ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ
Αρ. Αγωγής: 261/2020
Μεταξύ:
Γ.Π. Στυλιανού Ι.Ε.ΠΕ.
ενάγουσας
και
Παναγιώτας Ιωάννου
εναγομένης
![]()
Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2026.
Εμφανίσεις
Για την ενάγουσα: Κος Α. Χατζηχριστοδούλου για Αδάμος Χατζηχριστοδούλου και Σια ΔΕΠΕ μαζί με κα Μ. Χατζηκωνσταντή για Γ. Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ
Για την εναγόμενη : Κα Ε. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Εισαγωγή
Επίκεντρο της παρούσας αγωγής είναι ο τερματισμός της επαγγελματική σχέσης που διατηρούσαν οι διάδικοι. Η ενάγουσα μετά τον τερματισμό της σχέσης εργοδότησης από την εναγόμενη προχώρησε με την αξίωση αποζημιώσεων εναντίον της.
Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670.
Ο ενάγουσα, η οποία διατηρεί κλινική στο Παραλίμνι, στην έκθεση απαίτησης ισχυρίστηκε ότι δυνάμει γραπτής σύμβασης ημερομηνίας 31.5.2019 εργοδότησε την εναγόμενη ως ιατρό. Δικογράφησε επίσης τους βασικούς όρους της επίδικης σύμβασης. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη τερμάτισε τη συνεργασία με επιστολή της ημερομηνίας 18.2.2020. Δικογράφησε τέλος τις κατά τη θέση ζημίες που υπέστη.
Η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε την ιδιότητα των διαδίκων και την συνομολόγηση της μεταξύ τους σύμβασης ούτε το γεγονός ότι η σύμβαση τερματίστηκε μέσω της επιστολής της ημερομηνίας 18.2.2020. Ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ουσιώδης όρος ότι η ενάγουσα θα παρείχε όλα τα μέσα και τις δυνατότητες που ήταν στη διάθεση της για την επαγγελματική της καταξίωση και εξέλιξη στο ιατρικό επάγγελμα. Ο όρος αυτός παραβιάστηκε από την ενάγουσα. Τέλος αμφισβήτησε ότι η ενάγουσα υπέστη τις κατ’ ισχυρισμό ζημίες.
Προκύπτει συνεπώς πως με βάση τα δικόγραφα επίδικα είναι το κατά πόσο υπήρξε ο ουσιώδης όρος που επικαλέστηκε η εναγόμενη, εάν αυτό παραβιάστηκε και το κατά πόσο οι αποζημιώσεις που αξιοί η ενάγουσα είναι εύλογες.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με σύνοψη της ενώπιον μου μαρτυρίας έχοντας υπόψη την αρχή ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Al Watani κ.ά v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924, G&K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά (2001) 1(Α) ΑΑΔ 88, και Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού
κ.ά (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1854.
Μαρτυρία
Ο πρώτος μάρτυρας για την ενάγουσα ήταν ο Γ. Στυλιανού, διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης - κατάθεσης, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Κατά την κυρίως εξέταση του, κατατέθηκαν συνολικά 6 Τεκμήρια, μεταξύ άλλων κατατέθηκε η σύμβαση υπηρεσιών προσωπικού γιατρού στο ΓΕΣΥ ως Τεκμήριο 2 και η επίδικη σύμβαση εργοδότησης ως Τεκμήριο 3. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, βεβαίωση από την εναγόμενη ότι έλαβε bonus.
Κατά την αντεξέταση του, αναφέρθηκε στο στάδιο πριν τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, αναφέροντας ότι η εναγόμενη εξέτασε την επίδικη σύμβαση με τους δικηγόρους της, ακολούθως την αποδέχτηκε και υπογράφτηκε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος επενέβαινε στον τρόπο που η εναγόμενη χειριζόταν τα θέματα των ασθενών της. Υποστήριξε ότι και να ήθελε να επέμβει, δεν θα μπορούσε γιατί δεν είχε τον χρόνο ούτε τη δυνατότητα να μιλά με τους ασθενείς της εναγόμενης.
Υποστήριξε ότι η εναγόμενη, ουδέποτε υπόβαλλε οποιοδήποτε παράπονο για την εργοδότηση της. Αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, η επιστολή της εναγόμενης 17.02.20. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η εναγόμενη εξέφραζε παράπονα περί του ότι την υποβάθμιζε επαγγελματικά και την είχε ως απλή υπάλληλο στο γραφείο. Ακολούθως αντεξετάστηκε σε σχέση με τον τρόπο που προκύπτουν οι κατ΄ ισχυρισμό αποζημιώσεις που αξιώνει η ενάγουσα. Δέχτηκε ότι όταν αποχώρησε η εναγόμενη προσέλαβε άλλο, τον γιατρό κύριο Δ. Ζαμπά.
Επόμενος μάρτυρας για την πλευρά της ενάγουσας, ήταν ο Αντρέας Αντρέου, ΜΕ2. Ο ΜΕ εργάζεται στον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας (ΟΑΥ) στη θέση του λειτουργού Α από την 01.06.19. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 2, ως η συμφωνία που σύναψε ο ΟΑΥ με την ενάγουσα εταιρεία. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στον μέγιστο αριθμό ασθενών που μπορεί κάθε γιατρός να γράψει στο όνομα του και στις αμοιβές κάθε ασθενή. Αναφέρθηκε επίσης και στους δικαιούχους που είχε εγγεγραμμένους η εναγόμενη επ’ ονόματι της στις ημερομηνίες 31.10.19 και 17.02.20. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται όταν κάποιος γιατρός τερματίσει την παροχή υπηρεσιών. Υπέδειξε ότι η εναγόμενη, στις 18.02.20 καταχώρησε τερματισμό σύνδεσης με την ενάγουσα, με ημερομηνία ισχύος την 9.03.20. Κατέθεσε τέλος κατάσταση αναφορικά με τους ασθενείς που ήταν εγγεγραμμένοι επ’ ονόματι της εναγόμενης, ως Τεκμήριο 8.
Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πού κατέληξαν οι δικαιούχοι που ήταν εγγεγραμμένοι επ’ ονόματι της Εναγόμενης από τις 19.02.20 ως τις 19.03.20. Επεξήγησε ότι η εναγόμενη μπορούσε να γράψει δικαιούχους επ’ ονόματι της, στις 11.03.20. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από τις 10.03.20 το πρωί συνδέθηκε με την ενάγουσα εταιρεία άλλος προσωπικός γιατρός, ο Δ. Ζαμπάς. Αναφέρθηκε ακολούθως στον αριθμό ασθενών που είχε επ’ ονόματι του ο εν λόγω γιατρός σε διάφορες ημερομηνίες. Στις 31.12.20 ο εν λόγω γιατρός είχε εγγεγραμμένους 2 500 ασθενείς. Εκ τότε μέχρι και το 2024 συνέχισε να έχει 2500 ασθενείς επ’ ονόματί του.
Τελευταίος μάρτυρας για την ενάγουσα, ήταν ο λογιστής Π. Σωτηρίου, ως ΜΕ3. Αναφέρθηκε στους αριθμούς των γιατρών που εργοδοτούνταν από την ενάγουσα εταιρεία. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 9 και 10, καταστάσεις που φαίνονται οι εισπράξεις αναφορικά με κάθε γιατρό. Αναφέρθηκε επίσης και στις εισπράξεις του γιατρού Δημήτρη Ζαμπά. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε εκ νέου στα ποσά εισπράξεων που αναφέρουν οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε.
Μετά το πέρας της μαρτυρίας της ενάγουσας, τη σκυτάλη ανέλαβε η εναγόμενη.
Μοναδική μάρτυρας της εναγόμενης, ήταν η ίδια. Κατά την κυρίως εξέταση της, υιοθέτησε γραπτή δήλωση – κατάθεση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέταση της, αναφέρθηκε στο ότι υπήρχε ουσιώδης όρος στη συμφωνία των μερών, ότι η ίδια θα καταξιωνόταν επαγγελματικά και θα είχε ανέλιξη στο ιατρικό επάγγελμα. Αναφέρθηκε στις συνθήκες εργοδότησής της και ισχυρίστηκε ότι η ίδια, είχε εκφράσει στον διευθυντής της ενάγουσας, τη δυσαρέσκεια και απαρέσκεια της για τις συνθήκες εργασίας της. Αναφέρθηκε στον τερματισμό απασχόλησής της, όμως υποστήριξε, ότι ο τερματισμός έγινε εξ υπαιτιότητα της ενάγουσας. Τέλος αναφέρθηκε στις κατ΄ ισχυρισμό ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη η ενάγουσα και ανέφερε ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ουδεμία ζημιά υπέστη.
Κατά την αντεξέτασή της, δέχτηκε ότι το συμβόλαιο εργοδότησης, της δόθηκε κάποιες μέρες πριν την υπογραφή για να το μελετήσει με τον δικηγόρο της. Ισχυρίστηκε ότι δεν τηρείτο το ωράριο εργασίας και αρνήθηκε ότι είχε εκ περιτροπής ωράριο με τον κύριο Φαντασία. Δέχτηκε όμως, ότι τις δόθηκε το κεντρικό γραφείο απέναντι από την είσοδο, το οποίο ήταν πλήρως εξοπλισμένο για τους σκοπούς λειτουργήματός της. Υποστήριξε ότι επενέβαινε ο ΜΕ1 στην άσκηση των καθηκόντων της και στην οργάνωση των καθηκόντων της, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να λειτουργήσει σωστά από την πρώτη μέρα εργοδότησής της. Υποστήριξε ότι προέβη επαλειμμένα σε προφορικές υποδείξεις. Δεν έστειλε οποιοδήποτε email γιατί «δεν γνώριζε το email του ΜΕ1 και δεν το έχει με τον γραπτό λόγο αλλά με την ομιλία». Υποστήριξε επίσης, ότι επειδή δεν γνώριζε πώς λειτουργούσε το σύστημα, δεν γνώριζε, ότι πρέπει να αποταθεί κάπου για τις συνθήκες εργασίας της. Θεώρησε ότι με το να μιλήσει με τον ΜΕ1, θα λυνόταν το πρόβλημα. Δέχτηκε ότι η ίδια ενέγραψε εταιρεία στο όνομά της, με την επωνυμία Π. Α. Ιωάννου ΙΕΠΕ. Διαφώνησε ότι παραιτήθηκε με την πρόθεση να ανοίξει δική της εταιρεία. Υποστήριξε ότι όταν γράφτηκε στο σύστημα υγείας είχε πέραν των 1200 ατόμων, ως δικούς της ασθενείς, αλλά δεν ήξερε ότι έπρεπε να γραφτεί στη σύμβαση, Τεκμήριο 3. Ως προς την προειδοποίηση που έδωσε, ανέφερε ότι έδωσε 15 μέρες προειδοποίηση, κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της. Υποστήριξε ότι ο κύριος Ζαμπάς, την αντικατέστησε πριν τις 09.03.20. Προσδιόρισε ότι τέλος Δεκέμβρη του 2019, με αρχές Γενάρη του 2020, ήρθε στη σκέψη της, η αποχώρηση. Δεν θυμόταν ότι υπόγραψε το Τεκμήριο 4. Δέχτηκε παράλληλα, ότι το ποσό των 20.000 ευρώ, της δόθηκε και για μελλοντικές απολαβές, αλλά δεν ήταν δική της δουλειά, το αν η ενάγουσα της το έδωσε πριν την λήξη του έτους 2019. Επέμεινε ότι παρέμβαινε ο διευθυντής της ενάγουσας στα ραντεβού της και επέμεινε ότι διαμαρτυρήθηκε για τις συνθήκες εργασίας της.
Εισηγήσεις των Διαδίκων
Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας εισηγήθηκαν ότι ο όρος 9 της επίδικης σύμβασης εργοδότησης συνιστά γνήσιο προκαθορισμό της ζημίας και ως εκ τούτου η ενάγουσα δικαιούται στην επιδίκαση του ποσού των € 250.000. Σε περίπτωση όμως που ήθελε κριθεί ο ποινική ρήτρα εισηγήθηκαν ΄τι η ενάγουσα υπέστη ζημίες ύψους 59.000. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω εισηγήθηκαν ότι η ενάγουσα δικαιούται και στην επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων.
Στον αντίποδα, η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης προέκυψε λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας, ότι ο όρος 9 της σύμβασης συνιστά ποινική ρήτρα και πρέπει να αγνοηθεί και η ενάγουσα δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.
Παραδεκτά γεγονότα και γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διάδικων
Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη μπορεί να προκύψει από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στις αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (2001) 1 ΑΑΔ 1874 και Παρλάτα ν. Δημητρίου (2014) 1 ΑΑΔ 994. Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 Θ.11, σφραγίζουν την πορεία της δίκης.
Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παρλάτα ν. Δημητρίου ( ανωτέρω).
Πέραν, όμως, από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (2015) 1 ΑΑΔ 2040.
Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα δικόγραφα προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η σύσταση και η νομική υπόσταση της ενάγουσας και το ότι η ενάγουσα είναι συμβεβλημένη με τον ΟΑΥ, για παροχή ιατρικών και παραϊατρικών υπηρεσιών στο ευρύ κοινό. Παραδεκτό γεγονός είναι το ότι η εναγόμενη είναι ιατρός και μέχρι τον Απρίλη του 2019 εργαζόταν σε κρατικά νοσηλευτήρια. Παραδεκτό γεγονός είναι ότι τα μέρη στις 31.5.2019 υπέγραψαν συμφωνία εργοδότησης με την οποία η εναγόμενη εργοδοτήθηκε από την ενάγουσα. Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας η εναγόμενη είχε δικαίωμα να εγγράψει επ’ ονόματι της μέχρι 2 500 ασθενείς. Το δε ποσό που θα ήταν πληρωτέο από τον ΟΑΥ, για τις εν λόγω υπηρεσίες, θα εισπραττόταν από την ενάγουσα. Η επίδικη σύμβαση είχε διάρκεια 5 έτη. Παραδεκτοί είναι και οι όροι της σύβασης, Η δε σύμβαση τερματιστήκε από την εναγόμενη μέσω επιστολής της ημερομηνίας 18.2.2020. Με την εν λόγω επιστολή η εναγόμενη ενημέρωνε την ενάγουσα ότι τερμάτιζε τις υπηρεσίες της προς αυτήν την 9η.3.2020. Τέλος είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη έλαβε το ποσό των € 20.000 ως επίδομα απόδοσης για την περίοδο από 1.6.2019 μέχρι 1.6.2020.
Ουσιαστικά από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων προκύπτει ότι αμφισβητούμενο είναι το νομότυπο ή όχι του επίδικου τερματισμού. Το νομότυπο του τερματισμού περνά ως θέμα γεγονότων και μέσα από τους ισχυρισμούς της εναγόμενης περί ύπαρξης συγκεκραμένου εξυπακουόμενου όρου που κατ’ ισχυρισμόν παρέβη η ενάγουσα. Επιπλέον αμφισβητούμενο είναι και το ποσό που θα δικαιούτο να εισπράξει η ενάγουσα για κάθε ασθενή από τον ΟΑΥ και η απόδειξη των κατ’ ισχυρισμόν ζημιών.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα που αναδύονται ως παραδεκτά μέσα από τα δικόγραφα προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία ενός εκάστου εκ των μαρτύρων, αναφορικά με τα ζητήματα που παρέμειναν επίδικα μεταξύ των διαδίκων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd (1996) 1 AAΔ 1074 και Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω).
Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45. Ασφαλώς, η πιο πάνω πορεία δεν είναι αναγκαίο να τηρηθεί αυστηρώς, όταν τα γεγονότα της υπόθεσης είναι μη αμφισβητούμενα. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης (ανωτέρω).
Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας
29.9.2021.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ένωπιόν μου μαρτυρίας.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1
Ο ΜΕ1 ήταν ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια και συνάδει με την ενώπιο μου γραπτή μαρτυρία. Επιπλέον βασικές θέσεις του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ειδικότερα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η εναγόμενη είχε την ευκαιρία να μελετήσει την επίδικη σύμβαση πριν την υπογραφή της. Η πιο πάνω θέση του δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω σταθερή ήταν και η θέση του ότι ο ίδιος δεν επενέβαινε στον τρόπο χειρισμού των ασθενών της εναγόμενης. Μάλιστα ως το έθεσε ο ίδιος η εναγόμενη επιτρεπόταν να χειρίζεται τους ασθενείς της όπως έκρινε η ίδια, αφού και να ήθελε να επέμβει δεν είχε χρόνο. Η πιο πάνω θέση έχει επεξηγηθεί με σαφήνεια με αναφορά στο καθημερινό ωράριο του προσωπικού ιατρού. Επομένως γίνεται δεκτή. Επιπρόσθετα, πειστική είναι και η θέση του ότι η εναγόμενη ουδέν παράπονο υπέβαλε κατά τον χρόνο εργοδότησής της.
Ως προς τη σειρά αξιολογικών κρίσεων που εξέφρασε περί αυθαίρετου παρ’ανομου τερματισμού που καθιστά την εναγόμενη υπόλογη σε καταβολή αποζημιώσεων δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, καθότι άπτονται των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όπως έχει υποδειχθεί και πρόσφατα στην υπόθεση Κωνσταντίνου
κ.ά ν. Αστυνόμιας Ποινικές Εφέσεις 217 και 218/2019, ημερομηνίας 1.2.2022:
«Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου»
Οι θέσεις του όμως ως προς τον υπολογισμό των αποζημιώσεων δεν έχουν τεθεί με την αναγκαία επεξήγηση. Ειδικότερα έλαβε ως δεδομένο το πόσο των € 100 για κάθε ασθενή. Όμως ως δέχθηκε και ο ίδιος δεν καταβάλλεται για κάθε ασθενή αμοιβή € 100, αλλά η αμοιβή που λαμβάνει ο προσωπικός ιατρός για κάθε δικαιούχο εξαρτάται από την ηλικία του. Παρά ταύτα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε κατάλογο ή άλλη μαρτυρία που να αποτυπώνει τις ηλικίες των ασθενών που ήταν εγγεγραμμένοι επ’ ονόματι της εναγόμενης. Επομένως, η βάση του υπολογισμού των αξιούμενων αποζημιώσεων παρέμεινε αδιευκρίνιστη και ασαφής.
Επιπλέον, η θέση ότι με την παραίτηση της εναγόμενης από τη θέση της, ο μόνος ιατρός που θα μπορούσε ένα εγγράψει του ασθενείς της ήταν η ίδια η εναγόμενη δεν έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε μαρτυρία.
Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων πλην των σημείων που άπτονται των τελικών συμπερασμάτων του δικαστηρίου και των σημείων που παρέμειναν ασαφή και χωρίς υποστήριξη.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2
Ο ΜE2 εργάζεται στον ΟΑΥ ως λειτουργός Α. Ο μάρτυρας ήταν τυπικός μάρτυρας ο οποίος κλήθηκε και κατέθεσε για τις οικονομικές απολαβές των ιατρών που είναι συμβεβλημένοι με το ΓΕΣΥ και τη διαδικασία που ακολουθείται όταν κάποιος ιατρός τερματίσει τη σύνδεσή του. Ο ΜΕ2 πέραν από το ότι ήταν τυπικός μάρτυρας προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και ακρίβεια. Οι αναφορές του πήγαζαν μέσα από τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ως λειτουργός του ΟΑΥ και η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί.
Συνεπώς ο ΜΕ2 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας.
Αξιολόγηση μαρτυρία ΜΕ3
Ο ΜΕ 3 ήταν ο λογιστής της ενάγουσας εταιρείας. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τη διαφορά των εισπράξεων που είχε ο αντικαταστάτης της εναγόμενης σε σύγκριση με τον μέσος όρο των εισπράξεων που προέκυπταν την περίοδο που εργαζόταν η εναγόμενη. Έθεσε περαιτέρω μαρτυρία για τη διαφορά που εμφανίζεται στις σχετικές οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας.
Η μεθοδολογία του ήταν σαφής και ξεκάθαρη και προέκυπτε αυστηρά μέσα από τα οικονομικά στοιχεία που προσκόμισε. Το εάν όμως η μείωση των εισπράξεων της ενάγουσας μπορεί να αποδοθεί ως ζημία στην εναγόμενη είναι ζήτημα νομικό.
Αξιολόγηση μαρτυρίας εναγόμενης
Η εναγόμενη δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της στερείται πειστικότητας και σε βασικά σημεία δεν συνάδει με την ενώπιόν μου έγγραφη ανεξάρτητη μαρτυρία όπως το Τεκμήριο 8.
Κατ’ αρχάς η θέση της πως όταν ξεκίνησε τη συνεργασία της με την ενάγουσα είχε ήδη γραμμένους 1.200 ασθενείς δεν επιβεβαιώνεται από τα αρχεία του ΟΑΥ τεκμήριο 8. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Μάλιστα η προσπάθεια της να παρουσιάσει μια εικόνα που δεν επιβεβαιώθηκε από τα αρχεία του ΟΑΥ, επηρεάζει τη συνολική της αξιοπιστία, αφού δεικνύει την προσπάθεια της να παρουσιάσει μια μη ειλικρινή εκδοχή. Επιπλέον, η θέση της ότι υπέβαλλε παράπονα προς τον διευθυντή της ενάγουσας, όπως τέθηκε στερείται πειστικότητας. Υποστήριξε ότι υπέβαλλε τα παράπονα της προφορικά και αναγκάστηκε στο τέλος να τερματίσει τη σύβαση. Ερωτηθείσα γιατί δεν το έπραξε γραπτώς, απάτησε ότι δεν το έχει με τον γραπτό λόγο. Η πιο πάνω δικαιολογία στερείται πειστικότητας. Η εναγόμενη είναι ιατρός, η οποία έλαβε τριτοβάθμια πανεπιστημιακή μόρφωση. Επομένως το να ισχυρίζεται ότι έκανε παράπονα προφορικά επειδή δεν το έχει με τον γραπτό λόγο δεν μπορεί να πείσει. Εάν όντως η εναγόμενη είχε παράπονα από τον εργοδότη μάλιστα τόσο σοβαρά, ως ανέφερε, θα το έπραττε γραπτώς. Άλλωστε, τον τερματισμό τον προώθησε γραπτώς και όχι προφορικώς. Επομένως είναι προφανές ότι η εν λόγω δικαιολογία αποτελεί εκ των υστερών σκέψεις της εναγόμενης. Επίσης, η αναφορά της ότι η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να της παρέχει όλα τα μέσα και δυνατότητες για να έχει η ίδια ανέλιξη στο ιατρικό επάγγελμα δεν μπορεί να είναι πειστική, Κατ’ αρχάς τέτοιος όρος δεν τέθηκε στη σύμβαση Τεκμήριο 3. Η εναγόμενη είχε την ευκαιρία να μελετήσει το και να λάβει συμβουλή πριν το υπογράψει. Συνεπώς, έαν ήταν όντως τόσο σημαντικός, θα μπορούσε να εισηγηθεί την προσθήκη του. Περαιτέρω τέτοιος όρος πάσχει από ασάφεια και δεν μπορεί να κριθεί ότι είχε συμφωνηθεί ένας τέτοιος ασαφής όρος. Αντιθέτως ως δέχτηκε και η ίδια της παρασχέθηκε κεντρικό γραφείο πλήρως εξοπλισμένο γεγονός που δεικνύει ότι η ενάγουσα της παρείχε όλα τα αναγκαία εφόδια για να εργαστεί. Το εάν θα είχε ανέλιξη ή αν θα καταξιωνόταν δεν ήταν κατά ι που θ μπορούσε να εξαρτηθεί από την ενάγουσα.
Συνεπώς κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων.
Ευρήματα
Έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ με τη διατύπωση των ευρημάτων μου ως προς το πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης.
Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη η οποία λειτουργεί ιατρική κλινική. Είναι επίσης συμβεβλημένη με τον ΟΑΥ, για παροχή ιατρικών και παραϊατρικών υπηρεσιών στο ευρύ κοινό. Η εναγόμενη είναι ιατρός και μέχρι τον Απρίλη του 2019 εργαζόταν σε κρατικά νοσηλευτήρια. Την 31η .5.2019 τα μέρη υπέγραψαν γραπτή συμφωνία εργοδότησης με την οποία η εναγόμενη εργοδοτήθηκε από την ενάγουσα. Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας η εναγόμενη είχε δικαίωμα να εγγράψει επ’ ονόματι της μέχρι 2 500 ασθενείς. Το δε ποσό που θα ήταν πληρωτέο από τον ΟΑΥ, για τις εν λόγω υπηρεσίες, θα εισπραττόταν από την ενάγουσα. Ο μισθός της εναγόμενης ανερχόταν στο πόσο των € 36.00 μεικτά τον πρώτο χρόνο και ακολούθως θα λάμβανε αύξηση € 2.00 ετησίως Ο μισθός καταβαλλόταν σε μηνιαία βάση. Η εναγόμενη είχε δικαίωμα λήψης bonus το οποίο εναπόκειτο στην κρίση του εργοδότη και θα ήταν πληρωτέο την 31.12. εκάστου έτους. Η επίδικη σύμβαση είχε διάρκεια 5 έτη. Η εναγόμενη είχε δικαίωμα να χειρίζεται τους ασθενείς που ήταν εγγεγραμμένοι επ’ ονόματι της ως ή ίδια έκρινε ορθότερο. Στις 29.5.2019 η εναγόμενη είχε 893 ασθενείς. Στις 30.6.2019 η εναγόμενη είχε εγγεγραμμένους επ’ ονόματι της 2.488 ασθενείς. Στις 31.12.2019
2.498. Στις 17.2.2020 2.487.
Για τον τερματισμό της σύμβασης έπρεπε να δοθεί προειδοποίηση τριών μηνών. Στην περίπτωση λήξης της σύμβασης λόγω αθέτησής της, το υπαίτιο μέρος όφειλε να καταβάλει το ποσό των € 250. 000 στο αναίτιο μέρος. Η δε σύμβαση τερματίστηκε από την εναγόμενη μέσω επιστολής της ημερομηνίας 18.2.2020. Με την εν λόγω επιστολή η εναγόμενη ενημέρωνε την ενάγουσα ότι τερμάτιζε τις υπηρεσίες της προς αυτήν την 9η.3.2020. Στι2 18.2.2020 η εναγόμενη καταχώρησε τερματισμό σύνδεσής της με την ενάγουσα στο σύστημα του ΓΕΣΥ με ημερομηνία τερματισμού τις 9.3.2020. Με την καταχώρηση της ειδοποίησης τερματισμού οι δικαιούχοι που ήταν εγγεγραμμένοι στην εναγόμενη έλαβαν email με το οποίο ενημερώνονταν ότι τερματίζονταν οι υπηρεσίες της εναγόμενης και ότι μπορούσαν να μετακινηθούν σε άλλο προσωπικό γιατρό. Αν δεν το έπρατταν μέχρι τις 9.3.2020 θα κατανέμονταν στις 10.3.2020 στον πλησιέστερο, με βάση τον ταχυδρομικό τους κώδικα γιατρό. Είναι άγνωστο εάν οι δικαιούχοι που ήταν εγγεγραμμένοι στην εναγόμενη ενεγράφησαν εκ νέου στην ίδια μετά τις 9.3.2020.
Η ενάγουσα προσέλαβε άλλο γιατρό τον Δ. Ζαμπά. Ο εν λόγω γιατρός συνδέθηκε με την ενάγουσα στις 10.3.2020. Ο εν λόγω γιατρός στις 11.3.2020 είχε 1044 ασθενείς στις 31.3.2020 είχε 1075 και 31.12.2020 είχε 2499.
Η διαφορά που εμφανίζεται μεταξύ του μέσου όρου των εισπράξεων που λάμβανε η ενάγουσα από τις υπηρεσίες της εναγόμενης προς του ασθενείς της και των εισπράξεων που είχε η ενάγουσα από τον γιατρό Δ. Ζάμπα του Μήνες Μάρτη Απρίλη Μάη και Ιούνη του 2020 ανέρχεται στο πόσο των € το ποσό των 39. 000.
Τέλος είναι παραδεκτό ότι η εναγόμενη έλαβε το ποσό των € 20.000 ως επίδομα απόδοσης για την περίοδο από 1.6.2019 μέχρι 1.6.2020.
Νομική Πτυχή
Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.
Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 ΑΑΔ 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).
Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733 και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.
Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη.
Στην υπό κρίση υπόθεση το πρώτιστο που πρέπει να αποφασιστεί είναι το νομότυπο του τερματισμού της σύμβασης απασχόλησης τεκμήριο 3. Σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού η πλευρά της εναγομένης εισηγήθηκε ότι αυτή τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της ενάγουσας ένεκα παραβίασης εξυπακουόμενου όρου. Η ενάγουσα εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός είναι παράνομος, επειδή η εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με τον όρο 8 της σύμβασης.
Έτσι λοιπόν η απάντηση στο πιο πάνω ζήτημα περνά μέσα από την ερμηνεία των όρων της σύμβασης και τη διαπίστωση του κατά πόσο υπήρχε ο εξυπακουόμενος όρος που επικαλείται η εναγόμενη.
Το απαύγασμα της νομολογίας σε σχέση με τη μεθοδολογία ερμηνείας κάποιας σύμβασης έχει συγκεφαλαιωθεί στην απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 17.6.2021, ως ακολούθως:
«Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.»
Σχετική επίσης είναι και η πρόσφατη απόφαση Χριστοφόρου κ.ά. ν. V.K.C.A Quality Ltd, Πολιτική Έφεση 382/2016, ημερομηνίας 3.12.2025.
Προκύπτει, συνεπώς, ότι το κατά το στάδιο ερμηνείας της σύμβασης το Δικαστήριο εκκινώντας από το λεκτικό της σύμβασης στο σύνολό της θα προχωρήσει να εξεύρει την πραγματική βούληση των μερών. Γνώμονας για τα πιο πάνω θα είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας ερμηνευόμενο στο σύνολό του στον μέσο συνετό άνθρωπο.
Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, τόμος Β, σελ.561, κατά κανόνα κάποια σύμβαση αποτελείται από τους όρους που έχουν συμφωνηθεί ρητά μεταξύ των μερών. Εξαίρεση στον πιο πάνω κανόνα είναι η περίπτωση όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη εξυπακουόμενων όρων.
Ως προς την έννοια του εξυπακουόμενου όρου και τις αρχές με βάση τις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη του, διαφωτιστική είναι η απόφαση Ergo Constructions Ltd ν. Tanielo Holding Ltd (2012) 1 ΑΑΔ 539, όπου με αναφορά στη σχετική νομολογία, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου σε συμφωνία διαπιστώνεται από το δικαστήριο, το οποίο, μέσα από το λεκτικό της, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σ' αυτήν είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενό της στο μέσο λογικό άνθρωπο - (βλ. Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 204· Γεωργ. Ετ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ. (1993) 1 Α.Α.Δ. 168· Λάμπρου ν. Παράσχου κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου
κ.ά. ν. Ττοφίνη κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 436). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις
Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ. 413)
«..., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.»
Περαιτέρω στην υπόθεση Τσιαλής ν. Χατζηανδρέου (Τσιαλή) (2000) 1 Α.Α.Δ.
1250, 1258-1259, τέθηκαν τα ακόλουθα ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα:
«Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι παλαιόθεν γνώρισμα του έργου του δικαστηρίου, εδραζόμενη στην αναγνώριση ότι τα μέρη δεν διατυπώνουν πάντοτε ρητά στη γραπτή τους συμφωνία παρά μόνο τα βασικά της στοιχεία, αφήνοντας άλλα να προκύπτουν έστω και αν δεν ελέχθησαν. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν ελέχθη, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών.»
Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα πως για την κατάληξη στο ότι κάποιος όρος ήταν εξυπακουόμενος θα πρέπει αυτός να είναι αναγκαίος, ώστε να λειτουργήσει αποτελεσματικά και με πληρότητα η συμφωνία. Η σχετική ερμηνευτική διεργασία δεν γίνεται στο κενό, αλλά με γνώμονα το κείμενο της συμφωνίας.
Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων ( ανωτέρω) σελ. 566, με αναφορά στη σχετική νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς τις προϋποθέσεις για την κατάληξη στην ύπαρξη εξυπακουόμενου όρου:
1. O εξυπακουόμενος όρος είναι εύλογος και δίκαιος
2. Πρέπει να είναι αναγκαίος για να αποδοθεί επιχειρηματική λειτουργικότητα στη σύμβαση, ούτως ώστε αν δεν διατυπωθεί κάποιος τέτοιος όρος η σύμβαση να μην είναι λειτουργική.
3. Πρέπει ο όρος να είναι τόσο φανερός ούτως ώστε να μην χρειάζεται ρητή αναφορά σε αυτόν
4. Πρέπει ο υπό κρίση όρος να μπορεί να διατυπωθεί με σαφήνεια
5. Δεν πρέπει να συγκρούεται ή να βρίσκεται σε αντίθεση με ρητό όρο της σύμβασης.
Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι τα κριτήρια που υιοθετεί η κυπριακή νομολογία είναι παρεμφερή με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην Αγγλία. Κρίσιμο σε κάθε περίπτωση είναι ο επικαλούμενος ως εξυπακουόμενος όρος να είναι αναγκαίος, ώστε να λειτουργήσει αποτελεσματικά και με πληρότητα η εκάστοτε επίδικη σύμβαση.
Είναι επίσης προφανές ότι η ανάγκη για πρόσδοση λειτουργικότητας στη σύμβαση έχει ως δεδομένη την ανάγκη όπως ο κατ’ ισχυρισμόν εξυπακουόμενος όρος να είναι σαφής. Έτσι, η προϋπόθεση της σαφήνειας παρόλο που δεν αναγνωρίζεται ρητά στη κυπριακή νομολογία, εντούτοις είναι λογικό προαπαιτούμενο της λειτουργικότητας της σύμβασης, αφού όπως η κοινή πείρα, λογική και αντίληψη διδάσκουν, κάποια σύμβαση δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά επί ασαφών όρων. Συνεπώς, όπως και στην Αγγλία έτσι και στην Κύπρο ο εκάστοτε κατ΄ ισχυρισμόν εξυπακουόμενος όρος πρέπει να μπορεί να διατυπωθεί με σαφήνεια.
Ειδικότερα ως προς τους εξυπακούμενους όρους κάποιας σύμβασης εργοδότησης διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα Smith & Wood's Employment Law 16η έκδοση, Oxford University Press, 2023, σελ. 162-168. Στο εν λόγω σύγγραμμα καταγράφονται οι συνήθεις εξυπακουόμενοι όροι σε κάποια σύμβαση εργοδότησης. Ειδικότερα επεξηγείται ότι στις συμβάσεις εργοδότησης υφίσταται ο εξυπακουόμενος όρος ότι ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει τους μισθούς, να παρέχει εργασία, να επιδεικνύει φροντίδα, να αντιμετωπίζει τον εργαζόμενο με σεβασμό, να αντιμετωπίζει άμεσα και κατάλληλα τα παράπονα και να παρέχει ένα λογικά κατάλληλο εργασιακό περιβάλλον.
Στην υπό κρίση υπόθεση είναι η θέση της εναγόμενης ότι η επίδικη συμφωνία περιελάβανε τον εξυπακουόμενο όρο ότι η ενάγουσα θα παρείχε όλα τα μέσα και τις δυνατότητες που ήταν στη διάθεση της για την επαγγελματική της καταξίωση και εξέλιξη της εναγόμενης στο ιατρικό επάγγελμα.
Ως προς τον κατ’ ισχυρισμόν εξυπακουόμενο όρο πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα. Είναι σαφές ότι η εναγόμενη δεν επικαλείται ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να της παρασχεθούν τα αναγκαία μέσα για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων της. Αυτό που προβάλλει είναι ότι έπρεπε να της παρασχεθούν όλα τα αναγκαία μέσα για να ανελιχθεί και να καταξιωθεί στο ιατρικό επάγγελμα. Επομένως, γεννάται το ερώτημα του κατά πόσο μπορεί κάποια σύμβαση εργοδότησης ιατρού να περιλαμβάνει τον εξυπακουόμενο όρο ότι θα πρέπει να του παρέχονται τα μέσα για επαγγελματική ανέλιξη και καταξίωση. Η καταξίωση και η ανέλιξη αποτελούν αόριστες αξιολογικές έννοιες και διαφορετικά πρόσωπα μπορούν να δώσουν διαφορετικές ερμηνείες. Συνεπώς, ο εξυπακουόμενος όρος δεν είναι σαφής. Επιπλέον, η ανάγκη για επαγγελματική ανέλιξη και καταξίωση δεν αποτελούν στοιχεία τέτοια που χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει λειτουργικότητα στη σύμβαση, αφού κάλλιστα κάποιος μπορεί να εργάζεται χωρίς να επιθυμεί να καταξιωθεί ή να ανελιχθεί. Ούτε μπορεί να λεχθεί ότι η επαγγελματική ανέλιξη και καταξίωση της εναγόμενης εκφράζει την εμφανή και αναγκαία βούληση των μερών.
Συνακόλουθα, δεν μπορεί να κριθεί ότι στην επίδικη σύμβαση υπήρχε ο εξυπακουόμενος όρος που επικαλείται η εναγόμενη. Επομένως, η νομιμότητα του επίδικου τερματισμού θα κριθεί υπό το φως των προνοιών των όρων 8 και 9 της σύμβασης.
Σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης σε περίπτωση που τεθεί θέμα διακοπής της εργοδότησης για νόμιμο λόγο θα πρέπει να υπάρξει προειδοποίηση τουλάχιστον τριών μηνών πριν από τη λήξη της σύμβασης. Περαιτέρω σύμφωνα με τον όρο 9, οποιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων επιθυμούσε να τερματίσει τη σύμβαση όφειλε να δώσει προειδοποίηση τριών μηνών.
Αποδίδοντας στο λεκτικό των πιο πάνω άρθρων την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα πως εάν οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων επιθυμούσε να τερματίσει τη σύμβαση όφειλε να δώσει προειδοποίηση τριών μηνών.
Στην υπό κρίση υπόθεση η εναγόμενη αρκέστηκε στην προειδοποίηση 15 ημερών.
Συνεπώς υπήρξε παράβαση της σύμβασης εκ μέρους της εναγόμενης.
Το επόμενο ερώτημα που ανακύπτει είναι το ποιες συνέπειες ενέχει η παράβαση του εν λόγω όρου. Σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με την λήξη μετά από αθέτηση της σύμβασης το υπαίτιο μέρος, πρέπει να καταβάλει στο αναίτιο μέρος αποζημίωση ύψους € 250.000.
Η πλευρά της ενάγουσας στηρίζεται επί του επίδικου όρου και αξιώνει αποζημιώσεις € 250.000, προβάλλοντας τη θέση ότι πρόκειται περί γνήσιας προσπάθειας καθορισμού της ζημίας. Στον αντίποδα, η πλευρά της εναγόμενης ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω όρος συνιστά ποινική ρήτρα.
Η έννοια της ποινικής ρήτρας παρέχεται στο άρθρο 74, του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149:
«Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα.»
Αναδύεται, λοιπόν, η ανάγκη να κριθεί το κατά πόσο ο επίδικος όρος, ο οποίος προνοεί για καταβολή ποσού ύψους € 25.000 συνιστά ποινική ρήτρα ή γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς της ενάγουσας, ώστε σε περίπτωση που αυτός κριθεί ως ποινική ρήτρα να αγνοηθεί.
Ως προς τον συσχετισμό της ποινικής ρήτρας με τη γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς, στο Κυπριακό Δίκαιο διαφωτιστική είναι η απόφαση Χαραλάμπους Τρύφωνας και Άλλοι ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited (πρώην Liberty Life Insurance Limited), (2011) 1 ΑΑΔ 1739, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ...»
Το Ανώτατο Δικαστήριο ακολούθως υιοθετώντας τη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος ανέφερε τα ακόλουθα :
«Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd. (1915) A.A.
79).»
Ως προς την έννοια της ποινικής ρήτρας σχετική είναι και η απόφαση Ανόρθωσις ν. Απόλλων (2002) 1 ΑΑΔ 518, όπου λέχθηκε ότι
«ποινική ρήτρα θα μπορούσε να ορισθεί ότι είναι ένας συμβατικός όρος ο οποίος, περιέχει υπόσχεση του ενός συμβαλλόμενου μέρους προς το έτερο ότι σε περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως οφειλόμενη παροχή τότε θα υποχρεούται να καταβάλει προς το έτερο (αθώο) μέρος, συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, υπό μορφή τιμωρίας».
Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, όταν η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς του αθώου μέρους τότε αυτή λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στον υπολογισμό της εύλογης αποζημίωσης, που δικαιούται το αθώο μέρος. Αντίθετα, εάν η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης συνιστά ποινική ρήτρα, αυτή αγνοείται.
Βοηθητική επί του εξεταζόμενου ζητήματος είναι και η απόφαση του Αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες αποφάσεις Cavendish Square Holding BV v. Makdessi & Parking Eye Ltd v. Beavis [2015] UKSC 67. Στην εν λόγω απόφαση στην παράγραφο 36, κρίθηκε ότι ο κανόνας που απαγορεύει τη χρήση ποινικών ρητρών δεν πρέπει να καταργηθεί. Παράλληλα, όμως, κρίθηκε ότι ο όρος, ο οποίος επιβάλλει προκαθορισμένη αποζημίωση, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να θεωρηθεί έγκυρος, παρότι δεν αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς.
Συγκεκριμένα στην παράγραφο 32 της απόφασής του το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα, ως προς το κριτήριο κατάταξης κάποιας ρήτρας ως ποινικής :
«The true test is whether the impugned provision is a secondary obligation which imposes a detriment on the contract-breaker out of all proportion to any legitimate interest of the innocent party in the enforcement of the primary obligation.»
Ακολούθως, το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του όρου ανάλογο μέτρο:
«The qualification and safeguard is that the agreed sum must not have been extravagant, unconscionable or incommensurate with any possible interest in the maintenance of the system, this being for the party in breach to show».
Από την πιο πάνω αυθεντία προκύπτει ότι το γεγονός ότι κάποια συμβατική ρήτρα δεν αποτελεί γνήσιο προκαθορισμό της ζημιάς δεν οδηγεί στην κατάταξή της απευθείας, ως ποινικής. Το ουσιαστικό κριτήριο είναι η ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης να μην ενέχει έκδηλα δυσανάλογο χαρακτήρα προς τον σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων του αθώου μέρους. Ενέχει δε έκδηλα δυσανάλογο χαρακτήρα, όταν είναι επαχθής ή υπερβολική ή δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό προστασίας των νόμιμων συμφερόντων του αθώου μέρους.
Στην υπό κρίση υπόθεση τέθηκε ρήτρα για καταβολή αποζημίωσης ύψους € 250.000 σε περίπτωση λήξης της σύμβασης, η οποία θα προέλθει μετά από αθέτηση της συμφωνίας. Η σύμβαση αφορούσε σύμβαση εργοδότησης. Οι απολαβές της εναγόμενης ανέρχονταν στο ποσό των € 36.000 ετησίως μεικτά με αύξηση € 2.000 τον χρόνο. Επομένως, η σύμβαση προνοούσε για αποζημίωση που ανερχόταν σε ποσοστό πέραν του εξαπλάσιου του ετήσιου μισθού της εναγόμενης. Περαιτέρω, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι η επίδικη σύμβαση αφορούσε παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών. Η δυνατότητα κάθε επαγγελματία να αναζητεί καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές ή να επιδιώκει την επαγγελματική του ανέλιξη συνδέεται πέραν από την επαγγελματική ζωή και με την προσωπική ανάπτυξη του κάθε ατόμου. Παράλληλα, η επαγγελματική ζωή και η προσωπική ανάπτυξη αποτελούν πτυχές που εμπίπτουν στην έννοια της ιδιωτικής ζωής ως αυτή κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.
Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Peck ν. UK application no. 44647/98, 26.1.2003, παρά. 57, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Private life is a broad term not susceptible to exhaustive definition. The Court has already held that elements such as gender identification, name, sexual orientation and sexual life are important elements of the personal sphere protected by Article 8. That Article also protects a right to identity and personal development, and the right to establish and develop relationships with other human beings and the outside world and it may include activities of a professional or business nature. There is, therefore, a zone of interaction of a person with others, even in a public context, which may fall within the scope of “private life.»
(Βλ. επίσης Niemietz v. Germany Application no. 13710/88, 16.12.1992, παρά. 29.)
Στην υπό κρίση υπόθεση η πρόβλεψη για καταβολή ποσού σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης ανέρχεται σε ποσοστό εξαπλάσιο του μισθού της εργοδοτούμενης. Είναι προφανές ότι η απειλή καταβολή ποσού εξαπλάσιου του ετήσιου μισθού ενός εργοδοτούμενου, επενεργεί εκφοβιστικά προς αυτόν.
Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η πρόβλεψη για καταβολή αποζημίωσης που ανέρχεται σε ποσοστό πέραν του εξαπλάσιου του ετήσιου μισθού της εναγόμενης, είναι υπερβολική ή δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό προστασίας των νόμιμων συμφερόντων του αθώου μέρους. Εάν επίσης στο πιο πάνω συνυπολογιστεί ότι η επιλογή εργασίας συνιστά πτυχή του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής, τότε η πρόβλεψη για καταβολή αποζημίωσης εξαπλάσιας του μισθού ενός εργοδοτούμενου συνιστά σοβαρό εμπόδιο στην άσκηση ενός δικαιώματος που άπτεται της ιδιωτικής του ζωής και ως εκ τούτου συνιστά επαχθές μέτρο.
Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις της παρούσας η επίδικη ρήτρα συνιστά μέτρο επαχθές για την εναγόμενη και είναι υπερβολικό και δυσανάλογο σε σχέση προς τον σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων του αθώου μέρους.
Με γνώμονα τα πιο πάνω ο επίδικος όρος συνιστά ποινική ρήτρα και δεν μπορεί να κριθεί, όπως και να ιδωθεί, ως έγκυρος. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική του εξουσία να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση. ( βλ. Ανόρθωσις ν. Απόλλων (ανωτέρω)). Ως δέχτηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας σε περίπτωση ο όρος 9 της σύμβασης κρινόταν ως ποινική ρήτρα αξιώνονται ως αποζημιώσεις μόνο το ποσό των € 39.000 που κατά τη θέση τους αποτυπώνει τη ζημία που υπέστη η ενάγουσα.
Συνεπώς θα εξετάσω το κατά πόσο η ενάγουσα έχει αποδείξει οποιαδήποτε ζημιά από την παράβαση της σύμβασης.
Το ζήτημα του υπολογισμού των αποζημιώσεων από παράβαση σύμβασης ρυθμίζεται από το άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα του υπολογισμού των αποζημιώσεων έχουν αποκρυσταλλωθεί στη νομολογία. Μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι ο σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, στον βαθμό που αυτό μπορεί να επιτευχθεί με χρήμα, στην ίδια θέση που θα βρισκόταν εάν η σύμβαση είχε εκτελεστεί κανονικά. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας και ήταν πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας. Η λογική πρόβλεψη και τα φυσικά επακόλουθα των όσων ήταν προβλεπτά, συνιστούν το μέτρο για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά v. Τρυφωνίδου (1996) 1 AAΔ 679, George Charalambous Ltd ν. Kalos Kafes Ltd κ.α (1997) 1 ΑΑΔ 199, Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxias" κ.ά (1997) 1 ΑΑΔ 80 και Share Link Securities Ltd ν. Γεώργιου Σωτηρίου (2012) 1 ΑΑΔ 1265.
Περαιτέρω, στην υπόθεση Men Mar Ltd v. CLP Catering Ltd, Πολιτικές Εφέσεις 27 και 28/2012, ημερομηνίας 23.1.2018, τέθηκαν τα ακόλουθα:
«Όπως αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σύγγραμμα Ewan Mckendrick: Contract Law, 6η έκδ. στο Κεφάλαιο 20, που αφορά τις αποζημιώσεις για διάρρηξη σύμβασης, υπάρχουν τρεις βασικές κατηγορίες στις οποίες ο ενάγων δύναται να εντάξει την αξίωση του για αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά το λεγόμενο «expectation interest» που έχει ως βάση την προσδοκία του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος θα εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και στην περίπτωση που δεν το πράττει, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να τον αποζημιώνουν με το να τον θέσουν στην ίδια καλή κατάσταση που θα ήταν αν ο εναγόμενος εκπλήρωνε την υπόσχεση του. Η δεύτερη κατηγορία αφορά το λεγόμενο «reliance interest» στην οποία εμπίπτουν οι ενέργειες τις οποίες προς βλάβη του έχει υποστεί ο ενάγων στη βάση της υπόσχεσης του εναγομένου ότι θα εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με αποτέλεσμα να υποστεί διάφορα έξοδα τα οποία ο εναγόμενος θα πρέπει να αποκαταστήσει. Ο σκοπός εδώ είναι να τεθεί ο ενάγων στην ίδια καλή κατάσταση ως θα ήταν πριν την υπόσχεση που έδωσε ο εναγόμενος. Τέλος, ο ενάγων μπορεί να αξιώσει το λεγόμενο «restitution interest», κατά το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμεί να αποζημιωθεί για την απώλεια που έχει υποστεί, αλλά επιθυμεί να αποστερήσει από τον εναγόμενο το κέρδος το οποίο απεκόμισε σε βάρος του. Τα ίδια στην ουσία λέγονται και στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 547 κ.ε., σε σχέση με το «expectation loss».
Τέλος, σε αξίωση για αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ο ενάγων θα πρέπει να να αποδείξει ότι οι ζημίες που υπέστη προκλήθηκαν αιτιωδώς από την παράβαση της σύμβασης. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 33η έκδοση Sweet & Maxwell, 2020, σελ. 73, παρά. 26-066 όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:
«There must be a causal connection between the defendant’s breach of contract and the claimant’s loss. The claimant may recover damages for a loss only where the breach of contract was the “effective” or “dominant” cause of that loss. »
Περαιτέρω στην παράγραφο 26- 067 του ίδιου συγγράμματος καταγράφονται τα ακόλουθα:
«The problems of causation most likely to arise concern intervening acts of either a third party or of the claimant; but an issue of causation may also arise when the alleged loss is claimed on the basis of a hypothesis as to what the claimant or a third person would have done had the defendant not broken the contract. »
( η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Προκύπτει, συνεπώς, ότι ζήτημα αιτιώδους συνάφειας μπορεί να προκύψει όταν η αξιούμενη ζημία διεκδικείται στη βάση ενός υποθετικού σεναρίου αναφορικά με το τι θα είχε πράξει ο ενάγων ή τρίτο πρόσωπο εάν ο εναγόμενος δεν είχε παραβιάσει τη σύμβαση.
Στην υπό κρίση υπόθεση η ενάγουσα βασίζει την αξίωσή της για αποζημιώσεις στα έσοδα που θα είχε εάν δεν τερμάτιζε την επίδικη σύμβαση η εναγόμενη δίδοντας μόνο 15 μέρες προειδοποίηση. Συνεπώς, η αξίωσή έχει ως βάση την προσδοκία της ενάγουσας ότι η εναγόμενη θα εκπλήρωνε τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις.
Όπως προκύπτει από την σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και του ΟΑΥ, τεκμήριο 2, η ενάγουσα είχε δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες φροντίδας μέσω φυσικών προσώπων που ενεργούσαν εκ μέρους της. Περαιτέρω, με βάση τη συμφωνία των μερών η εναγόμενη είχε δικαίωμα να εγγράψει επ’ ονόματι της μέχρι 2 500 ασθενείς και το ποσό που θα ήταν εισπρακτέο από τον ΟΑΥ, για τις εν λόγω υπηρεσίες, θα εισπραττόταν από την ενάγουσα. Η ενάγουσα είχε με βάση την επίδικη σύμβαση το δικαίωμα να εισπράττει τα ποσά από τον ΟΑΥ που αφορούσαν τις υπηρεσίες που παρείχε η εναγόμενη στους ασθενείς της. Οι ασθενείς ήταν ανέκαθεν εγγεγραμμένοι επ’ ονόματι της εναγόμενης, η οποία είχε εγγραφεί ως προσωπικός ιατρός εκ μέρους της ενάγουσας.
Ως, προσδιορίστηκε στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας η τελευταία υπέστη ζημία γιατί απώλεσε τους 2.487 ασθενείς που είχε εγγεγραμμένους η εναγόμενη. Επί αυτής της συλλογιστικής βασίστηκε και ο λογιστής της ενάγουσας, για να τοποθετηθεί ότι η ενάγουσα υπέστη απώλειες ύψους € 39. 000. Σημειώνω όμως ότι το ποσό των €39. 000 κατά τον λογιστή της ενάγουσας προκύπτει ως η διαφορά που εμφανίζεται μεταξύ του μέσου όρου των εισπράξεων που λάμβανε η ενάγουσα από τις υπηρεσίες της εναγόμενη προς του ασθενείς της και των εισπράξεων που είχε η ενάγουσα από τον γιατρό Δ. Ζάμπα του Μήνες Μάρτη Απρίλη Μάη και Ιούνη του 2020. Η σύγκριση όμως των πραγματικών εισπράξεων που προέρχονταν από ασθενείς του αντικαταστάτη της εναγόμενης με τον μέσο όρο των εισπράξεων της εναγόμενης εκλαμβάνει και αυτή ως δεδομένο ότι ανά πάσα στιγμή η εναγόμενη θα είχε τον ίδιο αριθμό ασθενών.
Είναι προφανές λοιπόν ότι η παρούσα εμπίπτει στην κατηγορία των υποθέσεων όπου η αξιούμενη ζημία διεκδικείται στη βάση ενός υποθετικού σεναρίου αναφορικά με το τι θα είχαν πράξει τρίτα πρόσωπα εάν η εναγόμενη δεν είχε παραβιάσει τη σύμβαση.
Λογική προέκταση και βάση του τρόπου υπολογισμού των αξιούμενων είναι το ότι εάν η εναγόμενη τηρούσε τις πρόνοιες της συμφωνίας και έδιδε προειδοποίηση τριών μηνών, εντός αυτής της περιόδου η εναγόμενη θα κρατούσε τους ίδιους ασθενείς και έτσι οι εισπράξεις της θα παρέμεναν αναλλοίωτές ή ότι θα μπορούσε να προσλάβει άλλο ιατρό και οι ασθενείς της εναγόμενης ή αντίστοιχος αριθμός θα εγγράφονταν στον κατάλογο αυτού, ώστε να παρέμεναν σταθερές οι εισπράξεις της από τον ΟΑΥ.
Όμως η πιο πάνω νοητική διεργασία, παραγνωρίζει το γεγονός πως κάθε ασθενής έχει δικαίωμα να αποφασίζει για τον ιατρό της επιλογής του. Αυτό προστάζει ο σεβασμός στην προσωπική αυτονομία του κάθε ασθενούς. Επομένως, δεν μπορούν οι ασθενείς να εκλαμβάνονται ως κτήμα του οποιουδήποτε και να θεωρείται καθ’ οιοδήποτε τρόπο ότι, είτε ανήκουν σε κάποιο είτε ότι είναι δεδομένοι. Αντίθετη προσέγγιση παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι ασθενείς έχουν δική τους βούληση, κρίση και δικαιώματα όπως το δικαίωμα στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι ή το δικαίωμα να επιλέγουν τον θεράποντα ιατρό τους. Οι ασθενείς ως αυτόνομες αυθύπαρκτες προσωπικές δεν ανήκουν σε κάποιον. Ούτε καν στην εναγόμενη την οποία είχαν επιλέξει ως προσωπική τους ιατρό, η οποία, ως δήλωσε ο ΜΕ1, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, της απολάμβανε πλήρους αυτονομίας στον χειρισμό των ασθενών της.
Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε συνειρμό ότι οι ασθενείς είχαν επιλέξει άλλο ιατρό της ενάγουσας, ο οποίος επειδή ξεπέρασε τον αριθμό ασθενών που είχε δικαίωμα να εγγράψει επ’ ονόματι του χρησιμοποιούσε εικονικά την εναγόμενη, αφού κάτι τέτοιο ουδέποτε τέθηκε και εν πάση περιπτώσει είναι δυνατόν να αντίκειται στον Νόμο και να συνιστά κατάχρηση του συστήματος υγείας. Το Δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει υπό τα ενώπιόν του δεδομένα.
Υπό τα ενώπιόν μου δεδομένα το ζήτημα είναι απλό. Οι ασθενείς που ήταν εγγεγραμμένοι επ’ ονόματι της εναγόμενης είχαν ανέκαθεν δικαίωμα επιλέξουν τον ιατρό της επιλογής τους. Ουδέποτε όμως ήταν δεδομένο ή εύλογα προβλεπτό ότι η εναγόμενη θα διατηρούσε αριθμό ασθενών γύρω στις 2 500. Άλλωστε, όπως δήλωσε ο ΜΕ1 και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, ο ίδιος δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με τους ασθενείς της εναγόμενης και δεν παρέμβαινε στο έργο της. Ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να σχετιζόταν με τους ασθενείς της εναγόμενης με τρόπο που να μπορούσε να επηρεάσει τις επιλογές τους. Εφόσον, ήταν αδύνατο να σχετίζεται με τους ασθενείς της εναγόμενης κατά αποτελεσματικό τρόπο, έπεται ότι ουδέν έλεγχο ή επιρροή είχε στον αριθμό τους ή στο εάν ήταν ικανοποιημένοι από την εναγόμενη ή στο αν θα παράμεναν στην εναγόμενη ή εάν θα εγγράφονταν σε άλλο γιατρό που θα προσελάμβανε η ενάγουσα.
Παράλληλα, δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε δεδομένο ότι οι ασθενείς που ήταν εγγεγραμμένοι στην εναγόμενη, εάν διδόταν η τρίμηνη προειδοποίηση θα παρέμεναν για τους τρεις μήνες είτε στην εναγόμενη είτε σε άλλο γιατρό που τυχόν εργαζόταν στην ενάγουσα. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της εναγόμενης, ήτοι από 30.6.2019 μέχρι τις 17.2.2020 είχε περίπου 2 500 ασθενείς, απογυμνωμένο από οτιδήποτε άλλο δεν μπορεί να οδηγήσει εύρημα στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι οι ασθενείς θα παρέμεναν σε οποιοδήποτε γιατρό τυχόν εργαζόταν στην ενάγουσα εάν η εναγόμενη τερμάτιζε τη σύμβαση δίδοντας προειδοποίηση τριών μηνών.
Αντιθέτως, ως δήλωσε ο ΜΕ 2, είναι άγνωστο εάν οι δικαιούχοι που ήταν εγγεγραμμένοι στην εναγόμενη ενεγράφησαν εκ νέου στην ίδια μετά τις 9.3.2020. Επομένως, επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης είναι ασαφές ποια ήταν η επιλογή των ασθενών της εναγόμενης και οι λόγοι της όποιας επιλογής τους. Εφόσον δεν προκύπτει ότι την ακολουθήσαν κατά την αποχώρηση της, συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να εκληφθεί ως δεδομένο ότι θα παρέμεναν εάν αυτή συνέχιζε στην ενάγουσα. Παράλληλα το ότι δεν είναι σαφής η επιλογή των ασθενών της εναγόμενης δεν επιτρέπει ούτε την εξαγωγή συμπεράσματος ότι η επιλογή τους θα ήταν να παρακολουθούνται από οποιοδήποτε γιατρό τυχόν εργαζόταν στην κλινική της ενάγουσας και είχε κενές θέσεις.
Συνεπώς, όπως και να ιδωθεί το ζήτημα, αυτό παραμένει στο πεδίο της εικασίας και εξαρτάται από την προσωπική επιλογή ενός εκάστου των ασθενών, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί ή να προβλεφθεί. Το Δικαστήριο, όμως, δεν μπορεί να βασίζεται σε επίπεδο εικασιών ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.
Έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως εάν η εναγόμενη έδινε τρίμηνη προειδοποίηση στην ενάγουσα θα παρέμενε αναλλοίωτος ο αριθμός των ασθενών της ή ότι οι ίδιοι θα εγγραφόταν σε άλλο γιατρό που θα προσελάμβανε η ενάγουσα και έτσι θα συνέχιζε να απολαμβάνει τον ίδιο μέσο όρο εισπράξεων από τον ΟΑΥ. Επομένως, η αξίωση τίθεται επί υποθετικής βάσης με τρόπο που να μην υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβίασης της σύμβασης και της επικαλούμενης ζημίας.
Με άλλα λόγια, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, ακόμα και εάν η εναγόμενη εκπλήρωνε τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, δεν προκύπτει ότι θα συνέχιζε να διατηρεί τον ίδιο αριθμό ασθενών. Επομένως αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχει αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης της σύμβασης και της κατ’ ισχυρισμόν ζημίας.
Επίσης, υπό το φως των πιο πάνω, η επικαλούμενη ζημία είναι και απομακρυσμένη αφού δεν μπορεί να λεχθεί ότι με βάση αυτά που είχαν υπόψη τα μέρη κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, ήταν λογικά ότι οι ασθενείς που θα εγγράφονταν στην εναγόμενη θα παρέμεναν σε αυτή στο διηνεκές ή για περίοδο 5 ετών ή έστω για την περίοδο που τυχόν διδόταν η τρίμηνή προθεσμία για τον τερματισμό. Ούτε προκύπτει ως εύλογα προβλεπτό πως με το που θα παρείχε η εναγόμενη προειδοποίηση τριών μηνών στην ενάγουσα, οι ασθενείς της εναγόμενης θα εγγράφονταν σε άλλο συνεργαζόμενο γιατρό, ώστε ενάγουσα να μην είχε απώλειά εσόδων.
Συνεπώς πέραν από το ότι η επικαλούμενη ζημία δεν προκύπτει αιτιωδώς από την παράβαση της σύμβασης είναι και απομακρυσμένη.
Υπενθυμίζεται ότι σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν εάν η σύμβαση εφαρμοζόταν και όχι η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της παράβασης. (Σχετικά Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά v. Τρυφωνίδου (ανωτέρω) και Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο ( ανωτέρω) σελ. 739.)
Συνολικά λοιπόν αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η αξιούμενη ζημία προέκυψε αιτιωδώς από την παράβαση της σύμβασης. Επίσης αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αξιούμενη ζημία είναι απομακρυσμένη. Συνεπώς, η αξίωση για καταβολή ποσού € 39.000 πέραν από το ότι δεν περιορίζεται στους 3 μήνες αλλά εκτείνεται σε 4, δεν μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω.
Αναφορικά με την αξίωση επιστροφής του ποσού των € 20.000 που δόθηκε ως bonus σημειώνω ότι δεν δικογραφείται τέτοια αξίωση ούτε δικογραφείται οτιδήποτε σχετικά με την επιστροφή του επίδικου bonus, ούτε συνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στην έκθεση απαίτησης με τις αξιώσεις της ενάγουσας. Συνεπώς, πέραν από το ότι δεν αξιώνεται ρητά οτιδήποτε σε σχέση με το εν λόγω ποσό, στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης δεν αναφέρονται τέτοια γεγονότα που δικαιολογούν την επιδίκαση του εν λόγω ποσού, σύμφωνα με τις αρχές της απόφασης Kenedy Hotels Ltd v.Waiq Indjirdjian (1992) 1 AAΔ 400). Εν πάση περιπτώσει, η καταβολή φιλοδωρήματος ήταν στην απόλυτη κρίση της ενάγουσα και δίδεται μόνο όταν αποφάσιζε η ενάγουσα να το δώσει. Συνεπώς δεν μπορεί να αξιώνεται πίσω. Συνακόλουθα η εισήγηση περί επιδίκασης ποσού € 20. 000 που αναπτύχθηκε στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει.
Ως προς την αξίωση για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων η νομολογία είναι σαφής στο ότι δεν επιτρέπεται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης. Θεμελιακή επί του προκείμενου είναι η απόφαση
Eρωτοκρίτου Γιαννάκης ν. Eιρήναρχου Θεοδώρου και Άλλης (1997) 1 ΑΑΔ 1800, στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης. Σχετικά επίσης είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο ( ανωτέρω) σελ.
718. Συνεπώς η αξίωση για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων απορρίπτεται.
Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
…………………………………….
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο