ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1201/2018
Μεταξύ:
1. Dmitry Tsvetkov
2. Elsina Khayrova
Εναγόντων
και
1. Rustem Magdeev
2. Ernest Magdeev
3. EQUIX GROUP LIMITED
4. SKALENS DIRECTIONS LTD
Εναγομένων
Και Εξ Ανταπαιτήσεως:
EQUIX GROUP LIMITED
Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας
και
1.Dmitry Tsvetkov
2.Elsina Khayrova
3.Ramil Gubaydullin
4. PERCIATELLI LIMITED
5. Τρύφωνας Αναστασίου
6. HEGIR CAPITAL MANAGEMENT LTD
7. KEYFORCE MANAGEMENT LIMITED
8. MONVERT INVESTMENTS SA
Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων
Αίτηση Ημερομηνίας 21.08.2024
Ημερομηνία: 27.05.2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Λ. Πισίας για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1 και 3 – Καθ΄ ων η αίτηση: κα Μ. Αυξεντίου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων για την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 και της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 3 και 4.
Η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης στην έκταση που αφορά την Εναγόμενη 4, ενόψει της δήλωσης της κας. Αυξεντίου ότι η Εναγόμενη 4 διαλύθηκε. Συνεπώς, η αίτηση προωθήθηκε σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 3. Περαιτέρω, ο συνήγορος του Ενάγοντα κατά την ακρόαση της αίτησης απέσυρε ορισμένα αιτητικά, με αποτέλεσμα οι θεραπείες που επιδιώκουν οι Ενάγοντες να διαμορφωθούν ως ακολούθως:
Α. Σύμφωνα με την παράγραφο Α της αίτησης ζητούνται περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες των παραγράφων 1.3 – 1.5, 3, 5, 6, 14.2, 14.3, 19, 21, 24, 25, 27, 31, 31.1 – 31.3, 31.5, 32, 33, 36, 38, 40, 41.1 – 41.7, 41.9.3, 41.10 - 41.12, 42.3, 42.5 και 42.6 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 3 (στο εξής «το δικόγραφο της Εναγόμενης 3»).
Β. Σύμφωνα με την παράγραφο Β της αίτησης ζητούνται περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες των παραγράφων 1.3, 3.4, 6.2, 6.4, 7, 14.2, 14.3, 16.3(στ),16.3(ζ), 17, 20, 21, 21.1, 21.2, 22, 24, 25.3, 27, 29.1 - 29.5, 32, 35.3(α) – 35.3(γ), 35.4, 35.5, 35.7 και 37.3 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 (στο εξής «το δικόγραφο του Εναγόμενου 1»).
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Σε αυτή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων απέστειλαν στους δικηγόρους των Εναγομένων επιστολές ημερομηνίας 09.12.2022 και 25.04.2023 ζητώντας περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί διαφόρων παραγράφων των δικογραφημένων ισχυρισμών τους. Οι προαναφερόμενες επιστολές δεν απαντήθηκαν από τους Εναγόμενους, ούτε και δόθηκαν οι ζητούμενες περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες.
Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι σε γνώση των Εναγομένων, αλλά δεν αναφέρονται με την επιβαλλόμενη καθαρότητα στα δικόγραφά τους. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί τίθενται κατά τρόπο ασαφή και αόριστο.
Η παραχώρηση των αιτούμενων λεπτομερειών είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί ο κίνδυνος οι Ενάγοντες να καταληφθούν προ εκπλήξεως κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων επιβάλλεται για να μπορέσουν οι Ενάγοντες να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους με την κατάλληλη μαρτυρία και να απαντήσουν στους ισχυρισμούς που προωθούν οι Εναγόμενοι.
Οι Εναγόμενοι 1 και 3 καταχώρησαν ένσταση εγείροντας 12 συνολικά λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως:
- Η υπό κρίση αίτηση είναι αχρείαστη, αδικαιολόγητη και αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
- Οι ισχυρισμοί επί των οποίων ζητούνται λεπτομέρειες είναι επαρκώς δικογραφημένοι και παρέχουν πλήρη εικόνα της φύσης των ζητημάτων που εγείρουν.
- Η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην αλίευση μαρτυρίας.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη.
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 και 3. Σε αυτή προβάλλεται, ανάμεσα σε άλλα, η θέση ότι η αίτηση είναι αχρείαστη καθώς οι Ενάγοντες έχουν ήδη απαντήσει στους ισχυρισμούς των Εναγομένων σε σχέση με τους οποίους ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες.
Ο υπερβολικός όγκος της αίτησης, καθώς και το περιεχόμενο των αιτούμενων λεπτομερειών δεικνύουν ότι αυτή είναι καταχρηστική και δεν συνιστά γνήσιο αίτημα παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Αντιθέτως, αποτελεί απόπειρα αλίευσης μαρτυρίας, αφού επιδιώκεται η εκμαίευση πληροφοριών και διευκρινίσεων επί δικογραφημένων ισχυρισμών οι οποίοι θα αποτελέσουν αντικείμενο απόδειξης στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας μέσω της προσκόμισης μαρτυρίας.
Σε περίπτωση επιτυχίας της επίδικης αίτησης, οι Εναγόμενοι θα υποστούν σοβαρό δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους. Αυτό, διότι θα εξαναγκαστούν να αποκαλύψουν την μαρτυρία με την οποία προτίθενται αφενός να αντικρούσουν τις θέσεις των Εναγόντων και αφετέρου να αποδείξουν την υπόθεσή τους.
Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων.
Συμπεράσματα
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω σε συνοπτική μορφή τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και 3.
Οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση σωρείας αναγνωριστικών διαταγμάτων και επιπροσθέτως την επιδίκαση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων. Συνοπτικά, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ανάμεσα στον Ενάγοντα 1 και τον Εναγόμενο 1 υπήρξε μακροχρόνια επιχειρηματική συνεργασία. Οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν, ωστόσο, να διαταράσσονται και κατά ή περί τον Μάιο του 2017 επήλθε ολική ρήξη στις μεταξύ τους σχέσεις.
Ειδικότερα, οι Ενάγοντες καταλογίζουν στους Εναγόμενους ότι συνωμότησαν μεταξύ τους προκειμένου να προκαλέσουν βλάβη και/ή απώλεια και/ή ζημιά στους Ενάγοντες με απώτερο σκοπό την απόσπαση από τους τελευταίους χρηματικών ποσών και/ή άλλων ωφελημάτων τα οποία οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνταν. Προς επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν οι ίδιοι και/ή προκάλεσαν μέσω τρίτων προσώπων την έναρξη δικαστικών διαδικασιών εναντίον των Εναγόντων. Επιπροσθέτως, δόλια και κακόπιστα υπέβαλαν καταγγελίες εις βάρος του Ενάγοντα 1 στην Αστυνομία, γεγονός το οποίο οδήγησε στην έκδοση εντάλματος σύλληψης και έρευνας εναντίον του Ενάγοντα 1.
Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι 1 και 3 μέσω των δικογράφων τους, αρνούνται ότι υπήρξε οποιαδήποτε συνωμοσία μεταξύ τους και/ή μεταξύ τους και με άλλα πρόσωπα με σκοπό να προκαλέσουν βλάβη στους Ενάγοντες. Ισχυρίζονται, ότι ο Ενάγων 1 ήταν αυτός ο οποίος επέδειξε δόλια και συνωμοτική συμπεριφορά με άλλα πρόσωπα προκειμένου να προκαλέσει ζημιά στην Εναγόμενη 3 μέσω της ιδιοποίησης περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην τελευταία. Ειδικότερα, ο Ενάγων 1 οικειοποιήθηκε δύο πολυτελή κοσμήματα και πώλησε επί πιστώσει μεγάλο αριθμό κοσμημάτων από το αποθεματικό της Εναγόμενης 3 σε εικονικά πρόσωπα και/ή σε πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής των κοσμημάτων που αγόρασαν, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά στην Εναγόμενη 3. Επιπλέον, ο Ενάγων 1 προέβαινε σε πληρωμή προσωπικών υποχρεώσεών του χρησιμοποιώντας κεφάλαια της Εναγόμενης 3.
Επανέρχομαι στην υπό κρίση αίτηση.
Η αντιπαραβολή των αιτούμενων λεπτομερειών με τα δικόγραφα των Εναγομένων 1 και 3 καθιστά φανερό ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες εκτείνονται σε όλο σχεδόν το φάσμα των δικογραφημένων ισχυρισμών των τελευταίων. Συγκεκριμένα, καλύπτουν 38 παραγράφους ή υποπαραγράφους του δικογράφου της Εναγόμενης 3 και 30 παραγράφους ή υποπαραγράφους του δικογράφου του Εναγόμενου 1.
Πέραν του πολυάριθμου των παραγράφων που καλύπτουν οι αιτούμενες λεπτομέρειες, η επίδικη αίτηση χαρακτηρίζεται και από πολυπλοκότητα ενόψει του εύρους των αιτούμενων λεπτομερειών. Πιο συγκεκριμένα, η εξειδίκευση των αιτούμενων λεπτομερειών, όπως αυτές περιορίστηκαν από τον κ. Πισία, καταλαμβάνει 37 συνολικά σελίδες του σώματος της αίτησης. Εξού και έκρινα ορθότερο να παραλείψω την καταγραφή των λεπτομερειών που ζητούνται για την κάθε παράγραφο και υποπαράγραφο, καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα θα καθιστούσε την παρούσα ενδιάμεση απόφαση υπερβολικά εκτενή και πολύπλοκη.
Το Μέρος 60.2 των ΚΠΔ ορίζει, ότι σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ασκείται διακριτική ευχέρεια από το Δικαστήριο σε διαδικασία η οποία άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύoς των παρόντων κανονισμών, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τις αρχές οι οποίες καθορίζονται στο Μέρος 1 των ΚΠΔ. Εν προκειμένω, το Μέρος 60.2 των ΚΠΔ βρίσκει εφαρμογή, εφόσον η έκδοση διατάγματος παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών στη βάση της Δ.19 θ.6 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Στο Μέρος 1.2 των ΚΠΔ γίνεται αναφορά στον πρωταρχικό σκοπό, ο οποίος αναλύεται στη δυνατότητα του Δικαστηρίου να χειρίζεται τις υποθέσεις κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος. Στο Μέρος 1.2(2) προνοείται, ότι ο χειρισμός μίας υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εξοικονόμηση δαπανών και τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς προς (i) το υπό αναφορά χρηματικό ποσό· (ii) τη σοβαρότητα της υπόθεσης· (iii) την πολυπλοκότητα των θεμάτων· και (iv) τις οικονομικές συνθήκες κάθε διαδίκου. Περαιτέρω, στο Μέρος 1.5(2)(η) αναφέρεται, ότι η ενεργός διαχείριση των υποθέσεων περιλαμβάνει τη στάθμιση κατά πόσον τα πιθανά οφέλη πραγματοποίησης συγκεκριμένου βήματος δικαιολογούν το κόστος λήψης του.
Στην προκείμενη περίπτωση τίθεται, κατά την άποψή μου, ζήτημα αναλογικότητας. Αυτό, διότι η εκδίκαση της επίδικης αίτησης δεν αναμένεται να αποφέρει οποιοδήποτε όφελος στην υπόθεση. Αρκεί κάποιος να ανατρέξει στο περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης για να διαπιστώσει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της το αποτέλεσμα θα είναι η σχεδόν πλήρης επανασύνταξη των δικογράφων των Εναγομένων 1 και 3. Οι ζητούμενες λεπτομέρειες είναι τέτοιας έκτασης και εύρους, ώστε, εάν επιτραπούν, τα δικόγραφα των Εναγομένων 1 και 3 θα διπλασιαστούν, σχεδόν, σε μέγεθος. Κάτι τέτοιο, όμως, βρίσκεται εκτός του οριοθετημένου πλαισίου της Δ.19 θ.6. Σημειώνεται, ότι η Δ.19 θ.6 πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με τη Δ.19 θ.4, η οποία ορίζει ότι στα δικόγραφα περιλαμβάνονται σε συνοπτική μορφή τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζει ο κάθε διάδικος την υπόθεσή του.
Ένα επιπρόσθετο γεγονός το οποίο συνηγορεί στο ότι με την εκδίκαση της επίδικης αίτησης δεν θα προκύψει όφελος, αποτελεί και η δήλωση του συνηγόρου των Εναγόντων κατά την απόσυρση των αιτητικών των παραγράφων Α49 – 55 της αίτησης. Συγκεκριμένα, ο κ. Πισίας απέσυρε τα πιο πάνω αιτητικά άνευ βλάβης, επιφυλάσσοντας έτσι το δικαίωμα των Εναγόντων να επανέλθουν με νέα αίτηση αναλόγως του αποτελέσματος της διαδικασίας που προτίθενται να εγείρουν σε σχέση με το τυχόν εκπρόθεσμο της κλήσης για οδηγίες αναφορικά με την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 3. Συνεπώς, ενδέχεται να καταχωρηθεί νέα αίτηση με την οποία θα επανέλθουν τα αιτητικά των παραγράφων Α49 – 55 της παρούσας σε περίπτωση που, είτε αποτύχει το διάβημα που προτίθενται να λάβουν οι Ενάγοντες σε σχέση με το εκπρόθεσμο της κλήσης για οδηγίες και κατ’ επέκταση τη διαγραφή της Ανταπαίτησης, είτε εν τέλει δεν προχωρήσουν στο εν λόγω διάβημα. Η σπουδή με την οποία ενήργησαν οι Ενάγοντες καταστρατηγεί τον πρωταρχικό σκοπό, αφού αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εκ νέου ανάλωσης δικαστικού χρόνου και επιβάρυνσης της υπόθεσης με επιπλέον κόστος αναφορικά με ζητήματα που θα μπορούσαν, μέσω των ορθών δικονομικών ενεργειών, να αντιμετωπιστούν συνολικά.
Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να απορρίπτει συνοπτικά ενδιάμεση αίτηση στη βάση του ότι αυτή αντιβαίνει τον πρωταρχικό σκοπό αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Norwich Union Linked Life Assurance Ltd v. Mercantile Credit Co Ltd [2003] EWHC 3064 (Ch). Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 4 της απόφασης αναφέρθηκαν τα εξής:
«[4] Dealing first with the grounds of the Deputy Master's decision, I reject the Claimant's submission that a Court cannot refuse to consider the merits of an interim application if it considers that making the application is contrary to the overriding principle of the CPR. It was submitted that the overriding objective applies only to how an application is dealt with, not whether it is dealt with, and that a Court has no alternative but to consider an application on its merits. I very much doubt whether that was true before the introduction of the CPR and it is certainly not the case now. The overriding objective is concerned not with procedural and other interim applications taken on their own, but with dealing fairly, expeditiously and economically with cases as a whole. If a Court considers that an application made by a party in a case will delay resolution of the case or add to costs or take up Court time, with no proportionate benefit to the conduct of the case, the Court is in my judgment fully justified in refusing to consider it. Whether this is an appropriate course in any case will depend on the particular circumstances of that case, and I will return to that issue at the end of this judgment.»
Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι δικαιολογείται η συνοπτική απόρριψη της επίδικης αίτησης.
Σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι είναι λανθασμένη η πιο πάνω κατάληξή μου θα προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης κι επί της ουσίας της.
Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.19 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήματα παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών έχουν τύχει ανάλυσης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ν. Φωτόπουλου κ.α., Πολ. Έφεση E229/2014, ημερ.10.07.18, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το επίδικο ζήτημα:
«Νομικό υπόβαθρο της αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες είναι η Δ.19 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας:
«A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just.»
Σε μετάφραση:
«Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, δύναται σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως, ως ήθελε φανεί δίκαιο.»
Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η Δ.19 θ.4 που προνοεί για το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων.
Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται σε αξίωση έκδοσης διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να την εφοδιάσει με τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι ν. Credit Libanais S.A.L. (1991) 1 Α.Α.Δ. 649, 652).
Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασαφήνισης των γενόμενων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασαφήνιση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, όπως για παράδειγμα, η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς για τη φύση της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά (Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ ν. Μηνά Χατζηκώστα (1990) 1 Α.Α.Δ. 244 , Χριστοδούλου ν. Μαρνέρος & Σία Λτδ (1997) 1 AAΔ 718)».
Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα που τέθηκε ενώπιον μου. Έχω μελετήσει τις παραγράφους των δικογράφων των Εναγομένων 1και 3 σε σχέση με τις οποίες ζητούνται περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Έχω λάβει επίσης υπόψη μου το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς επίσης και το περιεχόμενο των αιτούμενων λεπτομερειών.
Θεωρώ, ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν στοχεύουν στην διευκρίνηση ουσιωδών γεγονότων που περιλαμβάνονται στα δικόγραφα, αλλά αποσκοπούν στην αποκάλυψη και εκμαίευση μαρτυρίας. Για να γίνει αντιληπτή η πιο πάνω διαπίστωση, θα αναφερθώ ενδεικτικά σε τρία βασικά ζητήματα σε σχέση με τα οποία οι Ενάγοντες ζήτησαν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Περιορίζομαι σε τρία μόνο ζητήματα, καθώς η ενασχόληση με κάθε μία των αιτούμενων λεπτομερειών, ενόψει του τεράστιου όγκου τους, θα ήταν εντελώς αντιπαραγωγική. Παράλληλα, επισημαίνω, ότι η αναφορά στα τρία αυτά ζητήματα αντικατοπτρίζει απόλυτα το σύνολο της αίτησης. Επίσης, η αναφορά γίνεται σε σχέση με το δικόγραφο της Εναγόμενης 3, καθώς οι ίδιες ουσιαστικά λεπτομέρειες ζητούνται και για το δικόγραφο του Εναγόμενου 1.
Οι Ενάγοντες ζήτησαν, μεταξύ άλλων, καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τα καθήκοντά του Ενάγοντα 1 στην Εναγόμενη 3, την κατ’ ισχυρισμό δόλια και συνωμοτική συμπεριφορά του, καθώς και τις ισχυριζόμενες πωλήσεις του αποθέματος της Εναγόμενης 3. Θεωρώ σκόπιμη την παράθεση των παραγράφων Α7, 8 και 10 της αίτησης:
«7. Αναφορικά με την παράγραφο 14.2 και την παράγραφο 50 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 3 και 4:
i. Ποια ακριβώς είναι τα καθήκοντα διοικητικής φύσεως τα οποία κατ΄ ισχυρισμό δόθηκαν στον Ενάγοντα 1 (Tsvetkov).
ii. Κατά πόσο ο Ενάγοντας 1 ήταν το μόνο άτομο το οποίο κατ΄ ισχυρισμό είχε καθήκοντα ή εξουσίες στον έλεγχο πωλήσεων, αγορών εμπορευμάτων και στον έλεγχο του αποθέματος και των εξόδων και κατά πόσο είχαν και άλλα άτομα καθήκοντα και εξουσίες στους προαναφερθέντες τομείς. Εάν υπήρχαν και άλλα άτομα με καθήκοντα και εξουσίες στους προαναφερθέντες τομείς να αναφερθεί ποια άτομα ήταν αυτά και σε ποιον από τους προαναφερθέντες τομείς είχαν καθήκοντα ή εξουσίες και ακριβώς ποια ήταν τα καθήκοντα ή εξουσίες έκαστου εξ΄ αυτών.
iii. Ποια άλλα καθήκοντα και εξουσίες είχε ο Ενάγοντας 1 πέραν των καθ΄ ισχυρισμό καθηκόντων και εξουσιών του στον έλεγχο πωλήσεων, αγορών εμπορευμάτων και στον έλεγχο του αποθέματος και των εξόδων.
8. Αναφορικά με την παράγραφο 14.2 και την παράγραφο 60 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 3 και 4:
Σε τι ακριβώς συνίστατο η κατ΄ ισχυρισμό δόλια και συνωμοτική συμπεριφορά του Ενάγοντα (Tsvetkov).
10. Αναφορικά με την παράγραφο 19 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγόμενων 3 και 4:
10.1. Να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι: «Είναι η θέση της Εναγόμενης 3 ότι ο Ενάγων 1 προέβαινε σε όλες τις πωλήσεις που σχετίζονται με το απόθεμα (stock) της Εναγόμενης 3 (…)». Ειδικότερα να αναφερθεί:
i. Τι εννοούν οι εναγόμενοι 3 και 4 όταν αναφέρονται σε πωλήσεις που σχετίζονται με το απόθεμα (stock) της Εναγόμενης 3 και κατά πόσο η Εναγόμενη 3 προέβαινε κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι Εναγόμενοι 3 και 4 ή σε οποιοδήποτε άλλο χρονικό διάστημα και σε άλλου τύπου πωλήσεις πέραν των πωλήσεων που σχετίζονται με το απόθεμα (stock) της Εναγόμενης 3. Εάν υπήρχαν τέτοιες άλλου τύπου πωλήσεις να αναφερθεί τι τύπου πωλήσεις ήταν αυτές και από ποιον/ποιους διεξάγονταν.
ii. Κατά πόσο πωλήσεις που γίνονταν από το κατάστημα που διατηρούσε στην Μαρίνα Λεμεσού η Εναγόμενη 3 θεωρούνταν ως πωλήσεις που σχετίζονται με το απόθεμα (stock) της Εναγόμενης 3.
i. Που βρισκόταν το απόθεμα (stock) της Εναγόμενης 3 ανά πάσα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο.
10.2. Να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι «ο Ενάγων 1 προέβαινε σε διάφορες πωλήσεις και/ή ψευδείς παραστάσεις σε τρίτους και/ή αποφάσεις οι οποίες ενδεχομένως να μην ήταν προς το καλύτερο συμφέρον της Εναγόμενης 3 (…)». Ειδικότερα να αναφερθεί:
i. Ποιες ήταν οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις στις οποίες κατ΄ ισχυρισμό προέβαινε ο Ενάγων 1, πότε και με ποιο τρόπο έγινε έκαστη εξ αυτών και προς ποιους έγινε η κάθε μία από τις ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις.
ii. Σε ποιες συγκεκριμένες πωλήσεις αναφέρονται οι Εναγόμενοι 3 και 4. Ποιος είναι ο διακριτικός αριθμός και ποια είναι η αξία κάθε αντικειμένου το οποίο κατ΄ ισχυρισμό πωλήθηκε από τον Ενάγοντα 1 σε σχέση με έκαστη ισχυριζόμενη πώληση. Ποια είναι η ακριβής ημερομηνία κατά την οποία έγινε έκαστη ισχυριζόμενη πώληση και προς ποιο πρόσωπο έγινε έκαστη ισχυριζόμενη πώληση. Να δοθούν λεπτομέρειες τυχόν τιμολογίων ή άλλων εγγράφων που εκδόθηκαν σε σχέση με έκαστη από τις συγκεκριμένες ισχυριζόμενες πωλήσεις από τον Ενάγοντα 1 (συμπεριλαμβανομένων της ημερομηνίας έκδοσης και τυχόν αριθμό εκάστου τιμολογίου ή εγγράφου και του ονόματος του προσώπου που τυχόν υπέγραψε εκ μέρους της Εναγόμενης 3 έκαστο τιμολόγιο ή έγγραφο).
iii. Ποιες ήταν οι κατ΄ ισχυρισμό αποφάσεις του Ενάγοντα 1 οι οποίες ενδεχομένως να μην ήταν προς το καλύτερο συμφέρον της Εναγόμενης 3 και σε ποιο χρόνο έλαβαν χώρα. Σε σχέση με κάθε τέτοια απόφαση, γιατί δεν ήταν προς το καλύτερο συμφέρον της Εναγόμενης 3.
ii. Να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας 1 έχαιρε απόλυτης εμπιστοσύνης ως εκ των παραστάσεων και διαβεβαιώσεών του προς την Εναγόμενη 3. Σε ποιες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις αναφέρονται οι Εναγόμενοι 3 και 4 και πότε και με ποιο τρόπο έγινε έκαστη εξ αυτών.
10.3. Να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι «ο Ενάγοντας 1 είχε τη δυνατότητα να επηρεάσει και/ή να κατευθύνει και/ή να διατάξει και/ή να καθορίσει τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3». Ειδικότερα να αναφερθεί με ποιο τρόπο ο Ενάγοντας 1 είχε κατ΄ ισχυρισμό τη δυνατότητα να επηρεάσει και/ή να κατευθύνει και/ή να διατάξει και/ή να καθορίσει τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3 και κατά πόσο εξάσκησε ποτέ αυτή την δυνατότητα. Εάν κατ΄ ισχυρισμό εξάσκησε ποτέ αυτή την κατ΄ ισχυρισμό δυνατότητα του ο Ενάγοντας 1, να αναφερθούν οι συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες την εξάσκησε και με ποιο τρόπο την εξάσκησε.»
Για σκοπούς εύκολης παρακολούθησης παραθέτω αυτούσιους και τους ισχυρισμούς των παραγράφων 14.2 και 19 του δικογράφου της Εναγόμενης 3:
«14.2. Το Κατάστημα δεν έκλεισε λόγω διαφορών ή/και εντάσεων μεταξύ του Ενάγοντα 1 με τους Εναγόμενους. Ο Ενάγων 1 ήταν υπεύθυνος, μεταξύ άλλων, για τον έλεγχο πωλήσεων, αγορών εμπορευμάτων και ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο του αποθέματος και των εξόδων. Λόγω του ότι παλαιότερα κατείχε, άμεσα ή/και έμμεσα, μετοχικό συμφέρον στην Εναγόμενη 3, έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης των μετόχων της Εναγόμενης 3 με συνέπεια να του δοθεί πλήρης εξουσία ανάληψης και διεκπεραίωσης καθηκόντων διοικητικής φύσεως. Τα πρώτα προβλήματα στη σχέση της Εναγόμενης 3 με τον Ενάγοντα 1 άρχισαν να διαφαίνονται περί τον Απρίλιο του 2017 όταν η Εναγόμενη 3 είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι ο Ενάγων 1 άρχισε να επιδεικνύει μία δόλια και συνωμοτική συμπεριφορά για την οποία λεπτομέρειες δίδονται στη συνέχεια.»
«19. Η Εναγόμενη 3 αγνοεί και συνεπώς απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 18 της ΕΑ και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους πλην του γεγονότος ότι ο Ενάγων 1 ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 3 δυνάμει σχετικής σύμβασης εργοδότησης. Είναι η θέση της Εναγόμενης 3 ότι ο Ενάγων 1 προέβαινε σε όλες τις πωλήσεις που σχετίζονται με το απόθεμα (stock) της Εναγόμενης 3 χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη έγκριση και/ή γνώση και/ή ενημέρωση των διοικητικών συμβούλων ή/και μετόχων της Εναγόμενης 3. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο Ενάγων 1 ήταν το πρόσωπο που ουσιαστικά λειτουργούσε ως ο ιθύνων νους της Εναγόμενης 3 και ήταν σκιώδης διευθυντής της (shadow director) ή/και de facto διευθυντής της. Κανένα άλλο πρόσωπο εκτός από τον Ενάγοντα 1 είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην διαχείριση των εργασιών της Εναγόμενης 3 ως επίσης, στις καθημερινές της δραστηριότητες αφού ο Ενάγων 1 ήταν πρόσωπο που έχαιρε απόλυτης εμπιστοσύνης ως εκ των παραστάσεων και διαβεβαιώσεων του προς την Εναγόμενη 3 ή/και ήταν το κατεξοχήν πρόσωπο που έπαιρνε κάθε απόφαση αναφορικά με την Εναγόμενη 3 κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας. Ο Ενάγων 1, λόγω και της αυξημένης εμπιστοσύνης που έχαιρε είχε ουσιαστικά τη δύναμη και τη δυνατότητα να επηρεάσει ή/και να κατευθύνει ή/και να διατάξει ή/και καθορίσει τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Εναγόμενης 3. Παράλληλα, και όπως διαφάνηκε στη συνέχεια, προέβαινε σε διάφορες πωλήσεις και/ή ψευδείς παραστάσεις σε τρίτους και/ή αποφάσεις οι οποίες ενδεχομένως να μην ήταν προς το καλύτερο συμφέρον της Εναγόμενης 3 και μάλιστα προέβαινε σε αυτές χωρίς την γνώση και/ή την συγκατάθεση της Εναγόμενης 3.»
Η μελέτη των παραγράφων 14.2 και 19 του δικογράφου της Εναγόμενης 3, φανερώνει ότι οι ισχυρισμοί των εν λόγω παραγράφων δεν προβάλλονται με αόριστο τρόπο. Αντιθέτως, πρόκειται για σαφείς ισχυρισμούς οι οποίοι προσδιορίζουν με την απαιτούμενη σαφήνεια την υπόθεση που θα προωθήσουν κατά τη δίκη οι Εναγόμενοι, έτσι ώστε να μην τίθεται ζήτημα να καταληφθούν εξ απροόπτου οι Ενάγοντες.
Δεν μου διαφεύγει, ότι στην παράγραφο 19 του δικογράφου της Εναγόμενης 3 γίνεται γενική αναφορά σε ψευδείς παραστάσεις. Το δικόγραφο, ωστόσο, θα πρέπει να ιδωθεί στο σύνολό του για να διαπιστωθεί κατά πόσο χρήζει περαιτέρω λεπτομερειών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραπέμπω ενδεικτικά στις παραγράφους 31.2 και 41 του δικογράφου της Εναγόμενης 3, όπου δίδονται λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης συνωμοτικής συμπεριφοράς και των ψευδών παραστάσεων που καταλογίζονται στον Ενάγοντα 1.
Αυτό το φαινόμενο, δηλαδή της αποσπασματικής αντιμετώπισης δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγομένων, παρατηρείται και σε σχέση με άλλα ζητήματα για τα οποία οι Ενάγοντες ζητούν λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, ισχυρισμοί για τα καθήκοντα του Ενάγοντα 1 στην Εναγόμενη 3 περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και στις παραγράφους 10 και 12, ενώ για το ζήτημα του αποθέματος σχετικές είναι και οι παράγραφοι 24, 38, 41.3 και 41.6.
Η συνολική εικόνα που μεταδίδουν τα δικόγραφα των Εναγομένων 1 και 3 είναι ότι αυτά είναι αρκούντως διαφωτιστικά και μεταφέρουν μία σαφή και πλήρη εικόνα της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσουν οι Ενάγοντες κατά την ακρόαση της αγωγής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ (2000) 1Α Α.Α.Δ 157, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η παροχή λεπτομερειών που ουσιαστικά συνιστά αποκάλυψη μαρτυρίας. Αυτό, διότι το κριτήριο για την παροχή λεπτομερειών δεν είναι η διευκόλυνση του αντιδίκου στην παρουσίαση της υπόθεσής του.
Παράλληλα, σημειώνω, ότι στην προκείμενη περίπτωση τυχόν έγκριση της επίδικης αίτησης θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες της Δ.19 θ.4, αφού θα οδηγούσε στη συμπερίληψη μαρτυρίας στα δικόγραφα των Εναγομένων 1 και 3. Επισημαίνω, ότι από τη στιγμή που διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, οι τελευταίες αποτελούν μέρος των δικογραφημένων ισχυρισμών (Annual Practice 1958 σελ. 460) Στην υπόθεση Αρχίππεα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Κακαβού (2015) 1Γ Α.Α.Δ 2195, υποδείχθηκε ότι απαγορεύεται η παράθεση μαρτυρίας στα δικόγραφα, διότι η μαρτυρία έπεται των δικογραφημένων ισχυρισμών και προσάγεται στη δίκη προς απόδειξή τους.
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 1 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Νοείται, ότι ενόψει της κοινής ένστασης και της κοινή εκπροσώπησης, οι Εναγόμενοι 1 και 3 δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων.
(Υπ.) …………..…………………
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο