ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΠΑΦΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή
Μ. Σμίλα )
Α. Αντωνίου ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 389/19
Μεταξύ:
ΥΓΕΙΑ ΠΟΖΙΔΟΥ
Aιτήτρια
και
AVANTI HOTELS LIMITED
Καθ’ ου η Αίτηση
------------------
Ημερομηνία: 15/9/26
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτήτρια: κα Ελ. Νικολάου
Για Καθ’ ου η Αίτηση: κα ΄Αντρ. Ανθίμου
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Καθ’ ου η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διαχειρίζεται και λειτουργεί (i) συγκρότημα τουριστικών διαμερισμάτων με την επωνυμία Avanti Village («το Village») και (ii) ξενοδοχείο τεσσάρων (4) αστέρων με την επωνυμία Avanti Hotel («το Hotel») στην Πάφο. To Village και το Hotel μαζί θα αναφέρονται στην παρούσα ως «το Ξενοδοχείο».
Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία ως μάγειρας Α (Cook A) στην κουζίνα του εστιατορίου του Village στις 26/03/2015 και εργάστηκε σ’ αυτή τη θέση μέχρι τις 09/10/2019 ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε αμέσως με επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 5) χωρίς να της δοθεί προειδοποίηση ή να της καταβληθεί πληρωμή αντί προειδοποίησης. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το ουσιαστικό περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης της Αιτήτριας:
«Further to our meeting yesterday dated 8/10/19, I regretfully confirm that your employment with us is terminated with effect as from today.
As stated at our meeting yesterday, the following were discussed and constitute the reasons for terminating your employment with us.
You have continued to refuse to follow hotel procedures as previously advised to you regarding submission of weekly time sheets. A written warning dated 5/9/19 was given to you for this purpose.
The consumption of alcoholic beverages free of charge while at work and/or during working hours. A written warning dated 13/9/19 was given to you for this purpose.
Out of the 27 days you worked in the month of September, there were only 2 days where you clocked in and out correctly. On 6 occasions you arrived or left without clocking and on 23 occasions you either arrived late or left early without the permission of the management.
You have been verbally warned about this on several occasions and received a final written warning on 13th September 2019. Unfortunately there has been no action on your part to correct your behavior and to follow hotel procedures as they have been advised to you and so we have no alternative but to terminate your employment.
During yesterday’s meeting, you were given to opportunity to explain the above behavior and conduct, however, the reasons and explanations you gave were insufficient and not acceptable.
The termination of your employment has been constituted mandatory due to the following reasons:
(1) Your conduct which makes it clear that the relationship between employer an employee cannot reasonably be expected to continue.
(2) Serious or repeated breach or disregard of employment or other employment rules.
……………………….
Yours sincerely
Fanos Karagiannis – Hotel Manager»
Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/1967 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») ανερχόταν στο ποσό των €322.26[1].
Η Αιτήτρια με τους γενικούς λόγους της αίτησης ισχυρίζεται ότι η απόλυσή της στις 09/10/2019 ήταν παράνομη και αδικαιολόγητη. Υποστηρίζει ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η διαγωγή της ήταν η πρέπουσα και ότι ουδέποτε διέπραξε οποιοδήποτε σοβαρό παράπτωμα που να την καθιστά υποκείμενη σε απόλυση. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α..
Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις. Ισχυρίζεται ότι η απόλυση της Αιτήτριας δεν ήταν παράνομη καθότι η Αιτήτρια επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά με αποτέλεσμα να κλονιστεί η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό της. Ότι τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας επειδή η Αιτήτρια (1) δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες της, (2) κατά την προσέλευση στην εργασία της και την αποχώρησή της από την εργασία της εσκεμμένα «δεν χτυπούσε κάρτα», (3) «συμπεριφέρθηκε απρεπώς, αγνόησε και/ή αρνήθηκε να συνεργαστεί και να προσφέρει και/ή να εκτελέσει τα καθήκοντα της στην εργασία της, παρά τις επανειλημμένες παρατηρήσεις και υποδείξεις» που της έγιναν, (4) αυθαίρετα και αδικαιολόγητα απουσίασε από την εργασία της χωρίς να ενημερώσει και να πληροφορήσει έγκαιρα για την απουσία της και «παράλληλα αξίωνε δεδουλευμένες ώρες» ενώ δεν ήταν στην εργασία της, (5) κατανάλωνε αλκοολούχα ποτά εν ώρα εργασίας κατά παράβαση των κανονισμών της Εργοδότριας Εταιρείας, τα οποία ποτά προέρχονταν από τις αποθήκες του Ξενοδοχείου χωρίς εξουσιοδότηση και χωρίς να πληρώνει το κόστος τους και (6) επανειλημμένως παρέλειπε να ετοιμάζει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα και να το παραδίδει στον υπεύθυνό της παραλείποντας έτσι να εκτελεί μέρος της εργασίας της. Είναι η θέση της ότι έγιναν επανειλημμένες προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις στην Αιτήτρια αλλά η Αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε και δεν άλλαξε στάση. Ότι προτού απολυθεί η Αιτήτρια της δόθηκε στις 08/10/2019 η ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις της σχετικά με την ανάρμοστη συμπεριφορά της. Ότι οι εξηγήσεις που έδωσε στις 08/10/2019 δεν ήταν ικανοποιητικές. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της.
Βάρος Απόδειξης
Το άρθρο 3(1) του Νόμου προβλέπει ότι όταν ο εργοδότης τερματίζει την απασχόληση ενός εργοδοτουμένου για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα του Νόμου.
Σύμφωνα με το άρθρο 6(1) του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου). Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου.
Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν o κ. Φ. Καραγιάννης, Γενικός Διευθυντής του Ξενοδοχείου και η κα A. Hall, Υπεύθυνη του Λογιστηρίου του Ξενοδοχείου. Η Αιτήτρια προς υποστήριξη του αιτήματός της προσκόμισε μόνο τη δική της μαρτυρία.
Μαρτυρία
Ο κ. Καραγιάννης κατέθεσε ότι το Ξενοδοχείο άρχισε τις εργασίες του για το 2019 την 01/04/2019. Ότι λίγες εβδομάδες μετά, η Αιτήτρια τον ενημέρωσε ότι θα απουσίαζε από την εργασία της από τις 20/04/2019 μέχρι και τις 28/04/2019 και ότι αυτός την πληροφόρησε ότι το εν λόγω αίτημά της δεν μπορούσε να εγκριθεί καθότι υποβλήθηκε πολύ αργά, ήταν για πολλές μέρες και ήταν σε πολύ δύσκολη περίοδο αφού ήταν η περίοδος που οργανώνονταν οι εργασίες του Ξενοδοχείου μετά το άνοιγμά του για το 2019. Ότι η Αιτήτρια του απάντησε ότι αν δεν της επέτρεπε να απουσιάσει θα παραιτείτο από την εργασία της. Ότι όντως η Αιτήτρια απουσίασε από την εργασία της εκείνες τις ημέρες. Ισχυρίστηκε ότι ο ιδιοκτήτης της Εργοδότριας Εταιρείας την έπαιρνε τηλέφωνο για να μιλήσει μαζί της και αυτή δεν απάντησε στις τηλεφωνικές κλήσεις του ούτε τον κάλεσε πίσω. Ότι παρά το ότι παρατηρήθηκε μεγάλη αναστάτωση στο «πόστο» εργασίας της Αιτήτριας κατά τις μέρες που αυτή απουσίαζε αυτός δεν έδωσε συνέχεια στο εν λόγω γεγονός αφού δεν ήθελε να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στις σχέσεις του με την Αιτήτρια. Υποστήριξε ότι η Αιτήτρια κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2019 ενώ έπρεπε να καταγράφει στο σύστημα που είχε το Ξενοδοχείο για την καταγραφή των ωρών άφιξης στο και αναχώρησης από το Ξενοδοχείο των υπαλλήλων του Ξενοδοχείου («το Σύστημα Clock In - Clock Out») την ώρα που έφευγε από την εργασία της (δηλαδή έπρεπε να κάνει clock out) δεν το έπραξε παρά μία μόνο φορά. Ότι η Αιτήτρια δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας της αφού αργούσε να έρθει και έφευγε πιο νωρίς. Ότι η Αιτήτρια καθυστερούσε συστηματικά να προσκομίσει στον υπεύθυνό της το πρόγραμμα εργασιών της κουζίνας στην οποία εργαζόταν και όταν το έκανε σε δύο περιπτώσεις υπέβαλε λανθασμένα προγράμματα. Ότι στις 30/08/2019 η ώρα 15:54 η Αιτήτρια ανάρτησε στο facebook φωτογραφίες με τις οποίες δήλωνε ότι ήταν σε εστιατόριο στην Πόλη Χρυσοχούς (Τεκμήριο 2) ενώ στο πρόγραμμα εργασίας δήλωσε ότι εργάστηκε ως τις 16:30. Ότι όταν λίγες μέρες μετά ήρθε σε γνώση του η πιο πάνω ανάρτηση της Αιτήτριας της παρέδωσε με το χέρι στις 05/09/2019 την πιο κάτω γραπτή παρατήρηση - προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 3):
«5TH September 2019
IGIA POZIDOY
BY HAND
WRITTEN WARNING FOR POOR TIMEKEEPING, FRAUDULENT CLAIM OF
PAYMENT AND FAILURE TO FOLLOW HOTEL PROCEDURES
Dear Igia
This letter is a Written Warning for poor timekeeping and fraudulent claim of payment. Despite previous verbal warnings you are still not following procedures as advised by the hotel
Specifically:
You did not clock out any day in the month of August
Also in the month of August you were late to work on 25 occasions claiming payment for a total of 3 hours which you were not at work
You have consistently failed to provide provisional and actual programs for your department for authorization by the manager
The August programs you submitted were incorrect on at least 2 occasions i.e.
1st August you confirmed you started work at 6.00 am and that Tatiana was off. The time and attendance actually shows you did not clock in until 7.58 and Tatiana worked from 6.04 – 15.13.
30th August you confirmed that you worked from 8.00 – 16.30. However you in fact left the hotel before this time and were in a restaurant in Latchi when you claimed to be at work
Falsifying programs for payment of hours you have not worked and claiming payment for work of other employees is fraudulent and will not be accepted
Action to be taken
You must follow the hotel procedures i.e.
Programs – submit to the Manager for authorization the provisional weekly program on the Sunday prior to the start of the week. Also submit to the Manager the accurate ACTUAL program on the Monday morning following the end of the week
Timekeeping – you must clock in at the start of every shift and clock out at the end of every shift. Also you must be on time for work and/or not leave prior to the end of your shift without authorization from the Manager
Should there be any repetition of these incidents, we will consider further disciplinary action up to and including dismissal.
Written warnings are not grievable under our grievance procedure.
Yours sincerely
Fanos Karagiannis – Hotel Manager
cc. Mr C Palas, Director
Anne Hall – Head of Accounts
Personnel file – Igia Pozidou»
Ότι στη συνέχεια πληροφορήθηκε ότι στις 07/09/2019 η Αιτήτρια κατανάλωσε αλκοολούχα ποτά εν ώρα εργασίας χωρίς να πληρώσει και ότι γι’ αυτή τη συμπεριφορά της Αιτήτριας στις 13/09/2019 της παρέδωσε με το χέρι την ακόλουθη γραπτή παρατήρηση – προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 4).
«13TH September 2019
IGIA POZIDOY
BY HAND
WRITTEN WARNING FOR GROSS MISCONDUCT
Dear Mrs. Pozidou
We hereby deliver to you this notice as a Final Warning for gross misconduct while at work and/or during working hours.
More specifically, the consumption of alcoholic beverages free of charge while at work and/or during working hours.
On Sunday the 7th September at 11.09am, at your request a member of staff poured 3 KEO beers into large paper cups, for which no invoice or receipt was issued. They then proceeded to carry these drinks through the kitchen and to the area behind the kitchen and provided these drinks to you and other staff of the tavern even though this is strictly prohibited.
As you were already informed, the conduct is not accepted nor allowed by the Hotel management and more specifically the consumption of alcoholic beverages during working hours is strictly prohibited and is considered as gross misconduct.
Furthermore, we need to bring to your attention that unauthorized consumption or removal of hotel stock is considered theft which is a criminal offence.
You are hereby warned of the following:
You must not consume any alcohol beverages during work hours and/or while at work.
This notice is given as a final notice. Should there be any repetition of such actions and/or behaviour, will result into disciplinary actions, such as dismissal due to misconduct.
No further notice will be given.
Fanos Karagiannis – Hotel Manager
cc. Mr C Palas, Director
Anne Hall – Head of Accounts
Personnel file – Igia Pozidou»
Ισχυρίστηκε ότι επειδή η Αιτήτρια συνέχισε την ανάρμοστη συμπεριφορά της αφού δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας της, δεν ακολουθούσε τις διαδικασίες της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν συμμορφωνόταν με το πρόγραμμα του Ξενοδοχείου την κάλεσε σε συνάντηση στις 08/10/2019 στην παρουσία της κας Hall με σκοπό να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί και να προβάλει τη δική της εκδοχή προτού η Εργοδότρια Εταιρεία προβεί στον τερματισμό των υπηρεσιών της. Ότι κατά την εν λόγω συνάντηση η Αιτήτρια ήταν εριστική, «δεν έδωσε ικανοποιητικούς λόγους και εύλογες εξηγήσεις για τη συμπεριφορά της, δεν απολογήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο για τη διαγωγή της και αρνήθηκε να συνεργαστεί» με την Εργοδότρια Εταιρεία «αποχωρώντας από τη συνάντηση». Ότι λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας με το Τεκμήριο 9 «λόγω απρεπούς συμπεριφοράς, παρακοής των κανόνων εργασίας, διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος εν ώρα εργασίας έχοντας γνώση ότι η πράξη της αυτή είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά παράβαση των κανόνων εργασίας».
Αντεξεταζόμενος ο κ. Καραγιάννης απέρριψε υποβολές ότι το Σύστημα Clock In - Clock Out στο Ξενοδοχείο πολύ συχνά και για μεγάλα διαστήματα δεν λειτουργούσε καθόλου σημειώνοντας ότι όλοι οι άλλοι υπάλληλοι στο Ξενοδοχείο κατά τον ουσιώδη χρόνο φαίνεται από τις καταστάσεις του εν λόγω συστήματος ότι χρησιμοποιούσαν το εν λόγω Σύστημα χωρίς πρόβλημα. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια ήταν υπεύθυνη της κουζίνας του Village στην οποία κουζίνα εργάζονταν εκτός από την Αιτήτρια ακόμα δύο (2) άτομα ως βοηθοί της Αιτήτριας και ότι η Αιτήτρια ως υπεύθυνη όφειλε να βγάζει το πρόγραμμα εργασίας του προσωπικού της εν λόγω κουζίνας. Απέρριψε υποβολές ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ζητούσε από την Αιτήτρια να παραποιεί τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village ώστε να φαίνεται ότι έπαιρνε δύο (2) ρεπό την εβδομάδα αντί ένα (1) και παρέπεμψε στο συμβόλαιο εργασίας της Αιτήτριας λέγοντας ότι αυτό προέβλεπε για πληρωμή για έξι (6) μέρες εργασίας την εβδομάδα. Ήταν η θέση του ότι για το ζήτημα της ανάρτησης των φωτογραφιών στο facebook στις 30/08/2019 η ώρα 15:54 μίλησε με την Αιτήτρια 4-5 μέρες μετά και αυτή του είπε ότι δεν ήταν στην Πόλη της Χρυσοχούς όταν προέβηκε στην εν λόγω ανάρτηση και ότι όταν της υπόδειξε ότι την ώρα που αναρτούσε φωτογραφίες στο facebook φαίνεται στο πρόγραμμα εργασίας της κουζίνας του Village ότι εργαζόταν του είπε «ξέχασα και θα την αφαιρέσω αφού ακόμα δεν έκανα το πρόγραμμα εργασίας». Προέβαλε τη θέση ότι πολλές φορές προειδοποίησε την Αιτήτρια προφορικά για τη συμπεριφορά της αλλά αυτή ήταν αδιάφορη και του έλεγε «δεν μπορείς να κάνεις κάτι». Επέμενε ότι έδωσε τα Τεκμήρια 3 και 4 στην Αιτήτρια στο γραφείο του. Είπε ότι αυτός είδε την Αιτήτρια να κρατεί ένα χάρτινο ποτήρι το οποίο περιείχε μπύρα στις 07/09/2019. Ότι η Αιτήτρια μετά τα Τεκμήρια 3 και 4 συνέχισε να επιδεικνύει την ίδια αρνητική στάση και έτσι στις 09/10/2019 μπροστά στην κα Hall της έδωσε την επιστολή απόλυσής της.
Κατά την επανεξέτασή του σημείωσε ότι η Αιτήτρια είχε το καθήκον να υποβάλλει το πρόγραμμα εργασίας της κουζίνας του Village. Ότι το 2019 η Αιτήτρια αντί να παραδίδει τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village το Σαββατοκύριακο ως όφειλε τα παρέδιδε Δευτέρα ή Τρίτη.
H κα Hall κατέθεσε ότι το καλοκαίρι του 2019 παρατήρησε ότι η Αιτήτρια δεν τηρούσε ορθά το Σύστημα Clock In - Clock Out που εφαρμοζόταν στο Ξενοδοχείο και ότι γι’ αυτό τον λόγο απέστειλε επιστολή ημερ. 19/06/2019 (Τεκμήριο 6) απευθυνόμενη προς όλους τους υπαλλήλους του Ξενοδοχείου στην οποία σημείωνε ότι παρατήρησε ότι κάποιοι υπάλληλοι δεν τηρούν ορθά το Σύστημα Clock In - Clock Out και ότι αυτό το σύστημα πρέπει να τηρείται ορθά καθότι η μη τήρησή του θα σήμαινε ότι δεν εργάστηκαν και έτσι δεν θα πληρώνονταν. Ήταν η θέση της ότι η Αιτήτρια στο πλαίσιο της λειτουργίας της κουζίνας του Village ετοίμαζε και υπέβαλλε στο Λογιστήριο του Ξενοδοχείου τα εβδομαδιαία προγράμματα εργασιών του προσωπικού της κουζίνας του Village τα οποία χρησιμοποιούνταν από το Λογιστήριο για σκοπούς ορθής μισθοδοσίας και ελέγχου των ωρών εργασίας. Ότι η Αιτήτρια συχνά δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες που της δίνονταν ως προς την έγκαιρη παράδοση στο Λογιστήριο του Ξενοδοχείου των προγραμμάτων εργασίας και την ορθή χρήση του Συστήματος Clock In - Clock Out. Ότι η Αιτήτρια τον Αύγουστο του 2019 (1) δεν κατέγραφε μέσω του Clock In - Clock Out την ώρα που έφευγε από την εργασία της, δηλαδή δεν έκανε clock out και δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας της αφού αργούσε να έρθει στο Ξενοδοχείο και έφευγε πιο νωρίς, (2) καθυστερούσε συστηματικά να προσκομίσει στο Λογιστήριο το εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασιών της κουζίνας του Village και (3) σε δύο περιπτώσεις υπέβαλε προγράμματα εργασίας τα οποία ήταν ανακριβή ή μη ανταποκρινόμενα στα πραγματικά ωράρια που εργαζόταν. Επανέλαβε τη θέση του κ. Καραγιάννη σχετικά με την ανάρτηση της Αιτήτριας στο facebook στις 30/08/2019 και τη δήλωση της Αιτήτριας στο πρόγραμμα εργασίας ότι εργαζόταν μέχρι τις 16:30 εκείνη τη μέρα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 εκτυπώσεις από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της στις οποίες φαίνονται «οι καταστάσεις του clock in και του clock out» της Αιτήτριας για την περίοδο 01/04/2019-09/10/2019. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 τα εβδομαδιαία προγράμματα εργασιών της κουζίνας του Village για την περίοδο από 29/07/2019 μέχρι 06/10/2019. Υποστήριξε ότι αυτή από τα ενώπιόν της στοιχεία διαπίστωσε τη μη συμμόρφωση της Αιτήτριας με τις διαδικασίες της Εργοδότριας Εταιρείας και του Ξενοδοχείου και ενημέρωσε σχετικά τον κ. Καραγιάννη ο οποίος απέστειλε στην Αιτήτρια το Τεκμήριο 3 το οποίο της κοινοποιήθηκε. Ήταν η θέση της ότι της αναφέρθηκε ότι στις 07/09/2019 η Αιτήτρια κατανάλωσε αλκοόλ εν ώρα εργασίας και ενημέρωσε αμέσως τον κ. Καραγιάννη. Ότι μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 4 στην Αιτήτρια είχε ζητηθεί από τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας όπως το Λογιστήριο παρακολουθεί και καταγράφει τις ώρες εργασίες της Αιτήτριας και τη συμμόρφωσή της με τις διαδικασίες της Εργοδότριας Εταιρείας και του Ξενοδοχείου ώστε να αξιολογηθεί κατά πόσον υπήρξε βελτίωση της διαγωγής της Αιτήτριας. Ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια, πέραν του ότι δεν ανταποκρίθηκε στα Τεκμήρια 3 και 4, δεν απολογήθηκε στον οποιονδήποτε για τη διαγωγή της και συνέχισε να συμπεριφέρεται ανάρμοστα αφού δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας της, δεν ακολουθούσε τις διαδικασίες της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν συμμορφωνόταν με το πρόγραμμα εργασίας του Ξενοδοχείου. Ότι στις 08/10/2019 στην παρουσία της ο κ. Καραγιάννης κάλεσε την Αιτήτρια σε συνάντηση ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για τερματισμό της απασχόλησής της. Ότι η Αιτήτρια κατά την εν λόγω συνάντηση ήταν εριστική, «δεν έδωσε ικανοποιητικούς λόγους και εύλογες εξηγήσεις για τη συμπεριφορά της, δεν απολογήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο για τη διαγωγή της και αρνήθηκε να συνεργαστεί» με την Εργοδότρια Εταιρεία «αποχωρώντας από τη συνάντηση χωρίς αυτή να ολοκληρωθεί». Ότι μετά από αυτή τη συνάντηση, κατόπιν αξιολόγησης όλων των περιστατικών και της συνολικής συμπεριφοράς της Αιτήτριας, αποφασίστηκε ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας η οποία δεν επέδειξε οποιαδήποτε πρόθεση συμμόρφωσης και/ή βελτίωσης. Ότι ο κ. Καραγιάννης την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 09/10/2019, απέστειλε επιστολή απόλυσης στην Αιτήτρια. Κατέθεσε επίσης ως μέρος του Τεκμηρίου 10 το έγγραφο που δόθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στην Αιτήτρια, μετά την απόλυσή της, να υπογράψει σχετικά με την πληρωμή σε αυτήν των δεδουλευμένων ημερομισθίων της και των οφειλόμενων ετησίων αδειών της το οποίο έγγραφο υπογράφηκε από την Αιτήτρια.
Αντεξεταζόμενη είπε ότι το Τεκμήριο 6 παραδόθηκε με το χέρι σε όλους τους υπαλλήλους του Ξενοδοχείου και ότι αναγκάστηκε να το στείλει γιατί ήταν ο τρίτος μήνας που πρόσεξε ότι η Αιτήτρια δεν τηρούσε τη διαδικασία του clock in - clock out. Υποστήριξε ότι οι καταστάσεις που έχει στην κατοχή της δεικνύουν ότι οι υπόλοιποι υπάλληλοι του Ξενοδοχείου τηρούσαν κανονικά τη διαδικασία του clock in - clock out. Ήταν η θέση της ότι στην κουζίνα του Village εργάζονταν τρία (3) άτομα ως μάγειρες με υπεύθυνη κουζίνας την Αιτήτρια και ότι ως υπεύθυνη η Αιτήτρια όφειλε να ετοιμάζει τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village. Ότι σχεδόν κάθε εβδομάδα η Αιτήτρια καθυστερούσε να παραδώσει στο Λογιστήριο τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village. Ότι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 προκύπτει ότι η Αιτήτρια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019 τηρούσε μόνο το clock in και από τον Σεπτέμβριο του 2019 και μετά (δηλαδή μετά που της δόθηκε το Τεκμήριο 3) τηρούσε και το clock out αλλά έφευγε από την εργασία της πιο νωρίς από την ώρα που έπρεπε. Ότι αυτή όταν είδε την ανάρτηση της Αιτήτριας στις 30/08/2019 η ώρα 15:54 τηλεφώνησε στην κουζίνα του Village και όταν ρώτησε για την Αιτήτρια της είπαν ότι δεν ήταν εκεί. Ότι γι’ αυτό τον λόγο ενημέρωσε τον κ. Καραγιάννη για το εν λόγω γεγονός. Ότι «περίμεναν» να τους παραδώσει η Αιτήτρια το πραγματικό (actual) πρόγραμμα τη Δευτέρα μετά το τέλος της εργάσιμης εβδομάδας στην οποία περιλαμβανόταν η 30/08/2019 για να δουν αν είχε αλλάξει το προσωρινό (provisional) πρόγραμμα εργασίας που τους είχε ήδη στείλει για την εν λόγω εργάσιμη εβδομάδα. Ότι όταν είδε ότι το πραγματικό πρόγραμμα δεν είχε αλλάξει και ότι η Αιτήτρια δήλωνε ότι βρισκόταν στην εργασία μέχρι τις 16:30 ενημέρωσε τον κ. Καραγιάννη. Ότι ο κ. Καραγιάννης με τη σειρά του μίλησε με τον ιδιοκτήτη της Εργοδότριας Εταιρείας και αποφασίστηκε να δοθεί στην Αιτήτρια το Τεκμήριο 3. Είπε ότι η συνάντηση με την Αιτήτρια στις 08/10/2019 ήταν πολύ σύντομη αφού μόλις ο κ. Καραγιάννης την ενημέρωσε για ποιο λόγο γίνεται η συνάντηση, αυτή άρχισε να φωνάζει και έφυγε από τη συνάντηση. Υποστήριξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία πριν απολύσει την Αιτήτρια της έδωσε προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις καθώς και την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις της και αυτή επέλεξε να μην το κάνει.
Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι η μοναδική περίοδος που απουσίασε από την εργασία της για μια ολόκληρη εβδομάδα ήταν όταν απεβίωσε ένας πολύ στενός συγγενής της και χρειαζόταν να απουσιάσει από την εργασία της για να παραστεί στην κηδεία. Ότι αν και ζήτησε άδεια απουσίας την τελευταία στιγμή από την Εργοδότρια Εταιρεία «της εξέφρασαν τα συλληπητήρια τους και της είπαν ότι μπορούσε να απουσιάσει». Υποστήριξε ότι την καλοκαιρινή περίοδο του 2019 εργάστηκε κανονικά και ότι στο τέλος της εν λόγω περιόδου λίγο πριν κλείσει το Ξενοδοχείο την κάλεσε ο κ. Καραγιάννης και της έδωσε το Τεκμήριο 5. Ότι της έδωσε το εν λόγω Τεκμήριο στο χέρι λέγοντας της ότι δεν την χρειάζονται πλέον. Ότι αυτή ξαφνιάστηκε και τον ρώτησε τι έγινε και αυτός της απάντησε ότι δεν την θέλουν πλέον και να πάει στο σπίτι της χωρίς να της αναφέρει οτιδήποτε για παραπτώματα ή απρεπή διαγωγή. Υποστήριξε ότι ήταν η πρώτη επιστολή που έλαβε από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι όταν την διάβασε θύμωσε γιατί αυτά που αναγράφονταν σε αυτή δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Τόνισε ότι δεν έγινε συνάντηση στις 08/10/2019 και ότι δεν έλαβε ποτέ τα Τεκμήρια 3 και 4. Υποστήριξε ότι η συσκευή του Συστήματος Clock In - Clock Out στο Ξενοδοχείο πολύ συχνά δεν λειτουργούσε σωστά, ότι αυτή ποτέ δεν αξίωσε πληρωμή για ώρες που δεν εργάστηκε, ότι πολλές φορές δούλευε συνεχόμενα για περισσότερες από 10 ώρες την ημέρα αφού δεν υπήρχε άλλο προσωπικό στην κουζίνα να την αντικαταστήσει και ότι πολλές από αυτές τις υπερωρίες δεν της πληρώθηκαν ποτέ. Ήταν η θέση της ότι κατά την περίοδο αιχμής δούλευε χωρίς ρεπό και επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία γνώριζε ότι αυτό ήταν παράνομο της ζητείτο να καταχωρεί στο πρόγραμμα ψευδή ρεπό ώστε η Εργοδότρια Εταιρεία να φαίνεται συμμορφωμένη με τους όρους εργοδότησής της και τη νομοθεσία «σε περίπτωση ελέγχου από τους αρμοδίους». Ότι αυτή πάντοτε συνέτασσε ορθά τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village και τα υπέβαλλε εγκαίρως παρόλο που δεν ήταν στα καθήκοντα της εργασίας της η σύνταξη του προγράμματος εργασίας. Ότι ακόμα και στις περιπτώσεις που της ζητείτο να παραποιήσει τα προγράμματα εργασίας αυτή ακολουθούσε τις οδηγίες που της δίνονταν και παρέδιδε τα προγράμματα εργασίας με τον τρόπο που της ζητείτο. Παραδέχτηκε ότι όντως προέβηκε στην ανάρτηση στο facebook στις 30/08/2019 η ώρα 15:54 αλλά σημείωσε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι απουσίαζε από την εργασία της εκείνη τη στιγμή και ότι βρισκόταν στον τόπο που έγραψε στην εν λόγω δημοσίευση. Τόνισε ότι τον Αύγουστο δεν υπήρχε περίπτωση να φύγει νωρίτερα από την εργασία της αφού δεν υπήρχε κανένας να την αντικαταστήσει και η συνάδελφός της είχε σχολάσει στις 15:00. Υποστήριξε ότι ουδέποτε κατανάλωσε αλκοόλ εν ώρα εργασίας και ουδέποτε πήρε ποτά χωρίς άδεια ή πληρωμή. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η συνάντηση στις 08/10/2019 δεν έγινε ποτέ και ότι απολύθηκε λίγο πριν κλείσει το Ξενοδοχείο για τον χειμώνα.
Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια απέρριψε υποβολές ότι ήταν υπεύθυνη της κουζίνας του Village και ότι ήταν μέσα στα καθήκοντά της η ετοιμασία του προγράμματος εργασίας του προσωπικού της εν λόγω κουζίνας λέγοντας ότι ήταν μια απλή μάγειρας. Ισχυρίστηκε ότι πάντοτε ετοίμαζε έγκαιρα τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village. Υποστήριξε ότι αυτή όποτε λειτουργούσε η συσκευή του Συστήματος Clock In - Clock Out του Ξενοδοχείου την χρησιμοποιούσε. Ότι στην κουζίνα του Village εργάζονταν μόνο δύο (2) άτομα (αυτή και ακόμα ένα (1) άτομο) και στο τέλος της «σεζόν» ήρθε και ένα τρίτο άτομο. Αρνήθηκε ότι της έγιναν προφορικές παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά της και ότι της δόθηκαν τα Τεκμήρια 3 και 4. Είπε ότι δεν γνώριζε την κα Hall και ότι πρώτη φορά την είδε στο Δικαστήριο.
Ανάλυση μαρτυρίας
Από το σύνολο του ενώπιόν μας μαρτυρικού υλικού τα πιο κάτω γεγονότα προκύπτουν είτε ως παραδεκτά είτε ως αναντίλεκτα είτε ως μη αμφισβητούμενα:
(1) Η σύμβαση εργασίας της Αιτήτριας με την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 1) ενώ προνοούσε ότι οι ώρες εργασίας της Αιτήτριας θα είναι 40 ώρες την εβδομάδα κατανεμημένες σε πέντε (5) μέρες μέσα σε κύκλο επτά (7) ημερών, προέβλεπε για ξεχωριστή αποζημίωση για «αναστελλόμενες ημεραργίες/monthly allowance for offs worked (6th day)» και πιο συγκεκριμένα ένα καθορισμένο μέρος του σταθερού μηνιαίου μισθού της καταβαλλόταν ως πληρωμή για την 6η εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας η οποία στην εν λόγω σύμβαση χαρακτηρίζεται ως αναστελλόμενη ημεραργία.
(2)Tο ωράριο εργασίας της Αιτήτριας ήταν 08:00-16:30 ή 06:30-15:00[2].
(3) H Αιτήτρια ετοίμαζε τα προγράμματα εργασίας του προσωπικού της κουζίνας του Village[3].
(4) Στα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village για την περίοδο 29/07/2019 – 06/10/2019 (Τεκμήριο 8)[4] αναγράφεται ότι (i) εργάζονταν τέσσερα (4) άτομα σε αυτή και (ii) η Αιτήτρια από την εβδομάδα που άρχιζε στις 29/07/2019 μέχρι και την εβδομάδα που τελείωνε την 01/09/2019 (δηλαδή για πέντε (5) εβδομάδες) εργαζόταν επτά (7) μέρες την εβδομάδα χωρίς ρεπό.
(5) Στο Ξενοδοχείο λειτουργεί Σύστημα Clock In - Clock Out το οποίο οι υπάλληλοι που εργάζονται στο Ξενοδοχείο οφείλουν να το χρησιμοποιούν κατά την άφιξή τους στο και κατά την αναχώρησή τους από το Ξενοδοχείο[5]. Από τις καταστάσεις που εκτυπώθηκαν από το Σύστημα Clock In - Clock Out του Ξενοδοχείου (Τεκμήριο 7)[6] προκύπτει ότι η Αιτήτρια (α) τον Απρίλιο του 2019 αρκετές μέρες δεν έκανε clock out, (β) τον Μάιο του 2019 από τις 25 φορές που έκανε clock in έκανε μόνο μια (1) φορά clock out, (γ) τον Ιούνιο του 2019 από τις 28 φορές που έκανε clock in έκανε μόνο πέντε (5) φορές clock out, (δ) τον Ιούλιο του 2019 έκανε 23 φορές clock in και καμία φορά clock out και αρκετές φορές προσήλθε στην εργασία της με ολιγόλεπτη καθυστέρηση, (ε) τον Αύγουστο του 2019 έκανε 31 φορές clock in και καμία φορά clock out και 23 φορές καθυστέρησε λίγα λεπτά να προσέλθει στην εργασία της (από τρία (3) μέχρι 18 λεπτά, συνολικά καθυστέρησε 176 λεπτά), (στ) τον Σεπτέμβριο του 2019 ενώ εργάστηκε 27 ημέρες χτύπησε 24 φορές clock in κατά την άφιξή της στην εργασία, 20 φορές clock out κατά την αναχώρησή της (μία (1) φορά κατά την αναχώρησή της χτύπησε clock in αντί clock out), έξι (6) φορές προσήλθε στην εργασία της με καθυστέρηση πολύ λίγων λεπτών (από ένα (1) λεπτό μέχρι πέντε (5) λεπτά) και 18 φορές έφυγε πριν τις 16:30 που ήταν η ώρα που σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας θα σχολνούσε (έφευγε από δύο (2) μέχρι 18 λεπτά πριν τις 16:30) και (ζ) τον Οκτώβριο του 2019 (μέχρι τις 08/10/2019) χτύπησε έξι (6) φορές clock in κατά την άφιξή της στην εργασία και πέντε (5) φορές clock out κατά την αναχώρησή της από την εργασία της.
(6) Η Αιτήτρια υπέγραψε στις 18/11/2019 έγγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας (μέρος του Τεκμηρίου 10) στο οποίο αναγραφόταν, στην ελληνική γλώσσα, ότι παρέλαβε το ποσό που αναγράφεται σε αυτό προς εξόφληση των δεδουλευμένων της και της μη χρησιμοποιηθείσας ετήσιας άδειάς της. Περαιτέρω στο εν λόγω έγγραφο αναγραφόταν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν της είχε εγκρίνει να εργαστεί χωρίς ρεπό τον Αύγουστο του 2019, ότι αν της παρέδιδε έγκαιρα τα προγράμματα εργασίας του προσωπικού της κουζίνας του Village για έγκριση ως προνοούσαν οι διαδικασίες του Ξενοδοχείου δεν θα της επιτρεπόταν να δουλέψει χωρίς ρεπό (δηλαδή να εργαστεί 31 μέρες συνεχόμενα χωρίς να πάρει ρεπό) και ότι της καταβάλλεται πληρωμή για τέσσερις (4) μέρες ετησίων αδειών οι οποίες αντιστοιχούν στις 4 (τέσσερις) επιπλέον μέρες που εργάστηκε τον Αύγουστο του 2019 δηλαδή τα ρεπό που δεν πήρε.
(7) Η Αιτήτρια την 01/08/2019 έκανε clock in η ώρα 07:58 (Τεκμήριο 7) ενώ στο πρόγραμμα εργασίας (Τεκμήριο 8) αναγραφόταν ότι εργαζόταν από η ώρα 06:00 μέχρι τις 16:30.
(8) Η Αιτήτρια στις 30/08/2019, ημέρα Παρασκευή, η ώρα 15:54 ανέβασε στο facebook φωτογραφίες από ένα εστιατόριο στην Πόλη Χρυσοχούς με τη σημείωση «Igia Pozidou checked in to […..] Restaurant.». Σύμφωνα (α) με το Τεκμήριο 7 εκείνη την ημερομηνία η Αιτήτρια δεν έκανε clock out κατά την αναχώρησή της από το Ξενοδοχείο και (β) με το Τεκμήριο 8 η Αιτήτρια εκείνη την ημέρα εργαζόταν μέχρι τις 16:30.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία παρατηρούμε τα πιο κάτω:
(i) Ενώ τόσο ο κ. Καραγιάννης όσο και η κα Hall ισχυρίστηκαν ότι στην κουζίνα του Village εργάζονταν τρία (3) άτομα (η Αιτήτρια και άλλα δύο (2) άτομα ως μάγειρες) δεν μας ανέφεραν για ποιο λόγο στα προγράμματα εργασίας της εν λόγω κουζίνας (Τεκμήριο 8) αναγράφεται και τέταρτο άτομο. Ο κ. Καραγιάννης ενώ ανέφερε περαιτέρω ότι όπως αυτός αντιλήφθηκε η Αιτήτρια μετέφερε την μια κοπέλα που ήταν στη «λάντζα» στην κουζίνα και την έκανε η ίδια «μαγείρενα» και της έδωσε καθήκοντα «σαν να ήταν σεφ» δεν μας διευκρίνισε αν αυτή ήταν η δεύτερη βοηθός της Αιτήτριας ή το τέταρτο άτομο που αναφέρεται στα προγράμματα εργασίας της εν λόγω κουζίνας. Ούτε η κα Hall, η οποία κατέθεσε το Τεκμήριο 8, έθεσε ενώπιόν μας οποιεσδήποτε σχετικές διευκρινιστικές λεπτομέρειες.
(ii) Οι θέσεις της κας Hall σχετικά με τον τρόπο που δόθηκε και/ή κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια και/ή σε όλους τους υπαλλήλους του Ξενοδοχείου το Τεκμήριο 6 ήταν πολύ γενικές και αόριστες. Μας ξενίζει το γεγονός ότι ενώ όπως ισχυρίστηκε η κα Hall το Τεκμήριο 6 δόθηκε στους υπαλλήλους του Ξενοδοχείου τον Ιούνιο του 2019 δεν μας αναφέρθηκε κατά πόσον τον Ιούλιο και/ή τον Αύγουστο του 2019 έγινε οποιαδήποτε αποκοπή από τη μισθοδοσία της Αιτήτριας λόγω μη συμμόρφωσής της με τις διαδικασίες του Ξενοδοχείου ως αναγραφόταν στο Τεκμήριο 6. Ενώ η κα Hall κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι ενημέρωσε επανειλημμένα την Αιτήτρια προφορικά ότι πρέπει να τηρεί τις διαδικασίες του Ξενοδοχείου ως προς (α) την έγκαιρη παράδοση των προγραμμάτων εργασίας της κουζίνας του Village και (β) την ορθή χρήση του Συστήματος Clock In - Clock Out, κατά την αντεξέτασή της σε ερωτήσεις που της έγιναν σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό της (α) απάντησε ότι επειδή αυτή δεν ξέρει ελληνικά και η Αιτήτρια δεν αντιλαμβάνεται καλά την αγγλική γλώσσα ένας άλλος υπάλληλος στο Λογιστήριο μετά από δικές της υποδείξεις έπαιρνε κάθε εβδομάδα την Αιτήτρια τηλέφωνο και ζητούσε να τους παραδώσει τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village και (β) δεν μας ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμό παραινέσεις της προς την Αιτήτρια αναφορικά με τη χρήση του Συστήματος Clock In - Clock Out γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό. Ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 5) για προβλήματα σχετικά με τη χρήση του Συστήματος Clock In - Clock Out τον Οκτώβριο του 2019, ως μέρος του Τεκμηρίου 7 κατατέθηκε και η κατάσταση που αφορά τα χτυπήματα της Αιτήτριας στο εν λόγω Σύστημα κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2019. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 που αφορά τον εν λόγω μήνα λήφθηκε υπόψη κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας.
(iii) Ενώ (1) οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσαν ότι η Αιτήτρια όφειλε να παραδίδει στο Λογιστήριο τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village και (2) στο έγγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ.18/11/2019 (μέρος του Τεκμηρίου 10) αναγραφόταν ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να προωθήσει έγκαιρα στο Λογιστήριο για έγκριση τα προγράμματα εργασίας, όπως προνοούν οι διαδικασίες του Ξενοδοχείου, τον Αύγουστο του 2019, στο Τεκμήριο 3 αναγράφεται ότι η Αιτήτρια παραλείπει να παραδίνει τα προσωρινά (provisional) και τα πραγματικά (actual) προγράμματα για έγκριση από τον “manager” και ότι οφείλει να ακολουθεί τις διαδικασίες του Ξενοδοχείου, δηλαδή να παραδίδει στον “manager” για έγκριση το προσωρινό εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας την Κυριακή πριν την έναρξη της εργάσιμης εβδομάδας και το πραγματικό εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας τη Δευτέρα μετά το τέλος της εργάσιμης εβδομάδας. Σημειώνουμε ότι ο κ. Καραγιάννης κατά την επανεξέτασή του όταν ρωτήθηκε κατά πόσον υπήρχαν περιπτώσεις που η Αιτήτρια δεν υπέβαλλε προγράμματα εργασίας απάντησε ότι η Αιτήτρια τα υπέβαλλε «μετά που περνούσε το Σαββατοκυρίακο, Δευτέρα ή Τρίτη ενώ έπρεπε να τα παραδώσει Σάββατο» θέση που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3. Οι ισχυρισμοί του κ. Καραγιάννη και της κας Hall ότι η Αιτήτρια καθυστερούσε να παραδίνει στο Λογιστήριο τα προγράμματα εργασία της κουζίνας του Village, τόσο πριν τις 05/09/2019 (ημερομηνία που κατ’ ισχυρισμό δόθηκε το Τεκμήριο 3) όσο και μετά τις 05/09/2019, τέθηκαν ενώπιόν μας χωρίς συγκεκριμένο πραγματικό υπόβαθρο που να τους στηρίζει και να τους συσχετίζει με τις σχετικές διαδικασίες του Ξενοδοχείου. Μας παραξενεύει το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 3 δεν αναγράφεται ότι η Αιτήτρια για όλο τον μήνα Αύγουστο του 2019 δεν παρέδωσε τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village ως αναγράφεται στο έγγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας ημερ.18/11/2019 (μέρος του Τεκμηρίου 10) τη στιγμή που η κα Hall κατέθεσε ότι κάθε εβδομάδα τηλεφωνούσαν στην Αιτήτρια για την μη αποστολή των προγραμμάτων εργασίας και ενημέρωνε σχετικά τον κ. Καραγιάννη και ότι μετά που αυτή ενημέρωνε τον κ. Καραγιάννη για τα πιο πάνω το Λογιστήριο λάμβανε τα προγράμματα εργασίας από την Αιτήτρια. Ο κ. Καραγιάννης κατέθεσε γενικά και αόριστα ότι η Αιτήτρια δεν υπέβαλλε προγράμματα εργασίας για ολόκληρους μήνες. Η υπογραφή της Αιτήτριας στο έγγραφο ημερ. 18/11/2019 τέθηκε στο σημείο όπου αναφέρεται ότι επιβεβαιώνει την είσπραξη από αυτήν του ποσού που αναγράφεται σε αυτό και δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη αναφορά στο ότι η Αιτήτρια συμφωνεί με το υπόλοιπο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχει και/ή ότι προκύπτει παραδοχή της Αιτήτριας για μη έγκαιρη υποβολή από αυτήν των προγραμμάτων εργασίας της κουζίνας του Village.
(iv) Ο κ. Καραγιάννης ισχυρίστηκε ότι μετά τις 30/08/2019 και πριν τις 05/09/2019 μίλησε με την Αιτήτρια για την ανάρτησή της στο facebook φωτογραφιών από ένα εστιατόριο στην Πόλη Χρυσοχούς η ώρα 15:54. Δεν ήταν ξεκάθαρος πότε ακριβώς μίλησε με την Αιτήτρια (αρχικά είπε μετά από 4-5 μέρες μετά που του ανέφεραν ότι είδαν την ανάρτηση και ακολούθως είπε ήταν περίπου πριν το Τεκμήριο 3 διότι ήταν 30/08/2019, μπορεί να ήταν και 01/09/2019) και στο πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια στις 30/08/2019 (α) δεν εργάστηκε μέχρι τις 16:30 ως αναγράφεται στο Τεκμήριο 3 και (β) δήλωσε ότι ήταν στην εργασία της μέχρι τις 16:30 ενώ βρισκόταν σε εστιατόριο στην Πόλη Χρυσοχούς ως αναγράφεται στο Τεκμήριο 3 (παραδέχτηκε ότι η Αιτήτρια του είπε ότι δεν βρισκόταν στην Πόλη Χρυσοχούς και ότι αναρτήσεις φωτογραφιών στο facebook μπορούν να γίνουν χωρίς να είναι κάποιος στον τόπο που αναγράφεται στην ανάρτηση και δεν μας ανέφερε κάτι σαφές και συγκεκριμένο που να στηρίζει τη θέση του ότι η Αιτήτρια δεν εργάστηκε εκείνη την ημέρα μέχρι τις 16:30 πέραν του ότι η Αιτήτρια δεν έκανε clock - out κατά την αναχώρησή της από το Ξενοδοχείο εκείνη την ημερομηνία και του ότι όταν της είπε ότι έχει φωτογραφίες στο facebook ενώ στο πρόγραμμα εργασίας είναι «in» η Αιτήτρια του απάντησε ότι ξέχασε και θα το αφαιρέσει αφού ακόμα δεν έκανε το πρόγραμμα (σημειώνουμε ότι δεν μας φαίνεται φυσικό το γεγονός ότι ανέφερε τον τελευταίο ισχυρισμό του ενώπιόν μας μετά από την υποβολή αρκετών ερωτήσεων κατά την αντεξέτασή του)). Οι θέσεις της κας Hall ότι όταν είδε την ανάρτηση της Αιτήτριας στο facebook κοίταξε στο προσωρινό πρόγραμμα εργασίας ώστε να δει πότε εργαζόταν η Αιτήτρια, ότι όταν είδε ότι εργαζόταν μέχρι τις 16:30 τηλεφώνησε στην κουζίνα του Village και ζήτησε την Αιτήτρια, ότι της ανέφεραν ότι δεν ήταν εκεί και ότι, αφού ενημέρωσε τον κ. Καραγιάννη, περίμενε μέχρι τη Δευτέρα που θα τους παρέδιδε η Αιτήτρια το πραγματικό πρόγραμμα εργασίας ώστε να ελέγξει κατά πόσον τροποποιήθηκαν οι ώρες εργασίας της Αιτήτριας στις 30/08/2019 είναι σε διάσταση με τους ισχυρισμούς των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια καθυστερούσε συστηματικά να τους παραδίδει τα προγράμματα εργασίας και ότι τον Αύγουστο δεν τους παρέδιδε έγκαιρα προγράμματα εργασίας για έγκριση. Δεν μας φαίνονται φυσικά τα γεγονότα ότι ο κ. Καραγιάννης δεν αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του στις πιο πάνω θέσεις της κας Hall. Επίσης μας ξενίζει το γεγονός ότι η κα Hall δεν θυμόταν με ποιο πρόσωπο μίλησε όταν τηλεφώνησε στην κουζίνα του Village υπό το φως του γεγονότος ότι στην εν λόγω κουζίνα δεν εργάζονταν πέραν των τεσσάρων (4) ατόμων (μαζί με την Αιτήτρια).
(v) Ο κ. Καραγιάννης σχετικά με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό της 07/09/2019 κατά την κυρίως εξέτασή του περιορίστηκε στο να πει μόνο ότι περιήλθε στη γνώση του (χωρίς να μας δώσει οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες και διευκρινίσεις) ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία η Αιτήτρια κατανάλωσε αλκοολούχα ποτά εν ώρα εργασίας χωρίς να πληρώσει οτιδήποτε. Κατά την αντεξέτασή του απαντώντας στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν έθεσε ενώπιόν μας αποσπασματικά κάποιες από τις, κατ’ ισχυρισμόν του, συνθήκες που περιβάλλουν το εν λόγω περιστατικό και τις αναφορές στο Τεκμήριο 4 χωρίς συγκεκριμένη συνοχή. Μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο κ. Καραγιάννης δεν ανέφερε τις θέσεις που προέβαλε η κα Hall ότι για το εν λόγω κατ’ ισχυρισμό περιστατικό ο κ. Καραγιάννης είδε πλάνα από το σύστημα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (CCTV) του Ξενοδοχείου. Η κα Hall δεν είχε θετική γνώση των συνθηκών που περιβάλλουν το εν λόγω περιστατικό αφού παραδέχτηκε ότι αυτή κατέθεσε ενώπιόν μας ότι της είχε ειπωθεί είτε από άλλους υπαλλήλους είτε από τον κ. Καραγιάννη. Επίσης η μαρτυρία του κ. Καραγιάννη σχετικά με το ότι η Αιτήτρια συνέχισε μετά τις 07/09/2019 και/ή μετά τις 13/09/2019 να καταναλώνει μπύρα εν ώρα εργασίας χωρίς να πληρώνει οτιδήποτε δεν ήταν ξεκάθαρη, σαφής και συγκεκριμένη. Μας δημιουργείται η εύλογη, κατά την κρίση μας, απορία αφού η Αιτήτρια συνέχισε μετά τις 07/09/2019 να καταναλώνει μπύρες εν ώρα εργασίας και χωρίς να τις πληρώνει για ποιο λόγο δεν υπάρχει οποιαδήποτε περαιτέρω σχετική αναφορά στο Τεκμήριο 4 και/ή αφού και μετά τις 13/09/2019 η Αιτήτρια συνέχισε να επιδεικνύει την εν λόγω συμπεριφορά για ποιο λόγο δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην επιστολή απόλυσης (Τεκμήριο 5) ότι συνέχισε να καταναλώνει μπύρες εν ώρα εργασίας.
(vi) Οι θέσεις του κ. Καραγιάννη σχετικά με τις προφορικές υποδείξεις και παρατηρήσεις που έκανε στην Αιτήτρια σχετικά με την μη έγκαιρη παράδοση στο Λογιστήριο των προγραμμάτων εργασίας της κουζίνας του Village, για την άφιξή της στον χώρο εργασίας το πρωί πιο αργά από την ώρα που προέβλεπε το ωράριο εργασίας της, για την μη τήρηση του προγράμματος εργασίας της, για τη μη συνεργασία της με το υπόλοιπο προσωπικό, για τη μη χρήση του Συστήματος Clock In - Clock Out, για την κατανάλωση μπύρας εν ώρα εργασίας και για τη μη επίδειξη σοβαρότητας κατά την εργασία της και τις απαντήσεις και τη στάση της Αιτήτριας σε αυτές («δεν με ενδιαφέρει θα το ετοιμάσω μετά», «άργησα να σχολάσω και όποτε χρειάζεται μένω περισσότερο χρόνο», «δεν με ενδιαφέρει», «τώρα αν ήπιαμε και καμία μπύρα τι θα γίνει», «έχω το μέσο δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτε») τέθηκαν ενώπιόν μας γενικά και χωρίς να υποστηρίζονται από συγκεκριμένα και σαφή γεγονότα σχετικά με τις συνθήκες τις περιβάλλουν. Περαιτέρω ο κ. Καραγιάννης ερωτώμενος κατά την αντεξέτασή του γενικά σχετικά με τη διαδικασία παράδοσης γραπτής παρατήρησης σε υπάλληλο του Ξενοδοχείου απαντούσε ειδικά για την Αιτήτρια λέγοντας αρχικά ότι αυτός προειδοποίησε πολλές φορές την Αιτήτρια ότι θα της έδινε γραπτή παρατήρηση και αυτή του έλεγε ότι δεν την ενδιαφέρει και στη συνέχεια είπε (1) ότι όταν αποφασίστηκε να δοθεί στην Αιτήτρια η γραπτή παρατήρηση-προειδοποίηση αυτός της είπε ότι θα της δώσει «warning» και αυτή του απάντησε «δεν με ενδιαφέρει, δεν μπορεί να κάνεις κάτι» και (2) ότι «όταν ανακάλυψα με το λογιστήριο ότι δεν παρουσίαζε τα προγράμματα στην ώρα τους, δεν κτυπούσε κάρτα, την έχουμε καλέσει στο γραφείο μου παρούσα και η κυρία, υπεύθυνη του λογιστηρίου και της έχουμε δώσει προειδοποιητικές συστάσεις». Η κα Hall δεν επιβεβαίωσε τον εν λόγω ισχυρισμό του κ. Καραγιάννη αφού κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε μόνο σε ενημέρωση που έκανε αυτή στον κ. Καραγιάννη και δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε συνάντηση του κ. Καραγιάννη με την Αιτήτρια στην παρουσία της κατά την οποία έγιναν προειδοποιητικές συστάσεις στην Αιτήτρια (η συνάντηση στις 08/10/2019 στην οποία αναφέρθηκε δεν ήταν, σύμφωνα με την κα Hall, για προειδοποιητικές συστάσεις αλλά για να δοθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να προβάλει την εκδοχή της για αυτά που τις απέδιδαν). Αναφορικά με την παράδοση του Τεκμηρίου 3 κατά την κυρίως εξέτασή του ο κ. Καραγιάννης περιορίστηκε στο να αναφέρει μόνο ότι η εν λόγω προειδοποιητική επιστολή – παρατήρηση δόθηκε στην Αιτήτρια με το χέρι και κατά την αντεξέτασή του είπε ότι το Τεκμήριο 3 το έδωσε αυτός στην Αιτήτρια και η Αιτήτρια δεν το έπαιρνε και άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και έφυγε λέγοντας του «δεν μπορείτε να μου κάνετε τίποτε». Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 4 υπό το φως των υπόλοιπων ισχυρισμών του κ. Καραγιάννη σχετικά με τη στάση της Αιτήτριας στις παρατηρήσεις που τις έκανε μας ξενίζει το γεγονός ότι ο κ. Καραγιάννης δεν αναφέρθηκε με σαφήνεια και λεπτομέρεια στις συνθήκες που περιβάλλουν την παράδοση του εν λόγω Τεκμηρίου στην Αιτήτρια. H κα Hall δεν είχε προσωπική γνώση σε ό,τι αφορά την παράδοση των Τεκμηρίων 3 και 4 στην Αιτήτρια.
(vii) Ο κ. Καραγιάννης και η κα Hall κατά την κυρίως εξέτασή τους απλώς περιέγραψαν την κατ’ ισχυρισμό συμπεριφορά της Αιτήτριας στις 08/10/2019 χωρίς να μας αναφέρουν συγκεκριμένα και με σαφήνεια τι ακριβώς έλαβε χώρα κατά την εν λόγω ημερομηνία. Η δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας υπέβαλε στην Αιτήτρια ότι κατά τη συνάντηση στις 08/10/2019 ήταν παρόντες ο ιδιοκτήτης της Εργοδότριας Εταιρείας, ο κ. Καραγιάννης και η κα Hall σε διάσταση με τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας οι οποίοι δεν ανέφεραν ότι ήταν παρών και ο ιδιοκτήτης της Εργοδότριας Εταιρείας. Ενώ η κα Hall είπε ότι δεν ήταν παρούσα όταν δόθηκε η επιστολή απόλυσης στην Αιτήτρια στις 09/10/2019 και ότι η απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας λήφθηκε μετά τις 08/10/2019, ο κ. Καραγιάννης αντεξεταζόμενος (1) είπε ότι κάλεσε την Αιτήτρια και της έδωσε το Τεκμήριο 5 ζητώντας της να τους πει για ποιο λόγο εξακολουθεί να μην συνεργάζεται μαζί τους και ότι η Αιτήτρια θύμωσε τόσο πολύ που, μπροστά στην υπεύθυνη του Λογιστηρίου[7], άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και έφυγε και (2)(α) αρχικά είπε ότι αποφάσισε να τερματίσει την απασχόληση της Αιτήτριας μετά τις 07/10/2019 διότι δεν συνεργαζόταν με τις άλλες κοπέλες στην κουζίνα (σημειώνουμε ότι δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που να στηρίζει την εν λόγω θέση του) και όταν της έλεγε να σοβαρευτεί του έλεγε «έχω το μέσο και δεν μπορείς να μου κάμεις τίποτε», (β) στη συνέχεια συμπλήρωσε ότι την απέλυσε και για τους προηγούμενους λόγους που ήταν στις γραπτές παρατηρήσεις, (γ) ακολούθως πρόσθεσε ότι η Αιτήτρια «δεν ετοίμαζε το πρόγραμμα, δεν το τηρούσε, δεν έκανε την εργασία της όπως έπρεπε να γίνει, δημιουργούσε προβλήματα στην εργασία» (σημειώνουμε ότι δεν μας ανέφερε με λεπτομέρειες που να στηρίζονται σε γεγονότα με ποιο τρόπο δεν έκανε η Αιτήτρια την εργασία της και ποια προβλήματα δημιουργούσε η Αιτήτρια στην εργασία της) και (δ) στο τέλος ανέφερε ότι μετά που έδωσε το Τεκμήριο 4 στην Αιτήτρια και αυτή συνέχιζε να πίνει μπύρα στην εργασία της αποφάσισε να την απολύσει και ότι περίμενε μια εβδομάδα περίπου για να ενημερώσει τον ιδιοκτήτη της Εργοδότριας Εταιρείας για την απόφασή του και να του δώσει την έγκρισή του. Μας ξενίζει που ο κ. Καραγιάννης δεν αναφέρθηκε κατά την αντεξέτασή του όταν ρωτήθηκε αρκετές φορές ποιος ήταν ο λόγος απόλυσης της Αιτήτριας στη μη τήρηση της ορθής διαδικασίας του Συστήματος Clock In –Clock Out από την Αιτήτρια και του ωραρίου εργασίας της τη στιγμή που αναγράφεται στο Τεκμήριο 5 ως μέρος του λόγου απόλυσης η εν λόγω διαγωγή. Ενώ στο Τεκμήριο 5 αναγράφεται ότι η Αιτήτρια στις 08/10/2019 έδωσε εξηγήσεις και λόγους για τη συμπεριφορά που επιδείκνυε οι οποίοι ήταν ανεπαρκείς και μη αποδεκτοί, οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μας ανέφεραν ποιες ήταν αυτές οι εξηγήσεις και οι δικαιολογίες που προέβαλε η Αιτήτρια και ισχυρίστηκαν μόνο ότι η Αιτήτρια έφυγε από τη συνάντηση στις 08/10/2019 χωρίς να προβάλει ικανοποιητικούς λόγους για τη διαγωγή της.
(viii) Σε αυτό το σημείο, σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο για να είναι σε θέση (α) να αποφανθεί κατά πόσον οι ισχυρισμοί ενός εργοδότη για επίδειξη αρνητικής εργασιακής συμπεριφοράς από ένα εργοδοτούμενο ευσταθούν και (β) να κρίνει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης, (i) αντικειμενικά δικαιολογείται η απόδοση αρνητικής εργασιακής συμπεριφοράς σε ένα εργοδοτούμενο από τον εργοδότη του και (ii) δικαιολογείτο η απόλυση του εργοδοτουμένου, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του όλες τις συνθήκες και τα στοιχεία που περιβάλλουν τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου καθώς και τις ενέργειες και τα μέτρα που έλαβε ο εργοδότης. Χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με το εύλογο της απόφασης απόλυσης στη βάση της αποδιδόμενης από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο αρνητικής εργασιακής διαγωγής. Οι γενικόλογοι ισχυρισμοί δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν το υπόβαθρο για την απόδοση κακής διαγωγής και διάπραξης εργασιακών παραπτωμάτων αφού ελλείπουν τα δεδομένα που πειστικά και αντικειμενικά μπορούν να στοιχειοθετήσουν στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το εύλογο συμπέρασμα του εργοδότη για επίδειξη κακής εργασιακής διαγωγής και επαναλαμβανόμενη διάπραξη εργασιακών παραπτωμάτων από τον εργοδοτούμενο. Στην παρούσα περίπτωση οι γενικόλογοι ισχυρισμοί των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας σε ό,τι αφορά την αρνητική εργασιακή συμπεριφορά της Αιτήτριας, εκτός του ότι πλήττουν ουσιαστικά το αξιόπιστο της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων, δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν το υπόβαθρο για την απόδοση στην Αιτήτρια επαναλαμβανόμενης αρνητικής εργασιακής διαγωγής και/ή ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή επαναλαμβανόμενης μη συμμόρφωσης της Αιτήτριας με τις διαδικασίες και τις οδηγίες της Εργοδότριας Εταιρείας.
(ix) Από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έλαβε υπόψη της κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας τα γεγονότα που ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας ότι περιβάλλουν την απουσία της Αιτήτριας από τις 20/04/2019 μέχρι τις 28/04/2019 γεγονός που δεικνύει ότι το εν λόγω περιστατικό δεν ήταν ένας από τους παράγοντες που έλαβε υπόψη της η Εργοδότρια Εταιρεία για σκοπούς της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας. Συνακόλουθα οι εν λόγω ισχυρισμοί των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας θα αγνοηθούν.
Κρίνουμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας είναι τόσο ουσιαστικές που δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τη μαρτυρία τους αξιόπιστη, επαρκή και ικανοποιητική. Κατά συνέπεια κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε με ασφάλεια στη μαρτυρία τους για εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων που να στηρίζουν την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας σε ό,τι αφορά την εργασιακή συμπεριφορά της Αιτήτριας (εκτός από ευρήματά μας σε σχέση με τα παραδεκτά, τα μη αμφισβητούμενα και τα αναντίλεκτα γεγονότα που καταγράψαμε πιο πάνω), τα γεγονότα που οδήγησαν την Εργοδότρια Εταιρεία στις 09/10/2019 να λάβει την απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας, τα γεγονότα που έλαβε υπόψη της η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας και το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που προηγήθηκαν της λήψης της απόφασης απόλυσής της. Συνακόλουθα η μαρτυρία τους δεν γίνεται αποδεκτή.
Η Αιτήτρια παρ’ όλη την προσπάθεια να πείσει για την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο δεν το έχει πετύχει. Μέσα από τη μαρτυρία της προβάλλουν στοιχεία τα οποία δημιουργούν αδυναμίες στην εκδοχή της αλλά και στο να αφήσει θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα:
(i) Η δικηγόρος της Αιτήτριας ενώ αρχικά υπέβαλε στον κ. Καραγιάννη κατά την αντεξέτασή του ότι η Αιτήτρια δεν απουσίαζε από την εργασία της από τις 20/04/2019 μέχρι και τις 28/04/2019, στη συνέχεια κατά την αντεξέταση της κας Hall (η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 7) υπέβαλε στην κα Hall ότι η Αιτήτρια κατά τις εν λόγω ημερομηνίες απουσίασε από την εργασία της με έγκριση του κ. Καραγιάννη και του ιδιοκτήτη της Εργοδότριας Εταιρείας λόγω του ότι απεβίωσε στενό συγγενικό της πρόσωπο. Η Αιτήτρια σε αντίθεση με τις υποβολές της δικηγόρου της στον κ. Καραγιάννη υποστήριξε ότι κατά τις εν λόγω ημερομηνίες απουσίασε από την εργασία της λόγω του ότι «χρειαζόταν να λείψει» από την εργασία της ώστε να παραστεί στην κηδεία ενός στενού συγγενή της και ότι τόσο ο κ. Καραγιάννης όσο και ο ιδιοκτήτης της Εργοδότριας Εταιρείας είχαν εγκρίνει την άδεια απουσίας της και της είχαν δώσει τα συλλυπητήρια τους. Κρίνουμε ότι η πιο πάνω διάσταση μεταξύ των υποβολών της δικηγόρου της Αιτήτριας κατά την αντεξέταση του κ. Καραγιάννη και της μαρτυρίας της Αιτήτριας πλήττει καίρια την αξιοπιστία της Αιτήτριας.
(ii) Η Αιτήτρια δεν μας εξήγησε με πειστικότητα και λεπτομέρεια για ποιο λόγο δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα της εργασίας της η ετοιμασία του προγράμματος εργασίας της κουζίνας του Village. Επίσης στις ερωτήσεις και τις υποβολές που της έγιναν κατά την αντεξέτασή της σε σχέση με τη θέση εργασίας της και τις ευθύνες της στην εν λόγω κουζίνα απαντούσε μονολεκτικά χωρίς να δίνει οποιεσδήποτε εξηγήσεις και χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε γεγονότα που να στηρίζουν ή να δικαιολογούν τις απαντήσεις της γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό.
(iii) Ενώ (1) η Αιτήτρια στην κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ήταν μόνο δύο (2) μάγειρες στην κουζίνα του Village και ότι «μόνο σε περιόδους αιχμής στην high season έστελναν τρίτο μάγειρα από» το Hotel για να βοηθήσει και κατά την αντεξέτασή της είπε ότι «στην αρχή ήταν δύο μάγειρες και μετά στο τέλος της σεζόν μας έφερναν βοήθεια» και (2) η δικηγόρος της Αιτήτριας υπέβαλε στον κ. Καραγιάννη ότι ο τρίτος μάγειρας πήγαινε στην κουζίνα του Village «περιστασιακά και μόνο στο high season», η Αιτήτρια δεν σχολίασε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 στο οποίο φαίνονται να εργάζονται τέσσερα (4) άτομα στην εν λόγω κουζίνα σε συνάρτηση με τις αναφορές των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ότι στην εν λόγω κουζίνα εκτός από την Αιτήτρια εργάζονταν ακόμα δύο (2) μάγειρες ως βοηθοί της γεγονός που μας ξενίζει. Επίσης στην υποβολή που της έγινε ότι για όλη την καλοκαιρινή σεζόν υπήρχαν τρεις (3) μάγειρες στην κουζίνα του Village απάντησε με γενικότητα και αοριστία λέγοντας μόνο ότι δεν συμφωνεί χωρίς να αναφέρει κάτι άλλο. Ενώ ισχυρίστηκε ότι στις 30/08/2019 δεν έφυγε πριν τις 16:30 από την εργασία της αφού δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο να την αντικαταστήσει και η συνάδελφός της είχε σχολάσει η ώρα 15:00 δεν σχολίασε το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 8 φαίνεται ότι εκείνη τη μέρα μόνο ένας εργοδοτούμενος στην κουζίνα του Village έφυγε από την εργασία του η ώρα 15:00 και οι άλλοι τρεις (3), συμπεριλαμβανομένης και της Αιτήτριας, εργάστηκαν μέχρι τις 16:30.
(iv) Η Αιτήτρια δεν απαντούσε με φυσικότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και στις υποβολές που της έγιναν κατά την αντεξέτασή της σχετικά με (α) τους ισχυρισμούς της για τη μη σωστή λειτουργία και τις βλάβες της συσκευής του Συστήματος Clock In - Clock Out και (β) το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, αφού περιοριζόταν στο να απορρίπτει τις υποβολές της δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας λέγοντας ότι δεν συμφωνεί με αυτές και να επαναλαμβάνει απλώς ότι αυτή όποτε λειτουργούσε η εν λόγω συσκευή την χρησιμοποιούσε σωστά χωρίς να δίνει περισσότερες εξηγήσεις/διευκρινίσεις/λεπτομέρειες.
(v) Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν της είχε αναφερθεί ότι στην περίπτωση που δεν καταγράφονταν ορθά οι ώρες άφιξης στο και αναχώρησης από το Ξενοδοχείο θα μπορούσε να γίνει αποκοπή από τον μισθό, όταν ρωτήθηκε κατά πόσον τον Αύγουστο του 2019 της έγινε αποκοπή από τον μισθό της για τα 176 λεπτά που άργησε να προσέλθει στην εργασία της απάντησε «ίσως, δεν θυμάμαι». Η Αιτήτρια δεν σχολίασε καθόλου τις αναφορές των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας για προσωρινά και πραγματικά προγράμματα εργασίας της κουζίνας Village και περιορίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της στο να πει μόνο ότι τα συνέτασσε και τα υπέβαλλε εγκαίρως. Κατά την αντεξέτασή της προέβαλε για πρώτη φόρα κατά την ακροαματική διαδικασία τη θέση ότι ετοίμαζε τα προγράμματα εργασίας και τα παρέδιδε σε άτομα του Λογιστηρίου που πήγαιναν στην κουζίνα του Village για να τα παραλάβουν τα οποία άτομα δεν είχαν συγκεκριμένη μέρα της εβδομάδας που πήγαιναν στην κουζίνα του Village να τα παραλάβουν (η εν λόγω θέση δεν τέθηκε στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέτασή τους γεγονός που τείνει κατά τη γνώμη μας να δείξει ότι συνιστά εκ των υστέρων σκέψη της Αιτήτριας).
(vi) Προέβαλε γενικά και αόριστα ότι εργαζόταν πολλές φορές υπερωρίες και ότι ανέφερε το εν λόγω γεγονός στους υπεύθυνους (χωρίς να τους κατονομάσει) και αυτοί την αγνοούσαν και την απέφευγαν.
(vii) Κατά την κυρίως εξέτασή της προέβαλε με γενικότητα και αοριστία τον ισχυρισμό ότι την περίοδο αιχμής δούλευε χωρίς να παίρνει ρεπό και επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία γνώριζε ότι αυτό ήταν παράνομο της ζητείτο να καταχωρεί στο πρόγραμμα ψευδή ρεπό ώστε να είναι συμμορφωμένη με τους όρους εργοδότησης και τον νόμο σε περίπτωση ελέγχου από τους αρμοδίους. Κατά την αντεξέτασή της διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι όποτε επισκεπτόταν το Ξενοδοχείο αρμόδιος από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για έλεγχο της ζητούσαν να αλλάξει τα προγράμματα εργασίας ώστε να φαίνεται ότι έπαιρνε δύο (2) ρεπό. Υπό το φως των όρων εργοδότησής της ως αυτοί καταγράφονται στη σύμβαση εργασίας της και του γεγονότος της μη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας που να δεικνύει ότι οι όροι εργοδότησής της ήταν αντίθετοι με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, η θέση που προέβαλε η Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της στερείται πειστικότητας και λογικού υποβάθρου.
(viii) Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε μόνο ότι ο κ. Καραγιάννης στις 09/10/2019 την κάλεσε στο γραφείο του και της έδωσε το Τεκμήριο 5 λέγοντας της απλώς ότι δεν την χρειάζονται άλλο και ότι όταν αυτή τον ρώτησε τι έγινε της απάντησε ότι δεν την θέλουν πλέον και να πάει σπίτι της. Αντεξεταζόμενη προέβαλε για πρώτη φορά ότι όταν «πήρε την απόλυσή της» της είπαν (χωρίς να μας αναφέρει ποιος) ότι «θα δικαστούν νομικά και θα εξηγήσουν στο Δικαστήριο τι έγινε και για ποιο λόγο την απέλυσαν».
Λόγω των πιο πάνω κρίνουμε την Αιτήτρια ως αναξιόπιστη και κατά συνέπεια απορρίπτουμε τη μαρτυρία της.
Νομική Πτυχή – Εφαρμογή Νομικής Πτυχής
Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου:
«5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν:
…………………………………………………………………………………………….
(ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον.
(στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
(i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή
(ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του
(iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του
(iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του
(v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.»
Να αναφέρουμε εδώ ότι στην υπό εξέταση περίπτωση προκύπτει από την ενώπιόν μας μαρτυρία ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχιση της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης. Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee (1988) 1 C.L.R. 103, τo Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνέχιση της σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου θα πρέπει να εξαρτάται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη σύμβαση. Είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και να μη βλάπτει με τη διαγωγή του τα νόμιμα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη του και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.
Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. (Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια (2006) 1 Β Α.Α.Δ. 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά (2004) 1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου λόγω της διαγωγής που επέδειξε εντός των πλαισίων του Νόμου είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη και είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο[8]. Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων[9] («within the band of reasonable responses of reasonable employer»). Στην Πολ. Έφεση 103/2012 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ. 7/7/2017 σημειώθηκαν τα πιο κάτω:
«Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα έχοντας το βάρος να αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης….το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ΄ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη….»
Στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσον η συγκεκριμένη συμπεριφορά αντικειμενικά κρινόμενη ήταν τόσο σοβαρή στο βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση. Στην Kanika Developments Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι:
«Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.»
Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει τις βασικές αρχές (α) ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής[10]. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτουμένου. Εντός του πλαισίου εξέτασης του δεύτερου ερωτήματος στοιχεία όπως η προηγούμενη εργασιακή διαγωγή του εργοδοτουμένου, η δικαιολογία/εξήγηση που δίνεται για την επίδειξη της μεμπτής διαγωγής, η στάση του εργοδοτουμένου[11], οι πράξεις και οι παραλείψεις του εργοδότη λαμβάνονται υπόψη (π.χ. ένας εργοδότης λαμβάνοντας γνώση μιας αρνητικής συμπεριφοράς ενός εργοδοτουμένου δεν λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα ή λαμβάνει κάποια πειθαρχικά μέτρα τα οποία μπορεί να οδηγήσουν τον εργοδοτούμενο να πιστέψει ότι η συμπεριφορά που επέδειξε δεν θεωρείται τόσο σοβαρή από τον εργοδότη ή ότι το θέμα είναι λήξαν, δεν μπορεί να επανέλθει και για το ίδιο παράπτωμα να επιβάλλει ένα νέο πειθαρχικό μέτρο).
Αποτελεί γενική αρχή του εργατικού δικαίου ότι το καθήκον του εργοδοτουμένου να εκτελεί τα καθήκοντα της εργασίας του και να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες του εργοδότη του είναι το πιο σημαντικό καθήκον ενός εργοδοτουμένου. Προσφέροντας και παρέχοντας τις υπηρεσίες του ένας εργοδοτούμενος που συμφωνήθηκαν να παρέχει με τον τρόπο που του ζητείται από τον εργοδότη του είναι το αντάλλαγμα για την πληρωμή του μισθού του από τον εργοδότη του. Η αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) αναγνωρίζει τη βασική αρχή της σύμβασης εργασίας ότι ο εργοδοτούμενος πρέπει να υπακούει και να συμμορφώνεται με τις νόμιμες και λογικές οδηγίες του εργοδότη του και να εκτελεί τα συμφωνηθέντα με τη σύμβαση εργασίας του καθήκοντα της εργασίας του αλλά σημειώνει ότι για να δικαιολογηθεί η απόφαση απόλυσης ενός εργοδοτουμένου λόγω παράβασης εσωτερικών κανονισμών εργασίας ή λόγω άρνησής του να υπακούσει μία νόμιμη εντολή του εργοδότη του εντός των πλαισίων της εργατικής νομοθεσίας και να εκτελέσει καθήκοντα της εργασίας του πρέπει να ικανοποιηθούν και κριτήρια τα οποία να υπερβαίνουν το καθαρά συμβατικό κριτήριο που ζητεί το Κοινοδίκαιο (Common Law)[12]. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης για τους πιο πάνω λόγους από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) ο εργοδότης δίνοντας την επίδικη εντολή και/ή τον επίδικο κανονισμό εργασίας στον εργοδοτούμενο ενήργησε εύλογα και λογικά (δηλαδή κατά πόσον η επίδικη εντολή είναι λογική και/ή ο επίδικος κανονισμός είναι λογικός), (β) η επίδικη εντολή και/ή ο επίδικος κανονισμός έπρεπε λογικά να κοινοποιηθεί με σαφήνεια και λεπτομέρεια στον εργοδοτούμενο[13], (γ) οι συνέπειες της ανυπακοής της εντολής και/ή της παράβασης του κανονισμού εργασίας έπρεπε λογικά να γνωστοποιηθούν στον εργοδοτούμενο ώστε ο εργοδοτούμενος να έχει επίγνωση ότι ανάλογη συμπεριφορά του θα οδηγήσει σε απόλυση[14] και/ή σε πειθαρχικές ποινές και (δ) ο εργοδότης αποφασίζοντας την απόλυση του εργοδοτούμενου που αρνήθηκε να εκτελέσει εντολή που του δόθηκε και/ή παραβίασε κανονισμούς εργασίας ενήργησε εύλογα δηλαδή κατά πόσον η απόφανση του εργοδότη ότι η παραβίαση του κανονισμού από τον εργοδοτούμενο συνιστούσε σοβαρή κακή διαγωγή ήταν εύλογη[15], κατά πόσον ο εργοδότης έλαβε υπόψη του τη γενική εργασιακή συμπεριφορά που επέδειξε προηγουμένως ο εργοδοτούμενος και την περίοδο υπηρεσίας του, κατά πόσον δόθηκε στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να απαντήσει στις κατηγορίες που του αποδόθηκαν, κατά πόσον η απόλυση έγινε εντός εύλογου χρόνου από την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη του παραπτώματος ώστε να μπορεί ο εργοδοτούμενος να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή. (Βλ. St. D. Anderman ″The Law of Unfair Dismissal″, 3rd Edition, Butterworths σελ. 185-191, J. Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 348-352).
Περαιτέρω σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ένας εργοδότης πρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα τούτο. Ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στον τερματισμό της απασχόλησής του. Από τη στιγμή που το γεγονός περιέλθει στη γνώση του εργοδότη αυτός θα πρέπει το συντομότερο να λάβει την τελική του απόφαση. Παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις. Στην υπόθεση L’Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους (2000) 1 Α.Α.Δ. 2117, αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του εφεσίβλητου της απρεπούς συμπεριφοράς (10/10/97) μέχρι την απόλυσή του (6/11/97) είναι πέραν του λογικού χρόνου, εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα σε απόλυσή του. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ’ ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτουμένου (19/5/1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσής του στις 5/10/98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 19/5/1998 μέχρι 5/10/1998 δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Το κατά πόσο ο εργοδότης άσκησε το δικαίωμά του για απόλυση του εργοδοτουμένου εντός ευλόγου χρόνου είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτουμένου μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης (δηλαδή το τελευταίο περιστατικό που ώθησε τον εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο) δεν μπορεί από μόνος του από πλευράς σοβαρότητας να δικαιολογήσει απόλυση γιατί διαφορετικά ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους παρατείνοντας την αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της σχέσης εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά παράβαση των άρθρων 5(ε) και 5(στ) του Νόμου εκτός αν η συγκεκριμένη πράξη (παράπτωμα) που οδηγεί στην απόλυση του εργοδοτουμένου δηλώνει επιβεβαίωση συστηματικής αρνητικής συμπεριφοράς του εργοδοτουμένου μετά που του δόθηκαν σχετικές προειδοποιήσεις. Στο σύγγραμμα St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, στις σελ.196-197 αναφέρονται τα πιο κάτω:
«Where dismissal is for ordinary misconduct….… and consists of a series of offences or course of conduct, an employment tribunal must still determine whether the course of conduct in the aggregate is sufficient to warrant dismissal by a reasonable employer. Employment Tribunals have a discretion to determine whether or not the employer’s decision to dismiss was reasonable in the circumstances, but that discretion is limited by the requirement that they must judge the reasonableness of the employer’s decision taking into account the range of reasonable responses by employers. The particular act of misconduct which precipitates the dismissal does not have to be sufficiently serious in its own right to justify dismissal as long as it confirms a pattern by, for example occurring after a final warning. The test for employment tribunals in such cases is whether the precipitating incident of misconduct, taken together with the employee’s aggregate record of misconduct, was serious enough to justify dismissal by a reasonable employer. At the same act the final act of misconduct should not be so trivial or minor that reasonable employers would not regard it as the “last straw” in a series of acts of misconduct.»
Κατά συνέπεια η συμπεριφορά του εργοδοτουμένου που έλαβε χώρα στο παρελθόν δεν είναι χωρίς σημασία, αφού αυτή μπορεί σε περίπτωση απόδειξής της να αποτελέσει τη βάση για μια αρνητική πρόγνωση ή σε συνδυασμό με το γεγονός που οδήγησε στην απόλυση να καταδεικνύει συστηματική αρνητική συμπεριφορά. Σημειώνουμε ότι με βάση τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ο εργοδότης ενεργώντας εντός των πλαισίων της αρχής της λογικότητας θα πρέπει σε περιπτώσεις μη σοβαρών περιστατικών οπωσδήποτε να γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο τις παρατηρήσεις του και να του δώσει μια ευκαιρία να συμμορφωθεί. Η ύπαρξη προηγούμενων προειδοποιήσεων – παρατηρήσεων, ο αριθμός αυτών, αν αυτές ήταν δικαιολογημένες, το περιεχόμενο της κάθε παρατήρησης, οι ημερομηνίες που δόθηκαν και ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ αυτών είναι θέματα τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά την απόφανσή του κατά πόσον ο εργοδότης λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες παρατηρήσεις ενήργησε εντός των λογικών πλαισίων αποφασίζοντας την απόλυση του εργοδοτουμένου[16]. Το γεγονός ότι οι προηγούμενες παρατηρήσεις αφορούσαν παραπτώματα διαφορετικής φύσης δεν καθιστά από μόνο του τις προηγούμενες παρατηρήσεις ως άσχετες[17]. Μια παρατήρηση που απέχει μεγάλο χρονικό διάστημα από την απόλυση χωρίς να μεσολαβήσουν άλλες παρατηρήσεις δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από τον εργοδότη με σκοπό τη δικαιολόγηση της απόλυσης εάν το τελευταίο περιστατικό που οδήγησε στην απόλυση δεν είναι τόσο σοβαρό που από μόνο του δικαιολογεί απόλυση[18] αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση που το τελευταίο περιστατικό είναι τόσο σοβαρό που δικαιολογεί απόλυση κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ο εργοδότης ενήργησε εντός των λογικών πλαισίων, μη επιδεικνύοντας επιείκεια στον εργοδοτούμενο που του είχε δοθεί αυτή η παρατήρηση, απολύοντας τον ή διακρίνοντας τον από άλλους εργοδοτούμενους που διέπραξαν το ίδιο παράπτωμα με αυτόν αλλά δεν είχαν προηγούμενη προειδοποίηση[19].
Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[20] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, (2004) 1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (2003) 1 Α.Α.Δ. 318). Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[21] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι:
«Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.»
Βλέπε επίσης Πολιτική Έφεση 188/2012 Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd v. Σουρουλλά, ημερ. 20/11/2018[22].
Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη – εργοδοτουμένου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχτηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton (1986) 1 ALL ER 513). Στο σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, 2018 στις σελίδες 409 - 415 αναφέρονται τα εξής:
«Σε υποθέσεις απόλυσης, είναι ενδεχόμενο να εγερθούν όχι μόνο θέματα ουσίας αλλά και διαδικασίας.
1. Ο εργοδότης, κατά κανόνα, δεν μπορεί να ενεργεί χωρίς να ακολουθεί οποιαδήποτε διαδικασία ή να μην τηρεί οποιαδήποτε εχέγγυα εύλογης κρίσης, απλώς και μόνο διότι πιστεύει ότι ο εργοδοτούμενος έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα.
2. Ο εργοδότης, στο πλαίσιο της ικανοποίησης των ουσιαστικών κριτηρίων και προϋποθέσεων για να θεωρείται δικαιολογημένη η άμεση απόλυση θα πρέπει στην μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων να παρέχει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να γνωρίζει το τι του καταλογίζεται καθώς και το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. ……………
3. ……………………………………………………………………………………………
4. ……………………………………………………………………………………………
5. Υπάρχουν περιπτώσεις όταν τα γεγονότα είναι τόσο οφθαλμοφανή, ή όταν τα σε βάρος του εργοδοτούμενου στοιχεία ομολογούνται άμεσα από τον ίδιο, που δεν χρειάζεται οποιαδήποτε διαδικασία, εφόσον σε τέτοια περίπτωση η διαδικασία διατύπωσης κατηγοριών και αποδοχής παραστάσεων δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Ο εργοδότης δεν έχει όμως να χάσει τίποτα απολύτως εάν, όποια και να είναι τα γεγονότα, ερωτήσει τον εργοδοτούμενο εάν έχει οποιαδήποτε εξήγηση ή οτιδήποτε να αναφέρει σε σχέση με το τι έγινε. ……………………………………………………………………………………………. η προτιμητέα θέση είναι ότι ο εργοδότης θα πρέπει να ζητά εξηγήσεις από τον εργοδοτούμενο όχι μόνο αναφορικά με το τι έπραξε αλλά και για τις συνθήκες στο πλαίσιο των οποίων είχε προβεί στη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Για τέτοιο σοβαρό θέμα όπως είναι ο άμεσος τερματισμός των υπηρεσιών εργοδοτουμένων το δικαίωμα πρότερης ακρόασης ή καλύτερα το δικαίωμα του εργοδοτουμένου να προβεί σε παραστάσεις δεν μπορεί να εξαντλείται απλώς με μια ερώτηση της στιγμής.
6. ……………………………………………………………………………………………»
Ειδικά σε ό,τι αφορά παραπτώματα του εργοδοτουμένου που σχετίζονται με τις ώρες εργασίας του, την προσέλευσή του στην εργασία του και την αναχώρησή του από την εργασία καθώς και τις δηλώσεις του για τις ώρες απασχόλησής του, αυτά αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης θεωρούνται είτε ως σοβαρή εργασιακή διαγωγή που δικαιολογεί την άμεση απόλυση (π.χ. όταν εσκεμμένα και/ή δόλια δηλώνονται ώρες εργασίας οι οποίες δεν έχουν προσφερθεί) είτε ως όχι τόσο σοβαρή εργασιακή διαγωγή που δεν δικαιολογεί την άμεση απόλυση (π.χ. ολιγόλεπτη καθυστέρηση στην άφιξη στον χώρο εργασίας ή αποχώρηση από τον χώρο εργασίας λίγα λεπτά πιο νωρίς από την ώρα που προβλέπει το ωράριο εργασίας, μη τήρηση των συστημάτων ελέγχου των ωρών άφιξης στην και αναχώρησης από την εργασία) αλλά που δικαιολογεί απόλυση όταν είναι επαναλαμβανόμενη, συστηματική χωρίς οποιαδήποτε βελτίωση μετά που δόθηκαν σχετικές προειδοποιήσεις με τις οποίες ενημερωνόταν ο εργοδοτούμενος ότι η μη συμμόρφωσή του μπορεί να οδηγήσει σε απόλυσή του και αφού δόθηκε το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να προβάλει εξηγήσεις και λόγους για τις πράξεις του.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε σε αυτό το σημείο είναι κατά πόσον στη βάση μόνο των παραδεκτών και/ή αναντίλεκτων και/ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων και πιο συγκεκριμένα των γεγονότων υπό τα στοιχεία (5), (7) και (8) στις σελίδες 13 και 14 της παρούσας η Εργοδότρια Εταιρεία απέδειξε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ενέργησε ως ένας λογικός εργοδότης και (α) εύλογα κατέληξε ότι η Αιτήτρια διέπραξε σοβαρά εργασιακά παραπτώματα και/ή επέδειξε επαναλαμβανόμενη κακή εργασιακή διαγωγή που δικαιολογεί την απόλυσή της και (β) εύλογα έλαβε την απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας ακολουθώντας μια δίκαιη διαδικασία.
Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει ότι (α) η Αιτήτρια συστηματικά και επανειλημμένα δεν συμμορφωνόταν με τις διαδικασίες και τις οδηγίες/εντολές της Εργοδότριας Εταιρείας σχετικά με την ετοιμασία των προγραμμάτων εργασίας της κουζίνας του Village και την έγκαιρη παράδοσή τους στους αρμοδίους της Εργοδότριας Εταιρείας, (β) η Αιτήτρια στις 30/08/2019 η ώρα 15:54 ενώ σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας θα εργαζόταν μέχρι τις 16:30 δεν βρισκόταν στην εργασία της αλλά σε εστιατόριο το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 40 λεπτών από το Ξενοδοχείο (δηλαδή ότι η Αιτήτρια αποχώρησε από την εργασία της τουλάχιστον μία (1) ώρα και 20 λεπτά πριν την ώρα που προέβλεπε το ωράριο εργασίας της χωρίς άδεια και χωρίς να το αναγράψει στα προγράμματα εργασίας), (γ) στις 07/09/2019 και/ή σε άλλες ημερομηνίες μετά τις 07/09/2019 η Αιτήτρια κατανάλωνε εν ώρα εργασίας αλκοολούχα ποτά τα οποία ήταν ιδιοκτησίας της Εργοδότριας Εταιρείας χωρίς να πληρώνει γι’ αυτά, (δ) δόθηκαν στην Αιτήτρια παρατηρήσεις – προειδοποιήσεις (είτε προφορικές είτε γραπτές) για τη διαγωγή της και τις πράξεις της, γνωστοποιώντας της ότι η μη βελτίωση της συμπεριφοράς της και/ή μη συμμόρφωσή της με τις διαδικασίες και τις οδηγίες της Εργοδότριας Εταιρείας μπορούσε να οδηγήσει στη λήψη απόφασης απόλυσής της, στις οποίες παρατηρήσεις η Αιτήτρια απαντούσε με ασέβεια και με ανάρμοστο τρόπο, (ε) γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια η σοβαρότητα της μη τήρησης της διαδικασίας clock in - clock out και ότι η μη τήρηση της εν λόγω διαδικασίας επισύρει την ποινή της απόλυσης, (στ) δόθηκε στην Αιτήτρια παρατήρηση-προειδοποίηση πριν την απόλυσή της ότι μη τήρηση της διαδικασίας του clock in - clock out από αυτήν ως διαπιστώθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία και/ή εντοπίστηκε μέσω του Συστήματος Clock In - Clock Out δεν είναι αποδεκτή από την Εργοδότρια Εταιρεία και τυχόν επανάληψή της μπορεί να οδηγήσει στη λήψη του μέτρου της απόλυσής της, (ζ) δόθηκε στην Αιτήτρια παρατήρηση – προειδοποίηση πριν την απόλυσή της ότι διαπιστώθηκε ότι προσέρχεται στην εργασία της μετά την προβλεπόμενη ώρα έναρξης του ωραρίου εργασίας της και αποχωρεί από την εργασία της πριν την προβλεπόμενη ώρα λήξης του ωραρίου εργασίας της και ότι αυτό δεν αποδεκτό από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι μη τήρηση του ωραρίου εργασίας της μπορεί να οδηγήσει στη λήψη πειθαρχικών μέτρων εναντίον της και/ή στην απόλυσή της, (η) η Αιτήτρια στην πράξη εργαζόταν λιγότερες ώρες από αυτές που προέβλεπε η σύμβαση εργασίας της, το ωράριο εργασίας της και τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village και/ή ότι ενεργώντας με δόλο και/ή ανεντιμότητα με σκοπό να εξαπατήσει την Εργοδότρια Εταιρεία δήλωνε στα προγράμματα εργασίας ότι εργαζόταν τις ώρες που προέβλεπε η σύμβαση εργασίας της, το ωράριο εργασίας της και τα προγράμματα εργασίας της κουζίνας του Village, (θ) έλαβε υπόψη της κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης της Αιτήτριας και την κατάσταση των χτυπημάτων της Αιτήτριας στο Σύστημα Clock In - Clock Out κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2019 και (ι) δόθηκε στην Αιτήτρια το δικαίωμα να προβάλει πριν την απόλυσή της την εκδοχή της σχετικά με τη διαγωγή που της αποδόθηκε στην επιστολή απόλυσης.
Σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι την 01/08/2019 η Αιτήτρια έκανε clock in η ώρα 07:58 ενώ στο πρόγραμμα εργασίας αναγραφόταν ότι εργαζόταν από η ώρα 06:00 μέχρι τις 16:30, παρατηρούμε ότι δεν έχει τεθεί ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει (πέραν του ότι η Αιτήτρια παρέδωσε ένα εβδομαδιαίο πρόγραμμα εργασίας το οποίο δεν ήταν σε πλήρη συμφωνία με τις καταγραφές του Συστήματος Clock In – Clock Out) ότι η Αιτήτρια εργάστηκε λιγότερες ώρες από το προβλεπόμενο ωράριο εργασίας της και ότι έλαβε αμοιβή για ώρες που δεν εργάστηκε και/ή ότι ενέργησε ανέντιμα και/ή δόλια. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποδοθεί στην Αιτήτρια οποιοδήποτε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα για τον εν λόγω γεγονός που να δικαιολογεί απόλυση. Το γεγονός της ανάρτησης φωτογραφιών από την Αιτήτρια στις 30/08/2019 η ώρα 15:54 σε συνδυασμό με τα γεγονότα ότι η Αιτήτρια την εν λόγω μέρα (α) σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας εργαζόταν μέχρι τις 16:30 και (β) η Αιτήτρια δεν έκανε clock out όταν σχόλασε από την εργασία της χωρίς άλλες περιβάλλουσες συνθήκες (όπως π.χ. παραδοχή της Αιτήτριας ότι στις 15:54 δεν βρισκόταν στον χώρο εργασίας της, διαπιστώσεις οι οποίες να στηρίζονται σε στοιχεία που εύλογα δεικνύουν ότι όντως η Αιτήτρια στις 15:54 δεν βρισκόταν στον χώρο εργασίας της και/ή ότι όντως η Αιτήτρια εκείνη τη μέρα έφυγε από την εργασία της πολύ πριν την ώρα που τελείωνε η βάρδιά της χωρίς άδεια και χωρίς να ενημερώσει την Εργοδότρια Εταιρεία) δεν μπορούν από μόνα τους να οδηγήσουν ένα λογικό εργοδότη στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια στις 30/08/2019 διέπραξε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα που δικαιολογεί απόλυση.
Πέραν των πιο πάνω, σημειώνουμε ότι τα παραπτώματα που αποδίδει η Εργοδότρια Εταιρεία στην Αιτήτρια στις δυο πιο πάνω ημερομηνίες δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο απόλυσης της Αιτήτριας στις 09/10/2019 καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν άσκησε το δικαίωμά της για απόλυσή της κατά τον χρόνο διάπραξης των εν λόγω κατ’ ισχυρισμό παραπτωμάτων. Υπό τις περιστάσεις ο χρόνος που παρήλθε από την κατ’ ισχυρισμό διάπραξη των εν λόγω παραπτωμάτων μέχρι τις 09/10/2019 ημερομηνία που απολύθηκε η Αιτήτρια είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου η Εργοδότρια Εταιρεία θα έπρεπε να ασκήσει το δικαίωμά της για τερματισμό των υπηρεσιών της Αιτήτριας. Συνακόλουθα είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απώλεσε το δικαίωμά της να απολύσει την Αιτήτρια για τους λόγους που σχετίζονται με τα εν λόγω κατ’ ισχυρισμό παραπτώματα που αποδίδονται στην Αιτήτρια.
Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα ότι από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2019 η Αιτήτρια (1) δεν χρησιμοποιούσε όλες τις φορές που προσερχόταν στην εργασία της το Σύστημα Clock In - Clock Out (δεν έκανε clock in), (2) σπάνια χρησιμοποιούσε το Σύστημα Clock In - Clock Out όταν αποχωρούσε από την εργασία της (δεν έκανε clock out), (3) συχνά προσερχόταν στην εργασία της με ολιγόλεπτη καθυστέρηση και (4) αρκετές φορές αποχωρούσε από την εργασία της λίγα λεπτά πριν την ώρα που προέβλεπε το ωράριο εργασίας της υπό το φως του ότι δεν αποδείχτηκε ότι (α) η Εργοδότρια Εταιρεία είχε ενημερώσει/παρατηρήσει/προειδοποιήσει την Αιτήτρια ότι η εν λόγω συμπεριφορά της δεν είναι αποδεχτή ούτε ανεκτή και ότι τυχόν επανάληψή της και/ή συνέχιση επίδειξής της θα οδηγήσει στη λήψη πειθαρχικών μέτρων και/ή στην απόλυσή της και/ή είχε γνωστοποιήσει στην Αιτήτρια την απαίτησή της για αυστηρή συμμόρφωση με τη διαδικασία του clock in - clock out και τη σοβαρότητα της παράβασης από μέρους της της εν λόγω διαδικασίας, (β) η Αιτήτρια ενεργούσε με δόλο και/ή ανεντιμότητα και/ή εσκεμμένα με αλλότριους σκοπούς και (γ) δόθηκε στην Αιτήτρια η ευκαιρία πριν την απόλυσή της να εξηγήσει και/ή να προβάλει τους λόγους για τους οποίους επιδείκνυε την πιο πάνω διαγωγή, κρίνουμε ότι κανένας λογικός εργοδότης υπό τις περιστάσεις θα έκρινε αντικειμενικά ότι η Αιτήτρια ενεργούσε σκόπιμα για αλλότριους σκοπούς επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία προς τους κανονισμούς του εργοδότη της γνωρίζοντας ότι η διαγωγή της δεν είναι αποδεκτή και ανεκτή και ότι τίθεται σε κίνδυνο η συνέχιση της εργασίας της και συνακόλουθα ότι η διαγωγή της Αιτήτριας συνιστούσε τόσο σοβαρή κακή εργασιακή διαγωγή που παραβίαζε το απαιτούμενο για τις εργασιακές σχέσεις κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου και δικαιολογούσε την απόλυσή της. Το γεγονός ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας ήταν συστηματική και επαναλαμβανόμενη δεν μπορεί να αναιρέσει το πιο πάνω συμπέρασμά μας λόγω του ότι δεν έγινε οποιαδήποτε γνωστοποίηση/προειδοποίηση στην Αιτήτρια ότι η εν λόγω συμπεριφορά της δεν είναι ανεκτή και/ή ότι θεωρείται από την Εργοδότρια Εταιρεία ως σοβαρή εργασιακή διαγωγή που δικαιολογεί απόλυση. Κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση η απόφαση για απόλυση της Αιτήτριας ήταν εκτός του εύρους των αντιδράσεων του μέσου λογικού εργοδότη.
Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βάρυνε να αποδείξει ότι τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του Νόμου. Είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου.
Το γεγονός ότι η Αιτήτρια κρίθηκε αναξιόπιστη δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας ήταν στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another (1986) 1 C.L.R. 21[23] και Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ. 3/7/2014[24].
Συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου καθώς και σε πληρωμή αντί προειδοποίησης.
Καθορισμός Αποζημιώσεων
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ’ ακόλουθα:
(α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου,
(β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου,
(γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου,
(δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου,
(ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου.
Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε).
Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σημειώνονται τ’ ακόλουθα:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.
Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
(Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1829).
Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) το γεγονός ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών της Αιτήτριας (€322.26), (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας της Αιτήτριας (5 χρόνια (4 χρόνια και 28 εβδομάδες)) και (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να στηρίζεται από απτά στοιχεία αναφορικά με την ηλικία της Αιτήτριας, τα προσόντα της, τη σταδιοδρομία της και τις επιπτώσεις που είχε η επίδικη απόλυσή της στην επαγγελματική και προσωπική της ζωή και την υλική ζημιά που υπέστηκε η Αιτήτρια, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 10.5 εβδομάδων ήτοι €3.383,73 (10.5Χ€322.26) (ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό που θα λάμβανε στην περίπτωση που απολυόταν λόγω πλεονασμού).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ε) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές έξι (6) εβδομάδων ήτοι ποσό €1.933,56 (6 Χ€322.26).
Κατάληξη
Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση για το συνολικό ποσό των €5.317,29 με νόμιμο τόκο πλέον €1.750 (λόγω της αναξιοπιστίας της Αιτήτριας επιδικάζουμε σε αυτήν μέρος των δικηγορικών εξόδων της) συν Φ.Π.Α..
(Υπ.) ………………………………………
Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής
(Υπ.) ………………………………… (Υπ.) ………………………………...
M. Σμίλας, Μέλος Α. Αντωνίου, Μέλος
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Industrial/Final
(Αναφορά: Απόλυση λόγω επαναλαμβανόμενης ανάρμοστης διαγωγής και μη συμμόρφωσης με διαδικασίες του εργοδότη)
[1] Στην παράγραφο 7 των γενικών λόγων της αίτησης εργατικής διαφοράς υπάρχει ο ισχυρισμός ότι «Η Αιτήτρια ελάμβανε για σκοπούς του Νόμου το ποσό των €322.26» ο οποίος ισχυρισμός δεν απορρίπτεται με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισης της Εργοδότριας Εταιρείας.
[2] Οι εν λόγω αναφορές των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν αμφισβητήθηκαν ούτε αντικρούστηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας και η Αιτήτρια στη μαρτυρία της αναφέρθηκε σε δύο βάρδιες εργασίας με τα εν λόγω ωράρια.
[3] Η Αιτήτρια παραδέχτηκε ότι ετοίμαζε τα προγράμματα εργασίας του προσωπικού της κουζίνας του Village και αμφισβήτησε μόνο τον ισχυρισμό των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ήταν μέσα στα εργασιακά της καθήκοντα η ετοιμασία των εν λόγω προγραμμάτων εργασίας.
[4] Η πλευρά της Αιτήτριας δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8.
[5] Η Αιτήτρια δεν αμφισβήτησε τους εν λόγω ισχυρισμούς των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας και κατά την αντεξέτασή της παραδέχτηκε ότι ήταν υποχρεωτική η χρήση του εν λόγω Συστήματος από τους εργοδοτούμενους στο Ξενοδοχείο.
[6] Το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου δεν αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια.
[7] Στη συνέχεια ο κ. Καραγιάννης απέρριψε υποβολή ότι όταν έδωσε την επιστολή απόλυσης στην Αιτήτρια ήταν μόνο αυτός και η Αιτήτρια και κανένας άλλος στο γραφείο του.
[8] Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 603 παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R. στην υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swift (1981) 1 R.L.R. 91: “The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quite reasonably take a different view”.
[9] Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ. 318 στη σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης των συνεκδικασθεισών εφέσεων Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden (2001) 1 All ER. 550, ανέφερε τ’ ακόλουθα:
«…… μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση.Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω:«In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence.Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank’s investigation into the matter had been reasonable in the circumstances.”
Και σε μετάφραση:
«Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ΄ αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη.»
[10] Οι βάσεις των εν λόγω κατηγοριών σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής είναι τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου που εξυπακούονται δυνάμει του κοινοδικαίου που διέπει τις συμβάσεις εργασίας όπως το καθήκον της τιμιότητας, το καθήκον της συμμόρφωσης με νόμιμες και λογικές εντολές του εργοδότη, το καθήκον της επίδειξης επιμέλειας κατά την εκτέλεση της εργασίας, το καθήκον της πίστης κ.λ.π. Εσκεμμένη παραβίαση οποιουδήποτε από τους πιο πάνω εξυπακουόμενους όρους συνιστά παραβίαση ενός από τους βασικούς όρους της σύμβασης εργασίας.
[11] Ένας εργοδοτούμενος που παραδέχεται ότι η συμπεριφορά του είναι ανεπίτρεπτη και αποδέχεται συμβουλές και βοήθεια για να μην επαναληφθεί μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά από ένα εργοδοτούμενο που αρνείται να αποδεχτεί ευθύνη για τις πράξεις του, συζητά με τους προϊσταμένους του ή αβάσιμα και αδικαιολόγητα κατηγορεί τους συναδέλφους του ότι συνωμότησαν για να τον κατηγορήσουν άδικα και λανθασμένα. (Paul v East Surrey District Health Authority (1995) IRLR 305)
[12] Δηλαδή μια απόλυση ενώ με βάση τις αρχές του κοινοδικαίου μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη και δικαιολογημένη με βάση τις αρχές των νομοθετημάτων που αφορούν την άδικη απόλυση μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη και άδικη. Βλ. St. D. Anderman , “The Law of Unfair Dismissal” 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 185.
[13] Στις περιπτώσεις που η συμπεριφορά και/ή το παράπτωμα του εργοδοτούμενου εμπίπτει στις καλά αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής η απόλυση του εργοδοτούμενου μπορεί να δικαιολογηθεί ακόμα και αν ο εργοδότης απέτυχε να κοινοποιήσει κανόνες εργασίας στον εργοδοτούμενο καθότι συγκεκριμένες πράξεις σοβαρής κακής διαγωγής είναι γνωστές και κατανοητές από τους εργοδοτούμενους ότι είναι πράξεις σοβαρής κακής διαγωγής, J . Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 350 : “ The employer will normally codify the instructions and requirements for his employees into a series of disciplinary rules …… The employee’s written statement of terms must include ‘any disciplinary rules that apply’……. To cover a series of offences in company rules does not, however, mean that matters falling outside their terms cannot merit dismissal because of their absence from the ‘code’. It is indeed reasonable for an employer to expect that his workforce are aware of the most obvious prohibitions……...”
[14] St. D. Anderman, “The Law of Unfair Dismissal” 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 186 : “ …where employers …..provide an insufficiently specific disciplinary rule or otherwise failed to ensure that the employee knew that such conduct merited dismissal it will be open to an employment tribunal to decide that a dismissal is unfair because of lack of forewarning to the employer of the seriousness with which the employer regards the breach…….. The test is one of reasonableness. Consequently, where an act of serious misconduct is either well known and understood to constitute gross misconduct, or ought to be, then there is no need for a disciplinary rule to spell it out…if the employer has failed to make it clear that the sanction of dismissal will be applied, it may be regarded as unreasonable to dismiss without giving a clear indication that the particular offence was regarded as leading to instant dismissal…”, J . Bowers, A Practical Approach to Employment Law, 7th Edition, Oxford University Press, σελ. 350: “In Pringle v Lucas Industrial Equipment Ltd [1975] IRLR 266 , the EAT said that ‘ if employers wish to dismiss automatically for certain misconduct which is short of inherently gross misconduct they must be able to show that management has unequivocally brought to the attention of employees what that conduct is and what its consequences will be’. Disciplinary rules are indeed particularly important in emphasising to employees those less serious breaches which the employer is going to visit with the severe sanction of dismissal. In this way the rule acts as a form of preliminary warning of dismissal.”
[15] Ladbroke Racing Ltd v Arnott [1983] IRLR 154, Taylor v Parsons Peebles NEI Bruce Peebles Ltd [1981] IRLR 119.
[16] Auguste Noel Ltd v Curtis [1990] ICR 604.
[17] Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στις σελ. 324- 325 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: “Rarely will previous warnings be irrelevant when an employer is considering dismissal……. In deciding the fairness of such a dismissal, tribunals will take into account the previous warnings issued, even if such warnings related to different kinds of conduct from that for which the employer is ultimately dismissed.”
[18] Diosynth Ltd v. Thomson [2006] IRLR 284.
[19] Airbus UK Ltd v. Webb [2008] ICR 561. Στο σύγγραμμα IDS Employment Law Handbook – Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, στη σελ. 325 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα : “In Diosynth case, the employer had not been entitled to dismiss the employee by reason of the expired warning on his file in circumstances where his misconduct was not sufficient, on its own, to justify dismissal. In other words, the expired warning was not capable of ‘tipping the balance’ in favour of dismissal. By contrast in the Airbus case, the employee was dismissed by reason of his misconduct, not because he had an expired final warning on his file. The employer, having considered that the conduct of all four employees (including the claimant) was sufficiently serious to result in dismissal, had been entitled to take into account, when considering any mitigating circumstances, that the claimant had a previous expired warming for misconduct whereas the other three had clean disciplinary records. In these circumstances, the employer’s decision to dismiss only the claimant had been reasonably open to it. It follows from this that the Airbus case does not give employers a free hand to treat expired warnings as still being in effect. Rather, it establishes that once a warning for misconduct has expired, an employer does not artificially have to pretend that the previous misconduct never took place when dealing with further acts of misconduct on the part of the employee….... The question for tribunals is, as ever, whether the degree of reliance on the previous misconduct and/or the expired warning was reasonable in the circumstances.”
[20] Στην Πολιτική Έφεση Αρ.59/2010 L. PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ. 20/06/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.»
[21] Βλέπε επίσης Δημήτρης Φωτιάδης v. Alpha Bank Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 2001.
[22] «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιόν του κατά τον χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του Αιτητή.»
[23] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter».
[24] «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επιδίκασε αποζημιώσεις. Από τη στιγμή που έκρινε ότι οι Εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι ο τερματισμός έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου, τότε ο Εφεσίβλητος δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Νόμου σε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου δεν αξιολογήθηκε θετικά, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μας το δικαίωμα του Εφεσίβλητου σε αποζημιώσεις, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος δεν ήταν στους ώμους του, αλλά στους ώμους των Εφεσειόντων.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο