ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΠΑΦΟΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή
Στ. Δελίτσικου )
Ε. Χατζιάντωνα ) Μελών
Αρ. Αίτησης: 126/20
Μεταξύ:
Βenyo Tanev
Αιτητής
και
1. Αλφρέδος Ανδρέου (Διανομείς) Λίμιτεδ
2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
Καθ’ ων η Αίτηση
----------------
Ημερομηνία: 25/09/2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή: κ. Σ. Ζαννούπας
Για Καθ’ ων η Αίτηση 1: κα Στ. Μιχαήλ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι Καθ’ ων η Αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με το εμπόριο ζωοτροφών.
Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 01/12/2007 ως εργάτης/διανομέας και απασχολήθηκε σε αυτή μέχρι και τις 23/10/2018 ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία. H σύμβαση εργασίας του Αιτητή με την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν προφορική και η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρέδωσε στον Αιτητή έγγραφο στο οποίο να αναγράφονται οι όροι εργασίας του σε αυτήν. Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία ο Αιτητής δεν λάμβανε 13ο μισθό. Η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή απόλυσης προβάλλοντας ως λόγο απόλυσης τη μείωση του κύκλου εργασιών της.
Ο Αιτητής στις 05/05/2020 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αξιώνει από την Εργοδότρια Εταιρεία αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 («ο Νόμος») και πληρωμή αντί προειδοποίησης και/ή διαζευκτικά σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία αποδείξει ότι η απόλυσή του οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού πληρωμή, από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο»), με βάση το άρθρο 16 του Νόμου σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου.
Η Εργοδότρια Εταιρεία και το Ταμείο καταχώρησαν αμφότεροι έγγραφα εμφάνισης στους γενικούς λόγους των οποίων προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς για τους οποίους οι αξιώσεις του Αιτητή εναντίον τους δεν δικαιολογούνται. Τόσο η Εργοδότρια Εταιρεία όσο και το Ταμείο στους γενικούς λόγους των εγγράφων εμφάνισής τους απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή σχετικά με το ύψος των μηνιαίων απολαβών του και ισχυρίζονται ότι οι τελευταίες απολαβές του πριν την απόλυσή του ήταν πολύ λιγότερες από αυτές που ισχυρίζεται ο Αιτητής στους γενικούς λόγους της αίτησής του.
Στις 29/05/2026 η δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας δήλωσε ότι η απόλυση του Αιτητή δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν θα προσφέρει μαρτυρία προς ανατροπή του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 6(1) του Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι η απόλυση του εργοδοτούμενου τεκμαίρεται (μέχρι αποδείξεως ότι είναι νόμιμη σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου) ότι είναι παράνομη. Ο δικηγόρος του Αιτητή ενόψει της δήλωσης της δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ζήτησε άδεια να αποσύρει την αίτηση εναντίον του Ταμείου. Το Δικαστήριο παρείχε την αιτούμενη άδεια και η αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίφθηκε.
Με βάση τη δήλωση της δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας το μαχητό τεκμήριο που προνοεί ο Νόμος για παράνομη απόλυση του Αιτητή δεν ανατράπηκε και κατά συνέπεια ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή θεωρείται αδικαιολόγητος και παράνομος και συνακόλουθα με βάση το άρθρο 3 του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε αποζημιώσεις από την Εργοδότρια Εταιρεία, οι οποίες αποζημιώσεις καθορίζονται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου (βλ. άρθρο 3 του Νόμου και Πρώτο Πίνακα του Νόμου). Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ’ ακόλουθα:
(α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου,
(β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου,
(γ) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου,
(δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου,
(ε) την ηλικία του εργοδοτούμενου.
Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 5 του Νόμου, στις περιπτώσεις που ένας εργοδοτούμενος απολύεται λόγω πλεονασμού και/ή παράνομα, ο εργοδότης οφείλει να δώσει στον εργοδοτούμενο προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Ο εργοδότης οφείλει να δώσει ανάλογα με τη διάρκεια της απασχόλησης του εργοδοτουμένου την ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης τερματισμού της απασχόλησης που προβλέπεται στο εδάφιο 1 του άρθρου 9 του Νόμου. Δυνάμει των προνοιών του εδαφίου 1 του άρθρου 11 του Νόμου ο εργοδότης έχει το δικαίωμα αντί να δώσει στον εργοδοτούμενο τη νενομισμένη προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του να καταβάλει σε αυτόν πληρωμή αντί προειδοποίησης η οποία καθορίζεται σε συνάρτηση με τα ημερομίσθια του εργοδοτουμένου σύμφωνα με τις διατάξεις του Τρίτου Πίνακα του Νόμου.
Στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία (1) στην παράγραφο 6 των γενικών λόγων της έγγραφης εμφάνισής της δεν αρνείται ρητά και ξεκάθαρα τον ισχυρισμό του Αιτητή στην παράγραφο 5 των γενικών λόγων της αίτησης ότι στις 23/10/2018 απολύθηκε χωρίς να του δοθεί προειδοποίηση και αναφέρει ότι η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε την ίδια μέρα που του δόθηκε επιστολή απόλυσης στην οποία αναγραφόταν ότι απολύθηκε για λόγους πλεονασμού, ήτοι στις 23/10/2018 και (2) στην παράγραφο 7 των γενικών λόγων της έγγραφης εμφάνισής της αναφέρει ότι απέλυσε νόμιμα τον Αιτητή χωρίς προειδοποίηση. Στη βάση των πιο πάνω προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έδωσε στον Αιτητή τη νενομισμένη προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής του που όφειλε να του δώσει ούτε του κατέβαλε πληρωμή αντί προειδοποίησης.
Τόσο ο καθορισμός από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών της αποζημίωσης που δικαιούται ο Αιτητής όσο και το ύψος της πληρωμής αντί προειδοποίησης που δικαιούται ο Αιτητής εξαρτώνται από το ύψος των απολαβών που λάμβανε ο Αιτητής.
Οι δύο πλευρές επέμεναν στις δικογραφημένες θέσεις τους σε ό,τι αφορά το ύψος των μηνιαίων απολαβών του Αιτητή και έθεσαν ενώπιόν μας μαρτυρία σχετικά με το εν λόγω επίδικο ζήτημα.
Ο Αιτητής κατέθεσε ότι λάμβανε μισθό €950 μηνιαίως καθαρά, ότι ο μισθός του καταβαλλόταν σε μετρητά και ότι εργαζόταν έξι (6) μέρες την εβδομάδα. Ότι σήμερα είναι 37 χρονών και ότι όταν απολύθηκε είχε τέσσερα (4) ανήλικα παιδιά.
Κατά την αντεξέτασή του απέρριψε υποβολές, οι οποίες στηρίζονταν στο περιεχόμενο των καταστάσεων εισφορών και αποδοχών για τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας για την περίοδο από 01/08/2017 μέχρι 30/09/2018 που εκτύπωσε η Εργοδότρια Εταιρεία από το ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 1), ότι ο μισθός του δεν ήταν σταθερός κατά την εν λόγω περίοδο. Επέμενε ότι πάντοτε έπαιρνε τα ίδια χρήματα ως μισθό και ότι πάντα ο μισθός του του δινόταν σε μετρητά. Δεν συμφώνησε με υποβολή ότι αρχικά λάμβανε €1.093 καθαρά μηνιαίως, μετά €950 καθαρά μηνιαίως και ακολούθως από τον Μάρτιο του 2018 €200 μηνιαίως ακάθαρτα επειδή μειώθηκαν οι ώρες εργασίας του συνεπεία της μείωσης των εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε μειώθηκαν οι ώρες εργασίας του.
Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσε ο κ. Αλφρέδος Αλφρέδου, υπάλληλος και μέτοχος της Εργοδότριας Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής εργαζόταν από το 2007 μέχρι και τον Μάρτιο του 2017 με πλήρη απασχόληση και από τον Απρίλιο του 2017 μέχρι και τις 23/10/2018 με μερική απασχόληση. Ότι από τον Ιανουάριο του 2016 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2017 οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1.092,51. Ότι από τον Οκτώβριο του 2017 μέχρι και τον Μάρτιο του 2018 οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του Αιτητή μειώθηκαν στο ποσό των €950. Ότι από τον Απρίλιο του 2018 η Εργοδότρια Εταιρεία, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών της, ζήτησε από τον Αιτητή να εργάζεται με μερική απασχόληση με τα καθήκοντά του να περιορίζονται μόνο στην κατ’ οίκον διανομή ζωοτροφών στους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας και συνακόλουθα οι ακάθαρτες μηνιαίες απολαβές του μειώθηκαν σε €200.
Κατά την αντεξέτασή του ερωτώμενος πώς πληρωνόταν ο Αιτητής τον μισθό του, απάντησε με επιταγή ή μετρητά. Επέμενε ότι τους τελευταίους μήνες πριν την απόλυσή του ο Αιτητής εργαζόταν πιο λίγες ώρες και έπαιρνε πιο λίγα χρήματα ως μισθό από το ποσό που ισχυρίστηκε ο Αιτητής ότι λάμβανε. Επέμενε ότι ο Αιτητής κατά τον χρόνο απόλυσής του δεν έπαιρνε €950 ως μηναίο μισθό.
Προτού προχωρήσουμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας οφείλουμε να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο του 2000, Ν.100(1)/2000, ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αίτηση[1], ο εργοδότης είχε υποχρέωση (1) να γνωστοποιεί γραπτώς στον εργοδοτούμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εντός ενός μηνός από την έναρξη της εργασίας και (2) σε περίπτωση μεταβολής των ουσιωδών όρων να συντάσσει και να παραδίνει στον εργοδοτούμενο σχετικό έγγραφο που να περιέχει τη μεταβολή εντός ενός μηνός από την πραγματοποίηση της μεταβολής. Μέσα στους ουσιώδεις όρους είναι και όλες οι λεπτομέρειες που σχετίζονται με όλες αποδοχές του εργοδοτουμένου και η διάρκεια της κανονικής, ημερήσιας ή εβδομαδιαίας, απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Η παράλειψη του εργοδότη να δώσει γραπτή σύμβαση ή γραπτούς όρους εργοδότησης δεν συνεπάγεται ακυρότητα της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας. Είναι όμως σημαντικό να εφαρμόζεται ο Ν.100(1)/2000 για να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος τους όρους εργασίας του ώστε να μην παρουσιάζεται οποιοδήποτε πρόβλημα στη σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου ως προς τους όρους αυτούς και σε περίπτωση που οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργοδότη-εργοδοτούμενου αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίζει σχετικά με τους όρους εργασίας έχοντας ενώπιόν του γραπτά στοιχεία. Δυστυχώς στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχε οποιοδήποτε γραπτό έγγραφο που να περιέχει τους όρους εργασίας του Αιτητή και ως εκ τούτου θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει την ενώπιόν του προφορική μαρτυρία σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια για να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με τις απολαβές του Αιτητή.
Κατ’ αρχάς παρατηρούμε ότι το Τεκμήριο 1 και το περιεχόμενό του δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Αιτητή με αποτέλεσμα το εν λόγω Τεκμήριο να παραμείνει αναντίλεκτο. Ούτε τέθηκε ενώπιόν μας οτιδήποτε που να το αντικρούει ή που να δεικνύει ότι δεν αντικατοπτρίζει τις δηλώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικά με τις αποδοχές του Αιτητή. Συνακόλουθα αποδεχόμαστε ως αξιόπιστο το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου και βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωνε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως μηνιαίες αποδοχές του Αιτητή τα ποσά αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο ως τις μηνιαίες αποδοχές του Αιτητή. Από το εν λόγω Τεκμήριο προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία για την περίοδο που ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής λάμβανε €950 ως καθαρό μηνιαίο μισθό δήλωνε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στο ποσό των €1.037.
Ο όρος «ημερομίσθιο» στον Νόμο περιλαμβάνει και τις εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων[2] αφού είναι χρηματική αντιμισθία που δίνεται στον εργοδοτούμενο λόγω της απασχόλησής του και ως εκ τούτου οι μηνιαίες απολαβές ενός εργοδοτουμένου για σκοπούς του Νόμου είναι οι ακαθάριστες απολαβές του και όχι οι καθαρές απολαβές του. Στην παρούσα περίπτωση στην περίπτωση που γίνει δεκτή η εκδοχή του Αιτητή (€950 καθαρός μηνιαίος μισθός) τότε θα αποτελέσει εύρημά μας ότι οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου και της παρούσας διαδικασίας ότι ανέρχονται στο ποσό των €1.037.
Το γεγονός ότι αποδεχτήκαμε ως αξιόπιστο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και καταλήξαμε σε εύρημα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωνε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα ποσά αναφέρονται στο εν λόγω Τεκμήριο ως τις μηνιαίες αποδοχές του Αιτητή δεν οδηγεί από μόνο του σε εύρημα ότι τα ποσά που δήλωνε η Εργοδότρια Εταιρεία στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως μηνιαίες αποδοχές του Αιτητή είναι όντως οι πραγματικές αποδοχές που λάμβανε ο Αιτητής. Για σκοπούς απόφανσης από το Δικαστήριο του επίδικου θέματος το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του και η βαρύτητα του εν λόγω Τεκμηρίου θα κριθεί σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία.
Ο Αιτητής κατά τη μαρτυρία του ήταν σταθερός, φυσικός και πειστικός. Δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε εγγενή αδυναμία στη μαρτυρία του ή οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία του. Συνακόλουθα η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη.
Αξιολογώντας τη μαρτυρία του κ. Αλφρέδου παρατηρούμε ότι αυτή δεν ήταν σταθερή και σαφής, δεν είχε συνοχή και δεν υποστηριζόταν από οποιαδήποτε έγγραφα πέραν του Τεκμηρίου 1. Ο κ. Αλφρέδου κατά την κυρίως εξέτασή του δεν ανέφερε με ποιο τρόπο πληρωνόταν ο Αιτητής τον μισθό του. Κατά την αντεξέτασή του σε ερώτηση πώς πληρωνόταν ο Αιτητής απάντησε «Θυμάμαι προσωπικά πολλές φορές που πάντα εκδίδαμε επιταγή στο όνομά του ή μπορεί, αν δεν μπορούσε να πάει να τα αλλάξει στην τράπεζα, μπορεί να υπέγραφε πίσω που την επιταγή και διούσαμεν του κάποια μετρητά αν χρειάζετουν κάτι, αλλά συνήθως η διαδικασία ήταν τούτη.». Στη συνέχεια είπε ότι κάποιες φορές ο Αιτητής πληρωνόταν σε μετρητά χωρίς να εκδίδει επιταγή η Εργοδότρια Εταιρεία. Ερωτώμενος κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία όταν κατέβαλλε μετρητά στον Αιτητή ζητούσε από τον Αιτητή να υπογράψει σχετική απόδειξη αρχικά απάντησε με υπεκφυγή λέγοντας «αν δεν κάμνω λάθος, άλλαξε κάπου η νομοθεσία εκείνο το διάστημα τζιαί εμείς δεν το γνωρίζαμε οπότε μετά που έλεγχο …….. πριν από έλεγχο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν υπογράφαμε….» και στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι όταν απασχολείτο ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν ζητούσαν από αυτόν να τους υπογράφει απόδειξη. Ακολούθως είπε ότι το 2017 και το 2018 μπορεί να μην έβγαλαν επιταγές για το μισθό του Αιτητή και ότι όταν πλήρωναν τον Αιτητή σε μετρητά υπήρχαν αποδείξεις στους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι λογικά αυτές τις αποδείξεις τις έχει το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας. Όταν ρωτήθηκε αν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε αντίγραφο επιταγής με την οποία πληρώθηκε ο Αιτητής τον μισθό του απάντησε «Ή επιταγή ή πάνω στο βιβλίο που γράφουν τους μισθούς». Ερωτώμενος αν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο να φαίνεται η υπογραφή του Αιτητή και ότι ο Αιτητής παρέλαβε «τόσα χρήματα ως μισθό του» απάντησε ότι μπορεί να ψάξει και να το φέρει στο Δικαστήριο. Είπε ότι δεν θυμόταν ποιους μήνες της περιόδου 2017 – 2018 ο Αιτητής πληρώθηκε με μετρητά. Ενώ ισχυρίστηκε ότι ζητήθηκε από τον Αιτητή να δεχτεί να μειωθεί ο μισθός του και όταν αυτός δεν δέχτηκε η Εργοδότρια Εταιρεία αναγκάστηκε να μειώσει τις ώρες εργασίας του ώστε να παίρνει λιγότερα χρήματα ως μισθό, δεν θυμόταν πότε έγινε αυτό. Σε κάποια σημεία της αντεξέτασής του είπε ότι το ζήτημα του τρόπου πληρωμής του μισθού του Αιτητή «δεν ήταν τόσο απλό κάποιες φορές…. εννοώ κάποιες φορές κόφκαμεν του κάποια πράγματα » και ότι «τις παραπάνω φορές ……. σε κάποιο διάστημα φκάλαμε και επιταγές και μετρητά. Εξαρτάται που αν δανείζετουν, αν τζαι όταν έφυε έμεινε τζιαμέ κάποιο υπόλοιπο €1.500 που χρωστούσε» της Εργοδότριας Εταιρείας. Σε ερώτηση κατά πόσον υπάρχει κάποιο έγγραφο που να υποστηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς του απάντησε καταφατικά συμπληρώνοντας «Με την υπογραφή του. Δεν μου ζητήθηκε, αλλά μπορώ να τα φέρω…..». Παρά το ότι ο κ. Αλφρέδου ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν πραγματικά στοιχεία που δεικνύουν το ύψος των ποσών που λάμβανε ο Αιτήτης ως μηνιαίες απολαβές η Εργοδότρια Εταιρεία δεν προσκόμισε ενώπιόν μας τέτοια στοιχεία εκτός από το Τεκμήριο 1. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία του κ. Αλφρέδου κρίνουμε ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου η εν λόγω μαρτυρία απορρίπτεται.
Κατά την ενώπιόν μας διαδικασία δεν διαφάνηκε ότι τα έγγραφα του Τεκμηρίου 1 και/ή οι δηλώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων σχετικά με τις μηνιαίες απολαβές του Αιτητή κοινοποιούνταν και/ή γνωστοποιούνταν στον Αιτητή και/ή ότι ο Αιτητής γνώριζε (και/ή συμφωνούσε με) το ύψος των απολαβών που η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωνε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το πρόσωπό του. Ούτε τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε κατάσταση μηνιαίων αποδοχών που δινόταν στον Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία στην οποία φαίνονταν ξεκάθαρα όλες οι αποδοχές του Αιτητή κάθε μήνα. Ως εκ τούτου το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 αποτελεί δηλώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας σε τρίτα πρόσωπα και όχι στον Αιτητή και συνακόλουθα δεν μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας ή ότι υποστηρίζει σε ουσιαστικό βαθμό την αξιοπιστία της εκδοχής που έθεσε ενώπιόν μας η Εργοδότρια Εταιρεία.
Για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 δεν μπορεί να στηρίξει από μόνο του την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας. Λόγω και της απόρριψης της μαρτυρίας του κ. Αλφρέδου δεν μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στο εν λόγω Τεκμήριο για σκοπούς απόφασης του επίδικου ζητήματος. Συνακόλουθα το εν λόγω έγγραφο από μόνο του δεν μπορεί να αντικρούσει την εκδοχή του Αιτητή ή να κλονίσει την αξιοπιστία του.
Στη βάση των πιο πάνω προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων τα οποία προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία του Αιτητή.
Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σημειώνονται τ’ ακόλουθα:
«Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.
Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.»
(Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη (2014) 1Β Α.Α.Δ. 1829).
Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε), και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε). Επίσης η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα.
Στην Πολ. Έφεση 131/2012 Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, ημερ. 22/09/2017 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία.
…………………………………………………………………………
Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το κριτήριο (γ) του άρθρου 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, ότι δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει τις συνέπειες που είχε η απόλυση του στη σταδιοδρομία του δεν συνάδει και δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτά. Η βάση της εισήγησης ερείδεται στο εύρημα ότι ο εφεσείων ενεγράφη άνεργος και λάμβανε ανεργιακό επίδομα, το οποίο, κατά τον εφεσείοντα, «ερμηνεύεται ότι αναζητούσε εργασία», ενώ είναι αποδεκτό πως δεν μπορούσε να εκτελέσει χειρονακτική εργασία. Όλα αυτά, υποστηρίζει, καταδεικνύουν ότι προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για μείωση της ζημιάς του.
Η θέση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί. Η λήψη ανεργιακού επιδόματος από μόνη της, ουδόλως τεκμηριώνει αναζήτηση εργασίας, ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για ευρήματα του Δικαστηρίου που δεν συνάδουν με τη μαρτυρία. Η αναζήτηση εργασίας πρέπει να αποδειχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του εφεσείοντα κατέδειξε το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν προσπάθησε να εξεύρει άλλη κατάλληλη γι' αυτόν εργασία. Πρόκειται δε για εύρημα επί πραγματικού γεγονότος το οποίο δεν ελέγχεται από το Εφετείο. Ο εφεσείων ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, απέτυχε να το αποσείσει για τους λόγους που με λεπτομέρεια καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση.»
Στην υπόθεση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Ltd, Πολ. Έφεση 310/12, ημερ. 13/02/2019 λήφθηκε υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων το γεγονός ότι οι εργοδότες με τον λόγο που προέβαλαν για την απόλυση της εργοδοτουμένης στιγμάτιζαν την εργοδοτούμενη με αποτέλεσμα να επηρεάζονται αρνητικά οι προοπτικές της για μελλοντική εργοδότησή της.
Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα.
Παρατηρούμε ότι από το ενώπιόν μας υλικό δεν προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στιγμάτισε με οποιοδήποτε τρόπο τον Αιτητή απολύοντας τον (αφού ο λόγος απόλυσης που αναφέρθηκε στην επιστολή απόλυσής του αφορούσε τους εργοδότες του και όχι τη δική του εργασιακή συμπεριφορά ή απόδοση) ώστε η απόλυσή του να έχει αρνητικές συνέπειες στις πιθανότητες για μελλοντική εργοδότησή του. Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με το σύνολο (1) των επιπτώσεων που είχε η απόλυση του Αιτητή στην επαγγελματική του σταδιοδρομία και (2) της υλικής ζημιάς που υπέστηκε ο Αιτητής εξαιτίας της απόλυσής του. Δεν έθεσε ενώπιόν μας οτιδήποτε σχετικό με τα προσόντα του. Ούτε τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με το κατά πόσον ο Αιτητής κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για εξεύρεση άλλης απασχόλησης με απολαβές στο ύψος αυτών που λάμβανε από την Εργοδότρια Εταιρεία με σκοπό τον όσο μεγαλύτερο περιορισμό της ζημιάς που υπέστηκε από την απόλυσή του ή όχι.
Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (1) ότι ο Αιτητής: (α) απολύθηκε για λόγους που δεν αποδείχτηκαν ενώπιόν μας ότι ήταν νόμιμοι χωρίς όμως να αποδειχτεί ότι η απόλυσή του ήταν κακόπιστη, (β) εργάστηκε για 11 χρόνια στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας, (γ) ήταν 29 χρονών όταν απολύθηκε (ηλικία που δεν είναι δύσκολο να βρεις άλλη εργασία), (δ) ελάμβανε πριν την απόλυσή του για σκοπούς του Νόμου το ποσό των €239,31 εβδομαδιαίως ((€1.037 Χ12) ÷52) και (2) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία που να στηρίζεται από απτά στοιχεία αναφορικά με τα προσόντα του, τη σταδιοδρομία του και τις επιπτώσεις που είχε η επίδικη απόλυσή του στην επαγγελματική και προσωπική του ζωή και την υλική ζημιά που υπέστηκε ο Αιτητής, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 26 εβδομάδων ήτοι €6.222,06 (26Χ€239,31) (ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό που θα λάμβανε στην περίπτωση που απολυόταν λόγω πλεονασμού).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές οκτώ (8) εβδομάδων ήτοι ποσό €1.914,48 (8 Χ€239,31).
Κατάληξη
Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 για το συνολικό ποσό των €8.136,54 με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα €1.700 συν Φ.Π.Α. (αν υπάρχει).
Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι, ενόψει της κατάληξής μας, δίνονται οδηγίες στον Πρωτοκολλήτη όπως αποστείλει αντίγραφα της αίτησης του Αιτητή, του έγγραφου εμφάνισης των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και της παρούσας απόφασης στον Γενικό Εισαγγελέα και στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για σκοπούς διερεύνησης πιθανής διάπραξης, από την Εργοδότρια Εταιρεία και/ή οποιοδήποτε άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο, ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των προνοιών του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, Ν. 59(Ι)/20210 και του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο του 2000, Ν.100(1)/2000.
(Υπ.) ………………………………………
Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής
(Υπ.) ………………………………… (Υπ.) ………………………...
Στ. Δελίτσικου, Μέλος Ε. Χατζιάντωνα, Μέλος
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ο εν λόγω Νόμος καταργήθηκε το 2023 και αντικαταστάθηκε από τον Περί Διαφανών και Προβλέψιμων Όρων Εργασίας Νόμο του 2023 (Ν.25(Ι)/2023).
[2] Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου:«“ημερομίσθιον” περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1979, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμών»·
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο