ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.
Αρ. Αιτ.: 60/25(i)
Μεταξύ:
GLORIA MOTORS SERVICES LTD
Ενάγουσας / Αιτήτριας
-και-
ΘΕΟΚΛΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗ
Εναγόμενου / Καθ’ ου η Αίτηση
Ημερομηνία: 27.2.2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Ν. Δαμιανού για Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο / Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Γ. Αδαμίδης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΔΑΜΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Η Ενάγουσα μέσω της απαίτησης της αξιώνει την επιδίκαση υπέρ της διάφορων ποσών τα οποία ως ισχυρίζεται προκύπτουν από την παράβαση συμφωνίας για πώληση δυο οχημάτων προς τον Εναγόμενο.
Στα πλαίσια της πιο πάνω απαίτησης, το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε στις 26.5.2025 διάταγμα δια του οποίου διέταζε και απαγόρευε στον Εναγόμενο να οδηγεί ή χρησιμοποιεί ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο τα επίδικα οχήματα μέχρι την εκδίκαση της απαίτησης καθώς και διάταγμα με το οποίο διέταζε τον Εναγόμενο όπως εντός καθορισμένης περιόδου από την επίδοση του εν λόγω διατάγματος παραδώσει στην Ενάγουσα τα οχήματα για να τα θέσει υπό την ασφαλή φύλαξη της μέχρι την αποπεράτωση της απαίτησης.
Στις 2.9.2025, η Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια») καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση και αιτείται ως ακολούθως:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την τροποποίηση του ενδιέμασου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26-05-2025 ώστε αντί διατήρησης σε ασφαλή φύλαξη του οχήματος Nissan Note με αριθμό εγγραφής [ ], αρ. πλαισίου Ε12-637562 από τους Ενάγοντες μέχρι πλήρους εκδικάσεως της αγωγής να διατάττεται η εντός δυο μηνών από της έκδοσης του τοιούτου διατάγματος η πώληση του οχήματος σε οιοδήποτε τρίτο πρόσωπο με ελάχιστη τιμή το ποσό των €8.000 το οποίο ποσό να κατατεθεί στο Δικαστήριο για να παραμείνει κατατεθειμένο μέχρι αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω και τίτλο αριθμό αγωγής (και τυχόν ανταπαιτήσεως του εναγόμενου) ως ποσό διαθέσιμο ή πληρωτέο υπέρ των εναγόντων ή του εναγόμενου ανάλογα με την εκδοθησομένη τελική απόφαση του Δικαστηρίου ή και τυχόν ενδιάμεσων ή τελικών νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την καταχώρηση από μέρους των εναγόντων σχετικής ενόρκου δηλώσεως η οποία να επιβεβαιώνει εγγράφως την επιτυχή πώληση του εν λόγω υπό Α αναφερόμενου οχήματος και την κατάθεση του εισπραχθησομένου από τη πώληση του ποσού, στο Δικαστήριο ή την αποτυχία πώλησης του παρέχουσα λεπτομέρειες.
Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την τροποποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26-05-2025 ώστε αντί διατήρησης σε ασφαλή φύλαξη του οχήματος Masda CX5 με αριθμό εγγραφής [ ], αρ. πλαισίου ΚF2P216641 από τους Ενάγοντες μέχρι πλήρους εκδικάσεως της αγωγής να διατάττεται η εντός δύο μηνών από της έκδοσης του τοιούτου διατάγματος η πώληση του οχήματος σε οιοδήποτε τρίτο πρόσωπο με ελάχιστη τιμή το ποσό των €15.000 το οποίο ποσό το οποίο ποσό να κατατεθεί στο Δικαστήριο για να παραμείνει κατατεθειμένο μέχρι αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω και τίτλο αριθμό αγωγής (και τυχόν ανταπαιτήσεως του εναγόμενου) ως ποσό διαθέσιμο ή πληρωτέο υπέρ των εναγόντων ή του εναγόμενου ανάλογα με την εκδοθησομένη τελική απόφαση του Δικαστηρίου ή και τυχόν ενδιάμεσων ή τελικών νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου.
Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την καταχώρηση από μέρους των εναγόντων σχετικής ενόρκου δηλώσεως η οποία να επιβεβαιώνει εγγράφως την επιτυχή πώληση του εν λόγω υπό Γ αναφερόμενου οχήματος και την κατάθεση του εισπραχθησομένου από τη πώληση του ποσού, στο Δικαστήριο ή την αποτυχία πώλησης του παρέχουσα λεπτομέρειες.
Ε. Οιοδήποτε άλλο Διάταγμα ή και θεραπεία ήθελε κρίνει ως ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο
Στ. Έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον φπα.»
Η αίτηση της προσέκρουσε στην ένσταση του Εναγόμενου (στο εξής «Καθ’ ου η Αίτηση») και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει την άλλη.
Οι συνήγοροι παράδωσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους, τις οποίες υιοθέτησαν. Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας απόφασης.
Η Αίτηση
Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 37, 38, 39, 40 -42 και 44 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 2, 11 και 18 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, στα άρθρα 2, 3(1),(3),(4),(5), 9(α), 14(5) και 30 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000 επί των άρθρων 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στους Κανονισμούς 23.4(6), 23.6, 25(1)-(7), (15), 32 ή και ειδικότερα επί του Μέρους 25.1(1)(γ)(ν) και 25.1(1)(κ) και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου.
Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση διευθυντή της Αιτήτριας, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τα επίμαχα οχήματα παραδόθηκαν στην Ενάγουσα στις 7.6.2025 και 24.6.2025 αντίστοιχα, υποβλήθηκαν σε μηχανικό και τεχνικό έλεγχο και τέθηκαν στην φύλαξη της Αιτήτριας.
Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επίσης ότι ως ενημερώνεται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και όπως προκύπτει από τα στατιστικά δεδομένα των εκδικάσεων πολιτικών αγωγών η τελική εκδίκαση της παρούσας δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στα επόμενα 4 ή 5 χρόνια, κυρίως λόγω φόρτου εργασιών των Δικαστηρίων από παλαιότερες υποθέσεις. Ως είναι σε θέση να γνωρίζει λόγω της θέσης και εμπειρίας της στην Αιτήτρια η οποία ασχολείται με αγοραπωλησίες οχημάτων και ως πληροφορείται από εκτιμητές μηχανοκίνητων οχημάτων, η αγοραία αξία των επίδικων οχημάτων μειώνεται συνεχώς και αυτό θα έχει σαν συνέπεια, σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης να έχουν πολλαπλάσια μειωμένη αξία από ότι είχαν όταν τερματίστηκαν οι συμφωνίες. Ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προβάλλει ισχυρισμό ότι είναι σε ισχύ οι συμφωνίες, άρα ούτε αξίωση επί των εν θέματι οχημάτων, ούτε έχει αμφισβητήσει ποτέ το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, επομένως η οποιαδήποτε αξίωση του από την Αιτήτρια δεν μπορεί να είναι παρά χρηματική.
Επισυνάπτει ως Τεκμήρια Α και Β εκθέσεις εκτίμησης για κάθε όχημα ύψους €8.000 και €15.000 αντίστοιχα και υποστηρίζει ότι η εισήγηση της Αιτήτριας για άμεση πώληση των οχημάτων και διασφάλιση του ποσού που θα εισπραχθεί υπέρ του επιτυχόντα διάδικου μειώνει ανάλογα την αύξηση της απαίτησης και ειδικότερα της οποιασδήποτε αποζημίωσης που θα δικαιούται το αθώο μέρος. Στην ουσία αμφότερα τα μέρη θα επωφεληθούν από την εκποίηση των οχημάτων.
Η Ένσταση
Με την ένσταση του ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει 10 λόγους για τους οποίους, κατ’ εκείνον δεν μπορεί να επιτύχει η υπό εξέταση αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να τους παραθέσω. Η ουσία της ένστασης έγκειται στο ότι, μέσω της ένορκης δήλωσης για την Αιτήτρια δεν δικαιολογείται επαρκώς ο λόγος για τον οποίο πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά και με μεγάλη καθυστέρηση, δεν υπάρχει διαφοροποίηση των πραγμάτων από τις 26.5.2025, ότι ο σκοπός του διατάγματος ήταν αποκλειστικά να τεθούν τα οχήματα υπό την φύλαξη της Αιτήτριας, ότι η αξία των οχημάτων είναι μεγαλύτερη από αυτήν που αναφέρει η Αιτήτρια και ότι το Δικαστήριο είχε εκδώσει το διάταγμα 26.5.2025 διότι δόλια και σκόπιμα η Αιτήτρια είχε τερματίσει την ασφάλεια των οχημάτων.
Η ένσταση, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 37-44 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.9, στα άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Μέρη 3.1,3.2, 4, 22.1, 23.1-4, 23.6, 23.8, 23.9, 23.15, 23.16, 25.3, 25.6, 25.7 και 32, στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση.
Μέσω της εν λόγω ένορκης δήλωσης του, ο Καθ’ ου η Αίτηση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Το μόνο που στην ουσία προσθέτει είναι, τα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία αποτελούν διαφημίσεις οχημάτων ίδιας μάρκας στις οποίες φαίνεται να είναι προς πώληση για ποσό μεγαλύτερο από το ποσό που διατείνεται η Αιτήτρια ότι αξίζουν.
Νομική πτυχή
Στην νομική βάση της αίτησης συμπεριλαμβάνεται το άρθρο 4(1) του Κεφ. 6 ανωτέρω στο οποίο προβλέπεται ότι:
«Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.»
Και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του οποίου τα εδάφια (1) και (2) προνοούν τα εξής:
«(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:
(2) Οιονδηποτε ενδιάμεσο διάταγμα, εκδoθέv συμφώνως τω εδαφίω (1), δύναται να εκδοθή υπό τoιoύτoυς όρους και πρoϋπoθέσεις ως το δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και το δικαστήριov δύναται καθ' οιονδήποτε χρόvov, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώση ή τρoπoπoιήση οιονδήποτε τoιoύτov διάταγμα.»
Το Μέρος 25 Κ.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, προνοεί για τις ενδιάμεσες θεραπείες που το Δικαστήριο δύναται να χορηγήσει, συγκεκριμένα τον Κ.1(γ)(ν) και (κ):
«(1) Οι ενδιάμεσες θεραπείες, τις οποίες δύναται να χορηγήσει το δικαστήριο, περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται στις ακόλουθες:
(α) ενδιάμεσο διάταγμα·
(β) ενδιάμεση αναγνωριστική δήλωση·
(γ) διάταγμα:
…
(v) για την πώληση περιουσίας η οποία μπορεί να καταστραφεί λόγω φθοράς ή η οποία είναι επιθυμητό για άλλο καλό λόγο να πωληθεί γρήγορα…
(κ) διάταγμα για καταβολή συγκεκριμένου ποσού στο δικαστήριο ή εξασφάλισής του με άλλο τρόπο, όταν υπάρχει διαφορά αναφορικά με το δικαίωμα διαδίκου επί του ποσού·…»
Σημειώνεται ότι στον Κ.1(2) του Μέρους 25 επεξηγείται ότι στην παράγραφο 1(γ) ανωτέρω η αναφορά σε περιουσία «σημαίνει περιουσία (περιλαμβανομένης γης), η οποία αποτελεί αντικείμενο απαίτησης ή σε σχέση με την οποία μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα στο πλαίσιο απαίτησης».
Κατόπιν εξέτασης των όσων διαλαμβάνουν τα σχετικά νομοθετήματα πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε προηγούμενη σύνθεση, το οποίο τα εξέτασε εκδόθηκε κατόπιν σχετικής ενδιάμεσης απόφασης το διάταγμα ημερομηνίας 26.5.2025. Τώρα αυτό που επιζητεί η Αιτήτρια είναι την διαφοροποίηση του.
Η εξουσία στο Δικαστηρίου να διαφοροποιήσει διάταγμα παρέχεται από το Μέρος 3 Κ.1(8) όπου αναφέρεται ότι η «εξουσία του δικαστηρίου, δυνάμει των παρόντων κανονισμών προς έκδοση διατάγματος περιλαμβάνει και εξουσία διαφοροποίησης, παραμερισμού ή ακύρωσης του διατάγματος» (βλ. επίσης άρθρο 32(2) περί Δικαστηρίων Νόμου ανωτέρω).
Ο πιο πάνω κανονισμός είναι πανομοιότυπος με τον Κανονισμό 3.1(7) των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο Σύγγραμμα Blackstone’s Civil Practice 2018 σελ. 745, αναφέρεται ότι αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί κατόπιν αιτήματος διαδίκου ή από το Δικαστήριο με ίδια πρωτοβουλία. Στις σελ. 745 και 746 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται επίσης ότι αίτηση για διαφοροποίηση ή παραμερισμό διατάγματος δύναται να εγερθεί σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις∙ (α) όταν το αρχικό διάταγμα εκδόθηκε από το Δικαστήριο με δική του πρωτοβουλία, (β) όταν τα μέρη εμφανίστηκαν στην αρχική ακρόαση, και ένα εξ αυτών αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως ότι το διάταγμα που εκδόθηκε δεν είναι ρεαλιστικό και (γ) όταν η ανάγκη για διαφοροποίηση ή παραμερισμό βασίζεται σε περιστάσεις που προκύψαν κάποιο χρόνο μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος.
Στην σελ. 746 παρ. 42.44 του ίδιου Συγγράμματος κάτω από την επικεφαλίδα «Λόγοι για διαφοροποίηση ή παραμερισμό» αναφέρονται τα εξής:
«Upholding the finality of decisions, the policy against giving litigants a second bite of the cherry, and supporting the appeals system, all point towards a restrictive approach to applications under CPR, r.3.1(7). Tibbles v SIG plc [2012] EWCA Civ 518, [2012] 1 WLR 2591 (approved in Thevarajah v Riordan [2015] UKSC 78, [2016] 1 WLR at [15] held that a court will normally only exercise this power where:
(a) there has been a material change of circumstances – this should be established by evidence, or possibly argument (Edwards v Golding [2007] EWCA Civ 416, The Times 22 May 2007);
(b) the facts on which the original order was made were misstated. This will cover cases of material non-disclosure (see 32.9). It can also cover inadvertent errors, an example being Newland Shipping and Forwarding Ltd v Toba Trading FZC [2014] EWHC 210 (Comm), [2014] 2 Costs LR 279, where an order was varied to reflect the correct figure claimed; and
(c) there has been a manifest mistake on the part of the judge in formulating the original order.»
Στην ίδια σελίδα και παράγραφο επισημαίνεται σε ελεύθερη μετάφραση ότι «τα Δικαστήρια ενεργούν με ιδιαίτερη προσοχή πριν προβούν σε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις προηγούμενων οδηγιών…,γιατί κάτι τέτοιο προσεγγίζει την ανατροπή της διαδικασίας λήψης της απόφασης που ακολουθήθηκε στην αρχική ακρόαση των οδηγιών. Το κατά πόσο μια ουσιαστική διαφοροποίηση πρέπει να επιτραπεί εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης, και από την εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού (βλ. Umm Qarn Management Co. Ltd v Bunting [2001] CPLR 21) ».
Μετέπειτα, στην σελ.746, πάντα, του ίδιου Συγγράμματος αναφέρεται ότι επιπρόσθετα των κριτηρίων που καθόρισε η Tibbles ανωτέρω, «υποδεικνύεται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να διαφοροποιήσει… δύναται να ασκηθεί και στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) όπου το αρχικό διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση…
(β) όπου ένα μέρος δεν παρουσιάζεται…και
(γ) όπου ένα τρίτο μέρος επηρεάζεται δυσμενώς από ένα διάταγμα που εκδόθηκε στην απουσία του…»
Στην σελ. 747 του ίδιου συγγράμματος επισημαίνεται, σε ελεύθερη μετάφραση, ότι «είναι φανερό πως ο κ.3.1(7) δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δεύτερη προσπάθεια με την ίδια μαρτυρία της αρχικής αίτησης, ή όταν πρόκειται να προβληθεί πρόσθετη μαρτυρία ή ισχυρισμοί που ήταν διαθέσιμα αλλά, για οποιονδήποτε λόγο δεν χρησιμοποιήθηκαν στην πρώτη αίτηση (Collier v Williams [2006] EWCA Civ 20, [2006] 1 WLR 1945 at [39]-[40])».
Η διαφοροποίηση που υπήρξε στην υπό εξέταση περίπτωση σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας είναι η μείωση της αξίας των οχημάτων λόγω του χρόνου που παρήλθε από την έκδοση του διατάγματος και θα επέλθει λόγω του χρόνου που θα παρέλθει μέχρι να εκδικαστεί η ουσία της απαίτησης.
Ως υποδεικνύεται στην παρ. 42.45 της σελ.747 όταν το Δικαστήριο εξετάζει αίτηση για διαφοροποίηση στην βάση του κριτηρίου ότι υπήρξε μεταβολή των περιστάσεων, εάν υπήρξε πραγματική αλλαγή τότε συνήθως δεν υπάρχει ένσταση στην διαφοροποίηση. Αλλαγή όμως με την οποία απλώς διορθώνεται κάποιο λάθος δεν είναι αρκετή (βλ. την εκεί αναφορά στην Thevarajah v Riodan [2016] 1 WLR 76), ούτε η αργοπορημένη συμμόρφωση σε διάταγμα που επέβαλλε προθεσμία κρίθηκε μεταβολή των περιστάσεων (βλ. την εκεί αναφορά στην Global Torch Ltd v Apex Global Management Ltd (No.2) [2014] 1 WLR 4495). Στην υπόθεση Bass Taverns Ltd v Carford Catering Equipment Ltd [2002] EWCA Civ 671 αποφασίστηκε ότι η προσαγωγή επιπρόσθετης μαρτυρίας ως μεταβολή των περιστάσεων εφαρμόζεται όπου ο αιτητής δεν ευθύνεται για την μη προσκόμιση της στην πρώτη ακρόαση.
Ως περαιτέρω αναφέρεται στην ίδια παράγραφο κάθε υπόθεση «εξαρτάται από τα δικά της γεγονότα, με το δικαστήριο να επιδιώκει να εφαρμόσει τον πρωταρχικό σκοπό…Επιβάλλεται στον διάδικο να αιτηθεί ενδιάμεση θεραπεία με βάση τα ίδια γεγονότα μια φορά και μόνο μια φορά (Halifax plc v Chandler [2001] EWCA Civ 1750, [2002] CPLR 41…)».
Η πιο πάνω προσέγγιση δεν διαφοροποιείται στην ουσία ακόμη και μετά την εισαγωγή των CPR στην Αγγλία εφόσον και η παλαιότερη νομολογία καταδείκνυε ότι ακόμη και ενδιάμεσες διαδικασίες ένα μέρος «cannot fight over again a battle which has already been fought unless there has been some significant change of circumstances, or the party has become aware of facts which he could not reasonably have known, or found out, in time for the first encounter» (βλ. Chanel Ltd v F W Woolworth & Co Ltd [1981] 1 All ER 745).
H δυνατότητα μεταβολής, διαφοροποίησης, τροποποίησης ή και ακύρωσης διατάγματος λόγω μεταβολής των περιστάσεων από την ημερομηνία έκδοσης του βρίσκει έρεισμα και στην δική μας Νομολογία (βλ. Avila Management Services Ltd v Stepanke (2012) 1B Α.Α.Δ. 1403, Penderhill Holdings Limited κ.α. v Κλουνικα (2014) 1 Α.Α.Δ. 118, IKOS CIF LIMITED v Coward (2015) 1 Α.Α.Δ. 421, ΒΡ Holdings Ltd κ.ά. ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694) και προνοείται επίσης κάτω από το άρθρο 32(2) του περί Δικαστηρίων Νόμου ανωτέρω το λεκτικό του οποίου καταδεικνύει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου, ούσα μη χρονικά εξαρτώμενη, είναι ευρύτερη και αφορά διατάγματα πάσης φύσεως.
Εφαρμογή – Συμπεράσματα
Αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι ως προκύπτει από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 26.5.2025 η Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο αναζητώντας ενδιάμεση θεραπεία ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων ότι στερείται της ιδιοκτησίας της, ήτοι επίδικα τα οχήματα.
Εν όψει τούτου, το υπό εξέταση αίτημα της για διαφοροποίηση του διατάγματος από φύλαξη σε πώληση προβάλλει ως αντιφατικό ως προς τα πιο πάνω. Παρά ταύτα παρατηρώ τα εξής:
Πρώτον δεν αμφισβητείται το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οχημάτων
Δεύτερον από την ημερομηνία που αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την αρχική αίτηση μέχρι την έκδοση του διατάγματος παρήλθε χρόνος περί των 4 μηνών, από την έκδοση του διατάγματος μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης είχε παρέλθει χρονικό διάστημα περί των 5 μηνών και μέχρι σήμερα που εκδίδεται η απόφαση διάστημα περί των 6 μηνών.
Η εκτίμηση της αξίας των οχημάτων φαίνεται να έλαβε χώρα στις 26.6.2025
Ο Καθ’ ου η Αίτηση μέσω της ένστασης τους δεν φαίνεται να προβάλλει οποιαδήποτε αξίωση επί των οχημάτων, ούτε της υπεράσπισης που καταχώρησε στις 8.9.2025. Δεν φαίνεται δηλαδή να διεκδικεί με οποιοδήποτε τρόπο τα οχήματα ούτε ανταπαιτεί οτιδήποτε από την Αιτήτρια.
Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι ο Καθ’ ου η αίτηση παρουσίασε ως Τεκμήρια δυο διαφημίσεις πώλησης οχημάτων ίδιας μάρκας. Αρχικά να αναφέρω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και διατύπωσης ευρημάτων τα οποία πρέπει να εξακριβώνονται στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Οι περισσότερες ενδιάμεσες αιτήσεις ως υποδεικνύεται στην σελ.568 του BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, εκδικάζονται στην βάση των μη αμφισβητούμενων από τον καθ’ ου η αίτηση γεγονότων σε συνδυασμό με την δική του εκδοχή επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και το Δικαστήριο δεν πρέπει να κοιτάζει πίσω από την γραπτή μαρτυρία εάν υπάρχει εγγενής απιθανοφάνεια η οποία μπορεί να εξαχθεί από αυτήν ή υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που να την αντικρούει (βλ. HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Πρόκειται συναφώς για τις ίδιες γραμμές επί των οποίων κινείται και η Νομολογία μας σε σχέση με ενδιάμεσες διαδικασίες των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. π.χ. Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557, THE JONITEXO LTD v. ADIDAS SPORTSCHUFABRIEKEN ADI DASSLER KG (1984) 1 CLR 263, Σταυράκης κ.α. ν. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1 Α.Α.Δ. 731, ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ Πολ. Έφ. 43/2012, ημερομηνίας 24.3.2017, ECLI:CY:DOD:2017:3).
Κατά την κρίση μου, δεν είναι δυνατόν για το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο να προβεί σε σύγκριση μεταξύ δυο εκτιμήσεων και δυο διαφημίσεων όσο και να προσομοιάζουν τα οχήματα που περιλαμβάνονται σε αυτές. Αν πρέπει να αναφερθεί κάτι είναι ότι η εκτίμηση προκύπτει μετά από εξέταση των οχημάτων ενώ η διαφήμιση παρέχει πληροφορίες σε κάποιον ενδιαφερόμενο να αγοράσει συγκεκριμένο όχημα σε συγκεκριμένη τιμή. Στα πιο πάνω θα πρέπει να αναφερθεί και το ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα τα οχήματα αν πωληθούν να αποφέρουν το τίμημα που ισχυρίζεται ο Καθ’ ου η Αίτηση ότι αξίζουν.
Δεν διέλαθε επίσης της προσοχής μου ο ισχυρισμός περί καταχρηστικότητας των διαδικασιών του Δικαστηρίου λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Παραπέμπω στο Blackstone’s πιο πάνω όπου στην σελ. 746 αναφέρεται ότι είναι αναγκαίο όπως αίτηση για διαφοροποίηση υποβάλλεται το συντομότερο δυνατόν. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι στο εν λόγω σύγγραμμα αυτού του είδους οι αιτήσεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο διαχείρισης υποθέσεων «case management» εξ ου και οι αναφορές του συγγραφέα περί διαφοροποίησης του χρονοδιαγράμματος των οδηγιών του δικαστηρίου. Είναι όμως και ζήτημα λογικής ότι εφόσον πρόκειται στην ουσία για αντικατάσταση ενδιάμεσης θεραπείας με άλλη τότε η οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση επενεργεί εναντίον του μέρους που αιτείται την έκδοση διατάγματος. Για παράδειγμα στην υπόθεση Gerardo Moreno De La Hija v Christopher Frank Caradini Lee [2017] EWHC 634 (Ch) υπήρξε καθυστέρηση δυο ετών στην καταχώρηση του αιτήματος με αποτέλεσμα να απορριφθεί. Επί τούτου είμαι της γνώμης ότι ο χρόνος εντός του οποίου αποτάθηκε η Αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου χωρίς οτιδήποτε άλλο. Άλλωστε το βάρος απόδειξης της κατάχρησης είναι στους ώμους του μέρους που την επικαλείται και δεν το έχει πράξει εφόσον ο ισχυρισμός παρέμεινε καθαρά λεκτικός χωρίς να επεξηγηθεί με ποιο τρόπο επηρεάστηκαν δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ’ ου η Αίτηση από την οποιαδήποτε καθυστέρηση της Αιτήτριας στο να αποταθεί στο Δικαστήριο.
Δεν συμφωνώ ότι τα δεδομένα δεν παρουσιάζουν διαφοροποίηση. Η διαφοροποίηση που παρατηρείται να υπάρχει στα δεδομένα της υπόθεσης έγκειται στον χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και την επικείμενη μείωση της αξίας δυο οχημάτων που στην ουσία πλέον μετά και την καταχώρηση της υπεράσπισης του Καθ’ ου η Αίτηση δεν μπορεί να λεχθεί ότι αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας και θα αφεθούν στην φθορά του χρόνου μέχρι την περάτωση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο απαίτησης.
Εν όψει των πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει εύλογη αιτία για την διαφοροποίηση του διατάγματος.
Θα πρόσθετα ακόμη ότι, δεδομένου του ότι με την αιτούμενη διαφοροποίηση το αίτημα της Αιτήτριας είναι πως, οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί από την πώληση των οχημάτων θα παραμείνει κατατεθειμένο στο Δικαστήριο θεωρώ ότι εξασφαλίζει στην ουσία ως δικλείδα ασφαλείας ότι σε περίπτωση που η απαίτηση απορριφθεί ή προκύψει άλλη διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία ο Εναγόμενος θα δικαιούται σε καταβολή εξόδων, ότι θα υπάρχουν χρήματα διαθέσιμα για να λάβει ο τελευταίος. Εφόσον δεν διεκδικεί τα οχήματα είναι προς το συμφέρον και του ιδίου η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί πιθανής εκδίκασης της υπόθεσης μέσα στα επόμενα 4-5 χρόνια, περιορίζομαι να αναφέρω ότι δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το Δικαστήριο πόσος χρόνος θα χρειαστεί για την εκδίκαση μιας υπόθεσης αναλογιζόμενος και τις υποχρεώσεις των συνηγόρων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου στην έγκαιρη διεκπεραίωση της.
Κατάληξη
Στην βάση όλων των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται διατάγματα ως το Α, Β, Γ και Δ της αίτησης υπό τους εξής όρους:
Η περίοδος των δυο μηνών θα είναι από την σύνταξη και όχι την έκδοση του διατάγματος
H Eνάγουσα εντός 7 εργάσιμων ημερών από την πώληση των οχημάτων να καταθέσει το ποσό που εισπράχθηκε στο Δικαστήριο.
Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, εφόσον το αίτημα συνδέεται και με την πιθανότητα επιτυχίας καθώς και αποτυχίας της απαίτησης κρίνω ορθότερο όπως παραμείνουν στην πορεία της απαίτησης και θα είναι υπέρ του επιτυχόντος διάδικου στην ουσία της απαίτησης.
(Υπ.) .....................................
Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο