ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
Αίτηση/Έφεση αρ.: 34/2026
Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965) και τις τροποποιήσεις του και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ.224 και τις τροποποιήσεις του
Μεταξύ :
Δημήτρη Χρυσάνθου
εφεσείοντα /αιτητή
-και-
Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
εφεσίβλητης/ καθ’ ης η αίτηση
---------------------
Ημερομηνία : 8 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις :
Για εφεσείοντα/ αιτητή : κ. Κωνσταντίνος Λ. Μάρκου
Για εφεσίβλητη / καθ’ ης η αίτηση: Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση έφεσης ημερομηνίας με την οποία ο αιτητής ζητεί την ακύρωση ή τον παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 11.2.2026. Ο πλειστηριασμός έχει οριστεί να πραγματοποιηθεί στις 09.6.2026.
Η υπό κρίση αίτηση ερείδεται κυρίως Η παρούσα Αίτηση-Έφεση βασίζεται επί των Άρθρων 2, 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, ως τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 2. 5, 21, 27. 36 - 40, 41, 42. 44, το Μέρος VIA. 44Α - 44ΙΑΑ και στα παραρτήματα αυτού και 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015, Κ Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 2, 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224 ως έχει τροποποιηθεί, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 κανονισμούς 1-18 (αμφότερα περιλαμβανόμενων) στον περί Πωλήσεως Διαδικαστικό Κανονισμό του 1994 (Ν. 1/1994) στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39. Δ.40. Δ.42, Δ.55, Δ.48Θ1-9, 11, 13 και Δ.64, στα Μέρη 3, 8, 32, 60 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις Αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία..
Με την υπό κρίση αίτηση προβάλλονται συνολικά έντεκα λόγοι έφεσης. Κατά την ακρόαση οι λόγοι έφεσης ομαδοποιήθηκαν και αναπτύχθηκαν σε τρεις βασικές ομάδες. Ειδικότερα, αναπτύχθηκε η θέση ότι οι ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ» δεν έχουν επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και δεν έχουν επιδοθεί δεόντως. Επίσης, αναπτύχθηκε η θέση ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ήταν πρόωρη επειδή η ειδοποίηση τύπου «Ι» δεν είχε δεόντως επιδοθεί και ως εκ τούτου δεν ξεκίνησε να προσμετρά η προθεσμία για την εξόφληση από τον ενυπόθηκο οφειλέτη.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή. Ο αιτητής αναφέρεται στο ιστορικό σύμφωνα με το οποίο του επιδόθηκε τόσο με ιδιώτη επιδότη όσο και με συστημένο ταχυδρομείο η προσβαλλόμενη ειδοποίηση τύπου «ΙΑ». Επίσης αναφέρεται στο πότε του επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη και με συστημένο ταχυδρομείο η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ». Εξέφρασε την θέση ότι η εν λόγω επιδόσεις δεν ήταν σύμφωνες με τον Νόμο. Επίσης αναφέρθηκε στην ύπαρξη εγγυητή για το επίδικο χρέος, το οποίο κατά την θέση του, ήταν ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Παράλληλα κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, αντίγραφο του κλητηρίου της αγωγής 380/23, η οποία αφορά αγωγή ως προς την οικονομική αξίωση που αφορά η επίδικη υποθήκη. Στο εν λόγω Τεκμήριο, καταγράφει το ιστορικό σε σχέση με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, διατάγματος πτώχευσης και αποκατάστασης του προσώπου που εγγυήθηκε το επίδικο χρέος.
Η καθ’ ης η αίτηση – εφεσίβλητη κατέθεσε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην οποία προβάλλονται 16 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσει έκδοσης του αιτούμενο διατάγματος και δεν παρατίθενται επαρκή στοιχεία για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μάρθας Γεωργίου υπαλλήλου της καθ’ ης η αίτηση. Η ομνύουσα, ουσιαστικά αποδέχεται το γεγονός ότι τόσο η ειδοποίηση τύπου «Ι» και «ΙΑ», επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη και συστημένο ταχυδρομείο. Περαιτέρω, αποδέχτηκε την θέση ότι το πρόσωπο που εγγυήθηκε τις δανειακές υποχρεώσεις του αιτητή είναι αποκατασταθείς πτωχεύσας.
Διαδικασία - Γεγονότα
Σύμφωνα με το άρθρο 44 ΙΓ σε Αιτήσεις -Εφέσεις που υποβάλλονται υπό το άρθρο VIA του περί Μεταβίβασης & Υποθήκευσης Νόμου 9/1965 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι Διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου κεφ 224. Οι Αιτήσεις- Εφέσεις υπό το άρθρο 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ 224 διέπονται από τους περί ακίνητης ιδιοκτησίας κανονισμούς Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς. Το άρθρο 10 των πιο πάνω κανονισμών προνοεί ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από του θεσμούς πολιτικής δικονομίας.
Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων.
Περαιτέρω αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι είναι επιτρεπτή η εξαγωγή ευρημάτων επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179 και Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (2015) 1 ΑΑΔ 2040. Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι δεν υπάρχει ανάγκη αξιολόγησης επί γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων.
Στην υπό κρίση τα πλείστά γεγονότα δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων.
Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ότι επιδόθηκε στον αιτητή, μέσω ιδιώτη επιδότη η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» στις 26.3.2026. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι ο αιτητής παρέλαβε την ίδια ειδοποίηση μεσώ ταχυδρομείου στις 20.4.2026. Η επίδικη επιστολή τύπου «ΙΑ» ταχυδρομήθηκε προς τον αιτητή στις 26.3.2026.
Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι η διαδικασία ξεκίνησε με ειδοποίηση τύπου Ι, ημερομηνίας 20.6.2025. Η εν λόγω ειδοποίηση δόθηκε προς επίδοση στις 27.6.2025 μέσω ταχυδρομείου. Στις 30.6.2025 επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη. Στις 26.7.2025 παραλήφθηκε από τον αιτητή μέσω ταχυδρομείου.
Επίσης, ως προς το πρόσωπο που υπέγραψε τη σύμβαση δανείου για την οποία δόθηκε η επίδικη υποθήκη δεν αμφισβητείται ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στις 20.11.2012. Ακολούθως, κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 14.4.2026 και αποκαταστάθηκε στις 20.5.2016. Η σύμβαση δανείου που εγγυήθηκε ο εγγυητής και δόθηκε η επίδικη υποθήκη συνήφθη στις 28.1.2009. Δηλαδή η εγγύηση αφορούσε χρέος που προϋπήρχε του διατάγματος παραλαβής.
Τα πιο πάνω ως γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Αυτό που αμφισβητείται είναι οι νομικές συνέπειες των γεγονότων και όχι τα γεγονότα αυτά καθ’ αυτά.
Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω ικανών και εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων προώθησαν ο κάθε ένας τη θέση του. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και αναφορά θα γίνει σε αυτές όπου χρειαστεί κατωτέρω. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης.
Νομική Πτυχή
Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν προωθηθεί τρεις βασικοί λόγοι ένστασης. Ειδικότερα, η πλευρά του εφεσείοντα - αιτητή, ανέπτυξε την εισήγηση ότι η προσβαλλόμενη ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» δεν έχει επιδοθεί στον εγγυητή. Επίσης ανέπτυξε τη θέση ότι η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» δεν έχει επιδοθεί δεόντως και νομότυπα στον αιτητή. Τέλος, ανέπτυξε την εισήγηση ότι οι προσβαλλόμενές ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ» έχουν σταλεί πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή του ενυπόθηκου χρέους διότι η εφεσίβλητη δεν έχει επιδώσει δεόντως την ειδοποίηση τύπου «Ι».
Προτού προχωρήσω με την κρίση επί των εγειρόμενων ζητημάτων κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στη διαδικασία εκποίησης και στη φύση των ειδοποιήσεων τύπου «Ι» και «ΙΑ» στο βαθμό που είναι σχετικός με τα επίδικα στην παρούσα.
Η διαδικασία εκποίησης κάποιου ακινήτου έχει σκιαγραφηθεί στην υπόθεση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Πρόκειται για τη διαδικασία που έχει εισαχθεί με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014 (Ν.142(Ι)/2014) που αφορά στην πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Η διαδικασία εκποίησης υποθήκης δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA των Νόμων άρχεται με την επίδοση ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «Ι». Εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να του επιδώσει ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερομένου προσώπου κατοχυρώνονται από τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ(3) το οποίο παρέχει δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο «ΙΑ» εντός 30 ημερών[1] από την παραλαβή της και σε αυτό αναφέρονται εξαντλητικά οι λόγοι για τους οποίους η ειδοποίηση μπορεί να παραμεριστεί».
Ενώ ως προς τη φύση και σημασία της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ», τέθηκαν τα ακόλουθα:
«Η ειδοποίηση κατά τον Τύπο ΙΑ δεν είναι μια απλή ενημερωτική ειδοποίηση, που δεν θα έχει σημασία εφόσον η σκοπούμενη πώληση για την οποία ενημερώνει έχει χρονικά παρέλθει. Είναι μια ειδοποίηση που συνιστά προϋπόθεση κατά τους Νόμους ώστε να λάβει χώρα πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και που παραμερίζεται κάτω από εξαντλητικά αναφερόμενες στους Νόμους περιστάσεις, και που εφόσον παραμεριστεί εκτροχιάζει την διαδικασία της πώλησης.»
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τους λόγους έφεσης, οι οποίοι άπτονται της επίδοσης της επίδικης ειδοποίησης τύπου «ΙΑ».
Ως έχει τεθεί ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 44Γ (3) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, ως έχει τροποποιηθεί, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα :
(3) Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο (2) να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους:
(β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙
……………………………………………………………………………………
Επομένως, το νομότυπο της επίδοσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» αποτελεί ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας.
Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ (2):
«Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.»
Ο όρος ενδιαφερόμενο πρόσωπο καθορίζεται στο άρθρο 44ΙE ως ακολούθως:
«ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος∙
Ο πρώτος λόγος που αναπτύχθηκε είναι ο ισχυρισμός ότι η επίδικη ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» δεν έχει επιδοθεί στον εγγυητή του ενυπόθηκου χρέους. Το πιο πάνω ζήτημα διασυνδέεται με τη δέουσα επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» και μπορεί να αποτελέσει έγκυρο λόγο ακύρωσης εφόσον επιτύχει.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι την επίδικη συμφωνία δανείου την εγγυήθηκε συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο είχε την ιδιότητα του εγγυητή. Επίσης, είναι προφανές ότι ο εγγυητής θεωρείται εκ νόμου ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από το τεκμήριο 5 που κατέθεσε ο αιτητής και δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι αναφορικά με τη περιουσία του εγγυητή εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής στις 20.11.2012. Ακολούθως, κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 14.4.2026 και αποκαταστάθηκε στις 20.5.2016. Η σύμβαση δανείου που εγγυήθηκε ο εγγυητής και δόθηκε η επίδικη υποθήκη συνήφθη στις 28.1.2009. Δηλαδή η εγγύηση αφορούσε χρέος που προϋπήρχε του διατάγματος παραλαβής.
Επομένως το ερώτημα που αναδύεται στην παρούσα είναι το κατά πόσο ο εγγυητής ως αποκατασταθείς πτωχεύσας συνεχίζει να είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
Κρίσιμες εν προκειμένω είναι οι διατάξεις του περί πτωχεύσεως Νόμου ως ίσχυαν κατά τον χρόνο της αποκατάστασης. Το άρθρο 27Α του περί πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 ορίζει το ποια χρέη συνεχίζουν να βαρύνουν των αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα. Ειδικότερα το άρθρο 27(Α) (8) του Κεφαλαίου 5, ορίζει τα ακόλουθα:
«Νοείται ότι, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα δεν απαλλάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο, από τα χρέη τα οποία προκύπτουν από:
(α) Φόρο, τέλος ή άλλη χρέωση παρόμοιας φύσης ή υποχρεώσεις οφειλόμενες ή καταβλητέες στη Δημοκρατία·
(β) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και οποιωνδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται·
(γ) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάμει του περί Κοινοτήτων Νόμου και οποιωνδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται·
(δ) οποιαδήποτε χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από διάταγμα διατροφής·
(ε) οποιαδήποτε χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστική απόφαση για αποζημίωση οποιουδήποτε προσώπου για θάνατο ή σωματική βλάβη συνεπεία αστικού αδικήματος του χρεώστη·
(στ) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δάνειο ή επίδειξη ανοχής στην ανάκτηση οφειλών που προκύπτουν από δάνειο, το οποίο εξασφαλίστηκε μέσω απάτης, κατάχρησης, υπεξαίρεσης ή δόλιας παραβίασης της εμπιστοσύνης·
(ζ) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστικό διάταγμα ή απόφαση δυνάμει του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου ή από απόφαση Δικαστηρίου με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε χρηματική ποινή λόγω καταδίκης για ποινικό αδίκημα·
(η) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση που πηγάζει από οφειλόμενους μισθούς σε μισθωτούς του πτωχεύσαντα.»
Το πιο πάνω άρθρο ορίζει με σαφήνεια και με περιοριστικό τρόπο το για ποια χρέη δεν απαλλάσσεται ο αυτοδικαίως αποκατασταθείς πτωχεύσας. Σε αυτά δεν περιλαμβάνεται το χρέος από εγγύηση δανειακής σύμβασης γενικά. Επομένως, προκύπτει ότι η υποχρέωση που πηγάζει από σύμβαση εγγύησης αναφορικά με δάνειο που συνήφθη πριν την πτώχευση δεν συνεχίζει να υφίσταται μετά την αυτοδίκαιη αποκατάσταση. Αφ’ ης στιγμής η αυτοδίκαιη αποκατάσταση απαλλάσσει τον εγγυητή από την οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο χρέος, ο τελευταίος δεν μπορεί να λογίζεται ως εγγυητής ούτε ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Επίσης μετά την αυτοδίκαιη αποκατάσταση και την απαλλαγή της περιουσίας από το χρέος που αφορούσε η επίδικη εγγύηση δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση να επιδοθεί οποιαδήποτε ειδοποίηση στον επίσημο παραλήπτη ή στο τμήμα αφερεγγυότητας.
Συνεπώς η μη επίδοση οποιασδήποτε ειδοποίησης, προς το πρόσωπο που στο παρελθόν εγγυήθηκε το χρέος, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε συνέπεια στην παρούσα διαδικασία.
Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω τη νομιμότητα της επίδοσης τη ειδοποίησης «ΙΑ» στον εφεσείοντα - πρωτοφειλέτη.
Ο τρόπος επίδοσης των ειδοποιήσεων καθορίζεται, επίσης, στο άρθρο 44ΙE, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:
«επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο.»
Η ερμηνεία των προνοιών της εν λόγω διάταξης έχει αποσαφηνιστεί τελεσίδικα στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα Πολιτική Έφεση 159/2021, ημερομηνίας 1.12.2023, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στην προκειμένη περίπτωση ο σκοπός του Νομοθέτη είναι ξεκάθαρος. Θέλησε να ιεραρχήσει τον τρόπο επίδοσης, δίδοντας επιτακτικό προβάδισμα στη συστημένη επιστολή. Μόνον όταν η επίδοση με αυτόν τον τρόπο είναι ανέφικτη, διανοίγεται ο δρόμος εναλλακτικά για ιδιωτική επίδοση, συμφώνως των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης, κατόπιν βεβαία σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου.»
Επιπλέον, λέχθηκαν και τα ακόλουθα ως προς τη δέουσα διαδικασία επίδοσης:
«Ενόψει των πιο πάνω κρίνουμε ότι η εφεσείουσα όφειλε να επιχειρήσει να επιδώσει την επίμαχη ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» με συστημένη επιστολή και μόνον αν τούτο ήταν ανέφικτο να προχωρήσει με τη διαδικασία της ιδιωτικής επίδοσης. Την υποχρέωση επίδοσης της ειδοποίησης τη φέρει ασφαλώς ο ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος συνακόλουθα φέρει και το βάρος να αποδείξει το «ανέφικτο» της δια Νόμου επιβαλλόμενης μεθόδου επίδοσης. Στην προκειμένη περίπτωση κανένα τέτοιο στοιχείο προσκομίστηκε από πλευράς εφεσείουσας.»
Προκύπτει, συνεπώς, ότι η καθ’ ης αίτηση όφειλε να επιχειρήσει πρώτα να επιδώσει την επιστολή τύπου «ΙΑ» προς τον πρωτοφειλέτη - εφεσείοντα με συστημένη επιστολή. Μόνο εάν ο τρόπος αυτός ήταν η ανέφικτος, θα μπορούσε να προχωρήσει με ιδιωτική επίδοση. Το βάρος να αποδείξει ότι ήταν ανέφικτη η επίδοση με συστημένη επιστολή το φέρει η καθ’ ης η αίτηση. Μάλιστα η ιεράρχηση του Νόμου είναι επιτακτική.
Στην υπό κρίση υπόθεση τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» στον εφεσείοντα δεν αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Η επίδικη επιστολή τύπου «ΙΑ» ταχυδρομήθηκε προς τον αιτητή στις 26.3.2026. Την ίδια μέρα επιδόθηκε μέσω ιδιώτη επιδότη. Εν τέλει στις 20.4.2026. παραλήφθηκε από το ταχυδρομείο.
Είναι λοιπόν προφανές ότι όντως η εφεσίβλητη προχώρησε σε επίδοση προτού διαφανεί ότι είναι ανέφικτη η παράδοση με συστημένο ταχυδρομείο. Όμως στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται μια ουσιώδης λεπτομέρεια, η συστημένη επιστολή παραλήφθηκε από τον αιτητή.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι το κατά πόσο η εν λόγω επίδοση, υπό τα πιο πάνω δεδομένα, είναι νομότυπη.
Κατ’ αρχάς σημειώνω ότι στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παντέλα (ανωτέρω) δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί τα στοιχεία εκείνα που δυνατό να δεικνύουν το ανέφικτο της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο.
Παράλληλα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, κρίσιμος δεν μπορεί να είναι άλλος από τον χρόνο που επιτεύχθηκε η ιδιωτική επίδοση. Άλλωστε, υφίσταται η γενική αρχή ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά τον χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος (βλ. Δημητρίου Ανδρέας, άλλως Ανδρέας Δημητρίου Στυλιανού ν. Αικατερίνης Δημητρίου (2012) 1 ΑΑΔ 834). Κατ’ αναλογία της γενικότερης αυτής αρχής μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι κρίσιμος για το δίκαιο είναι ο χρόνος λήψης ενός διαβήματος ή ενέργειας. Επομένως, κατ’ αναλογία και πάλι της πιο πάνω αρχής το εάν είναι εφικτή ή όχι η επίδοση με συστημένο ταχυδρομείο πρέπει να κρίνεται με αναφορά στον χρόνο που επιχειρήθηκε η ιδιωτική επίδοση. Ο χρόνος λήψης του διαβήματος είναι ο κρίσιμος χρόνος στον οποίο θα πρέπει να υφίσταται μαρτυρία ως προς το ανέφικτο της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο.
Επίσης, όπως προκύπτει από την νομολογία, η επίδοση δια συστημένης επιστολής έχει επιτακτική προτεραιότητα. Ο νομοθέτης δεν εξάρτησε την δυνατότητα επίδοσης με την απλή ταχυδρόμηση, ώστε ανεξάρτητα από το εφικτό ή όχι της παράδοσής της να είναι επιτρεπτή η δρομολόγηση της διαδικασίας ιδιωτικής επίδοσης. Διαφορετικά θα μπορούσε κάποιος διάδικος να προέβαινε σε ταχυδρόμηση και χωρίς να αναμένει το αποτέλεσμα να προχωρεί με ιδιωτική επίδοση. Εάν γίνει δεκτό ότι εκκρεμούσης της επίδοσης με συστημένη επιστολή μπορεί να δρομολογηθεί ή να επιτευχθεί έγκυρη ιδιωτική επίδοση τότε καταστρατηγείται η ιεράρχηση του νομοθέτη. Άλλωστε, πώς θα ήταν δυνατόν να γίνεται σεβαστή η εκ του νόμου προτεραιότητα, όταν ταυτόχρονα ή χωρίς να γίνει γνωστό το αποτέλεσμα της διαδικασίας που προηγείται, ακολουθείται ή δρομολογείται ο εναλλακτικός τρόπος.
Συνεπώς η επίδοση με ιδιώτη επιδότη δεν είναι σύννομη. Tο επόμενο λογικό ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά ποσό το μη νομότυπο της ιδιωτικής επίδοσης μολύνει την όλη διαδικασία ή καθιστά και την επίδοση με συστημένο ταχυδρομείο παράτυπη. Με αλλά λογία το κατά πόσο, η πρωτοβουλία της εφεσίβλητης να επιδώσει δια ιδιωτικής επίδοσης καθιστά και την επίδοση δια συστημένου ταχυδρομείου παράτυπη ή άκυρη ή αντίθετη με τον Νόμο.
Στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται μια ουσιώδης διαφοροποίηση από άλλες υποθέσεις που επιχειρείται η ιδιωτική επίδοση πριν διαφανεί ότι όντως ήταν ανέφικτο να παραδοθεί η ειδοποίηση με ταχυδρόμηση. Στις εν λόγω περιπτώσεις η μοναδική επίδοση είναι αυτή της ιδιωτικής επίδοσης η οποία γίνεται κατά παράβαση της επιτακτικής ιεράρχησης του Νόμου. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση η επιστολή τύπου «ΙΑ» παραδόθηκε με συστημένη επιστολή.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ότι δεν επιτεύχθηκε δέουσα επίδοση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ». Ουσιαστικά με την εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα, καλείται το Δικαστήριο να παραγνωρίσει το πιο πάνω δεδομένο δίνοντας μια ιδιαίτερα αυστηρή ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανόνα.
Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου υιοθέτηση μια τέτοιας προσέγγισης θα παραγνώριζε το ουσιώδες, ότι δηλαδή η επίδοση με ταχυδρόμηση επιτεύχθηκε και επομένως το ζητούμενο της επιτακτικής ιεράρχησης του Νόμου επιτεύχθηκε. Το εάν έγινε κάποιο διάβημα εκ του περισσού ή παράτυπα δεν μπορεί να μολύνει το σύνολο της διαδικασίας ή να καταστήσει τη επίδοση που επιτεύχθηκε με συστημένο ταχυδρομείο άκυρη. Αντίθετη προσέγγιση κατά την κρίση μου θα συνιστούσε υπέρμετρη προσκόλληση στον τύπο. Όμως, ως έχει κριθεί πρόσφατα από το ΕΔΑΔ η υπερβολική τυπολατρία είναι ασύμβατη με την ΕΣΔΑ. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αραβαντινός ν. Ελλάδας 3922/19, 5.5.2026 και στην Zubac v. Croatia application 40160/12, 5.4.2018 para 80 – 86.
Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδικη ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» έχει δεόντως επιδοθεί στον εφεσειόντα.
Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη προχωρώ να εξετάσω τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα εν σχέση με το εάν ξεκίνησε να προσμετρά η προθεσμία για την εξόφληση από τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Η πιο πάνω εισήγηση εδράζεται σε δυο πυλώνες. Πρώτον στο ότι δεν επιδόθηκε η ειδοποίηση τύπου «Ι» στο εγγυητή και δεύτερον ότι δεν επιδόθηκε δεόντως. Αμφότερες οι εισηγήσεις έχουν ως νομική βάση τις εισηγήσεις του κ. Μάρκου αναφορικά με την επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ».
Αρχίζοντας από το ζήτημα της επίδοσης στο πρόσωπο που εγγυήθηκε το χρέος εφαρμόζονται τα όσα κρίθηκαν ανωτέρω περί το ότι τελικά το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Επομένως το πρώτο σκέλος δεν μπορεί να επιτύχει.
Ως προς το ζήτημα της νομότυπης επίδοσης της ειδοποίησης τύπου «Ι» τα γεγονότα έχουν ως εξής. Η ειδοποίηση τύπου «Ι» είναι ημερομηνίας 20.6.2025. Δόθηκε προς επίδοση στις 27.6.2025 μέσω ταχυδρομείου. Στις 30.6.2025 επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη. Στις 26.7.2025 παραλήφθηκε από τον αιτητή μέσω ταχυδρομείου.
Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου «Ι» δεν ήταν νομότυπη και ως εκ τούτου δεν ξεκίνησε η προθεσμία εξόφλησης.
Είναι προφανές ότι εγείρεται το ίδιο ζήτημα με την επίδοση της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Για σκοπούς άσκοπων επαναλήψεων επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα πιο πάνω και καταλήγω ότι η ιδιωτική επίδοση ήταν παράτυπη. Όμως, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το ότι η επιστολή με συστημένο ταχυδρομείο έγινε επιτυχώς. Επομένως ο σκοπός του Νόμου επιτεύχθηκε. Συνακόλουθά, για τους λόγους που ανέπτυξα ανωτέρω, δεν μπορώ να καταλήξω ότι η επίδοση της ειδοποίησης τύπου «Ι» με συστημένο ταχυδρομείο ήταν παράτυπη.
Εφόσον η παράδοση της ειδοποίησης τύπου «Ι» με συστημένο ταχυδρομείο ήταν έγκυρη τότε ο χρόνο εξόφλησης ξεκίνησε να προσμετρά από την επίδοση αυτής με ταχυδρομείο ήτοι από 26.7.2025.
Υπό το φως των πιο πάνω οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης δεν μπορούν να επιτύχουν.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης – καθ’ ης η αίτηση, ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)……………….……….…….
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο