υπόθεσης (όπως π.χ. ο εργοδοτούμενος δεν παραιτήθηκε μόλις του ειπώθηκε ότι θα τερματιστεί η εργοδότησή του αλλά μετά από κάποιες συζητήσεις / διαπραγματεύσεις) οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε οικειοθελώς[16] και όχι αναγκαστικώς. Στην υπόθεση Sheffield v. Oxford Controls Company Limited [1979] IRLR 133 όπου, μετά που ο εργοδότης είπε στον εργοδοτουμένο ότι αν δεν παραιτηθεί από μόνος του θα απολυθεί, διεξήχθηκαν συζητήσεις μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου οι οποίες οδήγησαν στην υπογραφή συμφωνίας να παραιτηθεί με αντάλλαγμα την πληρωμή κάποιων ποσών κρίθηκε από το Employment Appeal Tribunal ότι δεν υπήρξε απόλυση του εργοδοτουμένου. Στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι ο λόγος που οδήγησε τον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί ήταν η ικανοποιητική συμφωνία που είχε συνάψει με τον εργοδότη του και όχι η απειλή για απόλυση και τέθηκαν οι αρχές της διάκρισης μεταξύ μιας γνήσιας οικειοθελούς παραίτησης και μια αναγκαστικής παραίτησης[17]. Δεν οδηγούν όλες οι συμφωνηθείσες μετά από διαπραγματεύσεις πληρωμές για τερματισμό της εργασιακής σχέσης στο συμπέρασμα οικειοθελούς παραίτησης. Στη Sandhu v. Jan de Rijk Transport Ltd [2007] ICR 1137 ο εργοδότης είχε αποφασίσει ότι ο εργοδοτούμενος θα απολυόταν λόγω επίδειξης κακής εργασιακής διαγωγής και γι΄ αυτό τον λόγο ο εργοδοτούμενος κλήθηκε να παρευρεθεί σε συνάντηση με τον εργοδότη του χωρίς να πληροφορηθεί είτε για τον σκοπό της συνάντησης είτε για τις κατηγορίες που τον βάρυναν. Ο εργοδότης στην αρχή της συνάντησης τον πληροφόρησε ότι απολύεται. Ο εργοδοτούμενος διαπραγματεύτηκε το πακέτο πληρωμής του και συμφωνήθηκε όπως του δοθούν τρεις μήνες επιπλέον μισθοί και χρήση του εταιρικού αυτοκινήτου για κάποια περίοδο. Το Court of Appeal αφού έλαβε υπόψη του ότι (1) οι συζητήσεις έγιναν υπό την πίεση της ανακοίνωσης ότι απολύεται κατά τη διάρκεια μίας μόνο συνάντησης χωρίς να έχει την ευκαιρία ο εργοδοτούμενος να σκεφτεί τις επιλογές του και να λάβει ανεξάρτητη συμβουλή σχετικά με τα δικαιώματά του και (2) το ποσό που πήρε ο εργοδοτούμενος δεν ήταν σημαντικό, έκρινε ότι ο εργοδοτούμενος δεν απολύθηκε οικειοθελώς μετά που συμφώνησε το πακέτο πληρωμής του. Στην Jones v. MidGlamorgan County Council [1997] ICR 815 σημειώθηκε ότι τα δικαστήρια εργατικών διαφορών, από τις πρώτες μέρες που δημιουργήθηκε η δικαιοδοσία της άδικης και παράνομης απόλυσης (unfair dismissal), ήταν πρόθυμα όταν αντιμετώπιζαν μια εμφανή περίπτωση παραίτησης να εξετάσουν την ουσία του τερματισμού της εργασιακής σχέσης με σκοπό να αποφανθούν κατά πόσον ο βαθμός της πίεσης που εξασκήθηκε από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί ή να συμφωνήσει να αφυπηρετήσει εθελοντικά συνιστούσε στην πραγματικότητα απόλυση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη.  Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι η πιο πάνω αρχή εξετάζεται είτε ως μια περίσταση που μπορεί να οδηγήσει σε εξαναγκασμό του εργοδοτουμένου σε παραίτηση είτε ως περίπτωση απευθείας απόλυσης και ότι είναι μια ευέλικτη αρχή που είναι πρόθυμη να αναγνωρίσει σε όλες τις περιπτώσεις ότι μια παραίτηση ή εθελοντική αφυπηρέτηση είναι στην ουσία απόλυση όταν κάτι τέτοιο διαπιστωθεί, αλλά δεν θεωρεί αυτόματα ότι οποιαδήποτε παραίτηση έχει επηρεαστεί από πίεση ή ενθάρρυνση από τον εργοδότη συνιστά απόλυση. Αφού γίνεται αναφορά στα δύο αντίθετα άκρα του πεδίου των περιπτώσεων που είναι από τη μια η περίπτωση που ο εργοδότης λέει στον εργοδοτούμενο «παραιτήσου ή θα απολυθείς» και από την άλλη, η περίπτωση που υπάρχει συμφωνία μετά από διαπραγματεύσεις, σημειώνεται ότι ανάμεσα στις δύο αυτές περιπτώσεις υπάρχουν πολλές συζητήσιμες περιπτώσεις οι οποίες ανάλογα με τις δικές τους περιστάσεις τα εργατικά δικαστήρια καλούνται να εφαρμόσουν την εξειδίκευσή τους ώστε να διακρίνουν κατά πόσο η περίπτωση συνιστά γνήσια οικειοθελή παραίτηση ή αναγκαστική παραίτηση λόγω απειλών.

 

Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται όταν είναι αντιμέτωπος με πειθαρχικές διαδικασίες λόγω διάπραξης παραπτώματος προτιμώντας να παραιτηθεί αντί να υποστεί τις συνέπειες της απόλυσης, η παραίτηση του νοουμένου ότι υποβλήθηκε με την ελεύθερη βούλησή του και αποτελεί προϊόν δικής του επιλογής θεωρείται ότι συνιστά οικειοθελή αποχώρηση[18]. Στην Staffordshire County Council v. Donovan [1981] IRLR 108 η εργοδοτούμενη συμφώνησε να παραιτηθεί ενόσω εκκρεμούσε πειθαρχική διαδικασία εναντίον της μετά από διαπραγματεύσεις με τον εργοδότη υπό τον όρο ότι ο εργοδότης θα της έδινε πιστοποιητικό σύστασης και απολαβές έξι μηνών ως αποζημίωση. Το EAT αποφάσισε ότι η παραίτηση της εργοδοτουμένης δεν συνιστούσε απόλυση αφού δεν υπήρχε απειλή για απόλυση καθότι η εναλλακτική της παραίτησης ήταν η συμπλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας. Στην Logan Salton v. Durham County Council [1989] IRLR 99 όπου ο εργοδοτουμένος τερμάτισε την απασχόλησή του με αμοιβαία συμφωνία που επιτεύχθηκε μετά από διαπραγματεύσεις όταν αντιμετώπιζε πειθαρχική διαδικασία κατά την οποία η σύσταση για άμεση απόλυσή του θα εξεταζόταν, αποφασίστηκε ότι η απασχόληση του εργοδοτουμένου τερματίστηκε με αμοιβαία συγκατάθεση των δύο μερών σύμφωνα με τους όρους μιας έγκυρης συμφωνίας η οποία επιτεύχθηκε (1) ελεύθερα χωρίς οποιαδήποτε πίεση και (2) με καλό αντάλλαγμα (ο εργοδοτούμενος είχε επωφεληθεί με οικονομικό αντάλλαγμα).  

        

Ανάλυση μαρτυρίας - Κατάληξη

 

Από το σύνολο του ενώπιόν μας μαρτυρικού υλικού προκύπτουν ως αναντίλεκτα γεγονότα τα πιο κάτω:

 

(1)          Ο πατέρας της Αιτήτριας πριν τις 21/03/2018 συναντήθηκε με τον κ. Δημητριάδη στο γραφείο του στην Εργοδότρια Εταιρεία και κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης συζητήθηκαν κάποια θέματα που αφορούσαν την Αιτήτρια και την απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία.

(2)          Η Αιτήτρια για κάποιο χρονικό διάστημα πριν τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης της με την Εργοδότρια Εταιρεία λόγω προσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε απουσίαζε για αρκετές μέρες από την εργασία της είτε με άδεια ασθενείας είτε με ετήσια άδεια είτε άλλως πως. Ότι οποτεδήποτε ζητούσε από τoν κ. Δημητριάδη άδεια να απουσιάσει από την εργασία της ο κ. Δημητριάδης αποδεχόταν το αίτημά της. Ότι οποτεδήποτε υπέβαλε αίτηση για ετήσια άδεια και/ή άδεια ασθενείας ο κ. Δημητριάδης την ενέκρινε. Ότι όταν ξεπερνούσε το όριο των ημερών των ετησίων αδειών που δικαιούτο με βάση τη σύμβαση εργασίας της για τις επιπλέον μέρες που απουσίαζε από την εργασία της δεν της καταβαλλόταν αντιμισθία[19] .  

(3)          H Εργοδότρια Εταιρεία μετά από παράκληση της Αιτήτριας κατέβαλε στην Αιτήτρια το 2014 το συνολικό ποσό των €17,000 για να αντιμετωπιστεί ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας του αδελφού της και κάθε μήνα η Εργοδότρια Εταιρεία της απέκοπτε ένα ποσό από τον μηνιαίο μισθό της (Tεκμήριο 2).

(4)          Η Αιτήτρια είχε διοργανώσει μια προσωπική εκδήλωση σε κάποιο χώρο της Εργοδότριας Εταιρείας και είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Αιτήτριας και της Εργοδότριας Εταιρείας όπως κάθε μήνα η Εργοδότρια Εταιρεία της αποκόπτει ένα ποσό από τον μισθό της ώστε να εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό από αυτήν στην Εργοδότρια Εταιρεία για την λόγω εκδήλωση.

(5)       Στις 23/03/2018 η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στην Αιτήτρια δύο επιταγές από το Ταμείο Προνοίας Faloremo Trading Ltd ημερ. 22/03/2018 (μέρος του Τεκμηρίου 10) για το συνολικό ποσό των €9.245,82 (η μια για το ποσό των €6.101,33 και η άλλη για το ποσό των €3.144,49) το οποίο ήταν το ωφέλημα που δικαιούτο από το Ταμείο Προνοίας της Εργοδότριας Εταιρείας λόγω του τερματισμού της μεταξύ της Αιτήτριας και της Εργοδότριας Εταιρείας εργασιακής σχέσης και υπέγραψε έγγραφο (μέρος του Τεκμηρίου 10) στο οποίο αναγραφόταν ότι (α) έλαβε το πιο πάνω συνολικό ποσό ως αποτέλεσμα της άμεσης παραίτησής της από την Εργοδότρια Εταιρεία προς πλήρη ικανοποίησή της και (β) δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας, της διοίκησης και των διευθυντών της, σχετικά με τον τερματισμό της απασχόλησής της ή οποιαδήποτε άλλη απαίτηση οποιασδήποτε φύσης[20]. Η Αιτήτρια οπισθογράφησε την επιταγή για το ποσό των €3.144,49 και την παρέδωσε στον κ. Δημητριάδη ώστε να εξοφληθούν οι οφειλές της προς την Εργοδότρια Εταιρεία.

 

Η μαρτυρία της Αιτήτριας και του πατέρα της η οποία δόθηκε προς υποστήριξη της εκδοχής της Αιτήτριας δεν μας έχει ικανοποιήσει στα ουσιαστικά για την υπόθεσή της στοιχεία ως προς την αλήθεια των λεγομένων τους. Και εξηγούμε.

 

 Η Αιτήτρια αντεξεταζόμενη αρχικά είπε ότι δεν θυμάται αν η Εργοδότρια Εταιρεία εξέδιδε ένα έντυπο για τον κάθε υπάλληλο στο οποίο αναγράφονταν οι ώρες που προσερχόταν ο κάθε υπάλληλος στην εργασία του και οι ώρες που αποχωρούσε από την εργασία του ο κάθε υπάλληλος ανάλογα με το πότε ο κάθε υπάλληλος χτυπούσε την κάρτα του, αλλά όταν της υποδείχτηκε το Τεκμήριο 4 το οποίο αποτελείται από δέσμη εγγράφων που φέρουν τον τίτλο «Timesheet Report» για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2018 στο οποίο φαίνονται τα χτυπήματα της δικής της κάρτας κατά την προσέλευσή της στην εργασία της και κατά την αποχώρησή της από την εργασία της είπε ότι το αναγνωρίζει. Σε ερώτηση πόσες μέρες εργάστηκε τον Μάρτιο του 2018 απάντησε ότι δεν θυμάται σημειώνοντας μόνο ότι «πάντως δεν τελείωσε ο μήνας» και όταν της υποβλήθηκε ότι εργάστηκε μόνο τρεις μέρες ζήτησε να της υποδειχτεί το Τεκμήριο 4 και αφού το είδε απάντησε «Οκ. Δούλεψα τρεις μέρες. Τότε γιατί ο μισθός μου ήταν, αφού δούλεψα τρεις μέρες, γιατί ο μισθός μου ήταν για πιο πολλές μέρες ας πούμε;». Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον Μάρτιο του 2018 για να την βοηθήσει της κατέβαλε επιπλέον ποσά «στρογγυλοποιώντας» τον μηνιαίο μισθό που δικαιούτο προς τα πάνω και δίνοντας της και την αναλογία του 13ου μισθού της απάντησε υπεκφεύγοντας λέγοντας «Συγνώμη, έχω πει εγώ ποτέ από την ώρα που ήρθα εδώ ότι έχω κάποιο παράπονο με όλα αυτά τα …..τη βοήθεια. Ακούσετε με να πω ότι δεν βοηθήθηκα; Είναι αυτό το πρόβλημα μου εμένα;». Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια στη γραπτή δήλωσή της ισχυριζόταν ότι δεν της δόθηκε η αναλογία του 13ου μισθού της. Η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της δεν ανέφερε με ποιο τρόπο ο κ. Δημητριάδης πριν τις 21/03/2018 είχε λάβει γνώση για τον ξυλοδαρμό της από τον πρώην σύζυγό της. Κατά την αντεξέτασή της σε υποβολή ότι ο κ. Δημητριάδης, αν και γνώριζε τα προβλήματα που είχε, δεν ήξερε συγκεκριμένα εκείνη την περίοδο ότι είχε δεχτεί ξυλοδαρμό από τον πρώην σύζυγό της διότι δεν του το είχε αναφέρει, (1) αρχικά απάντησε ότι όταν έγινε ο ξυλοδαρμός την πήρε η αστυνομία στο νοσοκομείο και την άλλη μέρα μετά που πήγε στην εργασία της (χωρίς να διευκρινίσει συγκεκριμένα ποια ημερομηνία ήταν που πήγε στην εργασία της) του το είπε αυτή προσθέτοντας «Ήταν να πω τη μέρα που επήα στο νοσοκομείο; δεν σκεφτόμουν λόγω του ξύλου.», (2) στη συνέχεια σημείωσε ότι ήταν η αστυνομία που την πήρε στο νοσοκομείο όλος ο κόσμος το ήξερε και (3) ακολούθως, αφού διερωτήθηκε για ποιο λόγο να πει ψέματα τη στιγμή που δεν ήταν η πρώτη φορά που δέχτηκε ξυλοδαρμό, είπε ότι δεν νομίζει να ευσταθεί η υποβολή ότι δεν το ανέφερε στον κ. Δημητριάδη. Σε άλλο σημείο είπε ότι όταν δέχτηκε τον ξυλοδαρμό ήρθε η αστυνομία και την πήρε στο νοσοκομείο, ότι την επόμενη μέρα πήγε δουλειά, δεν ξέρει ποιος τηλεφώνησε, τι έγινε και ότι ο κ. Δημητριάδης, μόλις «πήγαν πίσω» το απόγευμα την κάλεσε στο γραφείο του και άρχισε να της φωνάζει. Η Αιτήτρια δεν μας ξεκαθάρισε πόσος χρόνος μεσολάβησε από τον κατ’ ισχυρισμό της ξυλοδαρμό της και την επάνοδό της στην εργασία της και απλώς έλεγε «την επόμενη μέρα που πήγα στην εργασία μου» γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό. Παρατηρούμε ότι με βάση τα Τεκμήρια 7, 8 και 4 φαίνεται ότι ο, κατ’ ισχυρισμόν της, ξυλοδαρμός της από τον σύζυγό της έλαβε χώρα στις 04/03/2018 και η μόνη μέρα που η Αιτήτρια πήγε στην εργασία της μεταξύ 03/03/2018 και 21/03/2018 ήταν η 13/03/2018 ενώ η εικόνα που μας παρουσίασε η Αιτήτρια ήταν ότι την πρώτη μέρα που επέστρεψε στην εργασία της μετά τον, κατ’ ισχυρισμόν της, ξυλοδαρμό της στις 04/03/2018 ήταν την μέρα που υπέγραψε το Τεκμήριο 6. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια δεν μας ανέφερε τι μεσολάβησε από τις 04/03/2018 μέχρι τις 21/03/2018            γεγονός που μας προβληματίζει ιδιαίτερα. Περαιτέρω από τα Τεκμήρια 7, 8 και 4 προκύπτει ότι η Αιτήτρια στις 21/03/2018 δεν χτύπησε κάρτα όταν προσήλθε στην εργασία της γεγονός που δεικνύει ότι η Αιτήτρια στις 21/03/2018 δεν πήγε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας για να εργαστεί κανονικά ενώ η εικόνα που μας έδωσε η Αιτήτρια ήταν ότι την μέρα που υπέγραψε το Τεκμήριο 6 ήταν στην εργασία της κανονικά και μετά το μεσημέρι ο κ. Δημητριάδης της ζήτησε να παραιτηθεί. Ακόμη ενώ η Αιτήτρια αναφέρθηκε στη συνάντηση του πατέρα της με τον κ. Δημητριάδη πριν τις 21/03/2018, δεν μας ανέφερε ξεκάθαρα πότε έγινε αυτή η συνάντηση χρονικά σε συνάρτηση με τον, κατ’ ισχυρισμόν της, ξυλοδαρμό της στις 04/03/2018 και τι ακριβώς ζήτησε ο πατέρας της από τον κ. Δημητριάδη αφού είπε μόνο «Είχε γίνει ο ξυλοδαρμός, έρχεται ο πατέρας μου από το χωριό με τον αδελφό μου, με πιέζουν, ο πατέρας μου, μια εβδομάδα δύο πριν, είχε πει στον κύριο Δημητριάδη, δεν ήξερε τα πάντα ο παπάς μου υπόψη σας για να μην τον στεναχωρώ……άφησ’ την να ηρεμήσει, να φύγει, αφού την βλέπετε ότι δεν είναι καλά». Υπό το φως όλων των πιο πάνω ισχυρισμών της Αιτήτριας μας ξενίζει το γεγονός ότι ο πατέρας της ισχυρίστηκε ότι αυτός 3-5 μέρες μετά τον κατ’ ισχυρισμόν ξυλοδαρμό της Αιτήτριας από τον πρώην σύζυγό της στις 04/03/2018 συνάντησε τον κ. Δημητριάδη και τον ενημέρωσε πρώτος για τον εν λόγω ξυλοδαρμό της Αιτήτριας και ότι η Αιτήτρια δεν είναι καλά και δεν μπορεί να έλθει στην εργασία της και του ζήτησε να της δώσει λίγες μέρες άδεια χωρίς πληρωμή μέχρι να βρει η αστυνομία τον πρώην σύζυγό της και να τον συλλάβει ώστε να μπορεί να επανέλθει η Αιτήτρια στην εργασία της και ο κ. Δημητριάδης του είπε να πει στην Αιτήτρια να τον συναντήσει «για να τα κανονίσουν». Ενώ στη γραπτή δήλωσή της η Αιτήτρια αναφέρει ότι στις 21/03/2018 ο κ. Δημητριάδης της πρότεινε ξανά όπως υποβάλει την παραίτησή της και το αργότερο μετά από 7 με 8 μήνες (όταν θα ολοκληρώνονταν οι δικαστικές διαδικασίες στις οποίες ήταν μάρτυρας κατηγορίας) θα επαναπροσλαμβάνετο στη θέση εργασίας της, ότι αυτή απέρριψε την εν λόγω πρόταση του κ. Δημητριάδη και ότι ο κ. Δημητριάδης της ανέφερε ότι είτε θα δεχόταν την πρότασή του είτε η Εργοδότρια Εταιρεία θα την απέλυε αμέσως, κατά την αντεξέτασή της και την επανεξέτασή της αναφερόμενη εν εκτάσει στο τι συνέβηκε στις 21/03/2018 δεν είπε ότι ο κ. Δημητριάδης της είπε ότι είτε θα δεχόταν την πρότασή του είτε η Εργοδότρια Εταιρεία θα την απέλυε αμέσως, γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό. Επίσης ενώ στη γραπτή δήλωσή της αναφέρει γενικά και αόριστα ότι στις 21/03/2018 της ζητήθηκε από εκπροσώπους της Εργοδότριας Εταιρείας ασκώντας της ψυχική και/ή οικονομική πίεση και/ή εκμεταλλευόμενοι την κακή ψυχολογική της κατάσταση να υπογράψει έγγραφα τα οποία ετοιμάστηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία με τα οποία υπέβαλε παραίτηση από την εργασία της χωρίς να την αφήσουν να μελετήσει και/ή να σκεφτεί το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και χωρίς να της επιτρέψουν να αποχωρήσει από τον χώρο-γραφείο που της παραδόθηκαν τα έγγραφα απειλώντας και εκφοβίζοντας την ότι εάν δεν υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα δεν θα της δοθεί τίποτα ως αντάλλαγμα για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης της με την Εργοδότρια Εταιρεία, (δεν μας ανέφερε ξεκάθαρα τι ήταν αυτό που θα της δινόταν ως αντάλλαγμα για την παραίτησή της και δεν διαφάνηκε από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό ότι της δόθηκε κάτι επιπρόσθετο για την παραίτησή της πέραν της, κατ’ ισχυρισμόν της, «υπόσχεσης» για επαναπρόσληψή της στην ίδια θέση εργασίας), κατά την αντεξέτασή της αρχικά είπε απλώς ότι δεν θυμάται τι υπέγραψε, ξέρει ότι υπέγραψε ένα χαρτί αλλά «δεν ήταν σε λογική φάση» και στη συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι δεν την ανάγκασε κάποιος να υπογράψει την παραίτησή της, ότι απλά ζήτησε βοήθεια γιατί κινδύνευε η ζωή της και ότι έπρεπε να εξαφανιστεί, ότι δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί και ότι απλώς ακολούθησε «τις οδηγίες» που της δόθηκαν (παρατηρούμε ότι δεν μας εξήγησε με σαφήνεια ποιες ήταν αυτές οι οδηγίες). Ούτε κατά την επανεξέτασή της ανέφερε κάτι που να είναι σε ουσιαστική συμφωνία με την εκδοχή που περιέχεται στη γραπτή δήλωσή της αφού στην ουσία επανέλαβε αυτά που ανέφερε στην αντεξέτασή της προσθέτοντας μόνο ότι αυτή δεν παραιτήθηκε, ότι της είπαν να το κάνει, ότι την πίεζαν και ότι ήταν «σαν πίεση διότι όταν πάεις εκεί και λέει σου “δεν πάει άλλο τούτη η ιστορία”, δηλαδή ήταν η ζωή μου πλέον κινδύνευε η ζωή μου». Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια μόνο στα τελευταία στάδια της αντεξέτασής της, όταν ρωτήθηκε κατά πόσον το 2019 υπέβαλε αίτηση στην Εργοδότρια Εταιρεία για να εργοδοτηθεί ξανά, προέβαλε για πρώτη φορά (γενικά και αόριστα) τη θέση ότι θα επανερχόταν στην εργασία της στους 6 με 8 μήνες που θα τελείωνε «το ανεργιακό της» προσθέτοντας ότι έγινε ξανά και με άλλους που έδωσαν παραίτηση και μετά επαναπροσλήφθησαν στην Εργοδότρια Εταιρεία (χωρίς όμως να δώσει κάποιο σχετικό στοιχείο) και στη συνέχεια στην επανεξέτασή της είπε ότι ο κ. Δημητριάδης της είπε να υπογράψει την παραίτησή της και θα ξαναέρθει στην εργασία της όταν τελειώσει το ανεργειακό επίδομα που θα λάβει. Ενόψει του ισχυρισμού του πατέρα της ότι ο κ. Δημητριάδης είπε στην Αιτήτρια να υπογράψει χαρτί παραίτησης για να λαμβάνει επίδομα ανεργίας ώστε να μην επιβαρύνει τον συνταξιούχο πατέρα της μας ξενίζει το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν μας ανέφερε από την αρχή τον εν λόγω ισχυρισμό για τη συζήτηση που αφορούσε το επίδομα ανεργίας της. Ο πατέρας της Αιτήτριας δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση της Αιτήτριας με τον κ. Δημητριάδη στις 21/03/2018 και ως εκ τούτου δεν γνώριζε θετικά και προσωπικά το τι έλαβε χώρα κατά την εν λόγω συνάντηση. Περαιτέρω, ο πατέρας της σε ερωτήσεις που του έγιναν σχετικά με ενέργειες της Αιτήτριας μετά τις 04/03/2018 δεν απαντούσε με σαφήνεια και καθαρότητα ή έλεγε ότι δεν γνωρίζει. Ενώ η Αιτήτρια ισχυριζόταν συνεχώς ότι στις 21/03/2018 όταν υπέγραψε το Τεκμήριο 6 δεν ήταν καλά, ότι ήταν «μπλοκαρισμένη», ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά, ότι δεν ήταν «σε φάση να σκεφτεί» και ότι δεν ήταν «με σώας τα φρένα», (1) κατά την αντεξέτασή της όταν ερωτήθηκε πότε πήγε να πάρει τις επιταγές του Ταμείου Προνοίας της, πριν απαντήσει ότι πήγε δύο μέρες μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 6, είπε ότι ναι «μεν» ήταν σε άθλια κατάσταση αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν καταλάβαινε ορισμένα πράγματα, ότι δεν ήταν «τέλια…..», ότι ήθελε απλώς βοήθεια και ότι δεν ήταν «παλαβή» και (2) κατά την επανεξέτασή της είπε ότι «έκαναν με τον κ. Δημητριάδη τη συμφωνία τους» και ότι υπέγραψε την παραίτηση επειδή είδε άλλα άτομα τα οποία υπέγραψαν παραίτηση και μετά επαναπροσλήφθησαν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Περαιτέρω ενώ η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είχε χτυπηθεί βάναυσα στο κεφάλι, ενώπιόν μας κατατέθηκε μόνο ένα ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 04/03/2018 (Τεκμήριο 8) στο οποίο υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις οι οποίες δεν είναι ευανάγνωστες και ως εκ τούτου δεν είμαστε σε θέση να προβούμε σε οποιοδήποτε εύρημα σχετικά με τις διαπιστώσεις του γιατρού που εξέτασε την Αιτήτρια κατά την εν λόγω ημερομηνία. Η Αιτήτρια ερωτώμενη κατά την επανεξέτασή της κατά πόσον ήταν εμφανές ότι έχει δεχτεί ξυλοδαρμό απάντησε ότι κάποιος το καταλάβαινε «με προϋποθέσεις» καθότι είχε χτυπηθεί στο τριχωτό του κεφαλιού της και «δέχτηκε» μπουνιές στην περιοχή του λαιμού ενώ ο πατέρας της κατέθεσε ότι τις ημέρες μετά τον ξυλοδαρμό η Αιτήτρια είχε σημάδια «πάνω της» όπως εκδορές και πονούσε το κεφάλι της. Η Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της (1) όταν ρωτήθηκε για ποιο πράγμα ζητούσε συμβουλές από τον κ. Δημητριάδη, (2) όταν της υποδείχτηκε το Τεκμήριο 6 και (3) όταν της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε της είπε ο κ. Δημητριάδης να φύγει από την εργασία της και να επιστρέψει μετά από κάποιους μήνες αλλά ότι της είπε όταν θα γίνει καλά και είναι σε θέση να εργαστεί μπορεί να υποβάλει αίτηση να εργοδοτηθεί ξανά και αν υπάρχει κενή θέση εργασίας θα αξιολογηθεί από το αρμόδιο τμήμα αν μπορεί να προσληφθεί ξανά, και στις τρεις περιπτώσεις αντί να απαντήσει με ευθύτητα αναφέρθηκε στα προβλήματα που είχε και προέβαλε το επιχείρημα ότι ενώ περνούσε ένα Γολγοθά «γονατούσε» και πήγαινε στην εργασία της και ότι δεν είναι «χαζή» και «παλαβή» να δώσει παραίτηση τη στιγμή που μπορούσε να δώσει παραίτηση έξι μήνες - ένα χρόνο πριν για να γλυτώσει το ξύλο αν δεν της δινόταν η υπόσχεση ότι θα πήγαινε πίσω στην εργασία της. Κατά την αντεξέτασή της η Αιτήτρια όταν αναφερόταν στη συζήτηση που είχε με τον κ. Δημητριάδη στις 21/03/2018 ανέφερε γενικά ότι ο κ. Δημητριάδης της είπε «όταν έρθει πίσω» θέλει να την δει και ο άλλος διευθυντής (χωρίς να μας διευκρινίσει ποιος ήταν ο άλλος διευθυντής) και αυτή απάντησε «κανένα πρόβλημα». Μας δημιουργείται η απορία αφού, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο κ. Δημητριάδης της υποσχέθηκε ότι θα επαναπροσληφθεί στην εργασία της για ποιο λόγο ο κ. Δημητριάδης της είπε ότι θέλει να την «δει» ο άλλος διευθυντής. Η Αιτήτρια δεν έδωσε συγκεκριμένη μαρτυρία που να στηρίζει τους ισχυρισμούς της ότι μετά τις 21/03/2018 επισκέφτηκε τον κ. Δημητριάδη σε διάφορα χρονικά διαστήματα ο οποίος της επανέλαβε την υπόσχεσή του ότι θα επαναπροσληφθεί στην Εργοδότρια Εταιρεία με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε κατά πόσον αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και κατά την αντεξέτασή της όταν περιέγραφε τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν αναφέρθηκε καθόλου στον εν λόγω ισχυρισμό της (είπε μόνο ότι στις 02/01/2019 όταν τελείωσε ο χρόνος που θα πήγαινε πίσω πήρε τηλέφωνο τον κ. Δημητριάδη και τον ενημέρωσε ότι είναι έτοιμη να επιστρέψει στην εργασία της και αυτός της απάντησε ότι δεν υπάρχει θέση γι’ αυτήν, ότι αυτή του απάντησε ότι της είχε πει πριν ότι μπορούσε να την στείλει στο ζαχαροπλαστείο που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία και αυτός της είπε ότι δεν γινόταν γιατί εκεί ήταν μπλεγμένος κάποιος άλλος διευθυντής) γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό.  Επίσης μας δημιουργείται η εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία αφού ο κ. Δημητριάδης της υποσχέθηκε επαναπρόσληψη στην ίδια θέση εργασίας με τον ίδιο μισθό πώς γίνεται να της είπε ότι μπορούσε να την στείλει στο ζαχαροπλαστείο. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι μετά από τις πιο πάνω αναφορές του κ. Δημητριάδη κατά την τηλεφωνική επικοινωνία τους στις 02/01/2019 αυτή δεν του είπε κάτι εκτός από «οκ». Διερωτόμαστε, υπό το φως των προηγούμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας, για ποιο λόγο η Αιτήτρια δεν ανέφερε κατά την εν λόγω επικοινωνία της με τον κ. Δημητριάδη ότι τόσο στις 21/03/2018 όσο και σε άλλες τρεις φορές της είχε υποσχεθεί επαναπρόσληψη στη θέση εργασίας της και περιορίστηκε στο να πει μόνο αυτά που κατέθεσε ότι ανέφερε στον κ. Δημητριάδη. Ενώ τόσο η Αιτήτρια όσο και ο πατέρας της ισχυρίστηκαν ότι για 40 μέρες μετά τις 02/01/2019 η Αιτήτρια ήταν άρρωστη και πήγαινε στους γιατρούς δεν έθεσαν ενώπιόν μας οποιοδήποτε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που να στηρίζει τις θέσεις τους. Σχετικά με την επιταγή από το ωφέλημα του Ταμείου Προνοίας της που παρέδωσε πίσω στην Εργοδότρια Εταιρεία οπισθογραφώντας την (1) αρχικά περιορίστηκε στο να πει μόνο ότι όταν έγινε στις 21/03/2018 «αυτό που έγινε είχαμε πει από το Ταμείο Προνοίας να φύγει και το υπόλοιπο ποσό» που χρωστούσε στην Εργοδότρια Εταιρεία για μια εκδήλωση που είχε διοργανώσει σε ένα χώρο της Εργοδότριας Εταιρείας ώστε να μην χρωστά στην Εργοδότρια Εταιρεία και (2) στη συνέχεια ενώ περιέγραφε τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 21/03/2018 είπε ότι είπε στον κ. Δημητριάδη «να της κόψει τα Ταμεία Προνοίας» επειδή ήξερε ότι χρωστούσε ένα πάρτυ που είχε κάνει και του είπε «θέλω, δεν μπορώ τώρα, έχω και κάποια χρέη, κόψε τα λεφτά». Δεν εντοπίζουμε στις εν λόγω αναφορές της Αιτήτριας οποιαδήποτε πίεση από τον κ. Δημητριάδη σχετικά με την καταβολή στην Εργοδότρια Εταιρεία από την Αιτήτρια μέρους του ωφελήματος του Ταμείου Προνοίας της.

    

Για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε πιο πάνω η μαρτυρία της Αιτήτριας και του πατέρα της κρίνεται ως μη αξιόπιστη και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή.

 

Εντοπίσαμε τις ακόλουθες αδυναμίες στη μαρτυρία του κ. Δημητριάδη:

 

(α) Οι ουσιαστικοί, για την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας, ισχυρισμοί του (1) ότι η θέση της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία «δημιουργήθηκε» ειδικά για την Αιτήτρια κατ’ εντολή του Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia, ο οποίος ήταν κουμπάρος της Αιτήτριας, ότι για όσο καιρό η Αιτήτρια ήταν στην Εργοδότρια Εταιρεία η θέση εργασίας της Αιτήτριας θα διατηρείτο, ότι μετά τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης της Αιτήτριας με την Εργοδότρια Εταιρεία η εν λόγω θέση εργασίας καταργήθηκε και ότι ο αυτός δεν είχε εξουσία να κρατήσει «ανοικτή» την εν λόγω θέση εργασίας ούτε να  επαναπροσλάβει την Αιτήτρια χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία προσλήψεων της Εργοδότριας Εταιρείας, (2) σχετικά με τον αριθμό των ημερών που απουσίαζε συνολικά η Αιτήτρια από την εργασία της για τα έτη 2016 και 2017, (3) αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν στον εργασιακό χώρο όλοι όσοι εργάζονταν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας με τρίτα πρόσωπα εξαιτίας τόσο των χρεών του συζύγου της Αιτήτριας όσο και της ιδίας και την καταβολή ποσών από τον κ. Δημητριάδη και/ή την Εργοδότρια Εταιρεία για οφειλές της Αιτήτριας σε τρίτα πρόσωπα, (4) σχετικά με τα παράπονα τα οποία δέχτηκε αυτός από συναδέλφους του για την εργασιακή συμπεριφορά της Αιτήτριας το 2013 (Τεκμήρια 9Α και ), (5) ότι είχε συζητήσεις με την Αιτήτρια πριν τις 21/03/2018, κυρίως τηλεφωνικώς, κατά τις οποίες (α) η Αιτήτρια τον πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε πλέον λόγω των προβλημάτων που είχε με τον σύζυγό της να εργάζεται και ότι είχε πρόθεση να παραιτηθεί ώστε να πάρει το επίδομα ανεργίας και τα χρήματα του Ταμείου Πρόνοιας της γιατί είχε άμεση ανάγκη χρημάτων και για να ηρεμήσει και (β) σε ερωτήσεις που του υπέβαλε η Αιτήτρια κατά πόσον μπορούσε επιστρέψει στην εργασία της της ανέφερε ότι δεν μπορούσε να της υποσχεθεί κάτι τέτοιο και την παρότρυνε να μιλήσει με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia ο οποίος ήταν ο μόνος αρμόδιος να αποφασίσει κάτι τέτοιο, (6) ότι η Αιτήτρια του ζήτησε να της εκδοθούν αμέσως οι επιταγές του ωφελήματος του Ταμείου Προνοίας της, (7) ότι στις 21/03/2018 η Αιτήτρια ήταν ήρεμη και όταν πήγε στο γραφείο του να του παραδώσει το Τεκμήριο 6 αυτός την ρώτησε αν είναι σίγουρος γι’ αυτό που κάνει και (8) ότι τον Φεβρουάριο του 2019 η Αιτήτρια πήγε στο γραφείο του όπου του ανακοίνωσε ότι είναι καλά και θέλει να επιστρέψει στην εργασία της, ότι όταν αυτός της είπε να υποβάλει αίτηση ώστε να εξεταστεί όταν ανοίξει θέση αυτή αντέδρασε έντονα λέγοντας του ότι της υποσχέθηκε «επιστροφή» στην εργασία της και ότι αυτός την προέτρεψε να επικοινωνήσει με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Εταιρειών της Columbia, δεν τέθηκαν στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της και προβλήθηκαν πρώτη φορά με τη μαρτυρία του κ. Δημητριάδη στερώντας την ευκαιρία στην Αιτήτρια να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς του. Καμία εξήγηση δόθηκε για την εν λόγω παράλειψη. Το εν λόγω γεγονός εκτός του ότι εξασθενεί τη βαρύτητα των εν λόγω θέσεων του κ. Δημητριάδη (Fredericou Schools Co ltd v. Acuac Inc [2002]1 (Γ) Α.Α.Δ.1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd [1987] 1 CLR 383) μας δημιουργεί ερωτηματικά σχετικά με το αξιόπιστο των εν λόγω θέσεων του.

 

(β) Η θέση που παρουσίασε κατά την ένορκη κατάθεσή του ότι στις 21/03/2018 δεν έκανε την οποιαδήποτε παρατήρηση στην Αιτήτρια είναι σε διάσταση με την παραδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας που περιέχεται στην παράγραφο 4 των γενικών λόγων της Έγγραφης Εμφάνισής της. Με την εν λόγω παράγραφο γίνεται παραδεκτή η παράγραφος των γενικών λόγων της Αίτησης στους οποίους αναγράφεται ότι κατά ή περί τις 21/03/2018 ο κ. Δημητριάδης κάλεσε την Αιτήτρια στο γραφείο του και της έκανε παρατήρηση επειδή απουσίαζε συχνά από την εργασία της και επειδή ο σύζυγός της ενοχλούσε και δημιουργούσε εντάσεις στον χώρο εργασίας της Εργοδότριας Εταιρείας.

 

(γ) Ενώ στην παράγραφο 10 των γενικών λόγων της Έγγραφης Εμφάνισης η Εργοδότρια Εταιρεία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι στις 23/03/2018 η Αιτήτρια προσήλθε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας για να παραλάβει τις επιταγές της και να υπογράψει έντυπο απαλλαγής για πληρωμή των δεδουλευμένων μισθών της, (1) αποτέλεσε αναντίλεκτο γεγονός κατά την ενώπιόν μας διαδικασία ότι στις 23/03/2018 η Αιτήτρια προσήλθε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας για να της δοθούν οι επιταγές του ωφελήματος του Ταμείου Προνοίας της και ότι το σχετικό έγγραφο που υπέγραψε κατά την εν λόγω ημερομηνία (Τεκμήριο 10) ήταν σε σχέση με τις εν λόγω επιταγές και (2) ο κ. Δημητριάδης κατέθεσε ότι ο μηνιαίος μισθός της για τον μήνα Μάρτιο του 2018 εμβάστηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της Αιτήτριας τέλος Μαρτίου του 2018 «με την συμπλήρωση του payroll», ποσά τα οποία παρέλαβε η Αιτήτρια χωρίς κάποια διαμαρτυρία ή επιφύλαξη.        

 

 Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία του κ. Δημητριάδη κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να βασιστούμε σε αυτή για εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν το ζήτημα του τερματισμού της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή.

 

Κρίνουμε ότι τα παραδεκτά και τα αναντίλεκτα γεγονότα σε συνδυασμό με το ότι η Αιτήτρια (1) στις 04/03/2018 (Τεκμήριο 8) επισκέφθηκε το ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και (2) στις 05/03/2018 υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία για επίθεση που υπέστηκε από τον πρώην σύζυγό της με την οποία της προκλήθηκε πραγματική βλάβη (Τεκμήριο 7), δεν μπορούν από μόνα τους να δικαιολογήσουν συμπέρασμα ότι στις 21/03/2018 (16 μέρες μετά τα πιο πάνω γεγονότα) ένας λογικός παρευρισκόμενος παρατηρητής στη θέση του κ. Δημητριάδη εύλογα θα θεωρούσε υπό τις περιστάσεις ότι η Αιτήτρια δεν υπέβαλε συνειδητά και σκόπιμα παραίτηση από την εργασία της.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξή μας ότι η Αιτήτρια η οποία είχε το βάρος απόδειξης της υπόθεσής της, απέτυχε να αποδείξει, λόγω μη προσκόμισης αξιόπιστης και αποτελεσματικής μαρτυρίας, ότι η απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν αποτέλεσμα αναγκαστικής παραίτησής της και/ή εξαναγκασμού της σε παραίτηση και/ή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε πρόθεση να παραιτηθεί και/ή ότι η παραίτησή της δεν ήταν συνειδητή και/ή σκόπιμη. Το γεγονός ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν έγινε αποδεχτή δεν προσθέτει στην αδυναμία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπόθεσης της Αιτήτριας (Kades v. Nicolaou & Another [1986] 1 C.L.R. 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Νέστωρα Χ’’ Νέστωρος [1990] 1 C.L.R. 41, Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ.361/2009 ημερ.03/07/2014).

 

Καταλήγουμε ομόφωνα ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι στις 21/03/2018 η απασχόλησή της τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της Εργοδότριας Εταιρείας και/ή υπό τις περιστάσεις προέκυπτε ότι ένας λογικός εργοδότης υπό τις περιστάσεις θα αντιλαμβανόταν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής της παραίτησής της πραγματικά δεν επιθυμούσε και/ή δεν σκόπευε να παραιτηθεί. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις της Αιτήτριας για αποζημιώσεις λόγω παράνομης απόλυσής της και πληρωμής αντί προειδοποίησης απορρίπτονται. Στη βάση των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται.

 

Υπό τις περιστάσεις, ενόψει του ότι ούτε η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε σαφή, αξιόπιστη και αποτελεσματική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στην οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να βασιστεί για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης της με την Αιτήτρια δεν επιδικάζουμε έξοδα υπέρ της Εργοδότριας Εταιρείας[21]

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………

                                                          Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

 

 

(Υπ.) …………………………………                         (Υπ.) ………………………………...

            Ε. Mαρνέρου, Μέλος                                                   Σ. Αυγουστή, Μέλος

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 



[1] Το εν λόγω γεγονός προκύπτει ως παραδεκτό με βάση (1) την παραδοχή από την Εργοδότρια Εταιρεία, με την παράγραφο 1 των γενικών λόγων της έγγραφης εμφάνισής της, της παραγράφου 1 των γενικών λόγων της αίτησης εργατικής διαφοράς και (2) την παράγραφο (Γ) του κοινού καταλόγου παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων που καταχωρήθηκε στις 18/09/2020 και υιοθετήθηκε με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.

[2] Τα εν λόγω γεγονότα προέκυψαν ως παραδεκτά ενόψει της παραδοχής της Εργοδότριας Εταιρείας που περιέχεται στην παράγραφο 3 των γενικών λόγων της έγγραφης εμφάνισής της (η Εργοδότρια Εταιρεία παραδέχεται την παράγραφο 5 των γενικών λόγων της αίτησης εργατικής διαφοράς στην οποία περιέχονται ισχυρισμοί σχετικά με τα εν λόγω γεγονότα).

[3] Η αξίωση της Αιτήτριας για πληρωμή αναλογίας 13ου μισθού για έτος 2018 απορρίφθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία μετά από αίτημα του δικηγόρου της Αιτήτριας για άδεια να την αποσύρει. 

[4] «7.(1) Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.

       (2) Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.»

[5] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd [1999] 1 Α.Α.Δ. 114, Επί τοις αφορώσι την  αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari [1990] 1 A.A.Δ. 315.

[6]  Στην υποσημείωση 16  της εν λόγω παραγράφου  αναφέρονται τα πιο κάτω: “In a ‘resign or dismissed’ case a tribunal may decide that the employee was in fact dismissed: Martin v Glynwed Distribution Ltd [1983] ICR 511,…. CA (no dismissal on the facts); East Sussex County Council v Walker (1972) 7 ITR 280, NIRC. The tribunal may also so decide with other forms of pressure, such as threating to call the police (Allders International ltd v Parkins [1981] IRLR 68, EAT) or where the employee is inveigled into resigning by the employer (Caledonian Mining Co Ltd v Bassett [1987] ICR 425,……….., EAT  ………………..) . An agreed termination on acceptable terms does not constitute dismissal, even if there is a threat of termination in the background:  Sheffield v Oxford Controls Co Ltd [1979] ICR 396,……., EAT; Staffordshire County Council v Donovan [1981] IRLR 108, EAT; Logan Salton v Durham County Council [1989] IRLR 99, EAT.   However, where an employee negotiates satisfactory severance terms during the course of a meeting in which his dismissal is raised without warning, this does not allow the employer to claim that proper negotiation and discussion had led to resignation at the election of the employee: see Sandhu v Jan de Rijk Transport Ltd [2007] EWCA Civ 430, ………..(ultimately the question is ‘ who really ended it?’)”.    

[7] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: “..there are cases in which the employer’s actions in terminating the contract have been completely unambiguous…..Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract…… in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered.… Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, i.e. what the ‘reasonable’ employer or employee might have understood the words to mean. As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: ‘the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used.’ Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred. As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd: ‘A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.’ Subject to this, the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation.”

[8] Barclay v. City of Glasgow District Council [1983] IRLR 313, Sovereign House Security Services Ltd v. Savage  [1989] IRLR 115,  Kwit- Fit (GB) Ltd v. Lineham [1992] IRLR 156.  Στην υπόθεση Willoughby v. CF Capital [2012] ICR 1038 λέχθηκαν τα εξής:”The “rule” is that a notice of resignation or dismissal (whether oral or in writing) has effect according to the ordinary interpretation of its terms. Moreover, once such a notice is given it cannot be withdrawn except by consent. The “special circumstances” exception as explained and illustrated in the authorities is I consider, not strictly a true exception to the rule. It is rather in the nature of a cautionary reminder to the recipient of the notice that before accepting or otherwise acting upon it, the circumstances in which it is given may require him first to satisfy himself that the giver of the notice did in fact really intend what he had apparently said by it.”    

[9] Στο σύγγραμμα  St.D. Anderman, “The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη  σελίδα 81 σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις η παράβαση όρου της σύμβασης εργοδότησης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρή για να θεωρείται ως συμπεριφορά που αποκηρύσσει τη σύμβαση εργοδότησης. (“The breach must be sufficiently serious to amount to a repudiation”).   

[10] St.D. Anderman, “The Law of Unfair Dismissal” 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 81.  

[11]  Courtaulds Northern Textiles Ltd v. Andrew [1979] IRLR 84.

[12] Καθότι παραβίαση του εξυπακουόμενου όρου για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη θεωρείται ως  θεμελιώδης παράβαση  των όρων εργασίας που κλονίζει τα θεμέλια της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Βλέπε Post Office v. Roberts [1980] IRLR 347, Woods v. W.M. Car Services (Petersborough) Ltd [1981] ICR 666.  

[13] Ο Lord Steyn στην υπόθεση Malikv. BCCI (πιο πάνω) σημείωσε ότι: “The conduct must, of course, impinge on the relationship in the sense that, looked at objectively, it is likely to destroy or seriously damage the degree of trust and confidence the employee is reasonably entitled to have in his employer. That requires one to look at all the circumstances.”. Το Court of Appeal στην υπόθεση Tullett Prebon PLC v. BGC Brokers LP [2011] IRLR 420 τόνισε ότι το ζήτημα του  κατά πόσο υπήρξε παράβαση του εξυπακουομένου όρου της πίστης και εμπιστοσύνης που δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αποφασίζεται εξετάζοντας αντικειμενικά όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης από την πλευρά του λογικού προσώπου που βρίσκεται στη θέση του αθώου μέρους  («…the legal test is whether, looking at all the circumstances objectively, that is from the perspective of a reasonable person in the position of the innocent party…»).          

[14]….it is only breached by acts or omissions which seriously damage or destroy the necessary trust and confidence. Both sides are expected to absorb lesser blows”.

[15] Βλέπε  J. Bowers, A practical approach to Employment Law, Oxford University Press, 7th edition, σελ.323: “The courts are understandably reluctant to hold that there has been no dismissal where an employee is prevailed upon to resign under threat that if he does not do so, he will be dismissed”, N.M. Selwyn, Selwyn?s, Laws of Employment, Oxford University Press, 14th edition, σελ.405: “If an employee resigns, then (unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed…..If an employee is threatened that if he does not resign he will be dismissed, a consequent resignation will amount to a dismissal but if his resignation is brought by other factors such as an offer of financial inducement, this is not a dismissal”. Στο σύγγραμμα IDS, Unfair Dismissal, Employment Law Handbook, Thomson Reuters, 2010 στη σελ.12, αναφέρονται τα εξής: “It has long been established that if an employee is told that he or she has no future with an employer and is expressly invited to resign, then that employee is to be regarded as having been dismissed.”           

[16] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, στην παραγ.332 σημειώνονται τα εξής: “..there will be circumstances where the employer puts pressure upon the employee to resign. The pressure does not inevitably lead to the conclusion that there is a termination by the employer. Depending on the facts, a tribunal may be entitled to conclude that there is an agreed termination. This may be so even though the employer has indicated that if no agreed settlement is reached the employee will be dismissed. If the employee is resigning or agreeing to a mutual termination because the terms are acceptable rather than because of the threat, this will constitute a valid resignation or consensual termination and not a termination by the employer”.  

[17] Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: “It is plain, we think that there must exist a principle  ….. that where an employee resigns and that resignation is determined  upon by him because he prefers to resign rather than to be dismissed (the alternative having been expressed to him by the employer in the terms of the threat that if he does not resign he will be dismissed ), the mechanics of the resignation do not cause  that to be other than a dismissal. We find the principle to one of causation. In cases such as that which we have just hypothesized, and those reported, the causation is the threat. It is the existence of the threat which causes the employee to be willing to sign, and to sign, a resignation later or to be willing to give, and to give, the oral resignation. But where that willingness is brought about by other considerations and the actual causation of the resignation is no longer the threat  which has been made but  is the state of mind of the resigning employee, that he is willing  and content to resign on the terms he negotiated and which he has negotiated and which are satisfactory to him, then we think there is no room for the principle to be derived from the decided cases. In such a case he resigns because he is willing as the result of being offered terms which are to him satisfactory .He is no longer impelled or compelled by the threat of dismissal to resign, but a new matter has come into history, namely that he has been brought into a condition of mind in which the threat is no longer the operative factor of his decision; it has been replaced by the emergence of terms which are satisfactory”.

 

 

[18] Βλέπε IDS, Unfair Dismissal, Employment Law Handbook, Thomson Reuters, 2010 στη σελ.12.

[19] Η Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της σε ερώτηση κατά πόσον τον τελευταίο καιρό αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα απάντησε: «Οικονομικά προβλήματα αντιμετώπιζα λόγω του συζύγου μου γιατί δεν εργαζόταν και με πίεζε. Και όταν δεν πηγαίνεις και δουλειά ο μισθός είναι μισός. Δεν ζήτησα ποτέ  να πληρωθώ πιο πολλά από ό,τι δούλεψα.». Οι ισχυρισμοί του κ. Δημητριάδη ότι επειδή η Αιτήτρια απουσίαζε για περισσότερες μέρες από τις μέρες που δικαιούτο ετήσια άδεια δεν λάμβανε μισθό για τις επιπλέον μέρες που απουσίαζε δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του.

[20] Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν επικαλείται ότι η Αιτήτρια κωλύεται από τον να προωθεί την  Αίτηση λόγω του περιεχομένου του Τεκμηρίου 10 και ως εκ τούτου δεν θα εξετάσουμε τυχόν ζήτημα κωλύματος.   

[21] Βλέπε Πολ. Έφεση Αρ.361/2009 ημερ.03/07/2014, ΛΥΔΙΑΣ ΣΟΥΡΑΪΛΙΔΟΥ v. 1. KIKIS A. DEMETRIOU PROPERTIES LIMITED, 2. ΤΑΜΕΙΟΥ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ, Πολιτική Αίτηση αρ. 84/23 (i-justice), Αναφορικά με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην υπόθεση υπ’  αρ. 407/2015 και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Mavropoulos Construction Developments Ltd για άδεια καταχώρισης έφεσης για το θέμα των εξόδων, (Εφετείο) ημερομηνίας 21/12/2023.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο