ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.
Αρ. Αγ. 1593/2018
Μεταξύ:
CYPROMETAL LTD
Ενάγουσας
-και-
D. & K. ANOSIS PAPER LTD
Εναγόμενης
Ημερομηνία: 28.5.2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κα. Χαραλάμπους για Νίκος Μ. Ηλία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη: κα. Μαρίνου για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Με βάση την απαίτηση της, η Ενάγουσα αξιώνει απόφαση υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €11.048,56 ως υπόλοιπο το οποίο προκύπτει από συμφωνία εκτέλεσης εργασιών, πλέον τόκους και έξοδα.
Η Εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει από την Ενάγουσα ποσό €2.965,92 δυνάμει υπηρεσιών και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού πλέον τόκους και έξοδα. Απαίτηση και ανταπαίτηση εκδικάστηκαν ταυτόχρονα.
Δικογραφημενοι Ισχυρισμοί
Σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στην απαίτηση της Ενάγουσας, κατά τις 28.5.2009 η Ενάγουσα κατόπιν συμφωνίας μεταξύ αυτής και της Εναγόμενης ανέλαβε να εκτελέσει μεταλλικές δομικές κατασκευές σε αποθήκη της Εναγόμενης για ποσό €145.000 πλέον Φ.Π.Α.. Η Ενάγουσα εκτέλεσε τις εργασίες και εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της.
Πέραν των εργασιών που προνοούνταν στην πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία, η Εναγόμενη ζήτησε όπως εκτελεστούν επιπρόσθετες εργασίες οι οποίες συμφωνήθηκαν κατόπιν νέας συμφωνίας ημερομηνίας 13.10.2010 που υπογράφηκε μεταξύ των μερών, στο ποσό των €20.000 πλέον Φ.Π.Α. Στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας, η Ενάγουσα αγόρασε εμπορεύματα της Εναγόμενης αξίας €6.951,44 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α..
Κατά την διάρκεια του έργου που ανάλαβε η Ενάγουσα να εκτελέσει εξέδιδε τιμολόγια και διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού. Η Εναγόμενη κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €171.750,00. Από το εν λόγω ποσό οι €166.750 καταβλήθηκαν προς εξόφληση του ποσού που συμφωνήθηκε στα πλαίσια της συμφωνίας της 28.5.2009 και το υπόλοιπο ποσό, ήτοι €5.000 πληρώθηκε έναντι του ποσού των €20.000 πλέον Φ.Π.Α. που προνοούσε η συμφωνία της 13.10.2010. Εν όψει τούτου, παραμένει υπόλοιπο ύψους €11.048,56 το οποίο η Εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, αρνείται ή παραλείπει ή αμελεί να το καταβάλει μέχρι σήμερα.
Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, η αγωγή στρέφεται εναντίον λανθασμένου προσώπου εφόσον η συμφωνία 28.5.2009, την υπογραφή της οποίας αποδέχεται, υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της εταιρείας Anosis Paper Ltd, ότι η απαίτηση εγείρεται με σοβαρή καθυστέρηση (laches) και ότι η αξίωση της Ενάγουσας έχει, σε κάθε περίπτωση, παραγραφεί. Παραδέχεται επιπρόσθετα ότι η Ενάγουσα έχει εκτελέσει τις εργασίες που προνοούνταν στην συμφωνία 28.5.2009 και έχει πληρωθεί το ποσό της συμφωνίας. Αρνείται δε την υπογραφή της συμφωνίας 13.10.2010 και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα έλαβε το ποσό των €189.750 συνεπώς δεν οφείλεται σε αυτήν οποιονδήποτε ποσό. Ισχυρίζεται ακόμη ότι το ποσό των €11.048,56 που απαιτεί η Ενάγουσα είναι λανθασμένο, ότι όλα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν εξοφλήθηκαν και ότι η μεταξύ τους συμβατική σχέση έληξε με μηδενικό υπόλοιπο.
Η Εναγόμενη προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των μερών ότι η Εναγόμενη θα προμήθευε την Ενάγουσα με εμπορεύματα της ενασχόλησης της έναντι εργασιών που η Ενάγουσα θα της προσέφερε. Σε αυτήν τη βάση η, Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό των €2.965 το οποίο και αξιώνει με την ανταπαίτηση της.
Υπενθυμίζω και τονίζω την καθιερωμένη αρχή ότι, τα επίδικα θέματα περιορίζονται στα όσα προσδιορίζονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των μερών και ότι το Δικαστήριο δεν επιλύει ζητήματα τα οποία δεν αποτελούν μέρος των δικογράφων (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Λ.Δ. ν. Μ.Φ. Πολ. Εφ. 188/14 ημερομηνίας 19.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:A11, Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 Α.Α.Δ. 670, Παρλάτα ν Δημητρίου (2014) 1 Α.Α.Δ. 994).
Μαρτυρία
Για την Ενάγουσα έδωσε μαρτυρία ο Σ.Κ. (ΜΕ1) ο οποίος είναι διευθυντής της και για την Εναγόμενη έδωσε μαρτυρία ο Δ.Χ. (ΜΥ1) διευθυντής της Εναγόμενης.
Μαρτυρία ΜΕ1
Ο μάρτυρας υιοθέτησε και κατάθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 28.5.2009 δυνάμει συμφωνίας (Τεκμήριο 4) μεταξύ των μερών η Ενάγουσα ανάλαβε έναντι ποσού €145.000 πλέον Φ.Π.Α. να εκτελέσει μεταλλικές δομικές κατασκευές και εργασίες σε αποθήκη της Εναγόμενης. Αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω συμφωνίας αποτελούσαν τα σχέδια STRUCAD (Τεκμήριο 5), οι ποσότητες υλικών (Τεκμήριο 6) και η προσφορά (Τεκμήριο 3). Η Ενάγουσα προχώρησε και εκτέλεσε τις εργασίες και εκπλήρωσε τις από μέρους της συμβατικές υποχρεώσεις έναντι της Εναγόμενης για αυτό και πληρώθηκε για τις εργασίες που εκτέλεσε στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας.
Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα να εκτελέσει άλλες, επιπρόσθετες εργασίες για τις οποίες υπογράφηκε μεταξύ των μερών ξεχωριστή συμφωνία στις 13.10.2010 (Τεκμήριο 8). Η αμοιβή θα ήταν €20.000 πλέον Φ.Π.Α.. Η εν λόγω συμφωνία αποτελείτο από ένα πίνακα στον οποίο περιγράφονταν οι επιπρόσθετες εργασίες, ποσότητες, μονάδες μέτρησης, η τιμή ανά μονάδα και το ποσό. Ως συμφωνήθηκε, στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας, η Εναγόμενη θα προμήθευε την Ενάγουσα και η Ενάγουσα θα αγόραζε από την Εναγόμενη υλικά ή εμπορεύματα αξίας τουλάχιστον €5.000 πλέον Φ.Π.Α. όπως και έγινε.
Στην κυρίως εξέταση του επί των πιο πάνω πρόσθεσε ότι, η επικοινωνία γινόταν με τον Δ.Χ. και ήταν εκείνος που ζήτησε την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών τις οποίες προχώρησαν και εκτέλεσαν. Υπήρξε μια διαφωνία και καταγράφεται στο Τεκμήριο 8 «not approved by client». Έγινε συνάντηση στις 13.10.2010 στα υποστατικά της Εναγόμενης με τον Δ.Χ., συζητήθηκε το θέμα και κατέληξαν στο ποσό των €20.000. Με αμοιβαία υποχώρηση και των δυο υπογράφηκε η συμφωνία Τεκμήριο 8.
Κατά τη διάρκεια του έργου, η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια (Τεκμήριο 10) και αποδείξεις (Τεκμήριο 11) καθώς επίσης διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9). Με την ολοκλήρωση των εργασιών η Εναγόμενη παρέλαβε το έργο χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη και της παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα εγγύηση ενός έτους μέσω επιστολής (Τεκμήριο 12).
Η Εναγόμενη κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €171.750 εξοφλώντας έτσι το ποσό των εργασιών που προνοούσε η συμφωνία Τεκμήριο 4 και το εναπομείναν ποσό των €5.000 πληρώθηκε έναντι της συμφωνίας Τεκμήριο 8. Βάση της τελευταίας συμφωνίας, η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €11.048,56 το οποίο προκύπτει όταν αφαιρεθεί από το ποσό της συμφωνίας €20.000 (πλέον €3.000 ΦΠΑ) το ποσό των €5.000 ανωτέρω και το ποσό των €6.951,44 που είναι ποσό προμήθειας εμπορευμάτων από την Εναγόμενη. Ως περαιτέρω αναφέρει ο Σ.Κ. στην δήλωση του, η Ενάγουσα μεταξύ 13.10.2010 μέχρι και 14.2.2014 αγόρασε από την Εναγόμενη εμπορεύματα αξίας €7.255,89. Λόγω επιστροφής εμπορευμάτων εκδόθηκε πιστωτική σημείωση (credit note) από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 13) και έτσι προκύπτει το πιο πάνω ποσό των €6.951,44.
Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη (Τεκμήρια 15, 16, 17) ουδέν ποσό καταβλήθηκε μέχρι σήμερα. Η Ενάγουσα ουδέν ποσό οφείλει στην Εναγόμενη.
Αναφορικά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 8, πρόσθεσε ότι όταν έβαλε την υπογραφή του ο Δ.Χ., κατέγραψε ότι θέλει να γίνουν αγορές αξίας τουλάχιστον €5.000 χαρτικής ύλης που πουλούσε η Εναγόμενη. Η Ενάγουσα το δέχθηκε και αγόρασε χαρτική ύλη αξίας €5.000. Κατά την αντεξέταση του, ανάφερε ότι τις επιπρόσθετες εργασίες τις είχε ζητήσει ο ιδιοκτήτης. Η διαφωνία προέκυψε μετά που εκτελέστηκαν οι εργασίες για αυτό είχαν συνάντηση στις 13.10.2010 όπου τελικά υποχώρησε η Ενάγουσα και κατέληξαν στο ποσό των €20.000 πλέον ΦΠΑ και εκεί σημείωση ο Δ.Χ. για τις αγορές. Ρωτήθηκε γιατί δεν αναφέρονται οπουδήποτε στην συμφωνία Τεκμήριο 8 ονόματα και είπε ότι έγινε στην παρουσία τη δική του και του ιδιοκτήτη και έγινε με τον τρόπο που έγινε.
Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ότι δεν προχώρησαν νωρίτερα με νομικά μέτρα καθότι ανάμεναν ότι θα υπήρχε κατάληξη. Όταν επικοινωνούσε με τον Δ.Χ. απαντούσε όμως ήταν ήθελε αναβάλλει το ζήτημα. Αναγκαστικά, για να μην παραγραφεί η αξίωση τους προχώρησαν με αγωγή. Για την ανταπαίτηση είπε ότι δεν έχει αντιληφθεί τον λόγο. Ο Δ.Χ. μέχρι κάποιο χρονικό σημείο παραδεχόταν (την οφειλή) μέχρι που σταμάτησε να ανταποκρίνεται. Η Ενάγουσα φυσικά, δεν οφείλει κανένα ποσό.
Στην αντεξέταση του επανέλαβε ότι η κυρίως συμφωνία (Τεκμήριο 4) εξοφλήθηκε. Εξήγησε ότι οι αποδείξεις (Τεκμήριο 11) δεν περιλαμβάνουν τις επιπρόσθετες €5.000 που η Ενάγουσα πήρε έναντι των εργασιών με βάση το Τεκμήριο 8. Η τελευταία πληρωμή έγινε 24.1.2011 για ποσό €5.750. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 9 αναφερόμενος στην ημερομηνία 29.10.2020 είπε ότι δεν πρόκειται για πληρωμή αλλά για μεταφορά εμπορευμάτων για τις επιπρόσθετες εργασίες, συγκεκριμένα μεταφορά από την αγορά που είχε κάνει η Ενάγουσα. Σε αμέσως επόμενη ερώτησε είπε ότι στην δεύτερη σελίδα του Τεκμήριου 9 είναι εμπορεύματα που έλαβε η Ενάγουσα και το ποσό €6.951 προκύπτει από την αξία μείον τα χρήματα που πλήρωσε η Ενάγουσα και τις πιστωτικές σημειώσεις (credit notes). Ρωτήθηκε αν όντως στις 29.10.2020 έγινε μεταφορά και είπε ότι είναι λογιστικό και δεν πρόκειται για συναλλαγή παραπέμποντας στο Τεκμήριο 13 για το οποίο εξήγησε ότι οι συναλλαγές γίνονταν κατά καιρούς και φαίνονται με λεπτομέρεια στο εν λόγω τεκμήριο. Ο μάρτυρας πρόσθεσε επί τούτου ότι είχαν γίνει 4 πληρωμές και αρκετά credits. Από το σύνολο των αγορών €9.462,06 και των πιστωτικών σημειωμάτων €2.510,62 το οποίο φαίνεται να πρόσθεσε η Ενάγουσα στις απολαβές της προκύπτει η διαφορά από τις χρεώσεις, δηλαδή το ποσό των €11.048,57 που σήμερα διεκδικεί.
Του ζητήθηκε να υποδείξει στο Τεκμήριο 9 που φαίνεται το ποσό των €5.000 και είπε ότι φαίνονται οι ημερομηνίες και αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 8, είχε πληρωμή €11.000. Η χρέωση για τις επιπρόσθετες εργασίες έγινε μετέπειτα και ακόμη €750 που ήταν το υπόλοιπο για τις εργασίες για να προκύψει το ποσό των €145.000. Το τιμολόγιο ημερομηνίας 14.10.2010 αφορούσε κανονικές εργασίες με υπόλοιπο €750. Χρέωσαν και τις €20.000 πλέον ΦΠΑ μετά την συμφωνία και πληρώθηκαν €5.750. Για αυτό στο Τεκμήριο 10 δεν περιλαμβάνεται τιμολόγιο για €5.000 επειδή είναι μέσα στο τιμολόγιο για τις €20.000 πλέον ΦΠΑ.
Ρωτήθηκε ακόμη για το Τεκμήριο 15 και ανάφερε ότι είχε σταλεί μέσω τηλεομοιότυπου. Εξήγησε ότι το ποσό που απαίτησαν μέσω της επιστολής Τεκμήριο 15 ήταν μεγαλύτερο. Όπως όμως φαίνεται στο Τεκμήριο 13, πληρώθηκαν μετά ακόμη €226,10 το οποίο ποσό αν αφαιρεθεί από εκείνο που απαίτησαν είναι ακριβώς το ποσό που διεκδικείται αναφέροντας επίσης ότι το ποσό των €226,10 προκύπτει από αύξηση των εμπορευμάτων λίγο αργότερα κατά την 14.2.2014.
Υποβλήθηκε επίσης στον μάρτυρα ότι εξ αιτίας της Ενάγουσας υπερχρεώθηκε η Εναγόμενη και ότι λόγω διαφωνιών της Ενάγουσας με τον εργολάβο χρειάστηκε να γίνουν οι επιπρόσθετες εργασίες των €20.000. Ο μάρτυρας είπε ότι αν ήταν έτσι τα πράγματα δεν θα γινόταν η συμφωνία (Τεκμήριο 8). Οι εργασίες έχουν να κάνουν με πλαγιοκάλυψη που χρειαζόταν το κτήριο και η Ενάγουσα δεν είχε καμία σχέση με αυτό. Πρόσθεσε ακόμη ότι, η Ενάγουσα δεν είχε αναλάβει πλαγιοκάλυψη γιατί δεν κάνει «κτιστά». Η Εναγόμενη είχε αναθέσει σε εργολάβο να κτίσει και αυτός χρειαζόταν να κάνει κάποιες εργασίες για τις οποίες όμως η Εναγόμενη συμφώνησε με την Ενάγουσα. Μπορούσε να τις αναθέσει στον εργολάβο.
Υποβλήθηκε επίσης στον μάρτυρα ότι η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη €2.965,92 κάτι το οποίο ως απάντησε θεωρεί ακατανόητο. Επικαλέστηκε την κατάσταση που παρουσίασε αναφέροντας ότι μετά τη συμφωνία σταμάτησε η Ενάγουσα να κάνει πληρωμές και αφαιρέθηκε το ποσό από τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα.
Μαρτυρία ΜΥ1
Ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε επίσης γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β) την οποία υιοθέτησε. Κατάθεσε επίσης δυο καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 18 και 19) και φωτογραφία (Τεκμήριο 20).
Ως επιπρόσθετα ανάφερε, το κτήριο σχεδιάστηκε από την Ενάγουσα και αποτελείται από μεταλλικό σκελετό και τούβλα. Κάποια στιγμή ειδοποιήθηκε ότι διαπληκτίστηκαν έντονα με αποτέλεσμα να φωνάζουν και το έργο καθυστέρησε για δυο μήνες. Ο εργολάβος θεωρούσε ότι υπήρχε επικινδυνότητα γιατί δεν τοποθετήθηκαν δοκοί να στηρίζουν την κολώνα έτσι σταμάτησε. Πήγε ο ίδιος και τα είδε. Η Ενάγουσα δεν δεχόταν και θεωρούσαν ότι με βάση τα σχέδια έπρεπε να υπήρχε πρόνοια για στατικότητα. Μετά ήρθε η Ενάγουσα να κάνει επιπρόσθετες μελέτες και ζήτησε επιπρόσθετο ποσό. Επειδή έκτιζαν και περίμεναν μηχανήματα αναγκάστηκε να δεχθεί την πρόταση. Άλλες προσφορές ήταν κατά €10.000 πιο ακριβές. Είχε υποστεί ένα εκβιασμό. Εξαιτίας του διαπληκτισμού της Ενάγουσας με τον εργολάβο, ο τελευταίος σταμάτησε τις εργασίες και η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι το αρχικό ποσό θα αυξηθεί κατά €20.000 πλέον ΦΠΑ. Αντέδρασε στην αύξηση του κόστους αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί τις εργασίες γιατί το κτήριο θα ήταν επικίνδυνο για όσους εισέρχονταν σε αυτό. Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €189.216,92 και δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό παραπέμποντας στο Τεκμήριο 18.
Στην αντεξέταση του τέθηκε η υποβολή ότι στην φωτογραφία Τεκμήριο 20 δεν υπάρχουν κάθετες δοκοί αλλά οριζόντιες οι οποίες έγιναν αφού ο εργολάβος ζήτησε από την Εναγόμενη επιπρόσθετες πληρωμές. Ο Δ.Χ. ισχυρίστηκε ότι φαίνονται οι κακοτεχνίες και όταν λέει κάθετες εννοεί εκείνες που του ανάφερε η συνήγορος στην πιο πάνω υποβολή της. Ο εργολάβος, πρόσθεσε, από τη στιγμή που θεώρησε ότι ήταν αντεστραμένα έπρεπε να υπήρχαν σίδερα για στήριξη των τούβλων. Του υποβλήθηκε ότι πουθενά στα Τεκμήρια 5-7 δεν συμπεριλαμβάνεται τοιχοποιία και δοκοί και είπε ότι η Ενάγουσα ανάλαβε την μεταλλική κατασκευή η οποία περιλαμβάνει και την σταθερότητα και έπρεπε να πάει όλα τα μέτρα για να αντέξει τα τούβλα, συμφώνησε όμως ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στην προσφορά.
Του υποβλήθηκε επίσης ότι ούτε οι οριζόντιοι δοκοί συμπεριλαμβάνονταν και ότι ο ίδιος προσωπικά ζήτησε σιδερένιους δοκούς ως επιπρόσθετη εργασία και είπε ότι, στην αρχική τιμή δεν συμπεριλαμβάνονταν αλλά δεν ήταν σε θέση να καταλάβει τότε. Αυτό ήταν κάτι που φάνηκε να χρειάζεται όταν ο εργολάβος επιχείρησε να κάνει εργασίες.
Σχετικά με τον λογαριασμό Τεκμήριο 18 είπε ότι οι εταιρείες είναι υποχρεωμένες να κρατούν στοιχεία μέχρι 7 χρόνια. Πιθανολογεί, επειδή έκλεισαν τους λογαριασμού το 2012 με 2013 ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι πληρώθηκαν ή δεν πληρώθηκαν. Η Ενάγουσα, είπε, έπρεπε να φέρει κατάσταση. Καταγράφονται επιταγές στο Τεκμήριο 18 τις οποίες η Ενάγουσα έχει εισπράξει. Στην αντεξέταση του ανάφερε σχετικά με το Τεκμήριο 18 ότι το λογιστήριο της Εναγόμενης ακολουθεί το αγγλικό λογιστικό σύστημα και όλα επαληθεύονται από ελεγκτές. Στην αντεξέταση του, του υποδείχθηκε ότι στο Τεκμήριο 18 που ο ίδιος κατάθεσε υπάρχει καταχώρηση «extra kataskeves» για το οποίο είπε ότι δεν είναι σε θέση να καταλάβει τη δεδομένη στιγμή τι γράφει.
Για το Τεκμήριο 19 είπε ότι είναι κατάσταση αγορών της εταιρείας και η Ενάγουσα βάσει τούτου οφείλει στην Εναγόμενη το ποσό των €2.956,92 το οποίο ανταπαιτούν. Σχολιάζοντας το Τεκμήριο 9, είπε ότι δεν υπήρξαν συναλλαγές το 2020. Θεωρεί ότι έχει πρόβλημα το λογιστικό τμήμα της Ενάγουσας και την κατευθείνει λανθασμένα. Ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του εάν έχει τα τιμολόγια αναφορικά με το Τεκμήριο 19 και είπε ότι τα τιμολόγια μπορούν να εκδοθούν μόνο από το σύστημα και μπορούν να τα καταθέσουν, δεν υπάρχουν όμως σε φυσική μορφή (hard copy). Όλα πειστήρια είπε, τα πήρε η Ενάγουσα διότι όταν καταχώρησε την αγωγή τον πήρε για συμβιβασμό. Επέμεινε ότι στο λογιστήριο της Ενάγουσας πρέπει να υπάρχει πρόβλημα διότι στην κατάσταση τους κάνουν λογιστική εγγραφή €6.950 ποσό το οποίο αφαιρούν το 2020. Η Εναγόμενη δεν θα ασχολείτο μετά από 12-13 χρόνια με ένα υπόλοιπο που δείχνει το σύστημα.
Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι το Τεκμήριο 4 αφορούσε μεταλλικές κατασκευές. Ρωτήθηκε αν συμφωνεί ότι πρόκειται για μεταλλική αποθήκη και είπε ότι η εν λόγω συμφωνία ήταν για τον σκελετό. Η Ενάγουσα είπε εκτέλεσε τις εργασίες αλλά τις εκτέλεσε πλημμελώς γιατί ακόμη το κτήριο αντιμετωπίζει προβλήματα.
Σχετικά με την αναφορά του στην παράγραφο 4 του Εγγράφου Β για αποδείξεις είπε ότι εννοεί την κατάσταση λογαριασμού. Ισχυρίστηκε ότι έχουν εξοφλήσει τις επιταγές και δεν έδειξαν κάτι αντίθετο με την κατάσταση λογαριασμού. Σε αμέσως επόμενη σχετική ερώτηση είπε ότι έχουν κλείσει τα λογιστικά βιβλία και δεν κρατούν άλλα στοιχεία λόγω των πολλών χρόνων. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 11 και ρωτήθηκε αν αναφέρεται στις ίδιες επιταγές και είπε ότι αυτά φαίνονται και στην κατάσταση λογαριασμού. Του υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για τις επιταγές γιατί ποτέ δεν πληρώθηκαν για να απαντήσει ότι, έχουν εκδοθεί και πρέπει να εξηγηθεί από την Ενάγουσα πως εισέπραξε το ποσό της δεύτερης επιταγής και δεν έχει εισπράξει το ποσό της πρώτης και της τρίτης. Δεν άφηνε τα πράγματα στην τύχη, έπαιρνε προκαταβολικά τις επιταγές για κάθε εργασία. Ο ίδιος είπε δεν έχει αντίγραφα των επιταγών ούτε κατάσταση λογαριασμού γιατί ήταν στην Λαική τράπεζα η οποία έχει κλείσει.
Συμφώνησε κατά την αντεξέταση του ότι στο Τεκμήριο 18 γίνεται αναφορά σε δυο επιταγές αξίας €5.750 η κάθε μια. Συμφώνησε ότι καταγράφεται υπόλοιπο €1.744,35 οφειλόμενο από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα. Του υποβλήθηκε ότι στο Τεκμήριο 18 δεν έχει συμπεριληφθεί το τελευταίο τιμολόγιο του Τεκμηρίου 10 για €750 και είπε ότι δεν το έχουν και δεν γνωρίζουν πότε εκδόθηκε και αν εκδόθηκε.
Ο Δ.Χ. αρνήθηκε επίσης υποβολές σχετικά με τις προσπάθειες επικοινωνίας μεταξύ του Σ.Κ. και εκείνου ισχυριζόμενος ότι δεν απόφευγε την επικοινωνία και ότι από μόνος του πήρε προωτοβουλία όταν κινήθηκε η αγωγή από την Ενάγουσα. Του τηλεφώνησε η σύζυγος του Σ.Κ. και τις έστειλε τα πραγματικά στοιχεία. Τον πήρε άλλες δυο φορές αλλά από το 2011-2012 που θεωρούσε ότι υπήρχε διαφορά που ήταν τόσα χρόνια διερωτήθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από 2010 δεν έχει τηλεομοιότυπο η Εναγόμενη. Στο Τεκμήριο 17 αναγνώρισε την ηλεκτρονική διεύθυνση του, το τηλέφωνο της Εναγόμενης και τον αριθμό τηλεομοιότυπου, ισχυρίστηκε όμως ότι το τηλεομοιότυπο καταργήθηκε εδώ και πολλά χρόνια.
Αγορεύσεις
Και οι δυο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έστω και αν δεν γίνεται αναλυτική αναφορά και επανάληψη στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους. Σημειώνω ότι το ζήτημα ονομασίας της Εναγόμενης ή του κατά πόσον πρόκειται για άλλη εταιρεία δεν προωθήθηκε και δεν θα εξεταστεί.
Αξιολόγηση - Ευρήματα
Έχω εξετάσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, έχοντας εξετάσει επίσης το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και έλαβα επίσης υπόψη την εικόνα των μαρτύρων στο Δικαστήριο ενώ καταθέταν, έχοντας κατά νου και την δυνατότητα αποδοχής ή απόρριψης είτε όλης είτε μέρους της μαρτυρίας το (βλ. Kades v. Nicolaou & Another (1986) 1 CLR 212, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 A.A.Δ. 256, Κωνσταντινίδη ν Κωμοδρόμου Πολ. Εφ. 283/15 ημερ. 17.11.2025, Κοκκίνου κ.α. v. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 336/2018, ημερομηνίας 31.03.2025).
Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι, τα πιο κάτω ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης:
- Η υπογραφή και οι όροι της συμφωνίας Τεκμήριο 4
- Το γεγονός ότι τα Τεκμήρια 5, 6 και 7 αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας Τεκμήριο 4
- Το γεγονός ότι η Ενάγουσα εκτέλεσε τις εργασίες που προνοούσε η συμφωνία Τεκμήριο 4
- Το γεγονός ότι η Ενάγουσα πληρώθηκε από την Εναγόμενη το ποσό που αφορούσε στην συμφωνία Τεκμήριο 4
- Το γεγονός ότι η Ενάγουσα πληρώθηκε €5.000 επιπλέον του ποσού που αφορούσε στην συμφωνία Τεκμήριο 4
- Το γεγονός ότι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη συμφώνησαν όπως η τελευταία προμηθεύει την πρώτη με εμπορεύματα της ειδικότητας της.
- Το γεγονός ότι η Ενάγουσα προμηθεύτηκε και αγόρασε από την Εναγόμενη εμπορεύματα της ειδικότητας της αξίας €6.951,44 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ
- Το γεγονός ότι χρειάστηκε να γίνουν επιπρόσθετες εργασίες αξίας €20.000 πλέον ΦΠΑ
- Το γεγονός ότι με την παράδοση του έργου η Ενάγουσα απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 12 με την οποία παρείχε στην Εναγόμενη 1 χρόνο εγγύηση για το έργο
Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα
Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Ο ΜΕ1 δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του υποστηρίζεται στα ουσιώδη σημεία της από τεκμήρια, είναι πειστική και εύλογη. Σημειώνω επιπρόσθετα ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του ενώ ήταν καθόλα επεξηγηματικός σε σχέση με την οικονομική πτυχή της υπόθεσης, που είναι και η ουσία της. Δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας του οποίου το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας συνθέτει τα ήδη διατυπωμένα ανωτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του, την οποία και αποδέχομαι.
Στην αντίπερα όχθη, ήταν φανερή κατά την κρίση μου η προσπάθεια του ΜΥ1 όπως η Εναγόμενη απεκδυθεί των οποιωνδήποτε ευθυνών της. Ο μάρτυρας σε πολλές περιπτώσεις πλάτειαζέ σε σημείο που δεν ήταν πλέον ξεκάθαρο σε ποια συμφωνία αναφερόταν (την αρχική Τεκμήριο 4 ή την δεύτερη Τεκμήριο 8) ενώ υπήρξαν περιπτώσεις που η μαρτυρία του ερχόταν σε αντίθεση τόσο με την δικογραφημένη στην υπεράσπιση θέση της Εναγόμενης όσο και με τις υποβολές της συνηγόρου του προς τον ΜΕ1. Εξηγώ.
Στην υπεράσπιση, η Εναγόμενη στην παράγραφο 7 απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι έγιναν επιπρόσθετες εργασίες και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπόγραψε ξεχωριστή συμφωνία έξτρα εργασιών (δηλαδή το Τεκμήριο 8) ενώ η συνήγορος του υπόβαλε στον ΜΕ1 ότι εξαιτίας της Ενάγουσας υπερχρεώθηκε η Εναγόμενη και χρειάστηκε να γίνουν επιπρόσθετες εργασίες αξίας €20.000, θέση η οποία είναι προφανώς αντίθετη με την δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης. Εκτός των πιο πάνω ο ΜΥ1 ανάφερε κατά την μαρτυρία του ότι υπέστη ένα εκβιασμό, στο να αποδεχθεί τις επιπρόσθετες €20.000.
Ακόμη, το γεγονός ότι όντως η Εναγόμενη υπόγραψε την συμφωνία ενισχύεται και από την θέση στην υπεράσπιση στην παράγραφο 8 ότι ήταν ρητός όρος όπως η Ενάγουσα προμηθευθεί από την Εναγόμενη προϊόντα της ειδικότητας της, όπως ήταν και η θέση του ΜΕ1 καθώς και από το γεγονός ότι ο ΜΥ1 ουδέποτε αμφισβήτησε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 8.
Πέραν και επιπρόσθετα των πιο πάνω, οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του ΜΥ1 περί ελαττωματικών εργασιών ή πλημμελούς εκτέλεσης εργασιών και περί εξαναγκασμού του να αποδεχθεί τις εργασίες, εκτός του ότι δεν δικογραφούνται είναι και άσχετοι με τον ισχυρισμό που προβλήθηκε περί εξόφλησης.
Επιπρόσθετα των πιο πάνω ενώ στην υπεράσπιση δικογραφείται ότι η Εναγόμενη δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό, παράλληλα δικογραφεί και την θέση ότι το ποσό των €11.048,56 «δεν είναι ορθό και/ή απαιτητό και/ή λανθασμένο». Ο ουσιώδης ισχυρισμός που προώθησε ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του καθώς και στην αντεξέταση του είναι ότι για να φαίνεται υπόλοιπο έχει πρόβλημα το λογιστήριο της Ενάγουσας θέση η οποία προφανώς δεν μπορεί να ισχύει για δυο λόγους. Πρώτον λόγω προηγούμενης του αναφοράς ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν εάν πληρώθηκαν ή δεν πληρώθηκαν τα χρήματα αφήνοντας έτσι ο ίδιος ανοικτό το ενδεχόμενο να μην έχουν πληρωθεί και δεύτερο εάν ήταν σε θέση να παρουσιάσει λογαριασμό για την οφειλή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη εύλογα αναμενόταν να παρουσίαζε και ανάλογη μαρτυρία ότι εξόφλησε το ποσό της συμφωνίας Τεκμήριο 8. Επίσης, ο ισχυρισμός ότι πληρώθηκαν οι επιταγές προβλήθηκε από τον ίδιο συνεπώς είχε και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του το οποίο δεν απόσεισε. Ούτε η μαρτυρία του σε σχέση με την ανταπαίτηση μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι όπως ο ίδιος τόνισε επανειλημμένα δεν υπάρχουν τα τιμολόγια. Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα έχει πιστώσει ως εξήγησε επιμελώς ο ΜΕ1 οποιοδήποτε ποσό το οποίο προερχόταν από προμήθεια αξίας περί των €6.000, μειώνοντας έτσι το οφειλόμενο ποσό της Εναγόμενης προς αυτή. Και πάλι όμως ακόμη και να κατέληγα ότι δεν θα έπρεπε να ενεργήσει με αυτόν το τρόπο η Ενάγουσα αλλά να καταβάλει στην Εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό ένεκα της ανταπαίτησης στην ουσία θα κατέληγε το Δικαστήριο στο ίδιο συμπέρασμα, εφόσον ουδέποτε ήταν θέση της Εναγόμενης ότι δεν έπρεπε να της πιστωθεί το εν λόγω ποσό. Αντίθετα, ο ΜΥ1 διερωτήθηκε αρκετές φορές πως ενώ δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό αυτό μειώθηκε.
Η θέση του επίσης ότι ουδέποτε έλαβε την επιστολή της Ενάγουσας (Τεκμήριο 17) δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Γιατί να παραμείνει ένας αριθμός τηλεομοιότυπου ο οποίος είχε καταργηθεί εδώ και χρόνια όπως είπε στα στοιχεία επικοινωνίας της Εναγόμενης; Και πως υπάρχει αποδεικτικό αποστολής εφόσον ο αριθμός δεν υπήρχε;
Όλα τα πιο πάνω πλήττουν ουσιωδώς κατά την κρίση μου την αξιοπιστία της εκδοχής της υπεράσπισης η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Νομική Πτυχή
Ένεκα της φύσης του ζητήματος της παραγραφής που εγείρεται, και των συνεπειών που ενδεχομένως να επιφέρει, θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Στην υπόθεση Xατζηστυλλής Αλέκος ν. Μaude C Papadema και Άλλου (2000) 1 ΑΑΔ 551 αναφέρεται ότι:
«Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης…Η αναφορά έγινε για να καταδειχθεί η σπουδαιότητα του ζητήματος της παραγραφής. Η πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της κανόνες. Σε σχέση δε με το ζήτημα που μας απασχολεί αυτό εξετάζεται εφόσον εγερθεί στα δικόγραφα (Βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337, 347, στην οποία υποδεικνύεται πως "αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση". Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται, επίσης, πως επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας.»
Και στην υπόθεση Νεοφύτου ν. 1. ΜΑLAK κ.α. Πολ. Εφ. 118/12, ημερ. 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A297 τα εξής:
«Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα.
Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη (1998) 1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα (2000) 1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο.»
Για να αποφασιστεί το ζήτημα το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στο εφαρμοστέο δίκαιο κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής.
Το Άρθρο 26 του Νόμου 66(Ι)/2012 με τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Νόμος 190(Ι)/2014 διαλάμβανε τα εξής:
«Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής ίναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.».
Το πιο πάνω καταργήθηκε δια του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, Νόμος 207(Ι)/2015, από 01/01/2016. Με τον ίδιο Νόμο 207(Ι)/2015, προστέθηκε, δια τροποποίησης του Άρθρου 3 του Νόμου 66(Ι)/2012, που προνοεί ότι, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, επιφύλαξης ως προς το ότι, «Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016.».
Σημειώνω ότι, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί » (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636).
Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.12.2018 για παράβαση συμφωνίας που προέκυψε τον Οκτώβριο του 2010. Σύμφωνα με το άρθρο 7(2) του Νόμου 66(Ι)/2012 «καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.»
(Η υπογράμμιση είναι το παρόντος Δικαστηρίου)
Ο χρόνος παραγραφής όμως εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 24 και 29 του ίδιου Νόμου αρχίζει να προσμετράται συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 3 του ίδιου πάντα Νόμου από την 1.1.2016.
Στην βάση των πιο πάνω, η Ενάγουσα είχε στην διάθεση της τρία χρόνια από την 1.1.2016 για να φέρει ενώπιον Δικαστηρίου αγωγή και να διεκδικήσει πληρωμή των εργασιών που εκτέλεσε ως εργολάβος δυνάμει συμφωνίας (Τεκμήριο 8) με την Εναγόμενη. Εφόσον η αγωγή ως αναφέρω ανωτέρω καταχωρήθηκε στις 31.12.2018 δεν είχε παρέλθει η περίοδος των τριών ετών. Κατά συνέπεια το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν έχει παραγραφεί.
Καθυστέρηση - Laches
Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι στην αγόρευση των συνηγόρων της Εναγόμενης φαίνεται να συνδέεται το ζήτημα της παραγραφής με το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση αγωγής επικαλούμενοι το δόγμα της ολιγωρίας (laches). Πέραν του ότι πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά ζητήματα, το δόγμα της ολιγωρίας το οποίο έχει τις ρίζες του στο δίκαιο της επιείκειας (βλ. Fisher v. Brooker (2009) 1 W.L.R. 1764) , δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου υπάρχει πρόνοια σε νόμο αναφορικά με χρονικούς περιορισμούς (βλ. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους (2013) 1 Α.Α.Δ. 158). Και στην παρούσα περίπτωση προνοείται ρητά στον Νόμο 66(Ι)/12 (ανωτέρω) η χρονική περίοδος εντός της οποίας δικαιούται κάποιος να ενάγει άλλον. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση (βλ. επίσης Κυριάκου ν. Θεράποντος (2013) 1 Α.Α.Δ. 148 όπου αναφέρθηκε ότι «ορθά το Δικαστήριο διέκρινε ότι η υπεράσπιση του laches, έχει εφαρμογή μόνο στο δίκαιο της επιείκειας και όχι όταν προνοείται νομοθετική περίοδος παραγραφής»)
Πέραν και επιπρόσθετα των πιο πάνω, δεν θα μπορούσε κατά την κρίση μου να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο και για τον λόγο ότι στην παρούσα περίπτωση έστω και αν γίνεται αναφορά στην υπεράσπιση του δόγματος δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια. Για να τύχει εξέτασης η υπεράσπιση αυτή, υπάρχει αναγκαιότητα δικογράφησης του δόγματος (βλ. ΑΚΙΝΗΤΑ Ν. & Α. ΑΓΡΟΤΗΣ ΛΤΔ ν ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (1997) 1 ΑΑΔ 863) και δεν είναι αρκετή η απλή αναφορά σε αυτό όπως στην υπό εξέταση περίσταση καθότι, θα πρέπει στην υπεράσπιση του εναγόμενου, να αναφέρονται επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο ενάγοντας, παρόλο που είχε πλήρη γνώση των γεγονότων από τα οποία πηγάζει το αγώγιμο του δικαίωμα, καθυστέρησε την καταχώρηση της αγωγής του με αποτέλεσμα να προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο (βλ. Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου ως διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου (2009) 1 Α.Α.Δ. 1360). Κατά συνέπεια ούτε αυτή η πτυχή της υπεράσπισης μπορεί να επιτύχει.
Εφαρμογή - Συμπεράσματα
Εν όψει των πιο πάνω, ήτοι της μη διάγνωσης παραγραφής και της αποτυχίας της υπεράσπισης της καθυστέρησης (laches) προχωρώ στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης σε επιπρόσθετα ευρήματα ότι, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη συνήψαν συμφωνία στις 13.10.2010 για επιπρόσθετες εργασίες αξίας €20.000 πλέον ΦΠΑ, ότι η Ενάγουσα απαίτησε την καταβολή οφειλόμενου ποσού με την επιστολή της (Τεκμήριο 15) στην οποία η Εναγόμενη ουδέποτε ανταποκρίθηκε και ότι η Ενάγουσα πίστωσε την Εναγόμενη με ποσό €6.951,44 που είναι ποσό προμήθειας εμπορευμάτων από την Εναγόμενη με αποτέλεσμα σήμερα το οφειλόμενο από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα ποσό να ανέρχεται στις €11.048,56.
Κατάληξη
Εν όψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €11.048,56 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής.
Η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
Ως προς τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο σε ένα σετ δεδομένου του ότι αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν.
(Υπ.) .....................................
Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο