ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ν. IMPRESSION BY K&T HAIR DRESSING LIMITED κ.α., Αρ. Αγ. 42/2022, 27/4/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ν. IMPRESSION BY K&T HAIR DRESSING LIMITED κ.α., Αρ. Αγ. 42/2022, 27/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.

Αρ. Αγ. 42/2022(i)

Μεταξύ:

                                              ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ                                               

                                                    Ενάγοντα

                                                        -και-

                      1.IMPRESSION BY K&T HAIR DRESSING LIMITED

                      2.ΤΑΣΟΥΛΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

                      3.ΚΥΠΡΟΣ ΑΣΠΡΟΥ

Εναγόμενοι

 

Ημερομηνία: 27.4.2026  

 

Εμφανίσεις:   

Για τον Ενάγοντα: κ. Κούμας

Για τους Εναγόμενους: κ. Παπαλλής       

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγικά

Ο Ενάγων αξιώνει απόφαση υπέρ της και εναντίον των Εναγόμενων, μεταξύ άλλων, για το ποσό των €8.175,46 ως οφειλόμενα ενοίκια, λογαριασμούς ρεύματος και υδατοπρομήθειας και/ή ως αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεση κέρδη και/ή απωλεσθείσες προσόδους, ποσό €585 για οφειλόμενη αμυντική εισφορά, ποσό €366 για οφειλόμενη εισφορά στο ΓΕΣΥ, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις ένεκα παράνομης επέμβασης, πλέον τόκους και έξοδα.

Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα κατά ή περί την 18.7.2017 στην Λάρνακα συμφώνησε εγγράφως με την Εναγόμενη 1 όπως ενοικιάσει στην τελευταία τα δυο υποστατικά που περιγράφονται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης του. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την πιστή τήρηση από την Εναγόμενη 1 όλων των όρων και υποχρεώσεων της που απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία.

Κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας, η Εναγόμενη 1 παρέλειψε και/ή παραλείπει και/ή καθυστερεί να πληρώσει ενοίκια παρά την επανειλημμένη αξίωση τους από τον Ενάγοντα, λογαριασμούς ρεύματος και υδατοπρομήθειας καθώς και εισφορά άμυνας και ΓΕΣΥ. Η Εναγόμενη 1 κλήθηκε μέσω επιστολής ημερομηνίας 13.10.2021 η οποία κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3 όπως εξοφλήσει παν οφειλόμενο εντός 21 ημερών.

Η Εναγόμενη 1 παρέδωσε τα κλειδιά των υποστατικών στον Ενάγοντα την 1.12.2021 πλην όμως ουδέν ποσό κατέβαλε προς τον Ενάγοντα.

Η πλευρά των Εναγόμενων ισχυρίζεται ότι υπογράφηκε μεταγενέστερα άλλο ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο υπερισχύει αυτού που αναφέρει ο Ενάγων και ότι στο νέο αυτό ενοικιαστήριο έγγραφο δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόνοια για εγγύηση. Ισχυρίζεται ότι το υποστατικό κατείχετο από πριν από τον νυν διευθυντή της Εναγόμενης 1.

Πέραν και επιπρόσθετα των πιο πάνω προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι, από το ενοικιαστήριο έγγραφο εξαιρούνταν τα κοινόχρηστα και δεν προβλεπόταν πουθενά υποχρέωση για καταβολή άμυνας και ΓΕΣΥ καθώς και ότι, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των €7.100 για συντήρηση και/ή επιδιόρθωση φορθών προκειμένου το υποστατικό να καταστεί κατάλληλο για χρήση και ασφαλές το οποίο ο Ενάγων αρνήθηκε και/ή αμέλησε και/ή δεν ενδιαφέρθηκε να τους το καταβάλει. Το εν λόγω ποσό το αξιώνουν με την ανταπαίτηση τους.

Ο Ενάγων στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση αρνείται τα πιο πάνω, εμμένει στην θέση του και ισχυρίζεται ότι εάν έγιναν οποιεσδήποτε εργασίες αυτές έγιναν χωρίς την συγκατάθεση του και όχι για τους σκοπούς που αναφέρουν οι Εναγόμενοι αλλά αφορούσαν σε μετατροπές και/ή προσθήκες και/ή επισκευές για να χρησιμοποιηθεί το υποστατικό ως κομμωτήριο και σε περίοδο πριν η Εναγόμενη 1 ενοικιάσει το υποστατικό.

Η ακρόαση της υπόθεσης, έγινε στη βάση της γραπτής ένορκης μαρτυρίας που κατατέθηκε από αμφότερες τις πλευρές και ουδείς ζήτησε να αντεξετάσει. Πρόκειται για διαδικασία η οποία είχε εισαχθεί αρχικά από την Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο.

Σημειώνω περαιτέρω ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση εκδικάστηκαν ταυτόχρονα.

Και οι δυο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους με γραπτά κείμενα που παραθέσαν στο Δικαστήριο. Το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έστω και αν δεν γίνεται αναλυτική αναφορά και επανάληψη στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους.

Μαρτυρία Ενάγοντα

Μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Ενάγων. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 18.7.2017 και αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπόγραψαν εγγύηση. Μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, η Εναγόμενη 1 έλαβε κατοχή των υποστατικών και τα κατείχε μέχρι την 1.12.2021 οπότε και παράδωσε τα κλειδιά στον Ενάγοντα. Ο Ενάγων παράλαβε τα κλειδιά άνευ βλάβης κατόπιν σχετικής βεβαίωσης (Τεκμήριο 3).

Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ήταν όροι του Τεκμήριου 2 ότι η ενοικίαση άρχιζε από 1.8.2017 και ίσχυε μέχρι 31.12.2017 και στη συνέχεια ανανεώνεται με την έναρξη του εκάστοτε ημερολογιακού έτους, ήτοι από 1.1.2018 μέχρι 31.12.2018 και ούτω καθ’ εξής. Το ενοίκιο καθορίστηκε σε €6.000 ετησίως, πληρωτέο προκαταβολικά σε ίσες μηνιαίες δόσεις ύψους €500 έκαστη, πληρωτέα το αργότερο μέχρι την 10η ημέρα εκάστου μηνός. Ο ενοικιαστής υποχρεούτο να πληρώνει λογαριασμούς ρεύματος, νερού και κοινοχρήστων €40 μηνιαίως για τους πρώτους 11 μήνες και ακολούθως €60 κατά τον δωδέκατο μήνα έκαστου έτους. Συμφωνήθηκε επίσης ότι τα δημοτικά τέλη, φόροι και τέλη αποχέτευσης που σχετίζονται με κατανάλωση νερού θα βάρυναν τον ενοικιαστή. Η καταβολή εισφοράς άμυνας συμφωνήθηκε ότι αποτελεί υποχρέωση του ενοικιαστή και θα πληρωνόταν αό τον ενοικιαστή. Η συμφωνία θα ανανεωνόταν αυτόματα κατά την λήξη της για ακόμη ένα έτος εκτός εάν ο ενοικιαστής τερμάτιζε την συμφωνία στέλλοντας συστημένη επιστολή τουλάχιστον 3 μήνες πριν την λήξη της προς τον ιδιοκτήτη.

Η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση της συμφωνίας παράλειψε να καταβάλει ενοίκια μέχρι και την 1.12.2021 καθώς και διάφορους λογαριασμούς με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί οφειλόμενο ποσό ύψους €8.175,46 το οποίο αξίωσε επανειλημμένα ο Ενάγων πλην όμως η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε να καταβάλει. Αποτελεί επιπρόσθετο ισχυρισμό του ότι η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε ούτε αμυντική εισφορά για περίοδο 52 μηνών, ήτοι από τον Αύγουστο 2017 μέχρι Νοέμβριο 2021 η οποία ανέρχεται σε ποσό €585 καθώς επίσης και εισφορά στο ΓΕΣΥ η οποία ανέρχεται σε €366.

Κατά την 13.10.2021 μέσω επιστολής των δικηγόρων του προς την Εναγόμενη 1 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3, οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν το ποσό των €7.676, το οποίο αντιστοιχούσε στις μέχρι τότε οφειλές, εντός 21 ημερών από την λήψη της εν λόγω επιστολής (Τεκμήριο 4). Η Εναγόμενη 1 παρά τα πιο πάνω, συνέχιζε παράνομα και αυθαίρετα και αντισυμβατικά να κατέχει τα υποστατικά μέχρι την 1.12.2021 χωρίς να καταβάλλει ενοίκια και χωρίς να επιδείξει οποιαδήποτε πρόθεση εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων.

Αποτελεί επίσης θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό από εκείνον λόγω του ότι σύμφωνα με τους όρους του Τεκμήριου 2 κάθε τροποποίηση, επισκευή ή προσθήκη παραμένει προς όφελος των ιδιοκτητών χωρίς καμία υποχρέωση για αποζημίωση ή οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση του ιδιοκτήτη προς τον ενοικιαστή. Πέραν τούτου η αξίωση των Εναγόμενων έχει παραγραφεί καθότι παρήλθε χρόνος πέραν των έξι ετών.

Μαρτυρία Εναγόμενων

Για τους Εναγόμενους έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 3. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, μαζί με την Εναγόμενη 2 ίδρυσαν στις 27.6.2017 την Εναγόμενη 1. Τα επίδικα υποστατικά ενοικιάζονταν από τον ίδιο πριν την ίδρυση της Εναγόμενης 1 όπου ασκούσε τη δραστηριότητα του ως κομμωτής. Στις 18.7.2017 υπόγραψαν με τον Ενάγοντα ενοικιαστήριο έγγραφο. Μετά από λίγο διάστημα υπόγραφηκε μεταγενέστερο ενοικιαστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2 της μαρτυρίας του) για τα επίδικα υποστατικά, μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης 1 το οποίο υπερισχύει αυτού που αναφέρει ο Ενάγων όντας μεταγενέστερο.

Το τελευταίο ενοικιαστήριο το οποίο ως αναφέρει ο Εναγόμενος 3 «προφανώς ανακαλεί το προγενέστερο» υπογράφηκε στις 18.12.2017. Στο εν λόγω ενοικιαστήριο εκ λάθους καταγράφεται η ημερομηνία 18.12.2007 κάτι το οποίο είναι αδιαμφησβήτητα λάθος εφόσον η Εναγόμενη 1 συστάθηκε στις 27.6.2017. Επιπλέον, η περίοδος ενοικίασης αφορά στο έτος 2017 επομένως είναι όντως τυπογραφικό λάθος. Προφανώς, από τη στιγμή υπογράφηκε μεταγενέστερο ενοικιαστήριο έγγραφο, δεν μπορεί ο Ενάγων να αξιώνει οτιδήποτε με βάση το προηγούμενο. Στο συγκεκριμένο επίσης, ενοικιαστήριο, δεν γίνεται καμία αναφορά σε εγγύηση. Συνεπώς, οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν υπέχουν καμία ευθύνη.

Όσα ισχυρίζεται ο Ενάγων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ούτε συνάδουν με τους όρους του Τεκμήριου 2 της μαρτυρίας του Εναγόμενου, το οποίο προέβλεπε ρητά ότι από τις υποχρεώσεις του ενοικιαστή εξαιρούνταν τα κοινόχρηστα καθότι αυτά περιλαμβάνονταν στο ποσό του ενοικίου και δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη για εισφορά άμυνας και ΓΕΣΥ.

Αποτελεί επιπρόσθετο ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι, προκειμένου ο χώρος να κασταστεί κατάλληλος για χρήση και να είναι ασφαλής, χρειάστηκε να γίνουν ορισμένες απαραίτητες εργασίες, ήδη από την περίοδο που ενοικιαζόταν μόνο από τον Εναγόμενο 3. Οι σχετικές εργασίες ήταν απαραίτητες για συντήρηση και επιδιόρθωση φθορών που επηρεάζαν την λειτουργικότητα του υποστατικού. Παραθέτει δε ως Τεκμήριο 3, τιμολόγιο που εκδόθηκε για τις εργασίες συντήρησης. Το ποσό των €7.100 που αφορούσε στις πιο πάνω αναφερόμενες εργασίες καταβλήθηκε από τους Εναγόμενους ενώ θα έπρεπε να είχε πληρωθεί από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων είχε ενημερωθεί αλλά παρά τις οχλήσεις των Εναγόμενων ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να πληρώσει. Εφόσον αμέλησε να τους αποδώσει το κόστος των εργασιών θεωρούν ότι εμποδίζεται από το να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό από εκείνους.

Καταληκτικά είναι η θέση του ότι ουδέν ποσό οφείλεται στον Ενάγοντα, ότι η αγωγή κακώς στράφηκε εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 καθότι ουδέποτε εγγυήθηκαν την Εναγόμενη 1 και ουδέποτε έθεσαν την υπογραφή τους ως εγγυητές επί του τελευταίου ενοικιαστήριου εγγράφου και ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ τους ως η ανταπαίτηση τους.

 

 

Βάρος Απόδειξης – Νομική Πτυχή

Όντας πολιτική υπόθεση το βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει την υπόθεση του, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έστω και αν η διαδικασία διεξάγεται στη βάση έγγραφης μαρτυρίας A.G. Lithotechnic Ltd v Πρίνος Λαχαναγορά Λιμιτεδ Πολ. Εφ. 359/19).

Επισημαίνω ότι, οι βασικοί κανόνες απόδειξης, δεν ατονούν επειδή η διαδικασία έχει διεξαχθεί στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις όπου μια θέση είναι ότι τα γεγονότα που η άλλη πλευρά έχει ισχυριστεί δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή για να καταδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου ή να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, Θεοδώρου ν. Karageordiades Trading Ltd, Πολ. Εφ. 267/18, ημερ. 19.12.2023) καθότι η παράλειψη να αντεξεταστεί μάρτυρας, χωρίς ικανοποιητική εξήγηση, σε ουσιώδη μέρη ή μέρος της μαρτυρίας του, ισοδυναμεί με αποδοχή της μαρτυρίας. Εκτός εάν πρόκειται για σημείο που είναι έκδηλα ανυπόστατο. Δεν αναμένεται επίσης κάποιος να επιζητήσει αντεξέταση σε σημεία που είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα ή έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά από τους διαδίκους.

Η διαδικασία εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά καθαρά στην ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των συνήθων  κανόνων απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του. Το βάρος να αποδειχθεί ένας ισχυρισμός, βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που προβάλλει τον ισχυρισμό και δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα αποδεχθεί κάποιον ισχυρισμό επειδή δεν έγινε αντεξέταση εάν από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν ενδείκνυται (βλ. Σκορδή ν. Α. Λάντου κ.α. Πολ. Εφ. 429/12, ημερ. 22.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A127).

Επισημαίνω επίσης την καλά καθιερωμένη αρχή ότι, για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά.  Τα «επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα» (βλ. Πούρικκος v. Σάββα κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ. 507).

Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση, η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ευχέρεια η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην εξεύρεση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Όταν μια συμφωνία διατυπώνεται εγγράφως, η εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους που έχουν διατυπωθεί στο έγγραφο. Η ερμηνεία του εγγράφου, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών και για αυτό το λόγο η πρόθεση τους πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει ούτως ώστε το Δικαστήριο να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με τη διατύπωση που χρησιμοποίησαν και όχι με το τι είχαν πρόθεση να χρησιμοποιήσουν (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Έμπορει Γεωργικών Προιόντων Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ. 168, Λευκαρίτη κ.α. ν. Long Beach κ.α. (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 194, Λίλλης ν Ξενή (2009) 1 Α.Α.Δ. 217, Hakam Qasem Hussein Badar v Ηλία Πολ. Εφ. 17/14 ημερ. 25.10.2022, ECLI:CY:AD:2022:A400, Avlida Hotels Ltd v. Annik Ltd Πολ. Εφ. 260/14 ημερ. 16.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:A213).

 

Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων για διάρρηξη συμφωνίας περιέχονται στο Άρθρο 73(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο προνοεί τα εξής:

 

«73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο , για την ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης».

 

Οι διατάξεις του πιο πάνω άρθρου έτυχαν εξέτασης και ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων (βλ. Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499, Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 679, George Charalambous Ltd v. 1. Kalos Kafes κ.α. (1997) 1 Α.Α.Δ. 199). Η γενική αρχή είναι ότι το αναίτιο μέρος πρέπει τεθεί στο βαθμό που είναι εφικτό, στην θέση που θα βρισκόταν εάν η σύμβαση είχε εκτελεστεί και υποδείχθηκε στην Βουζούνη ν. Αποστόλου Πολ. Εφ. 457/12 ημερομηνίας 10.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:A138 με παραπομπή στην υπόθεση Saab and another (ανωτέρω) και στην Αγγλική απόφαση Hadley v. Baxendale (1854) 9 Exch 341, «η επιμέτρηση και επιδίκαση αποζημιώσεων «προϋποθέτει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διεκδικούμενης απώλειας με την παράβαση της σύμβασης.  Η ζημιά θα πρέπει να προέρχεται, είτε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είτε να ήταν προβλέψιμη, με βάση το τι γνώριζαν ή είχαν υπόψη τους τα διάδικα μέρη, κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης».

 

Ο παράνομος τερματισμός μιας σύμβασης δίδει επίσης το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να απαιτήσει αποζημιώσεις εάν έχει υποστεί ζημιά. Στην παρούσα περίπτωση ως έχω αναφέρει και πιο πάνω, δεν αμφισβητείται ότι υπήρξε τερματισμός. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 62, σελ. 246, παρ. 207 και στις εκεί αναφορές σε αγγλική νομολογία, είναι καθόλα επιτρεπτό όπως σε συμφωνίες ενοικίασης από χρόνο σε χρόνο εφαρμόζεται ο όρος αναφορικά με τον χρόνο αποστολής ειδοποίησης τερματισμού και τερματισμού της συμφωνίας. Όταν παρέχεται το δικαίωμα σε τερματισμό και το αναίτιο μέρος επιλέγει να τερματίσει την συμφωνία ο τρόπος με τον οποίο θα τερματίσει για να θεωρηθεί κανονικός πρέπει να γίνει κατά τον τρόπο που προβλέφθηκε στην συμφωνία (βλ. Antenna Productions Ltd v. Paris Aristides Cine-Tv Productions Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1769).

 

Αναφορικά με την οποιαδήποτε ευθύνη των Εναγόμενων 2 και 3 ως εγγυητών, στην υπόθεση Αργύρη v. Χρυσοστόμου (2006) 1(Β) Α.Α.Δ. 1362, η οποία αφορούσε την ευθύνη εγγυητή σε σύμβαση ενοικίασης ακινήτου, όπως προβλέπεται και στο Άρθρο 86 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, η ευθύνη του εγγυητή συνυπάρχει με την ευθύνη του πρωτοφειλέτη εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόνοια. Επίσης, στην υπόθεση Μάντζαλος v. Μιχαηλίδη, Πολ. Έφ. 74/13, ημερομηνίας 14.2.19, τονίστηκαν τα πιο κάτω:

«Υπενθυμίζουμε ότι σύμβαση εγγύησης είναι, ουσιαστικά, η συμφωνία προς εκπλήρωση υποχρέωσης τρίτου προσώπου, σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό αρνείται και/ή παραλείπει να την εκπληρώσει. Παραμένει βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι κάθε μεταβολή των όρων συμφωνίας εγγύησης, η οποία επέρχεται χωρίς την συναίνεση του εγγυητή, έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή του εν λόγω εγγυητή από κάθε ευθύνη από μεταγενέστερες συναλλαγές.  

Όπως σημειώθηκε στην απόφαση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά. (2004) 1 ΑΑΔ 180 και υιοθετήθηκε στην Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου (2009) 1 ΑΑΔ 862, το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι, είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν και όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που είχε χρησιμοποιηθεί. Η πρόθεση των μερών διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο αφού εξετασθεί η σχετική κατάσταση των μερών κατά τον χρόνο συγγραφής του εγγράφου. Συνιστά περαιτέρω προσέγγιση της νομολογίας ότι το όλο θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση και μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξετασθούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield vMeadows (1869) L.R. 4 C.P. 595, 599). Στην απόφαση Αργύρη ν. Χρυσοστόμου (2006) 1 ΑΑΔ 1362, επαναλήφθηκε η θεμελιωμένη νομολογιακή προσέγγιση ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον, ερμηνεύοντας μια συμφωνία, να εντοπίσει την πρόθεση των συμβληθέντων και να ερμηνεύσει τα αναγραφόμενα στη συμφωνία κατά τρόπο που να συνάδει, να εφαρμόζει και να υλοποιεί την πρόθεση των μερών.»

 

Αξιολόγηση - Ευρήματα

Από τα όσα οι διάδικοι προβάλλουν τόσο μέσω των δικογράφων θέσεων όσο και μέσω της μαρτυρίας τους, τα πιο κάτω προκύπτουν ως γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται.

Η ενοικίαση των υποστατικών που περιγράφονται στην απαίτηση του Ενάγοντα από την Εναγόμενη 1

Η υπογραφή του ενοικιαστήριου εγγράφου Τεκμήριο 2 της μαρτυρίας του Ενάγοντα

Το γεγονός ότι η ενοικίαση από την Εναγόμενη 1 άρχισε την 1.8.2017, θα ίσχυε για 1 χρόνο και θα ανανεωνόταν αυτόματα για 1 χρόνο εκτός εάν η Εναγόμενη 1 τερμάτιζε με επιστολή προς τον Ενάγοντα τουλάχιστον 3 μήνες πριν την λήξη της ενοικίασης

Η λήψη της επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα Τεκμήριο 4 της μαρτυρίας του Ενάγοντα

Ότι η Εναγόμενη 1 συνέχισε να κατέχει τα υποστατικά μέχρι την 1.12.2021 οπότε και παραδόθηκαν τα κλειδιά στον Ενάγοντα

Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα

Στρέφομαι τώρα στην μαρτυρία των δυο μερών. Δεν χρειάζεται κατά την κρίση μου να ειπωθούν πολλά και κρίνεται πρόσφορο όπως εξεταστούν μαζί εν όψει και των πιο πάνω μη αμφισβητούμενων γεγονότων.

 

Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 1 υποχρεούτο να καταβάλει ΓΕΣΥ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι δεν προκύπτει από την σύμβαση ενοικίασης τέτοια υποχρέωση. Επομένως η απαίτηση του επί τούτου θα πρέπει να απορριφθεί.  

 

Για το ποσό των ενοικίων και λογαριασμών ρεύματος και υδατοπρομήθειας, υπενθυμίζω επίσης και τονίζω ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από πλευράς Εναγόμενων ότι εξοφλήθηκαν τα ενοίκια και οι άλλοι λογαριασμοί ούτε παρουσιάστηκε κάποια απόδειξη προς τούτο. Το νόμιμο του τερματισμού από πλευράς Ενάγοντα επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί.

 

Προκύπτει από την μαρτυρία των Εναγόμενων η ύπαρξη ενός δεύτερου συμφωνητικού εγγράφου. Ο Ενάγων στο δικόγραφο του απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην υπεράσπιση προβαίνει σε γενική άρνηση σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων περί της υπογραφής δεύτερης μεταγενέστερης συμφωνίας. Ενδεχομένως δικαιωματικά καθότι μέχρι εκείνο το σημείο θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι Εναγόμενοι ψεύδονται.

 

 Έπειτα όμως στις 30.5.2024 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία περιλαμβάνεται η εν λόγω συμφωνία ημερομηνίας 18.12.2017 και έρχεται επομένως εις γνώση του Ενάγοντα, ο οποίος καταχωρεί στις 14.11.2025 την μαρτυρία του και επαναλαμβάνει γενικές αρνήσεις σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων, χωρίς να τοποθετείται συγκεκριμένα επί του εν λόγω εγγράφου. Οι Εναγόμενοι το παρουσιάζουν ως μέρος πλέον της μαρτυρίας τους και ισχυρίζονται ότι υπογράφηκε μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης 1 και ο Ενάγων παρά ταύτα επιλέγει να μην απαντήσει ή να αντεξετάσει προκειμένου να αμφισβητήσει την υπογραφή του. Ούτε έχει προβάλει ισχυρισμό για πλαστογραφία.

 

Οι διαφορές μεταξύ των εν λόγω εγγράφων έγκεινται στην αύξηση του ενοικίου από €6.000 ετησίως σε €6.500 ετησίως και στο ότι στη μεν πρώτη γίνεται πρόνοια για καταβολή εισφορών από τον ενοικιαστή στην δεύτερη δε δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του ενοικιαστή, καθώς και στο ότι στην δεύτερη συμφωνία δεν γίνεται καμία αναφορά σε εγγυητές.

 

Γιατί να υπογραφεί μια συμφωνία πριν λήξει η πρώτη, από την οποία μάλιστα ο Ενάγων να απωλέσει εγγυητές έναντι μη ουσιαστικής αύξησης του ενοικίου και κάτω από ποιες συνθήκες υπογράφηκε καμία πλευρά δεν έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο. Επομένως, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης και δη πειστικής εξήγησης για την ύπαρξη δυο διαφορετικών συμφωνιών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στο γιατί καταρτίστηκε δεύτερη συμφωνία. Το μόνο δεδομένο είναι ότι αυτή υπάρχει. Αναπόφευκτα κρίνεται ότι η κάθε συμφωνία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την άλλη και διέπει τα θέματα που η κάθε μια περιλαμβάνει. Η μεν πρώτη ίσχυσε από 1.8.2017 μέχρι 17.12.2017 η δεύτερη δε ίσχυσε από 18.12.2007 μέχρι που τερματίστηκε. Η πρόθεση των μερών ήταν να υπογραφεί μια συμφωνία με εγγυητές και μια δεύτερη χωρίς εγγυητές ανεξάρτητα του ότι και στην δεύτερη καταγράφεται ότι η έναρξη ισχύς της συμφωνίας είναι η 1.8.2017.

 

Αναφορικά με τη ανταπαίτηση των Εναγόμενων, αρχικά αναφέρω ότι το τιμολόγιο που παρουσίασαν δεν αποτελεί απόδειξη ότι αυτές έχουν γίνει ούτε αποτελεί απόδειξη ότι το ποσό που καταγράφεται στο τιμολόγιο έχει πληρωθεί. Δεν παρουσιάστηκε επιπρόσθετα οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής ούτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι εν πάσει περιπτώσει οι εν λόγω εργασίες έγιναν και πληρώθηκαν.

 

Σε κάθε περίπτωση τόσο στην συμφωνία όσο και στην συμφωνία που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι ξεκάθαρα προνοείται ότι δεν επιτρέπεται καμία τροποποίηση ή επισκευή ή προσθήκες στο υποστατικό χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε γραπτή συγκατάθεση του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, προνοείται ξεκάθαρα στην συμφωνία ότι κάθε τροποποίηση, επισκευή η προσθήκη παραμένει προς όφελος του ιδιοκτήτη χωρίς υποχρέωση για αποζημίωση. Έπεται ότι οι Εναγόμενοι δεν δύναται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό.

 

Σε ό,τι αφορά την εγγύηση των Εναγόμενων 2 και 3 δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός τους ότι ουδέποτε εγγυήθηκαν και ουδέποτε υπόγραψαν ως εγγυητές λόγω του ότι στην πρώτη συμφωνία υπάρχει όρος ότι ο ενοικιαστής και οι εγγυητές του θα είναι υπεύθυνοι για καθυστερημένα ενοίκια και άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από την συμφωνία και που τυχόν οφείλει (ο ενοικιαστής) για αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας (όρος 11). Πέραν τούτου, έχουν θέσει την υπογραφή του κάτω από το σημείο «ΕΓΓΥΗΤΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΗ» και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιούνται τώρα να ισχυρίζονται ότι δεν είναι ορθό εκείνο που υπόγραψε και με το οποίο δεσμεύθηκε. Ως λέχθηκε στην απόφαση Χατζηστυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 989 «το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του». Επομένως, μέχρι την 18.12.2017 που υπογράφηκε η δεύτερη οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν εγγυηθεί την Εναγόμενη 1.

 

Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η Εναγόμενη 1 είχε οφειλόμενα ενοίκια μεταξύ των ημερομηνιών που ίσχυσε η εγγύηση των Εναγόμενων 2 και 3. Επί τούτου, ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 4 του Ενάγοντα διαπιστώνω από το έγγραφο που ο ίδιος έχει καταρτήσει και επισυνάψει στην επιστολή τερματισμού, μεταξύ 5.9.2017 και 15.2.2018 δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Επομένως, για όσο χρόνο ίσχυσε η εγγύηση των Εναγόμενων 2 και 3 δεν υπήρξε παράβαση της πρώτης συμφωνίας.

 

Εν όψει των πιο πάνω για όσο χρόνο ίσχυσε η πρώτη συμφωνία εφόσον δεν παρουσιάζεται οφειλόμενο ποσό, η απαίτηση του Ενάγοντα σε σχέση με την αμυντική εισφορά θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Πέραν και επιπρόσθετα των πιο πάνω, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι Εναγόμενοι συνέχισαν να κατέχουν τα υποστατικά μετά τον τερματισμό της σύμβασης.  χωρίς την συγκατάθεση του Ενάγοντα.

Ο τερματισμός επήλθε στις 13.10.2021 με επιστολή η οποία επιδόθηκε βάση του Τεκμηρίου 1 την ίδια ημέρα και κλήθηκαν οι Εναγόμενοι όπως εντός 21 ημερών καταβάλουν παν οφειλόμενο ποσό και παραδώσουν κενή την κατοχή των υποστατικών. Οι Εναγόμενοι παράμειναν στα υποστατικά μέχρι την 1.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:B197, δηλαδή περίοδο μεγαλύτερη των 21 ημερών της ειδοποίησης.

Παραπέμπω στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 όπου προνοούνται τα ακόλουθα:

«(1) Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.

(2) Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.»

Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se.  Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο.  (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another v. Kakoulli (1985) 1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another (1982) 1 C.L.R. 301και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1059).

 

Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη.  Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 882).  Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος (1998) 1 Α.Α.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).»

 

Στην υπό εξέταση περίσταση, όπου η θέση του Ενάγοντα, ως αναφέρω και πιο πάνω είναι ότι οι Εναγόμενοι παράδωσαν τα υποστατικά μετά τον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, σχετικά είναι όσα, πιο κάτω, αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δάμτσας ν. D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 805:

«Στο Ηalsbury' s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 38, παρ.1194 αναφέρεται ότι η επέμβαση συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση ή ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου αντίθετα με τη θέληση του. (βλ. Λάμπρου v. Κεφάλα (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1516, Παπακοκκίνου κ.ά. v. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 και Μάρκου v. Χρυσοστόμου κ.ά (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 813).

 

Στη βάση λοιπόν της εκφρασμένης αντίθεσης της πλευράς των εφεσειόντων για παράταση της επίδικης συμφωνίας η παραμονή των εφεσιβλήτων στο ακίνητο χωρίς οποιανδήποτε ένδειξη θέλησης παράτασης μόνο σαν παράνομη επέμβαση μπορεί να θεωρηθεί. Όπως τίθεται στο ίδιο Σύγγραμμα ανωτέρω, στην παρα.1207:

 

"Tenant trespasser.  If a tenancy determines by effuxion of time or otherwise, and the former tenant remains in possession against the will of the rightful owner, the former tenant is, apart from statutory protection, a trespasser from the date of the determination of the tenancy." »

 

Η Νομολογία μας έχει καταδείξει ότι ο δικαιούχος δικαιούται αποζημίωση υπό μορφή ενδιάμεσων οφελών από τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης μέχρι την ανάληψη κατοχής του ακινήτου. Στην υπόθεση Kakoullou (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«The normal measure of damages is the market rental value of the property occupied or used for the period of wrongful occupation or user - (McGregor on Damages, 13th Edition, para. 1076). 

In Clifton Securities, Ltd. v. Huntley and Others, [1948] 2 All E.R. 283, Donning, J., as he then was, at p. 284 said:- 

"There is no doubt that in point of Law the defendants were trespassers for that time, and that they can have no answer to this claim for mesne profits upto July 15, 1947. At what rate are the mesne profits to be assessed? When the rent represents the fair value of the premises, mesne profits are assessed at the amount of the rent".»

Οι αποζημιώσεις λοιπόν είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και συνυφασμένες με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου (βλ. Τσαρμαντίδης κ.ά. v. Δημητρίου (2010) 1 (Α) Α.Α.Δ. 239). Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων (1992) 1 Α.Α.Δ. 882 το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο ότι στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν συνεχιζόμενα αστικά αδικήματα παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημιώσεις για ολόκληρη της ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας μέχρι την δίκη και υπό αυτή την θεώρηση των δεδομένων, αποφάσισε όπως οι αποζημιώσεις καθοριστούν με βάση την ενοικιαστική αξία του ακινήτου όχι όμως υπό την μορφή ενδιάμεσου οφέλους αλλά ως αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση πληρωτέες για όσο διάστημα διαρκούσε η παράνομη επέμβαση. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση:

«Το μέτρο της αποζημίωσης για την παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Αυτό καθορίστηκε στη Whitwham v. Westminster Brymbo Coal and Coke Company (1896) 2 Ch.D. 538, και επαναλήφθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, στη Swordheath Properties v. Tabet (1979) 1 All E.R. 240, Wrotham Park Estate v. Parkside Homes (1974) 2 All E.R. 321, και Penarth Dock Company v. Pounds, 1 Lloyd's Rep. 359 ports, 1963, Vol. 1, 359. Στον προσδιορισμό της ενοικιαστικής αξίας δε λαμβάνονται υπόψη βελτιώσεις στο κτήμα που επέφερε ο εναγόμενος (βλ. McGregor on Damages -14th ed., p. 1135 et seq.).

Το κοινό δίκαιο περιόριζε την αποζημίωση που μπορούσε να επιδικασθεί στη ζημία η οποία είχε προκύψει μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Η αδυναμία αυτή στους μηχανισμούς του δικαίου για αποζημίωση, θεραπεύθηκε με την εισαγωγή του θεσμού Ord.36 r.58 (μεταγενέστερα αναριθμήθηκε σε Ord.36B r.7) που παρέχει εξουσία στο δικαστήριο σε περιπτώσεις συνεχιζόμενων αστικών αδικημάτων να επιδικάζει αποζημιώσεις για ολόκληρη τη ζημία που ο ενάγων υπέστη μέχρι τη δίκη. Ανάλογο κενό στον τομέα του δικαίου της επιείκειας θεραπεύθηκε με τη θέσπιση του Lord Cairn's Act, 1858. Το προεξάρχον στοιχείο στον καθορισμό του πλαισίου των αποζημιώσεων είναι, όπως υποδεικνύεται στη Coopers v. Rodgers (1975) Ch.D. 43, η απόδοση δικαιοσύνης υπό το φως του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης

 

Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Muazzez Edhem Bahchecioglou κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 426 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή ότι, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας με παραπομή στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω), προσθέτοντας ότι:

 

«Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς τους σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd (1952) 1 All E.R. 796).»

 

(βλ. επίσης Adrian Holdings Ltd ανωτέρω).

 

Τα οφειλόμενα ενοίκια μέχρι την 13.10.2021 ήταν €7.676. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και ότι η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι σε σχέση με τα υποστατικά είναι ότι το μηνιαίο ενοίκιο ήταν €500 από 1.8.2017 μέχρι 17.12.2017 και €500 από 18.12.2017 μέχρι τον τερματισμό, κρίνω ότι ο Ενάγων θα δικαιούτο να αποζημιωθεί με βάση το τελευταίο ενοίκιο, για όσο χρόνο κρατήθηκαν τα υποστατικά από τους Εναγόμενους, δηλαδή από 3.11.2021 μέχρι 1.12.2021 ήτοι ποσό €499,50 περίπου. Το εν λόγω ποσό που προκύπτει εάν προστεθεί στο ποσό των €7.676 που αξίωσε ο Ενάγων με την επιστολή τερματισμού του, δίδει το ποσό των €8.175,46 που είναι το ποσό αξιώνει με την απαίτηση του. Κατά συνέπεια δεν κρίνω σκόπιμο να επιδικάσω περαιτέρω αποζημίωση διότι αυτή αφενός καλύπτεται από το ποσό που ήδη απαιτεί με το παρακλητικό Α της έκθεσης απαίτησης του, αφετέρου δεν έχει τεθεί μαρτυρία περί ύπαρξης μεγαλύτερης ή άλλης ζημιάς.

 

 

Κατάληξη

Εν όψει όλων των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €8.175,46 ως οφειλόμενα ενοίκια με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Ενάγοντα απορρίπτονται.

Η αγωγή επίσης απορρίπτεται εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3.

Αναφορικά με την ανταπαίτηση αυτή επίσης απορρίπτεται.

Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας, εν όψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης, εν όψει του ότι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση και εν όψει της μερικής επιτυχίας της απαίτησης του Ενάγοντα, επιδικάζονται σε ένα σετ προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1 μειωμένα όμως κατά το 1/3 ούτως ώστε η μείωση να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι από τους τρεις εναγόμενους μόνο για την Εναγόμενη 1 έχει επιτύχει η αγωγή.

                                                             

 

 

                                                                  (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο