THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Λευτέρη Πρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 22/25, 7/7/2026
print
Τίτλος:
THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Λευτέρη Πρη κ.α., Αρ. Αγωγής: 22/25, 7/7/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 22/25

 

Μεταξύ:

THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

Ενάγουσα

v.

           

1.   Λευτέρη Πρη

2.   Diana Pri

3.   Λούκα Πρη

4.   Αλεξάνδρας Πρη

5.   Ανδρέα Πρη

Εναγόμενοι

 

---------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 15/01/2026

για έκδοση συνοπτικής απόφασης

 

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:  7  Ιουλίου, 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτητές : κα Σαμαήλα για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ων η αίτηση: κ. Θεοχάρους για Λέανδρος Θεοχάρους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.  

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

            Η Αιτήτρια – Ενάγουσα με την αίτησή της επιδιώκει την έκδοση συνοπτικής απόφασης και συγκεκριμένα ζητά την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Συγκεκριμένα ζητά προστακτικά διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1 ‑ 5 όπως της παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή του χωραφιού και της κατοικίας με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ./Σχ.--/2–287-380, τμήμα 6, τεμάχιο [ ], στην τοποθεσία Τρύπες  στη Δερύνεια εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, όπως εκκενώσουν πλήρως και παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή των συγκεκριμένων ακινήτων, όπως άρουν την παράνομη επέμβασή τους στο συγκεκριμένο χωράφι και κατοικία και όπως οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα, τα οποία κατέχουν ή/και χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο χωράφι ή/και κατοικία παραδώσουν ελεύθερη και κενή την κατοχή τους στην Αιτήτρια ή/και όπως παύσουν να χρησιμοποιούν και να κατέχουν το συγκεκριμένο ακίνητο. Επικουρικά, ζητείται η καταβολή του ποσού  €2.150 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη ή/και αποζημιώσεις για την παράνομη επέμβαση στο συγκεκριμένο ακίνητο και γενικές ή/και ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές ή/και απώλειες που υφίσταται λόγω της παράνομης επέμβασης των Εναγόμενων 1 - 5 στο χωράφι ή/και στην κατοικία.

 

            Η αίτηση βασίζεται  στα Μέρη 1, 2, 3, 4, 6, 7, 9, 10, 13, 16, 17, 23, 24, 32 και 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στα άρθρα 1 ‑ 44 και 45 ‑ 69 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 1 ‑ 73 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 1 ‑ 26 του περί Αγοραπωλησίας και Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου, στα άρθρα 1 ‑ 44 και 44Α – 44ΙΑΑ, 44ΙΣτ μέχρι 62 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, στη Νομολογία, στις Αρχές της Επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

            Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης τέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Νικόλαου Ταμπουρή, Λειτουργού Διαχείρισης Ακινήτων στο Τμήμα Διαχείρισης Ακινήτων της Ενάγουσας. Είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του χωραφιού και της κατοικίας με αριθμό εγγραφής 0/[ ],Φ./Σχ.--/2-287-380, τμήμα 6, τεμάχιο [ ], στην τοποθεσία Τρύπες στην Δερύνεια. Ο Εναγόμενος 1 ήταν ο προηγούμενος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και κάτοχος του ακινήτου και στη συνέχεια κατέστη παράνομος επεμβασίας. Οι Εναγόμενοι 2 ‑ 5 ήταν επίσης οι προηγούμενοι κάτοχοι του ακίνητου και στη συνέχεια κατέστησαν παράνομοι επεμβασίες. Η Ενάγουσα – Αιτήτρια  αντικατέστησε και υποκατέστησε την Τράπεζα, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 04/06/2021 και ανάκτησε τα δικαιώματα της Τράπεζας σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στους Εναγόμενους 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση. Ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 είχε υποθηκεύσει το συγκεκριμένο ακίνητο, υποθήκη Υ1509/2005, μαζί με άλλα προς όφελος της Τράπεζας για διευκολύνσεις που του είχαν παρασχεθεί. Λόγω του ότι είχε ανακτήσει τα δικαιώματα της Τράπεζας, σε σχέση με την υποθήκη με αριθμό Υ1509/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, προχώρησε στην εφαρμογή των διατάξεων του περί Αγοραπωλησίας και Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου και προώθησε την πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό. Το ακίνητο δεν πωλήθηκε και η Ενάγουσα - Αιτήτρια προχώρησε στην άσκηση του δικαιώματος της, στη βάση των άρθρων 44ΙΑ και 44ΙΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, με αποτέλεσμα στις 21/09/2023 να καταστεί η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου ακινήτου. Ενημέρωσε τους Εναγόμενους, αναφορικά με το θέμα της μεταγραφής του ακινήτου και την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, με επιστολές που τους διαβίβασε τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2023. Με την επιστολή ημερομηνίας 28/09/2023 οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση ενημερώθηκαν ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια είχε καταστεί νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και τους κάλεσε όπως εντός 10 ημερών της αποστείλουν οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί τη συνέχιση της κατοχής του ακίνητου από τους ίδιους. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση. Ακολούθησε, επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ημερομηνίας 06/11/2024, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους – καθ΄ων η αίτηση με την οποία τερματίστηκε η οποιαδήποτε χρήση ή/και παραμονή τους στο ακίνητο και κλήθηκαν όπως το παραδώσουν, οι ίδιοι ή οποιοδήποτε πρόσωπο κατείχε την κατοχή του συγκεκριμένου ακινήτου, στην Ενάγουσα - Αιτήτρια μέχρι τις 30/11/2024. Οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση μέχρι και σήμερα αρνούνται ή/και παραλείπουν να παραδώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου και παράνομα το κατακρατούν ή/και επεμβαίνουν σε αυτό από την 01/12/2024.

 

            Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η Αιτήτρια - Ενάγουσα ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και απέστειλε στους Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόμενους την επιστολή απαίτησης σύμφωνα με τον Τύπο ΙΙΙ, του Παραρτήματος Ι, Ενότητα ΙΙ, Μέρος 3 των Κανονισμών του 2023. Οι δικηγόροι των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση απάντησαν στο προδικαστηριακό πρωτόκολλο διαβιβάζοντας πρόταση για διευθέτηση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων - Καθ΄ων η αίτηση προς την Ενάγουσα - Αιτήτρια, η οποία δεν έγινε αποδεχτή λόγω του ότι το προσφερόμενο ποσό υπολειπόταν σημαντικά της αξίας του ακινήτου. Δηλώνει ότι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου, στο οποίο οι Ενάγοντες επεμβαίνουν παράνομα, ανέρχεται στις €2.150 μηνιαίως σύμφωνα με εκτίμηση ημερ. 28/06/2024 και ότι η αγοραία αξία του ανέρχεται στις €513.000. Λόγω της άρνησης και παράληψης των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση να αποχωρήσουν από το ακίνητο ή/και να άρουν την επέμβαση η Ενάγουσα – Αιτήτρια έχει υποστεί και συνεχίζει να υφίσταται ζημιά ύψους €2.150 μηνιαίως από την 01/12/2024.

 

            Προωθεί τη θέση ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να οδηγηθεί η υπόθεση σε δίκη, αφού οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε πραγματική προοπτική επιτυχούς Υπεράσπισης στην απαίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Τόσο τα γεγονότα, όσο και οι παραδοχές των Εναγόμενων - Καθ΄ων η αίτηση καταδεικνύουν, κατά τη δική του άποψη, αδιαμφισβήτητα και ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη υπεράσπιση προς τους Εναγόμενους και ότι οι ισχυρισμοί τους είναι ανεδαφικοί. Γι' αυτό και υποβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

            Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων 1 – 5, ως αυτοί καταγράφονται στις εκθέσεις Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους, είναι ανεδαφικοί και δεν δύνανται να αποτρέψουν το Δικαστήριο από το να εγκρίνει την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Προωθεί τη θέση ότι οι Εναγόμενοι - Καθ’ ων η αίτηση είναι παράνομοι επεμβασίες στο ακίνητο, ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια είναι νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, ότι οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση ενημερώθηκαν από τις 28/09/2023 για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώς του ακινήτου, ότι από τις 06/11/2024 τερματίστηκε η οποιαδήποτε χρήση ή/και παραμονή των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση στο ακίνητο. Σε σχέση με τις ανταπαιτήσεις των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση υποστηρίχθηκε η θέση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομική βάση που να ενισχύει τις αιτούμενες, στην Ανταπαίτηση, θεραπείες.

 

            Η αίτηση για συνοπτική απόφαση αντιμετωπίστηκε με ένσταση, στην οποία καταγράφηκαν δεκαεπτά (17) λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι υπάρχουν σοβαρά ουσιώδη και αμφισβητούμενα ζητήματα, ότι αμφισβητείται η νομιμότητα της εκποίησης, ότι η μεταγραφή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος είναι παράτυπη και αδιαφανής, ότι αμφισβητείται η εγκυρότητα του τίτλου ιδιοκτησίας, ότι ελλείπει η ενημέρωση για τους φόρους και τα έξοδα μεταβίβασης, ότι αμφισβητείται η αλυσίδα του τίτλου, ότι η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας είναι ανεπαρκής, ότι τα τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση είναι "χωρίς πλήρη απόδειξη νομιμότητας", ότι υπάρχει ανάγκη αντεξέτασης, ότι δεν υπάρχουν τα συστατικά στοιχεία της παράνομης επέμβασης, ότι ελλείπει η κατοχή από τα τέκνα των Εναγόμενων, ότι αμφισβητούνται τα ενδιάμεσα οφέλη, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ότι παραβιάζεται το δικαίωμα της δίκαιης δικής και ότι υπάρχει καλή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση.

 

            Η ένσταση βασίστηκε στην ίδια νομική βάση, στην οποία βασίστηκε και η αίτηση και γι' αυτόν τον λόγο το Δικαστήριο δεν προτίθεται να την επαναλάβει.

 

            Σε σχέση με τα γεγονότα αυτά καταγράφηκαν σε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε και από τους Εναγόμενους - Καθ’ ων η αίτηση 2 ‑ 5 στην κατάρτιση της. Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας - Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και ισχυρίζεται ότι  βασίζονται σε αμφισβητούμενα στοιχεία, τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν δεσμευτικά ή ως βάση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Διατείνεται ότι η προσκόμιση του τίτλου ιδιοκτησίας δεν αποδίδει νομιμότητα στην εκποίηση και την μεταβίβαση του ακινήτου, αφού η διαδικασία έγινε χωρίς πλήρη διαφάνεια και χωρίς ενημέρωση για τους φόρους και τα έξοδα ή/και χωρίς την αναλυτική κατάσταση που να αποκαλύπτει την διάθεση του ποσού, όπως απαιτείται από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο.

 

            Προωθηθεί την άποψη ότι η αναφορά σε παράνομη επέμβαση είναι ανακριβής και αβάσιμη, αφού το ακίνητο εκποιήθηκε. Υποστηρίζει ότι το ακίνητο υποθηκεύτηκε και μεταβιβάστηκε υπό αμφισβητούμενες και παράτυπες διαδικασίες. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα τέκνα του απουσιάζουν για σπουδές στο εξωτερικό και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κάτοχοι ή παράνομοι επεμβασίες στο συγκεκριμένο ακίνητο. Αμφισβητεί ότι λήφθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση από την Τράπεζα ή από την Ενάγουσα – Αιτήτρια, σε σχέση με την διαδικασία εκποίησης και μεταγραφής του ακίνητου και εισηγείται ότι τόσο η διαδικασία εκποίησης όσο και η διαδικασία μεταγραφής ήταν αδιαφανείς και παράνομες. Σε σχέση με την επιστολή της Ενάγουσας – Αιτήτριας, ημερομηνίας 28/09/2023, αυτή παραλήφθηκε και απαντήθηκε με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση ημερομηνίας 05/10/2023. Προωθεί τη θέση ότι η επιστολή ημερομηνίας 06/11/2024 δεν θεραπεύει τις παρατυπίες που έλαβαν χώρα κατά την εκποίηση και την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν κατακρατείται παράνομα ούτε και οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση  επεμβαίνουν σε αυτό αφού η νομιμότητα της εκποίησης αμφισβητείται και συνιστά το αντικείμενο της υπό κρίσης διαδικασίας. Η κατοχή του, δικαιωματικά, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση. Καταγράφει ότι έγιναν πολλές προσπάθειες εξωδικαστικής διευθέτησης, οι οποίες όμως είχαν υποβληθεί άνευ βλάβης και χωρίς αναγνώριση των ισχυρισμών της Ενάγουσας- Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, οι συγκεκριμένες προτάσεις που διαβιβάστηκαν δεν συνιστούν αποδοχή της νομιμότητας της εκποίησης ή της αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος.

 

            Είναι η δική του θέση του ότι ουδέποτε απεστάλησαν αναλυτικές καταστάσεις των λογαριασμών, οι οποίες να δικαιολογούν το ποσό της εκποίησης ούτε και ενημερώθηκαν οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση για την τύχη του ποσού της εκποίησης και τον τρόπο κατανομής του. Η συγκεκριμένη παράληψη καταδεικνύει αδιαφανή και παράτυπη διεξαγωγή της διαδικασίας. Αμφισβητεί, ο Ομνύοντας, την ισχυριζόμενη αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου καθώς και την αγοραία αξία του. Υποστηρίζει ότι η έκθεση εκτίμησης που προσκομίστηκε δεν μπορεί να αποτελέσει βάση καθορισμού της ενοικιαστικής αξίας, αφού δεν έτυχε αντεξέτασης και λόγω του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι – Καθ’ων η αίτηση  προτίθενται να προσκομίσουν ανεξάρτητη έκθεση εκτίμησης από δικό τους εγγεγραμμένο εκτιμητή.

 

            Είναι η δική του θέση ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας - Αιτήτριας ότι οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν Υπεράσπιση είναι αβάσιμοι. Επιπρόσθετα καταγράφει ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές γεγονότων όπως η αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκποίησης και της μεταβίβασης του ακινήτου, η έλλειψη κατοχής του ακινήτου από τους Εναγόμενους 3 ‑ 5, η αμφισβήτηση της έκθεσης εκτίμησης της Αιτήτριας, και κατά συνέπεια εισηγείται ότι υπάρχει πραγματική προοπτική Υπεράσπισης και ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση δεν προωθούνται για να καθυστερήσουν την διαδικασία. Καταλήγει, ότι οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση έχουν πραγματική νομική βάση με υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις και συνεπώς η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να απορριφθεί.

 

          Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει υπόψιν και θα αναφερθεί σ’ αυτό όπου κρίνει τούτου απαραίτητο.  

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Εξετάζοντας την νομική πτυχή της αίτησης η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 το οποίο παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη. Με βάση τον Κανονισμό 24.2, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγομένου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν κρίνει ότι: Πρώτον, ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος και δεύτερον, δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίον η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Σε σχέση με τη διαδικασία, ο Κανονισμός 24.3 διαλαμβάνει πως ενάγων δεν δύναται να αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μέχρις ότου ο εναγόμενος, εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση, έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, εκτός αν το Δικαστήριο δώσει άδεια.  Περαιτέρω, προβλέπεται πως σε περίπτωση που ο ενάγων αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης, προτού ο εναγόμενος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση πριν από την ακρόαση.

 

 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 24.4, η αίτηση υποβάλλεται με βάση το Μέρος 23 και η μαρτυρία η οποία περιέχεται ή αναφέρεται σε αυτή: Πρώτον, προσδιορίζει περιεκτικά οποιοδήποτε νομικό σημείο ή πρόνοια σε έγγραφο στα οποία στηρίζεται ο αιτητής ή/και δεύτερον, αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο αιτητής πιστεύει ότι, με βάση τη μαρτυρία, ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης. Σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις αναφέρει ότι δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.

 

Κατόπιν εκδίκασης αίτησης δυνάμει του Μέρους 24, το Δικαστήριο δύναται  να εκδώσει τα ακόλουθα διατάγματα:

 

«(α) απόφαση επί της απαίτησης,

(β) διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης (σε περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται από τον εναγόμενο),

(γ) απόρριψη της αίτησης,

(δ) διάταγμα υπό όρους, το οποίο απαιτεί από διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό στο δικαστήριο, ή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένο βήμα σε σχέση με την απαίτηση ή υπεράσπιση του διαδίκου, κατά περίπτωση, και προνοεί ότι η απαίτηση του διαδίκου αυτού θα απορρίπτεται ή το δικόγραφό του θα διαγράφεται αν ο διάδικος δεν συμμορφωθεί.»

 

          Έχοντας θέσει το νομικό πλαίσιο το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης διερευνώντας κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις. Παρατηρείται πως απλή ανάγνωση της υπό εξέταση αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει αποκαλύπτει ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης και της Έκθεσης Υπεράσπισης και στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ρητά ότι, η Ενάγουσα – Αιτήτρια, με βάση τη μαρτυρία, πιστεύει ότι οι Εναγόμενοι – Καθ’ ων  η αίτηση δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας στις Υπερασπίσεις τους και ότι δεν γνωρίζει οποιοδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα να πρέπει να εκδικαστεί. 

 

Σε αυτή τη βάση κρίνεται πως η Ενάγουσα – Αιτήτρια έχει συμμορφωθεί με τις τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24.

 

Ως προς την ουσία της αίτησης, εκείνο που επιβάλλεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον οι Εναγόμενοι 1 – 5  – Καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης και δεν υπάρχει κάποιος άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα να πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

Λόγω της πρόσφατης υιοθέτησης των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι αποφάσεις στις οποίες έτυχαν ερμηνείας οι σχετικές πρόνοιες του Μέρους 24 και δη οι όροι  «πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης» και «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη» είναι περιορισμένες. Στην πρόσφατη απόφαση του Προέδρου του Εφετείου, όπως ήταν τότε, Παναγιώτου, Δ. στην υπόθεση 1. Γιώργος Διογένους 2. Ελένη Αγαθαγγέλου ν. OROGEORGIO JEWELLERY LIMITED Πολ. Εφ. Ε86/25 ημερ. 11/02/2026 διαβάζονται τα ακόλουθα:  

 

«Προκύπτει από την ανάγνωση των πιο πάνω διατάξεων ότι για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24, απαιτείται από τον αιτητή είτε η προσαγωγή του συνόλου της μαρτυρίας του, είτε ο σαφής προσδιορισμός της γραπτής μαρτυρίας στην οποία στηρίζεται. Η μαρτυρία αυτή πρέπει να είναι επαρκής και αξιόπιστη με την έννοια ότι τεκμηριώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 24.2 και επιπλέον, καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί σε δίκη.».

 

Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το White Book του 2021, αφού η αντίστοιχη δικονομική πρόνοια στην Αγγλία, δηλαδή το Μέρος 24.2 των Αγγλικών Θεσμών, είναι πανομοιότυπο με το Μέρος 24.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Στην παράγραφο 24.2.3 του White Book του 2021 διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:    

 

i)      The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;

ii)     A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];

iii)    In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;

iv)    This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases, it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10];

v)     However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550;

vi)    Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;

vii)  On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court is satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725.».

 

Τα πιο πάνω ενσωματώνονται στην απόφαση Karunia Holdings Limited v. Creativityetc Limited [2021] EWCH 1864 (Ch) καθώς και στην Harrington Scott Ltd v. Coupe Bradbury Solicitors Ltd [2022] EWCH 2275 καθώς και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χαράλαμπος Παναγή κ.α. ν Άντριας Γεωργίου Πολ. Εφ Αρ. Ε26/25 ημερ. 27/03/2026.

 

Αναφορά γίνεται και στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil ProcedurePrinciples of Practice,4η έκδοση, όπου στην παράγραφο 9.64 σημειώνεται πως προκειμένου να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: Έχει ενώπιον του όλα τα ουσιώδη συναφή γεγονότα τα οποία ήταν ευλόγως δυνατόν να τεθούν ενώπιόν του.  Ότι αυτά τα γεγονότα ήταν αδιαμφισβήτητα ή δεν υπήρχε πραγματική προοπτική επιτυχίας αμφισβήτησής τους και ότι δεν υπάρχει πραγματική προοπτική  η προφορική μαρτυρία να επηρεάσει την εκτίμηση των γεγονότων από το Δικαστήριο

 

Ως προς την ερμηνεία της φράσης «επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί στη δίκη», στην παράγραφο 24.2.2 του White Book 2021, γίνεται αναφορά στην υπόθεση  Bouygues (UK) Ltd v. Dahl-Jensen (UKLtd [2000] B.L.R. 522 όπου κρίθηκε ότι η εκκαθάριση της ενάγουσας εταιρείας ήταν επιτακτικός λόγος να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση και η A.CWard & Sons Ltd v. Catlin (Five) Ltd [2009] ENCA Civ. 1098 όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση στο πλαίσιο της οποίας δόθηκε ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οι οποίοι διαφάνηκε πως ήταν τυποποιημένοι και χρησιμοποιούνταν ευρέως.

 

Ως προς το βάρος απόδειξης σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υποδεικνύεται, στην παράγραφο 24.2.5 του White Book (ανωτέρω) υπό τον τίτλο «Burden of proof» ότι:

 

«In ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; EWCA 472, it was said that under r24.2 the overall burden of proof rests on the applicant to establish that there are grounds to believe that the respondent has no real prospect of success and that there is no other reason for a trial [.] If the applicant adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidential burden of proving some real prospect of success or some reason for a trial. The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant's statement of belief [.] The language or r. 24.2 ("no real prospect. no other reason.") indicates that, in determining the question, the court must apply a negative test.  The respondent's case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]).  In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 a [29]).  However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini-trial (Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91).  Therefore, the court hearing a Pt 24 application should be wary of trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side.  Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it (Fashion Gossip Ltd v Esprit Telecoms UK Ltd 27 July 2000, unrep., CA; cf. Day v RAC Motoring Services Ltd [1999] 1 All E.R. 1007, per  Ward LJ at 1013 propounding the adoption of a negative test on applications to se aside default judgments).  When deciding whether the respondent has some real prospect of success the court should not apply the standard which would be applicable at the trial, namely the balance of probabilities on the evidence presented; on an application for summary judgment the court should also consider the evidence that could reasonably be expected to be available at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] EWCA Civ 550, CA).».

 

Στην παράγραφο 24.2.6 του ίδιου συγγράμματος υποδεικνύεται πως αίτηση για συνοπτική απόφαση μπορεί να απορριφθεί, εν όλω ή εν μέρει, εάν ο εναγόμενος μπορέσει να καταδείξει ότι προτίθεται να εγείρει συμψηφισμό ή ανταπαίτηση που αφορά σε συζητήσιμο θέμα, ήτοι έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας.

 

Το Δικαστήριο έχοντας μελετήσει τις θέσεις που προωθούνται από τις δύο πλευρές, κρίνει καταρχάς πως τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, από έγγραφα τα οποία προσκομίστηκαν από την Ενάγουσα - Αιτήτρια. Το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει στη βάση αυτών, και χωρίς να απαιτείται πληρέστερη εξακρίβωση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση,  κατά πόσον συντρέχουν οι υπό του Κανονισμού 24.2 απαιτούμενες προϋποθέσεις. Ανοίγεται μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι δεν παρατίθενται στις καταχωρισθείσες Υπερασπίσεις λόγοι που, κατά την άποψη των Εναγομένων – Καθ’ ων η αίτηση, καθιστούν την διαδικασία εκποίησης ή/και μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου «παράτυπη και/ή αδιαφανή και/ή παράνομη». Ούτε και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση καταγράφεται κάποιος λόγος που να καθιστά την διαδικασία εκποίησης του ακινήτου και την μεταγραφή του στην Ενάγουσα – Αιτήτρια παράνομη. 

 

Υπενθυμίζεται πως από την πλευρά των Εναγομένων 1 - 5 – Καθ΄ων η αίτηση εγείρονται τα ακόλουθα ζητήματα ως προς την Υπεράσπιση τους: Ότι η χρήση του επίδικου ακινήτου δεν τερματίστηκε νόμιμα, ότι ο τερματισμός ήταν αδικαιολόγητος ή/και παράνομος ή/και εκβιαστικός και σκοπούσε στην αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Βέβαια θα πρέπει να καταγραφεί ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ή γεγονότα που να υποστηρίζουν τις συγκεκριμένες θέσεις. Παράλληλα παραδέχονται, στην παράγραφο 10 της Υπεράσπισής τους, ότι υπέβαλλαν προτάσεις αναδιάρθρωσης οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές από την Ενάγουσα - Αιτήτρια.    

 

Εξετάζοντας την εκδοχή που προβάλλει η Ενάγουσα – Αιτήτρια το Δικαστήριο έχει πεισθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι πράγματι συντρέχει βάσιμος λόγος ώστε να αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 – 5 όπως της παραδώσουν το επίδικο ακίνητο, του οποίου είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Δεν προκύπτουν οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά ζητήματα σε σχέση με τα γεγονότα.  Δεν προβάλλεται κανένας θετικός ισχυρισμός στις Υπερασπίσεις. Σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης E D & F Man Liquid Products Ltd v. Patel [2003] EWCA Civ 472 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporary documents. If so, issues which are dependent upon those factual assertions may be susceptible of disposal at an early stage so as to save the cost and delay of trying an issue the outcome of which is inevitable …».

 

            Ως έχει προλεχθεί δεν αμφισβητήθηκε η παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους – Καθ’ων η αίτηση 1 και 2 από την Τράπεζα για τις οποίες διευκολύνσεις ο Εναγομενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση είχε υποθηκεύσει το επίδικο ακίνητο δυνάμει της υποθήκης Υ1509/05, ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό. Το αντίθετο, προβάλλεται η θέση ότι είχαν γίνει προσπάθειες αναδιάρθρωσης χωρίς αποτέλεσμα. Δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε η διαδικασία πλειστηριασμού που τελικά οδήγησε στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην Ενάγουσα – Αιτήτρια στις 21/09/2023. Η παραμονή των Εναγομένων – Καθ΄ων η αίτηση  1 – 5 τους καθιστά επεμβασίες αφού δεν καταγράφεται οποιοσδήποτε λόγος που να τους προσδίδει νόμιμο δικαίωμα παραμονής.

 

Η Ενάγουσα – Αιτήτρια έχει αποδείξει ότι έχει επιδώσει την επιστολή ημερομηνίας 06/11/2024, με την οποία ειδοποίησε τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 1 – 5 ότι τερματίζει την χρήση του συγκεκριμένου ακινήτου δίνοντας εύλογη προειδοποίηση. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι η χρήση τερματίζεται στις 30/11/2024. Σημειώνεται ότι οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση 3, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι δεν διαμένουν στο ακίνητο ενώ παράλληλα ισχυρίζονται ότι δεν ενημερώθηκαν. Προκύπτει από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων ΝΤ5 και ΝΤ6 ότι υπήρξε επίδοση στην Εναγόμενη 2 – Καθ΄ης η αίτηση, στις 21/11/2024, για όλους τους Εναγόμενους – Καθ’ ων η αίτηση της συγκεκριμένης επιστολής. Ο τερματισμός, λοιπόν, επέφερε και τη λήξη της χρήσης των επίδικων ακινήτων και η συνέχιση της κατοχής τους από τους Εναγόμενους - Καθ'  ων η Αίτηση ή οποιονδήποτε εξ’ αυτούς συνιστά, εκ πρώτης όψεως, παράνομη επέμβαση.

 

Σύμφωνα και με την αγγλική νομολογία το Δικαστήριο πρέπει να διστάσει να λάβει τελική απόφαση χωρίς την διεξαγωγή δίκης, όπου υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύει ότι πληρέστερη έρευνα στα γεγονότα θα προσθέσει ή θα διαφοροποιήσει την μαρτυρία στην δίκη με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η έκβαση της δίκης. Σχετική είναι η απόφαση στην Bank of New York Mellon (International) Limited v. Cine – UK Limited and others [2021] EWCH 1013 (QB). Δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα με τα γεγονότα ως αυτά τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν προβλήθηκε καμιά θετική θέση. Ανάγνωση των Υπερασπίσεων όλων των Εναγόμενων – Καθ΄ων η αίτηση 1 – 5 οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι προβάλλονται γενικοί ισχυρισμοί οι οποίοι δεν πλαισιώνονται από οποιαδήποτε γεγονότα. Δέον να σημειωθεί ότι δεν φαίνεται να καταχωρίστηκε οποιαδήποτε Αίτηση – Έφεση σε σχέση με την ενεργοποίηση της διαδικασίας του Μέρους VΙΑ του Ν.9/65. Σύμφωνα με την νομολογία όπως αποτυπώθηκε στην Πασιουρτίδης κ.ά. ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε95/21, ημερ. 08/02/2024:

 

«Εν πρώτοις τονίζουμε ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται και που αφορούν στην διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης (που απέληξε σε εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης) ή στην εγκυρότητα των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης που υποβάλλεται βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 και ως εκ τούτου δεν συνιστούσαν υπεράσπιση στην υπό κρίση αγωγή. Όπως φαίνεται από την απόφαση στην Αίτηση - Έφεση αρ. 40/19 που οι Εφεσείοντες είχαν καταχωρίσει, προβλήθηκαν και εξετάστηκαν όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί καθώς και ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των συγκεκριμένων διατάξεων του Ν.9/1965. Ορθά, συνεπώς, έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι τα θέματα που αφορούν στη νομιμότητα του πλειστηριασμού όχι μόνον δεν συνιστούσαν υπεράσπιση στην αγωγή, αλλά επιπλέον εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν σε Δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν της αίτησης για συνοπτική απόφαση και ότι πληρούντο όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κωλύματος του δεδικασμένου».

 

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου διαταγή για διεξαγωγή δίκης θα καταστρατηγήσει τον πρωταρχικό σκοπό που επιβάλλει τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού της κάθε υπόθεσης και την κατανομή, σε κάθε υπόθεση, του κατάλληλου μέρους των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις. Τα θέματα που αφορούν την μεταβίβαση του ακινήτου στην Ενάγουσα – Αιτήτρια αφορούν σε άλλη διαδικασία.

 

Ανοίγεται μια παρένθεση για να τονιστεί ότι σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Woolf  στην υπόθεση Swain v. Hillman [2001] 1 All E.R. 91:

«It is important that a judge in appropriate cases should make use of the powers contained in Part 24. In doing so he or she gives effect to the overriding objectives contained in Part 1. It saves expense; it achieves expedition; it avoids the court's resources being used up on cases where this serves no purpose, and I would add, generally, that it is in the interests of justice. If a claimant has a case which is bound to fail, then it is in the claimant's interests to know as soon as possible that that is the position. Likewise, if a claim is bound to succeed, a claimant should know that as soon as possible. »

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Είναι σημαντικό ένας δικαστής σε κατάλληλες υποθέσεις να κάνει χρήση των εξουσιών που περιέχονται στο Μέρος 24. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιεί τους πρωταρχικούς στόχους που περιέχονται στο Μέρος 1. Εξοικονομεί έξοδα, επιτυγχάνει την γρήγορη επίλυση, αποφεύγει τη χρήση των πόρων του δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου αυτό δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, και θα προσέθετα, γενικά, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εάν ο ενάγων έχει μια υπόθεση που είναι καταδικασμένη να απορριφθεί, τότε είναι προς το συμφέρον του να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό ότι αυτή κατάσταση. Ομοίως, εάν μια αξίωση είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει, ο ενάγων θα πρέπει να το γνωρίζει το συντομότερο δυνατό.».

 

Το ερώτημα που το Δικαστήριο οφείλει να απαντήσει είναι κατά πόσο ένας εναγόμενος έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία που προσκομίστηκε και από τα δύο Μέρη στην διαδικασία το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί αρνητικά. Τα όσα έχει παραθέσει η Ενάγουσα - Αιτήτρια, πλείστα εκ των οποίων είναι μη αμφισβητούμενα γεγονότα, είναι επαρκή και κρίνω ότι έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και ότι όχι μόνον έχει αποδείξει με ρεαλιστικό τρόπο την υπόθεση της αλλά και ότι δικαιολογείται η πεποίθηση της ότι οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας σε σχέση με την απαίτηση της. Οι Εναγόμενοι -  Καθ' ων η αίτηση έφεραν το βάρος  να αποδείξουν ότι οι Υπερασπίσεις που προβάλλουν έχουν κάποια πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι φέρουν κάποιο βαθμό πειστικότητας. Εν προκειμένω, θα πρέπει οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση να καταδείξουν ότι η παραμονή τους στο επίδικο ακίνητο δεν είναι παράνομη. Δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας αναφορικά με οποιοδήποτε δικαίωμα παραμονής τους στο ακίνητο.

 

            Στη βάση των πιο πάνω, τα όσα οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν, με κάθε σεβασμό, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως Υπερασπίσεις οι οποίες έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, ούτε και ως γεγονότα τέτοιας εμβέλειας που να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για να απορριφθεί η αίτηση αλλά ούτε και παραθέτουν οποιοδήποτε επιτακτικό λόγο για τον οποίο τα ζητήματα τα οποία εγείρουν θα πρέπει να αποφασιστούν σε κανονική δίκη. Όσον αφορά την πραγματική προοπτική επιτυχίας γίνεται παραπομπή στην ερμηνεία που αποδόθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Χαράλαμπος Παναγή κ.α. ν Άντριας Γεωργίου (ανωτέρω).

 

Η Ενάγουσα – Αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και ως εκ τούτου κρίνεται πως στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση το Μέρος 24 αφού  η Υπεράσπιση δεν έχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας και δεν έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους το θέμα να οδηγηθεί και να επιλυθεί στο πλαίσιο δίκης. Στην πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου λήφθηκε υπόψη και ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, υπό το πρίσμα του οποίου διαβάζονται και ερμηνεύονται οι Κανονισμοί. 

 

Όσο για τα μηνιαία ενδιάμεση οφέλη που ζητά η Ενάγουσα – Αιτήτρια, ήτοι το ποσό των €2.150 μηνιαίως που καθορίζεται στην Έκθεση Εκτίμησης, Τεκμήριο ΝΤ9 στην αίτηση, το συγκεκριμένο ποσό  αμφισβητείται από τους Εναγόμενους – Καθ΄ων η αίτηση. Σχετικό επι του θέματος είναι το σκεπτικό της απόφασης MUKHTAR MOHAMED AL NWILI ν. MAREMONTE INVESTEMENTS LTD Πολ. Εφ. Ε205/17 ημερ. 09/01/2024 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: 

 

«Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη.  Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου.  Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης.  Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση.  Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση.».

 

Αν και η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε στη βάση της Δ.18 των παλαιών  Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι νομικές αρχές που αποτυπώνονται βρίσκουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένης της θέσης της Υπεράσπισης επί του προκείμενου.  Ακριβώς τα ίδια γεγονότα της προαναφερθείσας απόφασης απασχολούν και στην υπό κρίση αίτηση. Η Ενάγουσα – Αιτήτρια προσδιόρισε το ποσό των €2.150 στην παράγραφο 7 της καταχωρησθείσας Έκθεση Απαίτησής της. Οι Εναγόμενοι – Καθ΄ων η αίτηση αρνήθηκαν το περιεχόμενο της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης, στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους και έχουν το αναφαίρετο  δικαίωμα να αντεξετάσουν τον εκτιμητή της Ενάγουσας – Αιτήτριας σε σχέση με το περιεχόμενο της εκτίμησής του. Δεν πρόκειται για ενοικιαστές αλλά για ιδιοκτήτες του ακινήτου το οποίο ανακτήθηκε από την Ενάγουσα – Αιτήτρια με την μέθοδο του πλειστηριασμού. Συνακόλουθα δεν μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για την καταβολή του ποσού των €2.150 ως ενδιάμεσα οφέλη.  Ως εκ τούτου,  δεν είναι δυνατή η έκδοση απόφασης ως η παράγραφος (Ζ) της αίτησης.  

 

Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται συνοπτική απόφαση σε σχέση με τις παραγράφους Α, Β και Γ της αίτησης. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το επίδικο ακίνητο αφορά την κατοικία των Εναγομένων – Καθ΄ων η αίτηση και χωρίς να παραγνωρίζω τις  επί του προκειμένου θέσεις της Ενάγουσας - Αιτήτριας το Δικαστήριο θεωρεί ότι δικαιολογείται η παραχώρηση εύλογου χρόνου, ήτοι 30  ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς, για σκοπούς συμμόρφωσης τους. Ο χρόνος συμμόρφωσης με τα εκδοθέντα διατάγματα εκτείνεται στις 30 μέρες από την επίδοση της παρούσας απόφασης στους Εναγόμενους – Καθ΄ων η αίτηση. 

 Τα Αιτητικά υπό τις παραγράφους Δ, Ε, ΣΤ και Θ απορρίπτονται αφού συνιστούν επανάληψη των εκδοθέντων διαταγμάτων.  Όσον αφορά τα υπό Ζ και Η αιτούμενα διατάγματα, τα οποία είναι αλληλένδετα, η αίτηση απορρίπτεται και η Απαίτηση θα προχωρήσει σε ακρόαση μόνο σε σχέση με τις συγκεκριμένες θεραπείες.   

 Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο γενικός κανόνας αναφορικά με τα έξοδα, δυνάμει του Μέρους 39.2(1), είναι ότι ο αποτυχών διάδικος διατάσσεται να καταβάλει τα έξοδα του επιτυχόντα διαδίκου επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας – Αιτήτριας και εναντίον των Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση. Λόγω του ότι δεν έχουν καταχωριστεί κατάλογοι εξόδων από τις δυο πλευρές προβαίνω σε συνοπτικό υπολογισμό, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο Μέρος 39.7. Αυτά ανέρχονται στο ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α., πλέον €162.45 πραγματικά έξοδα αφού είναι μειωμένα κατά το ¼ εφόσον η Ενάγουσα – Αιτήτρια έχει επιτύχει αναφορικά με το μεγαλύτερο μέρος των αξιώσεων της. 

Να ακολουθηθούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας 2023 σε σχέση με τα θέματα τα οποία παραμένουν προς εκδίκαση.  

 

 

 

(Υπ.)………………….………… Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο