ΜΙΧΑΛΗ ΑΣΚΑΝΗ ν. ANTONIS ASKANIS LTD, Αρ. Αίτησης 368/19, 22/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΗ ΑΣΚΑΝΗ ν. ANTONIS ASKANIS LTD, Αρ. Αίτησης 368/19, 22/5/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

                   Χ. Χαραλάμπους )

                    Π. Παντελίδη        ) Μελών.

 

                                                                                                                    Αρ. Αίτησης 368/19

Μεταξύ:

 

ΜΙΧΑΛΗ ΑΣΚΑΝΗ

                                                                                                                                           Αιτητή

 

και

 

ANTONIS ASKANIS LTD (HE 35773)

Καθ΄ ών η Αίτηση

 

Αίτηση ημερομηνίας 15/1/2026.

 

Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2026.

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή: Η κα Χρ. Μιχαήλ για C. HADJICOSTI LLC.

Για τους Καθ΄ ών η Αίτηση: Η κα Χρ. Ασκάνη για Kannava & Askanis LLC.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Ο Αιτητής, με την επίδικη Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («Επίδικη Αίτηση») που καταχώρησε στις 4/11/2019, διεκδικεί εναντίον των Καθ΄ ών η Αίτηση («Εργοδότρια Εταιρεία»), μεταξύ άλλων, την επιδίκαση ποσού που αντιστοιχεί σε προμήθειες που, κατ’ ισχυρισμό του, εδικαιούτο, στο πλαίσιο της επίδικης απασχόλησής του σε αυτή, να λάβει, και οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των:

 

€124.000,00 ή/και οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε αποκαλυφθεί ότι οφείλουν οι Καθ’ ών η Αίτηση στον Αιτητή ως προμήθειες»[1].

 

Σημειώνεται ότι αυτό που ισχυρίζεται ο Αιτητής, στη βάση των εγγράφων προτάσεων του, ότι έλαβε χώρα στην περίπτωσή του με αποτέλεσμα να δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού αυτού από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.»), είναι ότι:

 

«4. Δυνάμει της συμφωνίας εργοδότησης του Αιτητή στην υπηρεσία των Καθ’ ων η Αίτηση, οι τελευταίοι συμφώνησαν, όσον αφορούσε τις απολαβές του να του καταβάλλουν βασικό μηνιαίο μισθό και επιπρόσθετα προμήθεια σε ποσοστό 3% επί των κερδών κάθε έργου που θα επέβλεπε. Η δε πληρωμή εκάστοτε της προμήθειας που εδικαιούτο ο Αιτητής, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να καταβάλλεται με την ολοκλήρωση του κάθε έργου η/και το ξεκαθάρισμα των σχετικών λογαριασμών, οι δε Καθ’ ων η Αίτηση, δυνάμει ρητού και εξυπακουόμενου όρου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ήταν υπόχρεοι για τον πιο πάνω σκοπό να παρέχουν στον Αιτητή όλα τα έγγραφα η/και λογαριασμούς η/και στοιχεία γενικά που ήταν αναγκαία για τον υπολογισμό των προμηθειών του. ….

 

7. … οι Καθ’ ων η Αίτηση του οφείλουν τις προμήθειες από τα πιο κάτω περιγραφόμενα έργα τα οποία επέβλεψε αυτός και έχουν ολοκληρωθεί και ότι επίσης παραλείπουν να τον εφοδιάσουν με όλα τα αναγκαία έγγραφα η/και λογαριασμούς η/και στοιχεία που είναι απαραίτητα για να υπολογιστεί το ακριβές ποσό που δικαιούται ώστε αυτό να του καταβληθεί, παρά τις πολλές δικές του οχλήσεις και την επιστολή του Δικηγόρου του ημερομηνίας 14.10.2019.

 

8. Σύμφωνα με κατά προσέγγιση η/και με προκαταρκτικούς η/και πρόχειρους υπολογισμούς που έχει κάμει ο Αιτητής, το ποσό το οποίο του οφείλουν οι Καθ’ ων η Αίτηση ως προμήθειες κυμαίνεται στα €124.000,00= το οποίο αντιστοιχεί στα ακόλουθα έργα:

 

(α) Έργο “OPERA”                                €80.000,00=

(β) Έργο “ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ”              €10.000,00=

(γ) Έργο “AMATHUS”                            €  8.000,00=

(δ) Έργο “MEDOCHEMIE A”                   €  6.000,00=

(ε) Έργο “MEDOCHEMIE PEGASUS”     €20.000,00=

                                                           ………………..

ΣΥΝΟΛΟ                                              €124.000,00=»

 

Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους Γενικούς Λόγους Εμφάνισης που καταχώρησε στις 29/11/2019 στην Επίδικη Αίτηση, αντικρούει την πιο πάνω αξίωση του Αιτητή, ισχυριζόμενη, κυρίως, ότι:

 

(α) Στον Αιτητή κανένα ποσό δεν οφείλεται ως προμήθειες.

 

(β) Εν πάση περιπτώσει, τα ποσά που ο Αιτητής διεκδικεί ως προμήθειες είναι υπερβολικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

 

(γ) Όσον αφορά το έργο OPERA, δεν τίθεται θέμα δικαιώματος του Αιτητή σε πληρωμή προμηθειών, εφόσον η Εργοδότρια Εταιρεία αποτελούσε την ιδιοκτήτρια τόσο της σχετικής γης όσο και του όλου έργου, με αποτέλεσμα οποιοδήποτε κέρδος να συνδέεται με τις πωλήσεις των ακινήτων που ανεγέρθηκαν σε σχέση με το έργο και όχι με εργολαβικό κέρδος, εκ του οποίου να προκύπτει δικαίωμα σε πληρωμή προμηθειών.

 

Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ

 

Σε συνέχεια των πιο πάνω ο Αιτητής καταχώρησε στις 15/1/2026 ενδιάμεση αίτηση («Ενδιάμεση Αίτηση») με την οποία εξαιτείται:

 

«Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ’ ων η Αίτηση μέσω των αξιωματούχων τους ή/και των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους, όπως εντός 10 ημερολογιακών ημερών από την επίδοση σε αυτούς του Διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκίσουν και καταχωρήσουν στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και/ή παραδώσουν στον Αιτητή, Ένορκη Δήλωση με την οποία θα αποκαλύπτουν, αναφορικά με τα έργα OPERA, ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A και MEDOCHEMIE PEGASUS που αναφέρονται στην παράγραφο 8 των Γενικών Λόγων της Αίτησης του Αιτητή, τα ακόλουθα:

 

1. Τα πλήρη Γενικά Καθολικά ή/και λογιστικά βιβλία ή/και αρχεία τα οποία συνοψίζουν όλες τις οικονομικές συναλλαγές των Καθ’ ων η Αίτηση αναφορικά με τα πιο πάνω έργα για τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019, στη βάση των οποίων καταρτίστηκαν οι οικονομικές καταστάσεις για τα αντίστοιχα έτη.

 

2. Τα πλήρη Γενικά Καθολικά των διοικητικών εξόδων των Καθ’ ων η Αίτηση για τα ίδια πιο πάνω έτη.

 

3. Τα ανάλογα παραστατικά στη βάση των οποίων ετοιμάστηκαν τα Γενικά Καθολικά για τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019 και συγκεκριμένα τα τιμολόγια εκτελεσθείσας εργασίας, τα τιμολόγια εξόδων, τις αποδείξεις είσπραξης και τις αποδείξεις πληρωμών.

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει τους Καθ’ ων η Αίτηση όπως εντός 15 ημερολογιακών ημερών από την επίδοση σε αυτούς του διατάγματος, επιτρέψουν στον Αιτητή ή να προβεί σε επιθεώρηση των πιο πάνω περιγραφόμενων εγγράφων και του παραδώσουν αντίγραφα αυτών.

 

Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή, την οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε ορθή και δίκαιη, υπό τις περιστάσεις.»

 

Τα αιτήματα αυτά του Αιτητή ως ο ίδιος σημειώνει στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης βασίζονται:

 

«…στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό Καν. 9, 11 αι 17 και στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28 Θ. 1, 2, 3, 4, 5 και 9, 11 και 17, στους Θεσμούς 11 και Δ.48 Θ. 1 μέχρι 9 καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου».

 

Σε επίπεδο δε γεγονότων, βασίζονται σε αυτά που αναφέρει ο ίδιος ο Αιτητής στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσής του η οποία συνοδεύει την Ενδιάμεση Αίτηση, στη βάση των οποίων σημειώνει, κυρίως, ότι:

 

(α) Κατά τον ουσιώδη με την Επίδικη Αίτηση χρόνο, βρισκόταν σε ισχύ, μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας, συμφωνία εργοδότησης η οποία προέβλεπε:

 

(i) Δικαίωμά του σε πληρωμή, πέραν του βασικού μηνιαίου μισθού του, επιπρόσθετων προμήθειών ύψους 3% επί των κερδών κάθε έργου που επέβλεπε (η οποία θα του καταβαλλόταν με την ολοκλήρωση του κάθε έργου ή/και το ξεκαθάρισμα των σχετικών λογαριασμών).

 

(ii) Υποχρέωση της Εργοδότριας Εταιρείας όπως, για τον πιο πάνω σκοπό, του παρέχει όλα τα έγγραφα ή/και λογαριασμούς ή/και στοιχεία που ήταν αναγκαία για τον υπολογισμό των προμηθειών του.

 

(β) Στην βάση της πιο πάνω συμβατικής της υποχρέωσης, η Εργοδότρια Εταιρεία, όφειλε να του καταβάλει προμήθειες για τα πιο κάτω έργα, τα οποία έχουν συμπληρωθεί υπό την επίβλεψή του:

 

(i)            Έργο OPERA

(ii)          Έργο ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ

(iii)         Έργο AMATHUS

(iv)         Έργο MEDOCHEMIE A

(v)          Έργο MEDOCHEMIE PEGASUS

 

(γ) Παρά τα πιο πάνω, η Εργοδότρια Εταιρεία του παρέδωσε, σε σχέση με τα έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A και MEDOCHEMIE PEGASUS και μετά από επανειλημμένες οχλήσεις των δικηγόρων του, μόνο ελλιπή ή/και αποσπασματικά έγγραφα ή/και στοιχεία, με αποτέλεσμα να μην μπορεί, στη βάση αυτών, να υπολογιστεί το ακριβές ποσό που δικαιούται, ενώ δεν του παρέδωσε οποιαδήποτε έγγραφα ή/και στοιχεία για το έργο OPERA.

 

(δ) Όπως τον συμβουλεύουν τόσο οι δικηγόροι του όσο και ο ελεγκτής του, για να είναι σε θέση να γνωρίζει ποια ποσά οφείλονται ως αμοιβή για τις προμήθειες που δικαιούται και να προσφέρει στο Δικαστήριο την απαιτούμενη μαρτυρία, θα πρέπει η Εργοδότρια Εταιρεία να αποκαλύψει και να του επιτρέψει να επιθεωρήσει ή/και να τον εφοδιάσει με όλα τα έγγραφα τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς στην παράγραφο Α της Ενδιάμεσης Αίτησης.

 

(ε) Όπως πληροφορείται και πιστεύει προσωπικά, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει πραγματοποιήσει σημαντικά κέρδη από τα αναφερόμενα έργα και, χωρίς να έχει στην κατοχή του τα έγγραφα που ζητά με την Ενδιάμεση Αίτησή του, θα είναι αδύνατο να αποδείξει τις αντίστοιχες απαιτήσεις του, οι οποίες είναι επίσης σημαντικές και αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των απαιτήσεών του στην Επίδικη Αίτηση.

 

(στ) Η αιτούμενη αποκάλυψη είναι αναγκαία πριν από την ακρόαση, για τη σωστή και δίκαιη προετοιμασία της υπόθεσής του, εφόσον τυχόν μη αποκάλυψη των εν λόγω στοιχείων θα του αποστερήσει τη δυνατότητα να διεκδικήσει όλα τα ποσά που  του οφείλει η Εργοδότρια Εταιρεία ως προμήθειες.

 

Λαμβάνοντας υπόψη την Ενδιάμεση Αίτηση η Εργοδότρια Εταιρεία καταχώρησε στις 18/3/2026, ένσταση σε αυτή («Ένσταση»), στο πλαίσιο της οποίας σημειώνει, ως λόγους ένστασης, τα εξής:

 

«1. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προκαλεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας καθότι οι Καθ’ ών η Αίτηση έχουν ήδη παραδώσει στον Αιτητή αναλυτική κατάσταση για κάθε ένα από τα επίδικα έργα, η οποία ετοιμάστηκε από ελεγκτική εταιρεία, η οποία περιλαμβάνει Γενικά Καθολικά για τα εργολαβικά έργα ΠΕΟ, MEDOCHEMIE ALFA, MEDOCHEMIE LTD και AMATHINA, Γενικά Καθολικά για το κάθε εργολαβικό έργο και ανάλυση Διοικητικών Εξόδων για τις χρονιές 2016, 2017, 2018 και 2019.

 

2. Οι Καθ’ ών η Αίτηση είναι αδύνατο και πρακτικά ακατόρθωτο να συμμορφωθούν με τα αιτούμενα διατάγματα 1 και 3 του Αιτητή, λόγω της τεράστιας ποσότητας των απαιτούμενων εγγράφων και λόγω του ότι αρκετά από αυτά τα έγγραφα είτε έχουν απολεσθεί είτε είναι πολύ δύσκολο να ανευρεθούν. Συγκεκριμένα είναι αδύνατον να ανευρεθούν όλα τα λογιστικά βιβλία, αρχεία και ανάλογα παραστατικά τα οποία συνοψίζουν όλες τις οικονομικές συναλλαγές των Καθ’ ών η Αίτηση αναφορικά με τα πιο πάνω έργα για τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019.

 

3. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και αόριστα και οποιαδήποτε συμμόρφωση τους προς αυτά θα ήταν πρακτικά αδύνατη.

 

4. Η υπό κρίση αίτηση είναι αχρείαστη, νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή αναιτιολόγητη και/ή δεν υφίστανται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να καθίσταται εύλογη και/ή δίκαιη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

5. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει τα αιτούμενα διατάγματα, θα προκαλέσουν κατάφωρη αδικία, δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Καθ’ ών η Αίτηση, σπατάλη αδικαιολόγητου χρόνου και εξόδων και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.»

 

Η Ένσταση αυτή της Εργοδότριας Εταιρείας, σε επίπεδο νομικής βάσης, βασίζεται, ως η ίδια σημειώνει στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης:

 

«…επί του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Κανονισμού Καν. 9, 11 και 17, στους Θεσμούς πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ1-11 και Δ.48 Θ1-9 καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Σε επίπεδο δε γεγονότων βασίζεται σε αυτά που ο κος Αντώνης Ασκάνης, διευθυντής της, αναφέρει στη βάση ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 18/3/2026 («Ε/Δ Ασκάνη») όπου σημειώνονται τα εξής:

 

(α) Η Εργοδότρια Εταιρεία, κατόπιν αιτήματος του Αιτητή, του παρέδωσε ήδη:

 

(i) Γενικά Καθολικά για τα εργολαβικά έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A και MEDOCHEMIE PEGASUS, καθώς και ανάλυση Διοικητικών Εξόδων για τα έτη 2016-2019 (Τεκμήριο 1).

 

(ii) Αναλυτική κατάσταση για κάθε ένα από τα επίδικα εργολαβικά έργα (Τεκμήριο 2) η οποία ετοιμάστηκε από την εταιρεία PWC, όπως αυτή, δεδομένου ότι η Εργοδότρια Εταιρεία συμμετείχε σε μεγάλο αριθμό έργων κατά την επίδικη περίοδο και δεν ήταν εφικτός ο σαφής διαχωρισμός των επιμέρους έργων αποκλειστικά βάσει των οικονομικών καταστάσεων, προχωρήσει σε επιμέρους υπολογισμό του μικτού κέρδους για κάθε επίδικο έργο, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας, τα γενικά έξοδα γραφείου και τις φορολογικές υποχρεώσεις.

 

(β) Η Ενδιάμεση Αίτηση δεν δύναται να επιτύχει γενικότερα, όσον αφορά όλα τα πιο πάνω έργα, διότι:

 

(i) Η πλήρης συμμόρφωση με τα αιτούμενα διατάγματα είναι αδύνατη, δυσανάλογη και πρακτικά ακατόρθωτη, λόγω της τεράστιας ποσότητας των απαιτούμενων εγγράφων. Τα επίδικα έργα περιλαμβάνουν μεγάλο αριθμό συναλλαγών, οι οποίες καταγράφονται σε χιλιάδες αποδείξεις, τιμολόγια, διατακτικά, αιτήσεις πληρωμών και λοιπά δικαιολογητικά, ενώ τα έξοδα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μισθούς και ημερομίσθια εργατών, λειτουργικά κόστη, ασφάλειες, φόρους, διοικητικά έξοδα και μισθούς διοικητικού προσωπικού. Ενδεικτικά, τα σχετικά τιμολόγια ενδέχεται να φθάσουν ή και να ξεπεράσουν τις 5.000 και τα συνοδευτικά έγγραφα να ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες, με αποτέλεσμα η συγκέντρωση και παράδοσή τους να δημιουργεί σοβαρές λειτουργικές και οργανωτικές δυσκολίες και υπερβολική επιβάρυνση για το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας, ιδίως ενόψει του ότι το αίτημα αφορά περίοδο πέντε ετών, ήτοι 2015 έως 2019, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί συγκεκριμένη αναγκαιότητα αποκάλυψης τέτοιας έκτασης.

 

(ii) Το αίτημα του Αιτητή δεν έχει ουσιαστική βάση και/ή δεν αναμένεται να διαφοροποιήσει το τελικό αποτέλεσμα ή τα ποσά που έχουν δοθεί από την PWC. Αντίθετα, η προσκόμιση όλων των αποδείξεων, τιμολογίων και λοιπών εγγράφων για κάθε έργο είναι πρακτικά αδύνατη, δημιουργεί σημαντική υπερφόρτωση και δεν προσφέρει ουσιαστική αξία στην ήδη ελεγμένη οικονομική ανάλυση της PWC.

 

(iii) Τα αποτελέσματα των υπολογισμών και τα οικονομικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην κατάσταση της PWC, καθώς και στα Γενικά Καθολικά και στις αναλύσεις Διοικητικών Εξόδων που έχουν ήδη δοθεί στον Αιτητή, είναι, πλήρως τεκμηριωμένα και βασίζονται σε ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, οι οποίες έχουν κατατεθεί στο Τμήμα Φορολογίας και στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, χωρίς να έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Υπό τις περιστάσεις, δεν συντρέχει λόγος περαιτέρω προσκόμισης χιλιάδων τιμολογίων, αποδείξεων, συμβολαίων υπεργολαβίας, διατακτικών και αιτήσεων πληρωμών για κάθε έργο.

 

(iv) Πέραν της οικονομικής κατάστασης που ετοιμάστηκε από την PWC, των Γενικών Καθολικών και της ανάλυσης Διοικητικών Εξόδων που έχουν ήδη αποσταλεί για τα επίδικα εργολαβικά έργα, δεν υφίσταται οποιοδήποτε επιπρόσθετο υλικό ή ανάλυση που να μπορεί να προσκομισθεί, ενώ οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία ή απαίτηση για επιπλέον στοιχεία θα εκφεύγει από τα όρια των υφιστάμενων υποχρεώσεων της PWC και θα συνεπάγεται σημαντικό πρόσθετο κόστος και αδικαιολόγητη επιβάρυνση τόσο για την ίδια όσο και για τους Καθ’ ών η Αίτηση.

 

(γ) Η Ενδιάμεση Αίτηση, ειδικότερα σε σχέση έργο OPERA, δεν μπορεί να πετύχει και για τον λόγο ότι αυτό δεν αποτελεί εργολαβικό έργο, αλλά έργο ανάπτυξης γης, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην έχει δικαίωμα να αξιώνει ποσοστό επί των κερδών που προέκυψαν από αυτό. Υπογραμμίζεται ότι, προς υποστήριξη της θέσης αυτής, σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι:

 

(i) O τομέας ανάπτυξης γης διαφέρει ουσιωδώς από την κλασική εργολαβική δραστηριότητα, ειδικά όταν ο ιδιοκτήτης του έργου και ο εργολάβος είναι το ίδιο πρόσωπο, εφόσον στην περίπτωση ανάπτυξης γης το κέρδος προκύπτει από τις πωλήσεις των ακινήτων και όχι από την εκτέλεση εργολαβικών εργασιών, με την επιχείρηση της Εργοδότριας Εταιρείας να φέρει εξ ολοκλήρου το ρίσκο της επένδυσης.

 

(ii) Στα πλαίσια εργολαβικών συμβολαίων ο ρόλος του μηχανικού εργοταξίου αφορά όχι μόνο τεχνική επίβλεψη αλλά και οικονομική διαχείριση του συμβολαίου, εντοπισμό και καταγραφή τυχόν επιπρόσθετων εργασιών και υποβολή απαιτήσεων για επιπρόσθετες πληρωμές από τους πελάτες, ενώ, αντιθέτως, στον τομέα ανάπτυξης γης, όπου εργολάβος και ιδιοκτήτης ταυτίζονται, ο ρόλος του μηχανικού εργοταξίου περιορίζεται στην τεχνική παρακολούθηση του έργου και στη διασφάλιση της ορθής εκτέλεσης των αποφάσεων της διεύθυνσης, χωρίς εμπλοκή στην οικονομική διαχείριση ή σε απαιτήσεις για επιπρόσθετες εργασίες ή πληρωμές, αφού «πελάτης» είναι η ίδια η εταιρεία.

 

(iii) Το έργο OPERA κατασκευαζόταν κατά την περίοδο από το 2010 έως και το 2018, καθώς η πρόοδος της κατασκευής του εξαρτάτο άμεσα από την πορεία των πωλήσεων, δηλαδή το έργο εξελισσόταν μόνο στον βαθμό που πραγματοποιούνταν πωλήσεις, ενώ ο Αιτητής εργάστηκε σε αυτό ως ένας εκ διαφόρων μηχανικών για πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα, ήτοι από 26/7/2014 μέχρι 12/1/2017.

 

(iv) Ενόψει των πιο πάνω, ο Αιτητής δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει ποσοστό επί του έργου OPERA  καθότι πρόκειται για εντελώς διαφορετική δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας το κέρδος προκύπτει από τις πωλήσεις των ακινήτων και όχι από εργολαβικές συμβάσεις, ενώ το τίμημα πώλησης των ακινήτων σε έργο ανάπτυξης γης, όπως το OPERA, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το κόστος κατασκευής αλλά διαμορφώνεται βάσει παραγόντων που επηρεάζουν την εμπορική αξία του ακινήτου, όπως η τοποθεσία, η θέα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι προδιαγραφές του έργου, η φήμη και τα ποιοτικά στοιχεία της ανάπτυξης, καθώς και οι συνθήκες και η ζήτηση της αγοράς, παράγοντες οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι των υπηρεσιών του μηχανικού του έργου και δεν έχουν άμεση ή έμμεση συνάφεια με την εργολαβική δραστηριότητα ή το κόστος κατασκευής.

 

(δ) Πέραν της οικονομικής κατάστασης που ετοιμάστηκε από την PWC, των Γενικών Καθολικών και της ανάλυσης Διοικητικών Εξόδων που έχουν ήδη αποσταλεί για τα εργολαβικά έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A και MEDOCHEMIE PEGASUS, δεν υφίσταται οποιοδήποτε επιπρόσθετο υλικό ή ανάλυση που να δύναται να προσκομισθεί. Η ανάλυση της PWC βασίστηκε στους ελεγμένους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας, κατόπιν ελέγχου τιμολογίων, συμβολαίων, τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών σχετικών στοιχείων, ενώ οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία ή απαίτηση για επιπλέον στοιχεία θα εκφεύγει από τα όρια των υφιστάμενων υποχρεώσεων της PWC και θα συνεπάγεται σημαντικό πρόσθετο κόστος και αδικαιολόγητη επιβάρυνση τόσο για την ίδια όσο και για την Εργοδότρια Εταιρεία.

 

(ε) Εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και εξ όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτε αναγκαίο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, εφόσον, σε περίπτωση έγκρισής τους, θα προκληθεί κατάφωρη αδικία, δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Εργοδότριας Εταιρείας, αδικαιολόγητη σπατάλη χρόνου και εξόδων και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.

 

ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Με την καταχώρηση της Ένστασης από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, η Ενδιάμεση Αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση με Γραπτές Αγορεύσεις, η οποία, εν τέλει, έλαβε χώρα στις 27/3/2026, ημερομηνία κατά την οποία τόσο η πλευρά του Αιτητή όσο και η πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας προχώρησαν στην παρουσίαση των Γραπτών Αγορεύσεών τους (οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήριο Χ1 και Τεκμήριο Χ2, αντίστοιχα) και η απόφαση επί της Ενδιάμεσης Αίτησης επιφυλάχθηκε.

 

ΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταλήξαμε καταρχάς σε συμπέρασμα ότι αυτό που ο Αιτητής εξαιτείται μέσω της Ενδιάμεσης Αίτησης είναι η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης / επιθεώρησης εγγράφων τα οποία σχετίζονται με την επίδικη απαίτηση του, ως αυτή τίθεται στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης, για πληρωμή ποσών που αντιστοιχούν σε προμήθειες που δικαιούτο να λάβει από την επίδικη απάσχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία.

 

Έχοντας κατά νου το συμπέρασμα μας αυτό και με δεδομένο ότι το αίτημα του Αιτητή προσκρούει σε σειρά ενστάσεων που προβάλλονται από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας, εξετάσαμε τις νομικές αρχές που αφορούν το εν λόγω ζήτημα, οι οποίες δύνανται να συνοψισθούν ως εξής:

 

Τα ζητήματα που άπτονται της διαδικασίας που λαμβάνει χώρα ενώπιον του Δ.Ε.Δ. (όπως είναι αυτό που τίθεται προς εξέταση ενώπιόν μας στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης) ρυθμίζονται με βάση τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (Διαδικαστικός Κανονισμός) 1/1999 («Κανονισμός»), ο οποίος εμπεριέχει σχετικές πρόνοιες που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζουν:

 

(α) Τις διαδικασίες καταχώρησης ενδιάμεσων αιτήσεων στο πλαίσιο της ενώπιον του Δ.Ε.Δ. διαδικασίας (βλ. κυρίως Κανονισμό 12).

 

(β) Το ζήτημα ύπαρξης δικονομικού/διαδικαστικού κενού εκ των προνοιών του. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, ο Κανονισμός 17 προβλέπει ότι:

 

«Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.»

 

(γ) Τα όρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δ.Ε.Δ. ως προς τη ρύθμιση της ενώπιόν του διαδικασίας. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό, ο Κανονισμός 11 προβλέπει ότι:

 

«(1) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ασκώντας τη διακριτική του εξουσία μπορεί -  …

 

(β) να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωσή της· …

 

(2) Τηρουμένων των προνοιών των παρόντων Κανονισμών, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία».

 

Υπογραμμίζεται ότι, σε σχέση με τα όρια αυτά, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd (2001) 1 Α.Α.Δ. 1635, όπου σημειώθηκε ότι η δίκη ενώπιον του Δ.Ε.Δ. «διεξάγεται με βάση το εξεταστικό σύστημα και όχι εκείνο της αντιπαράθεσης», το οποίο «παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για τη διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς»[2].

 

Παρά όμως τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ο Κανονισμός δεν εμπεριέχει οποιεσδήποτε ειδικές ή άλλες πρόνοιες σε σχέση με το υπό κρίση ζήτημα. Ως εκ τούτου, και υπό το φως των όσων προβλέπει ο Κανονισμός 17 ανωτέρω, το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων, σε σχέση με την Επίδικη Αίτηση, διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας («Θεσμοί») ήτοι της  Δ.28 (υπό τον τίτλο «Discovery and Inspection») και, κυρίως, της  Δ .28, θ.11 η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«The Court or a Judge may, on the application of any party to a cause or matter at any time, and whether an affidavit of documents shall or shall not have already been ordered or made, make an order requiring any other party to state by affidavit whether any particular document or documents or any class or classes of documents specified or indicated in the application, is or are, or has or have at any time been, in his possession, custody or power; and, if not then in his possession, custody or power, when he parted with the same and what has become thereof. Such application shall be made on an affidavit stating that in the belief of the deponent the party against whom the application is made has, or has at some time had in his possession, custody or power, the particular document or documents or the class or classes of documents specified or indicated in the application, and that they relate to the matters in question in the cause or matter, or to some or one of them.»

 

Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αποκάλυψης / επιθεώρησης εγγράφων στο πλαίσιο της Δ.28 συνοψίσθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Ανδρέας Χρ. Τηλλυρής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 2271 όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL (1998) 1 A.A.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία.  Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό.  Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης.  Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα.  Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη.  (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire [1920] A.C. 581, H.L., 630,  Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ. σελ. 600, Τhe National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another 1962 C.L.R. 40).»

 

Σε σχέση με τις αρχές αυτές χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Kipagrotiki Ltd v. Παναγιώτη Σάββα (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1610 στο πλαίσιο της οποίας το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής:

 

«Οι εφεσείοντες επισημαίνουν πως δεν ήταν ως θέμα αρχής απαραίτητο να είχαν συγκεκριμενοποιηθεί τα έγγραφα για τα οποία υποβαλλόταν η αίτηση και θεωρούν πως λανθασμένα το πρωτόδικο δικαστήριο "δεν έχει προχωρήσει σε προσωπική μελέτη των δικογράφων ούτως ώστε να αποφασίσει κατά πόσο προκύπτουν οποιαδήποτε έγγραφα και αν αυτά τα έγγραφα που προκύπτουν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα ή όχι".  Παραγνωρίζει όμως αυτή η εισήγηση την ένορκη δήλωση του εφεσιβλήτου όπως την παραθέσαμε, στη βάση της οποίας διεξάχθηκε και η διαδικασία.  Οπότε και η συζήτηση αναφορικά με το τι θα μπορούσε να ήταν σχετικό ή άσχετο δεν ήταν δυνατό να έχει νόημα.  Όπως δεν νομίζουμε ότι έχει τη θέση της και η παραπομπή στον Atkin's (ανωτέρω)  σύμφωνα με την οποία το κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για τους σκοπούς ένορκης αποκάλυψης κρίνεται από το δικαστήριο και όχι από το διάδικο.  Η κρίση για τη σχετικότητα προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο σε σχέση με το οποίο αυτή διαμορφώνεται.  Η δε αντίληψη των εφεσειόντων, όπως τη διατύπωσαν ενώπιόν μας, πως θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να διατάξει γενική αποκάλυψη, χωρίς δηλαδή οποιονδήποτε προσδιορισμό, οπότε ο εφεσίβλητος θα μπορούσε στη συνέχεια, ανταποκρινόμενος δηλαδή προς το καθήκον του ενόψει του διατάγματος που θα είχε εκδοθεί, να δηλώσει ενόρκως πως δεν κατείχε οτιδήποτε το σχετικό, οδηγεί σε κύκλο και παραγνωρίζει πως οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της δυνατότητας που παρέχουν οι Θεσμοί πρέπει να προϋπάρχουν.»

 

Τέλος, με δεδομένο ότι η  Δ.28, θ.11 αντιστοιχεί με την O.31, r.19A(3) των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και:

 

(α) στην Αγγλική απόφαση Astra - Nat Productions v. Neo - Art Productions  [1928] W.N.218 (στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην σχετική απόφαση του στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 153), όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

 

«"The present application was one under Order XXXI, rule 19 A (3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient.

 

 ...........................................................................................................

 

In his Lordhip's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents".»

 

(η υπογράμμιση δική μας)

 

(β) Στην σελίδα 725 του νομικό εγχειρίδιο The Annual Practice (1958) όπου αναφέρονται, σε σχέση με το υπό συζήτηση ζήτημα τα εξής:

 

«Α prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order.»

 

ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι καθοριστικό για την έκδοση των αιτούμενων, στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης, διαταγμάτων είναι η απάντησή μας στο ερώτημα κατά πόσον ο Αιτητής, στη βάση της μαρτυρίας που προσέφερε ενώπιόν μας, πέτυχε:

 

(α) να προσδιορίσει επαρκώς τα έγγραφα που αποτελούν αντικείμενο των σχετικών αιτημάτων του (βλ. κυρίως απόφαση Kipagrotiki Ltd (πιο πάνω)) και

 

(β) να αποδείξει, σε βαθμό εκ πρώτης όψεως (prima facie), τόσο την ύπαρξη των εγγράφων αυτών στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και τη σχετικότητά τους με τα επίδικα, στο πλαίσιο της Επίδικης Αίτησης, θέματα (βλ. κυρίως αναφορά στην απόφαση TBF (Cyprus) Ltd και στο The Annual Practice (1958) (πιο πάνω)).

 

Έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο των στοιχείων και δεδομένων που τέθηκαν ενώπιόν μας στο πλαίσιο της Ενδιάμεσης Αίτησης, η απάντησή μας στο ερώτημα αυτό, σε σχέση με όλες τις κατηγορίες εγγράφων, πλην εκείνης που αφορά τα «Γενικά Καθολικά» για τα έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A, MEDOCHEMIE PEGASUS και OPERA, είναι αρνητική.

 

Επεξηγώντας την κατάληξή μας αυτή, σημειώνουμε τα εξής:

 

Ο Αιτητής, με την Ενδιάμεση Αίτησή του, αιτείται, κυρίως, την αποκάλυψη / επιθεώρηση εγγράφων τα οποία αφορούν τα έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A, MEDOCHEMIE PEGASUS και OPERA σε σχέση με τα έτη 2015 έως 2019 και τα οποία εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

(α) Πλήρη Γενικά Καθολικά ή/και λογιστικά βιβλία ή/και αρχεία, τα οποία συνοψίζουν όλες τις οικονομικές συναλλαγές της Εργοδότριας Εταιρείας και στη βάση των οποίων καταρτίστηκαν οι οικονομικές καταστάσεις για τα αντίστοιχα έτη.

 

(β) Πλήρη Γενικά Καθολικά των διοικητικών εξόδων της Εργοδότριας Εταιρείας.

 

(γ) Ανάλογα παραστατικά στη βάση των οποίων ετοιμάστηκαν τα Γενικά Καθολικά, και συγκεκριμένα τιμολόγια εκτελεσθείσας εργασίας, τιμολόγια εξόδων, αποδείξεις είσπραξης και αποδείξεις πληρωμών.

 

Παρά, όμως, το αίτημά του αυτό, ο Αιτητής απέτυχε παντελώς να θέσει ενώπιόν μας οποιαδήποτε επαρκή μαρτυρία από την οποία να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα, έστω και σε επίπεδο εκ πρώτης όψεως (prima facie), τόσο ως προς την ύπαρξη των πιο πάνω εγγράφων ως διακριτής κατηγορίας εγγράφων στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και ως προς τη σχετικότητά τους με τα επίδικα ζητήματα της Επίδικης Αίτησης. Και τούτο διότι αυτό που κυρίως ανέφερε ο Αιτητής σε σχέση με τα έγγραφα αυτά, στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσής του, ήταν ότι, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και ο ελεγκτής του, αυτά είναι απαραίτητα για την προώθηση της απαίτησής του για πληρωμή προμηθειών, παραλείποντας να αναφερθεί σε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ικανά, αφενός, να προσδιορίσουν επαρκώς τα εν λόγω έγγραφα και, αφετέρου, να καταδείξουν τη σύνδεσή τους με τα επίδικα ζητήματα ή τον τρόπο με τον οποίο αυτά σχετίζονται με τον υπολογισμό των προμηθειών που αξιώνει.

 

Συνεπακόλουθα αποτελεί κατάληξη μας ότι σε σχέση με τα έγγραφα αυτά η έκδοση διατάγματος στην βάση των σχετικών αιτημάτων του Αιτητή δεν δικαιολογείται.

 

Διαφορετική, όμως, είναι η κατάληξή μας σε σχέση με έγγραφα που εμπίπτουν στην κατηγορία των «Γενικών Καθολικών» και αφορούν όλα τα επίδικα έργα. Και τούτο, διότι, στη βάση της Ε/Δ Ασκάνη, η Εργοδότρια Εταιρεία παραδέχεται τόσο την ύπαρξη εγγράφων αυτής της κατηγορίας στην κατοχής της αλλά και την σχετική εμπλοκή του Αιτητή σε σχέση με όλα τα έργα αυτά (περιλαμβανομένου και του έργου OPERA[3]) ισχυριζόμενη μάλιστα ότι, σε σχέση με τα έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A και MEDOCHEMIE PEGASUS, έχει ήδη παραδώσει στον Αιτητή, μέσω σχετικής επιστολής (Τεκμήριο 1 Ε/Δ Ασκάνη), έγγραφα που εμπίπτουν στην εν λόγω κατηγορία εγγράφων.

 

Συνεπακόλουθα, σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία εγγράφων, κρίνεται δίκαιο, ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί διάταγμα ως οι πρόνοιες της Δ.28 των Θεσμών.

 

Συγκεκριμένα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Καθ’ ών η Αίτηση διατάσσονται όπως εντός 15 ημερών από σήμερα, καταχωρήσουν Ένορκη Δήλωση με την οποία θα αποκαλύπτονται τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους και εμπίπτουν στην κατηγορία «Γενικά Καθολικά» ως προς τα έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A, MEDOCHEMIE PEGASUS και OPERA.  Τα αποκαλυφθέντα έγγραφα να επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση αυτή.

 

Σε σχέση με τα έξοδα της Ενδιάμεσης Αίτησης (η επιδίκαση των οποίων, σύμφωνα με την κείμενη νομολογία[4], εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου) κρίνουμε δίκαιο και ορθό όπως, ενόψει της μερικής μόνο επιτυχίας της Αίτησης, αλλά και του γεγονότος ότι έγγραφα που εμπίπτουν στην κατηγορία «Γενικά Καθολικά» ως προς τα έργα ΠΕΟ ΠΕΛΕΝΔΡΙΟΥ, AMATHUS, MEDOCHEMIE A και MEDOCHEMIE PEGASUS έχουν, όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ Ασκάνη, ήδη κοινοποιηθεί στον Αιτητή, επιδικαστεί υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ών η Αίτηση το 1/3 των εξόδων της Ενδιάμεσης Αίτησης (πλέον Φ.Π.Α.) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αυτά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………...

                                                                 Ν. Παναγιώτου, Δικαστή.

 

 

 

(Υπ.) ……………………………………                    (Υπ.) ……………………………………

   Χ. Χαραλάμπους, Μέλος.                                           Π. Παντελίδης, Μέλος.

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

Subject: Industrial/Interim

(Αναφορά: Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων).

 



[1] Αιτητικό (β) της Επίδικης Αίτησης.

[2] Βλ. σχετικά και αποφάσεις Χρ. Λαούτα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 60/2010, ημερ. 14/10/2014, Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 148/12, ημερ. 07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A250, και Bouygues Batiment International. Ν. Σταυρινίδη, Πολιτική Έφεση 98/2011, ημερ. 07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A253.

[3] Εφόσον, στο πλαίσιο της Ε/Δ Ασκάνη, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η εμπλοκή του Αιτητή στο έργο αυτό, αλλά μόνο η ύπαρξη δικαιώματός του σε λήψη προμηθειών σε σχέση με αυτό, κάτι που αποτελεί θέμα ουσίας το οποίο θα εξεταστεί όχι στο παρόν στάδιο αλλά στο στάδιο της εκδίκασης της Επίδικης Αίτησης.

[4] Βλ. μεταξύ άλλων Μάρω Ζάβρου v. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477 και Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο