ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 228/25
Μεταξύ:
Χρηστάκης Παστέλλης, εκ Λευκωσίας
Ενάγοντας
v.
Μιχάλης Μιχαήλ, εκ Αμμόχωστο
Εναγόμενος
---------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 22/01/2026
για έκδοση συνοπτικής απόφασης
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Αυγούστου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντα - Αιτητή: Kampouri, Gialeli & Co LLC
Για Εναγόμενο - Καθ’ ου η αίτηση: αυτοπροσώπως
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Ενάγοντας – Αιτητής επιδιώκει με την υπό εκδίκαση αίτηση την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ουσιαστικά ζητά την έκδοση διατάγματος κενής και απρόσκοπτης της κατοχής του διαμερίσματος που ενοικιάζει στον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση.
Η αίτηση βασίζεται στο Μέρος 1, Μέρος 3 Κ. 3.1, 3.8 – 3.10, 3.14 και 3.15, Μέρος 7, Μέρος 23, Μέρος 24 Κ.24.1- 24.3, 24.5 και 24.6 και Μέρος 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στον περί Συμβάσεως Νόμο, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στο Δίκαιο στης Επιείκειας, στις Συμφυείς Εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης τέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Χρηστάκη Παστέλλη, Ενάγοντα - Αιτητή. Καταγράφει ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Τμήμα 8, Φ/Σχ. 0/1-2880-3815, Τεμ. [ ], στην οδό [ ] 12, στη Δερύνεια. Ισχυρίζεται ότι η αξία του συγκεκριμένου διαμερίσματος ανέρχεται στις €35.000 σύμφωνα με την τελευταία γενική εκτίμηση του Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου πλην όμως σήμερα ανέρχεται στις €250.000. Λόγω του ότι η κατοικία συμπληρώθηκε μετά το 2000 δεν εμπίπτει στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο και το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου έχει εξουσία να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση. Είναι η θέση του ότι στις 25/09/2025 είχε υπογράψει με τον Εναγόμενο - Καθ΄ ου η αίτηση ενοικιαστήριο έγγραφο με το οποίο του είχε ενοικιάσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα για περίοδο ενός έτους, ήτοι από 01/10/2024 – 01/10/2025, για το συμφωνηθέν ενοίκιο των €330 μηνιαίως πλέον €20 μηνιαίως για τα κοινόχρηστα. Το ενοίκιο θα καταβάλλετο προκαταβολικά την 5η ημέρα εκάστου μηνός, με δύο μέρες χάρη, με τραπεζική εντολή στον λογαριασμό του Ενάγοντα. Μη συμμόρφωση με τους όρους ενοικίασης θα επιβάρυνε τον ενοικιαστή με τόκο 20%. Ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση κατέβαλλε κάθε μήνα, από την ημερομηνία έναρξης της περιόδου ενοικίασης, το ενοίκιο μέχρι και τις αρχές του 2025 όπου σταμάτησε ή/και αρνήθηκε ή/και κατέβαλλε μέρος του ενοικίου. Παρά τη μη καταβολή του ενοικίου ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση συνεχίζει να κατέχει και να εκμεταλλεύεται το συγκεκριμένο διαμέρισμα κατά παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης. Ο ίδιος τον κάλεσε επανειλημμένα, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς, όπως καταβάλλει τα καθυστερημένα ενοίκια και αποχωρήσει από το διαμέρισμα, λόγω της λήξης του συμβολαίου, πλην όμως ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση αρνείται να το πράξει. Προωθεί τη θέση ότι επιδόθηκε στον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση προδικαστηριακό πρωτόκολλο με το οποίο τερματίστηκε η ενοικίαση και κλήθηκε όπως παραδώσει ελεύθερη και απρόσκοπτη την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος και όπως καταβάλει το συνολικό ποσό των οφειλόμενων ενοικίων. Παρά το γεγονός αυτό μέχρι και σήμερα ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση παραμένει ή/και κατέχει ή/και επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο διαμέρισμα, μετά τη λήξη ή/και τον τερματισμό της ενοικίασης, με αποτέλεσμα ο ίδιος να υφίσταται ζημιά από την παράνομη παραμονή ή/και επέμβαση του. Είναι η θέση του ότι από την καταχωρημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση υπάρχει παραδοχή ότι είναι ο ενοικιαστής και ότι έχει την κατοχή του επίδικου ακινήτου καθώς και ότι δεν καταβάλλει οποιοδήποτε ενοίκιο και επικαλείται οικονομική αδυναμία να το πράξει. Ισχυρίζεται ότι στην ουσία, ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση, με την Υπεράσπιση του ζητά να συνεχίσει να παραμένει στο διαμέρισμα χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ενοίκιο. Κατά την δική του άποψη ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην απαίτηση και δεν υπάρχει λόγος το συγκεκριμένο ζήτημα να προχωρήσει σε εκδίκαση.
Ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση παραθέτοντας ως λόγο ένστασης ότι διαφωνεί με τα όσα κατηγορείται και ότι υπέβαλε αίτηση νομικής αρωγής και αναμένει το αποτέλεσμα.
Όσον αφορά τα γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης του κατέγραψε ότι απειλήθηκε από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος μέσω τηλεφώνου όπως εγκαταλείψει το διαμέρισμα.
Δεν καταγράφηκε οποιαδήποτε νομική βάση η οποία να στηρίζει την ένσταση.
Προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντα – Αιτητή καταχωρίστηκε μακροσκελής αγόρευση στην οποία γίνεται εκτεταμένη αναφορά και σε νομολογία. Ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση ανέφερε δια ζώσης ότι λόγω προβλημάτων υγείας είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος και κατέβαλλε ως ενοίκιο το ποσό των €350. Στην πορεία ο Ενάγοντας – Αιτητής του ζήτησε €500 και όταν ο ίδιος δήλωσε ότι δεν μπορούσε να καταβάλλει το συγκεκριμένο ποσό του ζήτησε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα. Υποστήριξε ότι ενόσω διαρκούσε το συμβόλαιο ενοικίασης ο ίδιος κατέβαλλε το ενοίκιο. Κατέληξε ότι δεν μπορούσε να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως που του ζητούσε ο Ενάγοντας – Αιτητής και «αρνήθηκε το συμβόλαιο».
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Εξετάζοντας την νομική πτυχή της αίτησης η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 το οποίο παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη. Με βάση τον Κανονισμό 24.2, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγομένου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν κρίνει ότι: Πρώτον, ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος και δεύτερον, δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίον η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Σε σχέση με τη διαδικασία, ο Κανονισμός 24.3 διαλαμβάνει πως ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος, εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση, έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το Δικαστήριο δώσει άδεια. Περαιτέρω, προβλέπεται πως σε περίπτωση που ο ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης, προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 24.4, η αίτηση υποβάλλεται με βάση το Μέρος 23 και η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή: Πρώτον, προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής ή/και δεύτερον, αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης. Σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
Κατόπιν εκδίκασης αίτησης δυνάμει του Μέρους 24, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:
«(α) απόφαση επί της απαίτησης,
(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),
(γ) απόρριψη της αίτησης,
(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.».
Έχοντας θέσει το νομικό πλαίσιο το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης διερευνώντας κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις. Παρατηρείται πως απλή ανάγνωση της υπό εξέταση αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει αποκαλύπτει ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης και της Έκθεσης Υπεράσπισης και στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ρητά ότι, ο Ενάγοντας – Αιτητής, με βάση τη μαρτυρία, πιστεύει ότι ο Εναγόμενος – Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας στην Υπεράσπισή του και ότι δεν γνωρίζει οποιοδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα να πρέπει να εκδικαστεί.
Σε αυτή τη βάση κρίνεται πως ο Ενάγοντας – Αιτητής έχει συμμορφωθεί με τις τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24.
Ως προς την ουσία της αίτησης, εκείνο που επιβάλλεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν υπάρχει κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.
Λόγω της πρόσφατης υιοθέτησης των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι αποφάσεις στις οποίες έτυχαν ερμηνείας οι σχετικές πρόνοιες του Μέρους 24 και δη οι όροι «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη» είναι περιορισμένες. Στην πρόσφατη απόφαση του Προέδρου του Εφετείου, όπως ήταν τότε, Παναγιώτου, Δ. στην υπόθεση 1. Γιώργος Διογένους 2. Ελένη Αγαθαγγέλου ν. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED Πολ. Εφ. Ε86/25 ημερ. 11/02/2026 διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.».
Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το White Book του 2021, αφού η αντίστοιχη δικονομική πρόνοια στην Αγγλία, δηλαδή το Μέρος 24.2 των Αγγλικών Θεσμών, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Στην παράγραφο 24.2.3 του White Book του 2021 διαβάζονται τα ακόλουθα:
«The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:
i) The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;
ii) A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];
iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;
iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases, it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];
v) However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;
vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;
vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725.».
Οι πιο πάνω αρχές ενσωματώνονται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Karunia Holdings Limited v. Creativityetc Limited [2021] EWCH 1864 (Ch), στην Harrington Scott Ltd v. Coupe Bradbury Solicitors Ltd [2022] EWCH 2275 καθώς και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χαράλαμπος Παναγή κ.α. ν Άντριας Γεωργίου Πολ. Εφ. Αρ. Ε26/25 ημερ. 27/03/2026.
Αναφορά γίνεται και στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice,4η έκδοση, όπου στην παράγραφο 9.64 σημειώνεται πως προκειμένου να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: Έχει ενώπιον του όλα τα ουσιώδη συναφή γεγονότα τα οποία ήταν ευλόγως δυνατόν να τεθούν ενώπιόν του. Ότι αυτά τα γεγονότα ήταν αδιαμφισβήτητα ή δεν υπήρχε πραγματική προοπτική επιτυχίας αμφισβήτησής τους και ότι δεν υπάρχει πραγματική προοπτική η προφορική μαρτυρία να επηρεάσει την εκτίμηση των γεγονότων από το Δικαστήριο.
Ως προς την ερμηνεία της φράσης «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί στη δίκη», στην παράγραφο 24.2.2 του White Book 2021, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Bouygues (UK) Ltd v. Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522 όπου κρίθηκε ότι η εκκαθάριση της ενάγουσας εταιρείας ήταν επιτακτικός λόγος να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση και η A.C. Ward & Sons Ltd v. Catlin (Five) Ltd [2009] ENCA Civ. 1098 όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση στο πλαίσιο της οποίας δόθηκε ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οι οποίοι διαφάνηκε πως ήταν τυποποιημένοι και χρησιμοποιούνταν ευρέως.
Ως προς το βάρος απόδειξης σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υποδεικνύεται, στην παράγραφο 24.2.5 του White Book (ανωτέρω) υπό τον τίτλο «Burden of proof» ότι:
«In ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; EWCA 472, it was said that under r24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial [.] If the applicant adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief [.] The language or r. 24.2 ("no real prospect. no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 a [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91). Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep., CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd [1999] 1 All E.R. 1007, per Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to se aside default judgments). When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on an application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550, CA).».
Στην παράγραφο 24.2.6 του ίδιου συγγράμματος υποδεικνύεται πως αίτηση για συνοπτική απόφαση μπορεί να απορριφθεί, εν όλω ή εν μέρει, εάν ο εναγόμενος μπορέσει να καταδείξει ότι προτίθεται να εγείρει συμψηφισμό ή ανταπαίτηση που αφορά σε συζητήσιμο θέμα, ήτοι έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας.
Το Δικαστήριο έχοντας μελετήσει τις θέσεις που προωθούνται από τις δύο πλευρές, κρίνει καταρχάς πως τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, από έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν από τον Ενάγοντα – Αιτητή και ότι το μεγαλύτερο τους μέρος είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση. Δηλαδή, ότι υπήρχε ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ των μερών διάρκειας 1 έτους, το οποίο έχει λήξει χωρίς να ανανεωθεί και ότι ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δεν καταβάλλει το ενοίκιο γιατί δεν μπορεί να εργαστεί. Το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει στη βάση αυτών, και χωρίς να απαιτείται πληρέστερη εξακρίβωση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση, κατά πόσον συντρέχουν οι υπό του Κανονισμού 24.2 απαιτούμενες προϋποθέσεις. Σημειώνεται ότι ούτε στη ένσταση αλλά ούτε και στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση καταγράφεται κάποιος λόγος που να συνιστά αναγνωρισμένη από το Νόμο υπεράσπιση.
Υπενθυμίζεται πως από την πλευρά του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση εγείρεται ως Υπεράσπιση το γεγονός ότι υπήρχε αύξηση του ενοικίου, ότι ο ιδιοκτήτης απαίτησε την ανάκτηση κατοχής του, ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δεν μπορεί να εργαστεί και ότι το ενοίκιο καταβάλλετο από επίδομα του Κράτους το οποίο αποκόπηκε λόγω μη ανανέωσης του συμβολαίου ενοικίασης. Τα ίδια γεγονότα παρατίθενται και ως Ανταπαίτηση. Βέβαια θα πρέπει να καταγραφεί ότι δεν προβάλλονται οποιαδήποτε γεγονότα που να υποστηρίζουν τις συγκεκριμένες θέσεις. Παράλληλα, υπάρχει παραδοχή μη καταβολής του ενοικίου και παράλληλα ανικανότητα καταβολής του.
Εξετάζοντας την εκδοχή που προβάλλει ο Ενάγοντας – Αιτητής το Δικαστήριο έχει πεισθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι πράγματι συντρέχει βάσιμος λόγος ώστε να αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης που να διατάσσει τον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση όπως του παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του επίδικου ακινήτου, του οποίου είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Δεν προκύπτουν οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά ζητήματα σε σχέση με τα γεγονότα αφού ο Εναγόμενος – Καθ΄ου η αίτηση δηλώνει ανικανότητα να καταβάλλει το ενοίκιο και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των μερών. Δεν προβάλλεται κανένας θετικός ισχυρισμός στη Υπεράσπιση ή στην Ανταπαίτηση. Σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης E D & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ 472 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporary documents. If so, issues which are dependent upon those factual assertions may be susceptible of disposal at an early stage so as to save the cost and delay of trying an issue the outcome of which is inevitable …».
Ως έχει προλεχθεί δεν αμφισβητήθηκε η κατοχή του ακινήτου ιδιοκτησίας του Ενάγοντα – Αιτητή από τον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Το αντίθετο, προβάλλεται η θέση ότι υπάρχει αδυναμία καταβολής του συμφωνημένου ενοικίου. Η παραμονή του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση στο συγκεκριμένο διαμέρισμα χωρίς την ύπαρξη ενοικιαστηρίου εγγράφου και χωρίς την καταβολή ενοικίου τον καθιστά κατ΄ουσία επεμβασία αφού δεν καταγράφεται οποιοσδήποτε λόγος που να του προσδίδει νόμιμο δικαίωμα παραμονής.
Ο Ενάγοντας – Αιτητής έχει αποδείξει ότι έχει επιδώσει την επιστολή ημερομηνίας 16/07/2025, με την οποία ειδοποίησε τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση ότι τερματίζει την χρήση του συγκεκριμένου ακινήτου και ζήτησε την παράδοση ελεύθερης και κενής της κατοχής του. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι η χρήση τερματίζεται με την λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου στις 26/09/2025. Ο τερματισμός, λοιπόν, του ενοικιαστηρίου εγγράφου επέφερε και τη λήξη της χρήσης του επίδικου ακινήτου και η συνέχιση της κατοχής του από τον Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση συνιστά, εκ πρώτης όψεως, παράνομη επέμβαση.
Σύμφωνα και με την αγγλική νομολογία το Δικαστήριο πρέπει να διστάσει να λάβει τελική απόφαση χωρίς την διεξαγωγή δίκης, όπου υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύει ότι πληρέστερη έρευνα στα γεγονότα θα προσθέσει ή θα διαφοροποιήσει την μαρτυρία στην δίκη με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η έκβαση της δίκης. Σχετική είναι η απόφαση στην Bank of New York Mellon (International) Limited v. Cine – UK Limited and others [2021] EWCH 1013 (QB). Δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα με τα γεγονότα ως αυτά τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν προβλήθηκε καμιά θετική θέση. Ανάγνωση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε θετικός ισχυρισμός ο οποίος να πλαισιώνεται από οποιαδήποτε γεγονότα και να αναγνωρίζεται από τον Νόμο.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου διαταγή για διεξαγωγή δίκης θα καταστρατηγήσει τον πρωταρχικό σκοπό που επιβάλλει τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού της κάθε υπόθεσης και την κατανομή, σε κάθε υπόθεση, του κατάλληλου μέρους των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις. Το θέμα της ανικανότητας καταβολής του ενοικίου είναι παραδεκτό. Το Δικαστήριο κατανοεί ανθρωπίνως τα προβλήματα του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση πλην όμως έχει καθήκον να αναγνωρίσει το δικαίωμα του Ενάγοντα – Αιτητή στην περιουσία του σύμφωνα με το Άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Το συγκεκριμένο δικαίωμα κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, το Χάρτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ανοίγεται μια παρένθεση για να τονιστεί ότι σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Woolf στην υπόθεση Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91:
«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible. »
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα, επιτυγχάνει την γρήγορη επίλυση, αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.».
Το ερώτημα που το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει είναι κατά πόσο ένας εναγόμενος έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία που προσκομίστηκε και από τα δύο Μέρη στην διαδικασία το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που το ερώτημα απαντάται αρνητικά. Τα όσα έχει παραθέσει ο Ενάγοντας – Αιτητής, πλείστα εκ των οποίων είναι μη αμφισβητούμενα γεγονότα, είναι επαρκή και κρίνω ότι έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και ότι όχι μόνον έχει αποδείξει με ρεαλιστικό τρόπο την υπόθεσή του αλλά και ότι δικαιολογείται η πεποίθηση του ότι ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση δεν έχει κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας σε σχέση με την απαίτηση του. Ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση έφερε το βάρος να αποδείξει ότι η Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση που προβάλλει έχουν κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι φέρουν κάποιο βαθμό πειστικότητας. Εν προκειμένω, θα πρέπει ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η αίτηση να καταδείξει ότι έχει κάποιο δικαίωμα παραμονής του στο επίδικο ακίνητο το οποίο αναγνωρίζεται από τον Νόμο. Δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας αναφορικά με οποιοδήποτε δικαίωμα παραμονής του στο ακίνητο. Αντίθετα παραδέχθηκε ανικανότητα καταβολής οποιουδήποτε ενοικίου και ανικανότητα εξεύρεσης άλλου διαμερίσματος.
Στη βάση των πιο πάνω, τα όσα ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση προβάλλει, με κάθε σεβασμό, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως Υπεράσπιση η οποία έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, ούτε και ως γεγονότα τέτοιας εμβέλειας που να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να απορριφθεί η αίτηση αλλά ούτε και παραθέτουν οποιοδήποτε επιτακτικό λόγο για τον οποίο τα ζητήματα τα οποία εγείρει θα πρέπει να αποφασιστούν σε κανονική δίκη. Όσον αφορά την πραγματική προοπτική επιτυχίας γίνεται παραπομπή στην ερμηνεία που αποδόθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Χαράλαμπος Παναγή κ.α. ν Άντριας Γεωργίου (ανωτέρω).
Ο Ενάγοντας – Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και ως εκ τούτου κρίνεται πως στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 αφού η Υπεράσπιση δεν έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και δεν έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους το θέμα να οδηγηθεί και να επιλυθεί στο πλαίσιο δίκης. Στην πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου λήφθηκε υπόψη και ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, υπό το πρίσμα του οποίου διαβάζονται και ερμηνεύονται οι Κανονισμοί.
Όσο για τα οφειλόμενα ενοίκια που ζητά ο Ενάγοντας – Αιτητής, ήτοι το ποσό των €726,60 δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση. Προκύπτει όμως από το Τεκμήριο 4 που συνοδεύει την Αίτηση ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση μέχρι την λήξη του συμβολαίου ενοικίασης ανέρχεται στα €376.60 για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2025 και €350 για τον μήνα Οκτώβριο 2025. Το ποσό αυτό θα του αποδοθεί.
Εξετάζοντας την αξίωση του Ενάγοντα – Αιτητή για την καταβολή του ποσού των €350 μηνιαίως από την 01/11/2025 μέχρι την παράδοση ελεύθερης και κενής της κατοχής του διαμερίσματος κατά την κρίση του Δικαστηρίου και αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί αφού πρόκειται για το συμφωνημένο ενοίκιο που ίσχυε κατά τον χρόνο που τερματίσθηκε η σύμβαση ενοικίασης.
Σχετικό επι του θέματος είναι το σκεπτικό της απόφασης MUKHTAR MOHAMED AL NWILI ν. MAREMONTE INVESTEMENTS LTD Πολ. Εφ. Ε205/17 ημερ. 09/01/2024 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:
«Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου. Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης. Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση.».
Αν και η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε στη βάση της Δ.18 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι νομικές αρχές που αποτυπώνονται βρίσκουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Συνακόλουθα μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για την καταβολή του ποσού των €350 ως αποζημίωση για την χρήση του διαμερίσματος μέχρι την παράδοσή του.
Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται συνοπτική απόφαση σε σχέση με την παράγραφο Α της αίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίδικο ακίνητο αφορά την κατοικία του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση και χωρίς να παραγνωρίζω τις επί του προκειμένου θέσεις του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο θεωρεί ότι δικαιολογείται η παραχώρηση εύλογου χρόνου, ήτοι 45 ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτόν, για σκοπούς συμμόρφωσης του. Ο χρόνος συμμόρφωσης με το εκδοθέν διάταγμα εκτείνεται στις 45 μέρες από την επίδοση της παρούσας απόφασης στον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση.
Όσον αφορά το Αιτητικό υπό Β εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €726.60 ως καθυστερημένα ενοίκια πλέον νόμιμος τόκος από την έκδοση της απόφασης.
Σε σχέση με το Αιτητικό Γ εκδίδεται απόφαση για την καταβολή του ποσού των €350 μηνιαίως από την 01/11/2025 μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης της κατοχής του διαμερίσματος με αριθμό Ε106 στο συγκρότημα [ ], στην οδό [ ] 12, 5380 στην Δερύνεια.
Το Αιτητικό υπό την παράγραφο Δ απορρίπτεται αφού συνιστά επανάληψη της εκδοθείσας, υπό παράγραφο Γ, απόφασης.
Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται ενόψει του ότι δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής, ήτοι οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ισχυρισμό ο οποίος να μπορεί να προχωρήσει σε ακρόαση.
Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο γενικός κανόνας αναφορικά με τα έξοδα, δυνάμει του Μέρους 39.2(1), είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντα διαδίκου επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα – Αιτητή και εναντίον του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση. Λόγω του ότι δεν έχουν καταχωριστεί κατάλογοι εξόδων από τις δυο πλευρές προβαίνω σε συνοπτικό υπολογισμό, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο Μέρος 39.7. Αυτά ανέρχονται στο ποσό των €2.000 πλέον Φ.Π.Α.
(Υπ.)………………….………… Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο