ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ν. MUSKITA HOTELS LTD, Αρ. Αίτησης: 434/17, 20/3/2026
print
Τίτλος:
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ν. MUSKITA HOTELS LTD, Αρ. Αίτησης: 434/17, 20/3/2026
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ν. MUSKITA HOTELS LTD, Αρ. Αίτησης: 434/17, 20/3/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

                   Χ. Ιωάννου )

                    Ν. Καλαθά   ) Μελών.

 

Αρ. Αίτησης: 434/17

Μεταξύ:

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ

Αιτητή

 

και

 

MUSKITA HOTELS LTD

Καθ’ ων η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 20 Μαρτίου, 2026.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή: Ο κος Χ. Αδάμου.

Για τους Καθ’ ων η Αίτηση: H κα Χρ. Χατζηκωστή.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση»), ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ’ ων η Αίτηση («Εργοδότρια Εταιρεία») από 6/4/1998 μέχρι και 21/11/2016, ημερομηνία κατά την οποία αυτοί τερμάτισαν την απασχόλησή του παράνομα και/ή αδικαιολόγητα, με αποτέλεσμα να δικαιούται σε επιδίκαση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.»), κυρίως, αποζημιώσεων λόγω «παράνομου και/ή αδικαιολόγητου τερματισμού της απασχόλησής του» και «παράλειψης προειδοποίησης» («Επίδικες Θεραπείες»).

 

Ειδικότερα, ως ισχυρίζεται, αυτό που έλαβε χώρα στην περίπτωσή του, ήταν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, διαχειρίστρια εταιρεία του ξενοδοχείου Four Seasons στη Λεμεσό, τερμάτισε στις 21/11/2016 την απασχόλησή του, η οποία αφορούσε καθήκοντα νυχτερινού υπαλλήλου του τμήματος υποδοχής του ξενοδοχείου, στη βάση επιστολής που έφερε ημερομηνία 16/11/2016, καταλογίζοντάς του συμπεριφορά την οποία δεν είχε διαπράξει και αρνούμενη να του καταβάλει, παρά τις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις του, «το οπτικό υλικό από τις εσωτερικές κάμερες του ξενοδοχείου» που αφορούσε το «σημείο υποδοχής και lobby το βράδυ της 10/11/2016 από και συμπεριλαμβανομένης της ώρας 11:00».

 

Σε απάντηση των πιο πάνω, η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισής της, παραδέχεται τόσο την απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία της από 6/4/1998 όσο και τον μονομερή εκ μέρους της τερματισμό αυτής στη βάση επιστολής ημερομηνίας 16/11/2016, διευκρινίζοντας όμως ότι η ημερομηνία 16/11/2016 σημειώθηκε στην επιστολή λόγω «τυπογραφικού λάθους», εφόσον στην πράξη η επιστολή παραδόθηκε στον Αιτητή στις 21/11/2016, και εφόσον είχε πρώτα προηγηθεί στις 17/11/2016 συνάντηση κατά την οποία ο Αιτητής κλήθηκε σε ακρόαση για να δώσει εξηγήσεις αναφορικά με τα παραπτώματα και τις καταγγελίες που διερευνώνταν εναντίον του. Επίσης παραδέχεται το γεγονός της άρνησής της να παραδώσει το αναφερόμενο «οπτικό υλικό» στον Αιτητή, εφόσον, όπως ισχυρίζεται, δεν είχε καμία υποχρέωση να το πράξει ούτε κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής έρευνας που είχε διεξαχθεί εναντίον του ούτε μετά την απόλυσή του, σημειώνοντας όμως ότι, του είχε δοθεί η «ευκαιρία» να το «ελέγξει» και «όντως το έλεγξε», κάτι που, κατά τους ισχυρισμούς της, «είχε καταλυτικό ρόλο στο να παραδεχθεί τα παραπτώματά του».

 

Παρά όμως τις παραδοχές αυτές, η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται οποιοδήποτε δικαίωμα του Αιτητή στις Επίδικες Θεραπείες και καλεί το Δικαστήριο όπως απορρίψει την Επίδικη Αίτηση εναντίον της με έξοδα υπέρ της. Και τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η απόφασή της να τερματίσει τις υπηρεσίες του Αιτητή ήταν νόμιμη, νομότυπη και δικαιολογημένη εφόσον για τη λήψη της δεν βασίστηκε «μόνο στο αναφερόμενο οπτικό υλικό αλλά και σε διάφορες μαρτυρίες που συνέλεξαν από αυτόπτες μάρτυρες, οι οποίες ήταν συντριπτικές για τον Αιτητή» καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι: (α) αυτός υπέπεσε σε σοβαρά παραπτώματα, τα οποία «αποδέχθηκε ότι έλαβαν χώρα» και τα οποία είχαν ποικίλες και δυσάρεστες επιπτώσεις σε βάρος των εργοδοτών του (β) αυτός είχε διαπράξει και «στο πρόσφατο» και «στο μακρινό παρελθόν» σωρεία παρόμοιων παραπτωμάτων, για τα οποία του είχαν γίνει συστάσεις ή και προειδοποιήσεις και (γ) η «εν γένει διαγωγή και συμπεριφορά του» δεν ήταν συμβατή, αλλά «παραβίαζε κατάφωρα» τις υποχρεώσεις του έναντι των εργοδοτών του.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

 

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο Αιτητής θεμελιώνει το δικαίωμά του στις Επίδικες Θεραπείες σε ισχυρισμό του για παρανομία του τερματισμού της απασχόλησής του, στον οποίο η Εργοδότρια Εταιρεία απαντά με δικό της ισχυρισμό για νομιμότητα του τερματισμού, καθότι επήλθε συνεπεία συγκεκριμένης διαγωγής του.

 

Συνεπακόλουθα, ως καθίσταται σαφές, το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται σε απόδοση των Επίδικων Θεραπειών ή όχι συνδέεται άμεσα με το κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησής του ήταν νόμιμος, έγινε δηλαδή σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες συγκεκριμένου νόμου, ή παράνομος, κατά παράβαση αυτών. Από τη στιγμή, δε, που οι Επίδικες Θεραπείες αφορούν αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης, ο νόμος αυτός δεν είναι άλλος από τον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο, Ν.24/1967Νόμος»), ο οποίος σχετικά προβλέπει:

 

(α) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε πληρωμή αποζημιώσεων από τον εργοδότη του σε περίπτωση παράνομης «απόλυσης[1]» του από τον τελευταίο («αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση»), δηλαδή απόλυσης η οποία δεν είναι συμβατή με τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου και, κυρίως, με τις πρόνοιες των άρθρου 3 παράγραφος 1 («Άρθ. 3(1)») και 5 («Άρθ. 5») το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα».

 

«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:

(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: .

(β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.

(γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου·

(δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:.

(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: .

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή·

(ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του·

(iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του·

(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του

(ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν».

 

(β) δικαίωμα εργοδοτουμένου σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη, ως αυτό προβλέπεται στα πλαίσια του άρθρου 9 παράγραφος 1 («Άρθ. 9(1)») αυτού.

 

Υπογραμμίζεται ότι το δικαίωμα του Άρθ. 9(1) δύναται να μετατραπεί από δικαίωμα σε λήψη προειδοποίησης σε δικαίωμα σε πληρωμή αντί αυτής («πληρωμή αντί προειδοποίησης»), δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 1 του άρθρου 11 («Άρθ. 11(1)») του Νόμου, το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«Εργοδότης ο οποίος δίδει προειδοποίησιν εις εργοδοτούμενον έχει το δικαίωμα να απαιτήση παρά του εργοδοτουμένου όπως ούτος αποδεχθή πληρωμήν αντί προειδοποιήσεως. Η πληρωμή αύτη υπολογίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του Τρίτου Πίνακος».

 

Τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα εργοδοτούμενος, του οποίου η απασχόληση πληροί τα κριτήρια του Άρθ. 9(1) και η απασχόλησή του τερματίζεται από τον εργοδότη του, να δικαιούται σε λήψη προειδοποίησης για τον τερματισμό αυτό, η ελάχιστη περίοδος της οποίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου. Σε περίπτωση, δε, που ο εργοδότης παραλείψει να τον προειδοποιήσει καταλλήλως, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου αυτού, τότε ο εργοδοτούμενος δύναται να διεκδικήσει την επιδίκαση υπέρ του (και εναντίον του εργοδότη του) πληρωμής αντί προειδοποίησης, ως αυτή υπολογίζεται στη βάση των προνοιών του Τρίτου Πίνακα του Νόμου. Περαιτέρω, εάν στην περίπτωσή του πληρούνται και οι προϋποθέσεις του Άρθ. 3(1), τότε δικαιούται να διεκδικήσει την επιδίκαση υπέρ του και αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση, ως αυτές υπολογίζονται στη βάση του Πρώτου Πίνακα του Νόμου.

 

ΑΡΜΟΔΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ – ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ

 

Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι καθοριστικό για το κατά πόσον ο Αιτητής δικαιούται σε απόδοση προς όφελος του των Επίδικων Θεραπειών αποτελεί η κρίση περί του κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησής του ήταν νόμιμος ή παράνομος, υπό το πρίσμα των πιο πάνω προνοιών του Νόμου.

 

Αρμόδιο Δικαστήριο για να καταλήξει σε τέτοια κρίση είναι, φυσικά, το παρόν Δικαστήριο (Δ.Ε.Δ.), εφόσον ο ίδιος ο Νόμος[2] του προσδίδει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που ανακύπτουν από την εφαρμογή του, ως αυτές προωθούνται στη βάση εναρκτήριας Αίτησης, η οποία καταχωρείται ενώπιόν του. Η απόδοσή τους, ωστόσο, δεν γίνεται αυτόματα, με μόνη την καταχώρηση και προώθηση από τον εργοδοτούμενο – αιτητή τέτοιας εναρκτήριας Αίτησης (στη βάση των όσων σχετικά προνοεί ο διαδικαστικός κανονισμός που διέπει τις ενώπιόν του διαδικασίες[3]), αλλά εξαρτάται από την τελική του κρίση αναφορικά με το κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των κριτηρίων απόδοσής τους κατάφερε, με τη μαρτυρία που προσέφερε κατά την ενώπιόν του ακροαματική διαδικασία, να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης στον βαθμό που απαιτείται.

Top of Form

Bottom of Form

 

Το ποιος είναι ο διάδικος αυτός καθορίζεται στη βάση των σχετικών κανόνων απόδειξης και, κυρίως, στη βάση του κανόνα ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις επίδικες θεραπείες φέρει ο διάδικος που τις αιτείται. Συνεπακόλουθα, στην παρούσα περίπτωση, το βάρος απόδειξης των κριτηρίων που στοιχειοθετούν τις Επίδικες Θεραπείες φέρει, στο πλαίσιο του κανόνα αυτού, καταρχάς ο διάδικος που τις αιτείται, ήτοι ο Αιτητής. Αυτό, όμως, δεν ισχύει σε σχέση με το μοναδικό κριτήριο του οποίου η συνδρομή στην παρούσα περίπτωση αμφισβητείται από τα διάδικα μέρη, ήτοι το κριτήριο που αφορά τον λόγο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και κατά πόσον αυτός προέκυψε ή μη σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθ. 5. Και τούτο διότι, σε σχέση με το εν λόγω κριτήριο, ο κανόνας αυτός υποχωρεί ενόψει του νόμιμου τεκμηρίου που καθορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 του Νόμου («Άρθ. 6(1)»), το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινα των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων.»

 

Ενόψει αυτού, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το τεκμήριο του Άρθ. 6(1), όπως διαφαίνεται από την αναφορά πιο πάνω σε τεκμήριο «μέχρις αποδείξεως του εναντίου», είναι μαχητό, το βάρος της ανατροπής του φέρει η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή προέκυψε νόμιμα στη βάση του Άρθ. 5, αμφισβητεί τη συνδρομή του[4].

 

Ειδικότερα, αυτό που καλείται η Εργοδότρια Εταιρεία να πράξει σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση είναι, μέσω της μαρτυρίας που θα παρουσιάσει ενώπιόν μας, να αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται (ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]) ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έλαβε χώρα για τον λόγο που η ίδια επικαλείται και ότι η σχετική απόφαση λήφθηκε κατόπιν συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Νόμου. Εάν επιτύχει σε αυτό, τότε ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή κρίνεται νόμιμος και η Επίδικη Αίτηση εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας υπόκειται σε απόρριψη. Σε αντίθετη, όμως, περίπτωση, ο τερματισμός της απασχόλησης κρίνεται παράνομος, με συνεπακόλουθη επιδίκαση των Επίδικων Θεραπειών προς όφελος του Αιτητή, στον βαθμό που αυτό δικαιολογείται.

 

ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Έχοντας υπόψη τα όσα σημειώθηκαν ανωτέρω, η Εργοδότρια Εταιρεία, προς απόσειση του βάρους απόδειξης που τη βαραίνει σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, προχώρησε, κατά την ενώπιόν μας Ακροαματική Διαδικασία, πρώτη με την προσκόμιση μαρτυρίας, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα τη μαρτυρία των:

 

 

-       Ανδρέα Λοΐζου («Α.Λ.»)

-       Δημήτρη Ανδρεόπουλου («Δ.Α.»)

-       Ανδρέα Αλκιβιάδους («Α.Α.»)

-       Μαρίας Τενεκετζή («Μ.Τ.»)

 

Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής, η πλευρά του Αιτητή προχώρησε με την παρουσίαση της δικής της μαρτυρίας, προσκομίζοντας μόνο την μαρτυρία του ίδιου του Αιτητή.

 

Όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιόν μας ενόρκως και η μαρτυρία τους καταγράφηκε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στα πλαίσια της σχετικής ακροαματικής διαδικασίας, στα οποία, μαζί με τα λοιπά έγγραφα που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ήτοι τα σχετικά Τεκμήρια (Τεκμήρια 1 - 13), Έγγραφα (Έγγραφα Α - Ε) και τις Γραπτές Αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων (Τεκμήρια Χ1 - Χ2), θα αναφερθούμε στη συνέχεια συνοπτικά και όπου κρίνουμε σκόπιμο[6], για σκοπούς παρουσίασης των σχετικών συμπερασμάτων και ευρημάτων μας καθώς και τη διατύπωση της τελικής μας κρίσης. 

 

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

Προχωρώντας τώρα με την παρουσίαση και αξιολόγηση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας, σημειώνουμε, κατ’ αρχάς, ότι, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε προσεκτικά όσα κατέθεσαν οι πιο πάνω μάρτυρες στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, προχωρήσαμε, με γνώμονα τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα[7], σε αξιολόγησή της, έτσι ώστε να καταλήξουμε σε σχετικά συμπεράσματα επί των οποίων θα στηριχθεί η τελική μας κρίση.

 

Παρουσιάζοντας τα συμπεράσματά μας αυτά, σημειώνουμε τα εξής:

 

(I) Παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα

 

Πρώτα, για σκοπούς πλαισίωσης των όσων θα αναφερθούν πιο κάτω, προχωρούμε με την παρουσίαση των συμπερασμάτων μας επί των παραδεκτών και/ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, τα οποία, σύμφωνα με την ενώπιόν μας προσκομισθείσα μαρτυρία (σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις και λοιπές δηλώσεις των διαδίκων), βρίσκουμε να είναι τα εξής:

 

(α) Ο Αιτητής απασχολείτο στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από 6/4/1998 μέχρι και 21/11/2016, ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή του τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στη βάση επιστολής τερματισμού που του παραδόθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία («Επίδικος Τερματισμός»).

 

(β) Προ του Επίδικου Τερματισμού η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε στον Αιτητή, σε σχέση με την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, επιστολές ημερομηνίας 10/8/2001 (Τεκμήριο 1), 20/7/2004 (Τεκμήριο 2), 2/11/2012 (Τεκμήριο 6), 12/4/2013 (Τεκμήριο 7), 31/7/2015 (Τεκμήριο 9) και 19/5/2016 (Τεκμήριο 10) και έγγραφα με τίτλο «Record / Notice of Discipline» ημερομηνίας 8/6/2005 (Τεκμήριο 3), 16/4/2006 (Τεκμήριο 4), 19/5/2006 (Τεκμήριο 5) και ημερομηνίας 24/2/2014 (Τεκμήριο 8).

 

(γ) Κατά τον ουσιώδη, σε σχέση με τον Επίδικο Τερματισμό, χρόνο:

 

(i) Η Εργοδότρια Εταιρεία αποτελούσε τη διαχειρίστρια εταιρεία της ξενοδοχειακής μονάδας με την ονομασία Four Seasons στην Λεμεσό («Ξενοδοχείο»).

 

(ii) Ο Αιτητής απασχολείτο στο τμήμα υποδοχής (reception) του Ξενοδοχείου ως «νυχτερινός υπάλληλος» λαμβάνοντας εβδομαδιαίες απολαβές ύψους €481,10.

 

(iii) Πέραν του Αιτητή στο Ξενοδοχείο απασχολούντο και οι:

 

-       Δ.Α., επίσης ως «νυχτερινός υπάλληλος» του τμήματος υποδοχής

-       Florendina Dinu («F.D.») ως «υπάλληλος» του τμήματος υποδοχής

-       Μ.Τ., ως «προϊσταμένη» του τμήματος υποδοχής

-       Α.Α., ως «Reception Manager»

-       Α.Λ., ως «Προσωπάρχης»

-       Ιωάννης (Γιάννης) Ιωάννου («Ι.Ι.») ως «Rooms Division Manager»

-       Νίκος ΑρίστουΝ.Α.») ως «Executive Hotel Director»

 

(δ) Ο Επίδικος Τερματισμός συνδεόταν με περιστατικό που διαδραματίστηκε μεταξύ του Αιτητή και της F.D. στους χώρους της υποδοχής του Ξενοδοχείου περί τις 11:00 μ.μ. της 10/11/2016, κατά τη διαδικασία αλλαγής βάρδιας μεταξύ των υπαλλήλων του τμήματος υποδοχής (receptionists) που βρίσκονταν σε υπηρεσία κατά την απογευματινή βάρδια της ημέρας εκείνης (μεταξύ αυτών και η F.D.) και των receptionists που θα αναλάμβαναν τη νυχτερινή βάρδια, ήτοι του Αιτητή και του Δ.Α. («Επίδικο Περιστατικό»).

 

(ε) Σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό, έλαβε χώρα στις 17/11/2016 συνάντηση στο γραφείο του Α.Λ., ο οποίος, υπό την ιδιότητά του ως προσωπάρχη του Ξενοδοχείου, προχώρησε σε διερεύνηση του Επίδικου Περιστατικού («Συνάντηση της 17/11/2016»). Στην συνάντηση αυτή συμμετείχαν πέραν του Α.Λ. και ο Ι.Ι., από μία πλευρά, και ο Αιτητής με τον συντεχνιακό του εκπρόσωπο και από την άλλη.

 

(στ)  Προτού να λάβει χώρα η Συνάντηση της 17/11/2016 ο Α.Λ. παρέλαβε και είχε στην κατοχή του γραπτή κατάθεση:

 

(i) της F.D.

 

(ii) του Δ.Α. (Έγγραφο Β) ημερομηνίας 15/11/2016 με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Subject: Odysseas Odysseos.

  

Odysseas has been very difficult to work with. He provokes arguments all the time with me and with other colleagues. I usually keep silent but he will not stop. He is very rude and asks that we should not question his manner and to do whatever he asks as he is in charge. He refuses to cooperate and will not accept even the obvious. He likes to embarrass people and has raised his voice to me and anyone that will not do what he asks.

 

I have been very patient and have tried many times to make him understand but it only gets worse. He humiliates everyone. He refuses to follow rules of hotel policy.

 

One occasion a client arrived to check in at approx. 02:00. He had tried to check in earlier in the morning but as his room was not ready, had left his luggage with concierge and left for an appointment out of town. Upon his return he inquired about his luggage but Odysseas just handed the key to his room to him and told him to go upstairs. I asked Odysseas that we should take the client as he was also not a repeater but he was very rude to me in front of the client and told me that it is not our job. I could not argue with him as the client was still there and also knowing that it could get much worse.

 

I have asked him many times to talk to me politely as I do and to also show some respect not only to me but to other people. He will snap and I believe it will not be very long before he hits someone.»

 

(iii) του Α.Α. (Έγγραφο Γ) ημερομηνίας 15/11/2016 με το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Εγώ ο υποφαινόμενος Ανδρέας Αλκιβιάδης (reception manager) ήθελα να αναφέρω γραπτώς ότι ο νυκτερινός υπάλληλος Οδυσσέας Οδυσσέως έχει παραβιάσει όλους τους κανόνες της ξενοδοχειακής βιομηχανίας με τις εξής πράξεις του:

 

Κατά διαστήματα γίνεται χυδαίος, νευρικός και απαίσιος προς τους συναδέλφους του, με αποτέλεσμα να χαλά την όλη εικόνα της υποδοχής. Αρκετές επιστολές στο προσωπικό του φάιλ μαρτυρούν την άσχημη εικόνα που δείχνει. Πρόσφατα αντιμίλησε στη Δήμητρα, υπάλληλο στο ταξί, η οποία τον φοβήθηκε και, κατόπιν επέμβασής μου, δεν ξανάγινε οτιδήποτε άλλο επεισόδιο. Άλλο επεισόδιο έσπρωξε τη συνάδελφό του Florentina και της αντιμίλησε. Όταν επενέβη η Μαρία Τενεκετζή, υπεύθυνη βάρδιας, για να του κάνει παρατήρηση, δεν το είχε δεχθεί.

 

Σε τηλεφωνική παρατήρηση που του είχα κάνει το Σάββατο 12/11/16, πρωί, στο ξενοδοχείο, από το ext. 8-120, άρχισε να φωνάζει χυδαία, ωσάν να ήταν άρρωστος, λέγοντας ότι είμαστε όλοι το ίδιο εδώ και ότι δεν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας, και ποια ήταν η Μαρία Τενεκετζή που του έκανε παρατήρηση, και ότι ήθελε να δει τον γενικό διευθυντή να μας καταγγείλει.

 

Παράπονα κάνουν και οι συνάδελφοί του νυκτερινοί στην υποδοχή, ότι δεν συνεργάζεται, τους μιλά απαίσια, δεν βοηθά στις βαλίτσες και γενικά θέλει να δείχνει ότι είναι υπεύθυνος της βάρδιας. Τα ίδια παράπονα κάνουν και στο τμήμα ασφάλειας και το τεχνικό τμήμα. Ο άνω συνάδελφος δυστυχώς διορθώνεται για μικρό χρονικό διάστημα και πάλι αρχίζει τα ίδια. Του δίνουμε την ευκαιρία να γίνει καλύτερος, αλλά δυστυχώς μεταφέρει μαζί του τυχόν προβλήματα που έχει αποτέλεσμα να χαλά το ωραίο κλίμα που υπάρχει στον χώρο της υποδοχής.»

 

(ζ) Μετά την ολοκλήρωση της Συνάντησης της 17/11/2016 και συγκεκριμένα στις 21/11/2016 η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή τερματισμού της απασχόλησής του η οποία έφερε ημερομηνία 16/11/2016 (Τεκμήριο 11) και είχε το ακόλουθο περιεχόμενο:

 

«Κύριε,

 

Σας πληροφορούμε με την επιστολή μας αυτή, ότι το νέο σοβαρό παράπτωμα στο οποίο έχετε υποπέσει στις 10/11/2016 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σας, δεν μας αφήνει πλέον άλλη επιλογή από τον τερματισμό της απασχόλησής σας στο ξενοδοχείο.

 

Όπως γνωρίζετε, στις 10/11/2016, σε ένα από τα συνηθισμένα ξεσπάσματά σας, επιτεθήκατε στο χώρο του Τμήματος Υποδοχής στην συνάδελφό σας κα Florentina Dinu για ασήμαντο λόγο και πέραν του γεγονότος ότι της συμπεριφερθήκατε με αγενή και αντιεπαγγελματικό τρόπο, ασκήσατε εναντίον της σωματική βία (την σπρώξατε και μάλιστα χωρίς να προκληθείτε). Όταν δε παρέμβηκε η προϊστάμενη σας του Τμήματος Υποδοχής για να σας ηρεμήσει, γίνατε ακόμα πιο επιθετικός και απρεπής – υποδεικνύοντας στην ίδια να κοιτάζει την δουλειά της – με αποτέλεσμα οι φωνές σας να ακούγονται μέσα στο Lobby.

 

Μάλιστα το εν λόγω ξέσπασμά σας έγινε ενώπιον και άλλων συναδέλφων σας και το χειρότερο ενώπιον πελατών του ξενοδοχείου, οι οποίοι το επέλεξαν για τη φήμη του και για να περάσουν ευχάριστες και ήρεμες στιγμές και όχι για να ακούουν φωνές και να έχουν αρνητικά συναισθήματα, όπως αυτά που τους προκάλεσε η απαράδεκτη και υστερική συμπεριφορά σας. Όπως γνωρίζετε εξ άλλου, ο σεβασμός των απαιτήσεων αυτών των πελατών μας ξεκινά από το Τμήμα Υποδοχής και τους υπαλλήλους του.

 

Πράγματι από πληροφορίες που συλλέξαμε από διάφορα άτομα που ήταν παρόντα κατά τη διάρκεια του αναφερόμενου υστερικού ξεσπάσματος σας, σχηματίστηκε μια πολύ άσχημη εικόνα για το ξενοδοχείο μας, εικόνα η οποία δεν συνάδει με την φήμη που αυτό απόκτησε ύστερα από τις σκληρές προσπάθειες των διαχειριστών του. Προκλήθηκε επίσης σοβαρή αναστάτωση και ανάμεσα σε αρκετά μέλη του προσωπικού του ξενοδοχείου και η εντύπωση που τους δώσατε είναι αντίθετη με την απαίτηση μας για αλληλοσεβασμό, συνεργασία και πειθαρχία ανάμεσα στο προσωπικό μας.

 

Η πιο πάνω απαράδεκτη συμπεριφορά σας δεν επιβεβαιώθηκε μόνο κατά την έρευνα που κάναμε από αυτόπτες μάρτυρες αλλά και από τα όσα ο ίδιος παραδεχτήκατε στην ακρόαση στην οποία κληθήκατε στις 17/11/2016 και στην οποία παρευρέθηκε και ο συντεχνιακός σας εκπρόσωπος.

 

Στην εν λόγω ακρόαση επίσης, στην οποία εκπροσώπησαν τους εργοδότες σας οι κ.κ. Ιωάννης Ιωάννου – Rooms Division Manager και Ανδρέας Λοΐζου – Προσωπάρχης και έλαβε χώραν στο Γραφείο του κου Ανδρέα Λοΐζου, περιπέσατε σε πολλές αντιφάσεις αφού αρχικά αρνηθήκατε ότι διαδίδατε στο ξενοδοχείο ότι δεν «μπορούν να σας κάνουν τίποτα και ότι θα πρέπει να πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό για να τερματίσουν τις υπηρεσίες σας» ενώ στην συνέχεια –όταν το πιστοποίησε ο συντεχνιακός σας αντιπρόσωπος –το παραδεχθήκατε. Στη συνέχεια ζητήσατε μέσω του συντεχνιακού σας αντιπροσώπου όπως σας δοθεί μια ακόμα ευκαιρία. Δυστυχώς, η προηγούμενη συμπεριφορά σας η οποία βρίθει από σοβαρά παραπτώματα και κακή διαγωγή μας κάμνει να μην σας εμπιστευόμαστε πλέον.

 

Όπως γνωρίζετε, και στο πρόσφατο καθώς και στο πιο μακρινό παρελθόν, σας έγιναν για την διαγωγή σας σωρεία παρατηρήσεων, προτροπών, προειδοποιήσεων, ακόμα και εκκλήσεων για να συνετιστείτε αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ζητούσατε συγγνώμη και δίδατε υποσχέσεις για συμμόρφωση όμως το ένα παράπτωμά σας ακολουθούσε το άλλο χωρίς αναστολές. Με την όλη διαγωγή σας, είναι πέραν από φανερό ότι δεν εκτιμάτε και δεν έχετε καμιά πίστη προς τους εργοδότες σας, οι οποίοι για 18 ολόκληρα χρόνια σας έδωσαν τη δυνατότητα να έχετε σταθερή εργασία με πολύ ικανοποιητικές απολαβές και όρους εργοδότησης. Η όλη συμπεριφορά σας είναι βλαπτική για τους εργοδότες σας και αποτελείτε μια διαρκή πηγή ανωμαλίας και αναστάτωσης στο ξενοδοχείο τους. Η άποψή μας είναι ότι με τη διαγωγή σας αυτή, έχετε θέσει από μόνος σας τον εαυτό σας υποκείμενο σε απόλυση και από τη δική μας πλευρά δεν έχουμε παρά να τερματίσουμε και τυπικά την εργοδότηση σας. Εν όψη δε της σοβαρότητας του τελευταίου παραπτώματός σας καθώς και εν όψη του γεγονότος ότι σας έγιναν στο παρελθόν πολλές προειδοποιήσεις τις οποίες αγνοήσατε με τον πλέον προκλητικό τρόπο, αποφασίσαμε να σας απολύσουμε χωρίς προειδοποίηση και κατά συνέπεια ο τερματισμός της απασχόλησης σας ισχύει από σήμερα.

 

Καλείστε δε όπως παραδώσετε το συντομότερο οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του ξενοδοχείου βρίσκονται στην κατοχή σας.»

 

(η) Σε απάντηση της επιστολής τερματισμού της απασχόλησης του (Τεκμήριο 11), ο Αιτητής, απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία, μέσω των δικηγόρων του, επιστολή ημερομηνίας 29/11/2016 (Τεκμήριο 12) στην οποία η Εργοδότρια Εταιρεία απάντησε μέσω επιστολής των δικών της δικηγόρων ημερομηνίας 7/12/2016 (Τεκμήριο 13).

 

(ΙΙ) Σύνοψη Μαρτυρίας

 

Συνοψίζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και την οποία βρίσκουμε σχετική με τα επίδικα θέματα που εγείρονται σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, σημειώνουμε τα εξής:

 

Μαρτυρία Α.Λ.

 

Καταθέτοντας, ο Α.Λ. στη βάση κυρίως της Γραπτής Δήλωσής η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, ανάφερε ότι, ως προσωπάρχης του Ξενοδοχείου από το 1992 έχει την ευθύνη χειρισμού θεμάτων που αφορούν το προσωπικό, περιλαμβανομένων και των θεμάτων που αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησης τους. Όταν, δε, χειρίζεται τέτοια θέματα ακολουθεί, πριν ληφθεί το «έσχατο μέτρο του τερματισμού», διαδικασία διερεύνησης η οποία περιλαμβάνει συλλογή μαρτυρίας, λήψη γραπτών καταθέσεων και κλήση του εργοδοτουμένου σε ακρόαση παρουσία συντεχνιακού εκπροσώπου. Αναφερόμενος στον Αιτητή, υποστήριξε ότι αυτός συχνά επεδείκνυε επιθετική και υβριστική συμπεριφορά στον χώρο της υποδοχής όπου εργαζόταν, με αποτέλεσμα να υποβάλλονται παράπονα από συναδέλφους τους, προϊσταμένους του και πελάτες και να του δίνονται γραπτές προειδοποιήσεις (Τεκμήρια 1–10) καθώς και προφορικές συστάσεις, χωρίς όμως να τερματιστεί η απασχόλησή του επειδή συνήθως απολογείτο και αναγνώριζε το λάθος του. Σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε για αυτό από τη Μ.Τ. στις 11/11/2016, η οποία του είπε ότι την προηγούμενη νύχτα, περί τις 11:00 μ.μ., ο Αιτητής επιτέθηκε στον χώρο της υποδοχής στη συνάδελφό του F.D., ξεπερνώντας κάθε όριο, καθώς πέραν της λεκτικής επίθεσης προέβη και σε σωματική επίθεση παρουσία πελατών. Κατόπιν τούτου, μετά και από σχετικό παράπονο της F.D., προχώρησε σε διερεύνηση του περιστατικού αυτού λαμβάνοντας καταθέσεις καταρχάς από την ίδια την F.D. αλλά και την Μ.Τ.  Στα πλαίσια αυτών η Μ.Τ. ανέφερε ότι άκουσε τον Αιτητή να φωνάζει στον χώρο υποδοχής και όταν πλησίασε τον είδε σε έξαλλη κατάσταση να φωνάζει στη F.D., επενέβη για να τον ηρεμήσει αλλά αυτός εξαγριώθηκε περισσότερο και σήκωσε το χέρι του απειλητικά προς το μέρος της. Η F.D. επιβεβαίωσε τα πιο πάνω και πρόσθεσε ότι ο Αιτητής την έσπρωξε απρόκλητα όταν του ζήτησε να της μιλά ευγενικά ενώ ζητούσε να του αλλάξει χαρτονόμισμα των €500 κατά την παράδοση της νυκτερινής βάρδιας. Καταθέσεις έλαβε επίσης από τον Δ.Α. και τον Α.Α., οι οποίοι δεν αναφέρθηκαν στο Επίδικο Περιστατικό αλλά στη γενικότερη συμπεριφορά του Αιτητή, περιγράφοντάς τον ως επιθετικό και προβληματικό προς συναδέλφους. Αφού ολοκλήρωσε τη λήψη καταθέσεων, κάλεσε τον Αιτητή σε ακρόαση στις 17/11/2016 για να του γνωστοποιήσει τα ευρήματα της έρευνας και να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή. Σύμφωνα με τον Α.Λ., ο Αιτητής αρχικά περιέπεσε σε αντιφάσεις αλλά στη συνέχεια παραδέχθηκε τα γεγονότα της 10/11/2016 και ότι διέδιδε στο ξενοδοχείο ότι για να τον τερματίσουν οι Καθ’ ων η Αίτηση θα έπρεπε να του πληρώσουν μεγάλο ποσό. Λαμβάνοντας υπόψη την παραδοχή αυτή, τη σοβαρότητα του περιστατικού και τον πρότερο βίο του Αιτητή, αποφασίστηκε στις 20/11/2016 ο τερματισμός της απασχόλησής του, ο οποίος γνωστοποιήθηκε γραπτώς στις 21/11/2016 με επιστολή απόλυσης, η οποία έφερε ως ημερομηνία την 16/11/2016 λόγω τυπογραφικού λάθους.

 

Αντεξεταζόμενος, αρχικά ξεκαθάρισε, μετά από σχετικές ερωτήσεις που του τέθηκαν, ότι ο Α.Α. δεν ήταν παρών στο Επίδικο Περιστατικό αλλά κλήθηκε να δώσει τη μαρτυρία του όσον αφορά τη γενικότερη συμπεριφορά του Αιτητή. Όταν δε του τέθηκε ότι τέτοια μαρτυρία δεν ήταν αναγκαία, εφόσον γνώριζε και ο ίδιος τη συμπεριφορά του Αιτητή, αποδέχθηκε ότι πράγματι τη γνώριζε, σημειώνοντας παράλληλα ότι ο Αιτητής δεν ήταν κάποιος άγνωστος προς αυτόν αλλά «υπάλληλός του» για πολλά χρόνια. Στη συνέχεια, απαντώντας σε ερωτήσεις που σχετίζονταν με την ύπαρξη καμερών στον χώρο της υποδοχής, αποδέχθηκε ότι πράγματι υπήρχαν κάμερες. Πλην όμως, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο θα ήταν πιο εύκολο να εξεταστεί το οπτικό υλικό αντί να ληφθούν μαρτυρίες, ανέφερε ότι ο ίδιος λαμβάνει τις μαρτυρίες και στη βάση αυτών διαμορφώνει μία «εικόνα», την οποία μεταφέρει στη διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας. Στο πλαίσιο αυτό ερωτήθηκε επίσης κατά πόσον είχε σχετικό οπτικό υλικό βρισκόταν στην κατοχή του ώστε να μπορεί να προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαπιστωθεί κατά πόσον ο Αιτητής είχε πράγματι προβεί στην αποδιδόμενη σε αυτόν συμπεριφορά, απαντώντας ότι δεν το είχε μαζί του. Όταν δε ερωτήθηκε κατά πόσον το υλικό μπορούσε να εξασφαλιστεί, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι θα έπρεπε να ρωτήσει σχετικά. Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε κατά πόσον ο ίδιος είδε το οπτικό υλικό από τις κάμερες, απάντησε ότι δεν θυμάται. Τελικώς, όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να δει το σχετικό οπτικό υλικό σε σχέση με το περιστατικό, απάντησε μονολεκτικά «Ναι». Εξήγησε δε ότι τα πρόσωπα που του μετέφεραν τα γεγονότα είχαν ιδίαν άποψη για τον Αιτητή και ότι, σε συνδυασμό με όσα ο ίδιος είχε ακούσει στο παρελθόν και με όσα του ανέφεραν οι μάρτυρες για το περιστατικό, τα στοιχεία αυτά του ήταν επαρκή για να σχηματίσει άποψη. Ακολούθως, αναφερόμενος στη Συνάντηση της 17/11/2016, σημείωσε ότι κατά τη διάρκειά της «κρατούσαν πρακτικά», χωρίς όμως να τα έχει μαζί του, διευκρινίζοντας ότι για τον ίδιο τα πρακτικά συνίστανται ουσιαστικά στο «τι είπε ο καθένας», το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί και το «ζουμί». Επίσης, όπως ανέφερε, το «ζουμί» είναι και το ότι ο Αιτητής «έχει αποδεχτεί αυτά τα πράγματα που έχουν γίνει και γι' αυτό υπάρχουν και μάρτυρες». Όταν του τέθηκε η υποβολή ότι ο Αιτητής ουδέποτε παραδέχθηκε οτιδήποτε, απάντησε ότι «τα παραδέχτηκε», υπογραμμίζοντας ότι είναι «30 - 33 χρόνια σε αυτήν τη δουλειά» και ότι η δουλειά του είναι να μιλά με τους μάρτυρες και τα πρόσωπα που εμπλέκονται στο περιστατικό ώστε να «βγάζει μια εικόνα που είναι βασισμένη στην πραγματικότητα». Στη συνέχεια, απαντώντας ερωτήσεις που αφορούσαν το Επίδικο Περιστατικό, επανάλαβε ότι η πληροφόρηση που έλαβε προήλθε από τη Μ.Τ. καθώς και από τη F.D., η οποία, κατά τη μαρτυρία του, υπέβαλε παράπονο ότι δέχθηκε επίθεση από τον Αιτητή. Όταν του επισημάνθηκε ότι στη γραπτή κατάθεση της F.D. δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε επίθεση, αποδέχθηκε ότι πράγματι τέτοια αναφορά δεν περιλαμβάνεται, εξηγώντας ότι, κατά την αντίληψή του, η ίδια δεν επιθυμούσε να καταγράψει ορισμένα πράγματα γραπτώς, διότι φοβόταν ότι αυτό θα μπορούσε να τη θέσει σε κίνδυνο, προσθέτοντας ότι τον φόβο αυτό τον είχε εκφράσει προς τον ίδιο προφορικά κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όταν δε κλήθηκε να διευκρινίσει τι ακριβώς αντιλήφθηκε ο ίδιος ως «επίθεση», δεδομένου ότι η ίδια δεν χρησιμοποίησε τον όρο αυτό στην κατάθεσή της, ανέφερε ότι, κατά την αντίληψή του, επίθεση υφίσταται ήδη από τη στιγμή που ένα πρόσωπο κινείται απειλητικά εναντίον κάποιου άλλου, ακόμη και χωρίς να υπάρξει σωματική επαφή, και ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα όσα του μεταφέρθηκαν, κατανόησε ότι ο Αιτητής κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της F.D., γεγονός το οποίο, κατά τη δική του εκτίμηση, συνιστούσε επίθεση. Περαιτέρω, αναφερόμενος στα παράπονα που, κατά τον ίδιο, διατυπώθηκαν από πελάτες που βρίσκονταν στον χώρο κατά τον χρόνο του περιστατικού, σημείωσε ότι δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει πότε ακριβώς διατυπώθηκαν ούτε ποια συγκεκριμένα πρόσωπα ήταν παρόντα, είτε πελάτες είτε εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας, εξηγώντας ότι το περιστατικό φέρεται να έλαβε χώρα στο λόμπι του ξενοδοχείου όπου υπάρχει συνεχής κίνηση τόσο υπαλλήλων όσο και πελατών. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε ότι κατά τη διερεύνηση είχαν ληφθεί μαρτυρίες από πολλούς και ότι ο ίδιος είχε σχηματίσει ιδίαν άποψη για το ζήτημα, σημειώνοντας ότι δεν ήταν αναγκαίο να παρουσιαστεί μεγάλος αριθμός μαρτύρων, ενώ παράλληλα υπογράμμισε ότι γνώριζε τον Αιτητή για πολλά χρόνια και ότι, έχοντας ασχοληθεί επανειλημμένα στο παρελθόν με περιστατικά που αφορούσαν τη συμπεριφορά του, θεωρούσε ότι μπορούσε να αξιολογήσει κατά πόσο η συμπεριφορά που του αποδόθηκε ήταν συμβατή με την εικόνα που είχε σχηματίσει για αυτόν μέσα από την πολυετή εργασιακή τους σχέση.

 

Μαρτυρία Δ.Α.

 

Καταθέτοντας, ο Δ.Α. σημείωσε αρχικά ότι το 2016 απασχολείτο ως «νυχτερινός» στο τμήμα υποδοχής του Ξενοδοχείου, όπου γνώρισε τον Αιτητή, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα αντίστοιχα με τα δικά του, καθώς και την F.D., η οποία εργαζόταν επίσης στο τμήμα υποδοχής όχι όμως στη νυχτερινή βάρδια αλλά ως «receptionist ημέρας». Σε σχέση με τον Αιτητή κλήθηκε από τον Α.Λ. να δώσει κατάθεση το 2016 ως προς τη συμπεριφορά του για λόγους που σχετίζονταν, νομίζει, με παράπονο που υπέβαλε η F.D. εναντίον του. Τότε παρέδωσε στον Α.Λ. γραπτή κατάθεση (Έγγραφο Β) η οποία γράφτηκε στη γλώσσα την οποία μπορεί να εκφράζεται πιο εύκολα, ήτοι την Αγγλική. Κλείνοντας ανέφερε ότι κατά την κρίση του ο λόγος που κλήθηκε να καταθέσει, παρότι δεν ήταν παρών στο Επίδικο Περιστατικό, ήταν γιατί ο Α.Λ. «ήθελε να μάθει για τη συμπεριφορά του Αιτητή γενικά». Γι’ αυτό ετοίμασε τη σχετική του κατάθεση, στην οποία συμπεριέλαβε τη φράση «He will snap and I believe it will not be very long before he hits someone», εφόσον ο Αιτητής, ως ανέφερε, δεν είχε ορθή συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και ήταν πολύ εύκολο να μιλά άσχημα τόσο σε συναδέλφους όσο και σε πελάτες, «δεν μπορούσε να συνεργαστεί» ούτε «να συζητήσει μαζί μου ή με άλλους συναδέλφους» και «ήταν με την εντύπωση ότι είχε πάντα δίκαιο και όλοι οι άλλοι άδικο». Επίσης ανέφερε ότι, κατ’ ακολουθία του Επίδικου Περιστατικού, είχε δει τη F.D. να «κλαίει» και ότι εκείνη του είχε αναφέρει πως ο Αιτητής την είχε σπρώξει.

 

Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε καταρχάς κατά πόσον εξακολουθεί να εργάζεται μέχρι σήμερα στην Εργοδότρια Εταιρεία και κατά πόσον, ενόψει της σημερινής του κατάθεσής του, είχε μιλήσει τόσο με τη δικηγόρο της όσο και με τον Α.Λ., ερωτήσεις στις οποίες απάντησε καταφατικά. Ακολούθως, κλήθηκε να εξηγήσει γιατί στην κατάθεσή του (Έγγραφο Β) δεν περιέλαβε τον ισχυρισμό που προέβαλε κατά την κατάθεσή του, ότι δηλαδή μετά το Επίδικο Περιστατικό είδε τη F.D. να κλαίει και ότι εκείνη του ανέφερε πως ο Αιτητής την είχε σπρώξει, απαντώντας ότι το δήλωσε γιατί αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι «δεν λέει ψέματα». Επίσης, κλήθηκε να διευκρινίσει πού βρισκόταν όταν έλαβε χώρα το Επίδικο Περιστατικό, απαντώντας ότι εργαζόταν μεν εκείνο το βράδυ αλλά δεν ήταν παρών όταν αυτό συνέβη, ενώ ως προς τον ακριβή χρόνο δήλωσε ότι δεν θυμάται με ακρίβεια, πέραν του ότι επρόκειτο για βραδινή ώρα, περί τις 11:00 μ.μ., ούτε και με ποιον ήταν τότε, σημειώνοντας όμως ότι ενδεχομένως ήταν με τη Μ.Τ. Όσον αφορά το κατά πόσον άκουσε κάτι σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό, επέμεινε στη θέση του ότι δεν άκουσε τίποτα, δηλώνοντας ότι η «πόρτα ήταν πάντα κλειστή», επαναλαμβάνοντας όμως ότι είδε τη F.D. μετά το Επίδικο Περιστατικό να κλαίει και ότι «επέστρεψε στα γραφεία κλαίγοντας». Ερωτηθείς γιατί δεν το σημείωσε αυτό στην κατάθεσή του (Έγγραφο Β), ανέφερε ότι στην κατάθεσή του μπορούσε να γράψει πολλά πράγματα, αλλά έγραψε «2 σελίδες» όταν τον ρώτησαν «για τη συμπεριφορά» του Αιτητή. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι ο Α.Λ. δεν είχε ανάγκη της δικής του γνώμης για τη συμπεριφορά του Αιτητή, εφόσον ο Αιτητής είχε προϊστάμενο, απάντησε ότι αυτό που ήθελε ο Α.Λ. ήταν και τη γνώμη κάποιου που δούλευε μαζί του.

 

Μαρτυρία Α.Α.

 

Καταθέτοντας, ο Α.Α. σημείωσε αρχικά ότι το 2016 απασχολείτο στο Ξενοδοχείο ως «Reception Manager». Μέσω της απασχόλησής του αυτής γνώρισε τόσο την F.D. όσο και τον Αιτητή, τον οποίο μάλιστα, ως εξήγησε, γνωρίζει πολύ καλά, εφόσον αφενός «υπήρξαν συνάδελφοι για αρκετά χρόνια» και αφετέρου ο ίδιος υπήρξε προϊστάμενός του στο τμήμα υποδοχής του Ξενοδοχείου. Σε σχέση με τον Αιτητή κλήθηκε από τον Α.Λ. να δώσει κατάθεση το 2016, κάτι που και πράγματι έκανε παραδίδοντας προς αυτόν γραπτή κατάθεσή του (Έγγραφο Γ). Αναφερόμενος στο Επίδικο Περιστατικό, ανέφερε ότι, δεδομένου ότι αυτό έλαβε χώρα αργά το βράδυ, δεν ήταν παρών σε αυτό αλλά ενημερώθηκε γι’ αυτό σχετικά από τη Μ.Τ., η οποία το επίμαχο βράδυ εκτελούσε καθήκοντα υπεύθυνης βάρδιας, («Head Receptionist» στα Αγγλικά). Κατόπιν της ενημέρωσης αυτής, επικοινώνησε με τον Αιτητή στις 12/11/2016 και του έκανε σχετική παρατήρηση κάτι που έγινε, ως ανέφερε, με δική του πρωτοβουλία, εφόσον ήταν το υπεύθυνο πρόσωπο που είχε την ευθύνη διοίκησης του τμήματος υποδοχής και ήθελε να υπάρχει το τμήμα αυτό «κάποια τάξη».

 

Αντεξεταζόμενος, ο Α.Α. ανέφερε αρχικά, σε απάντηση σχετικών ερωτήσεων, ότι παρότι απασχολήθηκε στον χώρο της υποδοχής του Ξενοδοχείου κατά την περίοδο από το 2000 μέχρι το 2022, δεν δύναται, λόγω της παρέλευσης σημαντικού χρονικού διαστήματος και του «τρακ», να επιβεβαιώσει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το Επίδικο Περιστατικό. Ούτε μπορούσε να επιβεβαιώσει κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχαν κάμερες στον χώρο της υποδοχής, καθώς δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει πότε εγκαταστάθηκαν ή πότε αναβαθμίστηκε το σχετικό σύστημα. Ανέφερε όμως ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το περιστατικό δεν βρισκόταν στο Ξενοδοχείο, καθότι αυτό συνέβη το βράδυ, οπότε τα καθήκοντά του «Reception Manager» ασκούσε το πρόσωπο που εκτελούσε καθήκοντα «Head Receptionist» της νυχτερινής βάρδιας, ήτοι η Μ.Τ. Ως εκ τούτου, για το περιστατικό ενημερώθηκε από την ίδια τη Μ.Τ., η οποία του μετέφερε όσα συνέβησαν «κατά γράμμα». Περαιτέρω, έλαβε σχετική πληροφόρηση και από την F.D., με την οποία, όπως δήλωσε, είχε συνομιλήσει πριν από επικοινωνία που είχε με τον Αιτητή στις 12/11/2016 και κατά την οποία ο Αιτητής του μίλησε με «χυδαία» φρασεολογία, απευθυνόμενος προς αυτόν με έντονο και προσβλητικό τρόπο και λέγοντας, μεταξύ άλλων, «είσαστε όλοι το ίδιο», «κάνετε όλοι το ίδιο» και «συμφωνείτε». Επίσης επιβεβαίωσε ότι δεν παρευρέθηκε στη Συνάντηση της 17/11/2016, εξηγώντας ότι ο ρόλος του περιοριζόταν στη διοίκηση του τμήματος υποδοχής (reception) και ότι η περαιτέρω διαχείριση του ζητήματος εμπίπτει στις αρμοδιότητες άλλων μελών της διοίκησης και ιδίως του προσωπάρχη δηλαδή του Α.Λ. Έτσι, όπως ανέφερε, ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή αποφασίσθηκε από τη διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας χωρίς δική του εμπλοκή, στη βάση του Επίδικου Περιστατικού, το οποίο ήταν, όπως ανέφερε, το «κερασάκι στην τούρτα» των συμπεριφορών που επιδείκνυε ο Αιτητής κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων. Επεξηγώντας αυτό σημείωσε ότι ο Αιτητής είχε εμπλακεί και σε άλλα παρόμοια περιστατικά, αφού, κατά την άποψή του, «έφερνε τα προσωπικά του προβλήματα στη δουλειά», με αποτέλεσμα οι συνάδελφοί του να φοβούνται να του μιλήσουν και να διαπληκτίζεται με εργαζομένους της νυχτερινής βάρδιας. Σε σχέση με τα περιστατικά αυτά, όταν τον συναντούσε το πρωί, τον συμβούλευε και για λίγες ημέρες «γινόταν μάλαμα», αλλά σύντομα επανερχόταν στην προηγούμενη κατάσταση. Κλείνοντας, απέρριψε υποβολές περί μεροληπτικής κατάθεσης, δηλώνοντας ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να «καυτηριάσει» συμπεριφορές στον τομέα του τουρισμού, εκφράζοντας την άποψη ότι δεν πρέπει να υπάρχουν άτομα όπως τον Αιτητή στον χώρο αυτό.

 

Μαρτυρία Μ.Τ.

 

Καταθέτοντας, η Μ.Τ. στη βάση της Γραπτής Δήλωσής της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ, αναφέρθηκε αρχικά στην απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία, σημειώνοντας ότι αυτή ξεκίνησε το 2007, όταν εκτελούσε καθήκοντα receptionist στο τμήμα υποδοχής του Ξενοδοχείου, όπου ήδη εργαζόταν ο Αιτητής ενώ το 2016 ανέλαβε καθήκοντα υπεύθυνης του τμήματος με αποτέλεσμα να είναι πλέον η άμεσα προϊσταμένη του Αιτητή. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο Επίδικο Περιστατικό, το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, έλαβε χώρα στον χώρο της υποδοχής περί τις 11:00 μ.μ. της 10/11/2016. Ανέφερε ότι η εμπειρία της σε σχέση με αυτό ξεκίνησε όταν βγήκε έξω από το γραφείο της κατευθυνόμενη προς την υποδοχή για τη διευθέτηση της αλλαγής βάρδιας και τότε είδε τον Αιτητή σε «έξαλλη» κατάσταση να φωνάζει έντονα στη F.D., έχοντας το πρόσωπό του σε πολύ κοντινή απόσταση από το δικό της. Επεμβαίνοντας για να τον ηρεμήσει, εκείνος αντέδρασε σηκώνοντας το χέρι του προς αυτή «απειλητικά» και λέγοντάς της να «κοιτάζει τη δουλειά της». Τότε του ζήτησε να την ακολουθήσει στα γραφεία, αφενός για να τον απομακρύνει από την F.D., η οποία, όπως ανέφερε, φαινόταν τρομοκρατημένη, και αφετέρου για να προστατευθεί το Ξενοδοχείο, αφού στο lobby βρίσκονταν πελάτες που είχαν αντιληφθεί το περιστατικό. Ο Αιτητής την ακολούθησε, όμως συνέχισε να φωνάζει και στον χώρο των γραφείων και να συμπεριφέρεται ανάρμοστα. Πρόσθεσε ότι είχε δει και στο παρελθόν τον Αιτητή να συμπεριφέρεται ανάρμοστα προς συναδέλφους ή πελάτες, αν και συνήθως κατάφερνε να τον ηρεμήσει, κάτι που, όπως είπε, δεν ήταν δυνατό τη συγκεκριμένη νύχτα, καθότι ο Αιτητής ήταν «εκτός εαυτού». Όταν αργότερα ηρέμησε, του επισήμανε ότι η συμπεριφορά αυτή δεν μπορούσε να συνεχιστεί, όμως, κατά τα λεγόμενά της, εκείνος δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται όσα του έλεγε. Σε σχέση με την F.D., ανέφερε ότι τη συνάντησε μετά το περιστατικό, όταν εκείνη μετέβη στα γραφεία για να αποχωρήσει από την εργασία της, και ότι, ενώ ήταν «τρομοκρατημένη και έτρεμε», της ανέφερε ότι ο Αιτητής της ζήτησε, με ιδιαίτερα άγριο τρόπο, να του αλλάξει χαρτονόμισμα των €500 και την έσπρωξε, ενώ, όταν του ζήτησε να συμπεριφέρεται καλύτερα, εκείνος θύμωσε ακόμη περισσότερο και άρχισε να της φωνάζει. Πρόσθεσε επίσης ότι τα «ξεσπάσματα» του Αιτητή δεν ήταν μεμονωμένα, αλλά είχαν συμβεί και στο παρελθόν, γεγονός που την οδήγησε να ζητήσει προστασία, επειδή φοβόταν να επιστρέψει στην εργασία της. Τέλος, ανέφερε ότι το πρωί της 11/11/2016 ενημέρωσε για το περιστατικό τον Α.Λ., υπεύθυνο του Τμήματος Προσωπικού, καθώς και τον προϊστάμενό της, δηλαδή τον Α.Α., και ότι στη συνέχεια κλήθηκε από τον Α.Λ. στο γραφείο του για να του εκθέσει αναλυτικά τα γεγονότα της 10/11/2016. Δήλωσε ότι, μετά τη συνάντηση αυτή, δεν συμμετείχε σε άλλη συνάντηση και αργότερα πληροφορήθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή, χωρίς να γνωρίζει τι άλλο μεσολάβησε μέχρι τη λήψη της απόφασης αυτής.

 

Αντεξεταζόμενη, η Μ.Τ. απέρριψε αρχικά την υποβολή ότι η παρουσία της στο Δικαστήριο υπαγορεύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία την εργοδοτεί μέχρι και σήμερα, διευκρινίζοντας ότι ήρθε στο Δικαστήριο καθότι είχε επικοινωνήσει μαζί της η δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας κάποιους μήνες πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μαζί της ετοίμασε τη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Δ). Στη συνέχεια:

 

(α) Σε σχέση με τη θέση της πλευράς του Αιτητή ότι το Επίδικο Περιστατικό ξεκίνησε από αίτημα του Αιτητή προς την F.D. να του αλλάξει χαρτονόμισμα των €500, στο οποίο αυτή δυσανασχέτησε επειδή βιαζόταν να φύγει (ως της υποβλήθηκε από την πλευρά του Αιτητή στα πλαίσια σωρείας σχετικών ερωτήσεων και υποβολών), ανέφερε ότι μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι το Επίδικο Περιστατικό, σύμφωνα με όσα της είπε η F.D., ξεκίνησε όταν ο Αιτητής της ζήτησε να του αλλάξει το εν λόγω χαρτονόμισμα κατά την αλλαγή της βάρδιας. Ωστόσο, δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι η F.D. δυσανασχέτησε από το αίτημα αυτό. Μπορούσε όμως να επιβεβαιώσει ότι υπήρξε, τουλάχιστον, λεκτική επίθεση του Αιτητή προς την F.D. και ότι αυτός φώναζε προς αυτήν, έχοντας το πρόσωπό του κοντά στο πρόσωπό της. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι η αναφορά της σε «φωνές» του Αιτητή έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενη δήλωσή της ότι δεν άκουσε τον Αιτητή να φωνάζει όταν βρισκόταν στο γραφείο της αλλά μόνο όταν βγήκε έξω από αυτό, απάντησε ότι αυτό δεν ισχύει, εξηγώντας ότι μεταξύ του χώρου όπου βρισκόταν και της υποδοχής παρεμβάλλονταν δύο κλειστές πόρτες και, συνεπώς, ήταν δυνατό να μην είχε ακούσει φωνές όντας στο γραφείο της, όπως είχε συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις με πελάτες που φώναζαν στην υποδοχή. Αναφερόμενη δε στις συνθήκες του περιστατικού, εξήγησε ότι αυτό έλαβε χώρα κατά την αλλαγή βάρδιας μεταξύ της απογευματινής receptionist F.D. και της νυχτερινής βάρδιας. Περιέγραψε τη διαδικασία αλλαγής βάρδιας, αναφέροντας ότι η νυχτερινή βάρδια προσέρχεται περί τις 10:45 μ.μ., μεταβαίνει στα γραφεία για την παραλαβή των ταμείων της και στη συνέχεια μεταβαίνει στην υποδοχή για την παράδοση με την απογευματινή βάρδια. Πρόσθεσε ότι το προσωπικό της απογευματινής βάρδιας αποχωρεί επισήμως στις 11:40 μ.μ., ενώ μετά την παράδοση επιστρέφει στα γραφεία για την ολοκλήρωση των ταμειακών διαδικασιών, οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν μέχρι και 40 λεπτά, χωρίς να υπάρχει απολύτως σταθερή ώρα επιστροφής, καθότι αυτή εξαρτάται από τις συνθήκες της βάρδιας. Σε σχέση δε με το αίτημα αλλαγής χαρτονομίσματος των €500, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν παράλογο ή απαγορευτικό, καθότι σε τέτοιες περιπτώσεις μπορούσε να γίνει αλλαγή είτε από το ταμείο του Head Receptionist είτε μεταξύ συναδέλφων.

 

(β) Σε σχέση με τη θέση της πλευράς του Αιτητή ότι, όταν η F.D. αποχώρησε από την υποδοχή, τότε μετέβη στα γραφεία όπου βρίσκονταν η ίδια και ο Α.Α. για να διαμαρτυρηθεί (ως επίσης της υποβλήθηκε από την πλευρά του Αιτητή στα πλαίσια σωρείας σχετικών ερωτήσεων και υποβολών), απάντησε ότι απορρίπτει τη θέση αυτή, επιμένοντας ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψε στην κατάθεσή της, δηλαδή ότι η ίδια βγήκε από τον χώρο όπου βρισκόταν και είδε τον Αιτητή να φωνάζει στην F.D., οπότε και επενέβη. Ερωτηθείσα ποιοι ήταν οι άλλοι υπάλληλοι που βρίσκονταν στον χώρο της υποδοχής εκείνη τη στιγμή, απάντησε ότι δεν θυμάται, διευκρινίζοντας ότι η προσοχή της ήταν στραμμένη στο να απομακρύνει τον Αιτητή από τη F.D. και να διαχειριστεί την κατάσταση. Αναφορικά δε με την παρουσία πελατών, οι οποίοι άκουσαν τις φωνές και παρακολουθούσαν το περιστατικό, ανέφερε ότι το γεγονός αυτό το ανέφερε τόσο στον Α.Λ. όσο και στον Α.Α., όταν τους ενημέρωσε τηλεφωνικώς την επόμενη ημέρα. Πρόσθεσε ότι αυτό που θυμάται είναι ότι η F.D. επέστρεψε αργότερα πίσω και τότε δεν ήταν σε θέση να μιλήσει, ενώ την επόμενη ημέρα, όταν ηρέμησε, επανέλαβε το παράπονό της. Όσον αφορά δε την παρουσία του Α.Α., ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πού ακριβώς βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξηγώντας ότι δεν επιθυμεί να αναφέρει κάτι που δεν θυμάται με βεβαιότητα.

 

(γ) Σε σχέση με τη θέση της πλευράς του Αιτητή ότι μετά το Επίδικο Περιστατικό η ίδια έκανε παρατήρηση στον Αιτητή σε σχέση με αυτό και τότε εκείνος της ζήτησε να δει τις κάμερες, κάτι που δεν έγινε (ως επίσης της υποβλήθηκε από την πλευρά του Αιτητή στα πλαίσια σωρείας σχετικών ερωτήσεων και υποβολών), απάντησε ότι μετά το Επίδικο Περιστατικό πράγματι συναντήθηκε με τον Αιτητή, όταν αυτός επέστρεψε πίσω, πλην όμως τότε δεν ήταν σε κατάσταση να της πει τι έγινε και απλώς φώναζε, χρησιμοποιώντας, όπως ανέφερε, «βωμολοχίες», τις οποίες δεν επιθυμούσε να επαναλάβει ενώπιον του Δικαστηρίου, σημειώνοντας ότι δεν ήθελε να μπει στη διαδικασία να μιλήσει με τέτοιο τρόπο και ότι ο Αιτητής δεν ήταν ο εαυτός του εκείνη την ημέρα και μιλούσε με «βρωμόλογα». Όταν δε της υποβλήθηκε ότι τα αναφέρει αυτά για πρώτη φορά και ερωτήθηκε κατά πόσον τα είχε αναφέρει στον Α.Λ. ή στη δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας, απάντησε ότι είχε πει «τα πάντα» στον Α.Λ., εξηγώντας ότι δεν κατέγραψε στη γραπτή της δήλωση κάθε λέξη που ενδεχομένως ειπώθηκε σε κατάσταση θυμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έγιναν. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν είχε επαναλάβει με λέξεις στον Α.Λ. τις συγκεκριμένες «βωμολοχίες», αφού επρόκειτο για «λόγια που συνήθως λένε οι άντρες όταν είναι εκτός εαυτού». Ανέφερε επίσης ότι ο Αιτητής ήταν απειλητικός, υπό την έννοια ότι σήκωσε το χέρι του προς αυτήν και της είπε να φύγει και ότι δεν ήταν δουλειά της, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν την κτύπησε ούτε είδε να κτυπά τη F.D. Πρόσθεσε ότι έχει ζήσει τον Αιτητή τόσο σε ήρεμες στιγμές όσο και σε στιγμές κατά τις οποίες γινόταν «απόλυτα βίαιος», ακόμη και εκτός Ξενοδοχείου σε εξόδους με συναδέλφους, σημειώνοντας όμως ότι αναφέρει μόνο όσα θυμάται και ότι όσα δεν θυμάται δεν μπορεί να τα πει. Ερωτηθείσα αν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία ή αλλού σε σχέση με την κίνηση του χεριού του Αιτητή, απάντησε αρνητικά. Όταν δε της υποβλήθηκε η θέση ότι ο Αιτητής σε καμία περίπτωση δεν επιτέθηκε, ούτε σωματικά ούτε λεκτικά, απάντησε ότι, ως προς τη λεκτική συμπεριφορά τουλάχιστον, μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι είχε συμβεί. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι, όταν η ένταση υποχώρησε, ο Αιτητής παραδέχθηκε τη συμπεριφορά του και της ζήτησε συγγνώμη, εξηγώντας ότι αυτό συνέβη στα πλαίσια συζήτησης που είχαν για αρκετή ώρα, αφού επέστρεψε πίσω. Διευκρίνισε ότι το γεγονός αυτό δεν καταγράφηκε ρητώς στη γραπτή της δήλωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έλαβε χώρα, σημειώνοντας ότι δεν αποτυπώνονται πάντοτε όλες οι λεπτομέρειες σε μια κατάθεση. Σε σχέση με το ζήτημα των καμερών, ανέφερε ότι, εάν της είχε ζητηθεί να ελέγξει τις κάμερες, θα το είχε πράξει, όπως γίνεται σε περιστατικά με πελάτες, πλην όμως δεν θυμάται εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν κάμερες στον χώρο της υποδοχής. Πρόσθεσε δε ότι, εάν υπήρχαν κάμερες, το ζήτημα θα είχε ελεγχθεί όχι μόνο από την ίδια αλλά και από τον προσωπάρχη και το τμήμα ασφαλείας του Ξενοδοχείου.

 

Μαρτυρία Αιτητή

 

Καταθέτοντας, ο Αιτητής, στη βάση Γραπτής Δήλωσής του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε, ανέφερε ότι η τελευταία ημέρα απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν η 21/11/2016, όταν, παρότι βρισκόταν σε ρεπό (day-off), κλήθηκε από τον Ν.Α. να προσέλθει στο γραφείο του στο Ξενοδοχείο, όπου του επιδόθηκε η επιστολή με την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτιζε την απασχόλησή του χωρίς προειδοποίηση (Τεκμήριο 11). Όπως ανέφερε, αντέδρασε άμεσα, θεωρώντας τον λόγο τερματισμού άδικο, και απέρριψε ως ανυπόστατους τους ισχυρισμούς της επιστολής ότι στις 10/11/2016 στον χώρο της υποδοχής είχε «υστερικό ξέσπασμα», ότι επιτέθηκε στην F.D., ότι άσκησε εναντίον της σωματική βία, σπρώχνοντάς την χωρίς να προκληθεί, και ότι επέδειξε επιθετική και απρεπή συμπεριφορά προς την προϊσταμένη του. Στη συνέχεια απέστειλε, μέσω του δικηγόρου του, την επιστολή Τεκμήριο 12, ζητώντας να του παραδοθεί το οπτικό υλικό από τις εσωτερικές κάμερες του ξενοδοχείου στον χώρο υποδοχής και lobby το βράδυ της 10/11/2016, ώστε να αποδειχθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Όπως ανέφερε, το αίτημα αυτό δεν ικανοποιήθηκε, με την Εργοδότρια Εταιρεία να προβάλλει, στην επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμήριο 13) και στη δικογραφία της, διάφορους λόγους για να μην του παραδοθεί το οπτικό υλικό, με αποτέλεσμα να μην έχει την ευκαιρία να το λάβει ή να το ελέγξει, απορρίπτοντας επίσης τον ισχυρισμό ότι, κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016, του δόθηκε η δυνατότητα να το εξετάσει, αφού, όπως ανέφερε, κατά τη συνάντηση εκείνη, στην οποία παρευρέθηκε με τον συντεχνιακό του εκπρόσωπο, και παρά τις επίμονες προσπάθειές του, η Εργοδότρια Εταιρεία αρνήθηκε να το προβάλει. Παράλληλα, απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι κατά τη συνάντηση αυτή είχε παραδεχθεί τα παραπτώματα που του καταλογίζονταν, δηλώνοντας ότι ουδέποτε διέπραξε οποιοδήποτε πειθαρχικό αδίκημα. Αναφερόμενος στα γεγονότα που αφορούν το Επίδικο Περιστατικό, ανέφερε ότι αυτά ξεκίνησαν με την έναρξη της βάρδιάς του στις 11:00 μ.μ. της 10/11/2016, όταν παρέλαβε από τη θυρίδα που διατηρούσε στον χώρο της υποδοχής το ταμείο που χρησιμοποιούσε για την εξυπηρέτηση των πελατών του Ξενοδοχείου, το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, περιείχε χαρτονόμισμα των €500, και ζήτησε από την F.D., η οποία αποχωρούσε από την απογευματινή βάρδια, να του το αλλάξει, πλην όμως εκείνη δυσανασχέτησε επειδή είχε ήδη περάσει η ώρα αποχώρησής της και αποχώρησε από την υποδοχή, μεταβαίνοντας στα γραφεία όπου βρίσκονταν η Μ.Τ. και ο Α.Α. Όπως ανέφερε, λίγο αργότερα τον προσέγγισε η Μ.Τ., η οποία τον παρατήρησε ότι μίλησε άσχημα προς την F.D., οπότε της ανέφερε να ελέγξει τις κάμερες για να διαπιστωθεί ότι απλώς της είχε ζητήσει να του αλλάξει το χαρτονόμισμα των €500, τονίζοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν επιτέθηκε ούτε σωματικά ούτε λεκτικά στην F.D., ούτε φώναζε στον χώρο της υποδοχής ούτε χρησιμοποιούσε βρωμόλογα, όπως του καταλογίζεται. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παρέλειψε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου υπαλλήλους που φέρονται ως παρόντες κατά το επίδικο βράδυ, σημειώνοντας ότι παρουσιάστηκαν οι Α.Λ. και Α.Α., οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν ήταν παρόντες στο περιστατικό, ενώ ο δεύτερος ανέφερε ότι δεν εργαζόταν τη συγκεκριμένη νύχτα αλλά κλήθηκε να καταθέσει κατόπιν επιθυμίας του πρώτου. Όσον αφορά τη Μ.Τ., η οποία ήταν η μόνη μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας που ισχυρίστηκε ότι ήταν παρούσα στο περιστατικό, ανέφερε ότι η εκδοχή της δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και ότι από την πρώτη στιγμή της είχε ζητήσει να ελεγχθεί το οπτικό υλικό χωρίς να λάβει απάντηση. Πρόσθεσε επίσης ότι ουδέποτε σήκωσε το χέρι του απειλητικά προς τη Μ.Τ., ούτε φώναζε στο Lobby ή στους χώρους των γραφείων ούτε βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, φωνάζοντας προς την F.D., υποστηρίζοντας ότι ουδέν από τα ανωτέρω έλαβε χώρα, ενώ, παράλληλα, διερωτήθηκε γιατί δεν παρουσιάστηκαν άλλοι υπάλληλοι που φέρονται ως παρόντες το επίδικο βράδυ, ιδίως η F.D. Τέλος, ανέφερε ότι κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016 εξήγησε τα γεγονότα της 10/11/2016 χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις, ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά, ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα ελέγχου του οπτικού υλικού και ότι ουδέποτε παραδέχθηκε τα παραπτώματα που του καταλογίζονταν, τα οποία, όπως υποστήριξε, αρνήθηκε εξαρχής.

 

Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε ότι παρέλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 1 - 10 από την Εργοδότρια Εταιρεία, αναγνωρίζοντας ότι περιείχαν αναφορές σε ζητήματα διαγωγής του και συνιστούσαν προειδοποιήσεις που του είχαν δοθεί σε σχέση με αυτά, καθώς και ότι έλαβε προειδοποιήσεις ήταν κάτι που ήταν γνωστό και στο συντεχνιακό του εκπρόσωπο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι περισσότερες προειδοποιήσεις αφορούσαν, κατά τον ίδιο, «εσωτερικές διαδικασίες» χωρίς συναντήσεις παρουσία συντεχνιακών εκπροσώπων, με εξαίρεση την επιστολή Τεκμήριο 9, η οποία έκανε αναφορά σε «αντιπαράθεση» που είχε. Σε υποβολή ότι σε όλες τις περιπτώσεις η στάση του ήταν αποδοχή και απολογία, διαφώνησε, ενώ όταν του επιδείχθηκαν οι καταθέσεις του Δ.Α. (Έγγραφο Β) και του Α.Α. (Έγγραφο Γ), ανέφερε ότι τις είδε για πρώτη φορά προσφάτως μέσω του δικηγόρου του και διαφωνεί με το περιεχόμενό τους, σημειώνοντας ότι δεν του επιδείχθηκαν κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016. Αναφερόμενος στη συνάντηση αυτή, ανέφερε ότι του ζητήθηκε να πει τι είχε συμβεί το βράδυ της 10/11/2016 και ότι παρέθεσε τη δική του εκδοχή για το «δήθεν συμβάν» που του καταλογιζόταν, παρουσία του συντεχνιακού του, χωρίς, όπως είπε, να του αναφερθεί τότε οτιδήποτε για απόλυση ή προειδοποίηση. Πρόσθεσε ότι γνώριζε το αντικείμενο της συνάντησης, καθότι τελούσε σε διαθεσιμότητα από τις 13 μέχρι και 18 του μήνα, επέστρεψε στην εργασία του γύρω στις 18 με 19 και, όπως ανέφερε, στις 20, «νομίζει», τέθηκε εκ νέου σε διαθεσιμότητα. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι ο Ι.Ι., τον οποίο χαρακτήρισε ως τμηματάρχη του, τον κάλεσε στο γραφείο του και του είπε ότι είχε δει το οπτικό υλικό και ότι «δεν υπάρχει κάτι μεμπτό» ούτε θέμα βίας από μέρους του, αλλά ότι υπήρχε παράπονο συναδέλφων του και ότι γι’ αυτό προχώρησαν διαδικασίες με τον προσωπάρχη. Ερωτηθείς για τις σχέσεις του με τους συναδέλφους του, ανέφερε ότι διατηρούσε πολύ καλή σχέση με τη Μ.Τ. και καλή σχέση με τους Δ.Α., Α.Α. και Α.Λ., καθώς και με την F.D., παρότι δεν τη γνώριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, τονίζοντας ότι ουδέποτε είχε οποιοδήποτε παράπονο ή πρόβλημα με οποιονδήποτε εξ αυτών, ενώ όταν του τέθηκε το ερώτημα γιατί οι συνάδελφοί του κατέθεσαν εις βάρος του, απάντησε ότι, μη δυνάμενοι να τεκμηριώσουν το συμβάν, «επικαλέστηκαν άλλα πράγματα» ή «άλλες προφάσεις», ενδεχομένως καθοδηγημένοι από κάποιον. Απέρριψε επίσης την υποβολή ότι κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016 παραδέχθηκε τα παραπτώματα και ζήτησε συγγνώμη μέσω του συντεχνιακού του, επιμένοντας ότι ουδεμία απολογία δόθηκε εκ μέρους του. Επίσης διαφώνησε ότι συνήθιζε να απολογείται όταν λάμβανε προειδοποιητικές επιστολές, αρνούμενος οποιαδήποτε παραδοχή του σε οτιδήποτε του είχε καταλογιστεί. Ερωτηθείς για τον λόγο τερματισμού της απασχόλησής του, ανέφερε ότι αυτός οφειλόταν σε «υποτιθέμενο συμβάν» το οποίο, κατά τη θέση του, δεν έλαβε χώρα, διευκρινίζοντας ότι δεν αποδέχεται τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν και ότι θεωρεί άδικη την απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας. Επανέλαβε δε ότι μεταξύ αυτού και της F.D. δεν έλαβε χώρα κανένα περιστατικό το επίμαχο βράδυ και χαρακτήρισε ως ψευδείς τις γραπτές καταθέσεις συναδέλφων του που τον επιβάρυναν. Απέρριψε τις υποβολές ότι επέδειξε απαράδεκτη συμπεριφορά προς την F.D., αρνούμενος ότι χρησιμοποίησε υβριστική γλώσσα, ότι την έσπρωξε ή ότι συμπεριφέρθηκε ανάρμοστα προς την προϊσταμένη του Μ.Τ. όταν εκείνη επιχείρησε να τον μεταφέρει από τον χώρο της υποδοχής πίσω στα γραφεία. Σε σχέση με το ζήτημα της αλλαγής χαρτονομίσματος των €500, επανάλαβε τη θέση του ότι η F.D. αρνήθηκε να το αλλάξει μετά από αίτημά του, το οποίο ήταν συμβατό με την πρακτική που ακολουθείτο στο Ξενοδοχείο, και επανάλαβε ότι η άρνηση αυτή δεν οφειλόταν στη δική του συμπεριφορά, αρνούμενος κατηγορηματικά ότι αντέδρασε θυμωμένα προς αυτήν ή ότι την έσπρωξε. Τέλος, σε υποβολή ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έλαβε υπόψη της για τον τερματισμό της καταθέσεις από συναδέλφους του, άκουσε το παράπονο της F.D. και τη δική του εκδοχή χωρίς να βασιστεί αποκλειστικά στο οπτικό υλικό, επέμεινε στη θέση του ότι το οπτικό υλικό δεν του παρουσιάστηκε κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016 στην παρουσία του συντεχνιακού του εκπροσώπου ούτε του παρουσιάστηκε σε άλλο χρόνο, παρά τις συνεχιζόμενες εκκλήσεις του όπως του το παραδώσουν.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Έχοντας συνοψίσει πιο πάνω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας και είναι σχετική με το επίδικο εδώ ζήτημα, ήτοι το κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε, με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας, να αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται (ισοζύγιο των πιθανοτήτων) ότι ο Επίδικος Τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε σε συμμόρφωση με το Νόμο και ειδικότερα με τις πρόνοιες που προβλέπονται σε αυτόν σε σχέση με τον λόγο που η ίδια επικαλείται για τον επίδικο τερματισμό («Επίδικο Ζήτημα»), προχωρούμε πιο κάτω με την παρουσίαση των συμπερασμάτων που εξαγάγαμε από την αξιολόγησή της, σημειώνοντας τα εξής:

 

Πρώτο συμπέρασμά που εξαγάγαμε από την αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας είναι ότι ο λόγος που επικαλείται η Εργοδότρια Εταιρεία για τον Επίδικο Τερματισμό αφορά συγκεκριμένη διαγωγή του Αιτητή, η οποία, κατ’ ισχυρισμό της, έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων και είχε τέτοια ένταση και σοβαρότητα, ώστε να δύναται να δικαιολογήσει τον τερματισμό της απασχόλησής του άνευ προειδοποιήσεως.

 

Υπογραμμίζεται ότι στο συμπέρασμα αυτό καταλήξαμε λαμβάνοντας υπόψη μας αφενός το γεγονός ότι στις έγγραφες προτάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας γίνεται ρητή αναφορά στο ότι η απόφασή της για τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή προέκυψε λόγω του ότι αυτός υπέπεσε σε σοβαρά παραπτώματα, τα οποία «αποδέχθηκε ότι έλαβαν χώρα» και τα οποία «είχαν ποικίλες και δυσάρεστες επιπτώσεις σε βάρος των εργοδοτών του», ενώ, είχε διαπράξει τόσο στο «πρόσφατο όσο και στο μακρινό παρελθόν σωρεία παρόμοιων ή άλλων παραπτωμάτων, για τα οποία του είχαν γίνει συστάσεις ή/και προειδοποιήσεις».  Αφετέρου, λάβαμε υπόψη μας και το περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή (Τεκμήριο 11) όπου γίνεται εκτενής αναφορά σε περιστατικό που οδήγησε, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, στην απόφαση για τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή (ήτοι το Επίδικο Περιστατικό) ενώ παράλληλα γίνεται ρητή αναφορά τόσο σε «διαγωγή» του Αιτητή με την οποία, κατά την κρίση της Εργοδότριας Εταιρείας, έθεσε τον εαυτό του «υποκείμενο σε απόλυση», όσο και σε «τελευταίο παράπτωμα», το οποίο χαρακτηρίζεται ως «σοβαρό» και το οποίο, σε συνδυασμό με τις άλλες «πολλές προειδοποιήσεις» που του «έγιναν στο παρελθόν» και τις οποίες φέρεται να αγνόησε «με τον πλέον προκλητικό τρόπο», κρίθηκε ότι δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησής του.

 

Έτσι, υπό το φως του συμπεράσματός μας αυτού, καθώς και του γεγονότος ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, ως προκύπτει από την ενώπιόν μας μαρτυρία, δεν έδωσε στον Αιτητή, κατά τον Επίδικο Τερματισμό της απασχόλησής του, οποιαδήποτε προειδοποίηση ή πληρωμή αντί αυτής, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησής του θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των προνοιών του Νόμου που προβλέπουν τη δυνατότητα του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση εργοδοτουμένου άνευ προειδοποιήσεως λόγω διαγωγής του, ήτοι τις πρόνοιες των εδαφίων (ε) και (στ) του Άρθ. 5, ως αυτές σημειώθηκαν ανωτέρω.

 

Με αυτό υπόψη μας, φέραμε στην προσοχή μας τις βασικές νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της νομιμότητας του τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου από τον εργοδότη του υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

 

(α) Κρίση για τον επίμαχο τερματισμό.

 

Οι εν λόγω πρόνοιες δίδουν σε εργοδότη τη δυνατότητα νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης εργοδοτουμένου χωρίς να προκύπτει υποχρέωση προειδοποίησής του για τον τερματισμό ή καταβολής προς όφελός του πληρωμής αντί προειδοποίησης, όταν αυτός επιδεικνύει, κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, διαγωγή η οποία τον καθιστά υποκείμενο σε «απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως».

 

Το κατά πόσον συντρέχει μια τέτοια περίπτωση εναπόκειται, αποκλειστικά, στην κρίση του ίδιου του εργοδότη, ο οποίος καλείται (έχοντας υπόψη του τον ενδεικτικό κατάλογο συμπεριφορών που ενεργοποιούν τις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Άρθ. 5 ως αυτός παρατίθεται στα πλαίσια του εδαφίου (στ) του άρθρου αυτού), να κρίνει κατά πόσον η επίμαχη διαγωγή είχε ως αποτέλεσμα τη διάρρηξη του κλίματος εμπιστοσύνης που διαπνέει τη σχέση εργασίας, με συνέπεια η σχέση αυτή να μην αναμένεται λογικά να συνεχιστεί (βλ. Pattikis v. The Municipal Committee of Nicosia (1988) 1 C.L.R. 103).

 

Το πότε προκύπτει αυτό συναρτάται με τη «σοβαρότητα» της διαγωγής που διαπράττει ο εργοδοτούμενος και τίθεται προς εξέταση ενώπιον του εργοδότη στην επίμαχη περίπτωση. Αυτό καθίσταται σαφές τόσο από τις σχετικές αναφορές στο άρθρο (στ) του Άρθ. 5 (βλ. κυρίως αναφορά σε «διάπραξη σοβαρού παραπτώματος» και «σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη παράβαση») όσο και από την εκτενή αναφορά στο θέμα αυτό στα πλαίσια της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου[8] όπου τονίστηκε ότι:

 

(i) Καμία διαγωγή ή συμπεριφορά εργοδοτουμένου, η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δύναται να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη κατ’ εφαρμογή των εδαφίων (ε) και (στ) του Άρθ. 5.

 

(ii) Η άμεση απόλυση, ως ιδιαιτέρως δραστικό μέτρο, επιτρέπεται να λαμβάνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις.

 

(iii) Μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα μεμονωμένο παράπτωμα δεν είναι επαρκές για να δικαιολογήσει τερματισμό απασχόλησης άνευ προειδοποιήσεως, εκτός εάν συνοδεύεται από ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες.

 

Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά το θέμα της «σοβαρότητας» της διαγωγής θα πρέπει υπογραμμίσουμε τα εξής:

 

(i) Για το πότε μία διαγωγή ενέχει το στοιχείο της «σοβαρότητας» εντός των όσων αναφέραμε ανωτέρω, δεν υφίσταται, ούτε δύναται να υφίσταται, γενικός κανόνας που να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις (βλ. κυρίως Pattikis (πιο πάνω)). Και τούτο διότι η εν λόγω εκτίμηση, όπως προκύπτει και από τη χρήση της φράσης «λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της περιπτώσεως» στο εδάφιο (στ) του Άρθ. 5, εξαρτάται από την ουσιαστική αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που πλαισιώνουν την κάθε περίπτωση και, ειδικότερα, από το κατά πόσον η διαγωγή που αποδίδεται στον εργοδοτούμενο ήταν, υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, ικανή να διαρρήξει το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται μη αναμενόμενη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης. Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι, ορισμένες μορφές διαγωγής ενέχουν, εκ φύσεώς τους, τέτοιο βαθμό σοβαρότητας ώστε να θεωρούνται, κατά τεκμήριο, ικανές να διαρρήξουν το κλίμα εμπιστοσύνης που διέπει τη σχέση εργασίας και, κατ’ επέκταση, να δύνανται να ενεργοποιήσουν τις σχετικές πρόνοιες περί απόλυσης άνευ προειδοποιήσεως. Τέτοιες είναι, κυρίως, διαγωγές που φαίνεται να πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως είναι η επίθεση, η πρόκληση σωματικής βλάβης, η παράνομη χρήση ή κατοχή ναρκωτικών ουσιών κ.ά., καθώς και πράξεις που παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές της εύρυθμης λειτουργίας του εργασιακού περιβάλλοντος, όπως π.χ. η σεξουαλική ή άλλης μορφής παρενόχληση, η παραβίαση της υποχρέωσης εχεμύθειας και η τέλεση ανταγωνιστικών πράξεων εις βάρος του εργοδότη.

 

(ii) Η εκτίμηση της σοβαρότητας της διαγωγής πρέπει να αφορά, όπως και γενικότερα η εκτίμηση για το κατά πόσον δικαιολογείται ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, πρόσφατη, σε σχέση με τον επίμαχο τερματισμό της απασχόλησης, διαγωγή, καθότι, τερματισμός απασχόλησης δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένος στη βάση παρελθουσών διαγωγών του εργοδοτουμένου, ανεξαρτήτως της σοβαρότητάς τους. Δηλαδή, η διαγωγή πρέπει να είναι πρόσφατη και, κατά κανόνα, να έχει αυτοτελώς τέτοια βαρύτητα ώστε να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης χωρίς προειδοποίηση από μόνη της (κανόνας που υποχωρεί μόνο στην περίπτωση που η τελική διαγωγή επιβεβαιώνει συγκεκριμένη και συστηματική διαγωγή του εργοδοτουμένου, η οποία συνεχίστηκε παρά την προηγούμενη παροχή σοβαρών προειδοποιήσεων). Και τούτο διότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα δημιουργείτο ο κίνδυνος οι εργοδοτούμενοι που υπέπεσαν σε παρελθούσες παραβάσεις να παραμένουν διαρκώς εκτεθειμένοι στην απειλή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, με αποτέλεσμα η εργασιακή τους σχέση να τελεί υπό καθεστώς παρατεταμένης αβεβαιότητας, κάτι που αντίκειται τόσο στην αρχή της ασφάλειας δικαίου όσο και στη θεμελιώδη υποχρέωση του εργοδότη να ενεργεί, κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, με καλή πίστη (βλ. L' Union National (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Γιώργου Χουλιώτη (2015) 1Β Α.Α.Δ. 1874). Ταυτόχρονα, η εκτίμηση της επίμαχης διαγωγής από τον εργοδότη οφείλει να λαμβάνει χώρα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή κατά την οποία αυτή περιήλθε στην αντίληψή του, όπως ρητώς επισημαίνεται και στην επιφύλαξη του Άρθ. 5(ε). Το τι συνιστά «εύλογο χρόνο» δεν δύναται να προσδιοριστεί κατά τρόπο αφηρημένο ή απόλυτο, αλλά εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η έννοια αυτή δεν αποκλείει τον χρόνο που ευλόγως απαιτείται για τη διερεύνηση των σχετικών γεγονότων από τον εργοδότη, προκειμένου αυτός να σχηματίσει επαρκώς τεκμηριωμένη εικόνα ως προς τα πραγματικά περιστατικά πριν καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και λάβει την απόφασή του (βλ. Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 194[9]).

 

 

(β) Δικαστικός έλεγχος της κρίσης.

 

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το κατά πόσον συγκεκριμένη διαγωγή του εργοδοτουμένου καθιστά αυτόν υποκείμενο σε απόλυση άνευ προειδοποιήσεως εναπόκειται αποκλειστικά στην κρίση του ίδιου του εργοδότη. Η κρίση αυτή, όμως, δεν δύναται να είναι αυθαίρετη και ελέγχεται από το αρμόδιο Δικαστήριο στη βάση του κριτηρίου που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών (2005) 1 Α.Α.Δ. 1478, ήτοι στη βάση του κατά πόσον ευρίσκετο εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού και συνετού εργοδότη («within the band of reasonable responses of a reasonable employer»), με αποτέλεσμα να είναι, υπό τις περιστάσεις, «εύλογη»[10].

 

Αυτό που, δε, το Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο αυτό, οφείλει να πράττει εφαρμόζοντας το κριτήριο που υιοθετήθηκε στην απόφαση Κακοφεγγίτου είναι να εξετάζει κατά πόσο ο εργοδότης «εύλογα πίστευε, στη βάση των ενώπιόν του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς» και όχι να μετατρέπεται το ίδιο «σε κριτή πρωτογενών γεγονότων» (βλ. απόφαση πλειοψηφίας στην υπόθεση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Π.Ε. αρ. 188/2012, ημερ. 20/11/2018[11]).

 

Υπογραμμίζεται ότι, το «εύλογο» της απόφασης του εργοδότη, σε κάθε περίπτωση, δεν αφορά μόνο το τελικό στάδιο λήψης της απόφασής του, το στάδιο δηλαδή όπου αυτός καταλήγει σε τελική κρίση σε σχέση με τον επίμαχο τερματισμό της απασχόλησης, αλλά αδιαμφισβήτητα αφορά και το στάδιο που προηγείται αυτού και κατά το οποίο ο εργοδότης, διενεργώντας σχετική «εύλογη» διερεύνηση[12], διαμορφώνει την αντίληψή του ως προς τα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την επίμαχη διαγωγή. Αυτό, δε, που καθιστά τη διερεύνηση αυτή «εύλογη», ως η σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193), δεν είναι η τήρηση μίας προκαθορισμένης ή συγκεκριμένης πειθαρχικής διαδικασίας, αλλά η τήρηση μίας δίκαιης διαδικασίας (fair procedure)[13] στα πλαίσια της οποία δόθηκε στον εργοδοτούμενο ουσιαστική και δίκαιη ευκαιρία να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του ως προς τις καταγγελίες που έχουν σε βάρος του διατυπωθεί, προβάλλοντας και τη δική του θέση και εκδοχή (κάτι που είναι δυνατό να παραληφθεί μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά που πλαισιώνουν την διαγωγή ομολογούνται από τον ίδιο τον εργοδοτούμενο ή είναι τόσο έκδηλα ώστε να μην μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν).

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Ως εκ των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το βασικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε κατά τη διαμόρφωση της τελικής μας κρίσης επί του Επίδικου Ζητήματος είναι το κατά πόσον η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας για τον Επίδικο Τερματισμό του Αιτητή πληροί το κριτήριο που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κακοφεγγίτου, ήτοι εάν ευρίσκεται «εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού και συνετού εργοδότη», με αποτέλεσμα να κρίνεται, υπό τις περιστάσεις, «εύλογη». Έχοντας αυτό υπόψη, καθώς και το σκεπτικό της προαναφερόμενης απόφασης Σουρουλλά, σύμφωνα με το οποίο η εφαρμογή του κριτηρίου αυτού συναρτάται με το κατά πόσον ο εργοδότης, κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίμαχου τερματισμού, «εύλογα πίστευε, στη βάση των ενώπιόν του στοιχείων, ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς», εξετάσαμε το σύνολο της σχετικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στα στοιχεία που, σύμφωνα με την μαρτυρία αυτή, είχε ενώπιόν της η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο και στο κατά πόσον αυτά μπορούσαν να οδηγήσουν έναν λογικό και συνετό εργοδότη στη λήψη εύλογης απόφασης για τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου στη βάση των εδαφίων (ε) και (στ) του Άρθ. 5.

 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση αυτή, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας ο Α.Λ. (ο οποίος, ως κατέθεσε, υπό την ιδιότητά του ως προσωπάρχης του Ξενοδοχείου, ήταν το πρόσωπο που προέβη σε διερεύνηση του Επίδικου Περιστατικού, διαμορφώνοντας μέσω αυτής μία «εικόνα» την οποία και μετέφερε στη διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας), έλαβε κυρίως υπόψη της, για σκοπούς λήψης της απόφασης για τον Επίδικο Τερματισμό, σωρευτικά, τα ακόλουθα στοιχεία:

 

(α) Την, κατ’ ισχυρισμό, παραδοχή του Αιτητή κατά την Συνάντηση της 17/11/2016  όσον αφορά την διαγωγή που επέδειξε κατά το Επίδικο Περιστατικό.

 

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι το γεγονός αυτό προκύπτει σαφώς στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έθεσε ενώπιόν μας ο Α.Λ., ο οποίος ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας που έθεσε άμεση και πρωτογενή μαρτυρία επί του ζητήματος, και ιδίως στη βάση συγκεκριμένων δηλώσεων στις οποίες προέβη κατά την κατάθεσή του, σύμφωνα με τις οποίες:

 

(i) Ο Αιτητής κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016 «αρχικά περιέπεσε σε αρκετές αντιφάσεις», ενώ στη συνέχεια «όχι μόνο παραδέχθηκε τα όσα έγιναν» σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό, αλλά παραδέχθηκε επίσης ότι «διέδιδε στο ξενοδοχείο ότι, για να τον τερματίσουν οι Καθ’ ων η Αίτηση, θα έπρεπε να του πληρώσουν ένα μεγάλο ποσό».

 

(ii) Η Εργοδότρια Εταιρεία, αφού είχε «την παραδοχή του Αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των προεκτεθέντων παραπτωμάτων του αλλά και τον πρότερο βίο του, ο οποίος δεν τους άφηνε κανένα περιθώριο να επιδείξουν έναντι του άλλη επιείκεια, στις 20/11/2016», αποφάσισε «τον τερματισμό της απασχόλησής του, ο οποίος του γνωστοποιήθηκε γραπτώς στις 21/11/2016, όταν του παραδόθηκε επιστολή με τους λόγους της απόλυσής του».

 

(β) Τα όσα τέθηκαν κατά την σχετική διερεύνηση αναφορικά σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό από τις F.D. και Μ.Τ.

 

Εδώ τονίζεται ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Α.Λ., τα εν λόγω πρόσωπα ήταν και τα μόνα που είχαν οποιανδήποτε άμεση γνώση σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν το Επίδικο Περιστατικό και τα οποία παρείχαν καταθέσεις στα πλαίσια της διερεύνησης που διενεργήθηκε επ’ αυτού, ενώ τα λοιπά πρόσωπα που, σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, παρείχαν επίσης σχετικές καταθέσεις, ήτοι οι Α.Α. και Δ.Α., δεν είχαν οποιαδήποτε άμεση γνώση των γεγονότων αυτών, καθότι, δεν ήταν παρόντες σε αυτό, με τις σχετικές καταθέσεις τους να περιορίζονται σε αναφορές ως προς την εν γένει διαγωγή του Αιτητή κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων.

 

(γ) Την εν γένει διαγωγή του Αιτητή κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, καθώς και τον γενικότερο, κατά τα λεγόμενα του Α.Λ., «πρότερο βίο του», ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο τον Α.Λ., «δεν άφηνε κανένα περιθώριο» στην Εργοδότρια Εταιρεία «να επιδείξει έναντί του άλλη επιείκεια».

 

Εδώ τονίζεται ότι, σύμφωνα με τη σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, η αντίληψη της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με την εν γένει διαγωγή του Αιτητή κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων είχε ως βάση της, κυρίως, το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων του Α.Α. και Δ.Α. επί του θέματος (οι οποίες, όπως αναφέραμε προηγουμένως, είχαν ως αντικείμενο σχεδόν αποκλειστικά το θέμα αυτό), τις σχετικές καταθέσεις της F.D. και Μ.Τ., καθώς και περιεχόμενο των σχετικών επιστολών / εγγράφων που είχε λάβει στο παρελθόν ο Αιτητής από την Εργοδότρια Εταιρεία ως γραπτές προειδοποιήσεις (Τεκμήρια 1–10). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Α.Λ., η αντίληψη αυτή είχε ως βάση και την προσωπική γνώση του ίδιου σε σχέση με τη διαγωγή αυτή, εφόσον, κατά τα λεγόμενά του:

 

«…τον Οδυσσέα τον ξέρω 16 χρόνια και έχω σχεδόν 18 χρόνια. Κοιτάξαμε όλες τις περιπτώσεις, τις παραβάσεις του σχεδόν όλες εγώ. Άρα ξέρω ποια πράγματα, βλέπω ποια πράγματα μπορεί να έκανε και ποια όχι, όταν λέμε ότι δέχτηκε επίθεση, ξέρω εάν μπορεί να επιτεθεί σε κάποιον ή να μην επιτεθεί, αυτό το έχει κάνει 15 - 20 φορές προηγουμένως…. Άρα, είναι πράγματα τα οποία και τα γνωρίζω και βλέποντας και έχοντας ζήσει εγώ ο ίδιος τις συμπεριφορές του Οδυσσέα και μου τις έχουν πει οι μάρτυρες.»

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και δεδομένου ότι τα γεγονότα που αφορούν την, κατ’ ισχυρισμό της Εργοδότριας Εταιρείας, παραδοχή του Αιτητή κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016, καθώς και τη διαγωγή που φέρεται να επέδειξε κατά το Επίδικο Περιστατικό, αμφισβητούνται έντονα από τον Αιτητή στη βάση αντικρουόμενων εκδοχών που προσέφερε με τη μαρτυρία του σε σχέση με αυτά, προχωρήσαμε στην αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, με σκοπό την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων επί των οποίων θα στηρίξουμε την τελική μας κρίση ως προς το Επίδικο Ζήτημα.

 

Ολοκληρώνοντας, δε, την αξιολόγηση αυτή καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι:

 

(α) Ως προς το στοιχείο της «παραδοχής» του Αιτητή κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016[14] δεν είμαστε σε θέση, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας από τον φέροντα το βάρος απόδειξης διάδικο, ήτοι την Εργοδότρια Εταιρεία, να προβούμε σε εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

 

Και τούτο διότι, αξιολογώντας τη σχετική μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας ο Α.Λ., η οποία, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αποτελεί και τη μοναδική πρωτογενή και άμεση μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από την Εργοδότρια Εταιρεία σε σχέση με τα όσα διαμείφθηκαν κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016, κρίναμε ότι αυτή συνιστά ακροσφαλές και μη αξιόπιστο υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να συναχθούν εξ αυτής οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα.

 

Εξηγώντας αυτό σημειώνουμε τα εξής:

 

Αξιολογώντας τη σχετική μαρτυρία, διαπιστώσαμε, καταρχάς, ότι αυτή τέθηκε ενώπιόν μας με έντονη ασάφεια και αοριστία, χωρίς το αναγκαίο βάθος, γεγονός που, οφείλουμε να ομολογήσουμε, μας προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση. Θα περιμέναμε τον Α.Λ. ως πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, είχε άμεση αντίληψη των γεγονότων στη βάση των οποίων φέρεται να προέκυψε η επίμαχη παραδοχή να παραθέσει σαφή, θετική και λεπτομερή μαρτυρία επί του θέματος με εις βάθος αναφορές τόσο ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να διατυπώθηκε η κατ’ ισχυρισμό παραδοχή, όσο και ως προς τα συναφή περιστατικά που τη συνοδεύουν όπως π.χ. του ακριβούς λεκτικού της, των στιχομυθιών που ανταλλάχθηκαν μεταξύ αυτού και του Αιτητή σε σχέση με αυτό, καθώς και της αντίδρασης των λοιπών παρισταμένων κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016. Τούτο, όμως, σε καμία περίπτωση συνέβη κατά την κατάθεσή του ενώπιόν μας με την μαρτυρία του να περιορίζεται σε γενικές και αποσπασματικές αναφορές, στερούμενες της αναγκαίας σαφήνειας και λεπτομέρειας, με αποτέλεσμα η δυνατότητα αποδοχής της ως ασφαλούς και αξιόπιστου υποβάθρου για την εξαγωγή συμπερασμάτων να περιορίζεται σημαντικά.

 

Η εν λόγω δυνατότητα περιορίζεται σημαντικά, βρίσκουμε, και ενόψει της παντελούς αποτυχίας παρουσίασης, τόσο από τον Α.Λ. όσο και γενικότερα από την Εργοδότρια Εταιρεία, οποιασδήποτε έγγραφης, προφορικής ή άλλης μαρτυρίας προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού της, παράλειψη η οποία αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει και του ότι:

 

(i) Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Α.Λ., κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016 τηρούνταν πρακτικά, τα οποία, εντούτοις, δεν προσκομίστηκαν ενώπιόν μας, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε ικανοποιητική ή επαρκής εξήγηση για τη μη παρουσίασή τους.

 

(ii) Σύμφωνα με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, στη συνάντηση παρίσταντο ακόμη δύο πρόσωπα, ήτοι ο Ι.Ι. και ο συντεχνιακός αντιπρόσωπος του Αιτητή, τα οποία, εκ της συμμετοχής τους στη συζήτηση που έλαβε χώρα, θα μπορούσαν να παράσχουν άμεση και πρωτογενή μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο της συνάντησης και, ειδικότερα, ως προς το κατά πόσον, στα πλαίσια αυτής, ο Αιτητής προέβη σε παραδοχή των όσων του καταλόγιζε η Εργοδότρια Εταιρεία. Ωστόσο, η μαρτυρία των προσώπων αυτών ουδέποτε προσκομίστηκε ενώπιόν μας, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε ικανοποιητική ή επαρκής εξήγηση για την απουσία της.

 

Τέλος, η δυνατότητα αποδοχής της σχετικής μαρτυρίας του Α.Λ. ως ασφαλούς υποβάθρου για την εξαγωγή συμπερασμάτων περιορίζεται σημαντικά, βρίσκουμε, και από το γεγονός ότι η εκδοχή που προκύπτει από τη μαρτυρία του είναι ουσιωδώς ασυμβίβαστη με τη θέση που διατυπώθηκε από πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο του Επίδικου Τερματισμού, ότι δηλαδή η φερόμενη παραδοχή του Αιτητή έλαβε χώρα αφού προηγουμένως του δόθηκε η ευκαιρία να δει το οπτικό υλικό από τις κάμερες του χώρου όπου έλαβε χώρα το Επίδικο Περιστατικό, θέση η οποία αποτυπώνεται τόσο στις έγγραφες προτάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας, όσο και σε έγγραφο που ανάγεται στον ουσιώδη χρόνο του Επίδικου Τερματισμού, ήτοι στην επιστολή ημερομηνίας 7/12/2016 (Τεκμήριο 13) που απεστάλη στον Αιτητή μέσω των δικηγόρων της, στην οποία αναφέρονται (αυτολεξεί) τα εξής:

 

«…Σε σχέση με το οπτικό υλικό στο οποίο αναφέρεστε, ο πελάτης σας είχε την ευκαιρία να το ελέγξει και το έλεγξε κατά τη διάρκεια της έρευνας που έγινε εναντίον του και το γεγονός αυτό είχε καταλυτικό ρόλο στο να παραδεχθεί ο πελάτης σας τα παραπτώματά του στην ακρόαση στην οποία κλήθηκε και παρουσιάστηκε μαζί με τον συντεχνιακό του εκπρόσωπο.»

 

Αναλύοντας το ζήτημα περαιτέρω, σημειώνουμε ότι, παρά τη σαφώς διατυπωθείσα θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, τόσο στα πλαίσια της δικογραφίας της όσο και στα πλαίσια της εν λόγω επιστολής (Τεκμήριο 13), ότι η παραδοχή του Αιτητή προέκυψε αφού προηγουμένως του δόθηκε η ευκαιρία να ελέγξει το σχετικό οπτικό υλικό, ο Α.Λ., κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα αυτό ούτε παρέθεσε οποιαδήποτε πληροφορία που να στηρίζει την εκδοχή αυτή. Τουναντίον, κατά την κατάθεσή του, υπογράμμισε επανειλημμένως ότι τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του, και κυρίως τα όσα του ανέφεραν οι μάρτυρες, ήταν, κατά την αντίληψή του, επαρκή για να σχηματίσει σχετική «εικόνα» ως προς την υπό εξέταση διαγωγή του Αιτητή, χωρίς όμως να αναφέρει κατά πόσον στα στοιχεία αυτά περιλαμβανόταν και οπτικό υλικό από τις κάμερες του χώρου. Κατά δε την αντεξέτασή του, αν και αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό, αρχικά, με ασάφεια, στη συνέχεια αποδέχθηκε ότι πράγματι υπήρχαν κάμερες και σχετικό οπτικό υλικό, χωρίς όμως να διευκρινίσει κατά πόσον αυτό είχε επιδειχθεί στον Αιτητή, ενώ, όταν ερωτήθηκε κατά πόσον ο ίδιος το είδε, απάντησε ότι δεν θυμόταν. Τελικώς, όμως, όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να δει το σχετικό οπτικό υλικό σε σχέση με το περιστατικό, απάντησε μονολεκτικά «Ναι».

 

Έτσι, με δεδομένη την έλλειψη συμβατότητας της σχετικής μαρτυρίας του Α.Λ. με την πιο πάνω διατυπωθείσα θέση της Εργοδότριας Εταιρείας, καθίσταται σαφές ότι αυτή, σε συνδυασμό με τα όσα αναλύσαμε πιο πάνω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλές ή αξιόπιστο υπόβαθρο εξαγωγής συμπερασμάτων. Υπογραμμίζεται ότι το εξεταστικό σύστημα που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δ.Ε.Δ. δεν μεταβάλλει με οποιονδήποτε τρόπο την εν λόγω κρίση μας, εφόσον, όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd (2001) 1 Α.Α.Δ. 1635, αν και το σύστημα αυτό παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δ.Ε.Δ. για τη διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της επίδικης ενώπιόν του διαφοράς, εντούτοις δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τα όρια της δίκης.

 

(β) Ούτε αναφορικά με τα όσα τέθηκαν κατά τη σχετική διερεύνηση αναφορικά με το Επίδικο Περιστατικό από πρόσωπα που, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας, είχαν γνώση σε σχέση με αυτό, ήτοι την ίδια την F.D. και τη Μ.Τ., είμαστε σε θέση, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας από την Εργοδότρια Εταιρεία, να προβούμε σε εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

 

Και τούτο διότι, αφενός, η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να προσκομίσει ενώπιόν μας οποιαδήποτε άμεση, θετική και ικανοποιητική μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο της κατάθεσης που φέρεται να έθεσε η ίδια η παραπονούμενη ως προς την συμπεριφορά του Αιτητή, ήτοι η F.D., στα πλαίσια της σχετικής διερεύνησης, παραλείποντας, κυρίως:

 

(i) να παρουσιάσει τη μαρτυρία της ίδιας της F.D., η οποία θα μπορούσε, εξ αντικειμένου, να καταθέσει άμεσα και πρωτογενώς επί του ζητήματος, καθώς και να προσφέρει οποιαδήποτε αιτιολόγηση για τη μη παρουσίαση της μαρτυρίας αυτής, και

 

(ii) να παρουσιάσει ενώπιόν μας οποιοδήποτε έγγραφο, τεκμήριο ή άλλο αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης (παράλειψη η οποία λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας, η F.D. είχε παραδώσει κατά τον ουσιώδη χρόνο γραπτή κατάθεση προς τον Α.Λ. σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό).

 

Ως αποτέλεσμα, η μοναδική σχετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας επί του ζητήματος αυτού περιορίζεται στα όσα ο Α.Λ. αναπαρήγαγε από όσα, κατ’ ισχυρισμό, του ανέφερε η F.D. κατά τον ουσιώδη χρόνο, μαρτυρία η οποία συνιστά σαφώς εξ ακοής μαρτυρία, η οποία, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9), δεν είναι δυνατό, ενόψει και των πιο πάνω παραλείψεων, να αξιολογηθεί ως ασφαλές και αξιόπιστο υπόβαθρο εξαγωγής συμπερασμάτων.

 

Αφετέρου, δε, ούτε η μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η Μ.Τ., δεν μπορεί, κατά την κρίση μας, να αποτελέσει ασφαλές και αξιόπιστο υπόβαθρο εξαγωγής συμπερασμάτων ως προς τα γεγονότα που αφορούν το Επίδικο Περιστατικό (ως αυτά τέθηκαν ενώπιον του Α.Λ. κατά την σχετική διαδικασία) εφόσον:

 

(i) Ως η ίδια δήλωσε στα πλαίσια της σχετικής μαρτυρίας της, η άμεση εμπειρία της σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό δεν αφορούσε το σύνολο των γεγονότων που συνδέονται με αυτό, αλλά μόνο μέρος τους, εφόσον η άμεση αντίληψη / ανάμειξή της ως προς τα γεγονότα αυτά ξεκίνησε σε χρόνο κατά τον οποίο τα γεγονότα βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, ήτοι όταν εξήλθε από το γραφείο της, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της αυτή να μην μας παρέχει ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα σχετικά γεγονότα.

 

(ii) Η σχετική μαρτυρία της εμπεριέχει σημαντικές αναντιστοιχίες, οι οποίες αφορούν κυρίως διαφοροποιήσεις ως προς την περιγραφή ουσιωδών πτυχών του Επίδικου Περιστατικού, όπως αυτές προέκυψαν κατά το στάδιο της αντεξέτασής της σε σύγκριση με όσα είχε προηγουμένως αναφέρει κατά την κυρίως εξέτασή της, γεγονός που μας δημιουργεί έντονο προβληματισμό ως προς την πληρότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας της. Κύρια τέτοια διαφοροποίηση αποτελεί η αναφορά της κατά την αντεξέτασή της ότι ο Αιτητής χρησιμοποίησε «βωμολοχίες» και «βρωμόλογα» κατά τη διάρκεια του περιστατικού, τις οποίες μάλιστα η ίδια αρνήθηκε, ενόψει του αισχρού περιεχομένου τους, να επαναλάβει ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της περιορίστηκε να αναφέρει ότι αυτός «φώναζε έντονα», χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξειδίκευση ως προς το περιεχόμενο των λεγομένων του. Παρόμοια διαφοροποίηση προκύπτει και ως προς τη στάση του Αιτητή μετά το περιστατικό, εφόσον, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι, όταν επιχείρησε να του μιλήσει για το συμβάν, αυτός δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται τι του έλεγε ούτε ήταν σε θέση να την ακούσει, κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι ο Αιτητής «της παραδέχθηκε το περιστατικό και απολογήθηκε». Τέλος, διαφοροποίηση εντοπίζεται και σε σχέση με το πολύ σημαντικό στοιχείο της επανάληψης σχετικού παραπόνου από την F.D. προς την ίδια την επόμενη ημέρα του Επίδικου Περιστατικού, εφόσον, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή της δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια μεταγενέστερη συζήτηση μεταξύ τους, κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι η F.D., σε πιο ήρεμη κατάσταση, της έκανε το παράπονο «την επόμενη ημέρα», γεγονός που διαφοροποιεί ουσιωδώς την εικόνα που προκύπτει από τη μαρτυρία της ως προς τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια έλαβε γνώση των σχετικών παραπόνων.

 

(iii) Τα όσα ανέφερε η Μ.Τ. σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό δεν υποστηρίζονται από οποιανδήποτε άλλη άμεση, θετική και αποτελεσματική μαρτυρία που προσκόμισε ενώπιον η ίδια ή γενικότερα η Εργοδότρια Εταιρεία, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία τόσο ενόψει του ότι, σύμφωνα τόσο με τη μαρτυρία του Α.Λ. όσο και της Μ.Τ., κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το Επίδικο Περιστατικό βρίσκονταν παρόντες στον χώρο και άλλοι εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και ενόψει του ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Α.Λ., σε σχέση με το Επίδικο Περιστατικό υπήρχε συγκεκριμένο «οπτικό υλικό» από τις κάμερες που υπήρχαν στο χώρο, το οποίο, όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν το είχε μαζί του και δεν γνώριζε κατά πόσον μπορούσε να το εξασφαλίσει, εφόσον θα έπρεπε «να ρωτήσει».

 

ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Όλα τα πιο πάνω μάς οδηγούν στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η σχετική μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιόν μας από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν δύναται να αποτελέσει, σε οποιονδήποτε βαθμό, ασφαλές και αξιόπιστο υπόβαθρο εξαγωγής συμπερασμάτων ως προς το κατά πόσον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εργοδότρια Εταιρεία μπορούσε, στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιόν της και ενεργώντας ως λογικός και συνετός εργοδότης, να καταλήξει σε εύλογη απόφαση για τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου δυνάμει των εδαφίων (ε) και (στ) του Άρθ. 5.

 

Αυτό, ως καθίσταται ευκόλως αντιληπτό, σφραγίζει και το αποτέλεσμα της Επίδικης Αίτησης, εφόσον, ελλείψει αξιόπιστης και επαρκούς μαρτυρίας από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας ως προς τα στοιχεία αυτά (και με δεδομένο ότι, σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία, αυτά αποτελούσαν καθοριστικό παράγοντα για τη λήψη της απόφασης για τον Επίδικο Τερματισμό) η κρίση μας δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε, με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας, να αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται (ισοζύγιο των πιθανοτήτων), ότι ο Επίδικος Τερματισμός έγινε σε συμμόρφωση με τον Νόμο.

 

Εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας, προχωρήσαμε και με αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας από τον Αιτητή, εκ της οποίας εξαγάγαμε τα ακόλουθα συμπεράσματα:

 

Αξιολογώντας την μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας ο Αιτητής ως προς το θέμα της φερόμενης παραδοχής του κρίνουμε ότι αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως αξιόπιστη και αποτελεσματική εφόσον (i) ο Αιτητής καταθέτοντας ενώπιόν μας επί του θέματος αυτού, άφησε θετικές εντυπώσεις, δίδοντας σαφή και συνεπή μαρτυρία, (ii) ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του παρέμεινε σταθερός στη θέση ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε παραδοχή των αποδιδόμενων σε αυτόν παραπτωμάτων και, παρά τη διεξοδική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, η θέση του δεν κλονίστηκε ούτε αναδείχθηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις ή ασυνέπειες ικανές να υπονομεύσουν την αξιοπιστία της (iii) η θέση που υιοθέτησε ο Αιτητής σε σχέση με το θέμα αυτό υποστηρίζεται και είναι συμβατή και με το περιεχόμενο της μαρτυρίας που είναι ενώπιόν μας και κυρίως της επιστολής που απέστειλε προς την Εργοδότρια Εταιρεία μέσω των δικηγόρων του (Τεκμήριο 12), εκ του περιεχομένου της οποίας καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής διατηρούσε την εν λόγω θέση από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε διαφοροποίηση ή αναντιστοιχία που να μας αναγκάζει να αμφισβητήσουμε την αξιοπιστία της εκδοχής του επί του ζητήματος αυτού.

 

Αυτό όμως σε καμία περίπτωση βρίσκουμε να ισχύει σε σχέση με τη μαρτυρία που αυτός έθεσε ενώπιόν μας αναφορικά με τα γεγονότα που σχετίζονται με το Επίδικο Περιστατικό εφόσον, καταθέτοντας σχετικά με τα γεγονότα αυτά, υπήρξε ιδιαίτερα ασαφής και αόριστος, αποφεύγοντας να προχωρήσει σε λεπτομερή εξιστόρηση της δικής του εκδοχής ως προς την εξέλιξη του περιστατικού αλλά επιλέγοντας να επικεντρωθεί στην απόρριψη και αμφισβήτηση των ισχυρισμών που προέβαλαν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα κατά την αντεξέτασή του, κατά την οποία, όταν του τέθηκαν συγκεκριμένες υποβολές αναφορικά με τη φερόμενη συμπεριφορά του έναντι της F.D.,  απέφυγε σε μεγάλο βαθμό να υπεισέλθει σε λεπτομερή περιγραφή της δικής του συμπεριφοράς ή των ακριβών περιστάσεων υπό τις οποίες εξελίχθηκε το περιστατικό. Αντίθετα, οι απαντήσεις του ήταν κατά κύριο λόγο σύντομες και συνοπτικές περιοριζόμενες κυρίως στην άρνηση των ισχυρισμών που του υποβάλλονταν και στην επαναλαμβανόμενη θέση του ότι δεν προέβη στη συμπεριφορά που του αποδιδόταν. Αυτό μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η σχετική μαρτυρία του αποτέλεσε, στην ουσία, μία προσπάθεια αποδόμησης της εκδοχής που προβάλλει η Εργοδότρια Εταιρεία και όχι μία ειλικρινή και συνεκτική προσπάθεια παρουσίασης της πραγματικής εξέλιξης των σχετικών γεγονότων, με αποτέλεσμα να μην μας δίνει την δυνατότητα κρίσης της ως αξιόπιστης και αποτελεσματικής.

 

ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΠΟΣΩΝ

 

Κατόπιν της πιο πάνω κρίσης μας, καλούμαστε συνεπακόλουθα να επιληφθούμε του μοναδικού εναπομείναντος ζητήματος, το οποίο δεν είναι άλλο από τον καθορισμό των ποσών που ο Αιτητής δικαιούται ως αποζημιώσεις στη βάση των Επίδικων Θεραπειών.

 

Καθορίζοντας καταρχάς το ποσό που ο Αιτητής δικαιούται ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθ. 3(1) σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται στη βάση του Άρθ. 3(1) υπολογίζονται στην βάση του Πρώτου Πίνακα του Νόμου. Συγκεκριμένα στο Πίνακα αυτό σημειώνεται ότι:

 

«2. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα είναι μικροτέρα του ποσού το οποίον ο εργοδοτούμενος θα ελάμβανεν εάν είχε κηρυχθή υπό του εργοδότου του ως πλεονάζων και εδικαιούτο εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV, ως αύτη υπολογίζεται δυνάμει του Τετάρτου Πίνακος, λαμβανομένης όμως υπ' όψιν απασχολήσεως από της 1ης Ιανουαρίου, 1960.

3. Εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών.

4. Πλην ως προνοείται υπό των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος Πίνακος, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτον διακριτικήν εξουσίαν ως προς το υπ' αυτού επιδικασθησόμενον ποσόν. Κατά τον υπολογισμόν όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού, το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δέον να λάβη υπ' όψιν του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

(α)τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου·

(β)την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου·

(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου·

(δ) τας πραγματικός συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου·

(ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου».

 

Το ζήτημα του καθορισμού των αποζημιώσεων που δικαιούται εργοδοτούμενος κατόπιν των προνοιών του Πρώτου Πίνακα έχει εξεταστεί εκτενώς από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο, μέσω της νομολογίας του, έχει αποσαφηνίσει τις αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία (1992) 1 Α.Α.Δ. 98, το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δυο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.» Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.»

 

Κατόπιν όλων των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων σε εργαζόμενο στη βάση του Άρθ. 3(1) εναπόκειται στην απόλυτη διακριτική εξουσία του Δ.Ε.Δ., η οποία ασκείται εντός των πλαισίων που το ίδιο θέτει, με το κατώτερο ποσό που δύναται να επιδικαστεί ως αποζημίωση να είναι εκείνο που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος εάν δικαιούτο σε πληρωμή πλεονασμού δυνάμει του Μέρους IV του Νόμου και το ανώτερο εκείνο που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια δύο ετών. Στην παρούσα περίπτωση, η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή διήρκησε, κατά παραδοχή και των δύο πλευρών, από 6/4/1998 μέχρι και 21/11/2016 (περίοδος που αντιστοιχεί σε 19 χρόνια απασχόλησης για σκοπούς του Νόμου[15]) με αποτέλεσμα το ποσό που θα δικαιούτο σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζον προσωπικό, υπό την έννοια του Άρθρου 18 του Ν.24/67, ως πληρωμή από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό, να αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 52 εβδομάδων.

 

Έχοντας αυτό υπόψη, καθώς και το ότι οι εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν πριν τον τερματισμό της απασχόλησής του σε €481,10, βρίσκουμε ότι τα όρια εντός των οποίων δύναται να ασκηθεί η διακριτική μας ευχέρεια ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος του Αιτητή στην παρούσα περίπτωση κυμαίνονται μεταξύ του ποσού των €25.017,20, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που αυτός θα δικαιούτο σε περίπτωση που καθίστατο πλεονάζον προσωπικό δυνάμει του Μέρους IV του Νόμου (€481,10 Χ 52), και του ποσού των €50.034,40, το οποίο αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 104 εβδομάδων (€481,10 Χ 104).

 

Με βάση τα δεδομένα αυτά, και αφού εξετάσαμε με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως επιδικάσουμε στον Αιτητή, ως αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 3(1) του Νόμου, ποσό που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια 56 εβδομάδων, ήτοι ποσό €26.941,60 (€481,10 Χ 56), λαμβάνοντας κυρίως υπόψη:

 

(α) Την πλήρη και παντελή έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις ή την ηλικία του Αιτητή κατά τον τερματισμό της απασχόλησής του.

 

(β) Το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των €481,10 καθώς και τη ιδιαίτερα μακρά περίοδο απασχόληση του, συνολικής διάρκειας 19 ετών για σκοπούς του Νόμου.

 

(γ) Τα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε ο Επίδικος Τερματισμός, λαμβανομένου κυρίως υπόψη ότι ο Αιτητής απολύθηκε χωρίς να αποδειχθεί ενώπιόν μας ότι υπήρχε νόμιμος λόγος απόλυσης. 

 

Καθορίζοντας τώρα το ποσό που ο Αιτητής δικαιούται ως πληρωμή αντί προειδοποίησης στη βάση του Άρθ. 9 του Ν.24/67 σημειώνουμε τα εξής:

 

Όπως διαφαίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας, η Εργοδότρια Εταιρεία, κατά τον χρόνο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή, δεν κατέβαλε σε αυτόν οποιαδήποτε προειδοποίηση ή πληρωμή αντί αυτής. Ως εκ τούτου, κρίνουμε δίκαιο και ορθό όπως, πέραν του πιο πάνω ποσού, επιδικάσουμε προς όφελός του και το ποσό των €3.848,80, το οποίο αντιστοιχεί στα ημερομίσθια που δικαιούται ως προειδοποίηση στη βάση του Άρθ. 9(1), ήτοι ημερομίσθια 8 εβδομάδων (€481,10 Χ 8).

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Ως εκ των ανωτέρω, επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση ποσό ύψους €3.848,80, πλέον νόμιμου τόκου, ως πληρωμή αντί προειδοποίησης.

 

Επίσης, επιδικάζεται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση ποσό που αντιστοιχεί σε €26.941,60, πλέον νόμιμου τόκου, ως αποζημιώσεις στη βάση του Άρθ. 3(1).

 

Από το ποσό των €26.941,60, το ποσό των €25.017,20, το οποίο αντιστοιχεί σε ημερομίσθια του Αιτητή ενός έτους (€481,10 Χ 52) πλέον νόμιμου τόκου, θα πρέπει να καταβληθεί στον Αιτητή από τους Καθ' ων η Αίτηση, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 3(2) του Νόμου, ενώ το ποσό των €1.924,40 (€481,10 Χ 4) πλέον νόμιμου τόκου, θα πρέπει να καταβληθεί στον Αιτητή, στη βάση των προνοιών του ίδιου άρθρου, από το Ταμείο διά Πλεονάζον Προσωπικό.

 

Ως προς τα έξοδα, ενόψει του ότι ούτε ο Αιτητής, σε σχέση με ουσιώδη ζητήματα που αφορούν τον επίδικο τερματισμό της απασχόλησης του, προσκόμισε ενώπιόν μας αξιόπιστη και αποτελεσματική μαρτυρία, κρίνουμε δίκαιο και ορθό όπως επιδικάσουμε υπέρ του το ήμισυ (½) των δικηγορικών εξόδων πλέον Φ.Π.Α., ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο[16].

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………...

                                                        Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

 

 

(Υπ.) ……………………………………                    (Υπ.) ……………………………………

                  Χ. Ιωάννου, Μέλος.                                               Ν. Καλαθάς, Μέλος.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Τερματισμός Απασχόλησης – Άρθρο 5(ε) του Ν.24/1967).



[1] Σε σχέση με την έννοια του όρου «απόλυση» αξίζει να σημειωθεί ότι το Εφετείο Κύπρου, στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. v. Χριστή Χατζημιτσή κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 311/2022, 333/2022, ημερ. 30/1/2025, ανέφερε ότι «ο όρος "απόλυση" απαντάται στον περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο, ως εναλλάξιμος με τον όρο "τερματισμός της απασχολήσεως"».

[2] Βλ. άρθρο 30 παράγραφος 1 του Νόμου σε συνδυασμό με την έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στο άρθρο 2 αυτού.

[3] Βλ. Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικός Κανονισμός 1/1999.

[4] Βλ. σχετικά, μεταξύ άλλων, αποφάσεις Αριστείδου ν. R.K. Super Beton Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 114 και Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari (1990) 1 Α.Α.Δ. 31).

[5] Βλ. σχετικά απόφαση Χρυσάνθου και Φραντζή (πιο πάνω) σύμφωνα όπου σημειώθηκαν τα εξής:

«Το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως έχει διαχρονικά αποφασιστεί, το φέρει στην πολιτική δίκη κατά κανόνα ο ενάγων και αποσείεται όταν ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του είναι πιο πιθανή παρά όχι».

[6] Σύμφωνα με τις αρχές δεν είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, αλλά παραθέτει συνοπτικά τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, έχοντας όμως υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησής της (βλ. μεταξύ άλλων Καννάουρου κ.α. v. Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).

[7] Μεταξύ των οποίων είναι και οι εξής:

(α) Όταν προκύπτουν, όσον αφορά τα γεγονότα που παρουσιάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δύο διιστάμενες εκδοχές, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μία από τις δύο (Wynne Barry ν. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου) (2009) 1 Α.Α.Δ. 1138).

(β) Στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η πληρότητα, σαφήνεια και αμεσότητα της μαρτυρίας, η ύπαρξη ή μη υπεκφυγών, γενικοτήτων, αντιφάσεων ή υπερβολών, η λογικοφάνεια της εκδοχής που προβάλλεται και η ύπαρξη ή απουσία προσωπικού συμφέροντος (Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 Α.Α.Δ. 2192 · Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς, Π.Ε. 185/2012, 19/04/2018), ECLI:CY:AD:2018:A179.

(γ) Μαρτυρία που κατατίθεται, έστω και χωρίς ένσταση, και δεν είναι αποδεκτή, αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου (Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826 · Demari Kronos Ltd ν. Michael Leslie Gray, Π.Ε. 264/2014, 22/2/2023), ECLI:CY:AD:2023:A62.

(δ) Το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί ή να απορρίψει μέρος ή και το σύνολο της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα (Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Λτδ ν. Χίνη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1331 · Χριστού Χριστού ν. Αντώνη Ανδρέου Γεωργίου, Π.Ε. 158/2013, 26/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:A403.

(ε) Η λογική μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την εξαγωγή συμπερασμάτων και η λογικοφάνεια των προβαλλόμενων εκδοχών διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην τελική κρίση του Δικαστηρίου (Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd ν. Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Π.Ε. 371/2009, 16/2/2015).

[8] Βλ. μεταξύ άλλων: Κασάπη ν. Technoplastics Ltd, (1992) 1 Α.Α.Δ. 919, σ. 935, ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos, [1968] 1 C.L.R. 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd, (1980) 1 C.L.R. 302, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια, (2006) 1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd v. Λουκά, (2004) 1 Α.Α.Δ. 603 και Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, (2004) 1 Α Α.Α.Δ. 665.

[9] Σχετική με το θέμα αυτό είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χουλιώτη (πιο πάνω) όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μήνα από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς μέχρι την απόλυση του εργαζομένου ήταν πέραν του λογικού χρόνου για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης από τον εργοδότη. Επίσης σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέας Ανδρέου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργαζομένου μέχρι την απόλυσή του ήταν μη λογικό για να θεμελιώσει την απόλυση, καθώς δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εύλογος χρόνος για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης από τον εργοδότη.

[10] Βλ. επίσης και απόφαση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1193 όπου σημειώθηκε ότι:

«Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.»

[11] Οπου σημειωθηκε ότι:

«…απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd (ανωτέρω), ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανεκδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage").  Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη, ("an ET.may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62[3]).  Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή»..»

[12] Σχετική εδώ είναι και η αγγλική απόφαση Polkey v. AE Dayton Services Ltd [1988] ICR 142 όπου σημειώθηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσον πριν την απόλυση ο εργοδότης τήρησε μία λογική, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, διαδικασία και εντός του πλαισίου αυτού του ερωτήματος εξετάζεται και το ζήτημα του δικαιώματος της ακρόασης.

[13]Ως προς το θέμα της δίκαιης διαδικασίας χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην Αγγλική υπόθεση Spink v Express Foods Limited [1990] IRLR 320  όπου σημειώθηκαν τα εξης:: «It is a fundamental part of a fair disciplinary procedure that an employee knows the case against him. Fairness requires that someone accused should know the case to be met; should hear or be told the important parts of the evidence in support of that case; should have an opportunity to criticise or dispute that evidence and to adduce his own evidence and argue his case.». Βλ επίσηςκαι Fuller v Lloyds Bank plc [1991] IRLR 336 (EAT), Bentley Engineering Company Limited v Mistry [1978] IRLR 436 (EAT) και Strouthos v London Underground Ltd [2004] EWCA Civ 402.

[14] Σε σχέση με το οποίο ο Αιτητής παρουσιάζει την εκδοχή ότι σε καμία περίπτωση παραδέχθηκε, κατά τη Συνάντηση της 17/11/2016, τα όσα του καταλόγιζε η Εργοδότρια Εταιρεία, αλλά, τουναντίον, «σθεναρά αρνήθηκε» τους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας ζητώντας όπως προβάλουν το οπτικό υλικό από το βράδυ της 10/11/2016 παρουσία και του συντεχνιακού του εκπροσώπου.

[15] Εφόσον σύμφωνα με την επιφύλαξη του Άρθρου 1 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67, «αν η ολική περίοδος συνεχούς απασχόλησης δεν αποτελεί ακέραιο αριθμό ετών, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιόδου απασχόλησης 26 ή περισσότερων εβδομάδων θεωρείται ως ένα έτος απασχόλησης».

[16] Βλ. Σχετικά Πολ. Έφεση αρ. 361/2009 ημερ. 03/07/2014, Λυδίας Σουραΐλιδου ν. Kikis A. Demetriou Properties Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 239/2012, 22/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A413, ECLI:CY:AD:2017:A413 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση του Δ.Ε.Δ., με την οποία δεν επιδίκασε έξοδα προς την Καθ' ης η Αίτηση, κρίνοντας πως στη βάση ότι η μαρτυρία της κρίθηκε αναξιόπιστη, λέγοντας τα εξής: «Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια στα επιτρεπτά όρια, εφόσον σημαντικό μέρος των εξόδων προκλήθηκε από τη μαρτυρία - αναξιόπιστη όπως κρίθηκε - των δύο μαρτύρων της εφεσίβλητης. Κατά συνέπεια, οι υπ' αρ. 2 και 3 λόγοι της αντέφεσης απορρίπτονται.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο