ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ ν. ΜUSKITA HOTELS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 214/18, 27/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ ν. ΜUSKITA HOTELS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 214/18, 27/5/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΛΕΜΕΣΟΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή

                   Α. Σαββίδου                )

                   Δ. Χαριλάου              ) Μελών 

 

                                                                                           Αρ. Αίτησης: 214/18

 

Μεταξύ:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ

                                                                                                            ΑΙΤΗΤΗΣ

και

 

ΜUSKITA HOTELS LIMITED

                                                                                                            KAΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ

---------------------------

 

 

Ημερομηνία: 27/5/26

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτητή: κ. Μ. Πελεκάνος

Για Καθ’ ων η Αίτηση: κα Χρ. Χατζηκωστή

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διαχειρίζονται και λειτουργούν το ξενοδοχείο «Four Seasons» («το Ξενοδοχείο») στη Λεμεσό.

 

Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 01/05/2006 ως Μάγειρας Α’ στο Ξενοδοχείο. Ακολούθως προάχθηκε στη θέση του Chef de Partie. Απασχολήθηκε στο Ξενοδοχείο μέχρι τις 14/05/2018. Τα τελευταία τρία (3) χρόνια της απασχόλησής του εργαζόταν στο εστιατόριο του Ξενοδοχείου που φέρει το όνομα «Mavrommatis». Yπεύθυνος του εν λόγω εστιατορίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο Γ.Κ. ο οποίος ήταν ο άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή.

 

Στις 17/04/2018 ο Αιτητής εργαζόταν στο Ξενοδοχείο με ωράριο 02:00μ.μ.-11:00μ.μ.. Γύρω στις 9:00μ.μ. πήγε στον χώρο όπου o κάθε μάγειρας έχει το δικό του ξεχωριστό ντουλάπι («το Locker») στο οποίο φυλάει τα προσωπικά του αντικείμενα κατά τη διάρκεια της εργασίας του, στη συνέχεια πήγε στον χώρο στάθμευσης του Ξενοδοχείου από όπου πήρε το αυτοκίνητό του και έφυγε από το Ξενοδοχείο και μετά την πάροδο κάποιου χρόνου επέστρεψε στο Ξενοδοχείο και στην εργασία του. Το βράδυ της 17/04/2018 ήταν στο Ξενοδοχείο και εργάζονταν o Aρχιμάγειρας του Ξενοδοχείου («ο Π.Χ”T.») και ο Sous Chef του Ξενοδοχείου («ο Ε.Χ.»), οι οποίοι είναι προϊστάμενοι του Αιτητή. Ο Αιτητής δεν πήρε άδεια από τον Π.Χ”T. και τον Ε.Χ. για να φύγει για κάποιο χρονικό διάστημα από τον χώρο του Ξενοδοχείου στις 17/04/2018.

 

Πριν τις 04/05/2018 έγινε μια συνάντηση στο γραφείο του τότε Γενικού Διευθυντή του Ξενοδοχείου («ο Ν.Α.») όπου παρόντες ήταν ο Ν.Α., ο Υπεύθυνος Προσωπικού του Ξενοδοχείου («ο Α.Λ.»), ο Π.Χ”T., ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας και o Aιτητής.

 

Στις 04/05/2018 παραδόθηκε στον Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 1) με την οποία πληροφορείτο ότι η Εργοδότρια Εταιρεία «κατόπιν διάφορων καταγγελιών» που της υποβλήθηκαν, «καθώς και πληροφοριών και στοιχείων που περιήλθαν» στην αντίληψη και κατοχή της, ερευνά εναντίον του «αδικήματα για κλοπές από υπάλληλο και άλλα παραπτώματα» και ότι λόγω της φύσης των όσων διερευνώνται κρίνεται αναγκαία η απομάκρυνσή του από το Ξενοδοχείο μέχρι και τις 09/05/2018. Περαιτέρω, καλείτο, στα πλαίσια της έρευνας που διεξάγεται, σε συνάντηση στις 09/05/2018 η ώρα 02:00μ.μ. στο γραφείο του Γενικού Διευθυντή (Executive Director) του Ξενοδοχείου με σημείωση ότι στην εν λόγω συνάντηση μπορεί να προσέλθει και ο συντεχνιακός εκπρόσωπός του.

 

Στις 09/05/2018 έγινε συνάντηση στο γραφείο του Ν.Α. στην οποία ήταν παρόντες εκτός από τον Ν.Α., ο Α.Λ., ο Αιτητής και ο συντεχνιακός εκπρόσωπός του.

 

Στις 10/05/2018 δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τον Αιτητή απέστειλαν στο Ξενοδοχείο στην προσοχή του Ν.Α. επιστολή (Τεκμήριο 6) (α) στην οποία σημείωναν ότι κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 09/05/2018 δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν στον Αιτητή τα όσα του επιρρίπτονται αλλά προβλήθηκαν μόνο γενικόλογοι και αόριστοι ισχυρισμοί με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην μπορεί να αντιληφθεί ποια «παραπτώματα» του αποδίδονται και ότι όταν ο Αιτητής ζήτησε να του παραδοθούν γραπτώς (1) αυτά που του επιρρίπτονται με συγκεκριμένες λεπτομέρειες και (2) οι πληροφορίες και τα στοιχεία τα οποία του αναφέρθηκαν ότι είναι στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας, το αίτημά του απορρίφθηκε ζητώντας του να τοποθετηθεί επί αυτών που ειπώθηκαν και (β) με την οποία ζήτησαν όπως τους αποσταλούν γραπτώς τα όσα καταλογίστηκαν στον Αιτητή ώστε αυτός να μπορεί να τοποθετηθεί.

 

Στις 11/05/2018 ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας απέστειλε στους δικηγόρους του Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 7) στην οποία, αναγράφονταν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:

 

«Μετά από σωρείαν καταγγελιών που έγιναν κατά καιρούς προς τους αρμόδιους εκπροσώπους των πελατών μου εναντίον του δικού σας πελάτη από διάφορους συναδέλφους του για κλοπές από υπάλληλο καθώς και για άλλα παραπτώματα, ο τελευταίος ήταν υπό παρακολούθηση και αποφασίστηκε να διεξαχθεί πειθαρχική έρευνα εναντίον του η οποία ξεκίνησε από την 17.04.2018 με αφορμή νεώτερες καταγγελίες για κλοπές και καταγγελία που έγινε από προϊστάμενο του για την διάπραξη από αυτόν σοβαρού παραπτώματος την ίδια ημέρα.

 

Όταν στα πλαίσια της εν λόγω πειθαρχικής τους έρευνας οι πελάτες μου συγκέντρωσαν αρκετές γραπτές καταθέσεις εναντίον του κου Κουσιάππα και διερεύνησαν επίσης διάφορα άλλα στοιχεία, έκριναν σκόπιμο λόγω της φύσης των καταγγελιών που εδιερευνούντο εναντίον του, να του ζητήσουν όπως απόσχει προσωρινά από την εργασία του και όπως στις 09.05.2018 παρουσιαστεί για ακρόαση μαζί με τον συντεχνιακό του εκπρόσωπο.

 

O ισχυρισμός του πελάτη σας ότι κατά την εν λόγω ακρόαση δεν είχαν συγκεκριμενοποιηθεί οι καταγγελίες που εξετάζοντο εναντίον του και ότι οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου που το εκπροσωπούσαν στην ακρόαση αρκέστηκαν στην παράθεση γενικόλογων και αόριστων ισχυρισμών είναι ψευδής.

 

H διαδικασία που τηρήθηκε στην εν λόγω ακρόαση ήταν καθόλα νομότυπη για τέτοιες περιπτώσεις, ο πελάτης σας πληροφορήθηκε με πολλή λεπτομέρεια και με πολλή σαφήνεια και έτυχε μιας δίκαιης αντιμετώπισης. Τα όσα του καταλογίστηκαν και τα όσα ανάφερε καθώς και η όλη στάση και συμπεριφορά του καθώς και αυτή του συντεχνιακού του εκπροσώπου έχουν καταγραφεί και θα αξιολογηθούν από τους αρμόδιους εκπροσώπους των εργοδοτών του.

Εντός δε των λίγων προσεχών ημερών θα αξιολογηθούν και όλα τα άλλα στοιχεία και δεδομένα που έχουν συλλέξει οι πελάτες μου στα πλαίσια της αναφερόμενης έρευνας και οι οποιεσδήποτε αποφάσεις παρθούν θα κοινοποιηθούν στον πελάτη σας γραπτώς με πολλή επίσης λεπτομέρεια και σαφήνεια.»

 

 

Στις 14/05/2018 οι δικηγόροι του Αιτητή με επιστολή τους προς τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 8) επανέλαβαν τις θέσεις τους για μη συγκεκριμενοποίηση των «παραπτωμάτων» που αποδίδονται στον Αιτητή καθώς και για μη κοινοποίηση σε αυτόν των καταγγελιών εναντίον του, των, κατ’ ισχυρισμό, γραπτών καταθέσεων για το πρόσωπό του και των, κατ’ ισχυρισμό, άλλων στοιχείων και δεδομένων που υπήρχαν εναντίον του και υποστήριξαν ότι με αυτό τον τρόπο στερείται από τον Αιτητή η δυνατότητα να τοποθετηθεί για όσα του επιρρίπτονται ενώ παράλληλα η Εργοδότρια Εταιρεία τον έθεσε υπό διαθεσιμότητα για ακαθόριστο χρονικό διάστημα εξασκώντας του με αυτό τον τρόπο αθέμιτη πιέση.

 

Η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή που φέρει ημερ. 14/05/2018 και την οποία υπογράφει ο Ν.Α. τερμάτισε αμέσως την απασχόληση του Αιτητή (Τεκμήριο 9). Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το ουσιαστικό περιεχόμενό της:

 

«Σας πληροφορώ με την επιστολή αυτή ότι τα όσα έχουμε διαπιστώσει στα πλαίσια της πρόσφατης πειθαρχικής έρευνας που διεξήχθη εναντίον σας, δεν μας αφήνουν άλλη επιλογή από του να τερματίσουμε άμεσα την απασχόληση σας στην υπηρεσία της Εταιρείας MUSKITA HOTELS LTD.

 

Όπως γνωρίζετε, ενώ εγίνοντο κατά καιρούς από πολλούς συναδέλφους σας καταγγελίες εναντίον σας για ύποπτες κινήσεις από μέρους σας και για κλοπές δικών τους περιουσιακών στοιχείων καθώς και περιουσιακών στοιχείων των εργοδοτών σας, το βράδυ της 17.04.2018, προϊστάμενος σας ο οποίος σας παρακολούθησε να κινήστε και πάλι ύποπτα, σας κατάγγειλε ότι εγκαταλείψετε το ξενοδοχείο χωρίς να πάρετε άδεια από αρμόδιο και χωρίς να τηρήσετε την νενομισμένη για τέτοιες περιπτώσεις διαδικασία.

 

Τις ύποπτες κινήσεις σας εκείνη την ώρα καθώς και την φυγή σας από το ξενοδοχείο και την επιστροφή σας σ’ αυτό την κατέγραψαν και 5 κάμερες ασφαλείας και η ενέργεια σας αυτή μας ώθησε να ερευνήσουμε το συμβάν. Έγινε αρχικά μια προκαταρκτική έρευνα και από τις αρχικές διαπιστώσεις μας μέσα από διάφορες πληροφορίες που πήραμε από αρκετούς συναδέλφους σας, αποφασίσαμε, λόγω της φύσης των καταγγελιών να σας απομακρύνουμε από το ξενοδοχείο προσωρινά μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας. Μέσα στα πλαίσια της έρευνας αυτής και αφού πήραμε και άλλες καταθέσεις και πληροφορίες από συναδέλφους σας, σας καλέσαμε σε ακρόαση την 09.05.2018 στην οποία εμφανιστήκατε μαζί με τον συντεχνιακό σας εκπρόσωπο κο Μιχάλη Φράγκο.

 

Όταν σας θέσαμε στην εν λόγω συνάντηση τα ευρήματα της έρευνας μας, εδείξατε αμήχανος και αρκεστήκατε στο να αρνείστε απλά τα όσα σας εκαταλογίζοντο. Όμως όσον αφορά το συμβάν της 17.04.2018, δηλαδή τις ύποπτες κινήσεις σας και την χωρίς άδεια εγκατάλειψη της εργασίας σας και την απομάκρυνση σας με το αυτοκίνητο σας από το ξενοδοχείο, δεν τα αρνηθήκατε αφού πληροφορηθήκατε ότι σας είχαν καταγράψει οι κάμερες και δώσετε συγκεκριμένες εξηγήσεις, οι οποίες καταγράφηκαν στα πρακτικά της εν λόγω συνάντησης.

 

Ερευνώντας όμως τις εξηγήσεις που δώσατε και παίρνοντας κατάθεση από πρόσωπο που επικαλεστήκατε, το πρόσωπο αυτό δεν επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς σας αλλά αντίθετα τούς διέψευσε.

 

Εξ άλλου το γεγονός ότι εγκαταλείψατε την εργασία σας χωρίς άδεια από αρμόδιο πρόσωπο δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση αφού όπως εσείς είπατε η ανάγκη να το πράξετε προέκυψε όταν δεν βρήκατε κατά τον ισχυρισμό σας τα χάπια σας στο προσωπικό σας ερμάρι, από το οποίο φύγατε τρεχάτος προς το αυτοκίνητο σας.

 

Με τα όσα έχουμε λοιπόν ενώπιον μας, η εμπιστοσύνη μας προς το πρόσωπο σας έχει κλονιστεί αφού αυτά που έχουμε διαπιστώσει μας έχουν πείσει ότι όχι μόνο δεν τρέφετε καμία πίστη προς τους εργοδότες σας αλλά αντίθετα με την όλη διαγωγή σας, τους έχετε υποσκάψει επανειλημμένα και ότι αποτελείτε στο χώρο της εργασίας σας πηγή σοβαρών προβλημάτων και αναστάτωσης, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι κατέχετε μια υπεύθυνη θέση στην υπηρεσία μας.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν έχετε καμία θέση στην υπηρεσία της MUSKITA HOTELS LTD, με την όλη διαγωγή σας και ενέργειες σας θέσατε ο ίδιος τον εαυτό σας υποκείμενο σε απόλυση και εμείς από την πλευρά μας την επισημοποιούμε.

 

H απόλυση σας δε ισχύει από σήμερα και σας καλούμε όπως αποχωρήσετε από το ξενοδοχείο αφού παραδώσετε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία των εργοδοτών σας βρίσκονται στην κατοχή σας.»

 

 

Στις 23/05/2018 αντίγραφο του Τεκμηρίου 9 στάληκε από τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας στους δικηγόρους του Αιτητή με τη σημείωση (Τεκμήριο 10) ότι ο Αιτητής ενώ ειδοποιήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία να πάει να παραλάβει την απόφασή της σε σχέση με την έρευνα που διεξήχθηκε εναντίον του παρέλειψε να το πράξει και ότι παρά το ότι η εν λόγω απόφαση δόθηκε σε ιδιώτη επιδότη να του την επιδώσει δεν κατέστη δυνατή η επίδοση στον Αιτητή λόγω του ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση.

 

Ο τελευταίος ακαθάριστος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €2.179,54. Περαιτέρω, ο Αιτητής δικαιούτο 13ο μισθό καθώς και 14ο μισθό (ο οποίος ανερχόταν στο 20% του βασικού μηνιαίου ακαθάριστου μισθού του ο οποίος ανερχόταν στο ποσό των €1.725,79).

 

Ο Αιτητής με τους γενικούς λόγους της αίτησης ισχυρίζεται ότι η απόλυσή του ήταν παράνομη και αδικαιολόγητη υποστηρίζοντας ότι ενημερώθηκε στις 04/05/2018 με επιστολή της Εργοδοτριας Εταιρείας ότι γινόταν έρευνα εναντίον του για αδικήματα κλοπής από υπάλληλο και άλλα παραπτώματα και ότι παρόλο που κλήθηκε να παραστεί σε συνάντηση στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας για να τοποθετηθεί στα πιο πάνω στις 09/05/2018, κατά την συνάντηση στις 09/05/2018 δεν του επεξηγήθηκε και/ή δεν του δόθηκε καμία λεπτομέρεια για τα όσα του επιρρίπτονται και/ή για τις, κατ’ ισχυρισμό, κατηγορίες εναντίον του και/ή δεν του δόθηκε οτιδήποτε γραπτώς όπως είχε ζητήσει με αποτέλεσμα να του αποστερηθεί παράνομα το δικαίωμα ακρόασης και τοποθέτησης επί των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κέρδισε δώρο αξίας €250 για τη συμπλήρωση 10 χρόνων υπηρεσίας στην Εργοδότρια Εταιρεία το οποίο δεν έλαβε και ότι το 2017 ως μέλος της ομάδας του του δόθηκε ως δώρο διανυκτέρευση σε ξενοδοχείο αξίας €340 το οποίο μέχρι σήμερα δεν έλαβε. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή αντί προειδοποίησης, ποσό €250 ως δώρο συμπλήρωσης 10 χρόνων υπηρεσίας, ποσό €340 ως το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία της διανυκτέρευσης που κέρδισε στα πλαίσια της εργοδότησής του κατά ή περί το 2017.

 

Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις. Ισχυρίζεται ότι στην επιστολή απόλυσης του Αιτητή περιγράφονται λεπτομερώς οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή και οι λόγοι για τους οποίους απολύθηκε ο Αιτητής. Ότι πέραν των ύποπτων κινήσεων του Αιτητή στο Ξενοδοχείο καθώς και των καταγγελιών που έγιναν εναντίον του για κλοπές, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν στο πλαίσιο έρευνας που έγινε πριν την απόλυσή του, ο Αιτητής στις 17/04/2018 εγκατέλειψε αδικαιολόγητα και χωρίς άδεια την εργασία του. Ότι στις 09/05/2018 ο Αιτητής κλήθηκε σε ακρόαση έχοντας πληροφορηθεί προηγουμένως λεπτομερώς το περιεχόμενο των καταγγελιών που εξετάζοντο εναντίον του για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και ότι ενήμερος για τα σχετικά ήταν και ο συντεχνιακός εκπρόσωπός του. Ότι ούτε ο Αιτητής ούτε ο συντεχνιακός εκπρόσωπός του ζήτησαν, είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια της συνάντησης στις 09/05/2018, να τους δοθούν οποιαδήποτε γραπτά στοιχεία σχετικά με την όλη υπόθεση. Ότι η απόλυση του Αιτητή είναι νόμιμη και δικαιολογημένη. Παραδέχεται ότι ο Αιτητής κέρδισε το δώρο αξίας €250 και προβάλει τη θέση ότι ο Αιτητής είχε δικαίωμα να ζητήσει το εν λόγω δώρο αλλά δεν το έπραξε. Ακόμη παραδέχεται ότι ο Αιτητής κέρδισε το δώρο των €340 αλλά σημειώνει ότι το εν λόγω δώρο δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί σε χρήμα και έπρεπε ο Αιτητής να το χρησιμοποιήσει εντός ταχθείσας προθεσμίας πράγμα που δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της.

 

1.Τερματισμός της Απασχόλησης

 

Βάρος Απόδειξης

 

Το άρθρο 3(1) του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/1967 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει ότι όταν ο εργοδότης τερματίζει την απασχόληση ενός εργοδοτουμένου για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα του Νόμου.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου). Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου.

 

Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν o Α.Λ., ο Ν.Α και ο Π.Χ’’Τ. Ο Αιτητής προς υποστήριξη του αιτήματός του προσκόμισε μόνο τη δική του μαρτυρία.  

 

Mαρτυρία


Ο Α.Λ. κατέθεσε ότι στις 18/04/2018 ο Π.Χ”
T. τον πληροφόρησε ότι το προηγούμενο βράδυ (17/04/2018) ο Ε.Χ. του ανέφερε ότι είδε τον Αιτητή να πηγαίνει προς τον χώρο των Lockers εν ώρα εργασίας και επειδή αυτό το έκαμνε τακτικά τον ακολούθησε για να δει τι κάμνει και όταν πλησίασαν και οι δύο στον χώρο των Lockers o Aιτητής τον αντιλήφθηκε πίσω του και έφυγε από εκεί τρέχοντας αναστατωμένος. Ότι αμέσως μετά ο Ε.Χ. ειδοποίησε το προσωπικό ασφαλείας του Ξενοδοχείου και τους ενημέρωσε για το συμβάν. Ότι ο Π.Χ”T. του ανέφερε επίσης ότι ο Αιτητής μετά το πιο πάνω συμβάν απουσίασε από τον χώρο εργασίας του για διάστημα μισής ώρας χωρίς να πάρει άδεια από αυτόν. Σημείωσε ότι επειδή κυκλοφορούσαν διάφορα στο Ξενοδοχείο για τον Αιτητή, τα οποία συζήτησε ξανά με τον Π.Χ”T., κατά την εν λόγω συνάντηση ο Π.Χ”T. του είπε ότι τον τελευταίο καιρό τα πράγματα γίνονται χειρότερα όσον αφορά την εργασιακή διαγωγή του Αιτητή και πιο συγκεκριμένα του ανέφερε ότι δεν είχε καλές σχέσεις με τους συναδέλφους του επειδή ήταν εριστικός, δολοπλόκος και φυγόπονος και ότι το τελευταίο διάστημα εντείνονται οι καταγγελίες και τα παράπονα εναντίον του Αιτητή από τους συναδέλφους του για κλοπές αντικειμένων που χρησιμοποιούν κατά την εργασία τους και τροφίμων από τα ψυγεία του Ξενοδοχείου. Ότι επίσης του ανέφερε ότι οι συναδέλφοι του είναι τώρα έτοιμοι να μιλήσουν για τα όσα συνέβαιναν με τον Αιτητή. Είπε ότι αυτός την ίδια μέρα ενημέρωσε για τα πιο πάνω τον Ν.Α. και επειδή και ο ίδιος ο Ν.Α. ήταν ενήμερος για τη συμπεριφορά του Αιτητή του ζήτησε να διεξάγει έρευνα εναντίον του Αιτητή και να πάρει προκαταρκτικά πληροφορίες από τους συναδέλφους του Αιτητή και να τον ενημερώσει. Ισχυρίστηκε ότι αρχικά κάλεσε στο γραφείο του τον προϊστάμενο του Αιτητή, Ε.Χ., ο οποίος προφορικά του επιβεβαίωσε το συμβάν της 17/04/2018 και περαιτέρω του ανέφερε τ’ ακόλουθα: (α) ο Αιτητής ήταν πάντα προβληματικό άτομο και δεν είχε καλές σχέσεις με τους συναδέλφους του επειδή ήταν εγωιστής, δολοπλόκος, φυγόπονος και προσπαθούσε να αποφεύγει να εκτελεί τα καθήκοντά του με αποτέλεσμα να δέχονται μεγαλύτερη πίεση οι συνάδελφοι του, (β) ο Αιτητής ζητούσε συχνά άδειες απουσίας από την εργασία του, κυρίως για λόγους υγείας, πράγμα που δεν άρεσε στους συναδέλφους του και έκλεβε και τα μαχαίρια των συναδέλφων του τα οποία χρησιμοποιούσαν κατά την εκτέλεση των εργασιακών τους καθηκόντων, (γ) αυτός είδε τον Αιτητή πολλές φορές να μπαίνει στα ψυγεία και να παίρνει διάφορα φαγώσιμα και να κινείται ύποπτα σε χώρους του Ξενοδοχείου που δεν έπρεπε κανονικά να βρίσκεται κατά την εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων και (δ) η όλη συμπεριφορά του Αιτητή κατά το τελευταίο διάστημα έγινε χειρότερη και υπήρχε ένταση στις σχέσεις του με όλους τους συναδέλφους του. Ότι ο Ε.Χ. του ανέφερε ότι οι συναδέλφοι του Αιτητή είναι διστακτικοί να δώσουν μαρτυρία εναντίον του Αιτητή παρόλο που ήταν κοινό μυστικό μεταξύ του προσωπικού της Κουζίνας ότι ο Αιτητής έκαμνε αυτά που έκαμνε και ότι θα προξενούσε ανακούφιση στους συναδέλφους του αν απομακρυνόταν ο Αιτητής από την εργασία του. Υποστήριξε ότι ο Ε.Χ. επίσης του είπε ότι με τα δεδομένα αυτά δεν ήθελε να αναλάβει μόνος του το βάρος της καταγγελίας του Αιτητή γιατί θεωρούσε τον Αιτητή επικίνδυνο. Προέβαλε τη θέση ότι στη συνέχεια μίλησε με αρκετούς υπαλλήλους του Τμήματος της Kουζίνας του Ξενοδοχείου (Μάγειρες, Μάγειρες Α’ και Βοηθό Αρχιμάγειρα) οι οποίοι του επιβεβαίωσαν τα όσα λέχθηκαν εναντίον του Αιτητή και του έδωσαν τις δικές τους πληροφορίες ζητώντας του όμως να μην αποκαλύψει τα ονόματά τους. Πιο συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι:

 

·      Ο Κ.Λ. του επιβεβαίωσε ότι ήταν πραγματικότητα αυτά που του ανέφεραν ο Ε.Χ. και ο Π.Χ”T. για τη συμπεριφορά του Αιτητή και του ανέφερε ότι πολλές φορές αυτός είδε τον Αιτητή να κλέβει φαγώσιμα από τα ψυγεία του Ξενοδοχείου και ότι μια φορά έκλεψε 3 μερίδες σολομό τις οποίες αφού τις τύλιξε σε μια πετσέτα τις πήρε στο Locker του. Του ανέφερε ότι ο Αιτητής (α) χρησιμοποιούσε μια μεγάλη πετσέτα για να κρύψει τα πράγματα που έκλεβε και τα έβαζε στην τσάντα που έφερνε μαζί του στο Ξενοδοχείο και την έβαζε στο Locker του ή είχε ένα χαρτοφύλακα που είχε μέσα προσωπικά αντικείμενα της εργασίας του, όπως μαχαίρια, μενού κ.λ.π., τον οποίο έπαιρνε στην κουζίνα που εργαζόταν και όταν του δινόταν η ευκαιρία τον γέμιζε με διάφορα αντικείμενα που έκλεβε (είτε μαχαίρια είτε φαγώσιμα) και όταν σχόλανε τα μετέφερε από τον χαρτοφύλακα στην τσάντα που την έβαζε στο Locker του όταν ερχόταν στην εργασία του στο Ξενοδοχείο και μετά έπαιρνε αυτή την τσάντα μαζί του όταν σχόλανε. Επίσης του είπε ότι δύο (2) μήνες προηγουμένως, όταν έφυγε ο Αιτητής από την κουζίνα, αυτός με άλλους 5-6 υπαλλήλους της Κουζίνας άνοιξαν το χαρτοφύλακα του Αιτητή και αυτός ήταν γεμάτος μαχαίρια που άνηκαν σε μάγειρες του Ξενοδοχείου.

·      Ο Γ.Γ. του επιβεβαίωσε και αυτός τα όσα γνώριζαν και έλεγαν όλοι οι μάγειρες για τη συμπεριφορά του Αιτητή και του είπε ότι αυτός είδε αρκετές φορές τον Αιτητή να κλέβει τυριά, σολομούς και άλλα φαγώσιμα, ότι ο Αιτητής έφευγε πάντα τελευταίος από το Ξενοδοχείο όταν τελείωνε η βάρδια του και ότι τον είδε πολλές φορές να κινείται ύποπτα σε χώρους του Ξενοδοχείου που δεν είχε λόγο να πηγαίνει για να ασκεί τα καθήκοντά του.

·      Ο Ν.Κ. του είπε ότι τις πρώτες μέρες που έπιασε δουλειά στο Ξενοδοχείο οι άλλοι μάγειρες του είπαν να προσέχει τα μαχαίρια του από τον Αιτητή γιατί τα κλέβει και ότι πρόσεξε ότι ήταν κοινό μυστικό της Κουζίνας του Ξενοδοχείου ότι ο Αιτητής έκλεβε τα μαχαίρια των συναδέλφων του και τρόφιμα από τα ψυγεία. Ότι ο ίδιος τον είδε να κλέβει φιλέτα σολομού και να τα τυλίγει σε μία πετσέτα και να ανακατεύει σε ψυγεία που δεν ήταν στον χώρο των εργασιακών καθηκόντων του.

·      Ο Π.Χ., ο οποίος ήταν και κουμπάρος του Αιτητή, του είπε ότι ο Αιτητής ήταν πολύ δύστροπος, δεν ήταν συνεργάσιμος, ήταν πολύ εριστικός με τους συναδέλφους του και δεν είχε καλές σχέσεις με κανένα. Ότι η συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του προκαλούσε εντάσεις και αναστάτωση στον χώρο της εργασίας του και ότι ο Αιτητής πολύ εύκολα παρουσίαζε άδειες ασθενείας για να απουσιάζει από την εργασία του. Ότι ήταν κοινό μυστικό ανάμεσα στους συναδέλφους ότι ο Αιτητής έκλεβε τα μαχαίρια τους και ότι, κατά τη δική του γνώμη, αυτό το έκανε για να τους δυσκολεύει στην εργασία τους και να τους εκθέτει. Ότι με τη γυναίκα του Αιτητή είχε πολύ καλές σχέσεις και ότι αυτή του εκμυστηρεύτηκε ότι ο Αιτητής έπαιρνε στο σπίτι από το Ξενοδοχείο διάφορα μαχαίρια κουζίνας και φαγώσιμα όπως σολομό, τυριά, χαβιάρι κ.α..

·      Ο Κ.Κ. του είπε ότι από την πρώτη μέρα που έπιασε δουλειά στο Ξενοδοχείο κάποιος άλλος μάγειρας του είπε να προσέχει τα μαχαίρια του γιατί κάποιος τα κλέβει χωρίς να του αποκαλύψει ποιος ήταν. Ότι πολύ σύντομα κατάλαβε ότι ήταν ο Αιτητής γιατί πρόσεξε ότι δεν είχε καλές σχέσεις με κανένα, ήταν εγωιστής και εριστικός και τον είδε και ο ίδιος να κινείται ύποπτα στο Ξενοδοχείο, να κόβει τυριά και να τα συσκευάζει κατά τρόπο που δεν ήταν μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του. Ότι κάποια ώρα που ο Αιτητής έλειπε από την εργασία του άνοιξαν ένα χαρτοφύλακα που έφερνε μαζί του και βρήκαν μέσα σε αυτόν τα μαχαίρια τους που είχαν χαθεί και εργαλεία καθαρισμού πατάτας και πήρε ο καθένας τα δικά του.

 

Ισχυρίστηκε ότι μίλησε με τον Ι.Ι. ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος ασφαλείας του Ξενοδοχείου και ο οποίος του ανέφερε ότι στις 17/04/2018 ο Ε.Χ. του έδωσε οδηγίες να ελέγξει τις κάμερες ασφαλείας αναφορικά με κάποιες ύποπτες κινήσεις του Αιτητή λέγοντας του ότι είχε ακολουθήσει τον Αιτητή προς τον χώρο των Lockers και όταν ο τελευταίος αντιλήφθηκε την παρουσία του έφυγε τρέχοντας. Ότι ο Ι.Ι. του είπε ότι είχε ελέγξει τις κάμερες ασφαλείας και είδε τον Αιτητή να βγαίνει από το δωμάτιο που βρίσκονταν τα Lockers τρέχοντας, να είναι ανήσυχος και όταν έφτασε στην είσοδο προς το πάρκιγκ να τρέχει πάλι και στη συνέχεια να μπαίνει στο αυτοκίνητό του και να φεύγει βιαστικός και ακολούθως μετά από κάποιο χρόνο να κινείται προς το Ξενοδοχείο. Υποστήριξε ότι έλεγξε και αυτός τις κάμερες και διαπίστωσε ότι οι κινήσεις του Αιτητή ήταν όπως του τις περίγραψε ο Ι.Ι.. Σημείωσε ότι του πήρε λίγες μέρες να μιλήσει με τα πιο πάνω άτομα και αφού έλαβε όλες τις πιο πάνω αναφορές πληροφόρησε τον Ν.Α. σχετικά. Ήταν η θέση του ότι ακολούθως αυτός και ο Ν.Α. κάλεσαν τον Αιτητή σε συνάντηση στο γραφείο του Ν.Α. όπου τον ενημέρωσαν πλήρως για τα όσα λέχθηκαν στον Α.Λ. σχετικά με τη διαγωγή του. Ότι ο Αιτητής τους έλεγε ότι είναι όλα ψέματα αλλά ήταν πολύ ταραγμένος, νευρικός και αμήχανος και δεν ήθελε να συζητήσει τις αναφορές τους και όταν του παρέθεσαν όλα αυτά που είπαν οι συναδέλφοι του γι’ αυτόν έλεγε απλώς είτε ότι αρνείται είτε ότι είναι ψέματα. Ότι ο Αιτητής τους είπε ότι στις 17/04/2018 πήρε άδεια από τον προϊστάμενό του για να εγκαταλείψει την εργασία του. Διευκρίνισε ότι στη συνάντηση αυτή αποκαλύφθηκαν στον Αιτητή μόνο τα ονόματα του Ε.Χ. και του Π.Χ”T. καθότι οι άλλοι συνάδελφοι του Αιτητή ζήτησαν από τον Α.Λ. να μην αποκαλυφθούν τα ονόματά τους και ότι ο Αιτητής δεν ζήτησε να μάθει τα ονόματα των άλλων συναδέλφων του που προέβησαν σε αρνητικά σχόλια γι’ αυτόν. Ότι ο Ν.Α. είπε στον Αιτητή ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να παραιτηθεί για να μην προχωρήσει η Εργοδότρια Εταιρεία σε απόλυσή του και δημοσιοποιηθούν οι λόγοι απόλυσής του. Ότι ο Αιτητής δεν αντέδρασε αρνητικά στην πιο πάνω εισήγηση του Ν.Α. και απλώς ζήτησε χρόνο να το σκεφτεί. Ότι ο Ν.Α. του έδωσε χρόνο δύο (2) μέρες για να τους απαντήσει. Ότι πριν περάσουν οι δύο (2) μέρες ο Αιτητής ζήτησε να τους δει και έτσι ορίστηκε νέα συνάντηση στο γραφείο του Ν.Α. όπου παρών ήταν και ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας γιατί πίστευαν ότι ο Αιτητής θα υπέβαλλε την παραίτησή του και ήθελαν να ελέγξει το λεκτικό της παραίτησης ώστε το θέμα να κλείσει οριστικά. Ότι στη συνάντηση αυτή ο Αιτητής εμφανίστηκε διαφορετικός και επικαλούμενος συνομωσία εναντίον του είπε ότι τα όσα είπαν οι συνάδελφοί του εναντίον του ήταν ψέματα και αν θέλουν να τον απολύσουν να το κάνουν. Ότι μετά από αυτό συμφωνήθηκε να επισημοποιηθεί η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του και γι’ αυτόν τον λόγο στις 04/05/2018 δόθηκε στον Αιτητή το Τεκμήριο 1. Ότι στις 09/05/2018 κατά τη συνάντηση που έγινε με τον Αιτητή τηρήθηκαν πρακτικά από μία από τις γραμματείς του Ξενοδοχείου (Τεκμήριο 2). Είπε ότι το τι λέχθηκε στην εν λόγω συνάντηση αναγράφεται στα εν λόγω πρακτικά και υποστήριξε ότι (α) ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης ήταν νευρικός και αμήχανος πράγμα που ήταν εμφανές τόσο από τη γλώσσα του σώματός του όσο και από τον τρόπο που μιλούσε, (β) τα παραπτώματα για τα οποία γινόταν η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Αιτητή ήταν καλά γνωστά στον ίδιο και στον συντεχνιακό εκπρόσωπό του οι οποίοι δεν ζήτησαν στην εν λόγω συνάντηση να τους δοθούν λεπτομέρειες των παραπτωμάτων και των σχετικών με αυτά γεγονότων, (γ) ο συντεχνιακός εκπρόσωπος του Αιτητή δεν μίλησε καθόλου ούτε ζήτησε να μιλήσει κατά τη διάρκεια της συνάντησης, (δ) ο Αιτητής δήλωσε ότι πήρε άδεια από τον προϊστάμενό του το βράδυ της 17/04/2018 για να εγκαταλείψει την εργασία του τη στιγμή που αυτός γνώριζε ότι ήταν ο προϊστάμενός του που τον κατάγγειλε στον Π.Χ”T. ότι εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς άδεια και (ε) ο Αιτητής δήλωσε ότι πήρε άδεια να πάει στο αυτοκίνητό του να πάρει τα χάπια του και πριν πάει εκεί πέρασε από το Locker του για να πάρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου του, ότι δεν τα βρήκε στο αυτοκίνητό του και υπολόγισε ότι πιθανόν να ήταν στο σπίτι της φίλης του και γι’ αυτό έφυγε από το Ξενοδοχείο και πήγε στο σπίτι της φίλης του για να τα πάρει από εκεί. Ήταν η θέση του ότι επειδή γνώριζαν ποια ήταν η φίλη του Αιτητή στις 11/05/2018 πήραν από αυτήν γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο 3). Ότι από το Τεκμήριο 3 φάνηκε ξεκάθαρα ότι ο Αιτητής τους είπε ψέματα. Ότι στις 11/05/2018 ζήτησε από τους Μάγειρες να του δώσουν γραπτή κατάθεση και ότι οι μόνοι που αποδέχτηκαν να το κάνουν ήταν ο Ε.Χ. και ο Π.Χ”T., οι οποίοι του έδωσαν χειρόγραφες καταθέσεις τις οποίες δακτυλογράφησαν γραφείς του Ξενοδοχείου και στη συνέχεια τις υπόγραψαν μπροστά του (Τεκμήριο 4 (κατάθεση Ε.Χ.) και Τεκμήριο 5 (κατάθεση Π.Χ”T.)). Ότι όταν λήφθηκε στις 10/05/2018 από τους δικηγόρους του Αιτητή το Τεκμήριο 6 ήταν η θέση του Ν.Α. και αυτού ότι ο Αιτητής είπε ψέματα και στους δικηγόρους του και ότι τα αναγραφόμενα στο Τεκμήριο 6 ήταν εκ των υστέρων σκέψεις του Αιτητή και ενημέρωσαν τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας, ο οποίος απάντησε εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας με το Τεκμήριο 7 και τους συμβούλεψε ότι το Τεκμήριο 6 δεν επηρεάζει τη συνέχιση και την ολοκλήρωση της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του Αιτητή, όπως αυτή τροχιοδρομήθηκε, με οποιοδήποτε τρόπο. Ότι αυτός συζήτησε σε βάθος όλα τα γεγονότα με τον Ν.Α. σχετικά με την όλη υπόθεση καθώς και τη στάση του Αιτητή και του συντεχνιακού εκπροσώπου του και αφού συνεκτίμησαν όλες τις παραμέτρους κατέληξαν ότι (α) οι μαρτυρίες που πήραν από τους συναδέλφους του Αιτητή ήταν πολλές, αυθόρμητες και καταπελτικές χωρίς αντιφάσεις γεγονός που δείκνυε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα αυτά που τους αναφέρθηκαν να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, (β) η φυγή του Αιτητή από το Ξενοδοχείο χωρίς άδεια και με τον τρόπο που έγινε ήταν αποτέλεσμα της αμηχανίας που ένιωσε όταν αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθούσε ο Ε.Χ. και της προσπάθειάς του να κρύψει κάτι σοβαρό, (γ) ο Αιτητής στην ακρόαση στις 09/05/2018 τους είπε ψέματα αφού οι δύο προϊστάμενοί του οι οποίοι μπορούσαν να του δώσουν άδεια να εγκαταλείψει την εργασία του το βράδυ της 17/04/2018 είπαν ότι δεν του έδωσαν τέτοια άδεια και η φίλη του είπε ότι δεν πήγε στο σπίτι της το βράδυ της 17/04/2018 και (δ) ο Αιτητής, εκτός των κλοπών που έκανε, με την όλη συμπεριφορά του αποτελούσε «πηγή ανωμαλίας» στον χώρο εργασίας του με αρνητικό αντίκτυπο στην ομαλή λειτουργία του Ξενοδοχείου. Ότι λόγω των πιο πάνω έκριναν ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή εκτός από την απόλυσή του καθότι όλα τα πιο πάνω κλόνισαν την εμπιστοσύνη της Εργοδότριας Εταιρείας προς το πρόσωπό του. Ότι στις 14/05/2018 αυτός και ο Ν.Α. συνέταξαν την επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 9) και ο Ν.Α. ειδοποίησε τον Αιτητή να την παραλάβει. Ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε ποτέ να την παραλάβει και έτσι την έδωσαν σε επιδότη αλλά επειδή ο Αιτητής γνώριζε το περιεχόμενό της κρυβόταν από τον επιδότη και έτσι ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας την απέστειλε στις 23/05/2018 στους δικηγόρους του Αιτητή (Τεκμήριο 10).

 

Αντεξεταζόμενος είπε ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής στις 17/04/2018 το βράδυ πήγαινε προς το Locker του θεωρήθηκε ύποπτο επειδή συνδυάστηκε με τις άλλες συμπεριφορές που επιδείκνυε πολύ συχνά όπως να φεύγει από την κουζίνα στην οποία εργαζόταν και να πηγαίνει σε χώρους του Ξενοδοχείου που δεν έπρεπε να είναι και με τις υποψίες/φήμες που υπήρχαν για κλοπές από τον Αιτητή. Επίσης το γεγονός ότι έφυγε τρέχοντας από το χώρο των Lockers και στη συνέχεια έφυγε από το Ξενοδοχείο αντί να πάει στην εργασία του ήταν πολύ ύποπτο. Προέβαλε την θέση ότι ο Αιτητής απολύθηκε λόγω του ότι στις 17/04/2018 απουσίασε από την εργασία του χωρίς να πάρει άδεια από τον προϊστάμενό του και χωρίς να δώσει μια ικανοποιητική και αληθινή εξήγηση σε συνδυασμό με το ότι έλαβε μέρος στις κλοπές που είχαν γίνει στο Ξενοδοχείο.

 

Ο Ν.Α. κατέθεσε ότι στις 18/04/2018 το πρωί ο Α.Λ. τον ενημέρωσε για κάποιο πρόβλημα που προέκυψε με τον Αιτητή. Ότι ο Α.Λ. του ανέφερε ότι ο Π.Χ”T. τον πληροφόρησε ότι ο Ε.Χ. κατάγγειλε τον Αιτητή για τη συμπεριφορά που επέδειξε στις 17/04/2018 το βράδυ. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του Α.Λ. σχετικά με το τι ανέφερε ο Ε.Χ. στον Π.Χ”T. στις 17/04/2018 και ο Π.Χ”T. στον Α.Λ. στις 18/04/2018. Ισχυρίστηκε ότι, αφού άκουσε αυτά που του είπε ο Α.Λ., αποφάσισε ότι λόγω της φύσης της υπόθεσης και της σοβαρότητάς της, όπως διεξαχθεί έρευνα για τον Αιτητή και για την εργασιακή διαγωγή του. Σημείωσε ότι ο Αιτητής απασχόλησε τη διεύθυνση του Ξενοδοχείου για διάφορα ζητήματα στο παρελθόν και είχαν για αρκετό καιρό υποψίες για τον Αιτητή όμως είτε γιατί δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία εναντίον του είτε γιατί δεν υπήρχε προθυμία από τους συναδέλφους του να μιλήσουν γι’ αυτά που έβλεπαν να συμβαίνουν μαζί του θεωρήθηκε ότι δεν υπήρχαν κατάλληλες συνθήκες για να αρχίσει πειθαρχική έρευνα εναντίον του Αιτητή. Ότι με τα νέα δεδομένα στις 18/04/2018 ζήτησε από τον Α.Λ. να προβεί σε έρευνα παίρνοντας πληροφορίες από τους συναδέλφους του Αιτητή και ακολούθως να τον ενημερώσει σχετικά. Υποστήριξε ότι ο Α.Λ. τις επόμενες μέρες μίλησε με ένα μεγάλο αριθμό Μαγείρων. Ότι αφού τον πληροφόρησε ο Α.Λ. για τις μαρτυρίες που του δόθησαν έκρινε ότι αυτές ήταν σοβαρές και αξιόπιστες (αφού ο Α.Λ. είδε τον καθένα ξεχωριστά χωρίς να συνεννοηθούν και όλοι έλεγαν τα ίδια) και εισηγήθηκε στον Α.Λ. να ζητήσει από τον Αιτητή να έλθει στο γραφείο του για να κάνουν μια πρώτη επαφή μαζί του για να δουν πώς θα αντιδρούσε και τι θα έλεγε και αυτός. Ότι έγινε συνάντηση στο γραφείο του με τον Αιτητή στην παρουσία του Α.Λ.. Ότι σε εκείνη τη συνάντηση ενημέρωσαν πλήρως τον Αιτητή για τα όσα λέχθηκαν γι’ αυτόν και ότι ο Αιτητής ενώ «στα λόγια αρνείτο τα πάντα» ήταν πολύ ταραγμένος, αμήχανος και νευρικός. Ότι ο Αιτητής απέφευγε να συζητήσει μαζί τους αυτά που του έθεταν και απλώς αρνείτο τα πάντα σε σχέση με αυτά που του καταλόγιζαν οι συναδέλφοι του. Ότι για το περιστατικό στις 17/04/2018 ο Αιτητής τους ανέφερε ότι πήρε άδεια από τον προϊστάμενό του. Σημείωσε ότι στη συνάντηση αυτή έθεσαν στον Αιτητή όλα όσα λέχθηκαν στον Α.Λ. από τους συναδέλφους του αλλά πέραν από τα ονόματα του Π.Χ”T. και του Ε.Χ. δεν του αποκάλυψαν τα ονόματα των άλλων προσώπων που έδωσαν πληροφορίες γι’ αυτόν. Προέβαλε τη θέση ότι επειδή αυτός ήταν πλέον πεπεισμένος ότι ο Αιτητής δεν είχε πλέον θέση στο Ξενοδοχείο, του εισηγήθηκε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να παραιτηθεί για να μην αναγκαστεί η Εργοδότρια Εταιρεία να τον απολύσει δημοσιοποιώντας τους λόγους της απόλυσής του. Ότι ο Αιτητής δεν αντέδρασε αρνητικά στην εισήγηση που του έγινε ούτε την σχολίασε και απλώς ζήτησε χρόνο να το σκεφτεί. Ότι του έδωσε χρόνο δύο (2) μέρες. Ότι πριν περάσει το εν λόγω χρονικό όριο ο Αιτητής ζήτησε να δει αυτόν και τον Α.Λ.. Ότι όρισαν συνάντηση στο γραφείο του και ότι στην εν λόγω συνάντηση κλήθηκε και ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας. Επανέλαβε τις θέσεις του Α.Λ. σχετικά με το τι έλαβε χώρα κατά την εν λόγω συνάντηση, το τι συμφώνησαν αυτός και ο Α.Λ. να πράξουν μετά την εν λόγω συνάντηση και τη σύνταξη του Τεκμηρίου 1. Τόνισε ότι επειδή στην πρώτη συνάντηση που είχαν με τον Αιτητή του αποκάλυψαν τα πάντα σε σχέση με τις καταγγελίες και τις μαρτυρίες που συγκέντρωσαν εναντίον του δεν θεώρησε σκόπιμο να τις περιλάβει στο Τεκμήριο 1 αλλά τις περιέγραψε με συνοπτικό τρόπο. Επανέλαβε τα όσα ανέφερε ο Α.Λ. σε σχέση με τη συνάντηση στις 09/05/2018, τις οδηγίες που έδωσε στον Α.Λ. για λήψη γραπτών καταθέσεων από τη φίλη του Αιτητή και τους Μάγειρες που είχαν δώσει προηγουμένως προφορική μαρτυρία και τη λήψη του Τεκμηρίου 6 και τις ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με το εν λόγω Τεκμήριο. Σημείωσε ότι η φίλη του Αιτητή στη γραπτή κατάθεσή της (Τεκμήριο 3) ανάφερε ξεκάθαρα ότι στις 17/04/2018 ο Αιτητής δεν πήγε στο σπίτι της. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του Α.Λ. σχετικά με (α) τους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη από την Εργοδότρια Εταιρεία κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης του Αιτητή και (β) τη σύνταξη της επιστολής απόλυσης του Αιτητή (Τεκμήριο 9).

 

Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι ο Ε.Χ. ειδοποίησε στις 17/04/2018 το Τμήμα Ασφαλείας του Ξενοδοχείου επειδή ο Αιτητής έφυγε από την εργασία του σε ώρα που δεν έπρεπε να φύγει χωρίς άδεια και επειδή υπήρχαν οι υποψίες για κλοπές από αυτόν θεωρήθηκε ότι ήταν κατάλληλη στιγμή να τον πιάσουν επ’ αυτοφώρω. Σημείωσε ότι ο τρόπος που ενήργησε ο Αιτητής στις 17/04/2018 ήταν όπως τη μέθοδο που τους περιέγραψαν οι άλλοι Μάγειρες του Ξενοδοχείου ότι ακολουθούσε ο Αιτητής για να κλέψει αντικείμενα του Ξενοδοχείου και πιο συγκεκριμένα ότι ο Αιτητής έκρυβε αντικείμενα και/ή φαγώσιμα στο σώμα του και τα μετέφερε στο Locker του. Ήταν γι’ αυτόν τον λόγο που τον ακολούθησε ο Ε.Χ.. Ισχυρίστηκε ότι στη συνάντηση στις 09/05/2018 έγινε σύντομη αναφορά στις καταγγελίες (δηλαδή την πληροφόρηση που έλαβε ο Α.Λ. από τους συναδέλφους του Αιτητή) και ότι το Τεκμήριο 8 δεν απαντήθηκε γιατί η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε στην κατοχή της συγκεκριμένα στοιχεία αλλά μόνο τις μαρτυρίες των άλλων υπαλλήλων του Ξενοδοχείου.

 

Ο Π.Χ”T. κατέθεσε ότι ο Αιτητής εργάστηκε κατά καιρούς ως Μάγειρας σε διάφορες θέσεις στο Ξενοδοχείο. Ότι λόγω της θέσης του (α) ο Αιτητής ήταν πάντοτε υπό τον έλεγχό του και (β) είχε αρκετή επαφή με τον Αιτητή. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής ως Μάγειρας ήταν καλός αλλά ήταν δύσκολος χαρακτήρας, μη συνεργάσιμος, φυγόπονος, δεν είχε καλές σχέσεις με τους συναδέλφους του οι οποίοι δεν τον ήθελαν επειδή ήταν δολοπλόκος, εριστικός και μη συνεργάσιμος. Ότι έπαιρνε τακτικά πολλές καταγγελίες από συναδέλφους του Αιτητή για κακή συμπεριφορά εναντίον τους και για συνεχή προσπάθειά του να εργαστεί ο ίδιος όσον το δυνατόν πιο λίγο εις βάρος τους. Ότι είχε συνεχώς παράπονα από όλους τους Μάγειρες ότι χάνονταν τα μαχαίρια τους και ήταν κοινό μυστικό μεταξύ τους ότι τα έκλεβε ο Αιτητής. Ότι όλοι οι συναδέλφοι του Αιτητή ήθελαν να μην εργάζεται στο Ξενοδοχείο και ότι η συμπεριφορά του τους προκαλούσε απέχθεια, αναστάτωση και άγχος. Ήταν η θέση του ότι πριν από 10 χρόνια περίπου άγνωστο άτομο έστειλε στο Ξενοδοχείο δύο (2) πακέτα που όταν ανοίχτηκαν διαπιστώθηκε ότι μέσα σε αυτά υπήρχαν διάφορα μαχαίρια πολλών Μαγείρων του Ξενοδοχείου καθώς και διάφορα άλλα αντικείμενα του Ξενοδοχείου όπως ασημένια κουταλάκια, ποτήρια διάφορων μεγεθών και σχημάτων και άλλα. Ότι από πληροφορίες που διασταύρωσαν δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι τα αντικείμενα τα μετέφερε εκτός του Ξενοδοχείου ο Αιτητής αλλά επειδή οι πληροφοριοδότες τους ήθελαν να παραμείνουν ανώνυμοι δεν μπόρεσαν είτε να δώσουν την υπόθεση στην Αστυνομία είτε να προβούν σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες. Ισχυρίστηκε ότι το τελευταίο διάστημα πριν την απόλυση του Αιτητή είχαν πυκνώσει οι καταγγελίες εναντίον του από πολλούς συναδέλφους του τόσο για κλοπές όσο και για τη γενικότερη συμπεριφορά του. Ότι όσον αφορά τις κλοπές τον κατέγγελαν συνεχώς για ύποπτες κινήσεις, ότι έφευγε πάντα τελευταίος από την εργασία του, ότι έκλεβε φαγώσιμα και άλλα αντικείμενα χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους και ότι τον έβλεπαν τακτικά να κινείται σε χώρους που δεν έπρεπε να βρίσκεται αφού οι χώροι αυτοί δεν είχαν σχέση με τα καθήκοντα της εργασίας του. Ότι αναγκάστηκε να μεταφέρει τον Αιτητή σε άλλη θέση εργασίας και πιο συγκεκριμένα ότι τον μετάφερε από την κουζίνα Banquet στην κουζίνα του εστιατορίου “Mavrommatis”. Ήταν η θέση του ότι στις 17/04/2018 το βράδυ ο Ε.Χ. τον πληροφόρησε ότι είδε τον Αιτητή να εγκαταλείπει τον χώρο που εργαζόταν και ότι αποφάσισε να τον παρακολουθήσει για να δει τι θα έκαμνε καθότι γνώριζε για τις ύποπτες κινήσεις του Αιτητή στο Ξενοδοχείο. Ότι του ανέφερε ότι ο Αιτητής κατευθυνόμενος προς το Locker του αντιλήφθηκε ότι ήταν πίσω του και αναστατώθηκε και έφυγε από εκεί τρέχοντας. Ότι o E.X. του είπε επίσης όταν πήγε πίσω στην κουζίνα που εργαζόταν μαζί με τον Αιτητή δεν τον βρήκε εκεί και στη συνέχεια ενημέρωσε για το συμβάν το προσωπικό ασφαλείας του Ξενοδοχείου. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής επέστρεψε στην εργασία του 30 λεπτά μετά την ώρα που έφυγε και ότι ο Αιτητής δεν πήρε άδεια από κάποιον προϊστάμενό του για να εγκαταλείψει τον χώρο εργασίας του αφού δεν πήρε άδεια είτε από αυτόν, είτε από τον Ε.Χ. είτε από τον Γ.Κ.. Είπε ότι το Τμήμα Ασφαλείας ενημερώθηκε από τον Ε.Χ. επειδή ο Αιτητής εγκατέλειψε τον χώρο που εργαζόταν με ύποπτο τρόπο κρατώντας κάτι και πήγαινε προς το Locker του. Ότι επειδή ήταν γνωστό ότι υπήρχαν κρούσματα κλοπής από τον Αιτητή ο Ε.Χ. τον ακολούθησε για να δει πού πηγαίνει. Ότι επειδή ο Αιτητής απασχολούσε τους υπεύθυνους του Ξενοδοχείου για αρκετό καιρό με τη συμπεριφορά του και το τελευταίο διάστημα τα πράγματα είχαν χειροτερέψει καθότι υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στο Τμήμα της Κουζίνας του Ξενοδοχείου και επειδή θεώρησε το συμβάν σοβαρό και ο Ε.Χ. ήταν αποφασισμένος να δώσει μαρτυρία εναντίον του Αιτητή αποφάσισε να καταγγείλει τον Αιτητή στον Α.Λ.. Ότι την επόμενη μέρα το πρωί ενημέρωσε τον Α.Λ. για το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 17/04/2018 και για την όλη συμπεριφορά του Αιτητή κατά το τελευταίο διάστημα λέγοντας του ότι τόσο ο Ε.Χ. και αυτός όσο και οι υπόλοιποι συναδέλφοι του Αιτητή ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν για τη συμπεριφορά του Αιτητή.

 

Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι τα τελευταία χρόνια της απασχόλησής του στο Ξενοδοχείο άλλαξε ο χαρακτήρας του Αιτητή. Είπε ότι όταν ήρθαν τα πακέτα με τα αντικείμενα που είχαν κλαπεί από το Ξενοδοχείο και τους Μάγειρες υπήρχε μέσα ένα ανώνυμο γράμμα δακτυλογραφημένο που κατονόμαζε τον Αιτητή ως υπεύθυνο. Ότι δεν ρώτησαν τον Αιτητή οτιδήποτε σχετικά με αυτό το γεγονός. Ότι ήταν οι άμεσα προϊστάμενοι του Αιτητή που τον ενημέρωναν ότι ο Αιτητής ήταν φυγόπονος και δημιουργούσε προβλήματα στην εργασία του με την απόδοση και τη συμπεριφορά του. Ότι αναφέρθηκε στους βοηθούς του οι οποίοι με τη σειρά τους του ανέφεραν ότι ο Αιτητής εθεάθηκε να μπαίνει σε ψυγεία και χώρους που δεν έπρεπε να ήταν καθότι δεν είχαν σχέση με την εργασία του και ότι έπαιρνε αντικείμενα και φαγώσιμα και έφευγε. Είπε ότι αυτός είδε το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας που αφορούσε τις κινήσεις του Αιτητή στις 17/04/2018. Υποστήριξε ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής έφυγε από την εργασία του χωρίς άδεια και στη συνέχεια τρέχοντας από τον χώρο του Locker του και ακολούθως με το αυτοκίνητό του είναι πολύ ύποπτο και ότι αν δεν ήταν ύποπτο θα έπρεπε να το είχε προηγουμένως πει στον υπεύθυνό του. Ότι όλα αυτά τα θεώρησαν ύποπτα λόγω των πληροφοριών που είχαν ότι έκλεβε διάφορα από το Ξενοδοχείο.

 

Ο Αιτητής καταθέτοντας υποστήριξε ότι στους χώρους του Ξενοδοχείου υπάρχουν παντού κάμερες ασφαλείας και σχεδόν όλο το προσωπικό του Ξενοδοχείου υπόκειται σχεδόν καθημερινα σε ελέγχους τόσο κατά την είσοδο όσο και κατά την έξοδό του από το Ξενοδοχείο από άτομα της ασφάλειας του Ξενοδοχείου. Ήταν η θέση του ότι στις 17/04/2018 γύρω στις 09:00μ.μ. όταν έπρεπε να λάβει την αντιβίωση που του είχε χορηγηθεί από τον οδοντίατρο συνειδητοποίησε ότι δεν είχε μαζί του τα χάπια του. Ότι υπέθεσε ότι άφησε τα χάπια του είτε στο αυτοκίνητο είτε στο διαμέρισμα της φίλης του όπου διέμενε προσωρινά. Ότι πήρε τηλέφωνο την φίλη του για να την ρωτήσει εάν τα χάπια είναι στο σπίτι της αλλά αυτή δεν απάντησε το τηλέφωνο. Ότι ανέφερε στον Γ.Κ. ότι θα απουσιάσει για 10-15 λεπτά για να βρει τα χάπια του. Ότι πήγε στο Locker του από όπου πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και κατευθύνθηκε με γοργό βήμα προς το αυτοκίνητο γιατί δεν ήθελε να καθυστερήσει να επιστρέψει στην εργασία του. Ότι επειδή τα χάπια του δεν βρίσκονταν στο αυτοκίνητό του μετέβηκε στο διαμέρισμα της φίλης του το οποίο βρίσκεται πολύ κοντά στο Ξενοδοχείο και πήρε τα χάπια του. Σημείωσε ότι η φίλη του απουσίαζε από το διαμέρισμά της όταν αυτός πήγε εκεί. Ότι επέστρεψε στην εργασία του σε λιγότερο από 20 λεπτά και ότι τόσο όταν έφυγε από το Ξενοδοχείο όσο και όταν επέστρεψε στο Ξενοδοχείο πέρασε από το προσωπικό ασφαλείας του Ξενοδοχείου χωρίς κανείς να τον ρωτήσει ή να του αναφέρει κάτι. Προέβαλε τη θέση ότι στις 03/05/2018 γύρω στις 06:30μ.μ. ενημερώθηκε ότι ο Ν.Α. ήθελε να τον δει. Ότι μετέβηκε στο γραφείο του Ν.Α. όπου εκεί εκτός από τον Ν.Α. βρίσκονταν ο Α.Λ., ο Π.Χ”T. και ακόμα ένας κύριος ο οποίος του συστήθηκε ως ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι ο δικηγόρος, ο οποίος κρατούσε ένα φάιλ, του ανέφερε ότι έχουν γραπτές καταγγελίες εναντίον του και ότι αν δεν φέρει την παραίτησή του εντός 24 ωρών θα προχωρήσουν νομικά εναντίον του και θα αμαυρωθεί το όνομά του. Ότι αυτός βρέθηκε προ εκπλήξεως και ρώτησε τι έκανε. Ότι ο δικηγόρος του απάντησε ότι ξέρει πολύ καλά τι έκανε. Ότι ζήτησε να του δοθούν οι γραπτές καταγγελίες που έχουν στην κατοχή τους αλλά ο δικηγόρος επέμενε στη θέση του υποδεικνύοντας το φάιλ του λέγοντάς του «τα έχουμε εδώ όλα τεκμηριωμένα». Ότι αυτός εκνευρίστηκε και αντέδρασε ανοίγοντας απότομα το φάιλ του δικηγόρου στο οποίο διαπίστωσε ότι υπήρχαν μόνο κάποιες άσπρες κόλλες. Ότι τότε ο δικηγόρος είπε ότι πρέπει να απομακρυνθεί αμέσως και ειδοποιήθηκαν άτομα της ασφάλειας του Ξενοδοχείου οι οποίοι τον συνόδευσαν για να παραλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα και να φύγει από το Ξενοδοχείο. Ότι στις 04/05/2018 έλαβε το Τεκμήριο 1. Ότι στις 09/05/2018 του αναφέρθηκαν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί για κλοπές από αυτόν και ότι υπήρχαν γραπτές καταγγελίες εναντίον του. Ότι όταν αρνήθηκε τους αόριστους ισχυρισμούς εναντίον του του ζητήθηκε εξήγηση για την απουσία του από την εργασία του στις 17/04/2018. Είπε ότι έδωσε πλήρεις εξηγήσεις γι’ αυτό το συμβάν. Σημείωσε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση δεν υπήρχε κάποια κοπέλα που να κρατά πρακτικά. Ότι μετά τα πιο πάνω επισκέφθηκε δικηγόρο ο οποίος στις 10/05/2018 απέστειλε το Τεκμήριο 7 και στη συνέχεια ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων του και του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι κανείς δεν του είχε τηλεφωνήσει για να παραλάβει την επιστολή απόλυσής του και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία γνώριζε πολύ καλά πού μπορούσαν να τον βρουν. Απέρριψε όλους τους χαρακτηρισμούς που του αποδόθηκαν από τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την ακροαματική διαδικασία και υποστήριξε ότι δεν έχει κλέψει το ο,τιδήποτε από κανένα. Ότι μετά την απόλυσή του έλαβε επίδομα ανεργίας για την περίοδο 07/06/2018 μέχρι 05/12/2018 (Τεκμήρια 17 και 18). Ότι προσπάθησε να εξεύρει εργασία τόσο μέσω του Γραφείου Εργασίας στη Λάρνακα όσο και από προσωπικές επαφές που είχε αλλά λόγω των λόγων της απόλυσής του, της θέσης που κατείχε και τον μισθό που λάμβανε δυσκολεύτηκε πολύ να βρει άλλη εργασία. Ότι εργοδοτήθηκε ως μάγειρας από μια άλλη εταιρεία την 01/02/2019 με μισθό €1.648 μηνιαίως (Τεκμήρια 16 και 19).

 

Κατά την αντεξέτασή του ο Αιτητής υποστήριξε ότι ο Γ.Κ. μπορούσε να του δώσει άδεια να φύγει από την εργασία του. Ισχυρίστηκε ότι ο Ε.Χ. δεν ήταν ο άμεσα προϊστάμενός του γιατί εργαζόταν σε άλλη κουζίνα και ότι στις 17/04/2018 δεν υπήρχε λόγος να αποταθεί σε κάποιον προϊστάμενο για άδεια αφού ο Γ.Κ. είχε εξουσία να του δώσει τέτοια άδεια. Είπε ότι τα άτομα που σύμφωνα με τον Α.Λ. του παραπονέθηκαν γι’ αυτόν και/ή τον κατήγγειλαν στον Α.Λ. για την κατ’ ισχυρισμό διαγωγή του ήταν άτομα με τα οποία εργαζόταν μαζί τους τρία (3) χρόνια πριν την απόλυσή του. Υποστήριξε ότι αυτά τα παράπονα και/ή αυτές οι καταγγελίες δεν ευσταθούν και ότι κανένας δεν τον ενημέρωσε συγκεκριμένα και με λεπτομέρειες για αυτά πριν την απόλυσή του. Ισχυρίστηκε ότι στις 09/05/2018 ζήτησε να του δοθούν γραπτώς και «τεκμηριωμένα ονομαστικά τζαι χρονικά» οι καταγγελίες εις βάρος του ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί.

 

Νομική Πτυχή

 

Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου:

 

«5.Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:    

                       

(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:

……………………………………………………………………….

(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:

(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή

(ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του

(iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του

(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του

 (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»

 

Σημειώνουμε ότι είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ότι τερματισμός της εργασιακής σχέσης δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη – εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά, να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και «να κάνει το καλύτερο δυνατό για την επιτυχία των σκοπών και συμφερόντων του εργοδότη και να παραλείπει να κάνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του». (Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, ΣΤ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012, σελ. 660-661).  

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια [2006] 1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά [2004] 1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd [1992] 1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη και είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο[1]. Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων[2] («within the band of reasonable responses of reasonable employer») (Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση 103/2012 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ. 7/7/2017[3]). Στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο υπό τις περιστάσεις αντικειμενικά δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση του εργοδοτουμένου. Να σημειωθεί ότι για μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos [1968] 1 CLR 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd [1980] 1 CLR 302). Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής[4]. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτουμένου. Εντός του πλαισίου εξέτασης του δεύτερου ερωτήματος στοιχεία όπως η προηγούμενη εργασιακή διαγωγή του εργοδοτουμένου, η δικαιολογία/εξήγηση που δίνεται από τον εργοδοτούμενο για την επίδειξη της μεμπτής διαγωγής, η στάση του εργοδοτουμένου, οι πράξεις και οι παραλείψεις του εργοδότη λαμβάνονται υπόψη (π.χ. ένας εργοδότης λαμβάνοντας γνώση μιας αρνητικής συμπεριφοράς ενός εργοδοτουμένου δεν λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα ή λαμβάνει κάποια πειθαρχικά μέτρα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν τον εργοδοτούμενο να πιστέψει ότι η συμπεριφορά που επέδειξε δεν θεωρείται τόσο σοβαρή από τον εργοδότη ή ότι το θέμα είναι λήξαν, δεν μπορεί να επανέλθει και για το ίδιο παράπτωμα να επιβάλλει ένα νέο πειθαρχικό μέτρο εκτός εάν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερα σοβαρός λόγος). Όπως τονίστηκε στην Kanika Developments Ltd ν. Λουκά [2004] 1 A.A.Δ. 603:

 

«Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.»

 

 

Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά δεν είναι ολοφάνερη το ερώτημα είναι κατά πόσον έχει αποδειχτεί ότι ο εργοδοτούμενος επέδειξε τη διαγωγή που επικαλείται ο εργοδότης. Στην απόφαση Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ [2005] 1 Α.Α.Δ. 1478 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ανέφερε τα πιο κάτω σχετικά με το τι πρέπει να αποδείξει ο εργοδότης, ποιο είναι το ζητούμενο σε υποθέσεις τέτοιας φύσης και ποιο το σχετικό βάρος απόδειξης[5]:

 

«Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο – και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια.    

 

Επίσης ότι ακολούθησε μία λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου.

            …………………………………………………………………………………

 Βρισκόμαστε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και το ζητούμενο είναι όχι η απόδειξη πειθαρχικού παραπτώματος ως υποβάθρου και προϋπόθεσης απόλυσης αλλά η ικανοποίηση των όρων του άρθρου 5. Το κριτήριο, όπως και πάλι ορθά το αντελήφθη το Δικαστήριο, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ΄ όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.»

 

Στην αγγλική υπόθεση Sainsburys Supermarkets Ltd v. Hitt [2003] 1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων του εργοδότη εφαρμόζεται και στην ερώτηση κατά πόσο η έρευνα αναφορικά με την κακή διαγωγή του εργοδοτούμενου ήταν εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όπως στον ίδιο βαθμό που ισχύει για το εύλογο της απόλυσης λόγω συμπεριφοράς. Στις περιπτώσεις που διαφαίνεται ότι ο τρόπος που διερεύνησε ο εργοδότης την περίπτωση του εργοδοτούμενου που απολύθηκε ήταν τέτοιος που εμπόδισε τον εργοδότη να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν ότι μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται ότι ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις[6]. Το είδος και η έκταση της έρευνας του εργοδότη εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης[7] οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο ένα δυσμενές συμπέρασμα για αυτόν.  Στην υπόθεση A v. B [2003] IRLR 405, αφού σημειώθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου η έρευνα για ένα εργατικό πειθαρχικό παράπτωμα θα οδηγήσει σε παρατήρηση-προειδοποίηση δεν είναι απαραίτητο να είναι τόσο αυστηρή η έρευνα όσο μια έρευνα που μπορεί να οδηγήσει σε απόλυση, λέχθηκαν τα πιο κάτω:

 

“Serious allegations of criminal misbehaviour, at least where disputed, must always be the subject of the most careful investigation, always bearing in mind that the investigation is usually being conducted by laymen and not lawyers. Of course, even in the most serious of cases, it is unrealistic and quite inappropriate to require the safeguards of a criminal trial, but a careful and conscientious investigation of the facts is necessary and the investigator charged with carrying out the inquiries should focus no less on any potential evidence that may exculpate or at least point towards the innocence of the employee as he should on the evidence directed towards proving the charges against him.

 

This is particularly the case where, as is frequently the situation and was indeed the position here, the employee himself is suspended and has been denied the opportunity of being able to contact potentially relevant witnesses. Employees found to have committed a serious offence of a criminal nature may lose their reputation, their job and even the prospect of securing future employment in their chosen field, as in this case. In such circumstances anything less than an even-handed approach to the process of investigation would not be reasonable in all the circumstances.

 

The Tribunal appear to have considered that the fact that there was a real possibility that the Appellant would never work again in his chosen field was irrelevant to the standard of the investigation. In our view the Tribunal was strictly in error in saying that it has no significance. However, it seems to us that it is only one of the very many circumstances which go to the question of reasonableness.

 

We accept ………., that the standard of reasonableness required will always be high where the employee faces loss of his employment. The wider effect upon future employment, and the fact that charges which are criminal in nature have been made, all reinforce the need for a careful and conscientious enquiry but in practice they will not be likely to alter that standard.

 

(Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Salford Royal NHS Foundation Trust v. Roldan [2010] IRLR 721 και Crawford and Another v. Suffolk Mental Health Partnership Trust [2012] IRLR 402).

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85) το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος τους, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι:

 

«Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»

 

 

Π

Το εν λόγω δικαίωμα δίνεται στον εργοδοτούμενο ώστε (α) ο εργοδότης να είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος όντως επέδειξε την εργασιακή συμπεριφορά που του αποδίδεται και (β) να δοθεί η ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να εξηγήσει τη συμπεριφορά του και να θέσει ενώπιον του εργοδότη οποιουσδήποτε μετριαστικούς παράγοντες. Όμως το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα είναι τόσο έκδηλα που δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton [1986] 1 ALL ER 513, Polkey v. AE Dayton Services Ltd [1988] ICR 662). Στην ILEA v. Gravett [1988] IRLR 497 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

“In determining whether in all the circumstances the employer could reasonably believe that the employee was guilty of misconduct, the situations which arise can vary from the one extreme where the employee was virtually caught in the act to the other extreme where the issue is one of pure inference. As the scale moves towards the latter end, so the amount of inquiry and investigation which may be required, including questioning of the employee, is likely to increase. At some stage, the employer will need to face the employee with the information which he has. That may be during an investigation prior to a decision that there is sufficient evidence upon which to form a view or it may be at the initial disciplinary hearing. In some cases it may be that after hearing the employee’s version further investigation ought fairly to be made”.

 

 

Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή και δίκαιη διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[8] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (πιο πάνω), Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου [2004] 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου [2003 1 Α.Α.Δ. 318). Στην περίπτωση που ο εργοδότης αποτύχει να δώσει στον εργοδοτουμένο μια δίκαιη ευκαιρία να αντικρούσει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς εναντίον του μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση για απόλυση ήταν ειλημμένη. Στην υπόθεση Sands v. Duke Contractors Ltd, ET Case No. 1100253/07 αποφασίστηκε ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου ήταν παράνομη μετά που κρίθηκε ότι ο εργοδότης απέτυχε να διεξάγει μια δίκαιη πειθαρχική ακρόαση. Ο εργοδότης δεν είχε παρουσιάσει ξεκάθαρα τους ισχυρισμούς εναντίον του εργοδοτουμένου, δεν έδωσε στον εργοδοτούμενο όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις που είχε στην κατοχή του, είχε υιοθετήσει ένα κατηγορητικό τρόπο κατά την διάρκεια της διαδικασίας ο οποίος έθεσε τον εργοδοτούμενο στη θέση να πρέπει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ρωτούσε κλειστές ερωτήσεις οι οποίες εμπόδιζαν τον εργοδοτούμενο να απαντήσει ολοκληρωμένα και δεν έλαβε υπόψη τις απαντήσεις του εργοδοτουμένου.

 

Να σημειώσουμε ότι ο εργοδότης δεν οφείλει να προχωρήσει σε μια διαδικασία ως εάν επρόκειτο περί πειθαρχικής δίκης στον τομέα του δημοσίου δικαίου[9]. Ούτε ο εργοδότης είναι υπόχρεος να διεξάγει μια κανονική και πλήρη δικαστική διαδικασία παρά το ότι είναι υπόχρεος να εξετάσει προσεκτικά όλα τα σχετικά ζητήματα[10]. Να σημειώσουμε ότι οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης δεν εφαρμόζονται σε απόλυτους όρους στον χώρο του εργατικού δικαίου λόγω του ότι η άσκηση πειθαρχικής εξουσίας από τον εργοδότη δεν είναι δικαστικής φύσης αφού ο σκοπός της πειθαρχικής διαδικασίας δεν είναι η εκδίκαση από ένα ανεξάρτητο σώμα μιας διαφοράς μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου ή η απόφαση σε σχέση με ένα θέμα που αφορά ένα νομικό δικαίωμα αλλά να μπορέσει ο εργοδότης να πληροφορηθεί κατά πόσον ο εργοδοτούμενος επέδειξε κακή εργασιακή διαγωγή και αν ναι, να αποφασίσει σχετικά με το μέλλον της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης[11]. Δεν υπάρχει καθορισμένη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει ένας εργοδότης (εκτός αν υπάρχει συμφωνημένη διαδικασία με τους εργοδοτουμένους του όπως πειθαρχικός κώδικας – σε αυτή την περίπτωση ο εργοδότης οφείλει να ακολουθήσει τη συμφωνημένη διαδικασία) αλλά σε κάθε περίπτωση η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί είναι αυτή που είναι δίκαιη υπό τις περιστάσεις με την έννοια ότι εργοδοτούμενος θα πρέπει να γνωρίζει για τι ακριβώς κατηγορείται και να είναι σε θέση να αντικρούσει τα στοιχεία και τις πληροφορίες που έχει ο εργοδότης στην κατοχή του. Για να μπορέσει να αντικρούσει αυτά τα στοιχεία ή να θέσει τη δική του εκδοχή αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδήλωσε τη διαγωγή για την οποία κατηγορείται ο εργοδοτούμενος στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θα πρέπει να γνωρίζει τα στοιχεία και τις μαρτυρίες που έχει ο εργοδότης. Ο εργοδοτούμενος δεν έχει αυτόματο δικαίωμα να του δοθούν αντίγραφα όλων των καταθέσεων αν η ουσία αυτών των στοιχείων του έχει κοινοποιηθεί και υπάρχει κάποιος καλός λόγος να μην του δοθούν ούτε δικαιούται αυτόματα να αντεξετάσει αυτούς που έδωσαν μαρτυρία στον εργοδότη σε σχέση με τη συμπεριφορά του[12].

 

Το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του στην Bentley Engineering Co Ltd v. Mistry [1979] ICR 47 με την οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου ήταν παράνομη (επειδή δεν είχαν δοθεί από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο οι καταθέσεις των μαρτύρων που τον κατηγορούσαν για επίθεση σε συνάδελφό του) με τη δικαιολογία ότι η φυσική δικαιοσύνη απαιτεί ότι ένας εργοδοτούμενος πρέπει να έχει την ευκαιρία να θέσει τη δική του εκδοχή και να γνωρίζει με επάρκεια τι έχει λεχθεί εναντίον ώστε να μπορέσει να θέσει τις δικές του θέσεις δεόντως, σημείωσε τα εξής:

 

“We do not say that in every case any particular form of procedure has to be followed……. there may be cases in which cross - examination is wholly unnecessary ……… On the other hand it is clear that in a matter of this kind, natural justice does require not merely that man shall have a chance to state his own case in detail; he must know in one way or another sufficiently what was being said against him. If he does not know sufficiently what is being said against him, he cannot properly put forward his own case. It may be, according to the facts, that what is said against him can be communicated to him in writing, or it may be that it is sufficient if he hears what the other protagonist is saying, or it may be that, in an appropriate case, for matters which have been said by others to be put orally in sufficient detail is an adequate satisfaction of the requirements of natural justice …….. it is all a question of degree.”

 

 

Στη Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] ICR 54 λέχθηκε ότι είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που μπορεί να θεωρηθούν δίκαιες οι διαδικασίες όταν ο εργοδότης βασίζεται πάνω σε μαρτυρίες μαρτύρων αλλά αποτυγχάνει να τις δώσει στον εργοδοτούμενο ή στο να μεταφέρει στον εργοδοτούμενο το περιεχόμενό τους με επάρκεια[13].

 

 Το Court of Appeal στην Hussain v. Elonex Plc [1999] EWCA Civ 1009 έκρινε ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου έγινε μετά από μια δίκαιη και εύλογη διαδικασία καθότι (α) ο εργοδοτούμενος γνώριζε για ποιο παράπτωμα κατηγορείτο και ήταν παρών όταν το κύριο πρόσωπο που τον κατηγορούσε έδινε μαρτυρία στην πειθαρχική διαδικασία και (β) τέσσερις γραπτές καταθέσεις που πήρε ο εργοδότης και δεν είχαν γνωστοποιηθεί στον εργοδοτούμενο δεν ήταν ιδιαίτερα σχετικές με τις κατηγορίες που αποδίδονταν στον εργοδοτούμενο. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκαν τα πιο κάτω:

 

“The question in a case of dismissal for misconduct such as this is whether there has been a fair and reasonable investigation of the alleged misconduct before a decision is made to dismiss or not to dismiss. ………….. There is no universal requirement of natural justice or general principle of law that an employee must be shown in all cases copies of witness statements obtained by an employer about the employee’s conduct. It is a matter of what is fair and reasonable in each case.

 

What emerges from the two authorities …….. is not that there is a failure of natural justice where witness statements are obtained but not disclosed, but there is a failure of natural justice if the essence of the case on the employee’ s conduct is contained in statements which have not been disclosed to him and where he has not otherwise been informed at the hearing or orally or in other manner of the nature of the case against him.”

 

Στη Fuller v. Lloyds Bank plc [1991] IRLR 36 λέχθηκε ότι παρόλο που είναι επιθυμητό το υλικό στο οποίο στηρίζεται η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του εργοδοτουμένου να δοθεί στον εργοδοτούμενο, τυχόν αποτυχία να δοθεί το εν λόγω υλικό στον εργοδοτούμενο δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η απόλυση του εργοδοτουμένου είναι παράνομη. Οποιοδήποτε ελάττωμα στην πειθαρχική διαδικασία θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στο πλαίσιο στο οποίο έλαβε χώρα και το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης συνολικά ήταν δίκαιη. Μια απόλυση θα κριθεί παράνομη όταν το ελάττωμα είναι τέτοιας σοβαρότητας που η διαδικασία ήταν από μόνη της άδικη ή όταν τα αποτελέσματα του διαδικαστικού ελαττώματος ειδωμένα συνολικά ήταν άδικα. Το ερώτημα δεν αλλάζει στις περιπτώσεις που το διαδικαστικό ελάττωμα βασίζεται σε πολιτική που ακολουθείται από τον εργοδότη.

 

Σημειώνουμε ότι στην Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) ο εργοδότης είχε δώσει στην εργοδοτούμενη την ευκαιρία να σχολιάσει τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του[14].

 

Στις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης βασίζεται σε πληροφορίες οι οποίες του δόθηκαν από πρόσωπα τα οποία δεν είναι πρόθυμα να αποκαλυφθεί το όνομά τους στον εργοδοτούμενο για τον οποίον έδωσαν πληροφορίες, τότε ο εργοδότης οφείλει να κρατήσει μια ισορροπία μεταξύ της ανάγκης να προστατεύσει τον πληροφοριοδότη (ο οποίος πραγματικά και γνήσια φοβάται για την ασφάλειά του και/ή για μέτρα εκδίκησης εναντίον του) και να σεβαστεί την ανωνυμία του από την μια και να παρέχει μία δίκαιη ακρόαση στον εργοδοτούμενο που κατηγορείται και/ή που ερευνάται για παραπτώματα (ο οποίος πρέπει να γνωρίζει όλους τους ισχυρισμούς εναντίον του και να του δοθεί ουσιαστικά η ευκαιρία να απαντήσει) από την άλλη[15]. Στην υπόθεση Linfood Cash &Carry Limited v. Thompson [1989] ICR 518 δόθηκαν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των ανώνυμων πληροφοριοδοτών, αφού πρώτα τονίστηκε ότι η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της γεγονότα και ότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν απλώς βοηθητικές οδηγίες ώστε να εξασφαλίζεται ουσιαστικά η ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του εργοδοτουμένου από τη μια και του πληροφοριοδότη από την άλλη:

 

(1)  Οι πληροφορίες θα πρέπει να καταγράφονται σε γραπτές δηλώσεις, οι οποίες θα πρέπει να περιέχουν όλα τα σχετικά γεγονότα όπως π.χ. ημερομηνίες, ώρες και χώρους που έλαβαν χώρα τα περιστατικά για τα οποία δίνονται οι πληροφορίες, την δυνατότητα του πληροφοριοδότη να δει και/ή να γνωρίζει με ακρίβεια τα εν λόγω περιστατικά και κατά πόσον ο πληροφοριοδότης είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα για τον εργοδοτούμενο για τον οποίο δίνει πληροφορίες,

(2)  Θα πρέπει να εξεταστεί (α) το υπόβαθρο του πληροφοριοδότη και τα κίνητρά του και κατά πόσον υπάρχουν στοιχεία που αποδυναμώνουν τις πληροφορίες που δίνει και (β) αν υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του πληροφοριοδότη,

(3)  Οι γραπτές καταθέσεις των πληροφοριοδοτών τροποποιημένες με την αφαίρεση στοιχείων που δεικνύουν ποιος είναι ο πληροφοριοδότης θα πρέπει να δοθούν στον εργοδοτούμενο πριν την ακρόαση με τον εργοδότη, και

(4)   Κατά την ακρόαση με τον εργοδοτούμενο θα πρέπει να τηρηθούν πλήρη και λεπτομερή πρακτικά από τον εργοδότη.

    

Στη υπόθεση Ramsey v. Walkers Snack Foods Ltd [2004] IRLR 754 οι πληροφοριοδότες αρνήθηκαν να δώσουν λεπτομερείς γραπτές καταθέσεις επειδή φοβόντουσαν ότι με την αναγνώριση της ταυτότητάς τους οι εργοδοτούμενοι για τους οποίους έδιναν πληροφορίες θα προέβαιναν σε εκδικητικές πράξεις εναντίον τους. Γι’ αυτόν τον λόγο έδωσαν μόνο λεπτομερείς προφορικές καταθέσεις, οι οποίες καταγράφηκαν από τους εργοδότες σε σημειώσεις, οι οποίες στη συνέχεια τροποποιήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε όταν οι εργοδότες τις έδειξαν στους εργοδοτούμενους που τους αφορούσαν οι πληροφορίες οι εν λόγω εργοδοτούμενοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν ποιοι ήταν οι πληροφοριοδότες. Οι εν λόγω σημειώσεις ήταν αρκετά γενικές. Κρίθηκε στην εν λόγω περίπτωση, παρά το ότι δεν ακολουθήθηκαν πλήρως οι κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην Linfood Cash & Carry Limited v. Thompson (πιο πάνω), ότι οι απολύσεις ήταν νόμιμες καθότι αποδείχτηκε ότι υπήρχε πραγματικός και αυθεντικός φόβος για εκδικητικές πράξεις εναντίον των πληροφοριοδοτών, ότι όντως οι πληροφοριοδότες δεν θα έδιναν πληροφορίες στους εργοδότες αν δεν τους δίνονταν εγγυήσεις για την ανωνυμία τους, ότι οι εργοδότες προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες ώστε να επιβεβαιώσουν την αξιοπιστία των πληροφοριοδοτών και των πληροφοριών τους και ότι οι απολυθέντες εργοδοτούμενοι παρόλο που δεν είχαν λεπτομερή στοιχεία για τις καταγγελίες εναντίον τους γνώριζαν καλά τις πραγματικές βάσεις των παραπτωμάτων που τους αποδίδονταν.

 

Το Δικαστήριο εξετάζει μόνο κατά πόσον η διαδικασία που ακολουθήθηκε προτού απολυθεί ο εργοδοτούμενος ήταν μια δίκαιη διαδικασία και όχι κατά πόσον ο εργοδοτούμενος στην πραγματικότητα αδικήθηκε[16]. Η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης δεν εξετάζεται ξεχωριστά και από μόνη της αλλά μαζί με τον λόγο απόλυσης ως μέρος της συνολικής εικόνας καθότι υπάρχει αλληλοεπίδραση μεταξύ της διαδικασίας και του λόγου απόλυσης και η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον με βάση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης ο εργοδότης ενήργησε λογικά κρίνοντας τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου όπως την διαπίστωσε ως αρκετό λόγο να απολύσει τον εργοδοτούμενο[17]. Να σημειωθεί ότι παρά το ότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν συνιστά ανεξάρτητο λόγο στη βάση του οποίου μια απόλυση μπορεί να κριθεί ως παράνομη, μια τέτοια παραβίαση είναι ένα από τα σημαντικά γεγονότα που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών όταν εξετάζει στο σύνολό της μια απόφαση απόλυσης για να αποφανθεί σε σχέση με τη νομιμότητά της καθότι στην περίπτωση που το δικαίωμα του εργοδοτουμένου να πληροφορηθεί την κύρια βάση της υπόθεσης του εργοδότη και την ευκαιρία να την αντικρούσει έχει παραβιαστεί ουσιαστικώς τότε μια απόφαση απόλυσης μπορεί να κριθεί ως παράνομη[18]. Στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, 2018 στις σελίδες 409 - 415 αναφέρονται τα εξής:

 

«

1.     Σε υποθέσεις απόλυσης, είναι ενδεχόμενο να εγερθούν όχι μόνο θέματα ουσίας αλλά και διαδικασίας.

2.     Ο εργοδότης, κατά κανόνα, δεν μπορεί να ενεργεί χωρίς να ακολουθεί οποιαδήποτε διαδικασία ή να μην τηρεί οποιαδήποτε εχέγγυα εύλογης κρίσης, απλώς και μόνο διότι πιστεύει ότι ο εργοδοτούμενος έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα.

3.     Ο εργοδότης, στο πλαίσιο της ικανοποίησης των ουσιαστικών κριτηρίων και προϋποθέσεων για να θεωρείται δικαιολογημένη η άμεση απόλυση θα πρέπει στην μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων να παρέχει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να γνωρίζει το τι του καταλογίζεται καθώς και το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. Είναι μόνο όταν ο εργοδότης ακολουθεί αυτούς τους βασικούς κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης που το Δικαστήριο θα μπορεί να ικανοποιηθεί ότι λήφθηκε ουσιαστικά εύλογη απόφαση. Στην απουσία οποιασδήποτε διαδικασίας, είναι ενδεχόμενο και σε πολλές περιπτώσεις πιθανό η πεποίθηση του εργοδότη ότι ο εργοδοτούμενος υπόκειται σε άμεση απόλυση να μην θεωρείται εύλογη ………………………………………………………………………

4.     ……………………………………………………………………………………………

5.     ……………………………………………………………………………………………

6.     Υπάρχουν περιπτώσεις όταν τα γεγονότα είναι τόσο οφθαλμοφανή, ή όταν τα σε βάρος του εργοδοτούμενου στοιχεία ομολογούνται άμεσα από τον ίδιο, που δεν χρειάζεται οποιαδήποτε διαδικασία, εφόσον σε τέτοια περίπτωση η διαδικασία διατύπωσης κατηγοριών και αποδοχής παραστάσεων δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Ο εργοδότης δεν έχει όμως να χάσει τίποτα απολύτως εάν, όποια και να είναι τα γεγονότα, ερωτήσει τον εργοδοτούμενο εάν έχει οποιαδήποτε εξήγηση ή οτιδήποτε να αναφέρει σε σχέση με το τι έγινε. ……………………………………………………………………………………………. η προτιμητέα θέση είναι ότι ο εργοδότης θα πρέπει να ζητά εξηγήσεις από τον εργοδοτούμενο όχι μόνο αναφορικά με το τι έπραξε αλλά και για τις συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων είχε προβεί στη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Για τέτοιο σοβαρό θέμα όπως είναι ο άμεσος τερματισμός των υπηρεσιών εργοδοτουμένων το δικαίωμα πρότερης ακρόασης ή καλύτερα το δικαίωμα του εργοδοτουμένου να προβεί σε παραστάσεις δεν μπορεί να εξαντλείται απλώς με μια ερώτηση της στιγμής.

7.     Σε περίπτωση που ο εργοδότης προχωρεί σε διαδικασία διερεύνησης των γεγονότων και της ευθύνης γι’ αυτά, κατά πόσο δηλαδή ο εργοδοτούμενος έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα ή έχει επιδείξει απαράδεκτη διαγωγή θα πρέπει να διεκπεραιώσει αυτή με τρόπο έντιμο και αντικειμενικό, όχι απλώς για να ικανοποιήσει εντυπώσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας θα εξαρτηθούν από όλους τους παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των πόρων και του μεγέθους της επιχείρησης του εργοδότη. Εάν ο εργοδότης υποπέσει σε κάποιο λάθος κατά τη διάρκεια της διαδικασία διερεύνησης και εξέτασης των κατ’ ισχυρισμόν παραπτωμάτων του εργοδοτουμένου, όλα εξαρτώνται από το μέγεθος του λάθους και από το κατά πόσο ενδεχομένως να έχει επηρεάσει τα τελικά του συμπεράσματα. Επουσιώδη λάθη, που δεν αλλοιώνουν τη γενική εικόνα παραβλέπονται. Εάν όμως έχει επισυμβεί κάποια σοβαρή παρατυπία που ενδεχομένως να έχει επηρεάσει την κατάληξη του εργοδότη ή το εύλογο αυτής τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η απόλυση του εργοδοτουμένου να θεωρηθεί παράνομη…………………………………………………………………………………

8.     ……………………………………………………………………………………………»

 

 

Σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου βασίζονται και περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου[19].

 

Το ζήτημα της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου είναι εργατικό ζήτημα και όχι ποινικό ζήτημα και στην περίπτωση εξέτασης της νομιμότητας μιας απόλυσης εντός των πλαισίων του Νόμου στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αποδίδει στον εργοδοτουμένο τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν μεταβάλλεται σε Δικαστήριο Ποινικής Δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποφασίσει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος που απολύθηκε με την επίκληση της διάπραξης συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων είναι όντως ένοχος των εν λόγω ποινικών παραπτωμάτων/αδικημάτων που του αποδίδονται με βάση την έννοια και τον ορισμό των εν λόγω ποινικών αδικημάτων στη σχετική ποινική νομοθεσία. Αυτό που αποφαίνεται το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι αν με βάση τα γεγονότα όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ο εργόδοτης με βάση τις περιστάσεις της υπόθεση εντός των πλαισίων της λογικότητας μπορούσε να καταλήξει ότι ο εργοδοτούμενος που απολύθηκε διέπραξε τα ποινικά παραπτώματα που του αποδίδονται και κατά ποσόν η συμπεριφορά του κλόνισε τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης εργοδότη-εργοδοτούμενου ανεπανόρθωτα. Τονίζουμε ότι ο εργοδότης δεν χρειάζεται να είναι σίγουρος πέραν λογικής αμφιβολίας ότι ο εργοδοτούμενος διέπραξε τα παράπτωμα που του αποδίδονται προτού τον απολύσει[20].

 

 

 

Ανάλυση μαρτυρίας

 

Από το σύνολο του ενώπιόν μας μαρτυρικού υλικού προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα και/ή αναντίλεκτα γεγονότα τα πιο κάτω:

 

(1)   Ένας εργοδοτούμενος στο Ξενοδοχείο δεν μπορούσε να φύγει από τη θέση εργασίας του και το Ξενοδοχείο χωρίς να εξασφαλίσει άδεια από προϊστάμενό του.

(2)  Πριν την απόλυση του Αιτητή η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του παρέδωσε τις γραπτές καταθέσεις της φίλης του, του Ε.Χ. και του Π.Χ’’Τ. (Τεκμήρια 35) και δεν ανέφερε στον Αιτητή τα ονόματα των πέντε (5) Mαγείρων (Κ.Λ., Γ.Γ, Ν.Κ., Π.Χ. και Κ.Κ.) οι οποίοι, σύμφωνα με τον Α.Λ., έδωσαν στον Α.Λ. πληροφορίες για την αρνητική εργασιακή διαγωγή του Αιτητή.

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία παρατηρούμε τα εξής:

 

(i)            Στην επιστολή απόλυσης του Αιτητή (Τεκμήριο 9) δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για το ότι ο Αιτητής ήταν δολοπλόκος, εριστικός, φυγόπονος και μη συνεργάσιμος με τους συναδέλφους του.

(ii)          Οι ισχυρισμοί των μαρτύρων της ότι ο Αιτητής ήταν δολοπλόκος, εριστικός, φυγόπονος και μη συνεργάσιμος με τους συναδέλφους του τέθηκαν ενώπιόν μας γενικά και αόριστα χωρίς λεπτομέρειες που να στηρίζονται σε συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να δικαιολογούν την απόδοση των εν λόγω χαρακτηρισμών στον Αιτητή. Ο Α.Λ. και ο Ν.Α. δεν είχαν άμεση και προσωπική γνώση σε ό,τι αφορά την εν λόγω, κατ’ ισχυρισμό, διαγωγή του Αιτητή και στηρίχτηκαν απλώς στις αναφορές του Π.Χ’’Τ. και τις, κατ’ ισχυρισμό, αναφορές που έλαβε ο Α.Λ. από άλλους Μάγειρες του Ξενοδοχείου. Ο Π.Χ’’Τ. ενώ δήλωσε ότι ως ο υπεύθυνος προϊστάμενος του Αιτητή είχε άμεση γνώση της εργασιακής συμπεριφοράς του, δεν μας ανέφερε οτιδήποτε πιο συγκεκριμένο που να στηρίζεται σε πραγματικό υπόβαθρο πέραν του ότι για την εργασιακή διαγωγή του Αιτητή τον ενημέρωναν «οι βοηθοί του». Οι άλλοι Μάγειρες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία είτε που να στηρίζει τις θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με την εν λόγω διαγωγή του Αιτητή είτε για τις, κατ’ ισχυρισμό, αναφορές τους σε Π.Χ’’Τ. και Α.Λ.. Μας αναφέρθηκε ότι (α) ο Ε.Χ., ο οποίος εργάζεται ακόμη στο Ξενοδοχείο, δεν επιθυμεί να προσέλθει στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία αλλά δεν μας δόθηκε εξήγηση για ποιο λόγο δεν ήθελε να προσέλθει στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία και (β) οι Κ.Λ., Γ.Γ. και Κ.Κ. δεν εργάζονται πλέον στο Ξενοδοχείο χωρίς να μας δοθεί κάποια εξήγηση για ποιο λόγο δεν κλήθηκαν να προσέλθουν ενώπιόν μας για να δώσουν μαρτυρία. Περαιτέρω, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη παρουσίαση των Π.Χ. και Ν.Κ. ως μάρτυρες ενώπιόν μας. Τα ίδια ισχύουν και για τους πλείστους ισχυρισμούς σχετικά με το ότι ο Αιτητής προέβαινε σε κλοπές αφού δεν τέθηκαν ενώπιόν μας συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία να συνοδεύονται με σαφείς λεπτομέρειες σχετικά με τις ενέργειες που αποδίδονταν στον Αιτητή. Επίσης οι αποδιδόμενες στον Αιτητή κλοπές αντικειμένων και φαγώσιμων του Ξενοδοχείου δεν συνδέθηκαν με άλλα αντικειμενικά στοιχεία και όπως αναφέρθηκε από τον Ν.Α. δεν αποτυπώθηκαν ούτε διαφάνηκαν στους ελέγχους που γίνονταν στο απόθεμα του Ξενοδοχείου. Ο Π.Χ’’Τ. κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε, χωρίς να μας δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, ότι έγινε ένα τηλεφώνημα στην Εργοδότρια Εταιρεία (όχι σε αυτόν) που κατονόμαζε τον Αιτητή ως υπεύθυνο για κλοπές. Περαιτέρω, ο Π.Χ’’Τ. ισχυρίστηκε, γενικά και αόριστα, ότι τον τελευταίο καιρό τα παράπονα που λάμβανε εναντίον του Αιτητή είχαν αυξηθεί και κατά την αντεξέτασή του είπε ότι δεν είχε παράπονα από το προσωπικό που εργαζόταν στο εστιατόριο «Mavrommatis» για τον Αιτητή. Ενώ ο Π.Χ”T. υποστήριξε ότι λάμβανε τόσα παράπονα για τον Αιτητή που αναγκάστηκε να τον μεταφέρει στο εστιατόριο «Mavrommatis» δεν μας ανέφερε αν αυτός παρατήρησε τον Αιτητή για τη συμπεριφορά που επιδείκνυε. Δεν μας φαίνεται φυσικό το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 5 ο Π.Χ’’Τ. δεν ανέφερε τον ισχυρισμό που προέβαλε κατά την αντεξέτασή του ότι κατά τη διάρκεια που ο Αιτητής έκανε διάλειμμα οι άλλοι Μάγειρες πολλές φορές άνοιγαν τον χαρτοφύλακά του και έβρισκαν μέσα σε αυτόν τα μαχαίρια τους. Ο Α.Λ. ερωτώμενος σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό αναφορά του Κ.Λ. προς αυτόν για ένα περιστατικό, που συνέβη δύο (2) μήνες πριν ρωτηθεί από τον Α.Λ. για τον Αιτητή, κατά το οποίο αυτός με άλλους 5-6 υπαλλήλους της Κουζίνας άνοιξαν τον χαρτοφύλακα του Αιτητή και διαπίστωσαν ότι αυτός ήταν γεμάτος με μαχαίρια που ανήκαν στους ιδίους και σε άλλους Μάγειρες του Ξενοδοχείου, δεν μπορούσε να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία και απαντούσε ότι δεν θυμόταν. Επίσης δεν έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τον ισχυρισμό του Κ.Κ. ότι όταν μια φορά που ο Αιτητής έλειπε από την εργασία του άνοιξαν τον χαρτοφύλακα του Αιτητή, βρήκαν μέσα σε αυτόν τα μαχαίρια τους που χάθηκαν και πήρε ο καθένας τα δικά του. Ούτε μας ανέφερε αν προσπάθησε να εξακριβώσει πότε έγινε αυτό που του ανέφερε ο Κ.Κ. και ποιοι άλλοι Μάγειρες ήταν παρόντες όταν συνέβη το εν λόγω περιστατικό. Στο Τεκμήριο 2 (κατ’ ισχυρισμό πρακτικά της συνάντησης στις 09/05/2018) αναγράφεται ότι ο Αιτητής ερωτήθηκε τι έχει να πει σχετικά με την κατηγορία ότι έχει κλέψει τα μαχαίρια των συναδέλφων του και ότι αυτοί έχουν δει τα μαχαίρια στην τσάντα του μια νύχτα όταν ετοιμαζόταν να σχολάσει. Καμία αναφορά δεν γίνεται στο Τεκμήριο 2 σε μαχαίρια που βρέθηκαν στον χαρτοφύλακα του Αιτητή. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό ότι τέσσερα (4) χρόνια περίπου πριν την απόλυση του Αιτητή στάληκαν στο Ξενοδοχείο δύο (2) πακέτα στα οποία περιέχονταν διάφορα μαχαίρια Μαγείρων του Ξενοδοχείου και αντικείμενα του Ξενοδοχείου, ο Α.Λ. είπε ότι ο Ε.Χ. και ο Π.Χ’’Τ. του ανέφεραν ότι τους ειπώθηκε ότι τα πακέτα ήρθαν από το σπίτι του Αιτητή χωρίς να αναφέρει κάτι άλλο. Ο Ν.Χ. κατέθεσε ότι μέσα στα πακέτα υπήρχε ανώνυμο χειρόγραφο σημείωμα στο οποίο αναγραφόταν ότι πρέπει να ανοίξουν τα μάτια τους γιατί υπάρχει κλέφτης στην Κουζίνα και ότι τότε οι υποψίες στράφηκαν προς το πρόσωπο του Αιτητή επειδή αυτό τους έλεγαν όλοι οι άλλοι εργοδοτούμενοι και θεωρήθηκε ότι τα πακέτα ήρθαν από την πρώην σύζυγο του Αιτητή. Ο Π.Χ’’Τ., τόσο στο Τεκμήριο 5 όσο και κατά την κυρίως εξέτασή του, γενικά και αόριστα χωρίς συγκεκριμένες αναφορές, είπε ότι από πληροφορίες που διασταύρωσαν δεν είχαν αμφιβολία ότι τα αντικείμενα που ήταν μέσα στα πακέτα τα μετέφερε εκτός Ξενοδοχείου ο Αιτητής αλλά επειδή οι πληροφοριοδότες τους ήθελαν να παραμείνουν ανώνυμοι δεν έδωσαν την υπόθεση στην Αστυνομία ούτε προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Αντεξεταζόμενος είπε ότι μέσα στα πακέτα υπήρχε ένα ανώνυμο δακτυλογραφημένο σημείωμα που κατονόμαζε τον Αιτητή. Στο Τεκμήριο 4 ο Ε.Χ. σημειώνει μόνο ότι επειδή την περίοδο που έλαβαν αυτά τα δυο (2) πακέτα ο Αιτητής είχε χωρίσει από τη σύζυγό του και έφυγε από το σπίτι του θεώρησαν βέβαιο ότι το άτομο που έστειλε τα πακέτα στο Ξενοδοχείο ήταν η πρώην σύζυγος του Αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, ενώ ο Π.Χ’’Τ. παραδέχτηκε ότι κατά την περίοδο που εργαζόταν ο Αιτητής στο Ξενοδοχείο εργαζόταν ακόμα ένας Μάγειρας ο οποίος απολύθηκε όταν πιάστηκε επ’ αυτοφώρω να κλέβει αντικείμενα από το Ξενοδοχείο υποστήριξε ότι οι κλοπές στο Ξενοδοχείο δεν υπήρχαν πριν την πρόσληψη του Αιτητή και σταμάτησαν με την απόλυση του Αιτητή.

(iii)         Ο Α.Λ., ο Ν.Α. και ο Π.Χ’’Τ. δεν μας έδωσαν κάποια σαφή και πειστική δικαιολογία για ποιο λόγο οι πέντε (5) Μάγειρες (Κ.Λ., Γ.Γ, Ν.Κ., Π.Χ. και Κ.Κ.) που μίλησαν με τον Α.Λ. ήθελαν να παραμείνουν ανώνυμοι τη στιγμή που ο Α.Λ. και ο Π.Χ’’Τ. στην κυρίως εξέτασή τους ανέφεραν ότι ο Π.Χ’’Τ. είπε στις 18/04/2018 στον Α.Λ. ότι οι υπόλοιποι Μάγειρες αγανακτούν με τη συμπεριφορά του Αιτητή και είναι έτοιμοι/πρόθυμοι να μιλήσουν γι’ αυτά που συμβαίνουν με τον Αιτητή και ότι θα νιώσουν ανακούφιση αν ο Αιτητής απομακρυνθεί από το Ξενοδοχείο. Ενώ ο Α.Λ. κατέθεσε ότι ο Ε.Χ. του είπε ότι οι άλλοι Μάγειρες ήταν διστακτικοί να δώσουν μαρτυρία σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Αιτητή καθότι δεν ήθελαν «να μπλεχτούν» και να τρέχουν στα Δικαστήρια, δεν μας ανέφερε κατά πόσον όταν μίλησε αυτός με τους άλλους Μάγειρες τους ρώτησε για ποιο λόγο επιθυμούσαν να μην αποκαλυφθούν τα ονόματά τους. Όταν ερωτήθηκε σχετικά με την αναφορά του Ε.Χ. σε αυτόν ότι θεωρούσε τον Αιτητή επικίνδυνο (α) είπε ότι δεν γνωρίζει τι εννοούσε ο Ε.Χ., (β) δεν μας έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και (γ) απαντούσε με υπεκφυγές. Ούτε μας ανέφερε για ποιο λόγο στη συνέχεια οι πέντε (5) Μάγειρες (Κ.Λ., Γ.Γ, Ν.Κ., Π.Χ. και Κ.Κ.) που του έδωσαν πληροφορίες για τον Αιτητή αρνήθηκαν να του δώσουν γραπτή κατάθεση. Ο Ν.Α. κατά την κυρίως εξέτασή του περιορίστηκε στο να πει μόνο ότι δεν ανέφεραν στον Αιτητή τα ονόματα των εν λόγω πέντε (5) Μαγείρων επειδή αυτή ήταν η παράκληση των εν λόγω πέντε (5) Μαγείρων και ότι οι εν λόγω πέντε (5) Μάγειρες, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, δεν ήθελαν να δώσουν τη δική τους μαρτυρία γραπτώς και κατά την αντεξέτασή του προέβαλε τη θέση ότι «φαίνεται» ότι ο Αιτητής τους είχε εκφοβίσει να μην δώσουν μαρτυρία χωρίς να μας αναφέρει οτιδήποτε που να στηρίζει την εν λόγω τελευταία θέση του. Περαιτέρω ο Π.Χ’’Τ. δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με την άρνηση των πέντε (5) Μαγείρων να δώσουν γραπτή κατάθεση και τον λόγο που ήθελαν να παραμείνουν ανώνυμοι.

(iv)         Ο Α.Λ. ερωτώμενος σχετικά με τον προϊστάμενο του Αιτητή στο εστιατόριο «Mavrommatis» και κατά πόσον ο Γ.Κ. μπορούσε να του δώσει άδεια να απουσιάσει για λίγο από την εργασία του δεν απαντούσε με ευθύτητα και απλώς επέμενε ότι οι προϊστάμενοι του Αιτητή οι οποίοι μπορούσαν να του δώσουν άδεια να φύγει από τον χώρο εργασίας του ήταν ο Ε.Χ. και ο Π.Χ’’Τ.. Είπε ότι δεν ξέρει αν στις 17/04/2018 δημιουργήθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την απουσία του Αιτητή από την εργασία του. Ο Ν.Α. αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε (1) ότι ο άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή ήταν ο Γ.Κ. και (2) εμμέσως ότι ο Γ.Κ. μπορούσε να δώσει άδεια στον Αιτητή να απουσιάσει από τον χώρο εργασίας του αλλά στις ερωτήσεις και στις υποβολές που του έγιναν ότι ο Αιτητής στις 17/04/2018 είχε πάρει άδεια από τον Γ.Κ. να απουσιάσει για λίγο από τον χώρο εργασίας του δεν απαντούσε με θετικότητα και σαφήνεια λέγοντας ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Γ.Κ. εργαζόταν στις 17/04/2018 και ότι ο Ε.Χ., ο οποίος ήταν στις 17/04/2018 ο υπεύθυνος βάρδιας, του είπε ότι ο Αιτητής έφυγε χωρίς άδεια. Επίσης είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να ρωτηθεί ο Γ.Κ. αν αυτός δεν εργαζόταν στις 17/04/2018. Ο Π.Χ’’Τ. στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Γ.Κ. ως ο άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή μπορούσε να δώσει άδεια στον Αιτητή να απουσιάσει για λίγο από την εργασία του και ότι στις 18/04/2018 ο Γ.Κ. του είπε ότι στις 17/04/2018 το βράδυ «γύρευε» τον Αιτητή και δεν ήξερε πού ήταν. Η τελευταία θέση του Π.Χ”Τ. δεν περιέχεται στο Τεκμήριο 5 γεγονός που μας ξενίζει.

(v)          Ο ισχυρισμός των Ν.Α. και Π.Χ’’Τ. ότι ο Ε.Χ. ειδοποίησε το Τμήμα Ασφαλείας του Ξενοδοχείου όταν μετά που είδε τον Αιτητή να φεύγει από τον χώρο των Lockers πήγε στον χώρο που εργαζόταν ο Αιτητής και δεν τον είδε εκεί, δεν περιέχεται (α) στη γραπτή κατάθεση του Ε.Χ. (Τεκμήριο 4) και (β) στη γραπτή δήλωση του Α.Λ. που κατατέθηκε ενώπιόν μας ως η κυρίως εξέτασή του.

(vi)         Ενώ ο Α.Λ., ο οποίος είπε ότι είδε το περιστατικό της φυγής του Αιτητή στις 17/04/2018 από τις κάμερες ασφαλείας του Ξενοδοχείου και μίλησε με τον Ε.Χ. για το εν λόγω περιστατικό, μας ανέφερε ότι δεν είδε τον Αιτητή στις 17/04/2018 να κρατά κάτι στα χέρια του και ο Ν.Α. είπε ότι δεν του ειπώθηκε ότι ο Ε.Χ. είδε τον Αιτητή να κρατά κάτι στα χέρια του στις 17/04/2018, ο Π.Χ’’Τ., ο οποίος είπε είδε το περιστατικό της φυγής του Αιτητή στις 17/04/2018 από τις κάμερες ασφαλείας του Ξενοδοχείου και μίλησε με τον Ε.Χ. για το εν λόγω περιστατικό, είπε ότι ο Ε.Χ. του είπε ότι ο Αιτητής κρατούσε κάτι στα χέρια του.

(vii)        Ενώ στην επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 9) αναγράφεται ότι ο Αιτητής στις 17/04/2018 καταγγέλθηκε ότι κινείτο ύποπτα και ότι οι ύποπτες κινήσεις του καταγράφηκαν από τις κάμερες ασφαλείας του Ξενοδοχείου δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οι καταγραφές από τις κάμερες ασφαλείας του Ξενοδοχείου στις 17/04/2018 το βράδυ που αφορούσαν τις κινήσεις του Αιτητή. Ο Α.Λ. είπε ότι δεν ζήτησε να φυλαχτούν οι εν λόγω καταγραφές και δεν ξέρει αν ακόμα υπάρχουν οι εν λόγω καταγραφές. Ο Ν.Α. αντεξεταζόμενος είπε ότι οι καταγραφές από τις κάμερες ασφαλείας του Ξενοδοχείου διατηρούνται στο σύστημα για 30 μέρες και μετά διαγράφονται και ότι οι εν λόγω καταγραφές δεν φυλάχτηκαν επειδή δεν διαπιστώθηκε κλοπή εκείνο βράδυ και δεν υπήρχε κάτι το ουσιαστικό για να φυλαχτούν. Οι εν λόγω καταγραφές δεν αποκαλύφθηκαν με την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων της Εργοδότριας Εταιρείας που έγινε στις 19/07/2019. Ούτε αποκαλύφθηκαν όταν το Δικαστήριο εξέδωσε στις 18/06/2021 (μετά από αίτηση του Αιτητή για ειδική αποκάλυψη στην οποία έφερε ένσταση η Εργοδότρια Εταιρεία) διάταγμα να αποκαλύψει τις εν λόγω καταγραφές. Στην ένορκη δήλωση του Α.Λ. στην οποία στηριζόταν η ένσταση της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ.10/03/2021 δεν υπήρχε αναφορά ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε στην κατοχή της τις εν λόγω καταγραφές. Στις 02/08/2021 εκπρόσωπος της Εργοδότριας Εταιρείας σε ένορκη δήλωσή του, με την οποία αποκάλυπτε μέρος των εγγράφων που διέταξε το Δικαστήριο να αποκαλυφθεί, ανέφερε ότι οι καταγραφές από τις κάμερες ασφαλείας βρίσκονταν στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 27/06/2018 όπου λόγω αναβάθμισης του συστήματος ασφαλείας διαγράφηκαν οι προηγούμενες εγγραφές και δεν βρίσκονται πλέον στην κατοχή της και προς υποστήριξη της θέσης του επισύναψε ως Τεκμήριο 3 την επιστολή μιας άλλης εταιρείας ημερ. 30/07/2021. Όμως στην εν λόγω επιστολή δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στις κάμερες ασφαλείας του Ξενοδοχείου αλλά γίνεται αναφορά μόνο σε εγκατάσταση συστήματος ωρομέτρησης άφιξης και αναχώρησης προσωπικού στις 19/07/2018.

(viii)        Μας ξενίζει το γεγονός ότι ο Α.Λ. και ο Ν.Α. είπαν ότι δεν θυμούνταν πότε έγινε η συνάντηση με τον Αιτητή κατά την οποία τον ενημέρωσαν λεπτομερώς για τις καταγγελίες εναντίον του τη στιγμή που λίγες μέρες μετά την εν λόγω, κατ’ ισχυρισμό, συνάντηση οι τότε δικηγόροι του Αιτητή τους απέστειλαν το Τεκμήριο 6 με το οποίο τους ανέφεραν ότι στις 09/05/2018 δεν συγκεκριμενοποίησαν στον Αιτητή τα παραπτώματα που του απέδιδαν. Περαιτέρω, η εκδοχή που προέβαλαν ενώπιόν μας οι Α.Λ. και Ν.Α σχετικά με τη διαδικασία που ακολούθησαν μετά που ενημερώθηκαν στις 18/04/2018 από τον Π.Χ’’Τ. για το τι του ανέφερε ο Ε.Χ. στις 17/04/2018 μέχρι και τις 09/05/2018 όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ. 11/05/2018 (Τεκμήριο 7) αλλά είναι σε διάσταση με το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου στο οποίο, εκτός του ότι δεν γίνεται αναφορά σε συνάντηση με τον Αιτητή πριν τις 04/05/2018 κατά την οποία ο Αιτητής πληροφορήθηκε με λεπτομέρεια όλα τα παραπτώματα που του αποδίδονται και τις καταγγελίες εναντίον του, αναγράφεται ότι του ζητήθηκε να απόσχει από την εργασία του και να παρουσιαστεί σε ακρόαση στις 09/05/2018 αφού η Εργοδότρια Εταιρεία συγκέντρωσε αρκετές γραπτές καταθέσεις εναντίον του Αιτητή. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία των Α.Λ. και Ν.Α. είναι και ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Εργοδότριας Εταιρείας ότι στις 09/05/2018 τέθηκαν στον Αιτητή οι μαρτυρίες των συναδέλφων του για κλοπές που έγιναν εις βάρος τους και/ή εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας. Πέραν τούτου, στο Τεκμήριο 7 αναγράφεται ότι η θέση του Αιτητή, ότι στις 09/05/2018 δεν συγκεκριμενοποιήθηκαν οι καταγγελίες που εξετάζονταν εναντίον του Αιτητή και απλώς του παρατέθηκαν γενικόλογοι και αόριστοι ισχυρισμοί, που περιέχεται στο Τεκμήριο 6 είναι ψευδής και ότι κατά την ακρόαση στις 09/05/2018 ο Αιτητής πληροφορήθηκε με πολλή λεπτομέρεια και πολλή σαφήνεια τα όσα του καταλογίζονταν, θέση που είναι σε διάσταση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και τη μαρτυρία που έθεσαν ενώπιόν μας οι Α.Λ. και Ν.Α. σχετικά με το τι έλαβε χώρα στις 09/05/2018. Σε διάσταση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 είναι και οι αναφορές στην επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 9) ότι στις 09/05/2018 ο Αιτητής δεν αρνήθηκε τη φυγή του από το Ξενοδοχείο στις 17/04/2018 όταν πληροφορήθηκε ότι το περιστατικό καταγράφηκε από τις κάμερες ασφαλείας του Ξενοδοχείου. Σημειώνουμε ότι με το Τεκμήριο 7 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν απέρριψε ρητά και ξεκάθαρα τη θέση των τότε δικηγόρων του Αιτητή που αναγράφεται στο Τεκμήριο 6 ότι όταν ο Αιτητής στις 09/05/2018 ζήτησε να του δοθούν γραπτώς τα όσα του επιρρίπτονται με συγκεκριμένες λεπτομέρειες παραθέτοντας τα στοιχεία και τις πληροφορίες που αναφέρθηκαν στον Αιτητή ότι ήταν στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας το αίτημά του απορρίφθηκε λέγοντας του ότι δεν θα του δοθεί οτιδήποτε γραπτώς και ότι μέχρι τις 10/05/2018 πρέπει να τοποθετηθεί. Μας προβληματίζει το γεγονός ότι ενώ στο Τεκμήριο 2 (το οποίο αποτελείται από 1.5 σελίδες Α4 οι οποίες δεν είναι πυκνογραμμένες) αναγράφεται ότι η συνάντηση διήρκησε 40 λεπτά, από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι μετά από μια πολύ μικρή εισαγωγή (2.5 γραμμές και 3.5 γραμμές) του Α.Λ. υποβλήθηκαν πέντε (5) σύντομες ερωτήσεις στον Αιτητή ο οποίος είτε απλώς αρνήθηκε αυτό που το αποδιδόταν είτε έδωσε λακωνικά, πολύ περιεκτικά και πολύ σύντομα τις απαντήσεις του. Ο Ν.Α. είπε ότι στις 09/05/2018 η συνάντηση ήταν σύντομη όπου έγινε μια σύντομη αναφορά στις καταγγελίες εναντίον του Αιτητή. Επίσης δεν μας φαίνεται φυσικό ότι στο Τεκμήριο 2 δεν υπάρχει οποιαδήποτε καταγραφή σχετικά με το τι ειπώθηκε στον Αιτητή από τους εκπροσώπους της Εργοδότριας Εταιρείας μετά την ολοκλήρωση των ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν. Ο Α.Λ. ενώ στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στις 09/05/2018 τηρήθηκαν πρακτικά από μια από τις γραμματείς του Ξενοδοχείου χωρίς να την κατονομάσει, κατά την αντεξέτασή του είπε ότι δεν θυμάται αν στις 09/05/2018 υπήρχε πρακτικογράφος και ότι πολλές φορές τα πρακτικά τα κρατούν αυτοί. Ο Ν.Α. είπε ότι δεν θυμάται ποια κοπέλα τηρούσε τα πρακτικά στις 09/05/2018. Ενώ ο Α.Λ. ισχυρίστηκε ότι ο συντεχνιακός εκπρόσωπος του Αιτητή γνώριζε πολύ καλά πριν τις 09/05/2018 τα παραπτώματα για τα οποία γινόταν πειθαρχική διαδικασία εναντίον του Αιτητή δεν μας ανέφερε ποια γεγονότα στήριζαν τον εν λόγω ισχυρισμό του.

(ix)          Ο Α.Λ. και ο Ν.Α. αντεξεταζόμενοι σχετικά με τη συνάντηση που είχαν με τον Αιτητή στην παρουσία του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας απαντούσαν θετικά στις ερωτήσεις που στήριζαν την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας ενώ όταν τους γίνονταν υποβολές που αφορούσαν τη στάση και τις ενέργειες του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την εν λόγω συνάντηση αντί να απαντούν με θετικότητα έλεγαν απλώς ότι δεν θυμόντουσαν.

(x)          Δεν μας φάνηκε φυσική η θέση των Α.Λ. και Ν.Α. ότι ο Αιτητής στις 09/05/2018 (ημερομηνία κατά την οποία σύμφωνα με αυτούς έλαβε χώρα η τρίτη συνάντησή τους με τον Αιτητή) ήταν αμήχανος και νευρικός και ήταν εμφανές από τη στάση του ότι ένιωθε άβολα υπό το φως της θέσης τους ότι στην πρώτη, κατ’ ισχυρισμό, συνάντηση που είχαν με αυτόν ήταν αμήχανος, ταραγμένος και νευρικός και στη δεύτερη συνάντηση που είχαν μαζί του, η οποία έγινε στην παρουσία του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας, ο Αιτητής άλλαξε στάση και δεν παρουσιάστηκε αμήχανος και ταραγμένος.

(xi)          Ενώ ο Α.Λ. στην κυρίως εξέτασή του προέβηκε σε θετικές αναφορές για διάφορα γεγονότα, κατά την αντεξέτασή του ερωτώμενος για τα ίδια γεγονότα (π.χ. αν κάποιος προϊστάμενος του Αιτητή τον ρώτησε στις 17/04/2018 το βράδυ όταν επέστρεψε στην εργασία του πού είχε πάει, κατά πόσον ο Ε.Χ. του είχε αναφέρει τη μέθοδο την οποία χρησιμοποιούσε ο Αιτητής για να προβαίνει στις κλοπές από το Ξενοδοχείο, ποιοι υπάλληλοι του Ξενοδοχείου του έδωσαν γραπτές καταθέσεις, αν έλαβε γραπτές καταθέσεις από τους υπαλλήλους μεταξύ 04/05/2018 και 14/05/2018, σε ποιες ενέργειες προέβηκε η Εργοδότρια Εταιρεία μεταξύ 04/05/2018 και 14/05/2018 εκτός από τη συνάντηση στις 09/05/2018, τι έλαβε χώρα κατά τη συνάντηση στις 09/05/2018, κατά πόσον αυτός ήταν μαζί με τον Ν.Α. όταν συντάχθηκε η επιστολή απόλυσης του Αιτητή (Τεκμήριο 9)), απαντούσε ότι δεν θυμόταν.

(xii)        Ο Α.Λ. και ο Ν.Α. δεν έδωσαν κατά την κυρίως εξέτασή τους οποιαδήποτε σαφή εξήγηση για ποιο λόγο δεν απαντήθηκε η επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 14/05/2018 (Τεκμήριο 8) η οποία στάληκε σε απάντηση της επιστολής του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 7) και με την οποία ζητούνταν λεπτομέρειες των καταγγελιών εναντίον του Αιτητή, των παραπτωμάτων που αποδίδονταν στον Αιτητή και οι γραπτές καταθέσεις εναντίον του Αιτητή. Αντεξετάζομενος ο Ν.Α. είπε ότι η εν λόγω επιστολή δεν απαντήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία γιατί δεν είχαν συγκεκριμένα στοιχεία εναντίον του Αιτητή μόνο τις μαρτυρίες των υπαλλήλων του Ξενοδοχείου. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν στάληκαν οι γραπτές καταθέσεις στους τότε δικηγόρους του Αιτητή απάντησε ότι ήταν νωρίς και δεν είχαν τις γραπτές καταθέσεις και όταν του υποβλήθηκε ότι σύμφωνα με αυτόν και τον Α.Λ. οι γραπτές καταθέσεις τους δόθηκαν στις 11/05/2018 διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι πιθανόν να μην είδαν το Τεκμήριο 8 πριν την απόλυση του Αιτητή. Ο Α.Λ. αρχικά είπε ότι ο Ε.Χ. στις 11/05/2018 του έδωσε χειρόγραφη κατάθεση η οποία επειδή δεν ήταν καθαρογραμμένη δόθηκε σε μια από τις γραμματείς του Ξενοδοχείου να την δακτυλογραφήσει και ο Ε.Χ. την επόμενη μέρα την υπέγραψε. Στη συνέχεια είπε ότι η δακτυλογραφημένη κατάθεση του Ε.Χ. υπογράφηκε την επόμενη μέρα που του την παρέδωσε και πιο συγκεκριμένα ότι υπογράφηκε στις 11/05/2018. Στο Τεκμήριο 4 το οποίο κατατέθηκε ως η κατάθεση του Ε.Χ. στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχει μια αναφορά ηλεκτρονικής αρχειοθέτησης η οποία αναφορά είναι πανομοιότυπη με τις αναφορές που υπάρχουν στις δύο επιστολές που απέστειλε ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας στους τότε δικηγόρους του Αιτητή (Τεκμήρια 7 και 10) (στις οποίες γίνεται αναφορά σε πρότυπα, δικαστήριο εργατικών διαφορών, επιστολές πελατών, δείγματα επιστολών για ξενοδοχεία κ.λ.π.) γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό. Επίσης ενώ ο Α.Λ. ισχυρίστηκε ότι έλαβε τις γραπτές καταθέσεις των Ε.Χ. και Π.Χ’’Τ. στις 11/05/2018, αυτές δεν περιέχονταν στην ένορκη αποκάλυψη εγγράφων της Εργοδότριας Εταιρείας που έγινε στις 19/07/2019. Όταν ζητήθηκαν με αίτηση ημερ. 16/12/2020 από τον Αιτητή η Εργοδότρια Εταιρεία καταχώρησε ένσταση και στην ένορκη δήλωσή του ο Α.Λ. που συνόδευε την ένσταση, ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβη σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης όλων των εγγράφων που έχει στην κατοχή της και στα οποία προτίθεται να βασιστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης και ότι με τον ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων θα αποκαλυφθούν τα ονόματα των προσώπων που θα προσέλθουν στο Δικαστήριο να δώσουν μαρτυρία. Στη συνέχεια όταν το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα ειδικής αποκάλυψης των γραπτών καταθέσεων που είχε στην κατοχή της η Εργοδότρια Εταιρεία, η Εργοδότρια Εταιρεία καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης στην οποία ο εκπρόσωπός της (ο οποίος ήταν ο ίδιος που προέβη στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων της Εργοδότριας Εταιρείας) δήλωνε ότι αποκαλύπτει ως Τεκμήριο 2 τις καταγγελίες των πρώην συναδέλφων του Αιτητή και ανέφερε (γενικά και αόριστα) ότι «η μη αποκάλυψη τους σε προγενέστερο στάδιο οφείλεται σε καθαρή αβλεψία, λόγω αλλαγής του λειτουργού των Καθ’ ων η Αίτηση που μεσολάβησε σε σχέση με την επικοινωνία με τους δικηγόρους των τελευταίων.» Ως Τεκμήριο 2 στη δεύτερη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας επισυνάπτεται μόνο η γραπτή κατάθεση του Π.Χ’’Τ. (και όχι και η γραπτή κατάθεση του Ε.Χ.). Ο Π.Χ’’Τ. καταθέτοντας ενώπιόν μας είπε δεν θυμάται σε ποιον έδωσε, πότε και για ποιο λόγο το Τεκμήριο 5. Τα πιο πάνω μας δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το αξιόπιστο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας. Η μαρτυρία των Α.Λ. και Ν.Α. σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η φίλη του Αιτητή τους έδωσε το Τεκμήριο 3 δεν ήταν θετική. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για ποιο λόγο δεν κλήθηκε η φίλη του Αιτητή να προσέλθει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Περαιτέρω στο Τεκμήριο 3 ενώ σημειώνεται ότι στις 17/04/2018 ο Αιτητής την πήρε τηλέφωνο γύρω στις 09.00 μ.μ. και δεν πήγε στο πήγε στο διαμέρισμά της πριν τις 11.00 μ.μ. επειδή ήταν στη δουλειά του, δεν αναφέρεται ξεκάθαρα αν αυτή μίλησε μαζί του στο τηλέφωνο όταν την πήρε αυτός τηλέφωνο και κατά πόσον αυτή ήταν στο διαμέρισμά της από τις 09.00 μ.μ. μέχρι τις 11.00 μ.μ.. Υπό το φως του ισχυρισμού του Α.Λ. ότι όλες οι γραπτές καταθέσεις του δόθηκαν στις 11/05/2018, μας προβληματίζει το γεγονός ότι ενώ οι γραπτές καταθέσεις των Ε.Χ. και του Π.Χ”T. (Τεκμήρια 4 και 5) έχουν δακτυλογραφηθεί αυτή της φίλης του Αιτητή (Τεκμήριο 3) δεν έχει δακτυλογραφηθεί. Διερωτόμαστε για ποιο λόγο δεν δακτυλογραφήθηκε η κατάθεση της φίλης του Αιτητή τη στιγμή που δόθηκε εξήγηση μόνο για τον λόγο που δακτυλογραφήθηκε η κατάθεση του Ε.Χ. και δεν δόθηκε κάποια εξήγηση για τη δακτυλογράφηση της κατάθεσης του Π.Χ”T..  

(xiii)       Ο Α.Λ. ισχυρίστηκε ότι ο Ν.Α. ειδοποίησε τον Αιτητή για να παραλάβει την επιστολή απόλυσής του (Τεκμήριο 9) ενώ ο Ν.Α. προέβαλε τη θέση ότι ήταν ο Α.Λ. που ειδοποίησε τον Αιτητή να έρθει να την παραλάβει. Η θέση των Α.Λ. και Ν.Α. ότι ο Αιτητής «κρυβόταν» ώστε να μην παραλάβει την επιστολή απόλυσής του επειδή γνώριζε το περιεχόμενό της δεν υποστηρίχτηκε από κάποιο συγκεκριμένο γεγονός και δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των επιστολών του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας προς τους δικηγόρους του Αιτητή (Τεκμήρια 10 και 12) και την ειδοποίηση του ιδιώτη επιδότη ημερ. 23/05/2018 (Τεκμήριο 13). 

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνουμε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας από την πλευρά της Εργοδότριας Εταιρείας ως μη αξιόπιστη και συνακόλουθα την απορρίπτουμε.

 

Αναφορικά με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας ο Αιτητής παρατηρούμε ότι αυτός (α) απέφυγε να μας αναφέρει ξεκάθαρα ότι ο Γ.Κ. στις 17/04/2018 του έδωσε άδεια να φύγει από τον χώρο του Ξενοδοχείου (δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις κατά πόσον η άδεια που του έδωσε ο Γ.Κ. κάλυπτε και την αναχώρησή του από το Ξενοδοχείο και την επιστροφή του στο Ξενοδοχείο μετά από κάποιο χρονικό διάστημα), (β) δεν μας ανέφερε ξεκάθαρα και με σαφήνεια τι ακριβώς έλαβε χώρα στις 09/05/2018 (όπως π.χ. πόση ώρα διήρκησε η συνάντηση, για το τι ακριβώς ρωτήθηκε σχετικά με την εργασιακή διαγωγή του και την απόδοση σε αυτόν κλοπών, τι του ανέφεραν σχετικά με το «περιστατικό» (όπως μας ανέφερε γενικά και αόριστα) της 17/04/2018 και ποιες ακριβώς ήταν οι εξηγήσεις που τους έδωσε, τι του ειπώθηκε κατά το τέλος της συνάντησης σχετικά με την πορεία της έρευνας και/ή της πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του και με το κατά πόσον θα επιστρέψει ή όχι στην εργασία του) και (γ) δεν μας ανέφερε ρητά και ξεκάθαρα τη συζήτηση που έλαβε χώρα στις 09/05/2018 σχετικά με την άδεια που πήρε από τον προϊστάμενό του (δεν μας είπε αν απλώς τους ανέφερε ότι πήρε άδεια από τον προϊστάμενό του ή αν ανέφερε το όνομα του Γ.Κ. και δεν μας ανέφερε αν ο Α.Λ. τον διέψευσε σχετικά με την άδεια που είπε ότι πήρε από τον προϊστάμενό του και τι του απάντησε αυτός). Περαιτέρω (α) οι ισχυρισμοί του σχετικά με τους λόγους που η Εργοδότρια Εταιρεία ήθελε να τον απολύσει τέθηκαν ενώπιόν μας γενικά και αόριστα και χωρίς να υποβληθούν στο σύνολό τους στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέτασή τους, (β) οι ισχυρισμοί του σχετικά με την κατάθεση της φίλης του (Τεκμήριο 3) δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέτασή τους και δεν στηρίχτηκαν σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη και/ή απτή μαρτυρία, (γ)(1) ενώ κατά την αντεξέτασή του αρχικά στην ουσία αμφισβήτησε την αυθεντικότητα του περιεχομένου του Τεκμηρίου 3, στη συνέχεια προέβηκε σε υποθέσεις σχετικά με τον λόγο που η εν λόγω φίλη του έδωσε το Τεκμήριο 3 και (2) ενώ παραδέχτηκε ότι η εν λόγω φίλη του ήταν η σύντροφός του κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι και οι δύο πλευρές, όταν στις 09/05/2018 αναφέρθηκε ότι στις 17/04/2018 ο Αιτητής πήγε στο σπίτι της φίλης του, είχαν στο μυαλό τους το ίδιο άτομο, κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε να «θολώσει τα νερά» σχετικά με την ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας μετά τις 09/05/2018 να μιλήσει με την εν λόγω φίλη του και όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο προέβηκε η φίλη του σε γραπτή κατάθεση σχετικά με το περιστατικό της 17/04/2018 αντί να απαντήσει θετικά προέβηκε σε επιχειρήματα και (δ) οι θέσεις του σχετικά με τους λόγους που βρήκε εργασία οκτώ (8) μήνες μετά την απόλυσή του με πιο χαμηλό μισθό τέθηκαν ενώπιόν μας χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που να δεικνύουν ότι όντως προέβηκε σε σοβαρές προσπάθειες να βρει άλλη κατάλληλη εργασία μετά την απόλυσή του από το Ξενοδοχείο αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό είτε λόγω ενεργειών της Εργοδότριας Εταιρείας είτε λόγω άλλων λόγων. Θεωρούμε τις πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του Αιτητή ως τόσο ουσιαστικές που κλονίζουν το αξιόπιστό της. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή δεν συνιστά ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων γεγονότων και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας των δύο πλευρών δεν μπορούμε να προβούμε σε οποιαδήποτε ευρήματα γεγονότων σχετικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν την απόλυση του Αιτητή πέραν των παραδεκτών και των αναντίλεκτων γεγονότων όπως αυτά καταγράφηκαν στην παρούσα απόφαση.

 

Ειδικότερα λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μπορέσαμε να βασιστούμε σε αυτή για εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης σε σχέση με (α) την εργασιακή συμπεριφορά του Αιτητή και τη διαγωγή (1) που επιδείκνυε γενικά στον χώρο εργασίας του και (2) που επέδειξε ειδικά στις 17/04/2018, (β) τα γεγονότα που οδήγησαν την Εργοδότρια Εταιρεία να λάβει την απόφαση απόλυσης του Αιτητή και (γ) τις συνθήκες που προηγήθηκαν της λήψης της απόφασης απόλυσής του και ειδικά κατά πόσον δόθηκαν στον Αιτητή (1) οι κατάλληλες, υπό τις περιστάσεις, ενημερώσεις σχετικά με τις, κατ’ ισχυρισμό, καταγγελίες εναντίον του και/ή τα παραπτώματα που του αποδίδονταν και/ή τα στοιχεία και τις μαρτυρίες που είχε στην κατοχή της η Εργοδότρια Εταιρεία εναντίον του ώστε να γνωρίζει ο Αιτητής με επάρκεια τις βάσεις της έρευνας που ενημερώθηκε στις 04/05/2018 ότι άρχισε εναντίον του καθώς και των κατηγοριών που του αποδίδονταν και να είναι σε θέση στις 09/05/2018 να αντικρούσει ουσιαστικά τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της η Εργοδότρια Εταιρεία και (2) οι ευκαιρίες και η δυνατότητα σε μια δίκαιη και λογική, υπό τις περιστάσεις, διαδικασία να δώσει τις δικές του θέσεις, να αμφισβητήσει και/ή να σχολιάσει τα στοιχεία στα οποία στηριζόταν η Εργοδότρια Εταιρεία και να προβάλει ολοκληρωμένα τη δική του εκδοχή σε ό,τι του αποδιδόταν, πριν ληφθεί το επαχθές γι’ αυτόν μέτρο της απόλυσής του.

 

Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία είχε στους ώμους της το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή δεν ήταν παράνομος, απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, (α) ότι ενήργησε ως ένας λογικός εργοδότης απολύοντας τον Αιτητή αφού προηγουμένως ακολούθησε μια δίκαια και λογική διαδικασία φροντίζοντας να έχει ενώπιόν της ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με τη διαγωγή που αποδιδόταν στον Αιτητή δίνοντας του την ευκαιρία να αμφισβητήσει και/ή να σχολιάσει όλες τις πληροφορίες που είχε ενώπιόν της η Εργοδότρια Εταιρεία και (β) ότι κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση του Αιτητή, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ένας λογικός εργοδότης εύλογα θα κατέληγε ότι (1) ο Αιτητής διέπραξε σοβαρά εργασιακά παραπτώματα και/ή επέδειξε σοβαρή επαναλαμβανόμενη κακή εργασιακή διαγωγή και/ή ότι διενήργησε κλοπές στον χώρο του Ξενοδοχείου και/ή ότι στις 17/04/2018 έφυγε από την εργασία του και τον χώρο του Ξενοδοχείου με τρόπο που δημιουργούσε υποψίες για τον λόγο που το έπραξε, χωρίς άδεια, κατά παράβαση των διαδικασιών του Ξενοδοχείου και χωρίς σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την εν λόγω ενέργειά του και (2) δικαιολογείτο η απόλυσή του. Είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση του Αιτητή εντός των πλαισίων του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου.

 

Το γεγονός της αναξιοπιστίας του Αιτητή δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της απόλυσης του Αιτητή ήταν στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another (1986) 1 C.L.R. 21[21] και Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ. 3/7/2014[22].

 

Συνακόλουθα ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου και πληρωμή αντί προειδοποίησης.

 

Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ’ ακόλουθα:

 

(α)       τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου,

(β)       την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου,

(γ)        την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου,

(δ)        τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου,

(ε)        την ηλικία του εργοδοτούμενου.

 

Περαιτέρω η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε).

 

Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώνονται τ’ ακόλουθα:

 

«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.

 

Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»

 

(Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1829, J.A.CABRAS & BROS.LTD v. Χαραλάμπους κ.α (1992) 1Β Α.Α.Δ.896).

 

Στην Πολ. Έφεση 131/2012 Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, ημερ. 22/09/2017 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.

………………………………………………………………………………

Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το κριτήριο (γ) του άρθρου 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, ότι δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει τις συνέπειες που είχε η απόλυση του στη σταδιοδρομία του δεν συνάδει και δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτά. Η βάση της εισήγησης ερείδεται στο εύρημα ότι ο εφεσείων ενεγράφη άνεργος και λάμβανε ανεργιακό επίδομα, το οποίο, κατά τον εφεσείοντα, «ερμηνεύεται ότι αναζητούσε εργασία», ενώ είναι αποδεκτό πως δεν μπορούσε να εκτελέσει χειρονακτική εργασία. Όλα αυτά, υποστηρίζει, καταδεικνύουν ότι προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για μείωση της ζημιάς του.

 

Η θέση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί. Η λήψη ανεργιακού επιδόματος από μόνη της, ουδόλως τεκμηριώνει αναζήτηση εργασίας, ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για ευρήματα του Δικαστηρίου που δεν συνάδουν με τη μαρτυρία. Η αναζήτηση εργασίας πρέπει να αποδειχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του εφεσείοντα κατέδειξε το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν προσπάθησε να εξεύρει άλλη κατάλληλη γι' αυτόν εργασία. Πρόκειται δε για εύρημα επί πραγματικού γεγονότος το οποίο δεν ελέγχεται από το Εφετείο. Ο εφεσείων ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, απέτυχε να το αποσείσει για τους λόγους που με λεπτομέρεια καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση.»

 

 

Στην υπόθεση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Ltd, Πολ. Έφεση 310/12, ημερ. 13/02/2019 λήφθηκε υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων το γεγονός ότι οι εργοδότες με τον λόγο που προέβαλαν για την απόλυση της εργοδοτουμένης στιγμάτιζαν την εργοδοτούμενη με αποτέλεσμα να επηρεάζονται αρνητικά οι προοπτικές της για μελλοντική εργοδότησή της.

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα.

 

Ο Αιτητής για σκοπούς του Νόμου ήταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για 12 συναπτά έτη και ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €551,52  [((€2.179,54Χ13)+(€1.725 Χ20%))÷52].

 

Με βάση τα ενώπιόν μας δεδομένα, βρίσκουμε ότι το ελάχιστο ποσό που θα ελάμβανε ο Αιτητής αν κηρυσσόταν πλεονάζων προσωπικό θα ανερχόταν στις €15.994,08 (29Χ €551,52) και η μέγιστη αποζημίωση που μπορεί να του επιδικάσει το Δικαστήριο αντιστοιχεί στις απολαβές δύο χρόνων €57.358,08 (104Χ€551,52).

 

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη: (α)(1) ότι ο Αιτητής απολύθηκε κατά παράβαση του Νόμου χωρίς να αποδειχτεί ενώπιόν μας ότι υπήρχε νόμιμος λόγος και (2) ότι λόγω της αναξιοπιστίας του Αιτητή δεν μπορέσαμε να προβούμε σε εύρημα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον απέλυσε κακόπιστα και για αλλότριους σκοπούς, (β) την περίοδο υπηρεσίας του Αιτητή (12 χρόνια), (γ) την απουσία μαρτυρίας για την ηλικία του, (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας σαφής και αξιόπιστη μαρτυρία που να στηρίζεται σε απτά στοιχεία σχετικά με τις προσπάθειες του Αιτητή να βρει άλλη κατάλληλη εργασία και το σύνολο των επιπτώσεων που είχε η επίδικη απόλυση στην επαγγελματική σταδιοδρομία του Αιτητή[23], (ε) ότι το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης πιθανόν να είχε αρνητικές συνέπειες στις πιθανότητες του Αιτητή για μελλοντική εργοδότησή του[24] (σημειώνουμε ότι ενόψει της μη απόδειξης από τον Αιτητή ότι όντως στιγματίστηκε από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης δεν μπορεί να αποδοθεί ουσιαστική βαρύτητα στο εν λόγω γεγονός) και (στ) ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλε στον Αιτητή με την απόλυσή του οτιδήποτε πέραν των οφειλόμενων δεδουλευμένων του, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως επιδικάσουμε στον Αιτητή ελαφρώς αυξημένες αποζημιώσεις και πιο συγκεκριμένα αποζημιώσεις που αντιστοιχούν στις απολαβές 31 εβδομάδων, ήτοι €17.097,12 (31Χ €551,52).

 

Περαιτέρω ο Αιτητής δυνάμει του άρθρου 9(1)(ζ) του Νόμου δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί στις απολαβές οχτώ (8) εβδομάδων ήτοι €4.412,16 (8Χ€551,52).

 

2. Αυτοτελείς αξιώσεις (Δώρα από την Εργοδότρια Εταιρεία)

 

Η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της παραδέχεται ότι ο Αιτητής κέρδισε τα δώρα για τα οποία ο Αιτητής αξιώνει την αντίστοιχη χρηματική αξία τους και ότι ουδέποτε τα έλαβε και προβάλλει τη θέση ότι ο Αιτητής δεν αξίωσε τα εν λόγω δώρα εντός της χρονικής προθεσμίας που ήταν καθορισμένο να τα λάβει όταν του δόθηκαν τα εν λόγω δώρα.

 

Ο Α.Λ. κατέθεσε ότι όντως ο Αιτητής κέρδισε δώρο αξίας €250 για τη συμπλήρωση των 10 χρονών υπηρεσίας στην Εργοδότρια Εταιρεία αλλά σημείωσε ότι το εν λόγω δώρο δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί σε χρήμα και έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μέσα σε ταχθείσα προθεσμία πράγμα που δεν έκανε ο Αιτητής και ότι τα ίδια ισχύουν και για το βραβείο αξίας €340 που κέρδισε ο Αιτητής το 2017 ως μέλος της ομάδας του.

 

Ο Αιτητής καταθέτοντας είπε μόνο ότι ουδέποτε έλαβε τα δώρα που κέρδισε κατά την απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Κατά την αντεξέτασή του παραδέχτηκε ότι το δώρο που κέρδισε για τη συμπλήρωση των 10 χρονών υπηρεσίας στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί σε χρήμα και ότι έπρεπε να πάει σε συγκεκριμένο κοσμηματοπωλείο και να πάρει το εν λόγω δώρο. Περαιτέρω είπε ότι το άλλο δώρο επειδή ήταν διαμονή σε ξενοδοχείο το οποίο λειτουργούσε εποχιακά έπρεπε να διευθετηθεί το καλοκαίρι που άνοιγε το ξενοδοχείο.

 

Αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας παρατηρούμε ότι ο Α.Λ. δεν αντεξετάστηκε επί των αναφορών του ούτε του τέθηκαν οποιεσδήποτε υποβολές σε σχέση με τις εν λόγω αξιώσεις του Αιτητή.

 

 Ο Αιτητής προέβαλε τους ισχυρισμούς του σχετικά με τις εν λόγω αξιώσεις του γενικά και αόριστα. Δεν μας ανέφερε πώς του δόθηκαν τα εν λόγω δώρα και με ποιο τρόπο μπορούσε να τα πάρει από τα πρόσωπα που θα του τα παρείχαν (σημειώνουμε ότι ενώ τα δώρα του δόθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ήταν το πρόσωπο που θα του παρείχε το αντικείμενο των δώρων). Δεν μας έδωσε κάποια εξήγηση για ποιο λόγο δεν πήρε μέχρι την ημερομηνία που απολύθηκε το δώρο των €250 το οποίο το κέρδισε δύο (2) χρόνια πριν την απόλυσή του και, κατά την αντεξέτασή του, περιορίστηκε στο να πει (χωρίς να τεθεί στον Α.Λ.) ότι μπορούσε να το πάρει όποτε ήθελε. Στους γενικούς λόγους της αίτησής του αναφέρεται ότι το δώρο των €340 το κέρδισε το 2017 ενώ κατά την αντεξέτασή του είπε ότι το κέρδισε το 2018. Αντεξεταζόμενος σε ερώτηση κατά την αντεξέτασή του κατά πόσον διεκδίκησε είτε το ένα είτε το άλλο δώρο και τα πρόσωπα που όφειλαν να του παρέχουν τα αντικείμενα των δώρων αρνήθηκαν να του τα δώσουν, δεν απάντησε ευθέως και είπε ότι τα διεκδικεί τώρα και αντί να συνεχίσει να μας αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με τις εν λόγω αξιώσεις του προέβαλε διάφορες θέσεις αναφορικά με την απόλυσή του.

 

 Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων που να στηρίζουν τις αξιώσεις του, για τα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στην αξία των δώρων που κέρδισε, ως αυτές τίθενται στην αίτησή του. Αντίθετα τα όσα λέχθηκαν από τον Αιτητή κατά τη μαρτυρία του ενώπιόν μας τείνουν, κατά τη κρίση μας, να επιβεβαιώσουν τη θέση του Α.Λ. ότι τα εν λόγω δώρα δεν μπορούσαν να εξαργυρωθούν σε χρήμα. Ακόμη από τη μαρτυρία του Αιτητή φαίνεται ότι αυτός δεν ζήτησε να πάρει τα δώρα, που του δόθηκαν, από τα πρόσωπα που θα του παρείχαν τα δώρα (τα οποία πρόσωπα δεν ταυτίζονταν με την Εργοδότρια Εταιρεία) και αυτά τα πρόσωπα αρνήθηκαν να του τα δώσουν. Ως εκ τούτου οι εν λόγω αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται.

 

 

 

Κατάληξη

 

Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση για:

(α)  το ποσό των €4.412,16 με νόμιμο τόκο ως πληρωμή αντί προειδοποίησης, και

(β) το ποσό των €17.097,12 με νόμιμο τόκο ως αποζημίωση για παράνομη απόλυση.

 

Επιδικάζουμε υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπ.) ………………………………………

                                                       Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής

 

 

(Υπ.) …………………………………                         (Υπ.) ………………………………...

           Α. Σαββίδου, Μέλος                                                         Δ. Χαριλάου, Μέλος

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

Subject: Industrial/Final

(Αναφορά: Απόλυση λόγω ύποπτης διαγωγής/ διαδικασία πριν την απόλυση/ αυτοτελείς αξιώσεις)

 

 



[1] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ [2005] 1 Α.Α.Δ. 1478 παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift [1981] 1 R.L.R. 91: The correct test is thisWas it reasonable for the employers to dismiss himIf no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair.  But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair.  It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view”.

[2] Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρης Βασιλείου [2003] 1 Α.Α.Δ. 318 στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden [2001] 1 All ER. 550, ανέφερε τακόλουθα:

«…… μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη.  Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση.Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω:«In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank’s investigation into the matter had been reasonable in the circumstances.”

[3]«Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα έχοντας το βάρος να  αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης….το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ΄ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη….»

[4]Οι βάσεις των εν λόγω κατηγοριών σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής είναι τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που εξυπακούονται δυνάμει του κοινοδικαίου που διέπει τις συμβάσεις εργασίας όπως το καθήκον της τιμιότητας, το καθήκον της συμμόρφωσης με νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη, το καθήκον της επίδειξης επιμέλειας κατά την εκτέλεση της εργασίας, το καθήκον της πίστης κ.λ.π. Εσκεμμένη παραβίαση οποιουδήποτε από τους πιο πάνω  εξυπακουόμενους όρους συνιστά παραβίαση ενός από τους βασικούς όρους της σύμβασης εργασίας. 

[5]  Στην αγγλική καθοδηγητική υπόθεση British  Home Stores v. Burchell [1978] IRLR 379 το ζήτημα τέθηκε ως εξής: ο εργοδότης πρέπει να αποδείξει ότι είχε γνήσια πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος υπέπεσε σε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα, ότι είχε αντικειμενικούς λόγους που να στηρίζουν την εν λόγω πεποίθησή του, ότι προέβηκε σε τέτοια έρευνα που ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις και ότι η απόφασή του να απολύσει τον εργοδοτούμενο είναι εντός του πλαισίου της λογικότητας υπό τις περιστάσεις. Βλέπε επίσης Κρις Ιακωβίδης Εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd v. Σουρουλλά (Πολ. Έφ. 188/12, ημερ. 22/11/2018).

[6] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, “The Law of Unfair Dismissal” 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στις σελίδες 148-149 αναφέρονται τα ακόλουθα:… “the lack of investigative diligence of the employer affects the reasonableness of his decision if the omission, looked at from the time the decision was taken, created a real possibility  that the result would be unreasonable…… In Henderson v Granville Tours Ltd  the EAT Scottish Division asserted ‘It is an error of law for an [Employment] Tribunal to hold that had an employer carried out further investigation into allegations against an employee, that investigation would have been the same …..In considering whether there has been an adequate investigation, the tribunal is concerned with the employer’s state of mind at the moment of dismissal and the sufficiency of information to justify that state of mind that is not a procedural question; it goes to the heart of fairness of the dismissal and to whether or not the test of the fairness has been fulfilled….’ Moreover in W Weddel & Co Ltd v Tepper  the Court of Appeal agreed with the EAT that an employment tribunal had the discretion to decide that a failure by the employer to engage in further investigation could itself make a dismissal unfair even where the employer already had evidence amounting to a strong prima facie case of breach of regulations ……. The court suggested however, that the limit to the tribunal’s discretion to require further investigation was what ‘ought to have been reasonably known to the employer in the circumstance’. That is to say the employer had carried out as much investigation as was reasonable in all the circumstances of the case………The tribunal’s role in determining whether the employers had carried out a reasonable investigation was to consider the nature of the material before the employer when the decision to dismiss was taken.” 

[7] IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters 2010 p.306.

[8]Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L. PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/6/14 τονίστηκε  ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.»

[9] Δημήτρης Φωτιάδης v. Alpha Bank Ltd [2013] 1 Α.Α.Δ. 2001. Βλέπε επίσης Π. Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Θεωρία και Πράξη, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου 2018, σελ. 409-410.   

[10] Astra Emir, Selwyn’ s Laws of Employment, 20th Edition, Oxford University Press, p. 337.  

[11] St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, p.173.   

[12] Astra Emir, Selwyn’ s Laws of Employment, 20th Edition, Oxford University Press, p. 343, St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, p.173. Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters 2010 p.312-313 σημειώνονται τα εξής: “ It is important that the employee knows the full allegations against him or her. The Court of Appeal has stated that disciplinary charges should be precisely framed and evidence limited to those particulars – Strouthos v. London Underground Ltd [2004] IRLR 636 , CA. It is not only fundamental that employees should know the case against them, but where there is evidence against them they should also know what that evidence is. However, there is no general rule that a failure to make the evidence available to an employee either before, or at the outset of, the hearing will always amount to a breach of natural justice. Statements should be disclosed where the essence of the case against the employee is contained therein and where he or she has not otherwise been informed of the nature of that case. However, where the employee is fully aware of that case and has a full opportunity to respond to the allegations and the obtained statements is peripheral to the decision reached, the failure to disclose will not render a dismissal unfair……  There are many examples of cases in which a failure to inform an employee of the full allegations against him or her or to disclose the relevant evidence has led to a finding of unfair dismissal.”               

[13] “….where the essence of the case, the main substance of the case is contained in two statements which the employee asks to see and which he is refused without reason and upon which substantial reliance is placed, then prima facie ….it seems to be unfair.”    

[14] Στη σελίδα 1482 της εν λόγω απόφασης αναφέρονται τα εξής: “…. το Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία διαπίστωσε ότι η Εφεσίβλητη, έχοντας εύλογη αιτία να θεωρεί ότι η Εφεσείουσα έπραξε όπως ανεφέρθη, προέβη σε πλήρη και ουσιαστική διερεύνηση του θέματος, δίδοντας κάθε λογική ευκαιρία στην Εφεσείουσα να σχολιάσει τα στοιχεία και να παρουσιάσει τη δική της θέση, προβαίνουσα  μάλιστα και σε σχετικές καταθέσεις.”

[15] Astra Emir, Selwyn’ s Laws of Employment, 20th Edition, Oxford University Press, p. 338, Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, (2026) paragraphs [1518 – 1518.02].

[16] Graham v. Secretary of State for Work and Pensions [2012] IRLR 759.

[17] IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters 2010 p.106, Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, paragraph [1498.02]: “….it now appears that the approach to be taken to procedural failure is a wider one, viewing it if appropriate as part of the overall  picture, not as a separate aspect of fairness. Authority for this can be found in Taylor v. OCS Group …….. [2006] ICR 1602,………… In Sharkey v. Lloyds Bank plc UKEATS/0005/15 (4 August 2015, unreported) Langstaff J summed this up as follows: “….. procedure does not sit in a vacuum to be assessed separately. It is an integral part of the question whether there has been a reasonable investigation that substance and procedure run together.” This was applied in NHS 24 v. Pillar UKEAT/0005/16 (4 July 2017, unreported) where, having largely come to the conclusion that the decision to dismiss had been within the range of reasonable responses, the tribunal had then isolated one particular procedural glitch in relation to openness and had proceeded that that per se made the dismissal ultimately unfair. Citing Taylor and Sharkey, the EAT held that this was an error of law because the current approach is a broad one, considering any such glitches in the context of the case a whole, including their effects on the eventual decision to dismiss (which the tribunal here had failed to do).”    

[18] St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, p.173-174.

[19]Στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παραγ.645 αναφέρονται τακόλουθα: “It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time.”.     

[20] IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters 2010 p.291.

[21] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter».

[22] «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επιδίκασε αποζημιώσεις. Από τη στιγμή που έκρινε ότι οι Εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι ο τερματισμός έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου, τότε ο Εφεσίβλητος δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου σε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου δεν αξιολογήθηκε θετικά, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μας το δικαίωμα του Εφεσίβλητου σε αποζημιώσεις, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι ο  τερματισμός ήταν νόμιμος δεν ήταν στους ώμους του, αλλά στους ώμους των Εφεσειόντων.»           

   [23]  Πολ. Έφεση 131/2012 Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, ημερομηνίας 22/9/2017.

[24]  Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Ltd, Πολ. Έφεση 310/12 ημερ.13/02/2019.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο