Andreas P. Ioannou Ltd ν. Κυριάκου Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 05/2026, 30/6/2026
print
Τίτλος:
Andreas P. Ioannou Ltd ν. Κυριάκου Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 05/2026, 30/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής:  05/2026

 

Μεταξύ:

 

 

Andreas P. Ioannou Ltd

 

ενάγουσας

 

-και-

 

  1. Κυριάκου Παναγή
  2. Σβετλάνας Παναγή

 

εναγομένων

 

 

Αίτηση  ημερομηνίας, 29.1.2026, για έκδοση συνοπτικής απόφασης

 

Ημερομηνία : 30.6.2026    

 

Εμφανίσεις :

 

Για ενάγουσα - αιτήτρια : κα. Π. Δανιήλ για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε.

Για εναγόμενους – καθ’ ων η αίτηση: κα Ε. Χριστοφορίδου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

                                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

 

Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση ημερομηνίας 29.1.2026, με την οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης αναφορικά με το σκέλος της απαίτησης που αφορά την άρση της κατ’ ισχυρισμό παράνομης επέμβασης και την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα. Σημειώνεται ότι η απαίτηση, ως έχει καταχωρηθεί, περιλαμβάνει και αξιώσεις για αποζημιώσεις και αξίωση για απόδοση ενδιάμεσων οφελών. Όμως με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η έκδοση διαταγμάτων ως προς την κατ’ ισχυρισμό παράνομη επέμβαση.

Η αίτηση εδράζεται στους νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στο Μέρος 1, στο Μέρος 2, στο Μέρος 3, στο Μέρος 15 και στο Μέρος 16, στο Μέρος 23, στο Μέρος 24.1 – 24.7, Μέρος 25, Μέρος 32, Μέρος 39, Μέρος 52 καθώς και στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, στην Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, επί των Κανόνων Επιείκειας και του Κοινού Δικαίου καθώς και επί των συμφυών και πρακτικών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί της διακριτικής ευχέρειας του.

Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ιωάννου ενός εκ των διευθυντών της ενάγουσας. Στην ένορκή του δήλωση ο ομνύων αναφέρθηκε. στο γεγονός της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 22.12.2023, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, η ενάγουσα απέκτησε από τον εναγόμενο 1 το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην αλληλογραφία μεταξύ των μερών, διά της οποίας η ενάγουσα αξίωνε την παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου. Ήταν η θέση του οι εναγόμενοι ουδεμία προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης έχουν και ότι δεν υφίσταται επιτακτικός λόγος για τον οποίο η παρούσα θα πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση.

Οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, στην οποία προβάλλονται 13 λόγοι ένστασης.  Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, στο ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν καλόπιστη και εύλογη υπεράσπιση, τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης θα παραβιάζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς επίσης και στο ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2. Η ομνύουσα, στην ένορκή της δήλωση, αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω αναφέρεται στα γεγονότα υπό τα οποία η ίδια είναι κάτοχος του επίδικου διαμερίσματος. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ο σύζυγός της εναγόμενος 1 ήταν ο νόμιμος ιδιοκτήτης του εν λόγω διαμερίσματος. Η ίδια εγκαταστάθηκε σε αυτό από το 1999 και έκτοτε διαμένει εκεί. Αρχικά διέμενε με τον εναγόμενο 1. Περαιτέρω αναφέρθηκε στα γεγονότα της διακοπής της παροχής ρεύματος στο επίδικο διαμέρισμα και στη συνακόλουθη  καταχώρηση της αγωγής προς επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος.   

Η πλευρά της ενάγουσας στις 8.4.2026, καταχώρησε συμπληρωματική μαρτυρία διαμέσω ένορκης δήλωσης του διευθυντή της Α. Ιωάννου. Σε αυτήν ο ομνύων αναπτύσσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί έλλειψης υπεράσπισης των εναγομένων και ανυπαρξίας λόγου που πρέπει να οδηγηθεί η παρούσα διαφορά σε ακρόαση. Αναφέρθηκε, επίσης, στην ύπαρξη της αγωγής 210/2025, η οποία κατά τη θέση του αφορά δυο διακριτά θέματα. Κατά τον ομνύοντα τα επίδικα θέμα της αγωγής 210/2025  είναι διακριτά και περιορίζονται στο ζήτημα της παροχής ρεύματος στο επίδικο υποστατικό.

 

Διαδικασία γεγονότα

 

Σύμφωνα με τους κανονισμούς 24.4 και 24.5 των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας προκύπτει ότι η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα είναι γραπτή. Παράλληλα προβλέπεται και δυνατότητα καταχώρισης απαντητικής γραπτής μαρτυρίας. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνοντα στο φάκελο της διαδικασίας το Δικαστήριο θα βασιστεί στη γραπτή μαρτυρία που καταχωρήθηκε από τους διαδίκους. 

 

Περαιτέρω, για σκοπούς της παρούσας και για τη διακρίβωση των γεγονότων που συγκροτούν την παρούσα έχω διεξέλθει τκαι ο φάκελο της υπόθεσης. Ως προ τη σχετική δυνατότητα παραπέμπω στην απόφαση Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ.1) (1999) 1 ΑΑΔ 956.

 

Από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν εναντίον της ενάγουσας και της ΑΗΚ την αγωγή 210/2025. Στην εν λόγω αγωγή, με το αιτητικό Γ αυτής, αξίωναν από την ενάγουσα όπως μην παρεμποδίζει την είσοδο στο επίδικο ακίνητο στην εδώ εναγόμενη 2 και να μην αποκόπτει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής, στις 17.10.2025,  καταχωρήθηκε ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξιωνόταν στο αιτητικό Γ αυτής ενδιάμεσο διάταγμα με ταυτόσημο περιεχόμενο με το αιτητικό Γ της αγωγής. Επίσης με το αιτητικό Β της ενδιάμεσης αίτησης ζητείτο διάταγμα ως προς την επανασύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος προς το επίδικο υποστατικό.

 

Επιπλέον, κατά την ακρόαση δηλώθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα ως παραδεκτά:

 

«Στις 18/05/26 το μονομερές διάταγμα ημερομηνίας 22/10/25, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 210/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, και το όποιο περιλαμβάνεται στην δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 6 επί της ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, έχει καταστεί απόλυτο με τον όρο ότι θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Το διάταγμα αφορούσε τα αιτητικά Β & Γ της αίτησης.»

 

Επιπροσθέτως, δεν αμφισβητείται ότι η ενάγουσα είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και κατέχει προς τούτο σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, στην παρούσα δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η ενάγουσα στις 18.10.2024 κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακίνητου. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι περί τις 3.12.2024 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή απαίτησης, προς του εναγόμενους, για παράδοση της κατοχής.

 

Τέλος, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες και ικανές αγορεύσεις, προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων,  θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, όπου κριθεί αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης.

 

Νομική πτυχή

 

Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα στον κανονισμό 24.2:

 

«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν: (α) κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη

 

Από το λεκτικό της πιο πάνω δικονομικής διάταξης προκύπτει ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένου πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δύο στοιχεία ήτοι ότι,  (α) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και (β), δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Στο πλαίσιο της διαδικασίας δυνάμει του Μέρους 24, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:

 

«(α)     απόφαση επί της απαίτησης,

(β)       διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),

(γ)       απόρριψη της αίτησης,

(δ)       διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.»

 

Επίσης, είναι σαφές από το λεκτικό του σχετικού κανονισμού ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση επί συγκειμένου ζητήματος και μόνο. Άλλωστε, διαχρονικά γινόταν δεκτό ότι μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για μέρος της απαίτησης και μόνο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Καμένος κ.ά. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, (2014) 1 ΑΑΔ 1812. Ιδίως ως προς την αξίωση διατάγματος έξωσης και διαφυγόντων κερδών σχετική είναι η απόφαση Mukhtar Mohamed Al Nwil  v. Maremonte Investements Ltd, Πολιτική Έφεση Ε205/2017, ημερομηνίας 9.1.2024. Επομένως, στην παρούσα, παρόλο που με την απαίτηση αξιώνονται και αποζημιώσεις, ορθά η υπό κρίση αίτηση περιορίζεται μόνο στο ζήτημα της κατ’ ισχυρισμό παράνομης επέμβασης.

 

Ως προς το ειδικότερο θέμα των προϋποθέσεων έκδοσης συνοπτικής απόφασης ιδιαίτερα καθοδηγητικές είναι οι πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις, Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, Πολιτική Έφεση. Ε86/25, ημερομηνίας 11.2.2026 και Παναγή κ.ά ν. Γεωργίου Πολιτική Έφεση  E26/2025, ημερομηνίας 27.3.2026 όπου έχουν υιοθετηθεί σε μεγάλο βαθμό οι αρχές που ισχύουν στην Αγγλία ως προς την  ερμηνεία του πανομοιότυπου Rule 24.2, CPR.

 

Ως προς τη σχέση μεταξύ της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης και του πρωταρχικού σκοπού διαφωτιστική είναι η απόφαση Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, (ανωτέρω), όπου με παραπομπή στην απόφαση Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«πολύ σημαντικό για σκοπούς υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού (overriding objective), το Δικαστήριο σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έτσι αποφεύγεται η χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν ωφελεί κανένα σκοπό και εξυπηρετείται επιπλέον το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης με την σύντομη επίλυση διαφορών στις οποίες καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει επιτατικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης, στις κατάλληλες περιπτώσεις, είναι μέτρο που εξυπηρετεί τον πρωταρχικό σκοπό των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας και υπηρετεί το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σταχυολογούνται στην υπόθεση Διογένους (ανωτέρω) ως ακολούθως:

 

«1. Tο Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει εάν ο αιτητής έχει ρεαλιστικές (realistic) και όχι φανταστικές (fanciful) πιθανότητες επιτυχίας (Swain vHillman [2001] 1 All E.R. 91).

2.    Μια ρεαλιστική αξίωση είναι αυτή που φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (some degree of conviction). Αυτό σημαίνει πως μια αξίωση είναι κάτι παραπάνω από απλώς συζητήσιμη (ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472).

3.    Κατά την εξαγωγή του συμπεράσματος του, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διεξάγει μια «μίνι δίκη» (mini-trial) (Swain v Hillman ανωτέρω).

4.    Αυτό δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποδέχεται τοις μετρητοίς (at face) και χωρίς ανάλυση, τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στη γραπτή  μαρτυρία του αιτητή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστική βάση στους ισχυρισμούς που διατυπώνονται από τον αιτητή, ιδιαίτερα όταν αυτοί έρχονται σε αντίθεση με άλλη γραπτή μαρτυρία (ED & F Man Liquid Products v Patel, ανωτέρω). 

5.    Εντούτοις, κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αλλά και τα στοιχεία που λογικά αναμένεται να είναι διαθέσιμα στη δίκη (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550).

6.    Παρόλο που κατά τη διάρκεια της δίκης ενδεχομένως να προκύψει ότι μια υπόθεση δεν ήταν πραγματικά περίπλοκη,  αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφασίζεται χωρίς πλήρη διερεύνηση των περιστατικών κατά τη διάρκεια της κανονικής δίκης, έστω και αν αυτό δεν είναι δυνατόν ή επιτρεπτό στη διαδικασία αίτησης για συνοπτική απόφαση. Έτσι, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι διστακτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, ακόμη και όταν κατά την εξέταση της αίτησης δεν προκύπτει εμφανής διαφωνία για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όταν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως η περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων θα μπορούσε να προσθέσει ή να τροποποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο Δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα της υπόθεσης σε κανονική δίκη (Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63).

7.    Από την άλλη, δεν είναι ασύνηθες μια αίτηση με βάση το Μέρος 24 να εγείρει ένα απλό νομικό ή ερμηνευτικό ζήτημα και, εφόσον το δικαστήριο πεισθεί ότι έχει ενώπιον του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ορθή επίλυση του ζητήματος και ότι οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να επιχειρηματολογήσουν επί τούτου, τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να αποφασίσει την υπόθεση. Ο λόγος είναι πολύ απλός.  Εάν η υπόθεση του καθ' ου η αίτηση είναι πολύ κακή (bad in law) στην πραγματικότητα δεν θα έχει καμιά προοπτική να ευδοκιμήσει στην αξίωση του ή να υπερασπιστεί επιτυχώς στην αγωγή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση. Ομοίως, εάν η υπόθεση του αιτητή δεν έχει καλή νομική βάση, όσο πιο γρήγορα αποφασιστεί, τόσο το καλύτερο.

Εάν είναι δυνατόν να καταδειχθεί με αποδεικτικά στοιχεία ότι, παρόλο που το Δικαστήριο δεν έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του υλικό με τη μορφή εγγράφων ή προφορικών αποδεικτικών στοιχείων που θα έθεταν τα έγγραφα υπό άλλο πρίσμα, το υλικό αυτό είναι πιθανό να υπάρχει και να αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμο στη δίκη, θα ήταν λάθος να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, διότι θα υπήρχε πραγματική,  σε αντίθεση με μια φανταστική προοπτική επιτυχίας του καθ' ου η αίτηση. Ωστόσο, δεν αρκεί απλώς να υποστηριχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή μπορεί να προκύψει κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει την υπόθεση του καθ' ου η αίτηση σε κανονική δίκη (ICI Chemicals & Polymers Ltd κατά TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725).»

 

Οι ίδιες αρχές αποτυπώνονται και στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.2 και στην απόφαση Amersi v. Leslie [2023] EWHC 1368 (KB), παράγραφος 142.

 

Από τα πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο όρος πραγματική προοπτική επιτυχίας σημαίνει κάτι περισσότερο από την προβολή συζητήσιμης υπόθεσης και πρέπει να παρουσιάζονται επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να εγείρεται μια πραγματική προοπτική αντίθετης από του ενάγοντα υπόθεσης. Το πιο πάνω στοιχείο εξετάζεται με αναφορά τόσο στα στοιχεία που είναι γνωστά κατά τον χρόνο ακρόασης και όσο και στο αν υπάρχει πραγματική προοπτική να προκύψει κάποια πρόσθετη υποστήριξη για την υπόθεση του  ενιστάμενου μέρους, εάν η υπόθεση ακολουθήσει την κανονική διαδικαστική οδό. Μόνο όταν το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι το διάδικο μέρος δεν έχει πραγματικές προοπτικές και ως προς τα δύο αυτά ζητήματα, η χρήση της κανονικής διαδικασίας θεωρείται ότι θα  ήταν σπατάλη.

 

Ως προς την ερμηνεία του όρου «επιτακτικός λόγος» και τον σκοπό (ratio) που επιτελεί, διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση Commerz Real Investmentgesellschaft MBH v. TFS Stores Ltd [2021] EWHC 863, para 17, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«I have doubts about whether the authorities dealing with RSC Order 14 are a reliable guide to the proper approach to the application of the second limb of CPR rule 24.2, bearing in mind the significant difference between the two rules and the requirements of the Overriding Objective. It seems to me that adding the word "compelling" was clearly intended to limit the very wide discretion under the RSC. »

 

Εξάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι ανάγκη για κατάδειξη επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση σκοπό έχει να περιορίσει τη σχετική ευρεία διακριτική ευχέρεια που είχε το Δικαστήριο υπό τους προηγούμενους θεσμούς. Είναι επίσης σαφές ότι επαφίεται ένα επιπλέον βάρος στον αιτητή με την προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται ή με τον προσδιορισμό της γραπτής του μαρτυρίας, προκειμένου ο ίδιος να αποδείξει όχι μόνο την υπόθεση του αλλά και το ότι ο καθ' ου δεν έχει προοπτικές επιτυχίας.

 

Ως προς τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του βάρους απόδειξης παραπέμπω στο σύγγραμμα White Book 2025, Section A - Civil Procedure Rules 1998, Part 24 - Summary Judgment. Para.24.3.3, όπου καταγράφονται τα εξής σημαντικά:

 

«If an applicant for summary judgment adduces credible evidence in support of the application, the respondent then comes under an evidential burden to prove some real prospect of success or other reason for having a trial: Sainsbury’s Supermarkets Ltd v Condek Holdings Ltd (formerly Condek Ltd) [2014] EWHC 2016 (TCC) at [13]. A respondent to a summary judgment application who claims that further evidence will be available at trial must serve evidence substantiating that claim.»

 

Η ίδια αρχή έχει υιοθετηθεί και στη κυπριακή νομολογία. Όπως συνοψίζεται εύστοχα στην υπόθεση Παναγή ν. Γεωργίου (ανωτέρω):

 

«o αιτητής σε αίτηση για συνοπτική απόφαση οφείλει  να παρουσιάσει γραπτή μαρτυρία με την οποία να αποδείξει τόσο ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης του, όσο και ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει «πραγματική προοπτική επιτυχίας» επί της απαίτησης ή υπεράσπισης. Aφού ο αιτητής, με αξιόπιστη μαρτυρία, αποσείσει το βάρος ότι δικαιολογείται η πεποίθηση του πως ο καθ' ου δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, το βάρος εναποτίθεται πλέον στον καθ' ου η αίτηση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της απαίτησης ή υπεράσπισης του, ή την ύπαρξη κάποιου άλλου επιτακτικού λόγου για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να προχωρήσει σε δίκη.»

 

Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι στις περιπτώσεις που ο αιτητής καταφέρνει να αποδείξει τόσο ότι διατηρεί ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης του, όσο και το ότι υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματικές προοπτικές επιτυχίας και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης, το βάρος μετατίθεται στον καθ' ου η αίτηση να δείξει ότι διατηρεί πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή υφίσταται άλλος επιτακτικός λόγος η υπόθεση να προχωρήσει με ακρόαση.

 

Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην απόφαση Παναγή ν. Γεωργίου (ανωτέρω), η  υπεράσπιση που επιθυμεί εναγόμενος - καθ' ου να προωθήσει πρέπει να έχει κάποιο βαθμό πειστικότητας, δηλαδή κάτι πέραν του να είναι απλώς συζητήσιμη όπως ίσχυε με βάση την παλιά Δ.18.  

 

Ωστόσο, η πιο πάνω υποχρέωση δεν πρέπει να καταργεί την ευρύτερη αρχή ότι συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο σε καθαρές υποθέσεις, και κατόπιν απόδειξης των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο Μέρος 24, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο στον οποίο θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Διογένους κ.ά. ν. Orogeorgio Jewellery Limited, (ανωτέρω).

  

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τα εγειρόμενα ζητήματα.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση η αξίωση της ενάγουσας θεμελιώνεται στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης. Σημειώνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του   επίδικου ακινήτου.

Όπως έχει συνοψιστεί στην πρόσφατη απόφαση Έπαρχος Πάφου ν. Αντώνη Σιβιτανίδη Πολιτική Έφεση 54/19, ημερομηνία 9.7.2025, ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου μπορεί να ενάγει για το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, όταν η επέμβαση προσλαμβάνει μόνιμο χαρακτήρα. Περαιτέρω ως προς την δυνατότητα του νόμιμου ιδιοκτήτη να εναγάγει για παράνομη επέμβαση διαφωτιστική είναι η απόφαση Adamou v. Christofi (1974) 1 CLR 100, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«There is no doubt that a de facto possession gives a right to retain the possession and undisputed enjoyment as against all wrong-doers, except the lawful owner».

Η ίδια αρχή αποτυπώνεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 22nd Ed., παράγραφος 19-17, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

«A person claiming as against the true owner cannot be said to have possession unless the true owner has been dispossessed. »

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο νόμιμος ιδιοκτήτης μπορεί να εναγάγει για παράνομη επέμβαση ακόμα και εάν δεν έχει την de facto κατοχή, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η επέμβαση προσλαμβάνει μόνιμο χαρακτήρα. Αντίθετα ο de facto κάτοχος δεν μπορεί να εναγάγει τον νόμιμο ιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση ούτε να αντιτάξει το γεγονός της κατοχής έναντι του νόμιμου ιδιοκτήτη.

 

Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η ενάγουσα ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και αδιαμφισβήτητη νόμιμη ιδιοκτήτης του ακινήτου έχει δικαίωμα να ανακτήσει αυτό. Αντίθετα,  η de facto κάτοχος δεν μπορεί να αντιτάξει το δικό της δικαίωμα κατοχής  έναντι του ιδιοκτήτη.

 

Αφ’ ης στιγμής η εναγόμενη δεν μπορεί να αντιτάξει το ότι είναι κάτοχος έναντι της ενάγουσας, είναι αυτόδηλο ότι η ενάγουσα απέδειξε ότι διατηρεί ρεαλιστική πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης της και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν  πραγματικές προοπτικές επιτυχίας καθώς και ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος για τη διεξαγωγή δίκης.

 

Συνεπώς, κρίνω ότι η ενάγουσα απέσεισε το βάρος που την βαρύνει και πλέον αυτό έχει μετατεθεί στους εναγόμενους να αποδείξουν ότι διατηρούν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή ότι υφίσταται άλλος επιτακτικός λόγος που να επιβάλλει τη διεξαγωγή δίκης.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση η υπερασπιστική γραμμή των εναγόμενων αναπτύσσεται σε τρείς άξονες. Ειδικότερα, η εναγόμενη 2 στην ένορκη δήλωση της ανέπτυξε τη θέση ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, ότι η ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς να προωθεί την παρούσα και ότι υφίσταται εξ υπαγωγής εμπίστευμα.

 

Ξεκινώ με την εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης, αφού η κατάληξη σε αυτό δυνατόν να επιλύει ολοκληρωτικά το ζήτημα στην παρούσα.

 

Ο ισχυρισμός περί κατάχρησης εδράζεται στο γεγονός της ύπαρξης της αγωγής 210/2025, η οποία εγέρθηκε από την εναγόμενη 2 στην παρούσα και στρέφεται εναντίον της ενάγουσας και της ΑΗΚ. Η εν λόγω αγωγή προηγείται χρονικά της παρούσας. Αιχμή του δόρατος της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγομένων αποτέλεσε το ότι στην αγωγή 210/2025 εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα που απαγόρευε στην εδώ ενάγουσα να αποκλείει ή να παρεμποδίζει με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε πρόσωπο την είσοδο στο επίδικο υποστατικό. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων το πιο πάνω στοιχείο δεικνύει ότι έστω προσωρινά αναγνωρίζεται πως οι εναγόμενοι διατηρούν νόμιμο δικαίωμα κατοχής και χρήσης του ακινήτου.

 

Με βάση το πιο πάνω δεδομένο η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε ότι υφίσταται κατάχρηση, αφού σύμφωνα με την ίδια ελλοχεύει ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων.

 

Σαφώς, μια από τις κλασσικές μορφές  κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι η υιοθέτηση από ένα διάδικο, παράλληλων ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιων σκοπών. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση  Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 ΑΑΔ 217. Όμως, η αρχή ότι η επιδίωξη με επάλληλες διαδικασίες του ίδιου σκοπού δεν είναι επιτρεπτή, έχει στον πυρήνα της την αρχή ότι μια τέτοια ενέργεια στρέφεται κατά της αρχής της τελεσιδικίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, 2021, σελ.17. Επομένως, δεν είναι η οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία κατάχρηση, αλλά κατά κανόνα η διαδικασία που θέτει σε κίνδυνο την αρχής της τελεσιδικίας.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση οι δυο διαδικασίες δεν εγέρθηκαν από τον ίδιο διάδικο. Επίσης, δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο. Έναυσμα της αγωγής 210/2025 ήταν η αποσύνδεση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο ακίνητο. Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που επιδιώκεται η ανάκτηση ουσιαστικά της κατοχής από την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Συνεπώς δεν προκύπτει οι δυο διαδικασίες να έχουν παράλληλο σκοπό. Επίσης, η έκταση των επιδίκων θεμάτων στην αγωγή 210/2025 είναι στενότερη. H αγωγή 210/2025 αφορά την επέμβαση στην απόλαυση της περιουσίας.  Στην παρούσα αγωγή το ζήτημα έγκειται στην αξίωση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη να προχωρήσει με διάταγμα άρσης της επέμβασης εναντίον του προσώπου που το κατέχει.

 

Συνεπώς, δεν προκύπτει κατάχρηση.

 

Επιπλέον, η υπό κρίση υπόθεση αφορά την αξίωση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη να αξιώσει την άρση της επέμβασης από πρόσωπο που κατέχει εκ των πραγμάτων την ιδιοκτησία. Η επιλογή κάποιου διαδίκου να αποταθεί στη δικαιοσύνη προς λήψη θεραπείας ως προς την απόλαυση των δικαιωμάτων που του έχουν αναγνωριστεί από το δίκαιο δεν μπορεί να κριθεί ως κατάχρηση, αλλά ως η πεμπτουσία του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Άλλωστε, ως αναγνωρίζεται και από το ΕΔΑΔ, η παροχή της δυνατότητας προς έκαστο διάδικο να έχει αποτελεσματική ένδικη προστασία, προς διεκδίκηση των αστικών του δικαιωμάτων, αποτελεί θεμελιώδη πτυχή του κράτους δικαίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση ECtHR Běleš and Others v. the Czech Republic Νο. 47273/99, 12.11.2002, para.49. Περαιτέρω, το εν λόγω δικαίωμα θα πρέπει να είναι πρακτικό και αποτελεσματικό. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση ECtHR Bellet v. France, No. 23805/1994, 4.12.1995, para 36- 38.

Το να τεθεί το δικαίωμα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη σε αναμονή μέχρι την τελεσιδικία κάποιας αγωγής που ήγειρε ο αντίδικος του στο παρελθόν ουσιαστικά καθιστά το δικαίωμα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη θεωρητικό και στερεί από αυτόν την αποτελεσματική ένδικη προστασία. Συνεπώς και για αυτόν τον λόγο δεν μπορεί να κριθεί η παρούσα ως κατάχρηση της διαδικασίας.

Επιπροσθέτως, υφίσταται ακόμα μια διάσταση στο εξεταζόμενο ζήτημα. Οι διάδικοι στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης για οριστικοποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος στην αγωγή 210/2025, ρητά εξάρτησαν την ισχύ του εν λόγω διατάγματος με την παρούσα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη δήλωση των διαδίκων, η ισχύς του εν λόγω διατάγματος θα ήταν μέχρι αποπερατώσεως της παρούσας. Είναι σαφές από την πιο πάνω δήλωση ότι η αγωγή στο πλαίσιο της οποία θα επιλυόταν το θέμα της κατοχής του ακινήτου ήταν η παρούσα. Επομένως, δεν μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική κάποια δικαστική διαδικασία την οποία τα ίδια τα μέρη σε άλλη διαδικασία, με τη δήλωσή τους, εξάρτησαν την ισχύ ενδιάμεσου διατάγματος.

Περαιτέρω από τα πιο πάνω γεννάται το εύλογο ερώτημα του, πώς η εναγόμενη 2 στην παρούσα, αποδέχθηκε να εξαρτήσει την συνέχιση του διατάγματος στην προγενέστερη αγωγή με την εξέλιξη της παρούσας, εάν η παρούσα ήταν καταχρηστική. Είναι προφανές πως ο ισχυρισμός περί κατάχρησης συνιστά εκ των υστερών σκέψη. Αντίθετα και η εναγόμενη 2, δια της συμπεριφοράς της, αναγνώρισε ότι οι διαδικασίες δεν έχουν επάλληλο σκοπό και η παρούσα δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.

Συνακόλουθα ο ισχυρισμός περί κατάχρησης δεν μπορεί να επιτύχει και  δεν μπορεί να κριθεί ότι παρέχει έρεισμα σε απόρριψη της αίτησης.

 

Ως προς το ζήτημα το κωλύματος παρατηρώ τα ακόλουθα. Η πλευρά των εναγόμενων εγείρει τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα προέβη σε παράσταση προς τον εναγόμενο 1 ότι παρά τη μεταβίβαση του ακινήτου δεν θα ενοχλούσε την κατοχή των εναγόμενων. Η πιο πάνω θέση ουσιαστικά θέτει το ζήτημα της απόκτησης δικαιώματος κατοχής επί της περιουσίας της ενάγουσας δια προφορικής συμφωνίας.

 

Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα σημειώνω ότι στην κυπριακή έννομη τάξη, σύμφωνα με το άρθρο 4(1) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας (estate), συμφέρον, δικαίωμα, προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα εντός, επί ή υπεράνω οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας δεν υφίσταται ή δημιουργείται, αποκτάται ή μεταβιβάζεται παρά μόνο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού.

Ως προς το ειδικότερο ζήτημα απόκτησης δικαιώματος, δουλείας ή πλεονεκτήματος επί ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου σχετικό είναι το άρθρο 11 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«11.-(1) Κανένα δικαίωμα διόδου ή οποιοδήποτε προνόμιο, ελευθερία, δουλεία, ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή πλεονέκτημα δεν αποκτάται επί της ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου εκτός-

(α) δυνάμει παραχώρησης από τον κύριο αυτής δεόντως καταχωρισμένης στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου· ή

(β) όπου αυτό έχει ασκηθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο ή από εκείνους από τους οποίους αυτός λαμβάνει την αξίωση για πλήρη περίοδο τριάντα ετών αδιάλειπτα:

Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι ιδιοκτησία της Δημοκρατίας ή ιδιοκτησία που περιήλθε στη Δημοκρατία· ή

(γ) όπου αυτό αναγνωρίστηκε με απόφαση αρμόδιου Δικαστηρίου· ή

(δ) όπου αυτό απονεμήθηκε με φιρμάνι ή άλλο έγκυρο έγγραφο που καταρτίστηκε πριν από την 4η Ιουνίου, 1878, το οποίο έτυχε εφαρμογής από το χρόνο της κατάρτισης του· ή

(ε) όπου αυτό έχει αποκτηθεί δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Α· ή

(στ) όπου αυτό δημιουργήθηκε και αποκτήθηκε δυνάμει των διατάξεων του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 ή κάθε νόμου που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν· ή

(ζ) όπου αυτό επιφυλάχθηκε εγγράφως από τον κύριο οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας με τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας αυτής:

Νοείται ότι η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και στην περίπτωση που περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια που σχετίζεται με τη χρήση ή ανάπτυξη οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας ή με περιορισμό ως προς τη χρήση ή ανάπτυξη αυτής· ή

(η) όπου αυτό δημιουργείται με απόφαση του Διευθυντή για την εξασφάλιση διόδου σε περίκλειστο τεμάχιο, που προέρχεται από διαίρεση και διανομή, στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων των εδαφίων (1), (2) και (3) του άρθρου 29.

(2) Κανένα πρόσωπο δεν ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα διόδου ή οποιοδήποτε προνόμιο, ελευθερία, δουλεία ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ή πλεονέκτημα επί της ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου εκτός όταν αυτό-

(α) αποκτήθηκε όπως προνοείται στο εδάφιο (1) · ή

(β) ασκείται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου·

(γ) ασκείται δυνάμει έγγραφης άδειας από τον κύριο αυτής.»

 

Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι σύμφωνα με τον Νόμο δεν είναι νοητή η απόκτηση δικαιώματος δουλείας ή πλεονεκτήματος επί ακίνητης ιδιοκτησίας άλλου, μέσω προφορικής συμφωνίας. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν έχει βαθμό πειστικότητας, αφού και να γίνει δεκτό ότι έγινε τέτοια παράσταση, αυτή δεν μπορεί να έχει τις έννομες συνέπειες που εισηγούνται οι εναγόμενοι.

 

Βέβαια της πιο πάνω αρχής εξαιρούνται τα εξ υπαγωγής εμπιστεύματα ( βλ. Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη (1998) 1 AAΔ 521).

 

Η πιο πάνω διαπίστωση μας εισάγει στον τρίτο πυλώνα υπεράσπισης που εγείρεται από τους εναγόμενους, ο οποίος αφορά τον ισχυρισμό περί ύπαρξης εξ υπαγωγής εμπιστεύματος και περιουσιακού κωλύματος εκ μέρους της ενάγουσας για να αξιώνει την ανάκτηση της κατοχής. Το υπόβαθρο γεγονότων που υποστυλώνουν τον σχετικό ισχυρισμό βρίσκεται κυρίως στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Σύμφωνα με την εναγόμενη 2, είχε συμφωνηθεί μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου 1 ότι παρά την πώληση του ακινήτου  η ενάγουσα δεν θα ενοχλούσε τη διαμονή της εναγομένης 2 στο επίδικο ακίνητο. Επίσης, προέβαλε τη θέση ότι η εναγόμενη 2 συμφώνησε με τον σύζυγό της πως η ίδια θα πρόσεχε και θα συντηρούσε το επίδικο υποστατικό και ότι αυτό θα μεταβιβαζόταν σε αυτή και στα παιδία τους όταν τα τελευταία θα ενηλικιώνονταν. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποτελούν τη βάση των γεγονότων επί των οποίων ερείδονται οι σχετικές υπερασπίσεις.

 

Ως προς  τη δυνατότητα θεμελίωσης ύπαρξης εξ υπαγωγής εμπιστεύματος διαφωτιστική είναι η απόφαση Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου (1998) 1 Α.Α.Δ. 1551 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Τα απολήγοντα και τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law). Τα πρώτα δημιουργούνται ή λειτουργούν κατ' εξοχή στη βάση τεκμαιρώμενης από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης πρόθεσης. Τα δεύτερα επιβάλλονται εν όψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. Βλ.Underhill's Law of Trusts & Trustees, 13η έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 534 κ.επ. και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηροδότου Σταυρίδη, ανωτέρω). Με αναγνωρισμένη έκφανση τους στην περίπτωση κατά την οποία επιχειρείται η κατακράτηση περιουσίας για ίδιο όφελος με δόλια ή κατά συνείδηση απαράδεκτη εκμετάλλευση ή κατάχρηση νομοθετικών προνοιών ή άλλων θεμελιωδών αρχών δικαίου. Με αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση του Νόμου ως εργαλείου για καταδολίευση (Βλ. Rochefoucould v. Boustead [1987] 1 Ch. 196, Bannister v. Bannister [1948] 2 All E.R. 133, Hodgson v. Marks [1971] 2 All E.R. 684

 

Οι δε προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση περιουσιακού κωλύματος έχουν συνοψιστεί στην απόφαση Χρυσοστόμου ν. Φράγκου κ.ά. (2000) 1 ΑΑΔ 622, ως ακολούθως:

 

«Στοιχειώδη προϋπόθεση για την ύπαρξη, έστω, λόγου περί του κωλύματος αποτελεί η παράσταση εκ μέρους του ιδιοκτήτη της γης, προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωμάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση μπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία. Η εσφαλμένη εντύπωση του ιδιοκτήτη για τα όρια της ιδιοκτησίας του δεν παρέχει έρεισμα προς στοιχειοθέτηση δικαιώματος.»

 

Οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και στην απόφαση Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.ά. (2003) 1 (Α) ΑΑΔ 472. Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι οι εφεσίβλητοι όχι μόνον δεν συμπεριφέρθηκαν είτε με λόγια είτε με πράξεις προς τον εφεσείοντα κατά τρόπο που να τον ενθαρρύνει να αναλάβει κατοχή του διαμερίσματος αλλά αντίθετα του επέστησαν ρητά την προσοχή ότι δεν του αναγνώριζαν οποιαδήποτε δικαιώματα και συνεπακόλουθα ενίσταντο στην εκ μέρους του ανάληψη της κατοχής του διαμερίσματος. Συγκεκριμένα τέθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Οι εφεσίβλητοι 1, 2 και 3 ουδέποτε συμπεριφέρθηκαν προς τον εφεσείοντα καθ΄οιονδήποτε μη αποδεκτό στη συνείδηση (unconscionable) τρόπο. Όπως ορθά παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, από τη μαρτυρία που προσκόμισε ο εφεσείων προέκυψε ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης αγοράς του διαμερίσματος μεταξύ του και της εφεσίβλητης 5, στις 13.4.1979, δεν υπήρχε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ του και των εφεσιβλήτων 1, 2 και 3. Ούτε και ζήτησε ο εφεσείων τη συνυπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου από τους εφεσιβλήτους 1, 2 και 3.»

 

Στη βάση του πιο πάνω ευρήματος κρίθηκε ότι δεν δημιουργήθηκε ούτε εξ υπαγωγής εμπίστευμα ούτε ιδιοκτησιακό κώλυμα υπέρ του εφεσείοντος.

 

Περαιτέρω, ως προς τη δημιουργία εξ υπαγωγής εμπιστεύματος ιδιαίτερα σημαντική είναι και απόφαση στην υπόθεση  Xαραλαμπίδης ν. Γεωργίου Aνδρέα Kωνσταντίνου και Άλλου (1996) 1 ΑΑΔ 709, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Καταλήγουμε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση, ως εμπιστευματοδόχοι, να τηρήσουν τις υποχρεώσεις της πρώην ιδιοκτήτριας, εξασφαλίζοντας την άσκηση των συμβατικών δικαιωμάτων του εφεσείοντα για την κατοχή και νομή του κτήματος καθόλη τη διάρκεια της ενοικίασης. Ο εφεσείων εδικαιούτο να παρεμποδίσει τους εφεσίβλητους από κάθε επέμβαση στο κτήμα. Η απαίτησή του για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος απορρίφθηκε. Δεν παραμένει, όμως, χωρίς θεραπεία. Προκύπτει από την Tryfonides v. Alpan (Taki Bros) (1988) 1 C.L.R. 224, ότι, οποτεδήποτε η θεραπεία στην οποία δικαιούται ο διάδικος έχει καταστεί από τα γεγονότα ανέφικτη, (σ' εκείνη την περίπτωση διάταγμα ειδικής εκτέλεσης), παρέχεται εξουσία στο δικαστήριο να διατάξει την παροχή αποζημιώσεων, ως υποκατάστατου της θεραπείας η οποία κατέστη ατελέσφορη.»

Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι ο νέος ιδιοκτήτης ως εμπιστευματοδόχος έχει υποχρέωση να τηρεί τις υποχρεώσεις του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Μάλιστα σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση τυχόν ενοικιαστής που έλκει δικαίωμα κατοχής, δυνάμει ισχύουσας σύμβασης ενοικίασης με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα του έναντι του νέου ιδιοκτήτη και να παρεμποδίσει τον νέο ιδιοκτήτη από οποιαδήποτε επέμβαση στην κατοχή του ακίνητου.

 

Από τις πιο πάνω αυθεντίες είναι σαφές ότι παρά τις διατάξεις του Κεφ. 224 είναι δυνατή η  διεκδίκηση δικαιωμάτων σε ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση εξ υπαγωγής εμπιστεύματος. Τα εξ υπαγωγής εμπιστεύματα δημιουργούνται ή λειτουργούν ή επιβάλλονται ως θέμα δικαίου (by operation of Law) και επιβάλλονται εν όψει διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. To κατά πόσο θεμελιώνεται εξ υπαγωγής εμπίστευμα, όμως, είναι ζήτημα γεγονότων.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση η εναγομένη 2 προέβαλε απλώς τη θέση ότι ο εναγόμενος 1 είχε συμφωνήσει με την ενάγουσα ότι η τελευταία δεν θα τους ενοχλούσε την κατοχή παρά την πώληση του ακινήτου. Παρά τη πιο πάνω θέση, δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 ζήτησε όπως η εναγόμενη 2 καταστεί μέρος της συμφωνίας πώλησης. Ούτε υπάρχει ισχυρισμός ότι υπήρξε οποιαδήποτε επαφή μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 2. Αντίθετα, η ενάγουσα σε λιγότερο από δυο μήνες από την ημερομηνία που κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια απαίτησε την κατοχή του ακίνητου. Περαιτέρω, η εναγόμενη 2 δεν διαμένει στο ακίνητο δυνάμει κάποιας συμβατικής σχέσης με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης δεν προβάλλεται η θέση ότι η εναγόμενη 2 δυνάμει κάποιας συμβατικής σχέσης διέμενε στο ακίνητο ώστε να εγείρεται θέμα τήρησης συμβατικών υποχρεώσεων. Το μόνο που τίθεται είναι ότι διέμενε σε αυτό λόγω ης συζυγικής τους σχέσης. Η συζυγική σχέση ενός διαμένοντα σε κάποια ιδιοκτησία, με τον ιδιοκτήτη του ακίνητου, δεν συνεπάγεται και δεν ισοδυναμεί με συμβατική σχέση τις δεσμεύσεις της οποίας όφειλε η ενάγουσα να τηρήσει.  Ούτε η υπόσχεση ή η προφορική συμφωνία περί ης μεταβίβασης ενός ακίνητου σε κάποια στιγμή το μέλλον δεν μπορεί να κριθεί ότι δίδει έρεισμα σε ισχυρισμό περί ύπαρξης δέσμευσης την οποία η ενάγουσα θα έπρεπε να τηρήσει.

 

Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ακόμα και εάν οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 2 γίνουν δεκτοί δεν μπορούν να θεμελιώσουν σε κάποιο βαθμό πειστικότητας την υπεράσπιση που προβάλλεται.

 

Τέλος, ούτε τα όσα τέθηκαν από την εναγόμενη 2 περί καθυστέρησης της εναγόμενης να κινηθεί για την ανάκτηση της κατοχής μπορούν να θεμελιώσουν υπεράσπιση ή ζήτημα που θα πρέπει να οδηγήσει την υπόθεση σε ακρόαση. Ειδικότερα, στην παρούσα δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η ενάγουσα στις 18.10.2024 κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακίνητου. Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι  περί τις 3.12.2024 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή απαίτησης, προς του εναγόμενους, για παράδοση της κατοχής. Στη βάση των πιο πάνω δεν προκύπτει οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διεκδίκηση της κατοχής του ακινήτου ή οποιαδήποτε παράσταση ή συμπεριφορά που να δεικνύει ανοχή στην κατάσταση και να δίδει έρεισμα σε έγερση ισχυρισμού περί κωλύματος.

 

Συνολικά μέσα από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2 δεν προβάλλονται στοιχεία που να δεικνύουν ότι οι εναγόμενοι διατηρούν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή υφίσταται άλλος επιτακτικός λόγος η υπόθεση να προχωρήσει με ακρόαση.

 

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως τα αιτητικά Α- Στ της αίτησης ημερομηνίας 29.1.2026. Περαιτέρω η ενάγουσα ως επιτυχών διάδικος δικαιούται στα ‘έξοδα της διαδικασίας. Οι διάδικοι κατέθεσαν σχετικού καταλόγους εξόδων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 κρίνω ΄τοι μπορώ να προβώ σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων. Για σκοπούς συνοπτικού υπολογισμού έχω διεξέλθει του καταλόγους εξόδων που καταχώρησαν οι διάδικοι και έχω συγκρίνει τα αιτούμενα κονδύλια με το σχετικό παράρτημα των ΝΚΠΔ. Στη βάση των ανωτέρω τα έξοδα της παρούσας επιδικάζονται στο ποσό των € 3.000 πλέον ΦΠΑ.

 

Κατάληξη

 

Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται διάταγμα ως τα αιτητικά Α- Στ της αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά στο ποσό των € € 3.000 πλέον ΦΠΑ.

 

 

 

……………………………

Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο