ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή
Λ. Ζάμπογλου )
Ν. Ψύχα ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 137/24IJ
Μεταξύ:
ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΣΑΜΗΣ
Αιτητής
και
ΑMEDIUSTEC LIMITED (AE 304821)
Καθ’ ων η αίτηση
TΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΑΙΤΗΣΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 18.1(1) ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ 2023
Μεταξύ:
ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΣΑΜΗΣ
Αιτητής
και
AMEDIUSTEC LIMITED (AE 2383)
Καθ’ ων η αίτηση
----------------
Αίτηση Τροποποίησης του Τίτλου και των Γενικών Λόγων της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς ημερ. 09/01/26
Ημερομηνία: 22/7/26
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή: κα Α. Παναγιώτου
Για Καθ’ ων η αίτηση: κα Ν. Λιασίδου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς η οποία καταχωρήθηκε στις 12/06/2024 και τροποποιήθηκε στις 26/06/2024[1] («η Αίτηση») ο Αιτητής εξαιτείται εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση (λόγω του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση στους γενικούς λόγους της Αίτησης και στα υπόλοιπα έγγραφα που καταχωρήθηκαν αναφέρονται ως Καθ’ ης η Αίτηση στην παρούσα απόφαση οι Καθ’ ων η αίτηση θα αναγράφονται ως «η Καθ’ ης η Αίτηση»):
«(Α) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση.
(Β) Πληρωμή αντί προειδοποίησης.
(Γ) Ποσό ύψους €909.874,15 το οποίο αντιστοιχεί σε 1.000.099,90 Δολάρια Αμερικής ως οφειλόμενο Ετήσιο Μπόνους Κινήτρου που δικαιούται ο Αιτητής για το έτος 2023 ή άλλο οποιοδήποτε άλλο ποσό σε Ευρώ κρίνει το Δικαστήριο ότι δικαιούται ο Αιτητής να λάβει ως Ετήσιο Μπόνους Κινήτρου για το έτος 2023
(Δ) Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης της πιο πάνω αξίωσης (Α), οποιοδήποτε ποσό το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει εύλογο και/ή δίκαιο να επιδικάσει υπέρ του Αιτητή ως Ετήσιο Μπόνους για το έτος 2023.
(Ε) Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
(ΣΤ) Νόμιμο τόκο και Έξοδα πλέον Φ.Π.A.»
Στους γενικούς λόγους της Αίτησης αναφέρονται τα εξής:
«1. H Καθ' ης η Αίτηση αποτελεί το παράρτημα της αλλοδαπής εταιρείας AmediusTec Limited στην Κύπρο και είναι εγγεγραμμένη στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αριθμό αλλοδαπής εταιρεία Α.Ε.2383.
2. Σημειώνεται ότι η αλλοδαπή εταιρεία AmediusTec Limited έχει έδρα την Σιγκαπούρη και η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της φαρμακευτικής βιομηχανίας, διαχειριζόμενη κυρίως επιχείρηση εμπορίας φαρμακευτικών, βιοτεχνολογικών και/ή άλλων προϊόντων ανά το παγκόσμιο όντας παράλληλα είναι ενεργή στην χρηματιστηριακή αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο, συμμετέχοντας σε χρηματιστηριακές και/ή χρηματοοικονομικές συναλλαγές και/ή άλλες επενδυτικές δραστηριότητες αποκλειστικά και/ή κυρίως εντός του τομέα της φαρμακευτικής και/ή βιοτεχνολογικής βιομηχανίας.
3. …………………………………………………………………………………….
4. Ο Αιτητής ξεκίνησε να απασχολείται στο παράρτημα της εταιρείας AmediusTec Limited στην Κύπρο, ήτοι στην Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία, κατά ή περί την 16/2/2012 στην βάση Σύμβασης Εργασίας ιδίας ημερομηνίας, στην βάση της οποίας ασκούσε καθήκοντα ως «Εξουσιοδοτημένος Αντιπροσώπος & Γενικός Διευθυντής του Παραρτήματος (Authorised Representative & General Manager of the Branch)» εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
5. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του αυτών, ο Αιτητής παρείχε υπηρεσίες προς την Καθ' ης η Αίτηση οι οποίες σχετίζονταν, κατά κύριο λόγο, με τη διενέργεια επενδυτικών και/ή άλλων χρηματιστηριακών πράξεων στο πλαίσιο επενδυτικού χαρτοφυλακίου το οποίο διαχειριζόταν προς όφελος τους και το οποίο αφορούσε, κυρίως, αξίες σχετιζόμενες με τον τομέα της φαρμακευτικής και/ή βιοτεχνολογικής βιομηχανίας, εισηγμένες σε χρηματιστήρια ανά τον παγκόσμιο, με ιδιαίτερη έμφαση στα χρηματιστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (το «Χαρτοφυλάκιο»).
6. Ως αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή για τις υπηρεσίες του αυτές, o Αιτητής ελάμβανε από την Καθ' ης η Αίτηση βασικό μισθό ύψους €79.200 τον χρόνο. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής εδικαιούτο να λαμβάνει και λοιπών χρηματικών ωφελημάτων τα οποία εμπίπτουν στην έννοια του "μισθού", ως αυτά επροκύπταν στη βάση ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας.
7. Ειδικότερα, ο Αιτητής, πέραν των λοιπών ωφελημάτων, εδικαιούτο να λαμβάνει ως αντάλλαγμα για τις προσφερθείσες υπηρεσίες και Ετήσιο Μπόνους Κινήτρου (Annual Incentive Bonus) στη βάση προνοιών που προβλέπονταν κυρίως στη βάση συμπληρωματικής σύμβασης ημερομηνίας 1/1/2019 (η «Συμπληρωματική Σύμβαση»).
8. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της Συμπληρωματικής Σύμβασης, ο Αιτητής εδικαιούτο να λαμβάνει ως Ετήσιο Μπόνους Κινήτρου ποσό αντιστοιχούσε στο άθροισμα το δύο πιο κάτω ποσών:
8.1. Ποσό που αντιστοιχεί σε 1% των κερδών που προέκυπταν στο Χαρτοφυλάκιο από βραχυπρόθεσμες επενδύσεις και
8.2. Ποσό που αντιστοιχεί σε 10% επί των κερδών από βραχυπρόθεσμες επενδύσεις τα οποία είναι μεγαλύτερα από τους χρηματιστηριακούς δείκτες DRG (Drug Index) NYSE ARCA PHARMA («ΔΕΙΚΤΗΣ DRG») και ΝΒΙ NASDAQ BIOTECHNOLOGY INDEX («ΔΕΙΚΤΗΣ ΝΒΙ»), με τον δείκτη DRG να έχει βαρύτητα 70% και τον δείκτη NBΙ 30%.
9. ………………………………………………………………………………………
10. Ο Αιτητής από την έναρξη της απασχόλησής του στην Καθ’ ης η Αίτηση παρείχε πάντα τις υπηρεσίες του με μέγιστο συναίσθημα ευθύνης και επαγγελματισμού, όντας υπόδειγμα υπαλλήλου. Παρά ταύτα, η Καθ’ ης η Αίτηση αποφάσισε να τερματίσει την απασχόλησή του μονομερώς με επιστολή της ημερ. 16/8/2023…………………………………………………..
11. ………………………………………………………………………………………
12. …………………………………………………………………………………….
13.
13.1 Η απόλυσή του ήταν παράνομη …………………………..
13.2 Δικαιούται να λαμβάνει ως Ετήσιο Μπόνους το ποσό 1.000.099,90 ΔΟΛΛΑΡΙΩΝ ΑΜΕΡΙΚΗΣ …………………. .»
Η Αίτηση επιδόθηκε στην Καθ’ ης η Αίτηση στις 08/07/2024.
Η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε έγγραφο εμφάνισης («το Έγγραφο Εμφάνισης») στις 22/01/2025 με τους γενικούς λόγους του οποίου απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς. Στους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης περιέχονται, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω:
«ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ
1.1. Η Καθ’ ης η Αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση ότι ο Αιτητής έχει προστεθεί παράτυπα και/ή εσφαλμένα στη διαδικασία δεδομένου ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι (i) αλλοδαπή εταιρεία, η οποία δεν είναι συμβατικά συνδεδεμένη με τον Αιτητή. (ii) δεν έχει νομική υπόσταση και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προστεθεί δεόντως ως καθ’ ου η αίτηση. και (iii) δεν μπορεί να εναχθεί αντί οποιουδήποτε άλλου μέρους που είναι συμβατικά συνδεδεμένο με την Καθ’ ης η Αίτηση και/ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα.
1.2. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αίτηση και/ή να χορηγήσει τις θεραπείες που προωθούνται από τον Αιτητή και/ή να εκδικάσει ζητήματα τα οποία εγείρονται στην Αίτηση και/ή να επιδικάσει αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενης παράνομης απόλυσης και/ή να επιδικάσει ετήσιο μπόνους κινήτρου (annual incentive bonus).
1.3. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η Αίτηση είναι μη παραδεκτή και/ή υπόκειται σε απόρριψη εφόσον καταχωρίσθηκε (i) μετά το πέρας της προθεσμίας που προβλέπεται ρητά στον Περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμο του 1967 ή/και τον Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμο του 1967 ή/και τους Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999, ως έχουν τροποποιηθεί, και/ή (ii) με υπερβολική καθυστέρηση και κατά τρόπο που οδήγησε σε υπεράσπιση καθυστέρησης (lashes) και/ή κωλύματος (estoppel).
1.4. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει έννομο συμφέρον (locus standi) να προωθεί καμία θεραπεία ως αυτές περιγράφονται στα αιτητικά (Α) ως (ΣΤ) των Γενικών Λόγων της Αίτησης.
2. ……………………………………………………………………………………..
3. Αναφορικά με την παράγραφο 1 και 2 των Γενικών Λόγων της Αίτησης, η Καθ’ ης η Αίτηση σημειώνει τα εξής:
3.1. Η έδρα της Καθ’ ης η Αίτηση δεν βρίσκεται στην Σιγκαπούρη, ως λανθασμένα αναφέρει ο Αιτητής.
3.2. Η Καθ’ ης η Αίτηση είναι πράγματι δεόντως εγγεγραμμένη αλλοδαπή εταιρεία στην Κύπρο, ωστόσο δεν αποτελεί παράρτημα εταιρείας στη Σιγκαπούρη αλλά παράρτημα της AmediusTec Ltd, εταιρεία εγγεγραμμένη και υφιστάμενη στην Δημοκρατία του Μαυρικίου (η ATL Mauritius).
3.3. H Kαθ’ ης η Αίτηση αρνείται και δεν παραδέχεται ότι η ATL Mauritius, της οποίας παράρτημα είναι η Καθ’ ης η Αίτηση, έχει την έδρα της στην Σιγκαπούρη, αλλά είναι η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η ATL Mauritius ήταν εγγεγραμμένη και υφιστάμενη ως εταιρεία στη Δημοκρατία του Μαυρικίου. Η ATL Mauritius δεν είναι η εταιρεία που αναφέρει ο Αιτητής στην παράγραφο 2 αλλά μία διαφορετική εταιρεία, εφόσον η ATL Mauritius έχει συσταθεί στη Δημοκρατία του Μαυρικίου και όχι στη Σιγκαπούρη, όπως εσφαλμένα παρουσιάζει και/ή ισχυρίζεται ο Αιτητής.
3.4. Στο βαθμό που οι δηλώσεις του Αιτητή στην παράγραφο 1 των Γενικών Λόγων δεν συνάδουν με τα παραπάνω, απορρίπτονται.
3.5. Αναφορικά με την παράγραφο 2 των Γενικών Λόγων, ο Αιτητής αρνείται τις εν λόγω δηλώσεις στην ολότητά τους, εφόσον αναφέρονται σε διαφορετική εταιρεία και όχι την εταιρεία σε σχέση με την οποία η Καθ’ ης η Αίτηση λειτουργεί ως παράρτημα.
4. ……………………………………………………………………………………..
5. Όσον αφορά την παράγραφο 4 των Γενικών Λόγων, η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρει τα εξής:
5.1. Στο βαθμό που είναι σε θέση να γνωρίζει η Καθ’ ης η Αίτηση, ο Αιτητής δεν εργοδοτείτο από ATL Mauritius αλλά από διαφορετική οντότητα, ήτοι την AmediusTec Limited, αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη και υφιστάμενη στην Σιγκαπούρη (η ATL Singapore). Συγκεκριμένα, ο Αιτητής σύναψε σύμβαση εργοδότησης με την ATL Singapore κατά ή περί την 16/02/2012 και η εν λόγω σύμβαση εργοδότησης υπεγράφη και/ή τέθηκε σε ισχύ κατά την ημερομηνία αυτή (η Σύμβαση Εργοδότησης).
5.2. Η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρει ότι σύμφωνα με τη Σύμβαση Εργοδότησης, ο Αιτητής διορίστηκε ως «Εξουσιοδοτημένος Αντιπρόσωπος & Γενικός Διευθυντής του Παραρτήματος – AmediusTec Ltd» (Αuthorised Representative & General Manager of the Branch). Ωστόσο, η Καθ’ ης η Αίτηση είχε μια σειρά από άλλα καθήκοντα σύμφωνα με τη Σύμβαση Εργοδότησης και, στην πραγματικότητα, εκτελούσε το ρόλο του διαχειριστή επενδύσεων, ο οποίος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τη διαχείριση ενός χαρτοφυλακίου κινητών αξιών εισηγμένων στο χρηματιστήριο (το Χαρτοφυλάκιο). Η Καθ’ ης η Αίτηση επιφυλάσσεται του δικαιώματός της να αναφερθεί σε όλο το φάσμα των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του Αιτητή κατά την ακρόαση και να παρουσιάσει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
5.3. ……………………………………………………………………………..
5.5. …………………………………………………………………………….
6. Αναφορικά με την παράγραφο 4 των Γενικών Λόγων, η Καθ’ ης η Αίτηση επαναλαμβάνει ότι οι υπηρεσίες του Αιτητή δυνάμει της Συμφωνίας Εργοδότησης παρέχονταν στην ATL Singapore και όχι στην Καθ’ ης η Αίτηση. Κατά τα λοιπά, η Καθ’ ης η Αίτηση επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται ανωτέρω και επιφυλάσσεται του δικαιώματος της να προσκομίσει αντίγραφο της Σύμβασης Εργοδότησης κατά τη δικάσιμο, η οποία περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες και πληροφορίες σχετικά με τα καθήκοντα του Αιτητή έναντι της ATL Singapore, του εργοδότη του.
7. Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 6, 7, 8 και 9 των Γενικών Λόγων. Άνευ βλάβης της θέσης που αναφέρεται ανωτέρω, είναι η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι οι εν λόγω παράγραφοι δεν απεικονίζουν με ακρίβεια τα πραγματικά γεγονότα και η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρει τα εξής σχετικά;
7.1. Όσον αφορά τον μισθό του Αιτητή, η Σύμβαση Εργοδότησης προνοούσε ότι ο Αιτητής θα δικαιούτο ετήσιο βασικό μεικτό μισθό, ο οποίος ορίστηκε στο ποσό των €72.000.
7.2. Η Σύμβαση Εργοδότησης προνοούσε περαιτέρω ότι ο Αιτητής θα δικαιούτο ορισμένα μπόνους σε περίπτωση που συνέτρεχαν ορισμένες περιστάσεις. Τα εν λόγω μπόνους δεν συνιστούσαν σταθερό αριθμητικό, ήτοι δεν ήταν ένα σταθερό ποσό χρημάτων το οποίο καταβάλλεται ως αντιπαροχή για την εργασία του Αιτητή, ούτε αποτελούσαν μέρος του μισθού του Αιτητή, λόγω του ότι εξαρτώνταν από την απόδοση και/ή άλλους παράγοντες, ως εξηγείται κατωτέρω. Αποτελούσαν κυμαινόμενη μονάδα αναλογική και εξαρτώμενη των επιδόσεων του Χαρτοφυλακίου. Στις περιπτώσεις που η απόδοση του Χαρτοφυλακίου κυμαινόταν στα επίπεδα που προνοούσαν οι σχετικοί όροι της Σύμβασης Εργοδότησης, ως αναλύονται κατωτέρω, μόνον τότε ο Αιτητής θα δικαιούτο να λάβει μπόνους. Στο βαθμό που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οποιοδήποτε μπόνους αποτελούσε μέρος της αμοιβής του, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται.
7.3. ……………………………………………………………………………..
7.13 ……………………………………………………………………………..
8. Η Καθ’ ης η Αίτηση αρνείται και απορρίπτει πλήρως το περιεχόμενο της παραγράφου 10 των Γενικών Λόγων. Άνευ βλάβης της θέσης που παρατίθεται ανωτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής ενήργησε κατά τρόπο μεμπτό και επιλήψιμο, ο οποίος περιέχει σωρεία ψευδών παραστάσεων στον εργοδότη του με στόχο την απόκτηση αθέμιτων ωφελημάτων και/ή χρηματικών ποσών τα οποία δεν εδικαιούτο. Οι εν λόγω πράξεις συνιστούσαν συμβατικές παραβάσεις των όρων της Σύμβασης Εργοδότησης και παραβάσεις των καθηκόντων πίστης και/ή των καθηκόντων επιμέλειας προς τον εργοδότη του. Η Καθ’ ης η Αίτηση παραθέτει κατωτέρω τα σχετικά γεγονότα και υποστηρίζει ότι αυτά θα πρέπει να θεωρηθούν ως στοιχεία της ανάρμοστης συμπεριφοράς Αιτητή κατά τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω.
8.1. ……………………………………………………………………………
8.8. Είναι η θέση της Καθ’ ης η Αίτηση ότι ο Αιτητής, για τα τελευταία τουλάχιστον τέσσερα έτη, δρούσε κατά των συμβατικών του υποχρεώσεων και των καθηκόντων πίστης, δεν επιδίωκε τα συμφέροντα της Καθ’ ης η Αίτηση, κακοδιαχειριζόταν το Χαρτοφυλάκιο, δεν παρείχε ορθές πληροφορίες και/ή παρουσίαζε ψευδώς τη θέση σχετικά με το Χαρτοφυλάκιο και παραβίαζε τους ρητούς ή σιωπηρούς όρους της Σύμβασης Εργοδότησης καθώς και τα καθήκοντα πίστης.
8.9. Κατά ή περί την 16/08/2023, η εργοδότηση του Αιτητή τερματίστηκε γραπτώς με άμεση ισχύ μέσω γραπτής επικοινωνίας (ο Τερματισμός). Οι λόγοι για τον τερματισμό αναφέρθηκαν συνοπτικά στην εν λόγω επικοινωνία και παρατίθενται επίσης ανωτέρω.
8.10. ……………………………………………………………….…………..»
Περαιτέρω η Καθ’ ης η Αίτηση με τους γενικούς λόγους τoυ Εγγράφου Εμφάνισης αρνείται ότι οφείλει Ετήσιο Μπόνους Κινήτρου για το 2023 στον Αιτητή καθότι ο Αιτητής δεν δικαιούται το ποσό που αξιώνει με την Αίτηση στη βάση της Σύμβασης Εργοδότησης ως αυτή τροποποιήθηκε και επίσης ισχυρίζεται ότι τα ενδεχόμενα μπόνους με βάση τη Σύμβαση Εργοδότησης δεν αποτελούσαν μέρος του μισθού του Αιτητή.
Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες για πρώτη φορά στις 27/02/2025. Ακολούθως ορίστηκε για οδηγίες σε διάφορες ημερομηνίες για να συζητηθούν και να εξεταστούν (α) η εισήγηση του Δικαστηρίου να διοριστεί κοινός πραγματογνώμονας για τον υπολογισμό του φιλοδωρήματος που ενδεχομένως να δικαιούται ο Αιτητής και (β) το ζήτημα του προσώπου του εργοδότη του Αιτητή ενόψει των αναφορών της Καθ’ ης η Αίτηση στο Έγγραφο Εμφάνισης.
Στις 09/01/2026 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση («η αίτηση») με την οποία αιτείται:
«Α. ΑΙΤΟΥΜΕΝΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ:
1. Άδεια ή/και Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση του ονόματος του υφιστάμενου νομικού προσώπου που φαίνεται ως Καθ’ ης η Αίτηση στον τίτλο της πιο πάνω υπόθεσης ως ακολούθως:
«AMEDIUSTEC LTD. (C42923), εταιρεία συσταθείσα στη Δημοκρατία του Μαυρίκιου, εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία ως Αλλοδαπή Εταιρεία με αριθμό εγγραφής ΑΕ 2383, με εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Ρήγα Φεραίου 2, Limassol Center, Block B, 3ος Όροφος, Γραφείο 301, 3095, Λεμεσός, Κύπρος. »
2. Την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 1 με την ακόλουθη:
«1. Η Καθ’ ης η Αίτηση είναι εταιρεία συσταθείσα στη Δημοκρατία του Μαυρίκιου, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία ως Αλλοδαπή Εταιρεία δυνάμει των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Η Καθ’ ης η Αίτηση, διατηρεί υποκατάστημα στην Κύπρο («Υποκατάστημα Κύπρου»). Περαιτέρω, η Καθ’ ης η Αίτηση είναι εγγεγραμμένη ως Αλλοδαπή Εταιρεία και στη Σιγκαπούρη, με αριθμό εγγραφής T04FC6620K, με εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό 8 Cross Street, #20-01 Manulife Tower, Singapore 048424 (Υποκατάστημα Σιγκαπούρης).»
3. Την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 2 με την ακόλουθη παράγραφο:
«2. H Kαθ’ ης η Αίτηση, μέσω των πιο πάνω αναφερόμενων υποκαταστημάτων της, δραστηριοποιείται στον τομέα της φαρμακευτικής βιομηχανίας, διαχειριζόμενη κυρίως επιχείρηση εμπορίας φαρμακευτικών, βιοτεχνολογικών και/ή άλλων προϊόντων ανά το παγκόσμιο και παράλληλα είναι ενεργή στην χρηματιστηριακή αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο, συμμετέχοντας σε χρηματιστηριακές και/ή χρηματοοικονομικές συναλλαγές και/ή άλλες επενδυτικές δραστηριότητες αποκλειστικά και/ή κυρίως εντός του τομέα της φαρμακευτικής και/ή βιοτεχνολογικής βιομηχανίας.»
4. Την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 4 με την ακόλουθη παράγραφο:
«4. Ο Αιτητής, δυνάμει γραπτής Συμφωνίας Εργοδότησης ημερομηνίας 16/02/2012 που συνήψε με την Καθ’ ης η Αίτηση, μέσω του Υποκαταστήματος Σιγκαπούρης, ξεκίνησε να εργάζεται στο Υποκατάστημα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Κύπρο ως Εξουσιοδοτημένος Αντιπρόσωπος και Γενικός Διευθυντής του Υποκαταστήματος (Authorised Representative & General Manager of the Branch).»
5. Την προσθήκη νέας παραγράφου 5 αμέσως μετά την πιο πάνω αναφερόμενη παράγραφο 4, με το ακόλουθο λεκτικό:
«.5. Αποτελεί θέση του Αιτητή, ότι παρά τη σύναψη της ως άνω Συμφωνίας Εργοδότησης ημερομηνίας 16/02/2012 με την Καθ’ ης η Αίτηση, μέσω του Υποκαταστήματος Σιγκαπούρης είναι σαφές τόσο από το λεκτικό της ίδιας της Συμφωνίας όσο και από τα πραγματικά γεγονότα, ότι αυτός απασχολείτο ή/και παρείχε τις υπηρεσίες του στο Υποκατάστημα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Κύπρο. Ειδικότερα, ο Αιτητής θα ισχυριστεί, ότι με βάση τα όσα είναι σε θέση να γνωρίζει, ο ίδιος ασκούσε τα καθήκοντά του στο Υποκατάστημα της Καθ' ης η Αίτηση στην Κύπρο απ’ όπου καταβάλλονταν οι Κοινωνικές του Ασφαλίσεις ενώ τόσο ο μισθός όσο και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα, καταβάλλονταν στον Αιτητή μέσω λογαριασμού που διατηρούσε το Υποκατάστημα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Κύπρο.»
6. Την αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων 5 και 6 σε 6 και 7 αντίστοιχα.
7. Την διαγραφή της υφιστάμενης παραγράφου 7 και την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 8 με την ακόλουθη παράγραφο η οποία θα γίνει παράγραφος 8:
«8. Ο Αιτητής και η Καθ’ ης η Αίτηση, μέσω του Υποκαταστήματος Σιγκαπούρης, στη βάση Συμπληρωματικής Συμφωνίας με ημερομηνία 01/01/2019, συμφώνησαν όπως ο όρος 3 της Συμφωνίας Εργοδότησης ημερομηνίας 16/02/2012 ο οποίος αφορούσε την Αμοιβή (Remuneration) του Αιτητή, τροποποιηθεί. Ειδικότερα, μετά την υπογραφή της Συμπληρωματικής Συμφωνίας, ο Αιτητής θα ελάμβανε ακαθάριστο μηνιαίο μισθό ύψους €6,600 (ετήσιο ακαθάριστο μισθό €79,200) πληρωτέο σε δώδεκα (12) μήνες, ενώ πέραν του μισθού του, θα δικαιούτο και στην καταβολή των πιο κάτω ωφελημάτων, ως ακολούθως:
α. Ετήσιο μπόνους κινήτρων βασισμένο σε καθαρά κέρδη από τη διαπραγμάτευση περιουσιακών στοιχείων που κατέχονται για λιγότερο από 12 μήνες (ST Trades) που αντιστοιχούσε στο άθροισμα των δύο πιο κάτω ποσών:
i. Ποσό που αντιστοιχεί σε 1% των κερδών που προέκυπταν στο Χαρτοφυλάκιο από βραχυπρόθεσμες επενδύσεις και
ii. Ποσό που αντιστοιχεί σε 10% επί των κερδών από βραχυπρόθεσμες επενδύσεις τα οποία είναι μεγαλύτερα από τούς χρηματιστηριακούς δείκτες DRG (Drug
lndex) NYSE ARCA PHARMA («ΔΕΙΚΤΗΣ DRG») και NBΙ NASDAQ BIOTECHNOLOGY ΙNDEX («ΔΕΙΚΤΗΣ ΝΒΙ»), με τον δείκτη DRG να έχει βαρύτητα 70% και τον δείκτη NBΙ 30%.
β. Μπόνους συμμετοχής στα κέρδη, βασισμένο στην αύξηση της καθαρής αξίας των περιουσιακών στοιχείων (Net Asset Value - ΝΑV), η οποία υπολογίζεται από την 1η Ιανουαρίου έως την 31 Δεκεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους:
ί. €0 εάν η αύξηση της καθαρής αξίας (ΝΑV) είναι από 0% μέχρι 3%
ii. Ποσό €5.000 για κάθε 1%, εάν η αύξηση της καθαρής αξίας (NAV) είναι μεγαλύτερη του 3%, με ανώτατο όριο 10% ή €50.000.
Ο Αιτητής επιφυλάσσει το δικαίωμά του να αναφερθεί αναλυτικά τόσο στους όρους της Συμφωνίας Εργοδότησης ημερομηνίας 16/02/2012 όσο και της Συμπληρωματικής Συμφωνίας Εργοδότησης ημερομηνίας 01/01/2019 κατά την ακροαματική διαδικασία.»
H αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό 1999 (1/1999) ως τροποποιήθηκε, Κ.11(1)(β), 11(2), Κ.12 (1) έως (4) και Κ.13 (1) έως (6), Κ.17, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρος 1, Κ.1.2 έως Κ.1.5, Μέρος 3, Κ.3.8(1) και (2), Μέρος 18, Κ.18.1(2)(α) και (β), Κ.18.2, Κ.18.4, Κ.18.5(1), Κ.18(6), Κ.18.7(1)(α) και (β), Κ.18.7(2) έως (4), Μέρος 20, Κ.20.6(1) έως (4), στη νομολογία, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες καθώς και στη διακριτική ευχέρεια του Σεβαστού Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Τατιάνας Κούρη («η ΤΚ») ημερ. 09/01/2026, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση η ΤΚ αναφέρει ότι μετά την καταχώρηση του Εγγράφου Εμφάνισης η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για οδηγίες με σκοπό τη συζήτηση διαφόρων ζητημάτων, ότι σε εμφανίσεις που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου γίνονταν συζητήσεις σχετικά (α) με το νομικό πρόσωπο το οποίο ενάγεται ως εργοδότης του Αιτητή και (β) με την εισήγηση του Δικαστηρίου για διορισμό από κοινού εμπειρογνώμονα για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά τον τρόπο υπολογισμού και το ύψος του φιλοδωρήματος το οποίο ο Αιτητής ενδέχεται να δικαιούται. Ότι ενώ στις 11/09/2025 οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση δεσμεύτηκαν και δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι θα κοινοποιούσαν στους δικηγόρους του Αιτητή στοιχεία αναφορικά με (α) το καθεστώς της εργοδότησης του Αιτητή και (β) την ταυτότητα του εργοδότη, οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση στη συνέχεια δεν προχώρησαν στην κοινοποίηση στοιχείων αλλά παρέδωσαν στις 05/11/2025 ενώπιον του Δικαστηρίου στους δικηγόρους του Αιτητή έγγραφα τα οποία είναι άσχετα με τον επίδικο χρόνο και την εργοδότηση του Αιτητή. Ότι λόγω των πιο πάνω οι δικηγόροι του Αιτητή προέβηκαν σε ενδελεχή έρευνα σε σχέση με την εταιρική δομή της Καθ’ ης η Αίτηση. Ότι από τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία ΑmediusTec Ltd με αριθμό εγγραφής C42923, είναι εταιρεία συσταθείσα στη Δημοκρατία του Μαυρικίου με εγγεγραμμένο γραφείο στην International Proximity 5th floor, EBENE ESPLANADE, 24 Cybercity, Ebene, Mauritius («η AmediusTec Mαυρικίου»). Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της επισύναψε στην ένορκη δήλωσή της ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο σχετικού εγγράφου από τον Έφορο Εταιρειών της Δημοκρατίας του Μαυρικίου. Λέγει ότι η ΑmediusTec Μαυρικίου ενέγραψε (1) στην Κύπρο αλλοδαπή εταιρεία με αρ. εγγραφής ΑΕ2383 στις 07/08/2008 με σκοπό τη λειτουργία υποκαταστήματος στην Κύπρο και (2) στη Σιγκαπούρη αλλοδαπή εταιρεία με αρ. εγγραφής Τ04FC6620K στις 14/12/2004 με σκοπό τη λειτουργία υποκαταστήματος στη Σιγκαπούρη. Προς υποστήριξη των πιο πάνω επισύναψε ως Τεκμήρια 2 και 3 πιστοποιητικά από τις αρμόδιες αρχές της Κύπρου και της Σιγκαπούρης αντίστοιχα. Σημειώνει ότι η εταιρεία στον Μαυρίκιο και οι δύο αλλοδαπές εταιρείες που λειτουργούν υποκαταστήματα στην Κύπρο και στη Σιγκαπούρη έχουν ακριβώς το ίδιο όνομα, δηλαδή AmediusTec Ltd. Υποστηρίζει ότι οι αλλοδαπές εταιρείες που εγγράφηκαν στην Κύπρο και στη Σιγκαπούρη δεν διαθέτουν ξεχωριστή νομική οντότητα αλλά λειτουργούν ως επιχειρηματικές εγκαταστάσεις της AmediusTec Μαυρικίου. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της επισύναψε τις οικονομικές καταστάσεις του υποκαταστήματος της Σιγκαπούρης για το έτος που έληξε 31/12/2020 ως Τεκμήριο 5 και τις οικονομικές καταστάσεις του υποκαταστήματος Κύπρου για το έτος που έληξε στις 31/12/2019 ως Τεκμήριο 6 υποδεικνύοντας ότι (1) στο Τεκμήριο 5 αναγράφεται ότι το υποκατάστημα Σιγκαπούρης είναι τμήμα της AmediusTec Μαυρικίου και δεν αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα και (2) στο Τεκμήριο 6 σημειώνεται ότι το υποκατάστημα Κύπρου εγγράφηκε ως αλλοδαπή εταιρεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 347 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Περαιτέρω αναφέρει ότι, όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, ο Αιτητής φαίνεται να εργοδοτείτο στην AmediusTec Μαυρικίου μέσω του υποκαταστήματός της στην Κύπρο εφόσον παρείχε τις εργασίες του στην Κύπρο, του καταβάλλονταν κοινωνικές ασφαλίσεις στην Κύπρο και η αμοιβή του καθώς και όλα τα ωφελήματά του του καταβάλλονταν μέσω του κυπριακού τραπεζικού λογαριασμού του υποκαταστήματος Κύπρου. Είναι η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση στον τίτλο σκοπεύει στη διόρθωση σφάλματος σε σχέση με το όνομα της Καθ’ ης η Αίτηση προς άρση κάθε αμφιβολίας ως προς την ταυτότητα του προσώπου που ενάγεται. Ότι στην παρούσα περίπτωση η νομική οντότητα που δύναται να εναχθεί είναι μία, η AmediusTec Μαυρικίου, και προς τούτο με την αιτούμενη τροποποίηση θα εισαχθούν οι σχετικές πληροφορίες στον τίτλο της Αίτησης ώστε να μην προκαλείται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το νομικό καθεστώς της. Ότι περαιτέρω οι υπόλοιπες τροποποιήσεις στο σώμα των γενικών λόγων της Αίτησης είναι περιορισμένες και αποσκοπούν να αποδοθούν ορθά οι λεπτομέρειες που αφορούν στον τρόπο λειτουργίας της Καθ’ ης η Αίτηση και των υποκαταστημάτων της καθώς και των ωφελημάτων που δικαιούτο να λαμβάνει ο Αιτητής με βάση τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Ότι η υφιστάμενη αναφορά στην παράγραφο 2 των γενικών λόγων της Αίτησης σε έδρα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Σιγκαπούρη οφείλεται σε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Λέγει ότι πληροφορείται ότι στον Αιτητή δεν είχαν παρασχεθεί όλες οι απαραίτητες πληροφορίες και έγγραφα που απαιτούνται από τη σχετική νομοθεσία ώστε να γνωρίζει ξεκάθαρα την ταυτότητα του εργοδότη του. Ότι ναι μεν από τον χρόνο καταχώρησης των γενικών λόγων του Εγγράφου Εμφάνισης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης μεσολάβησε αρκετό διάστημα όμως εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος ο Αιτητής μέσω των δικηγόρων του προέβαινε σε προσπάθειες για εξακρίβωση όλων των απαραίτητων στοιχείων ενώ ανέμενε από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση να τον εφοδιάσει με τα απαραίτητα στοιχεία, μετά και τις σχετικές δεσμεύσεις των δικηγόρων της ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι που όμως δεν έγινε. Ότι ο Αιτητής δεν είχε σκοπό να παρακωλύσει τη διαδικασία και να δημιουργήσει οποιαδήποτε καθυστέρηση. Ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να αποτυπωθούν σωστά ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα χωρίς να επεκτείνονται σε άσχετα ζητήματα και να αλλοιώνουν το περιεχόμενο της αρχικής μορφής της Αίτησης σε βαθμό που να δημιουργείται η οποιαδήποτε αδικία εις βάρος της Καθ’ ης η Αίτηση. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεάσει οποιαδήποτε συμφέροντα και δικαιώματα της Καθ’ ης η Αίτηση και ότι εξυπηρετεί τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας αφού θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακριβή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
Η Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 30/03/2026. Οι λόγοι ένστασης ως αυτοί αναγράφονται στην ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση είναι οι πιο κάτω:
1. Δεν συντρέχουν οι τυπικές και/ή ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη διαγραφή και αντικατάσταση τον ονόματος της Καθ' ης η Αίτηση.
2. Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή αιτιολογία αναφορικά με την αιτούμενη τροποποίηση.
4. Δεν προσκομίζεται επαρκής και/ή ικανοποιητική μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει ότι το όνομα και/ή περιγραφή της Καθ' ης η Αίτηση είναι λανθασμένη.
5. Δεν προσκομίζεται επαρκής και/ή ικανή μαρτυρία η οποία να δεικνύει ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος και/ή ελάττωμα και/ή παράλειψη.
6. Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχωρείται με αλλότριο σκοπό και/ή αλλότρια κίνητρα.
7. Η αίτηση καταχωρίσθηκε καταχρηστικά και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
8. Η αίτηση καταχωρείται με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή συνιστά εκ των υστέρων σκέψεις του Αιτητή.
9. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή αιτιολογία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος του Αιτητή.
10. Η Αίτηση επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση κατά τρόπο που δεν δύνανται να αποζημιωθούν μεταγενέστερα χρηματικά.
11. Η Αίτηση επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα τρίτης εταιρείας και/ή της AmediusTec Limited με έδρα την χώρα του Μαυρικίου καθότι ο Αιτητής προσπαθεί να προσθέσει διάδικο στην ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση υπό τον μανδύα διόρθωσης ονόματος της Καθ’ ης η Αίτηση καθότι εάν ζητούσε την προσθήκη και/ή αντικατάσταση της τελευταίας με την πιο πάνω νομική οντότητα το αγώγιμο δικαίωμα του θα θεωρείτο παραγραμμένο εφόσον έχει εκλείψει η προθεσμία των 12 μηνών.
12. Ο Αιτητής προσπαθεί να αντικαταστήσει ή/και να προσθέσει διάδικο προβάλλοντας ότι πρόκειται για λάθος ως προς το όνομα της Καθ’ ης η Αίτηση.
13. Δια της Αίτησης, ο Αιτητής προσπαθεί να προσθέσει και/ή να αντικαταστήσει την Καθ’ ης η Αίτηση και όχι να διορθώσει καλόπιστο λάθος και/ή λάθος ως προς το όνομα (misnomer) της Καθ' ης η Αίτηση.
14. Ο Αιτητής γνώριζε ή/και μπορούσε εύκολα και/ή εύλογα να γνωρίζει ποιος είναι ο εργοδότης του και/ή η νομική οντότητα που τον εργοδοτούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο.
15. Ο Αιτητής γνώριζε ή/και μπορούσε εύκολα να γνωρίζει ή/και είχε γνώση των όσων επιθυμεί να προσθέσει στους Γενικούς Λόγους.
Η παρούσα ένσταση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ως έχουν τροποποιηθεί, Κ.1.2 - Κ.1.5, Κ.3.8, Κ.18.1 - Κ. 18.7, Κ.20.1 - Κ.20.6, Κ.23.1, Κ.23.7, Κ.25.1, Κ.25.2 και Κ.34, στους Κ.11, Κ 12, Κ.13 και Κ.17 των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999 (Ι/1999) ως έχει τροποποιηθεί, στο Άρθρο 21 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (66(Ι)/2012) ως έχει τροποποιηθεί, στο Άρθρο 12 του Περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/1967) ως έχει τροποποιηθεί, στον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/Ι967) ως έχει τροποποιηθεί, στα Άρθρα 29, 30, 31, 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), στα Άρθρα 30 και 32 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις Αρχές της επιείκειας και στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη διακριτική ευχέρεια και στην πρακτική του Δικαστηρίου.
Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Μολέσκη («η ΚΜ») δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ’ ης η Αίτηση. Η Κ.Μ. στην ένορκη δήλωσή της λέγει ότι ο Αιτητής στις 16/02/2012 συνήψε σύμβαση εργοδότησης («η Σύμβαση Εργοδότησης») με την AmediusTec Ltd αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη και υφιστάμενη στη Σιγκαπούρη («AmediusTec Σιγκαπούρης») και διορίστηκε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος και γενικός διευθυντής του παραρτήματος στην Κύπρο, δηλαδή την Καθ’ ης η Αίτηση. Ότι ο Αιτητής είχε και μία σειρά από άλλα καθήκοντα δυνάμει της Σύμβασης Εργοδότησης τα οποία παρέχονταν στην AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης. Αναφέρει ότι ο Αιτητής με την Αίτηση επιθυμεί να αντικαταστήσει την Καθ’ ης η Αίτηση με μία διαφορετική νομική οντότητα την AmediusTec Μαυρικίου αλλά ο Αιτητής δεν είναι συμβατικά συνδεδεμένος με την Καθ’ ης η Αίτηση αφού η σύμβαση εργοδότησής του είναι με την AmediusTec Σιγκαπούρης και οι υπηρεσίες που προσέφερε ο Αιτητής αφορούσαν δραστηριότητες στις οποίες η Καθ’ ης η Αίτηση συμμετείχε για λογαριασμό της AmediusTec Σιγκαπούρης. Ότι ο Αιτητής μπορούσε να αντιληφθεί από προηγουμένως ότι η ορθή νομική προσωπικότητα κατά της οποίας όφειλε να στρέψει τις αξιώσεις του είναι η AmediusTec Μαυρικίου. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της επισύναψε αντίγραφα εγγράφων με τα αποτελέσματα της διαδικτυακής έρευνας για την Καθ’ ης η Αίτηση στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών Κύπρου (Τεκμήριο 1) στα οποία αναγράφεται ότι η χώρα σύστασης της Καθ’ ης Αίτηση είναι ο Μαυρίκιος. Λέγει ότι οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση κοινοποίησαν στους δικηγόρους του Αιτητή ό,τι σχετικά έγγραφα κατάφεραν να εντοπίσουν οι διευθυντές της Καθ’ ης η Αίτηση στο αρχείο της εταιρείας και ότι ο Αιτητής μπορούσε να αποταθεί στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων και να λάβει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τον εργοδότη του. Ότι το συμπέρασμα ότι η AmediusTec Σιγκαπούρης δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα, δεν μπορεί να εξάγεται χωρίς την πρότερη σχετική νομική γνωμοδότηση από πραγματογνώμονες στο εταιρικό δίκαιο της Σιγκαπούρης. Υποστηρίζει ότι η αίτηση δεν αφορά διόρθωση απλού σφάλματος σε σχέση με το όνομα της Καθ’ ης η Αίτηση και την περιγραφή της αλλά ο Αιτητής προσπαθεί να εισαγάγει ένα τρίτο μέρος στη διαδικασία, την AmediusTec Μαυρικίου. Ότι ένας τρίτος μελετώντας την Αίτηση αντιλαμβάνεται ότι ο Αιτητής στρέφεται κατά της Καθ’ ης η Αίτηση παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν είναι συμβεβλημένος μαζί της και ως έδρα αυτής της κυπριακής εταιρείας αναφέρεται η Σιγκαπούρη. Ουσιαστικά ο Αιτητής προωθεί μερικώς την Αίτηση κατά της Καθ’ ης η Αίτηση ενώ αναφέρεται στην AmediusTec Σιγκαπούρης και τώρα με την υπό εξέταση Αίτηση προσπαθεί να στραφεί και κατά της AmediusTec Μαυρικίου. Σχετικά με τον χρόνο που μεσολάβησε αναφέρει ότι αυτός είναι αρκετά μεγάλος και δεν αιτιολογήθηκε η καθυστέρηση καταχώρησης της αίτησης λαμβάνοντας υπόψη ότι (α) ο Αιτητής γνώριζε ότι οι εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπό του γίνονταν από την Καθ’ ης η Αίτηση (γεγονός που σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση ήταν ο εργοδότης του) και είχε αυτές τις γνώσεις χωρίς να ήταν αναγκαία η προσκόμιση πληροφοριών από τους δικηγόρους της Καθ’ ης η Αίτηση και (β) όταν ο Αιτητής προέβη στην πρώτη τροποποίηση του τίτλου της Αίτησης θα μπορούσε να προβεί στην αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου και της παραγράφου 1 της Αίτησης κατά εκείνο τον χρόνο αφού γνώριζε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι αλλοδαπή εταιρεία και η έδρα της οντότητας είναι στον Μαυρίκιο. Ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά υποκατάσταση διαδίκου και είναι δυσμενής προς τα συμφέροντα της AmediusTec Μαυρικίου καθότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση η εν λόγω οντότητα θα κληθεί να αντιμετωπίσει διαδικασίες εκτός της προθεσμίας που προβλέπεται για την καταχώρηση αιτήσεων στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Περαιτέρω λέει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή εναντίον της AmediusTec Μαυρικίου παραγράφηκε τον Αύγουστο του 2024. Ότι «τα αιτητικά 5 και 7» της αίτησης δεν πρέπει να επιτραπούν καθότι δεν τεκμηριώνεται η ανάγκη τους στο σώμα της ένορκης δήλωσης και ο Αιτητής είχε πληροφορίες και γνώσεις σχετικά με αυτά πριν την καταχώρηση της Αίτησης. Υποστηρίζει ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη και προωθείται με αλλότρια κίνητρα ώστε ο Αιτητής να διαμορφώσει και να τροποποιήσει τους αρχικούς του ισχυρισμούς με τρόπο που αυτοί να μην καταρρίπτονται από τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η Αίτηση. Ότι σε περίπτωση έγκρισης της υπό εξέταση αίτησης θα παραβιαστούν τα δικαιώματα τρίτου μέρους το οποίο ο Αιτητής επιδιώκει να προσθέσει ή να υποκαταστήσει.
Επειδή αναφορικά με τα ζητήματα των τροποποιήσεων σε δικόγραφα και της προσθήκης και υποκατάστασης διαδίκων δεν υπάρχουν ειδικές πρόνοιες/ρυθμίσεις στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Κανονισμός»), σύμφωνα με τον Κ.17 του Κανονισμού (ο οποίος προνοεί ότι, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε ζήτημα δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον Κανονισμό, λαμβάνοντας υπόψη τον συνοπτικό χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται σε αυτόν, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις των δικονομικών κανονισμών που εφαρμόζονται στην πολιτική δικαιοδοσία) στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζονται οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 («οι Κ.Δ.Π.»)[2].
Για το ζήτημα των τροποποιήσεων σε δικόγραφα σχετικό είναι το Μέρος 18 των Κ.Δ.Π.. Παραθέτουμε πιο κάτω τις σχετικές, με την υπό εξέταση περίπτωση, πρόνοιες:
«18.1. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα
(1) ……………………….
(2) Αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος δύναται να το τροποποιήσει μόνο:
(α) με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων· ή
(β) με άδεια του δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.
(3) Αν δικόγραφο έχει επιδοθεί, αίτηση τροποποίησής του διά της αφαίρεσης, προσθήκης ή υποκατάστασης διαδίκου πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 20.4.
……………………………………………………………………………..
18.4. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα με άδεια του δικαστηρίου
(1) ……………………..
(2) Η εξουσία του δικαστηρίου να δώσει άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού υπόκειται:
(α) στον κανονισμό 20.2 (αλλαγή διαδίκων: γενικά)·
(β) στον κανονισμό 20.6 (ειδικές πρόνοιες για την προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής)· και
(γ) στον κανονισμό 18.7 (τροποποίηση δικογράφου μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής).
18.5. Ημερομηνία από την οποία ισχύουν οι τροποποιήσεις
(1) Τροποποίηση, η οποία γίνεται δεόντως, με ή χωρίς άδεια, ισχύει από την ημερομηνία του αρχικού εγγράφου, το οποίο έχει τροποποιηθεί.
(2) Η πρόνοια αυτή δεν εφαρμόζεται σε τροποποιήσεις για αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων στη διαδικασία.
……………………………………………………………………………………………………
18.7. Τροποποιήσεις σε δικόγραφο μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής
(1) Ο παρόν κανονισμός εφαρμόζεται όταν:
(α) διάδικος αιτείται τροποποίηση του δικόγραφού του με ένα από τους τρόπους οι οποίοι αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό· και
(β) η περίοδος παραγραφής έχει εκπνεύσει.
(2) Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει τροποποίηση, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη ή υποκατάσταση απαίτησης, αλλά μόνο αν η νέα απαίτηση απορρέει από τα ίδια ή ουσιωδώς τα ίδια γεγονότα της απαίτησης σε σχέση με την οποία ο διάδικος ο οποίος αιτείται αδείας έχει ήδη αξιώσει θεραπεία στη διαδικασία.
(3) Το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει τροποποίηση για διόρθωση σφάλματος σε σχέση με το όνομα διαδίκου, αλλά μόνο όταν το σφάλμα ήταν γνήσιο και όχι τέτοιο που θα προκαλούσε εύλογη αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τού εν λόγω διαδίκου.
(4) …………………..»
Από το λεκτικό του Κ.18.1.(2)(β) των Κ.Δ.Π. προκύπτει ότι τροποποίηση δικογράφου μετά την επίδοση και χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση όλων των διαδίκων επιτρέπεται εφόσον εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβανομένου υπόψη του Πρωταρχικού Σκοπού ο οποίος καταγράφεται στο Μέρος 1 των Κ.Δ.Π.. Πιο συγκεκριμένα οι Κ.1.2. και Κ.1.3 προβλέπουν τα εξής:
«1.2. Πρωταρχικός σκοπός
(1) Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.
(2) Ο χειρισμός υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος περιλαμβάνει, στον βαθμό που είναι πρακτικά εφικτό:
(α) τη διασφάλιση ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις·
(β) την εξοικονόμηση δαπανών·
(γ) τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς προς:
(i) το υπό αναφορά χρηματικό ποσό·
(ii) τη σοβαρότητα της υπόθεσης·
(iii) την πολυπλοκότητα των θεμάτων· και
(iv) τις οικονομικές συνθήκες κάθε διαδίκου·
(δ) τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού·
(ε) την κατανομή σε αυτήν κατάλληλου μέρους των πόρων του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις· και
(στ) την επιβολή συμμόρφωσης με κανονισμούς και διατάγματα.
1.3. Εφαρμογή από το δικαστήριο του πρωταρχικού σκοπού
(1) Το δικαστήριο επιδιώκει την υλοποίηση τού πρωταρχικού σκοπού κατά:
(α) την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας παρέχεται σε αυτό από τους κανονισμούς· ή
(β) την ερμηνεία οποιουδήποτε κανονισμού, εκτός αν οποιαδήποτε νομοθεσία ή κανονισμός προβλέπει διαφορετικά.»
Το Εφετείο στην Κ. Καντούνας ν. Χρ. Ηλιάδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 54/2024, ημερ. 18/10/2024, σημείωσε τα πιο κάτω σχετικά με τον Πρωταρχικό Σκοπό:
«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις.»
Στην απόφαση Ανδ. Λεωνίδα ν. A. Messios & Sons Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.65/2020, ημερ. 29/06/2026 το Εφετείο προέβηκε σε σύνοψη του πλαισίου που διέπει πλέον τα αιτήματα τροποποίησης με βάση το Μέρος 18 των Κ.Δ.Π.. Παραθέτουμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:
«Τονίζεται εξ αρχής ότι αφετηρία της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελεί πάντα ο Πρωταρχικός Σκοπός, όπως αυτός καταγράφεται στο Μέρος 1, ήτοι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Όπως αναφέρεται στη σελ. 679 του The White Book 2021:
«An obvious starting point is that the court should have regard to all the matters mentioned in r.1.1(2) so as to deal with the case "justly and at proportionate cost" in accordance with the overriding objective. Applications always involve the court striking a balance between injustice to the applicant if the amendment is refused, and injustice to the opposing party and other litigants in general, if the amendment is permitted...».
Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγγλική Νομολογία, αφού το Μέρος 18 των Κανονισμών είναι αντίστοιχο με το Μέρος 17 των Αγγλικών Civil Procedure Rules. Μελέτη αυτής οδηγεί στο ότι οι πιο κάτω αρχές εφαρμόζονται σε αιτήματα τροποποίησης βάσει του Μέρους 18 των Κανονισμών:
- Το κατά πόσον θα επιτραπεί η τροποποίηση ή όχι είναι ζήτημα που εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί αυτήν έχοντας κατά νουν ως παράγοντα ύψιστης σημασίας τον Πρωταρχικό Σκοπό (βλ. Pearce v. East and North Hertfordshire NHS Trust (2020) EWHC 1504).
- Η ύπαρξη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της προτεινόμενης τροποποίησης. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει κατά πόσον η προτεινόμενη τροποποίηση έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας με ανάλογο τρόπο όπως σε αιτήματα για έκδοση συνοπτικής απόφασης βάσει του Μέρους 24 των Κανονισμών. Ως απόρροια δε της απαίτησης όπως τροποποίηση συνοδεύεται από Δήλωση Αληθείας, δεν θα επιτραπεί σε διάδικο να εγείρει με τροποποίηση ισχυρισμό ο οποίος δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και που αποτελεί απλώς εικασία ή εφεύρεση (Clarke v. Marlborough Fine Art (London) Ltd (2002) EWHC 11 (Ch), SPR North Ltd v. Swiss Post International (UK) Ltd (2020) EWHC 2004 (Ch)). Όπως αναφέρεται στην παρ. 17.3.6 του The White Book 2021 με επίκληση της Groveholt Ltd v Hughes (2010) EWCA Civ 538:
«…… the court may reject an amendment seeking to raise a version of the facts of the case which is inherently implausible, self-contradictory or is not supported by contemporaneous documentation.».
Ούτε και θα δοθεί άδεια τροποποίησης ώστε να επιτραπεί η έγερση απαίτησης που δεν στηρίζεται σε εδραιωμένες αρχές δικαίου.[3]
- Μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς και τις οδηγίες του Δικαστηρίου πρέπει να αντιμετωπίζεται αυστηρά. Όπως αναφέρεται στην Pearce v. East and North Hertfordshire NHS Trust (πιο πάνω):
«A strict view must be taken to non-compliance with the CPR and directions of the Court. The Court must take into account the fair and efficient distribution of resources, not just between the parties but amongst litigants as a group. It follows that parties can no longer expect indulgence if they fail to comply with their procedural obligations: those obligations serve the purpose of ensuring that litigation is conducted proportionately as between the parties and that the wider public interest of ensuring that other litigants can obtain justice efficiently and proportionately is satisfied».
- Όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης («very late amendment») ο αιτητής φέρει αυξημένο βάρος να καταδείξει τη δύναμη της προτεινόμενης νέας υπόθεσης του και το γιατί η δικαιοσύνη εξυπηρετείται με την παροχή της αιτούμενης άδειας για τροποποίηση, τόσο σε σχέση με τον ίδιο και τον αντίδικο του, αλλά και σε σχέση με άλλους διάδικους ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Quah v. Goldman Sachs International (2015) EWHC 759 (Comm)). Μεγάλη καθυστέρηση θεωρείται ότι υφίσταται όπου ένεκα της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστεί η ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης. Όπως δε λέχθηκε στην CIP Properties (AIPT) Ltd v. Galliford Try Infrastructure Ltd (2015) EWHC 1345 (TCC):
«….lateness is a relative concept but an amendment is always in principle late if it could have been advanced earlier».
- Δεν ισχύει πλέον η αρχή ότι η επιδίκαση εξόδων συνιστά επαρκή αποζημίωση. Όπως λέχθηκε στην Quah (πιο πάνω):
«Gone are the days when it was sufficient for the amending party to argue that no prejudice had been suffered, save as to costs. In the modern era it is more readily recognised that the payment of costs may not be adequate compensation».
Και πιο κάτω:
«88. The submission that GS would suffer no prejudice that cannot be compensated for by way of costs is unsustainable. Even ignoring the fact that an opposing party is never fully compensated for the costs which it incurs (or for business disruption and loss of management time) and even ignoring the doubts as to Ms Quah's ability to pay GS' costs (beyond any interim payment), the submission ignores the fact that GS' fully legitimate expectation of trial and disposal of this matter this month will be (and indeed has been) thwarted».»
Ειδικά σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας η αγγλική νομολογία τονίζει ότι γενικά, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που οι τροποποιήσεις είναι πολύ καθυστερημένες, μικρές δίκες πρέπει να αποφεύγονται κατά το στάδιο της εξέτασης των αιτημάτων τροποποίησης και η ουσία της υπόθεσης να αποφασίζεται κατά την ακρόαση εκτός και αν δεν υφίσταται πραγματική προοπτική επιτυχίας[4].
Αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 16/08/2023.
Το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου 1967, Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.8/67») προνοεί ότι:
«Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό.»
Σημειώνουμε ότι το εδάφιο (10Α) προστέθηκε στο άρθρο 12 του Ν.8/67 με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.169(1)/2002. Με το εν λόγω εδάφιο ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών[5]. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής / η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο.
Στην παρούσα περίπτωση λόγω του ότι δεν τέθηκε στους γενικούς λόγους της Αίτησης πότε ήταν πληρωτέο στον Αιτητή το Ετήσιο Μπόνους Κινήτρου για το έτος 2023 η ημερομηνία απόλυσης του Αιτητή θεωρείται ως το χρονικό σημείο κατά το οποίο ανέκυψαν τα δύο προς υποβολή δικαιώματα του Αιτητή (σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του) για καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και πιο συγκεκριμένα (1) για το ζήτημα της απόλυσής του (ως αξίωση που στηρίζεται στον Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο του 1967, Ν.24/67,ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.24/67»)) και (2) για το ζήτημα της καταβολής του Ετήσιου Μπόνους Κινήτρου του 2023 (ως αυτοτελής αξίωση δυνάμει της σύμβασης εργασίας του). Το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του «προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος» του Αιτητή και συνακόλουθα στην παρούσα περίπτωση το εν λόγω χρονικό σημείο είναι η 16/08/2023. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε εκτός της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει ο Ν.8/67. Ως εκ τούτου στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζονται και οι πρόνοιες του Κ.18.7 των Κ.Δ.Π.. Σημειώνουμε ότι η δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποιήσεις κάτω από τις πρόνοιες του Κ.18.7 των Κ.Δ.Π. είναι περιορισμένη εντός των ορίων και των παραμέτρων που ορίζει ο Κ.18.7 και ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που η περίπτωση εμπίπτει εντός των εν λόγω ορίων το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να απορρίψει την τροποποίηση στη βάση των γενικών αρχών που διέπουν τα αιτήματα τροποποίησης (βλ. Τhe White Book 2020 σελ. 641-642).
Περαιτέρω λόγω του ότι ζητείται τροποποίηση του ονόματος της Καθ’ ης η Αίτηση εφαρμόζεται ειδικά ο Κ.18.7(3). Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυση της νομικής πτυχής που αφορά τον Κ.18.7(3), ενόψει της ένστασης της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά υποκατάσταση διαδίκου η οποία δεν επιτρέπεται λόγω της εκπνοής της προθεσμίας καταχώρησης αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε και στις πρόνοιες του Κ. 20.6 των Κ.Δ.Π. και ειδικότερα στον Κ. 20.6(3)(α).
«20.6. Ειδικές διατάξεις αναφορικά με την προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων μετά τη λήξη σχετικής περιόδου παραγραφής
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην περίπτωση αλλαγής διαδίκων μετά τη λήξη περιόδου παραγραφής.
(2) Το δικαστήριο δύναται να προσθέσει ή υποκαταστήσει διάδικο μόνο αν:
(α) η σχετική περίοδος παραγραφής δεν είχε λήξει όταν ξεκίνησε η διαδικασία· και
(β) η προσθήκη ή υποκατάσταση είναι αναγκαία.
(3) Η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου είναι αναγκαία μόνο αν το δικαστήριο ικανοποιείται ότι:
(α) ο νέος διάδικος υποκαθιστά διάδικο, ο οποίος κατονομάζεται στο έντυπο απαίτησης εσφαλμένα αντί του νέου διαδίκου·
(β) η απαίτηση δεν μπορεί να συνεχιστεί κανονικά από ή εναντίον του αρχικού διαδίκου, εκτός αν ο νέος διάδικος προστεθεί ή υποκατασταθεί ως ενάγων ή εναγόμενος· ή
(γ) ο αρχικός διάδικος έχει αποβιώσει ή έχει εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης εναντίον του και το συμφέρον ή η ευθύνη του διαδίκου έχει μεταφερθεί στον νέο διάδικο.
(4) Επιπρόσθετα, το δικαστήριο δύναται να προσθέσει ή υποκαταστήσει διάδικο όταν, κατά την άσκηση εκ του νόμου εξουσίας, διατάξει όπως η περίοδος παραγραφής μη εφαρμοστεί στην απαίτηση από ή εναντίον του νέου διαδίκου.»
Ο Κ. 18.7(3) αντιστοιχεί στον αγγλικό CPR 17.4(3) και ο Κ.20.6(3) στον αγγλικό CPR 19.5(3)(a) πριν την τροποποίηση του 2023 (με τις τροποποιήσεις του 2023 ο εν λόγω κανονισμός πήρε τον αριθμό CPR 19.6(3)(a) χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή στο λεκτικό του).
Από μελέτη αγγλικών συγγραμμάτων[6] και αγγλικής νομολογίας[7] σχετικά με την εφαρμογή των CPR 17.4(3) και CPR 19.5(3)(a) προκύπτουν τα εξής:
(α) Πριν από το 1965, τα αγγλικά δικαστήρια δεν επέτρεπαν την προσθήκη και/ή την αντικατάσταση διαδίκου αν η προσθήκη θα οδηγούσε σε ανατροπή υπεράσπισης που προβλεπόταν από τον περί Παραγραφής Νόμο του 1939, (βλ. μεταξύ άλλων, Mabro v Eagle Star & British Dominion Insurance Co Ltd [1932] 1 K.B. 485, Davies v Elsby Brothers Ltd [1960] 3 ALL ER 672). Όπου αυτό προβαλλόταν ως ενδεχόμενο, ετίθετο το ερώτημα κατά πόσον η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος αποσκοπούσε, στην πραγματικότητα, στην προσθήκη ή υποκατάσταση εναγομένου, ή στην απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) καθότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση ενώ στη δεύτερη μπορούσε να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης το δικαιολογούσε. Από το 1965 το εν λόγω ζήτημα ρυθμίστηκε θεσμικά, αρχικά από το O.20, r.5 των αγγλικών Θεσμών και στη συνέχεια από τους CPR 17.4(3) και CPR 19.5(3) οι οποίοι αντικατέστησαν το O.20, r.5, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις νοουμένου ότι αποδειχθούν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο, αν το κρίνει δίκαιο, δύναται να εγκρίνει τη διόρθωση του ονόματος ενός διαδίκου, στις περιπτώσεις που η σχετική αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται μετά που η καθορισμένη περίοδος παραγραφής ισχύουσα κατά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος έχει λήξει και παρά το ότι η συνέπεια της τροποποίησης θα είναι η αντικατάσταση του διαδίκου με άλλο διάδικο που υποβάλλεται μετά την εκπνοή της περιόδου παραγραφής[8].
(β) Η νομολογία που αφορούσε την εφαρμογή του O.20, r.5 των Θεσμών είναι σχετική και οφείλεται να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία των CPR 17.4(3) και CPR 19.5(3)(a) αναλόγως της περίπτωσης.
(γ) Τόσο ο CPR 17.4(3) όσο και ο CPR 19.5(3)(a) εφαρμόζονται στις περιπτώσεις σφάλματος περί του ονόματος ενός διαδίκου και όχι περιπτώσεις σφάλματος περί της ταυτότητας ενός διαδίκου. Το σφάλμα περί της ταυτότητας συμβαίνει όταν ο ενάγοντας προσδιορίζει ένα πρόσωπο ως το πρόσωπο που του προκάλεσε μια ζημιά, σκοπεύει να ενάγει αυτό το πρόσωπο, το περιγράφει στο δικόγραφο με το σωστό όνομα αλλά μετά ανακαλύπτει ότι προσδιόρισε το λάθος πρόσωπο ως το πρόσωπο που του προκάλεσε τη ζημιά. Το σφάλμα περί του ονόματος συμβαίνει όταν ο ενάγοντας προσδιορίζει το σωστό πρόσωπο ως το πρόσωπο που του προκάλεσε μια ζημιά αλλά το περιγράφει στο δικόγραφο με το λανθασμένο όνομα. Σε ποια κατηγορία ανήκει το λάθος εξαρτάται από τις προθέσεις του προσώπου που έκανε το λάθος και αποφασίζεται στη βάση μαρτυρίας υπό το φως όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν το λάθος (δηλαδή της μαρτυρίας που δίνεται προς εξήγηση του λάθους, το περιεχόμενο του δικογράφου που στηρίζει την αξίωση (το εν λόγω περιεχόμενο θεωρείται ως η καλύτερη πηγή από την οποία μπορεί αντικειμενικά να συναχθεί η πρόθεση του ενάγοντα), της αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων και των αντιπρόσωπών τους πριν και μετά την καταχώρηση της αγωγής). Αν ο προστιθέμενος εναγόμενος μπορεί να προσδιοριστεί από την αναφορά μιας περιγραφής/ιδιότητας η οποία είναι σχετική, από νομικής άποψης, με την περίπτωση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγωγής (δηλαδή η ταυτότητα του προστιθέμενου εναγόμενου ήταν π.χ. ο εργοδότης του ενάγοντα, ο ιδιοκτήτης της κατοικίας που ενοικίαζε ο ενάγοντας, ο γείτονας του ενάγοντα, ο κατασκευαστής συγκεκριμένου προϊόντος) αλλά το όνομα στην αγωγή δεν είναι αυτού του προσώπου τότε αυτή η περίπτωση εμπίπτει στο λάθος περί του ονόματος σε αντίθεση με την περίπτωση που η περιγραφή/ιδιότητα είναι λανθασμένη που εμπίπτει στο λάθος περί της ταυτότητας.
(δ) Το λάθος που αναφέρεται στους CPR 17.4(3) και CPR 19.5(3)(a) δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως λάθος χωρίς υπαιτιότητα, δεν αποκλείει στοιχεία αμέλειας ή παράλειψης νοουμένου ότι πρόκειται για γνήσιο και πραγματικό λάθος και στην περίπτωση που είναι εντελώς ξεκάθαρο ποια ήταν η ταυτότητα του προσώπου που ο ενάγοντας ήθελε να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του δεν είναι απαραίτητο να αναφερθεί στο Δικαστήριο η ακριβής προέλευση του λάθους ώστε να διαπιστωθεί ότι το λάθος είναι γνήσιο.
(ε) Η χρήση της λέξης «δύναται» («may») στους CPR 17.4(3) και CPR 19.5(3)(a) δεικνύει ότι, ακόμα και αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια σχετικά με το αν θα επιτρέψει την τροποποίηση του τίτλου και/ή την υποκατάσταση διαδίκου η οποία ευχέρεια εξασκείται σύμφωνα με τον Πρωταρχικό Σκοπό ώστε το Δικαστήριο να χειρίζεται τις υποθέσεις με δίκαιο τρόπο.
(στ) Όπως σε όλες τις αιτήσεις τροποποίησης εξετάζεται από το Δικαστήριο η ουσία των αιτούμενων τροποποιήσεων μόνο και αν στον βαθμό που είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει καμιά πραγματική προοπτική επιτυχίας.
(ζ) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να εξασκείται με τέτοιο τρόπο ώστε την ουσία να τιμωρεί τον διάδικο για αβλαβή λάθη είτε αυτών είτε των νομικών εκπροσώπων τους.
(η) Εξετάζοντας μια αίτηση η οποία βασίζεται στο CPR 17.4(3) το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί για τ’ ακόλουθα τρία ζητήματα[9]: (1) ότι το σφάλμα/λάθος ήταν γνήσιο (σχετικά με το ορθό όνομα του διαδίκου), (2) ότι το σφάλμα/λάθος δεν ήταν τέτοιο που θα προκαλούσε εύλογη αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου και (3) (αν οι δύο πιο πάνω ερωτήσεις απαντηθούν θετικά προς όφελος του διάδικου που αιτείται την τροποποίηση) ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπό τις περιστάσεις πρέπει να εξασκηθεί προς όφελος του διαδίκου που αιτείται την τροποποίηση. Το κατά πόσον ένα σφάλμα/λάθος δεν είναι τέτοιο που μπορεί να προκαλέσει εύλογη αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου αποφασίζεται αντικειμενικά λαμβάνοντας υπόψη τι αναφέρεται στο δικόγραφο υπό το φως του (1) τι είναι γνωστό στους αντιδίκους και (2) του πλαισίου εντός του οποίου εγέρθηκε η διαφορά μεταξύ των διαδίκων[10].
(η) Το CPR 19.5(3)(a) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το λάθος/σφάλμα είναι κάτι πιο ουσιαστικό από αυτό που προβλέπεται στο CPR 17.4(3) και το οποίο λάθος θεραπεύεται μόνο με την αντικατάσταση ενός διαδίκου με νέο διάδικο. Το Δικαστήριο μπορεί να εξασκήσει τη διακριτική ευχέρεια ώστε να επιτρέψει την αντικατάσταση/υποκατάσταση διαδίκου όταν ικανοποιηθεί ότι έγινε ένα γνήσιο λάθος το οποίο προκάλεσε την αναφορά σε λανθασμένο διάδικο και ότι αν δεν συνέβαινε αυτό το λάθος το πρόσωπο που προτείνεται ως νέος διάδικος θα ήταν ο διάδικος που αναγραφόταν στο δικόγραφο. Δεν είναι απαραίτητο πριν το Δικαστήριο εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι το σφάλμα/λάθος δεν ήταν τέτοιο που θα προκαλούσε εύλογη αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου καθότι δεν υπάρχει τέτοια προϋπόθεση στο λεκτικό του CPR 19.5(3)(a) αλλά το εν λόγω ζήτημα είναι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την εξάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ενώ δεν είναι απαραίτητο ο προστιθέμενος εναγόμενος να γνωρίζει την απαίτηση πριν τη λήξη της περιόδου παραγραφής, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος υποκατάστασης διαδίκου εξασκείται ευκολότερα στις περιπτώσεις όπου (1) υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ του υφιστάμενου διαδίκου και του προστιθέμενου διαδίκου και (2) ο προστιθέμενος διάδικος γνώριζε τις δικαστικές διαδικασίες και το σφάλμα ώστε να μην προκληθεί οποιαδήποτε αδικία από την υποκατάσταση διαδίκου.
Στην απόφαση του ο Δικαστής Mann (High Court of Justice) στην υπόθεση Various Claimants v G4S plc [2021] EWHC 524 μετά από ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας ανέφερε τα πιο κάτω σε σχέση με την εφαρμογή των προνοιών των CPR 17.4(3) και CPR 19.5(3)(a) και τον τρόπο εξάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου:
“140. (i) Under both 17.4 and 19.5, the mistake must be as to name and not identity.
(ii) 19.5 refers in terms to a substitution. However, in reality 17.4(3) has also been interpreted so as to allow what is, in fact (and law) a substitution.
(iii) That is because the concept of a mistake as to name is interpreted generously.
(iv) Generosity is achieved by looking to the description of the legal requirements for qualification as the claimant or defendant (as the case may be) - Insight at paragraph 52 - usually as described in the claim form (and perhaps Particulars of Claim if served with it).
(v) If a description is to be relied on as saving a misdescribed party it must be sufficiently specific to allow identification in the circumstances - "more or less specific to the particular case", in the words of Sardinia Sulcis. A successful amendment will very often be a case where there is an intention to sue in a certain capacity (landlord, tenant, shipowner).
(vi) The true identity must be apparent to the litigation counterparty, at least under 17.4(3) (Adelson para 43). It is not clear to me why this would be a requirement under CPR 19.5(3)(a) when it seems to omit the reasonable doubt criterion.
(vii) Under CPR 17.4(3) it is a requirement that the mistake would not have caused reasonable doubt as to the identity of the party intending to sue. That is not a requirement under CPR 19.5, but the point may be relevant to the court's discretion, and may be a significant factor.
141. The level of generosity is demonstrated by a large number of the reported cases, but I can just confine myself to just one. In the TRW case (above) there was a claim by what was intended to be the tenant under a lease to one of a group of companies. After proceedings were issued, and after the limitation period had expired, the claimant discovered that the actual leaseholder was a different company from that which had originally sued. The wrong entity had been listed on the claim form because of a mistaken belief by the claimants’ solicitors as to the identity of the lessee, and the mistaken belief came from a description given by loss adjustors. Fraser J allowed substitution under CPR 19.5 on the basis that there had been a relevant mistake. The company which was joined as claimant was the company that the mistake maker (the solicitor) intended to be joined. There was no mistake as to the identity of that company. There was no mistake as to the name of that company. His mistake was in thinking that it was the tenant company. Nonetheless this was treated as a mistake as to name within the generous test.
……………………………………………………….
281. On the authorities, therefore, the following material points can be extracted:
(a) The quality of the mistake can be relevant. An accidental slip that is easily made may be more remediable than other more serious forms of mistake.
(b) The speed with which corrective action is taken is relevant. A speedy application will be looked on more favourably than a tardy one.
(c) Prejudice to each party is relevant.
(d) The fact that a claim will be extended to a claimant who would otherwise be time-barred is not, by itself, sufficient prejudice to justify a refusal of the exercise of discretion. That is logical - the ability to pursue a claim which could otherwise not be pursued is built into the legislation and the rules.
(e) The state of knowledge of the claim on the part of the defendant is relevant. If the defendant knows of a number of similar claims already, and the amending claimant just adds one, then the prejudice to the defendant is not that great (Horne-Roberts). By contrast, if a whole batch of "new" claimants seek to come in, then that may well be different.
(f) It is of assistance to a claimant that the defendant knows of the claim and of the mistake in advance of the proceedings. By contrast, it is relevant the other way if the defendant does not have that knowledge.
(g) The jurisdiction is not intended to be punitive of the maker of the mistake. The court understands that honest mistakes can be made (see also Insight at para 106 and TRW).
(h) It is said that a defendant who is notified of the claim after the expiry of the limitation period is in a better position than one who knows about it before the limitation period has expired. This is justifiable on the basis that in cases like Horne-Roberts and TRW the amended-against defendant is only being put in the same position as he thought he was in before the limitation period expired. The position is otherwise if the defendant knew nothing of the claimants or the claims made until after the period had expired.”
Από τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση στην αίτηση προκύπτουν ως αναντίλεκτα γεγονότα τ’ ακόλουθα: (1) η Καθ’ ης η Αίτηση στην Αίτηση, η οποία φέρει το όνομα AmediusTec Ltd, είναι αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο («AmediusTec Ltd Κύπρου») σύμφωνα με το άρθρο 347 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 και είναι παράρτημα της εταιρείας AmediusTec Ltd, η οποία έχει συσταθεί και είναι εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία του Μαυρικίου («AmediusTec Ltd Μαυρικίου»), (2) ο Αιτητής υπέγραψε σύμβαση εργοδότησης με την AmediusTec Ltd, αλλοδαπή εταιρεία η οποία είναι εγγεγραμμένη στη Σιγκαπούρη («AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης»), με την οποία διορίστηκε ως Εξουσιοδοτημένος Αντιπρόσωπος & Γενικός Διευθυντής του Παραρτήματος στην Κύπρο, δηλαδή της Καθ’ ης η Αίτηση («AmediusΤec Ltd Κύπρου») και (3) ο Αιτητής εργαζόταν στο παράρτημα στην Κύπρο[11].
Από το περιεχόμενο της Αίτησης προκύπτει ξεκάθαρα ότι πρόθεση του Αιτητή ήταν να ενάγει την οντότητα εκείνη που είναι υπεύθυνη (α) για την καταβολή σε αυτόν του Ετησίου Μπόνους για το 2023 στη βάση της σύμβασης εργασίας του για την απασχόλησή του το 2023 και (β) για την καταβολή αποζημίωσης και πληρωμή αντί προειδοποίησης για τον τερματισμό της απασχόλησής του το 2023 και ότι οι αξιώσεις του, για καταβολή του Ετησίου Μπόνους για το 2023 και πληρωμή αποζημίωσης και πληρωμή αντί προειδοποίησης για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του το 2023, στρέφονται κατά του προσώπου που τον εργοδοτούσε (κατά του εργοδότη του) στο παράρτημα στην Κύπρο κατά την περίοδο 2012 – 2023. Η ιδιότητα του προσώπου που ήθελε να ενάγει ο Αιτητής είναι ξεκάθαρη και πιο συγκεκριμένα ήταν το πρόσωπο που ήταν ο εργοδότης του κατά την απασχόλησή του στο παράρτημα στην Κύπρο. Ο Αιτητής στον τίτλο της Αίτησης και στους γενικούς λόγους της Αίτησης προσδιόρισε ως εργοδότη του το παράρτημα στην Κύπρο και απέδωσε όλα τα χαρακτηριστικά του εργοδότη του στην AmediusTec Ltd Κύπρου η οποία αφορούσε/λειτουργούσε και/ή ήταν το παράρτημα στην Κύπρο. Η AmediusTec Ltd Κύπρου ως αλλοδαπή εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το άρθρο 347 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 δεν έχει νομική οντότητα ξεχωριστή από την εταιρεία που είναι συστημένη και εγγεγραμμένη στο εξωτερικό[12] (την AmediusTec Ltd Μαυρικίου). Ως εκ τούτου ως καθ’ ου η αίτηση στην Αίτηση θα έπρεπε να προσδιοριζόταν η AmediusTec Ltd Μαυρικίου η οποία έχει νομική προσωπικότητα και έχει εγγράψει την αλλοδαπή εταιρεία στην Κύπρο (την AmediusTec Ltd Κύπρου) ώστε να έχει τόπο εργασίας/παράρτημα στην Κύπρο. Σημειώνουμε ότι με την αιτούμενη αλλαγή του τίτλου της Αίτησης οι βάσεις των αξιώσεων του Αιτητή παραμένουν αναλλοίωτες και τα γεγονότα που τις στηρίζουν τα ίδια. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στο λάθος περί του ονόματος και όχι στο λάθος περί της ταυτότητας. Κατά την κρίση μας, το γεγονός της αναφοράς στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι η έδρα της AmediusTec Ltd Κύπρου είναι στη Σιγκαπούρη δεν επηρεάζει το πιο πάνω συμπέρασμά μας εφόσον προκύπτει ότι (α) ο Αιτητής περιέγραψε στο δικόγραφο ξεκάθαρα ως εργοδότη του την AmediusTec Ltd Κύπρου και απέδωσε ξεκάθαρα την ιδιότητα του εργοδότη του στο παράρτημα στην Κύπρο και (β) η νομική οντότητα που αφορά το παράρτημα της Κύπρου και την AmediusTec Ltd Κύπρου είναι η AmediusTec Ltd Μαυρικίου. Το ζήτημα κατά πόσον ο Αιτητής σωστά θεωρεί ως εργοδότη του στο παράρτημα της Κύπρου την AmediusTec Ltd Κύπρου και συνακόλουθα την οντότητα που είχε τη νομική προσωπικότητα σχετικά με το παράρτημα στην Κύπρο και την AmediusTec Ltd Κύπρου, δηλαδή την AmediusTec Ltd Μαυρικίου, παρά το ότι η σύμβαση εργοδότησής του συνάφθηκε με την AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης είναι ζήτημα ουσίας το οποίο θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της Αίτησης.
Περαιτέρω, στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι το αίτημα δεν αφορά ουσιαστική αλλαγή διαδίκου και συνακόλουθα κρίνουμε ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν αφορά υποκατάσταση διαδίκου αλλά διόρθωση του ονόματος του διαδίκου και ως εκ τούτου εφαρμόζεται ο Κ.18.7(3).
Από τα ενώπιόν μας στοιχεία (και ιδιαίτερα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Κ.Μ.) προκύπτει ότι τόσο ο Αιτητής (λόγω της θέσης του) όσο και οι δικηγόροι του είτε με μια απλή έρευνα στο αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών είτε μέσω των εξελεγμένων λογαριασμών της AmediusTec Ltd Κύπρου, θα μπορούσαν να διαπιστώσουν ποια ήταν η νομική προσωπικότητα του προσώπου που ήθελαν να ενάγουν ως εργοδότη του Αιτητή και να ανέγραφαν στην Αίτηση το σωστό όνομα της οντότητας που σκόπευαν να θέσουν ως Καθ’ ης η Αίτηση. Παρά το ότι το λάθος το οποίο ζητείται να διορθωθεί με την αίτηση έχει στοιχεία αμέλειας και παράλειψης από την πλευρά του Αιτητή δεν διαπιστώνουμε ότι το εν λόγω λάθος δεν ήταν πραγματικό σφάλμα. Επίσης δεν διαφάνηκε από το ενώπιόν μας υλικό ότι το εν λόγω λάθος ήταν σκόπιμο. Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι το εν λόγω λάθος ήταν γνήσιο.
H πλευρά του Αιτητή έθεσε ενώπιόν μας αντίγραφα των εξελεγμένων λογαριασμών της AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης για το έτος 2020 στο οποίο επισυνάπτονταν οι εξελεγμένοι λογαριασμοί της AmediusTec Ltd Μαυρικίου (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της Τ.Κ.) στους οποίους η AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης αναφέρεται ως «AmediusTec Ltd Singapore Operations[13]» και σημειώνονται τα εξής: “The Singapore Operations is a segment of Amedius Tec Ltd., and are not a separately incorporated legal entity.”, “AMEDIUSTEC LTD - Singapore Operations…….. (Registration No.:T04FC6620K) is registered in Singapore ……….The Singapore Operations is a segment of AmediusTec Ltd., incorporated in the Republic of Mauritius.”. Στη σελίδα 10 του εγγράφου με τίτλο “Registration No.:C42923C Singapore Registration No.:T04FC6620K, AMEDIUSTEC LTD, (incorporated in Mauritius) Financial Statements …….” αναγράφονται τα εξής: “Amediustec Ltd (Singapore Registration No.:T04FC6620K) is incorporated in Mauritius”. H πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση μέσω της ένορκης δήλωσης της Κ.Μ. (1) δεν αμφισβήτησε τα εν λόγω έγγραφα και δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία που να αμφισβητούν είτε τα πιο πάνω έγγραφα είτε τις πιο πάνω αναφορές στα εν λόγω έγγραφα και (2) δεν ανέφερε ρητά και ξεκάθαρα ότι η AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης έχει ξεχωριστή νομική προσωπικότητα. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι η Καθ’ ης η Αίτηση, παρά το ότι επικαλείται το γεγονός ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή συνάφθηκε με την AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης, δεν έθεσε ενώπιόν μας το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή έγγραφο που να δεικνύει είτε ότι υπάρχει ρητή και ξεκάθαρη αναφορά ότι εργοδότης του Αιτητή είναι η AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης παρά το ότι διορίστηκε διευθυντής του παραρτήματος στην Κύπρο (η Κ.Μ. απλώς περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές ότι ο Αιτητής εκτελούσε καθήκοντα που αφορούσαν την AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης) είτε ότι ο Αιτητής πληροφορήθηκε ρητά και ξεκάθαρα για την ταυτότητα του εργοδότη του και την εγγεγραμμένη έδρα του και/ή τη διεύθυνση του εργοδότη του ως προβλέπει η νομοθεσία[14] (η οποία σημειώνουμε υποχρεώνει τον εργοδότη να ενημερώσει τον εργοδοτούμενο για τα εν λόγω στοιχεία). Ακόμη οι αναφορές του Αιτητή στους γενικούς λόγους της Αίτησης (α) σε επιστολή απόλυσής του από την Καθ’ ης η Αίτηση σε συνέχεια προηγούμενης επιστολής της για το ζήτημα λανθασμένης πληρωμής Ετησίων Μπόνους σε αυτόν μετά από παραπλανητικές υποβολές αιτημάτων από αυτόν και (β) σε αλληλογραφία μεταξύ αυτού και της Καθ’ ης η Αίτηση που ακολούθησε την απόλυσή του σχετικά με τα ζητήματα του υπολογισμού των Ετησίων Μπόνους και τις κατηγορίες που του απέδιδε η Καθ’ ης η Αίτηση, δεν απορρίφθηκαν ρητά και ξεκάθαρα με τους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης και η Καθ’ ης η Αίτηση στο δικόγραφό της αναφέρεται εκτενώς και λεπτομερώς στις εν λόγω επιστολές χωρίς να οποιαδήποτε ρητή αναφορά στο πρόσωπο του εργοδότη που απέστελλε τις εν λόγω επιστολές. Σημειώνουμε ότι στην ένορκη δήλωση της Κ.Μ. απλώς αναφέρεται ότι στις 16/08/2023 τερματίστηκε η εργοδότηση του Αιτητή χωρίς άλλες λεπτομέρειες σχετικά με το ποιο ήταν το πρόσωπο που τερμάτισε την εργοδότηση του Αιτητή. Πέραν τούτου, οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της Τ.Κ. ότι καταβάλλονταν εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για το πρόσωπο του Αιτητή από την AmediusTec Ltd Κύπρου και ότι ο μισθός και τα ωφελήματα του Αιτητή πληρώνονταν μέσω κυπριακού τραπεζικού λογαριασμού της AmediusTec Ltd Κύπρου δεν έχουν αμφισβητηθεί και απορριφθεί ρητά και ξεκάθαρα από την πλευρά της Καθ’ ης η Αίτηση με την ένορκη δήλωση της Κ.Μ.. Λαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των γενικών λόγων της Αίτησης, βρίσκουμε ότι ένα πρόσωπο στη θέση της AmediusTec Ltd Μαυρικίου (το οποίο γνώριζε τις περιστάσεις που περιβάλλουν την εργοδότηση του Αιτητή στο παράρτημα στην Κύπρο και τον τερματισμό της εν λόγω απασχόλησης καθώς και το πλαίσιο της εγειρόμενης διαφοράς) δεν θα μπορούσε να αμφιβάλλει ότι, με βάση το περιεχόμενο των γενικών λόγων της Αίτησης, ο Αιτητής είχε πρόθεση να τον ενάγει και ότι ήταν το πρόσωπο που σχετιζόταν με την υπόθεση που αναφέρεται στους γενικούς λόγους της Αίτησης παρά (α) το γεγονός ότι η σύμβαση εργοδότησης του Αιτητή συνάφθηκε με την AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης (σημειώνουμε ότι στους γενικούς λόγους της Αίτησης γίνεται απλή αναφορά σε σύμβαση εργασίας χωρίς αναφορά στο συμβαλλόμενο μέρος από την εργοδοτική πλευρά) και (β) την ύπαρξη αναφοράς στους γενικούς λόγους της Αίτησης σε έδρα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Σιγκαπούρη. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι το λάθος περί του ονόματος δεν ήταν τέτοιο που θα προκαλούσε αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της Καθ’ ης η Αίτηση.
Σημειώνουμε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό τα στοιχεία Α (2), (3) και (4) και (5 – 1η πρόταση η οποία αρχίζει από τη λέξη «Αποτελεί» και τελειώνει με τις λέξεις «παρείχε τις υπηρεσίες του στο Υποκατάστημα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Κύπρο») συνδέονται με την αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου (στοιχείο Α(1)) και δεν αφορούν νέες απαιτήσεις ή αξιώσεις του Αιτητή αλλά διευκρινίσεις/διορθώσεις σχετικά με το πρόσωπο του εργοδότη του. Ως εκ τούτου κρίνουμε σκόπιμο εντός του πλαισίου εξέτασης κατά πόσον η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να εξασκηθεί υπέρ της αιτούμενης τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης να εξεταστεί κατά πόσον θα πρέπει να επιτραπούν και οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό τα στοιχεία Α (2), (3), (4) και (5- το μέρος στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω) σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 18 των Κ.Δ.Π.. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά που αναφέραμε πιο πάνω βρίσκουμε ότι (1) παρά το λάθος περί του ονόματος της Καθ’ ης η Αίτηση η προτιθέμενη Καθ’ ης η Αίτηση είχε γνώση της Αίτησης (και των αξιώσεων του Αιτητή) από την ημέρα που επιδόθηκε η Αίτηση (δηλαδή εντός της προθεσμίας που προβλέπεται για καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών) και δεν της προκαλείται οποιαδήποτε βλάβη (σημειώνουμε ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να δεικνύει οποιαδήποτε πραγματική βλάβη στην προτιθέμενη Καθ’ ης η Αίτηση πέραν της, κατ’ ισχυρισμό, παραγραφής αν επιτραπούν οι εν λόγω υπό εξέταση αιτούμενες τροποποιήσεις) αφού η προτιθέμενη Καθ’ ης η Αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να αντικρούσει, επί της ουσίας, πάνω σε οποιαδήποτε πραγματική ή νομική βάση, οποιαδήποτε ευθύνη της αποδίδεται με την Αίτηση, (β) αν δεν επιτραπούν οι εν λόγω υπό εξέταση αιτούμενες τροποποιήσεις ο Αιτητής θα εμποδιστεί από να προωθήσει τις απαιτήσεις εναντίον της νομικής προσωπικότητας του εργοδότη του, (γ) οι υπό εξέταση αιτούμενες τροποποιήσεις δεν μπορεί να λεχθούν ότι είναι προδήλως αβάσιμες και αστήριχτες ή εγγενώς απίθανες ή καταδικασμένες σε αποτυχία (το ζήτημα που προκύπτει με τη σύμβαση εργασίας με την AmediusTec Ltd Σιγκαπούρης είναι ζήτημα που θα εξεταστεί όταν εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης), (δ) παρά το ότι το λάθος σχετικά με το όνομα του εργοδότη μπορούσε να εντοπιστεί πριν την καταχώρηση της Αίτησης και η πηγή του λάθος δεν δικαιολογήθηκε πλήρως από την πλευρά του Αιτητή, δεν έχει αποδειχτεί ενώπιόν μας οποιαδήποτε κακοπιστία ή υστεροβουλία από την πλευρά του Αιτητή με την καταχώρηση της Αίτησης όπως καταχωρήθηκε και/ή με την καταχώρηση της αίτησης ούτε οποιαδήποτε κατάχρηση των διαδικασιών και (ε) ότι η αίτηση, παρόλο που θα μπορούσε να καταχωρηθεί νωρίτερα, δεν καταχωρήθηκε με τέτοια καθυστέρηση που δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα στον προγραμματισμό της υπόθεσης και ανατροπή σε καθορισμένες χρονικά δικαστικές διαδικασίες αφού καταχωρήθηκε στα αρχικά στάδια της υπόθεσης πριν καν τον ορισμό της υπόθεσης για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση ή με υπέρμετρη καθυστέρηση, παρόλο που το ζήτημα του προσώπου του εργοδότη τέθηκε στους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης λαμβάνοντας υπόψη ότι (i) από τον φάκελο της Αίτησης φαίνεται (α) ότι η Αίτηση οριζόταν για οδηγίες για να συζητηθούν τα ζητήματα που αναφερθήκαν στην αρχή της παρούσας απόφασης, (β) ότι οι δικηγόροι και των δύο πλευρών ζητούσαν αρκετό χρόνο για να εξετάσουν τα εν λόγω ζητήματα και να μεταφέρουν τις θέσεις τους στο Δικαστήριο και (γ) ότι κάποιες ημερομηνίες οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση δεν μπορούσαν προσέλθουν στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να δοθούν νέες ημερομηνίες και (ii) η Καθ’ ης Αίτηση, μέσω της ένορκης δήλωσης της Κ.Μ., δεν αμφισβήτησε, επί της ουσίας τους, τους ισχυρισμούς της Τ.Κ. ότι οι δικηγόροι της Καθ’ ης η Αίτηση είχαν αναλάβει να δώσουν στοιχεία στους δικηγόρους του Αιτητή σχετικά με το νομικό πρόσωπο του εργοδότη του Αιτητή και ότι όταν δόθηκαν στις 05/11/2025 κάποια στοιχεία αυτά ήταν άσχετα, κρίνουμε ότι η έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων υπό τα στοιχεία Α (1), (2), (3), (4) και (5 - το μέρος στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω) προάγει το συμφέρον της δικαιοσύνης και τον Πρωταρχικό Σκοπό αφού δεν εμποδίζει λόγω ενός τεχνικού λάθους την προώθηση μιας καλόπιστης απαίτησης. Συνακόλουθα αποφασίζουμε όπως η διακριτική ευχέρειά μας εξασκηθεί υπέρ της έγκρισης των αιτούμενων τροποποιήσεων.
Η αιτούμενη τροποποίηση υπό το στοιχείο Α (5 -2η πρόταση η οποία αρχίζει από τη λέξη «Ειδικότερα» και τελειώνει με τις λέξεις «διατηρούσε το Υποκατάστημα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Κύπρο») κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται καθότι αποτελείται από στοιχεία μαρτυρίας τα οποία στηρίζουν τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι απασχολείτο από το παράρτημα στην Κύπρο (την AmediusTec Ltd Κύπρου) και συνακόλουθα την AmediusTec Ltd Μαυρικίου και τίποτα δεν εμποδίζει τον Αιτητή από το να θέσει τα εν λόγω στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της Αίτησης. Θεωρούμε ότι τυχόν έγκρισή της δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό.
Σε ό, τι αφορά την αιτούμενη τροποποίηση υπό το στοιχείο Α (7) παρατηρούμε ότι δεν έχει δοθεί από την πλευρά του Αιτητή (είτε με την ένορκη δήλωση της Τ.Κ. είτε με την αγόρευση της δικηγόρου του Αιτητή) οποιαδήποτε δικαιολογία για ποιο λόγο δεν περιλήφθηκε από την αρχή στους γενικούς λόγους της Αίτησης και δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να στηρίζει το περιεχόμενό της. Στην ένορκη δήλωση της Τ.Κ. αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι με την εν λόγω αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται να αποδοθούν ορθά οι λεπτομέρειες που αφορούν τα ωφελήματα που δικαιούται ο Αιτητής με βάση τα, μεταξύ τους, συμφωνηθέντα και δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε συγκεκριμένος και σαφής λόγος σχετικά με την αναγκαιότητά της. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών κρίνουμε ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας το αναγκαίο υπόβαθρο για να εξασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης υπό το στοιχείο Α (7).
Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης και των γενικών λόγων της Αίτησης ως οι παράγραφοι (1), (2), (3), (4), (5 - 1η πρόταση η οποία αρχίζει από τη λέξη «Αποτελεί» και τελειώνει με τις λέξεις «παρείχε τις υπηρεσίες του στο Υποκατάστημα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Κύπρο») και (6) του μέρους Α της αίτησης τροποποίησης με τίτλο «Αιτούμενη Θεραπεία». Οι υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις απορρίπτονται.
Τροποποιημένη Αίτηση και τροποποιημένοι γενικοί λόγοι Αίτησης να καταχωρηθούν μέχρι τις 24/08/2026. Τροποποιημένο Έγγραφο Εμφάνισης και γενικοί λόγοι Εγγράφου Εμφάνισης να καταχωρηθούν μέχρι τις 25/09/2026.
Σχετικά με τα έξοδα: (1) δυνάμει του Κ.18(1)(α) του Κ.Δ.Π. τα έξοδα της τροποποίησης και τα έξοδα που προκαλούνται από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η Αίτηση και εις βάρος του Αιτητή ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και (2) λαμβάνοντας υπόψη τη μερική επιτυχία της επίδικης αίτησης τροποποίησης, η οποία επιτυχία αφορούσε τα πλείστα αιτητικά, κατ’ εφαρμογή του Κ.18.2(1)(β), επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος της Καθ’ ης η Αίτηση το 50% των εξόδων της εκδίκασης αίτησης τροποποίησης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.
Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 05/10/2026 η ώρα 09.00 π.μ..
(Υπ.) ………………………………….
Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής
(Υπ.) …………………………………. (Υπ.) ………………………….
Λ. Ζάμπογλου, Μέλος Ν. Ψύχας, Μέλος
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Με την εν λόγω τροποποίηση έγινε αλλαγή στον αριθμό εγγραφής των Καθ’ ων η αίτηση στον τίτλο της Αίτησης.
[2] Στο Μέρος 60 στον Κ.60.1(3) των Κ.Δ.Π. σημειώνεται ότι ο Κ.Δ.Π. δεν εφαρμόζεται σε ειδικές δικαιοδοσίες για τις οποίες ισχύουν συγκεκριμένοι διαδικαστικοί κανονισμοί οι οποίοι προβλέπονται από συγκεκριμένο νόμο ή κανονισμό εκτός από τις περιπτώσεις που ο συγκεκριμένος νόμος ή κανονισμός παραπέμπει στην, ή επιτρέπει την, εφαρμογή των εκάστοτε κανονισμών πολιτικής δικονομίας όπου ο Κ.Δ.Π. εφαρμόζεται στον βαθμό που προβλέπεται.
[3] Βλέπε Elite Property Holdings Ltd v. Barclays Bank plc [2019] EWCA Civ 204 όπου υπάρχει καθοδήγηση αναφορικά με την πραγματική προοπτική επιτυχίας: “41. For the amendments to be allowed the Appellants need to show that they have a real as opposed to fanciful prospect of success which is one that is more than merely arguable and carries some degree of conviction: ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472. A claim does not have such a prospect where (a) it is possible to say with confidence that the factual basis for the claim is fanciful because it is entirely without substance; (b) the claimant does not have material to support at least a prima facie case that the allegations are correct; and/or (c) the claim has pleaded insufficient facts in support of their case to entitle the Court to draw the necessary inferences:.”
[4] Στην υπόθεση CNM Estates (Tolworth Tower)Ltd v. Carvill-Briggs [2023] 1 W.L.R.4335 στην παράγραφο 77 λέχθηκαν τα εξής: “The general rule is that, except in the case of "very late" amendments, unless it can be seen that a claim has no real prospect of succeeding, its merits should be determined at a full trial. The warnings against mini-trials apply with just as much force to applications to amend as they do to summary judgment or jurisdiction disputes. The CPR do not bar litigants from pursuing claims that might at an interlocutory stage be considered weak. In our view, HH Judge Eyre QC (as he then was) correctly summarised the principles applicable to the determination of an application to amend in Scott v Singh [2020] EWHC 1714 (Comm) at [19]:
"The new case set out in the proposed pleading must have a real prospect of success …. The approach to be taken is to consider those prospects in the same way as for summary judgment namely whether there is a real as opposed to a fanciful prospect of the claim or defence being raised succeeding. It would clearly be pointless to allow an amendment if the claim or defence being raised would be defeated by a summary judgment application. However, at the stage of considering a proposed amendment that test imposes a comparatively low burden and the question is whether it is clear that the new claim or defence has no prospect of success. The court is not to engage in a mini-trial when considering a summary judgment application and even less is it to do so when considering whether or not to permit an amendment."”
[5] Βλ. Πολιτκή Έφεση Αρ. 159/2018 ΑΛ.ΜΑΝΑΜΣΙΔΗΣ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, ημερ.10/11/2023, Πολιτική Έφεση Αρ. 191/13, Ανδρέου ν. Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Πλεονάζοντος Προσωπικού, ημερ. 29/03/2021.
[6] Τhe White Book 2020, σελ.645-647 και 667-670, Halsbury’ s Laws of England, 5th edition, Vol. 11 παράγραφοι 354, 478, 1033 και 1039, Plus. Lexis.com -Uk- Practical Guidance “Limitation -amending a party name and substituting or adding (joinder) of parties”.
[7] Mitchell v. Harris Engineering Co [1967] 2 Q.B.703, Evans Construction Co Ltd v. Charrington &Co Ltd [1983] Q.B.810,The Sardinia Sulcis [1991] 1 Lloyd’s Rep. 201, International Bulk Shipping and Services Ltd v. Minerals and Metals Trading Corp. of India [1996] 1 ALL ER 1017, Adelson v. Associated Newspapers Ltd [2007] EWCA Civ134, Gregson v Channel Four Television Corp [2000] CP Rep 60, Horne Roberts v. Smithkline Beecham Plc [2001] EWCA Civ 206, The Insight Group Ltd v. Kingston Smith [2013] 3 ALL ER 518, Parsons v. George [2004] 1 W.L.R3264, Jalla v. Royal Dutch Shell [2020] EWHC 459, Cameron Taylor Consulting Ltd v. BDW Trading Ltd [2022] EWCA Civ 31, TRW Pensions Trust Ltd v. Indesit Company Polska Sp.z.o.o. [2020] EWHC 1414.
[8] Βλέπε τις υποδείξεις που έγιναν στην υπόθεση Ι. Γ. Κασουλίδης & Υιός Λτδ ν. Μιχαήλ, Πολ. Εφ. Ε187/2013, ημερ. 9.10.18 σχετικά με την αλλαγή και/ή την αντικατάσταση διαδίκων σε περίπτωση λήξης της προθεσμίας παραγραφής με βάση το καθεστώς των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας: «Η τροποποίηση του τίτλου αγωγής με την υποκατάσταση ενός διαδίκου με άλλο διάδικο, διέπεται από τη Δ.9 των Θεσμών. Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος μπορεί να συνεπάγεται την υποκατάσταση νέου διάδικου …..…. σε τέτοια περίπτωση, όμως, η υποκατάσταση είναι τεχνική ή τυπική…. Κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.9, θ.10, η διαδικασία εναντίον του νέου εναγομένου θεωρείται ότι αρχίζει με την επίδοση σε αυτόν του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Επομένως, ο χρόνος που επιχειρείται η τροποποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις εκείνες που ενδεχόμενη προσθήκη ή υποκατάσταση θα ανατρέψει ή θα οδηγήσει σε αποστέρηση του προτεινόμενου εναγόμενου υπεράσπισης που του παρέχει ο νόμος. Εξηγεί, συναφώς, ο Πικής, Π στην υπόθεση Papaioannou Ltd v Intermed Ship κ.ά. (1995) 1 ΑΑΔ 467, μετά από αναφορά στην Κetteman v Hansel Properties Ltd [1988] 1 All ER 38 ότι: «Οι θεσμικές διατάξεις ρυθμίζουν τη διαδικασία. Η εφαρμογή τους δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τη γένεση αγώγιμου δικαιώματος ή να αποστερήσει τον εναγόμενο από υπεράσπιση την οποία του παρέχει ο νόμος.» Πριν από το 1965, τα αγγλικά δικαστήρια αντιμετώπιζαν το ζήτημα εφαρμόζοντας τον κανόνα περί ανατροπής της προθεσμίας, μη επιτρέποντας την προσθήκη διαδίκου ή βάση αγωγής αν η προσθήκη θα οδηγούσε σε ανατροπή υπεράσπισης που προβλεπόταν από τον περί Παραγραφής Νόμο του 1939, (βλ. μεταξύ άλλων, Davies v Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All ER 672). Όπου αυτό προβαλλόταν ως ενδεχόμενο, ετίθετο το ερώτημα κατά πόσο η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος αποσκοπούσε, στην πραγματικότητα, στην προσθήκη ή υποκατάσταση εναγομένου, ή στην απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση, στη δεύτερη μπορούσε να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης το δικαιολογούσε. Η αδικία που προκαλείτο από την εφαρμογή του κανόνα, οδήγησε από το 1965 στη θεσμική ρύθμιση του ζητήματος, αρχικά από το O. 20, r. 5 των αγγλικών Θεσμών[2], ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις αίτηση για τροποποίηση που υποβάλλεται μετά την εκπνοή της περιόδου παραγραφής, μπορεί να εγκριθεί αν το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο. Στην Κύπρο όμως, όπως παρατηρείται στην Κυριάκου κ.ά. ν Φραντζίδη (1999) 1 ΑΑΔ 2035, τα πράγματα παρέμειναν στάσιμα, ενώ υποδεικνύεται ότι θα έπρεπε να είχε θεσπιστεί και στην Κύπρο τέτοια αλλαγή «.για να είναι δυνατή η εξέταση των περιστατικών της κάθε περίπτωσης ώστε να υπερισχύει, πέρα από άκαμπτα νομικά κωλύματα ό,τι καταδεικνύεται ως το δίκαιο». Υπόδειξη την οποία επαναλαμβάνουμε.»
[9] Best Friends Group v. Barclays Bank plc [2018] EWCA 601.
[10]ABB Asea Brown Boveri Ltd v. Hiscox Dedicated Corporate Member [2007] EWHC 1150. Στην υπόθεση Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 ALL ER 385 σημειώθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσον ένα αντικειμενικό πρόσωπο το οποίο γνώριζε όλα τα γεγονότα που γνώριζε ο εναγόμενος δεν μπορούσε να αμφιβάλλει με βάση το περιεχόμενο της αγωγής ότι ο ενάγοντας είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο που σχετιζόταν η υπόθεση αυτή.
[11] Οι θέσεις του Αιτητή ότι εργαζόταν στο παράρτημα στην Κύπρο δεν έχουν απορριφθεί είτε με τους γενικούς λόγους του Εγγράφου Εμφάνισης είτε με την ένορκη δήλωση της Κ.Μ..
[12] Beogradska Banka a.d. v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Προσφυγή 698/00, απόφαση ημερ. 08/01/2000.
[13] Βλέπε σελίδες 3 και 10 του εγγράφου που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 5 και φέρει τίτλο «AmediusTec Ltd Singapore Operations - Financial Statements ….».
[14] Βλέπε τον Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο του 2000 (Ν.100(1)/2000) ο οποίος αντικαταστάθηκε το 2023 από τον Περί Διαφανών και Προβλέψιμων Όρων Εργασίας Νόμο του 2023 (Ν.25(Ι)/2023).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο