ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 3115/2009
Μεταξύ:
1. Κυριάκου Σωφρονίου Δαμιανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωφρόνη Δαμιανού κ.ά.
Εναγόντων
και
1. Ροδούς Γεωργίου Σωφρονίου και Κυριάκου Γεωργίου Σωφρονίου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Σωφρόνη Δαμιανού κ.ά.
Εναγομένων
Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 19/03/2015
Μεταξύ:
1. Κυριάκου Σωφρονίου Δαμιανού, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωφρόνη Δαμιανού
2. Κυριάκου Σωφρονίου Δαμιανού ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Αγλαΐας Γιωρκή Αντώνη συζ. Σωφρόνη Δαμιανού
3.Κυριάκου Σωφρονίου Δαμιανού
4.Νικόλαου Σωφρονίου Δαμιανού
5. Παναγή Νικολάου
6. Μαρίας Αδάμου
7. Άννας Σωφρονίου Δαμιανού
Εναγόντων
και
1. Ροδού Γεώργιου Σωφρονίου και Κυριάκος Γεώργιου Σωφρονίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Σωφρόνη Δαμιανού
2. Ροδού Γεωργίου Σωφρονίου διά της διαχειρίστριας της περιουσίας της Ροδούλας Γεωργίου
3. Κυριάκος Γεωργίου Σωφρονίου
4. Αναστασία Γεωργίου Σωφρονίου
5. Χριστάκης Γεωργίου Σωφρονίου
6. Μαρία Γεωργίου Σωφρονίου
7. Νίκος Γεωργίου Σωφρονίου
8. Ξανθίππη Γεωργίου Σωφρονίου
9. Σωφρόνης Γεωργίου Σωφρονίου
Εναγομένων
Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23/06/2015
Μεταξύ:
1. Σωφρόνη Κυριάκου Σωφρονίου, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωφρόνη Δαμιανού
2. Σωφρόνη Κυριάκου Σωφρονίου ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Αγλαΐας Γιωρκή Αντώνη συζ. Σωφρόνη Δαμιανού
3. Κυριάκου Σωφρονίου Δαμιανού
4. Νικολάου Σωφρονίου Δαμιανού
5. Παναγή Νικολάου
6. Μαρίας Αδάμου
7. Άννας Σωφρονίου Δαμιανού
Εναγόντων
και
1. Ροδού Γεώργιου Σωφρονίου και Κυριάκος Γεώργιου Σωφρονίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Σωφρόνη Δαμιανού
2. Ροδού Γεωργίου Σωφρονίου διά της διαχειρίστριας της περιουσίας της Ροδούλας Γεωργίου
3. Κυριάκος Γεωργίου Σωφρονίου
4. Αναστασία Γεωργίου Σωφρονίου
5. Χριστάκης Γεωργίου Σωφρονίου
6. Μαρία Γεωργίου Σωφρονίου
7. Νίκος Γεωργίου Σωφρονίου
8. Ξανθίππη Γεωργίου Σωφρονίου
9. Σωφρόνης Γεωργίου Σωφρονίου
Εναγομένων
Ημερομηνία: 06.07.2026.
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες 1, 2 και 6: κ. Α. Πετουφάς με κα. Ε. Ανδρέου.
Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Πλουτάρχου.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Σωφρόνης Δαμιανού, τέως από την Οδού (στο εξής «ΣΔ») και η σύζυγός του Αγλαΐα Γιωρκή Αντώνη, τέως από την Οδού (στο εξής «ΑΓ») απέκτησαν πέντε παιδιά, ήτοι τους πρώην Ενάγοντες 3, 4 και 7, την Κλειώ Σωφρονίου Δαμιανού (στο εξής «ΚΣΔ») και τον Γεώργιο Σωφρόνη Δαμιανού (στο εξής «ΓΣΔ»). Κατά τον χρόνο της επανεκδίκασης της παρούσας αγωγής όλα τα παιδιά των ΣΔ και ΑΓ είχαν αποβιώσει.
Η αγωγή στρέφεται εναντίον της περιουσίας του ΓΣΔ και της Ροδούς Γεωργίου Σωφρονίου (στο εξής «ΡΣ»), η οποία είναι η αποβιώσασα σύζυγός του. Επίσης, στρέφεται και εναντίον των επτά παιδιών – κληρονόμων των ΣΔ και ΡΣ.
Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ο ΓΣΔ παρέπεισε τα αδέλφια του και κληρονόμους των ΣΔ και ΑΓ όπως συναινέσουν στον διορισμό του ως διαχειριστή της περιουσίας των γονέων τους (ΣΔ και ΑΓ) προκειμένου, αρχικά, να μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία των τελευταίων στο όνομά του και ακολούθως να προχωρήσει στη διανομή της στη βάση του μεριδίου που αναλογούσε στον κάθε κληρονόμο. Στηριζόμενοι στις πιο πάνω διαβεβαιώσεις οι κληρονόμοι των ΣΔ και ΑΓ συγκατατέθηκαν στον διορισμό του ΓΣΔ ως διαχειριστή της περιουσίας των γονέων τους και υπέγραφαν όλα τα έγγραφα που ο τελευταίος τους ζητούσε προς τον σκοπό ολοκλήρωσης της διαχείρισης και διαμοιρασμού των ακινήτων στον κάθε κληρονόμο.
Περαιτέρω, ο ΓΣΔ με δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις απέσπασε από την αρμόδια χωρητική αρχή πιστοποιητικά κατοχής και/ή δωρεάς των επίδικων ακινήτων από τους ΣΔ και ΑΓ.
Με τις προαναφερόμενες δόλιες μεθόδους ο ΓΣΔ πέτυχε την εγγραφή των ακινήτων επ’ ονόματί του. Παρά δε τις διαβεβαιώσεις και/ή υποσχέσεις στους πρώην Ενάγοντες 3, 4 και 7, καθώς και στην ΚΣΔ για τη διανομή των ακινήτων, αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να μεταβιβάσει σε αυτούς τα ακίνητα που τους αναλογούσαν.
Μετά τον θάνατο του ΓΣΔ, ο οποίος επεσυνέβη περί το 1993, οι διαχειριστές της περιουσίας του προχώρησαν στη διανομή της στους κληρονόμους του, με αποτέλεσμα τα επίδικα ακίνητα να μεταβιβασθούν στους Εναγόμενους 2 – 9.
Επιπλέον, η ΡΣ, περί τα έτη 1999 – 2001 εξασφάλισε με δόλο και ψευδείς παραστάσεις πιστοποιητικά κατοχής και/ή κληρονομιάς από την αρμόδια χωρητική αρχή και δυνάμει αυτών πέτυχε την εγγραφή έξι ακινήτων επ’ ονόματί της. Μετά την εγγραφή των πιο πάνω ακινήτων στο όνομά της, η ΡΣ προχώρησε στη μεταβίβασή τους στους Εναγόμενους 3, 4 και 6.
Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων στα ονόματα των ΓΣΔ και ΡΣ και οι συνακόλουθες μεταβιβάσεις τους στους Εναγόμενους 2 – 9 είναι παράνομες, αντικανονικές και άκυρες. Ως εκ των ανωτέρω αξιώνουν, ανάμεσα σε άλλα, την επαναφορά της ακίνητης περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ στα ονόματά τους και/ή επ’ ονόματι του διαχειριστή της περιουσίας τους.
Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ισχυρίζονται ότι ο ΓΣΔ απέκτησε νόμιμα τα επίδικα ακίνητα τα οποία ήταν εγγεγραμμένα και/ή καταχωρημένα στο όνομα των ΣΔ και ΑΓ. Ειδικότερα, τα ακίνητα αποκτήθηκαν δυνάμει κληρονομιάς και διανομής και/ή δωρήθηκαν από τους ΣΔ και ΑΓ στον ΓΣΔ ο οποίος τα κατείχε συνεχώς, αδιάλειπτα και αδιαφιλονίκητα για περίοδο πέραν των 30 ετών. Περαιτέρω, τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στον ΓΣΔ με τις έγγραφες συγκαταθέσεις των πρώην Εναγόντων 3, 4 και 7 και της ΚΣΔ.
Ο ΓΣΔ ουδέποτε συμφώνησε με τους αδελφούς του (πρώην Ενάγοντες 3, 4 και 7 και την ΚΣΔ) ότι θα μεταβίβαζε σε αυτούς μέρος των επίδικων ακινήτων. Τα προαναφερόμενα πρόσωπα γνώριζαν από το έτος 1982 και/ή 1983 για τις μεταβιβάσεις των ακινήτων επ’ ονόματι του ΓΣΔ και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν και/ή έφεραν ένσταση.
Τα πιστοποιητικά της αρμόδιας χωρητικής αρχής είναι νόμιμα και αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση των ακινήτων τα οποία βρίσκονταν στην αδιαφιλονίκητη και/ή εχθρική κατοχή του ΓΣΔ.
Επιπρόσθετα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, ότι η συνακόλουθη διανομή των ακινήτων στους νόμιμους κληρονόμους του ΓΣΔ είναι καθ’ όλα νόμιμη και/ή έγκυρη.
Τέλος, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή παραβιάζει το δικαίωμά τους για διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους εντός εύλογου χρόνου, αφού οι Ενάγοντες γνώριζαν για τις μεταβιβάσεις των ακινήτων από τα έτη 1982 και/ή 1983.
Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι η ΚΣΔ ήταν αγράμματη και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Η δε πρώην Ενάγουσα 7 από το έτος 1960 βρισκόταν στην Αγγλία και ουδέποτε επέστρεψε στην Κύπρο.
Οι Εναγόμενοι και/ή ο ΓΣΔ δεν μπορούν να ισχυρίζονται εχθρική κατοχή εναντίον των πρώην Εναγόντων 3, 4 και 7, οι οποίοι ήταν συγκληρονόμοι των ΣΔ και ΑΓ. Εν πάση περιπτώσει, εάν ο ΓΣΔ κατείχε τα ακίνητα, αυτά κατέχονταν από τον τελευταίο κατόπιν δικής τους εξουσιοδότησης.
Οι Ενάγοντες ουδέποτε αποδέχθηκαν την εγγραφή των ακινήτων επ’ ονόματί του ΓΣΔ. Αντιθέτως, διαμαρτύρονταν και απαιτούσαν τη διανομή των ακινήτων κατά το κληρονομικό μερίδιο ενός εκάστου.
Ως ήδη αναφέρθηκε, η παρούσα αγωγή επανεκδικάζεται κατόπιν σχετικής διαταγής εκδοθείσα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 02.10.2024 στο πλαίσιο της Ροδού Γεώργιου Σωφρονίου και Κυριάκος Γεώργιου Σωφρονίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Σωφρόνη Δαμιανού κ.ά. ν. Σωφρόνη Κυριάκου Σωφρονίου, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωφρόνη Δαμιανού κ.ά. Πολ. Έφ. αρ. 368/2016, σχ. με Πολ. Έφ. αρ. Ε170/2017.
Σημειώνεται, ότι από τους αρχικούς Ενάγοντες, η αγωγή προωθείται πλέον μόνο από τους Ενάγοντες 1, 2 και 6.
Περαιτέρω, σημειώνεται, ότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση έτυχαν συνεκδίκασης.
Μαρτυρία
Προχωρώ με την καταγραφή του ουσιαστικού μέρους της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ 35 και Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 169/2011, ημερ.13.07.2022), ECLI:CY:AD:2022:D309.
Για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης των επιδίκων ζητημάτων θα παρακάμψω την σειρά παρουσίασης των μαρτύρων, ξεκινώντας από την μαρτυρία του Μ.Ε.9.
Ο Μ.Ε.9 είναι ο διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων ΣΔ και ΑΓ. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ.
Ισχυρίστηκε, ότι οι αποβιώσαντες παππούδες του (ΣΔ και ΑΓ) δεν μεταβίβασαν εν ζωή οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία τους, ούτε και διενήργησαν οποιαδήποτε δωρεά στα παιδιά τους.
Ο πρώην Ενάγων 3, ήτοι ο πατέρας του, κατοικούσε στην πατρική οικία στην Οδού μέχρι και το έτος 1968.
Έχει άμεση εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης, καθώς συνόδευε τον πρώην Ενάγοντα 3 σε κάθε σχεδόν επίσκεψη που πραγματοποιούσε ο τελευταίος σε συγγενείς τους σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα.
Εξ όσων πληροφορήθηκε από τον πρώην Ενάγοντα 3, μεταξύ του τελευταίου και των αδελφών του (ΓΣΔ, ΚΣΔ και πρώην Ενάγοντες 4, 5 και 7) συμφωνήθηκε η διανομή των ακινήτων των γονέων τους. Η όλη διαδικασία για τη μεταβίβαση των ακινήτων ξεκίνησε το 1982 λόγω του ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ένα από τα ακίνητα που αναλογούσαν στον πατέρα του.
Ο πρώην Ενάγων 3 έλαβε συμβουλή από κάποιο συγχωριανό τους, όπως διοριστεί ο ΓΣΔ ως διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων γονέων τους. Με αυτόν τον τρόπο θα μεταβιβάζονταν πρώτα επ’ ονόματι του ΓΣΔ τα ακίνητα και ακολούθως θα προχωρούσε ο ΓΣΔ στη διανομή όπως αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και των αδελφών του.
Ακολουθώντας την πιο πάνω συμβουλή ο πατέρας του πρότεινε στον ΓΣΔ να διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας των γονέων τους. Με αυτήν την εξέλιξη συμφώνησαν και τα υπόλοιπα αδέλφια.
Στην όλη διαδικασία είχε εμπλοκή και ο Μ.Υ.1, ο οποίος είναι γαμπρός του ΓΣΔ. Συγκεκριμένα, ο Μ.Υ.1 συναντούσε τον πρώην Ενάγοντα 3 στον σταθμό λεωφορείων στην Λευκωσία και του έδιδε να υπογράψει κάποια έγγραφα. Ο πρώην Ενάγων 3 υπέγραφε βιαστικά τα εν λόγω έγγραφα, καθώς ο Μ.Υ.1 τον συναντούσε λίγα λεπτά πριν την αναχώρηση του λεωφορείου στο οποίο θα επιβιβαζόταν ο πρώην Ενάγων 3. Αφού εξασφάλιζε την υπογραφή του πρώην Ενάγοντα 3, ο Μ.Υ.1 μετέβαινε στο εργοστάσιο που εργαζόταν ο πρώην Ενάγων 4 για να εξασφαλίσει και τη δική του υπογραφή.
Ο πρώην Ενάγων 3 περί το έτος 1992 αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο με αίτηση έρευνας, καθώς ο ΓΣΔ δεν τον ενημέρωνε για την πρόοδο της διαχείρισης. Τότε πληροφορήθηκαν ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ είχε ήδη μεταβιβαστεί στο όνομα του ΓΣΔ. Στα έγγραφα που του υπέδειξε κτηματολογικός λειτουργός είδε και την υποτιθέμενη υπογραφή της ΚΣΔ. Ήταν βέβαιο ότι η τελευταία δεν υπέγραψε, αφού ήταν αγράμματη και αντί υπογραφής έθετε το δακτυλικό της αποτύπωμα.
Ο ΓΣΔ, όσο ήταν εν ζωή, έδινε υποσχέσεις στον πρώην Ενάγοντα 3 ότι θα διευθετούσε τη διανομή των ακινήτων. Τα ίδια επαναλάμβανε, μετά τον θάνατό του ΓΣΔ, και η σύζυγός του ΡΣ. Οι συζητήσεις με την ΡΣ διήρκησαν 6 έτη. Τόσο ο πρώην Ενάγων 3, όσο και τα υπόλοιπα αδέλφια του, έδειξαν εμπιστοσύνη ότι το όλο ζήτημα θα τακτοποιείτο φιλικά.
Σε συνάντηση του πρώην Ενάγοντα 3 το 1993 με τον πρώην κοινοτάρχη Οδού και ενός μέλους της χωρητικής αρχής, οι τελευταίοι τού ανέφεραν ότι υπέγραψαν στα σχετικά έγγραφα για μεταβίβαση των ακινήτων διότι ο ΓΣΔ τούς διαβεβαίωσε ότι θα τα μεταβίβαζε στο όνομά του και ακολούθως θα διαμοίραζε την περιουσία στα αδέλφια του.
Το 2002, ο ίδιος και ο πρώην Ενάγων 3, διαπίστωσαν ότι η ΡΣ προχώρησε σε διαδικασίες εγγραφής και των υπολοίπων ακινήτων τα οποία ήταν καταχωρημένα στους ΣΔ και ΑΓ. Τότε ξεκίνησε ανοικτή διαμάχη μεταξύ της οικογένειας του ΓΣΔ και των υπολοίπων συγγενών του. Οι διαμάχες αυτές διήρκησαν μέχρι το 2008.
Στη διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι σε συνάντηση που είχε με την ΚΣΔ του επιβεβαίωσε ότι δεν έθεσε οποιαδήποτε υπογραφή για μεταβίβαση των ακινήτων των γονέων της. Επίσης, η ΚΣΔ ανέφερε ότι δεν ήθελε να κινηθεί νομικά εναντίον του ΓΣΔ και τον προέτρεψε να συνεχίσει τις προσπάθειες για φιλική διευθέτηση. Ο πρώην Ενάγων 4 σε συνάντηση που είχε μαζί του, τον εξουσιοδότησε να συνεχίσει την προσπάθεια για να περιέλθουν στην κυριότητά του τα ακίνητα τα οποία ο ΣΔ του υπέδειξε ότι του ανήκουν.
Η πρώτη επαφή με δικηγόρο ήταν το 2005, οπότε και στάλθηκαν κάποιες προειδοποιητικές επιστολές προς την οικογένεια του ΓΣΔ. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση και ακολούθως αποτάθηκαν στον νυν δικηγόρο τους ξεκινώντας νομικές διαδικασίες σε συνεργασία με τον πρώην Ενάγοντα 4 και τα παιδιά της ΚΣΔ, καθώς η τελευταία είχε ήδη αποβιώσει το 2001. Επίσης, με την έναρξη νομικών διαδικασιών συμφώνησε και η πρώην Ενάγουσα 7, την οποία στο μεσοδιάστημα εντόπισαν και την επισκέφθηκαν στην Αγγλία όπου και διέμενε.
Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι πληροφορήθηκε το 1988 από τον πρώην Ενάγοντα 3 ότι δεν έγινε οποιαδήποτε δωρεά ή μεταβίβαση των επίμαχων ακινήτων ενόσω ήταν εν ζωή οι παππούδες του.
Οι σχέσεις του ΓΣΔ με τον πρώην Ενάγοντα 3 και τον ίδιο ήταν άψογες μέχρι την ημέρα που επήλθε ρήξη λόγω της άρνησης αρχικά του ΓΣΔ και μετέπειτα της ΡΣ να διανείμουν τα επίδικα ακίνητα.
Δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή με τον ΓΣΔ σε σχέση με τη διανομή των ακινήτων. Ο πρώην Ενάγων 3 επιθυμούσε να χειριστεί προσωπικά το όλο ζήτημα με τον αδελφό του ΓΣΔ.
Για την συμφωνία διανομής ενημερώθηκε από τον πρώην Ενάγοντα 3 περί το έτος 1988. Η συμφωνία ήταν προφορική και έγινε μεταξύ του ΓΣΔ και του πρώην Ενάγοντα 3. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ενημερώθηκε και ο πρώην Ενάγων 4 ο οποίος αποδέχθηκε όπως ο ΓΣΔ ορισθεί ως διαχειριστής της περιουσίας των γονέων τους, προκειμένου να μεταβιβάσει τα ακίνητα επ΄ ονόματί του και ακολούθως να τα εγγράψει στους υπόλοιπους κληρονόμους.
Ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει ποια ακίνητα, στη βάση της ισχυριζόμενης συμφωνίας διανομής θα αναλογούσαν στον κάθε ένα κληρονόμο, απάντησε ότι έλαβε τις σχετικές πληροφορίες από τους πρώην Ενάγοντες 3 και 4 και όταν, πλέον, αποφάσισαν να καταφύγουν στη δικαιοσύνη τότε αναφέρθηκαν και τα συγκεκριμένα τεμάχια που αναλογούσαν στον κάθε κληρονόμο. Ο κάθε κληρονόμος γνώριζε ποια από τα ακίνητα του αναλογούσαν.
Στην ερώτηση του συνηγόρου των Εναγομένων κατά πόσο η συμφωνία διανομής περιλάμβανε μόνο τα εγγεγραμμένα ακίνητα, απάντησε ότι η συμφωνία δεν ήταν για διανομή, αλλά για διαχείριση.
Μετά την έκδοση της απόφασης κατά την πρώτη εκδίκαση της παρούσας αγωγής, ο πρώην Ενάγων 3, ως διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ προχώρησε σε αναπροσαρμογές σε σχέση με τα ακίνητα που αναλογούσαν στον κάθε ένα κληρονόμο λόγω του ότι ορισμένα τεμάχια είχαν στο μεταξύ απαλλοτριωθεί.
Αρνήθηκε τη θέση του κ. Πλουτάρχου, ότι ο πρώην Ενάγων 3 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς τον ΓΣΔ για τα επίδικα ακίνητα ενόσω ο τελευταίος ήταν εν ζωή. Επίσης, αρνήθηκε τη θέση ότι τέτοιο παράπονο ουδέποτε έγινε διότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για διορισμό του ΓΣΔ ως διαχειριστή της περιουσίας των γονέων τους για να διανεμηθούν τα επίδικα ακίνητα στους κληρονόμους των ΣΔ και ΑΓ. Επιπροσθέτως, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι ο Μ.Υ.1 ουδέποτε έλαβε υπογραφές από τους πρώην Ενάγοντες 3 και 4.
Υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής, διότι ο πρώην Ενάγων 3 και οι θείοι του επιθυμούσαν το όλο ζήτημα να λυθεί εξωδικαστικά. Επίσης, υπήρχε οικονομική δυσκολία στο να εξευρεθούν χρήματα για καταχώρηση της αγωγής.
H M.E.10 είναι συνταξιούχος δικηγόρος και ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ.
Στις 17.06.2015, κατά την πρώτη εκδίκαση της υπόθεσης, κατέθεσε ως μάρτυρας για τους Ενάγοντες ο κτηματολογικός λειτουργός Χριστάκης Παναγή. Ο τελευταίος απεβίωσε 2 - 3 μήνες μετά τη μαρτυρία του. Κατά την μαρτυρία του κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 - 12 τους πρωτότυπους κτηματολογικούς φακέλους, οι οποίοι αποτελούν τα τωρινά Τεκμήρια 2 - 13.
Ο προαναφέρομενος κτηματολογικός λειτουργός είχε ετοιμάσει αντίγραφα των φακέλων που θα κατέθετε. Τα πιο πάνω αντίγραφα παραδόθηκαν στις αντίδικες πλευρές κατά την κατάθεση των πρωτότυπων φακέλων ως Τεκμηρίων.
Μετά την προαναφερόμενη μαρτυρία ζητήθηκε από το Πρωτοκολλητείο όπως πιστοποιηθούν τα αντίγραφα ως πιστά αντίγραφα των πρωτότυπων φακέλων του Κτηματολογίου. Η Μ.Ε.2 πιστοποίησε ορισμένα από τα αντίγραφα, θέτοντας τη σφραγίδα του Δικαστηρίου και την υπογραφή της.
Τα αντίγραφα των κτηματολογικών φακέλων αρχειοθετήθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης που τηρούν οι συνήγοροι των Εναγόντων και φυλάσσονταν συνεχώς στο γραφείο τους.
Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν τόσο στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λάρνακας, όσο και στο Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν οι πρωτότυποι κτηματολογικοί φάκελοι οι οποίοι κατατέθηκαν ως Τεκμήρια κατά την αρχική εκδίκαση της υπόθεσης.
Τα φωτοαντίγραφα που διατήρησαν οι συνήγοροι των Εναγόντων δεν αλλοιώθηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ούτε έχει προστεθεί ή αφαιρεθεί οποιοδήποτε έγγραφο από τους εν λόγω φακέλους.
Περαιτέρω, κατά την αρχική εκδίκαση της υπόθεσης και συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του πρώην Ενάγοντα 3, ο τελευταίος κατέθεσε ως Τεκμήρια 16 - 22 πρωτότυπα πιστοποιητικών έρευνας. Τα φωτοαντίγραφα των πιστοποιητικών έρευνας κατατέθηκαν εκ νέου στην παρούσα διαδικασία ως Τεκμήρια 22 - 28.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο είναι ο αποβιώσας Χριστάκης Παναγή ή κάποιος άλλος κτηματολογικός υπάλληλος που φωτοτύπησε τους πρωτότυπους κτηματολογικούς φακέλους. Η ίδια δεν διεξήλθε λεπτομερώς τους πρωτότυπους φακέλους και τα αντίγραφα για να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενό τους είναι το ίδιο. Η ακροαματική διαδικασία, ωστόσο, κατά την πρώτη εκδίκαση έγινε στη βάση των αντιγράφων που είχαν δοθεί στις αντίδικες πλευρές και δεν υπήρξε οποιοδήποτε παράπονο ότι τα αντίγραφα δεν ταυτίζονταν με τα πρωτότυπα.
Δεν θυμάται για ποιο λόγο ζητήθηκε από το Πρωτοκολλητείο όπως τα αντίγραφα των φακέλων γίνουν πιστά αντίγραφα. Η πιο πάνω ενέργεια έλαβε χώρα λίγο χρόνο μετά την εκδίκαση της υπόθεσης. Ερωτηθείσα κατά πόσο ήταν η ίδια προσωπικά που ζήτησε τη σφράγιση των αντιγράφων ως πιστά αντίγραφα, απάντησε αρνητικά. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι δεν θυμάται κατά πόσο έγιναν οποιεσδήποτε άλλες διαδικασίες εκ μέρους του δικηγορικού τους γραφείου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής σε σχέση με τις οποίες χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν αντίγραφα των πρωτότυπων κτηματολογικών φακέλων.
Καταληκτικά, δήλωσε ότι ήταν το δικηγορικό τους γραφείο που προμήθευσε την Μ.Ε.1 με τα τωρινά Τεκμήρια 2 – 13.
Η Μ.Ε.1 είναι Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ. Λάρνακας και υπεύθυνη του αστικού τμήματος. Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι καταχωρήθηκε αίτηση για επιστροφή των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν κατά την αρχική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Διεξάχθηκε έρευνα, τόσο από την ίδια, όσο και από αρμόδιους υπαλλήλους του Πρωτοκολλητείου χωρίς όμως να εντοπιστούν στο Ε.Δ. Λάρνακας οι φάκελοι του Κτηματολογίου οι οποίοι κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Περαιτέρω, υπήρξε επικοινωνία με άλλους αρμόδιους υπαλλήλους στο Ανώτατο Δικαστήριο για να διερευνηθεί κατά πόσο οι εν λόγω φακέλοι παρέμειναν στο Ανώτατο Δικαστήριο λόγω της έφεσης που καταχωρήθηκε. Επιπλέον, το Πρωτοκολλητείο επικοινώνησε και με το Τμήμα Κτηματολογίου. Ούτε στο Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά ούτε και στο Κτηματολόγιο εντοπίστηκαν οι προαναφερόμενοι φακέλοι.
Κατέθεσε ως Τεκμήρια 2 - 13 αντίγραφα των φακέλων του Κτηματολογίου, τα οποία παρέλαβε από τον συνήγορο των Εναγόντων.
Αντεξεταζόμενη, δήλωσε ότι η σφραγίδα του Πρωτοκολλητείου με την ένδειξη «πιστό αντίγραφο» εντοπίζεται σε ορισμένες μόνο σελίδες των Τεκμηρίων 2, 3 και 6. Η πρακτική που ακολουθείται στο Πρωτοκολλητείο σε περιπτώσεις πολυσέλιδων εγγράφων είναι όπως η σφραγίδα «πιστό αντίγραφο» τίθεται σκόρπια σε ορισμένες σελίδες των εν λόγω εγγράφων. Στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων, ότι ο λόγος για τον οποίο τέθηκε η υπό αναφορά σφραγίδα μόνο σε τρία εκ των Τεκμηρίων 2 - 13 είναι διότι τα εν λόγω Τεκμήρια παρουσιάστηκαν ως μαρτυρικό υλικό στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, η Μ.Ε.1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει.
Τέλος, δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να αναφέρει κατά πόσο τα Τεκμήρια 2 - 13 περιέχουν τα ίδια έγγραφα με αυτά των πρωτότυπων φακέλων.
Η Μ.Ε.2 είναι Ανώτερη Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ. Λάρνακας. Αναγνώρισε ότι στα Τεκμήρια 2, 3 και 6 έθεσε τη σφραγίδα με την ένδειξη «πιστό αντίγραφο» και την υπογραφή της. Επεξήγησε ότι για να πιστοποιήσει κάποιο έγγραφο ως «πιστό αντίγραφο» ελέγχει προηγουμένως τα πρωτότυπα έγγραφα στη βάση των οποίων γίνεται η σχετική πιστοποίηση.
Δεν θυμάται κατά πόσο είδε το σύνολο των Τεκμηρίων 2 – 13 και απλώς πιστοποίησε δειγματοληπτικά μέρος των Τεκμηρίων 2, 3 και 6.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι δεν θυμάται στο πλαίσιο ποιας διαδικασίας ζητήθηκε να γίνουν πιστά αντίγραφα τα επίμαχα Τεκμήρια. Επίσης, δεν θυμόταν κατά πόσο τα έγγραφα τα οποία πιστοποίησε περιλαμβάνουν το σύνολο των σελίδων του αντίστοιχου πρωτοτύπου εγγράφου.
Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε χρονικά έγινε η διαδικασία πιστοποίησης των Τεκμηρίων 2, 3 και 6. Απέκλεισε, ωστόσο, το ενδεχόμενο η πιστοποίηση να έγινε εντός του 2025.
Η Μ.Ε.3 είναι κτηματολογική λειτουργός δεύτερης τάξης και υπηρετεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας.
Τα Τεκμήρια 2 – 13 αποτελούνται από φωτοτυπίες φακέλων του Κτηματολογίου. Οι αριθμοί των ερυθρών απουσιάζουν από τις φωτοτυπίες και ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τη σειρά των εγγράφων και κατά πόσο στον πρωτότυπο φάκελο υπάρχει οποιοδήποτε επιπρόσθετο πιστοποιητικό το οποίο ενδεχομένως να αναιρεί κάποιο άλλο πιστοποιητικό.
Για την εγγραφή των τεσσάρων ακινήτων που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2 στο όνομα του ΓΣΔ προσκομίστηκαν έγγραφες συγκαταθέσεις των αδελφών και συγκληρονόμων του. Οι εν λόγω συγκαταθέσεις πιστοποιήθηκαν από τον Κοινοτάρχη και μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Οδού. Στις υπογραφές που πιστοποιήθηκαν περιλαμβάνονται και οι υπογραφές της ΚΣΔ και της πρώην Ενάγουσας 7.
Στο Τεκμήριο 3 για λογαριασμό της πρώην Ενάγουσας 7 υπέγραψε ο ΓΣΔ, ως γενικός πληρεξούσιός της δυνάμει του πληρεξούσιου εγγράφου με αριθμό ΡΑ8047. Στο Τεκμήριο 3 δεν υπάρχει αντίγραφο του εν λόγω πληρεξουσίου. Η πρακτική, ωστόσο, που ακολουθείται είναι όπως τα πληρεξούσια έγγραφα κατατίθενται σε ξεχωριστούς φακέλους και αρχειοθετούνται στο «strong room» του Κτηματολογίου.
Περαιτέρω, όταν ο αρμόδιος κτηματολογικός λειτουργός ενεργεί στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου, η συνήθης πρακτική είναι να αναγράφει ότι το πληρεξούσιο ελέγχθηκε και είναι σε ισχύ, καθώς και ότι μπορεί να εκτελεστεί η συγκεκριμένη πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν γνωρίζει εάν συμπεριλήφθηκε τέτοια αναφορά στον πρωτότυπο φάκελο, καθώς από τις φωτοτυπίες διαφαίνεται ότι τα στοιχεία του φακέλου είναι ελλιπή.
Με την επιφύλαξη που ανέφερε σε σχέση με το κατά πόσο στους φακέλους περιλαμβάνεται το σύνολο των εγγράφων, δήλωσε ότι, στη βάση των εγγράφων που βρίσκονται εντός των Τεκμηρίων 2 και 3, φαίνεται να υπάρχουν τα απαραίτητα έγγραφα προς συμπλήρωση των αναφερόμενων φακέλων.
Οι κτηματολογικοί φακέλοι που έφεραν την ένδειξη «Β» αφορούσαν φακέλους εγγραφής ακινήτων από αποβιώσαντα πρόσωπα στους κληρονόμους τους χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί επιτόπια εξέταση. Αντιθέτως, στους φακέλους με την ένδειξη «Α» γινόταν επιτόπια εξέταση. Ο λόγος για τον οποίο στους φακέλους με την ένδειξη «Β» δεν απαιτείτο επιτόπια εξέταση, ήταν διότι υπήρχαν εκ των προτέρων οι συγκαταθέσεις των κληρονόμων του αποβιώσαντα ή διότι η διανομή γινόταν μέσω διαχείρισης. Το Τεκμήριο 4 φέρει την ένδειξη «Β», καθώς η αίτηση αφορά κληρονομιά και διανομή μέσω διαχείρισης. Ανάμεσα στους κληρονόμους που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 4 συμπεριλαμβάνεται και ο Εναγόμενος 9, ο οποίος είναι αγνοούμενος. Περαιτέρω, εντός του φακέλου εντοπίζεται αντίγραφο διορισμού διαχειριστή περιουσίας αγνοούμενου προσώπου.
Το Τεκμήριο 5 αφορά αίτηση κατοχής με Αιτήτρια την ΡΣ. Το ακίνητο που αφορά το Τεκμήριο 5 ήταν καταχωρημένο στον ΣΔ. Για την ολοκλήρωση του Τεκμηρίου 5 ζητήθηκαν οι συγκαταθέσεις των κληρονόμων του ΓΣΔ, καθώς και της ΚΣΔ. Η τελευταία αντί υπογραφής έθεσε το δακτυλικό αποτύπωμά της. Στους δε κληρονόμους του ΓΣΔ δεν συμπεριλήφθηκε ο Εναγόμενος 9. Όταν ένα ακίνητο είναι καταχωρημένο και όχι εγγεγραμμένο, η εγγραφή του γινόταν βάσει του πιστοποιητικού της αρμόδιας χωρητικής αρχής.
Το Τεκμήριο 7 αφορά αίτηση κατοχής με Αιτήτρια την ΡΣ. Ούτε στο εν λόγω Τεκμήριο δηλώθηκε ως κληρονόμος του ΓΣΔ ο Εναγόμενος 9. Το ακίνητο που αφορά το Τεκμήριο 7 ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι του ΣΔ και ζητήθηκαν οι συγκαταθέσεις των κληρονόμων του τελευταίου. Η συγκατάθεση της ΚΣΔ δόθηκε μέσω της τοποθέτησης του δακτυλικού της αποτυπώματος, αντί της υπογραφής της. Σε σχέση με τις συγκαταθέσεις των υπόλοιπων κληρονόμων, η ΡΣ ζήτησε όπως γίνουν δημοσιεύσεις και τοιχοκόλληση. Στην τοιχοκόλληση, ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, αναφέρθηκε η ΡΣ αντί του ΣΔ.
Το Τεκμήριο 9 αφορά και πάλι αίτηση κατοχής με Αιτήτρια την ΡΣ. Το ακίνητο που αφορά το Τεκμήριο 9 ήταν καταχωρημένο στο όνομα του ΣΔ. Ο Εναγόμενος 9 δεν αναφέρεται και πάλι ως κληρονόμος του ΓΣΔ στο σχετικό πιστοποιητικό. Εάν το όνομα του τελευταίου αναγραφόταν μεταξύ των κληρονόμων, τότε για να εγγραφεί το ακίνητο στο όνομα της ΡΣ θα χρειαζόταν και η συγκατάθεση των διαχειριστών του.
Το Τεκμήριο 11 σχετίζεται με αίτηση κατοχής της ΡΣ αναφορικά με ακίνητο το οποίο ήταν καταχωρημένο στο όνομα του ΣΔ. Στο πιστοποιητικό της αρμόδιας χωρητικής αρχής δεν αναφέρεται το όνομα του Εναγόμενου 9. Το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί ένα από τα αναγκαία έγγραφα για τη συμπλήρωση του φακέλου, καθώς μέσω αυτού ο κτηματολόγος έλαβε γνώση για τον τρόπο απόκτησης του ακινήτου. Στο Τεκμήριο 11 δεν είναι ευδιάκριτο από ποια πρόσωπα λήφθηκαν συγκαταθέσεις, καθώς ο τύπος Ν3Α είναι ημιτελής.
Το Τεκμήριο 13 αποτελεί αίτηση η οποία αφορά κληρονομιά μέσω διαχείρισης.
Σε σχέση με τα Τεκμήρια 6, 8, 10 και 12, η Μ.Ε.3 δήλωσε ότι αφορούν δηλώσεις δωρεάς με τις οποίες η ΡΣ μεταβίβασε τα ακίνητα που αναφέρονται σε αυτές στους Εναγόμενους 3, 4 και 6 αντίστοιχα.
Αντεξεταζόμενη ανέφερε, ότι η ένδειξη στους κτηματολογικούς φακέλους «Β» αφορούσε ακίνητα σε σχέση με τα οποία υπήρχε τίτλος εγγραφής επ’ ονόματι του αποβιώσαντα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι φάκελοι που έφεραν την ένδειξη «Α» αφορούσαν περιπτώσεις όπου η εγγραφή ακινήτου ζητείτο δυνάμει εχθρικής κατοχής. Από την 01.09.2000 εισάχθηκε το μηχανογραφημένο σύστημα και καταργήθηκαν οι χαρακτηρισμοί των φακέλων ως «Α» και «Β».
Στο Τεκμήριο 2 δεν φαίνεται να υπέγραψε κάποιος πληρεξούσιος αντιπρόσωπος εκ μέρους της πρώην Ενάγουσας 7. Ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το 1983 υπήρχε πληρεξούσιο έγγραφο από την πρώην Ενάγουσα 7.
Οι αξίες των ακινήτων που καταγράφονται στα Τεκμήρια 2 και 3 δεν ήταν οι αντικειμενικές αξίες στην ελεύθερη αγορά κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά ήταν οι αξίες που καταχωρούνταν για φορολογικούς σκοπούς. Δεν γνωρίζει τις αντικειμενικές αξίες των επίδικων ακινήτων, είτε κατά τον χρόνο εγγραφής τους, είτε κατά το 2009.
Σε σχέση με το Τεκμήριο 3, συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων ότι η εγγραφή των ακινήτων έγινε στη βάση του πιστοποιητικού διανομής, το οποίο ουδέποτε αποσύρθηκε.
Στις περιπτώσεις που ένα ακίνητο δεν είναι εγγεγραμμένο, αλλά μόνο καταχωρημένο, δεν χρειάζονται συγκαταθέσεις των κληρονόμων του προσώπου στο όνομα του οποίου είναι καταχωρημένο. Στις αιτήσεις, επομένως, που υπέβαλε η ΡΣ (Τεκμήρια 5, 9 και 11) σε σχέση με καταχωρημένα ακίνητα χρειάζονταν μόνο οι συγκαταθέσεις των συγκληρονόμων της, καθώς απέκτησε τα εν λόγω ακίνητα με κληρονομιά και διανομή από τον σύζυγο της ΓΣΔ. Ο τελευταίος είχε στην κατοχή του τα εν λόγω ακίνητα δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα του ΣΔ.
Η συγκατάθεση της ΚΣΔ στο Τεκμήριο 5 δεν αφορούσε την αίτηση κατοχής του ακινήτου, αλλά τη συγκατάθεσή της για εγγραφή δημόσιου δρόμου, ο οποίος διερχόταν από ακίνητο ιδιοκτησίας της.
Η Μ.Ε.3 συμφώνησε, ότι από το Τεκμήριο 7 φαίνεται να απουσιάζουν έγγραφα. Δήλωσε, ωστόσο, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι έγγραφα απουσιάζουν.
Ερωτηθείσα κατά πόσο διαπίστωσε να περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 2 – 13 παραπλανητικά ή ψευδή στοιχεία, απάντησε ότι αφ’ ης στιγμής οι φάκελοι ελέγχθηκαν από πέραν του ενός υπαλλήλου του Κτηματολογίου και τα ακίνητα μετεγγράφηκαν στους εκάστοτε αιτητές, τότε, σημαίνει ότι δικαιολογείτο, στη βάση των στοιχείων του κάθε φακέλου, η εγγραφή των ακινήτων. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι το Κτηματολόγιο στηρίχθηκε στα πιστοποιητικά της αρμόδιας χωρητικής αρχής. Αν αυτά τα πιστοποιητικά περιείχαν ψευδή ή παραπλανητικά γεγονότα δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει.
Ο Μ.Ε.4 είναι κτηματολογικός λειτουργός κα εργάζεται στον κλάδο εκτιμήσεων. Τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 5480 και 5481 απαλλοτριώθηκαν και καταβλήθηκαν οι σχετικές αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, η αποζημίωση αφορούσε τις δύο προαναφερόμενες εγγραφές, καθώς και την εγγραφή 3887. Όλα τα ακίνητα ήταν εγγεγραμμένα επ’ ονόματι του ΓΣΔ.
Το συνολικό ποσό της αποζημίωσης ήταν Λ.Κ.18.000 και σε αυτήν συνυπολογίστηκε και η αξία των δένδρων. Ειδικότερα, η συνολική αξία των δένδρων υπολογίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.3.714.
Περαιτέρω, απαλλοτριώθηκε και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 5542, τεμάχιο 117 και το ποσό της αποζημίωσης καθορίστηκε σε Λ.Κ.125.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι απαλλοτριώθηκε μέρος του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5480 και μεταφέρθηκε στις εγγραφές 6331 και 6332. Το 6332 εγγράφηκε στο όνομα του ΓΣΔ.
Ο Μ.Ε.5 ήταν κοινοτάρχης Οδού κατά τα έτη 1999 – 2001.
Τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 5, 7, 9 και 11 υπογράφονται από τον ίδιο. Δεν σύνταξε, ωστόσο, τα εν λόγω πιστοποιητικά. Αυτό το οποίο επιθυμούσε να πιστοποιήσει με τα προαναφερόμενα έγγραφα είναι ότι τα επίμαχα ακίνητα καλλιεργούνταν από τον ΓΣΔ. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο τελευταίος είχε αποκτήσει τα εν λόγω ακίνητα δυνάμει δωρεάς από τον ΣΔ. Ούτε και έλαβε οποιεσδήποτε πληροφορίες για το ζήτημα της δωρεάς.
Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ΓΣΔ διέμενε στην πατρική οικία στο χωριό Οδού. Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο κτηματολογικός λειτουργός τού επεξήγησε όσα καταγράφονται στα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής και στα έντυπα Ν.63 των Τεκμηρίων 5, 7, 9 και 11, απάντησε ότι ίσως να του εξήγησε. Περαιτέρω, συμφώνησε με τη θέση του κ. Πλουτάρχου, ότι η υπογραφή δεσμεύει το πρόσωπο που τη θέτει. Υπέγραψε, ωστόσο, τα πιστοποιητικά δείχνοντας εμπιστοσύνη στον κτηματολογικό λειτουργό.
Τα ακίνητα στα οποία αναφέρονται τα Τεκμήρια 5, 7, 9 και 11 καλλιεργούνταν από τον ΓΣΔ. Δεν περιέπεσε στην αντίληψή του να καλλιεργούνται τα εν λόγω ακίνητα από οποιοδήποτε από τα αδέλφια του ΓΣΔ.
Δεν θυμάται αν ήταν παρών στις επιτόπιες έρευνες που έγιναν, ούτε αν σε αυτές επεξηγήθηκε το ιστορικό των ακινήτων.
Ο Μ.Ε.6 ήταν μέλος του κοινοτικού συμβουλίου Οδού κατά την περίοδο 1999 – 2001.
Σε σχέση με τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής των Τεκμηρίων 5, 7, 9 και 11 δεν θυμάται να τους επεξήγησε ο κτηματολογικός λειτουργός το ιστορικό των επίδικων ακινήτων και ειδικότερα κατά πόσο ο ΓΣΔ απέκτησε αυτά με δωρεά από τον ΣΔ. Ούτε και ο ίδιος έλαβε πληροφόρηση από άλλα πρόσωπα σχετικά με το καθεστώς των επίδικων ακινήτων.
Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δεν θυμάται να ενημερώθηκε από τον κτηματολογικό λειτουργό για όσα καταγράφονται στα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής και τα έντυπα Ν.63 των Τεκμηρίων 5, 7, 9 και 11. Ο κτηματολογικός λειτουργός τα έφερνε στο καφενείο και του υποδείκνυε που έπρεπε να υπογράψει χωρίς να επεξηγεί οτιδήποτε.
Ερωτηθείς γιατί έθετε την υπογραφή του στα πιστοποιητικά εφόσον δεν γνώριζε το περιεχόμενό τους, απάντησε ότι εμπιστευόταν τον κοινοτάρχη.
Ο Μ.Ε.7 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του (Έγγραφο Α) ως την κυρίως εξέτασή του.
Δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι είναι υιός του πρώην Ενάγοντα 4 ο οποίος απεβίωσε στις 05.02.2012. Ο πρώην Ενάγων 4 ισχυριζόταν ότι του αναλογούσαν δύο ακίνητα από την περιουσία των γονέων του τα οποία του τα είχε δείξει ο πατέρας του - ΣΔ.
Περί το έτος 1982 ο πρώην Ενάγων 3 ενημέρωσε τον πρώην Ενάγοντα 4 ότι ήρθε σε επικοινωνία με τον ΓΣΔ και συμφώνησε με τον τελευταίο ότι θα διοριζόταν ως διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ προκειμένου να εκδοθούν τίτλοι ιδιοκτησίας των ακινήτων επ’ ονόματί του. Ακολούθως, ο ΓΣΔ θα μεταβίβαζε στους υπόλοιπους κληρονόμους τα ακίνητα στη βάση της μεταξύ τους διανομής, η οποία είχε καθοριστεί από τον ΣΔ.
Μετά την πιο πάνω συνεννόηση, ο Μ.Υ.1, ο οποίος ήταν γαμπρός του ΓΣΔ, επισκεπτόταν τον πρώην Ενάγοντα 4 στο εργοστάσιο όπου εργαζόταν και του ζητούσε να υπογράψει διάφορα έγγραφα δείχνοντας του ότι στα εν λόγω έγγραφα είχε ήδη θέσει την υπογραφή του ο πρώην Ενάγων 3. Σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε από τον πρώην Ενάγοντα 4, ο Μ.Υ.1 επισκεπτόταν το εργοστάσιο λίγη ώρα πριν την ολοκλήρωση της εργασίας του και ως εκ τούτου ο πρώην Ενάγων 4 υπέγραφε τα έγγραφα χωρίς να τα διαβάζει.
Περί το 1992, ο πρώην Ενάγων 4 πληροφορήθηκε ότι ο ΓΣΔ είχε μεταβιβάσει τα ακίνητα των γονέων τους στο όνομά του χωρίς μέχρι τότε να προχωρήσει στην παραπέρα διανομή τους στους υπόλοιπους κληρονόμους στη βάση του τι αναλογούσε στον καθένα. Κατά την προαναφερόμενη περίοδο ο ΓΣΔ ήταν άρρωστος με καρκίνο. Όταν τον επισκέφθηκε ο πρώην Ενάγων 4 για να του ζητήσει τη μεταβίβαση των ακινήτων που του αναλογούσαν, ο ΓΣΔ απάντησε ότι δεν θα μεταβίβαζε οτιδήποτε. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο πρώην Ενάγων 4 εξουσιοδότησε τον πρώην Ενάγοντα 3 να έλθει σε επαφή με τους υπόλοιπους κληρονόμους για να διεκδικήσουν τα ακίνητα που αναλογούσαν σε έκαστο εξ αυτών.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον πληροφόρησε ο πρώην Ενάγων 4 ότι ο ΓΣΔ το 1982 τού ζήτησε να υπογράψει διάφορα έγγραφα για να διοριστεί διαχειριστής λέγοντάς του παράλληλα ότι θα του μεταβίβαζε τα δύο ακίνητα που του αναλογούσαν.
Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ο ΓΣΔ ουδέποτε ανέφερε στον πρώην Ενάγοντα 4 ότι του αναλογούσαν ακίνητα, καθώς και ότι ουδέποτε υποσχέθηκε στον τελευταίο ότι θα του μεταβίβαζε δύο ακίνητα. Επίσης, αρνήθηκε τη θέση ότι ο πρώην Ενάγων 4 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν διεκδικούσε οποιαδήποτε ακίνητα και προχώρησε στην εν λόγω ενέργεια μετά από υπόδειξη του πρώην Ενάγοντα 3.
Περαιτέρω, διαφώνησε με τη θέση του κ. Πλουτάρχου ότι ο Μ.Υ.1 ουδέποτε επισκέφθηκε τον πρώην Ενάγοντα 4 στο εργοστάσιο που εργαζόταν για να του ζητήσει να υπογράψει έγγραφα.
Ερωτηθείς για τον λόγο για τον οποίο δεν κινήθηκε νομικά εναντίον του ΓΣΔ όταν ο τελευταίος αρνήθηκε το 1992 να μεταβιβάσει τα ακίνητα, απάντησε ότι δεν είχε την οικονομική ευχέρεια.
Ο Μ.Ε.8 είναι υιός του πρώην Ενάγοντα 5 και εγγονός της ΚΣΔ. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή ισχυρίστηκε ότι η ΚΣΔ δεν ήξερε να γράφει και για σκοπούς υπογραφής της χρησιμοποιούσε το δακτυλικό της αποτύπωμα. Αυτό το διαπίστωσε ιδίοις όμμασι όταν χρειάστηκε να υπογράψει κάτι η ΚΣΔ και ζήτησε να της φέρουν μελάνι για να θέσει το δακτυλικό της αποτύπωμα.
Η ΚΣΔ έλεγε ότι από την περιουσία των γονέων της, τής αναλογούσαν τέσσερα ακίνητα. Ο ΓΣΔ είχε αναλάβει την έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας όλων των ακινήτων των γονέων τους για να τα μεταβιβάσει στη συνέχεια στον κάθε κληρονόμο στη βάση του μεριδίου του.
Περί το έτος 1999 ο Εναγόμενος 3 μεταβίβασε στον πρώην Ενάγοντα 5 ένα από τα ακίνητα τα οποία αναλογούσαν στο κληρονομικό μερίδιο της ΚΣΔ. Η μεταβίβαση έγινε δυνάμει πώλησης διότι ο Εναγόμενος 3 και ο πρώην Ενάγων 5 ήταν συγγενείς τετάρτου βαθμού και ως εκ τούτου η μεταβίβαση δεν μπορούσε να γίνει με δωρεά. Ο πρώην Ενάγων 5 έλαβε το πιο πάνω ακίνητο έναντι του κληρονομικού μεριδίου της ΚΣΔ.
Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δεν θυμάται πότε επεσυνέβη το γεγονός όπου διαπίστωσε ότι η ΚΣΔ ήταν αγράμματη και δεν γνώριζε να υπογράφει.
Η πληροφόρηση που έλαβε από την ΚΣΔ σε σχέση με τα 4 ακίνητα που της αναλογούσαν δόθηκε τόσο στον ίδιο, όσο και στον αδελφό του.
Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η ΚΣΔ δεν διεκδικούσε οποιαδήποτε ακίνητα από την περιουσία των γονέων της. Επίσης, αρνήθηκε ότι η αιτία για την οποία δεν διεκδικούσε ακίνητα ήταν διότι εκτιμούσε το γεγονός ότι ο ΓΣΔ γηροκόμησε τους γονείς τους, ήτοι τον ΣΔ και την ΑΓ.
Ο πρώην Ενάγων 5 δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα για να διεκδικήσει την μεταβίβαση και των υπόλοιπων τριών ακινήτων που ανήκαν στο κληρονομικό μερίδιο της ΚΣΔ, διότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να εμπλακεί σε δικαστικές διαδικασίες.
Ο Μ.Ε.11 είναι δικαστικός γραφολόγος. Ετοίμασε γραφολογική έκθεση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 31.
Εξέτασε τα Τεκμήρια 2, 3, 5 και 7. Στο Τεκμήριο 2 αμφισβητούνται οι υπογραφές της ΚΣΔ και της πρώην Ενάγουσας 7. Σε σχέση με την ΚΣΔ διαπίστωσε, ότι οι υπογραφές που φέρεται να έθεσε στα Τεκμήρια 2 και 3 διαφέρουν μεταξύ τους. Περαιτέρω, από τα Τεκμήρια 5 και 7 προκύπτει ότι η ΚΣΔ ήταν αγράμματη και αντί υπογραφής έθετε το δακτυλικό της αποτύπωμα. Επιπλέον, η σύγκριση των υπογραφών της ΚΣΔ και του ΓΣΔ στις θέσεις 2 και 4 του Τεκμηρίου 3 δεικνύει ότι έχουν κοινά χαρακτηριστικά και κατά τη γνώμη του ο γραφέας είναι το ίδιο πρόσωπο.
Αντιθέτως, οι υπογραφές του ΓΣΔ στις θέσεις 4 και 5 του Τεκμηρίου 3 δεικνύουν ότι τέθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα. Σε ό,τι αφορά τις υπογραφές του ΓΣΔ στη σελίδα 16 του Τεκμηρίου 3 φαίνεται να τέθηκαν από το ίδιο πρόσωπο. Η υπογραφή, τώρα, της ΚΣΔ στη σελίδα 16 του Τεκμηρίου 3 διαφέρει από τις υπόλοιπες υπογραφές της ΚΣΔ στα Τεκμήρια 2 και 3.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι υπογραφές των πρώην Εναγόντων 3 και 4 στα Τεκμήρια 2 και 3 αποτελούν γνήσιες υπογραφές, όπως προκύπτει από τη σύγκριση τους με τις πρωτότυπες υπογραφές τους στα διοριστήρια δικηγόρου.
Για τις υπόλοιπες αμφισβητούμενες υπογραφές δεν είχε στη διάθεσή του πρωτότυπα δείγματα, παρά μόνο αντίγραφα. Η γνώμη του, επομένως, ως προς τη σύγκριση που διενήργησε των αμφισβητούμενων υπογραφών των ΚΣΔ και ΓΣΔ εκφράζεται με επιφύλαξη.
Διευκρίνισε, ότι γνήσιες υπογραφές και επομένως συγκριτικό υλικό για εξέταση των αμφισβητούμενων είχε μόνο σε σχέση με τους πρώην Ενάγοντες 3 και 4.
Δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο το δακτυλικό αποτύπωμα που αποδίδεται στην ΚΣΔ ανήκει πράγματι στην ίδια ή όχι.
Στην επισήμανση του κ. Πλουτάρχου, ότι στην εκφορά του τελικού του συμπεράσματος (σελ.12 Τεκμηρίου 31) δεν καταγράφει κάποιο ξεκάθαρο συμπέρασμα, ο Μ.Ε.11 απάντησε ότι φαινομενικά δεν υπάρχει τελικό συμπέρασμα, αλλά αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσής του.
Τέλος, στην υποβληθείσα θέση ότι δεν καταλήγει σε αξιόπιστο εύρημα, απάντησε ότι εάν είχε στην κατοχή του πρωτότυπα έγγραφα θα κατέληγε σε απόλυτο συμπέρασμα.
Ο Μ.Υ.1 είναι σύζυγος της Εναγομένης 4. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι νυμφεύθηκε με την Εναγόμενη 4 το έτος 1981 και μετά το γάμο τους διέμεναν στην Λευκωσία πλησίον της πλατείας «ΟΧΙ». Οι πρώην Ενάγοντες 3 και 4 επισκέπτονταν συχνά τον ίδιο και την Εναγόμενη 4 στην οικία που διέμεναν.
Ουδέποτε μετέφερε οποιοδήποτε έγγραφο στον χώρο εργασίας του πρώην Ενάγοντα 4 για να το υπογράψει. Ούτε και μετέβηκε οποτεδήποτε στον χώρο στάθμευσης των λεωφορείων στην πλατεία «ΟΧΙ» για να ζητήσει από τον πρώην Ενάγοντα 3 να υπογράψει έγγραφα.
Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι επισκεπτόταν τον μεν πρώην Ενάγοντα 3 στη στάση των λεωφορείων της πλατείας «ΟΧΙ» τον δε πρώην Ενάγοντα 4 στο εργοστάσιο στο οποίο εργαζόταν για να τους ζητήσει όπως υπογράψουν έγγραφα σε σχέση με τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων επ’ ονόματι του ΓΣΔ. Επανέλαβε, ότι τόσο ο πρώην Ενάγων 3, όσο και ο πρώην Ενάγων 4 επισκέπτονταν συχνά την οικία του. Μάλιστα, κατά την περίοδο των 6 μηνών όπου ο ΓΣΔ λόγω προβλήματος υγείας διέμενε στην οικία του, οι πρώην Ενάγοντες 3 και 4 τον επισκέπτονταν συχνά και ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τα επίμαχα ακίνητα.
Ο Μ.Υ.2 είναι ο σύζυγος της Εναγομένης 8. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Ε.
Γνώριζε ότι ο πεθερός του (ΓΣΔ) είχε τέσσερα αδέλφια. Εξ αυτών γνώριζε καλά τους πρώην Ενάγοντες 3 και 4, καθώς και την ΚΣΔ η οποία κατοικούσε στο χωριό Μελίνη. Την πρώην Ενάγουσα 7 δεν την γνώρισε, καθώς η τελευταία διέμενε στην Αγγλία.
Η ΚΣΔ, όσες φορές έτυχε να την συναντήσει, ουδέποτε ανέφερε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των αδελφών της διανομή των επίδικων ακινήτων. Ούτε και η ίδια ανέφερε ότι διεκδικούσε οποιοδήποτε ακίνητο, είτε από τον ΓΣΔ, είτε από την ΡΣ. Μάλιστα, σε κάποια στιγμή, όταν ο ΓΣΔ ήταν άρρωστος, η ΚΣΔ ανέφερε ότι παραχώρησαν τα ακίνητα στον ΓΣΔ διότι αυτός φρόντισε τους γονείς τους.
Ούτε και στις συναντήσεις που είχε με τον πρώην Ενάγοντα 3, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνηθεί διανομή των επίδικων ακινήτων, είτε με τον ΓΣΔ, είτε με τα υπόλοιπα αδέλφια τους.
Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις διαδικασίες που έγιναν για την εγγραφή των ακινήτων στα ονόματα των ΓΣΔ και ΡΣ. Στην υπόδειξη του κ. Πετουφά ότι στα Τεκμήρια 5 και 7 εμφανίζεται η υπογραφή του ως το πρόσωπο που παρέλαβε έγγραφα από το Κτηματολόγιο τα οποία σχετίζονται με τη μεταβίβαση των ακινήτων, απάντησε ότι είναι πιθανόν να έλαβε κάποια έγγραφα από το Κτηματολόγιο Λάρνακας προς εξυπηρέτηση των πεθερικών του καθ΄ ότι ο ίδιος οδηγούσε και μετέβαινε στη Λάρνακα. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι η δήλωσή του περί μηδενικής ανάμειξης αφορούσε το ότι ουδέποτε ο ίδιος εμπλάκηκε σε συζητήσεις διεκδικώντας οποιοδήποτε από τα εν λόγω ακίνητα.
Δεν θυμόταν κατά πόσο χρειάστηκε να μεταφέρει την ΡΣ στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Στην υποβληθείσα θέση ότι ο πρώην Ενάγων 3 και η ΚΣΔ είχαν απαιτήσεις για μεταβίβαση ακινήτων στα ονόματά τους, απάντησε ότι στην παρουσία του ουδέποτε άκουσε τα πιο πάνω πρόσωπα να διεκδικούν οποιοδήποτε ακίνητο.
Η Εναγόμενη 4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Στ. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι οι γονείς της (ΓΣΔ και ΡΣ) κατοικούσαν στην πατρική οικία, δηλαδή στην οικία του παππού της ΣΔ. Ο ΓΣΔ έλεγε στην ίδια και τα αδέλφια της, ότι η πατρική οικία τού παραχωρήθηκε από τους γονείς του (ΣΔ και ΑΓ) όταν παντρεύτηκε. Αυτό ήταν ένα έθιμο που υπήρχε στο χωριό τους. Δηλαδή, ο γονιός που πάντρευε παιδί στο σπίτι του τού παραχωρούσε και την πατρική οικία καθώς προσδοκούσε από αυτό το παιδί να τον γηροκομήσει.
Περί το έτος 1997, μετά την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας της πατρικής οικίας στο όνομα των γονέων της, το σπίτι επιδιορθώθηκε και προστέθηκαν σε αυτό δωμάτια. Ο πρώην Ενάγων 3 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την επιδιόρθωση της πατρικής οικίας, ούτε και συνείσφερε οικονομικά στα έξοδα ανακαίνισής της.
Όλα τα αδέλφια του ΓΣΔ, πλην του πρώην Ενάγοντα 3, έφυγαν από μικρή ηλικία από την Οδού. Ο πρώην Ενάγων 3, λόγω του ότι καθυστέρησε να νυμφευθεί, έφυγε από την Οδού σε ηλικία περίπου 38 ετών. Οι γονείς της είχαν άριστες σχέσεις με τα αδέλφια του ΓΣΔ. Ουδέποτε, είτε ο ΓΣΔ είτε η ΡΣ, ανέφεραν ότι οι θείοι της διεκδικούσαν ακίνητα. Η πρώτη φορά που η ίδια πληροφορήθηκε για τις διεκδικήσεις των θείων της ήταν όταν της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή.
Ο πρώην Ενάγων 4 επισκεπτόταν πολύ συχνά την οικία της η οποία βρισκόταν πλησίον της πλατείας «ΟΧΙ». Παρόλο που συναντούσε συχνά τους πρώην Ενάγοντες 3 και 4, οι τελευταίοι ουδέποτε ανέφεραν ότι ο ΓΣΔ διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας των γονέων τους για να προχωρήσει στο διαμοιρασμό των επίδικων ακινήτων. Ούτε και ο ΓΣΔ ανέφερε στην ίδια ότι είχε συμφωνήσει με τα υπόλοιπα αδέλφια του να αναλάβει ως διαχειριστής της περιουσίας των γονέων του για να διανείμει τα ακίνητα στα αδέλφια του.
Στη διά ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι γνώριζε αρκετά καλά την ΚΣΔ. Παρά το ότι συναντιούνταν αρκετά συχνά με την ΚΣΔ, η τελευταία ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι της αναλογούσαν ακίνητα από την περιουσία των γονέων της. Η ΚΣΔ δεν γνώριζε γραφή, αλλά προσπαθούσε να μάθει να θέτει την υπογραφή της.
Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος έλαβε τις υπογραφές των πρώην Εναγόντων 3 και 4 για τη μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα του πατέρα της.
Οι σχέσεις της με τους θείους της ήταν πάντα πολύ καλές. Τα προβλήματα προέκυψαν μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν ότι τα ακίνητα αξίζουν πέραν του €1.000.000.
Η πατρική οικία ανακαινίστηκε περί το έτος 2002. Για την ανακαίνισή της χρησιμοποιηθήκαν χρήματα τα οποία ελάβαν σε σχέση με τον αγνοούμενο αδελφό της και δεν χρησιμοποιήθηκαν χρήματα από την απαλλοτρίωση ορισμένων εκ των επίδικων ακινήτων.
Ο Εναγόμενος 3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Ζ.
Ισχυρίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο πατέρας του ΓΣΔ είχε άριστες σχέσεις με τα αδέλφια του. Ομοίως και οι σχέσεις της μητέρας του, ΡΣ, με τους θείους του ήταν άριστες.
Συναντούσε συχνά τους πρώην Ενάγοντες 3 και 4, καθώς και την ΚΣΔ. Ουδείς εξ αυτών ανέφερε ότι ο ΓΣΔ διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας των γονέων τους για να διαμοιράσει την ακίνητη περιουσία τους στον ίδιο και τα αδέλφια του. Ούτε και ανέφεραν ότι υπήρξε μεταξύ των αδελφών συμφωνία διανομής των ακινήτων ή ότι ο ΣΔ υπέδειξε στα παιδιά του ποια ακίνητα αναλογούσαν στον καθένα.
Δεν γνωρίζει για τις διαδικασίες που έγιναν από τους γονείς του (ΓΣΔ και ΡΣ) για την εγγραφή των ακινήτων επ’ ονόματί τους. Ο ίδιος και η ΡΣ διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του ΓΣΔ και προχώρησαν στη διανομή της περιουσίας του στους κληρονόμους του. Επίσης, μεταβίβασε στον πρώην Ενάγοντα 5 ένα ακίνητο το οποίο ο ΓΣΔ επιθυμούσε να μεταβιβάσει στην αδελφή του – ΚΣΔ. Όταν επικοινώνησε σχετικά με την ΚΣΔ για να εκπληρώσει την πιο πάνω επιθυμία του ΓΣΔ, η ΚΣΔ ζήτησε όπως το ακίνητο μεταβιβαστεί στον υιό της – πρώην Ενάγοντα 5.
Δεν έδωσε οποιαδήποτε σημασία στην επιστολή – Τεκμήριο 24, καθώς δεν διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ. Επίσης, ο πρώην Ενάγων 3 δεν είχε κανένα κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία του ΓΣΔ.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο πρώην Ενάγων 3 μέχρι τα 38 του έτη διέμενε μαζί τους στην πατρική οικία. Ακολούθως, ο πρώην Ενάγων 3 παντρεύτηκε και μετακόμισε σε άλλο χωριό. Εξακολουθούσε, ωστόσο, κατά διαστήματα να επισκέπτεται την Οδού.
Ο πρώην Ενάγων 3 δεν είχε δικό του δωμάτιο στην πατρική οικία. Η τελευταία περιλάμβανε δύο μόνο υπνοδωμάτια, στο ένα διέμεναν οι γονείς του (ΓΣΔ και ΡΣ) και στο άλλο τα επτά παιδιά τους.
Τα χωράφια τα οποία διαμοιραστήκαν στους κληρονόμους των ΓΣΔ και ΡΣ καλλιεργούνταν από τους τελευταίους. Αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι ο πρώην Ενάγων 3 ήταν αυτός ο οποίος ασχολούνταν με τις γεωργικές εργασίες.
Δεν γνωρίζει ποιος βοήθησε τον ΓΣΔ στις διαδικασίες εγγραφής των επιδίκων ακινήτων επ’ ονόματί του. Κατά το χρονικό διάστημα των προαναφερόμενων διαδικασιών υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Δεν είχε, επίσης, ανάμειξη στις διαδικασίες που ακολούθησε η ΡΣ για την εγγραφή επίδικων ακινήτων στο όνομά της. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι στα έντυπα Ν3Α των Τεκμηρίων 5 και 9 περιλαμβάνεται η υπογραφή του.
Συμφώνησε με τον κ. Πετουφά ότι ο ίδιος και η μητέρα του είχαν οριστεί ως διαχειριστές της περιουσίας του αγνοούμενου ΣΔ. Επίσης, συμφώνησε ότι σε πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής στα Τεκμήρια 5 και 7 δεν συμπεριλήφθηκε ο Εναγόμενος 9 στους κληρονόμους του ΓΣΔ.
Δεν γνωρίζει για ποιο λόγο ο ΓΣΔ δεν μεταβίβασε ενόσω ήταν εν ζωή το ακίνητο που επιθυμούσε να μεταβιβαστεί στην ΚΣΔ. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ο λόγος για τον οποίο μεταβίβασε το εν λόγω ακίνητο ήταν διότι προέκυψε το ζήτημα της αμφισβήτησης της υπογραφής της ΚΣΔ.
Ο πρώην Ενάγων 3 ουδέποτε ζήτησε από τον ίδιο μετά τον θάνατο του ΓΣΔ όπως του μεταβιβάσει ακίνητα τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ανήκαν στη δική του κληρονομική μερίδα. Επιπλέον, αρνήθηκε ότι έγιναν συναντήσεις με τον πρώην Ενάγοντα 3 και τον Μ.Ε.9 για τη μεταβίβαση των ακινήτων, καθώς και ότι προέβαλλε ως δικαιολογία για την καθυστέρηση στο να μεταβιβάσει τα ακίνητα ότι ορισμένα εξ αυτών είχαν μεταβιβαστεί στον Εναγόμενο 9.
Με την ολοκλήρωση της προφορικής μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν στις αγορεύσεις τους μέσω των οποίων ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους.
Αξιολόγηση
Μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, την μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, καθώς και από τις δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την ακροαματική διαδικασία, προκύπτουν τα πιο κάτω αναφερόμενα γεγονότα ως παραδεκτά.
Ο ΣΔ και η ΑΓ απεβίωσαν περί τα έτη 1960 και 1957 αντίστοιχα αφήνοντας ως κληρονόμους κατά τον χρόνο θανάτου τους τα τέκνα τους, ήτοι τον ΓΣΔ, τους πρώην Ενάγοντες 3, 5, 7 και την ΚΣΔ.
Ο ΓΣΔ καταχώρησε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας τις αιτήσεις με αριθμό Β584/82 και Α328Α/83. Με τις προαναφερόμενες αιτήσεις μεταβιβάστηκαν επ’ ονόματί του 17 συνολικά εγγραφές ακινήτων. Τα προαναφερόμενα ακίνητα ήταν εγγεγραμμένα ή καταχωρημένα στο όνομα του ΣΔ. Ο φάκελος με αριθμό Β584/82 δεν εντοπίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας.
Ο ΓΣΔ καταχώρησε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας την αίτηση με αριθμό Α923/82, δυνάμει της οποίας μεταβιβάστηκαν επ’ ονόματί του πέντε συνολικά εγγραφές ακινήτων. Τα εν λόγω ακίνητα ήταν εγγεγραμμένα επ’ ονόματι της ΑΓ.
Στις 07.07.1993 ο ΓΣΔ απεβίωσε αφήνοντας κατά τον χρόνο θανάτου του ως κληρονόμους την σύζυγό του (ΡΣ) και τα τέκνα τους (Εναγόμενοι 3 – 9).
Ο Εναγόμενος 9 είναι αγνοούμενος από την Τουρκική εισβολή του 1974 και ως διαχειριστές του διορίστηκαν η ΡΣ και ο Εναγόμενος 3.
Η ΡΣ και ο Εναγόμενος 3 διορίστηκαν και ως διαχειριστές της περιουσίας του ΓΣΔ δυνάμει της αίτησης διαχείρισης με αριθμό 56/96 Ε.Δ. Λάρνακας. Οι προαναφερόμενοι προχώρησαν στη διανομή της ακίνητης περιουσίας του ΓΣΔ. Προς τον σκοπό αυτό καταχώρησαν την αίτηση με αριθμό Β441/96 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας.
Η ΡΣ καταχώρησε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας τις αιτήσεις με αριθμούς Α993/1999, Α994/1999, Α248/2000 και Α28/2001. Με τις πιο πάνω αιτήσεις μεταβιβάστηκαν επ’ ονόματί της έξι συνολικά ακίνητα.
Τα ακίνητα τα οποία εγγράφηκαν επ’ ονόματι της ΡΣ με τις αιτήσεις με αριθμούς Α993/1999, Α994/1999, Α248/2000 και Α28/2001, μεταβιβάστηκαν από την τελευταία στους Εναγόμενους 3, 4 και 6 δυνάμει δωρεάς μέσω των δηλώσεων με αριθμούς Δ.2521/2000, Δ.123/2001, Δ.122/2001 και Δ.1878/2001 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας.
Ο Εναγόμενος 3 μεταβίβασε στον πρώην Ενάγοντα 5 το ακίνητο με αρ. εγγραφής 5493, παλαιός αρ. εγγραφής 3263, δυνάμει πώλησης. Στην πραγματικότητα, όμως, το ακίνητο παραχωρήθηκε δωρεάν στον πρώην Ενάγοντα 5, καθώς, λόγω του βαθμού συγγενείας τους, δεν μπορούσε να δηλωθεί ως δωρεά. Το εν λόγω ακίνητο είναι ένα από τα ακίνητα που ανήκαν στον ΣΔ και περιήλθαν στην κυριότητα του ΓΣΔ.
Τέλος, κατά την αρχική εκδίκαση της αγωγής κατέθεσε στις 17.06.2015 ως Μ.Ε.1 ο κτηματολογικός λειτουργός Χριστάκης Παναγή ο οποίος απεβίωσε. Ο τελευταίος κατέθεσε ως Τεκμήρια 1-12, τα πρωτότυπα των τωρινών Τεκμηρίων 2-13.
Έχοντας παραθέσει τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην Κωνσταντίνου ν. Βάσου Θεοδώρου, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, το γένος Στέφανου Ιακωβίδη, Πολ. Έφ. αρ.388/2014, ημερ.03.04.2023, ECLI:CY:AD:2023:A126, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με κάθε πτυχή της μαρτυρίας κατά την αξιολόγηση, τοσούτω μάλλον όταν η πιθανή επίδραση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ασήμαντη ή ακόμη και μηδενική.
Με γνώμονα τα πιο πάνω, η αξιολόγηση θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών που σχετίζονται με ζητήματα τα οποία διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη (2008) 1Α Α.Α.Δ 83 και SP CONSULTANCY LTD κ.α v. TRANSTEAM LTD κ.α (2016) 1Β Α.Α.Δ 980). Η δε διεργασία της αξιολόγησης θα διεξαχθεί με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1Α Α.Α.Δ. 339).
Κατά την αξιολόγηση θα ακολουθήσω την ίδια σειρά με την οποία παρατέθηκε η μαρτυρία.
Ο Μ.Ε.9 είναι ο διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων ΣΔ και ΑΓ και υιός του πρώην Ενάγοντα 3, ο οποίος (πρώην Ενάγων 3) ήταν ένας εκ των βασικών πρωταγωνιστών της υπό κρίση διαφοράς.
Η βασική εκδοχή του Μ.Ε.9 συνίστατο, βάσει των όσων πληροφορήθηκε από τον αποβιώσαντα πατέρα του - πρώην Ενάγοντα 3, στο ότι ο τελευταίος συμφώνησε με τον ΓΣΔ όπως διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων γονέων τους προκειμένου να μεταβιβάσει αρχικά τα ακίνητα των γονέων τους στο όνομά του και ακολούθως να τα διανείμει στους υπόλοιπους κληρονόμους – αδέλφια του. Η προαναφερόμενη βασική εκδοχή του Μ.Ε.9 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και ως τέτοια θα αξιολογηθεί υπό το φως των ρυθμίσεων του άρθρου 27 του Κεφ. 9.
Για τους λόγους που θα προσπαθήσω να επεξηγήσω αμέσως πιο κάτω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στην υπό αναφορά εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.9.
Καταρχάς, ο Μ.Ε.9 προέβηκε σε αλληλοσυγκρουόμενες δηλώσεις ως προς το ζήτημα της ισχυριζόμενης διανομής των ακινήτων ανάμεσα στους συγκληρονόμους των ΣΔ και ΑΓ. Συγκεκριμένα, στις παραγράφους 8, 9 και 22 της γραπτής δήλωσής του - Έγγραφο Γ ισχυρίστηκε ότι η διανομή των ακινήτων συμφωνήθηκε μεταξύ των συγκληρονόμων του ΣΔ και της ΑΓ. Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα των παραγράφων 8, 9 και 22 του Εγγράφου Γ (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου):
«8. Εξ όσων μου είπε πολλές φορές ο πατέρας μου τα ακίνητα που του αναλογούσαν σύμφωνα με τη διανομή που είχε συμφωνήσει με τα αδέλφια του ήταν:
(1) 2 τεμάχια στην τοποθεσία Δάση, το ένα αμπέλι
(2) 1 τεμάχιο στην τοποθεσία Βαλάνι
(3) 1 τεμάχιο στην τοποθεσία Κάλουπος
(4) 1 τεμάχιο στην τοποθεσία Πευκομούττη
(5) 1 τεμάχιο στην τοποθεσία Λιωτά
(6) 1 τεμάχιο στην τοποθεσία Βάμινα
(7) ½ μερίδιο στο πατρικό τους σπίτι.
9. Ακολουθώντας τη συμβουλή του συγχωριανού τους, ο πατέρας μου πρότεινε στον αδελφό του Γιώργο να μπει διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα και της μητέρας τους. Τα υπόλοιπα αδέλφια δεν είχαν λόγο να μην εμπιστευτούν τον αδελφό τους και συμφώνησαν να διοριστεί ο αδελφός του Γιώργος, ο οποίος θα αναλάμβανε να εγγράψει τα ακίνητα στο όνομα του και ακολούθως να τα μεταβιβάσει στα αδέλφια του σύμφωνα με τη διανομή που είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ τους.
22. Ο πατέρας μου δεν ήταν εξοικειωμένος με διαδικασίες κτηματολογίου και ότι υπέγραψε, το υπέγραψε βασιζόμενος αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη που είχε στον αδελφό του Γιώργο, και βασιζόμενος ότι τα έγγραφα που υπέγραφαν αφορούσαν τη διαδικασία διανομής και εγγραφής των ακινήτων των γονέων τους που τους αναλογούσαν στη βάση της συμφωνίας τους.»
Στην πορεία της αντεξέτασης μετέβαλε την πιο πάνω θέση του λέγοντας ότι η συμφωνία έγινε μόνο ανάμεσα στον πρώην Ενάγοντα 3 και τον ΓΣΔ. Ισχυρίστηκε, μάλιστα, ότι η συμφωνία δεν ήταν για διανομή, αλλά μόνο για διαχείριση. Στη συνέχεια, στην προσπάθειά του να συγκεράσει τις διαφορετικές θέσεις του, πρόβαλε ένα νέο ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι η διανομή θα γινόταν στη βάση των εντολών που έδωσαν στο κάθε παιδί τους ξεχωριστά ο ΣΔ και η ΑΓ. Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα της αντεξέτασης του Μ.Ε.9:
«E. Είπε σου και ποια αδέλφια ήταν παρών στην προφορική συμφωνία;
A. Βεβαίως, δεν υπήρχε άλλος από τα αδέλφια του παρών στη συγκεκριμένη συμφωνία.
E. Ποιοι ήταν;
A. Ο πατέρας μου και ο Γιώργος.
E. Άρα σε τούντη συμφωνία ήταν ο πατέρας σου μόνο και ο Γιώργος. Καλά, αν εκάμναν συμφωνία δεν θα ήταν ορθό να ήταν και τα άλλα αδέλφια;
A. Κατά τη γνώμη μου ήταν δύσκολο να ήταν και τα άλλα αδέλφια, γιατί ρωτάς την προσωπική μου άποψη τωρά, γιατί ήταν σκορπισμένοι εκτός χωριού, ο θείος μου ο Νικόλας ήταν εις το Καϊμακλί, η θεία μου η Κλειώ ήταν εις τη Μελίνη, και η θεία μου η Άννα στο Λονδίνο που πήγε και δεν επέστρεψε ποτέ.
E. Ο Νικόλας που καθόταν Λευκωσία και αυτός πολύ εύκολα μπορούσε να πάει στην Οδού, αν γίνετουν τούτο που μας είπες, και επίσης η θεία σου η Κλειώ 5 λεπτά δρόμος είναι από την Οδού, άρα σου υποβάλλω ότι καμία συμφωνία διανομής δεν έγινε.
A. Είναι εντελώς ανακριβής η υποβολή σας. Έγινε συμφωνία ανάμεσα στον πατέρα μου και τον θείο Γιώργο, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ενημερώθηκε ο θείος ο Νικόλας στο Καϊμακλί γιατί οι αποστάσεις που είχαμε μεταξύ μας ήταν πολύ μικρές, οπόταν ο πατέρας μου πληροφόρησε τον θείο Νικόλα για τη συγκεκριμένη συμφωνία την οποία αποδέκτηκε.
E. Τι αποδέκτηκε;
A. Τη συμφωνία να μπει διαχειριστής ο Γιώργος και να διαμοιράσει μετά όταν έρθουν όλα τα κτήματα πάνω του, να τα διαμοιράσει στα αδέλφια, στους κληρονόμους.»
………………………………..…………………………………………….……………………….
«E. Τούτα τα ακίνητα, μάλλον, τούτη η διανομή που αναφέρεσαι, που έγινε μεταξύ του πατέρα σου και του Γιώρκου [ΓΣΔ] μόνο, περιλάμβανε διανομή ακινήτων που ήταν ιδιοκτησία ή καταχωρημένα στον παππού σου ή και τη γιαγιά σου;
A. Καταρχήν, δεν έγινε διανομή, η συμφωνία δεν ήταν για διανομή, ήταν για διαχείριση.
Δικαστήριο (Προς Μάρτυρα): Αφορούσε όμως τα ακίνητα μόνο του παππού ή και τα ακίνητα της γιαγιάς;
Μάρτυρα: Αφορούσε και τα ακίνητα του παππού και τα ακίνητα της γιαγιάς.
Ο κος Α. Πλουτάρχου συνεχίζει:
E. Γιατί στην αρχή μας είπες άλλα πριν πεις ότι αφορούσε τον παππού και τη γιαγιά; Αποσύρω. Στην παράγραφο 8 αναφέρεσαι σε 7 ακίνητα τα οποία αναλογούσαν σύμφωνα με τη διανομή που έκαμαν. Αφού διανομή δεν γίνηκε και άλλες ήταν για διαχείριση είπες μας, πώς κατέληξε ο πατέρας σου και σήμερα εσύ ότι τούντα ακίνητα αναλογούσαν στον πατέρα σου;
A. Σύμφωνα με τη διανομή που είχε συμφωνηθεί. Λέω αναλογούσαν σύμφωνα με τη διανομή που είχε συμφωνηθεί. Αυτά τα ακίνητα ήταν σύμφωνα με την εντολή που έδωσε ο παππούς και η γιαγιά το τι ακριβώς έπρεπε να πάρει ο πατέρας μου.
E. Κύριε μάρτυς, ψεύδεσαι ασυστόλως, προηγουμένως είπες μας ότι δεν έγινε διανομή, η συμφωνία ήταν για διαχείριση, τώρα δαμέ γράφεις αναλογούσαν σύμφωνα με τη διανομή, εκτός αν δεν διαβάζω καλά, που είχε συμφωνήσει με τα αδέλφια του.
A. Βεβαίως και σας επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη συμφωνία διαχείρισης που συμφώνησαν να γίνετουν διανομή, έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ, θα γινόταν διανομή στα συγκεκριμένα κτήματα στον πατέρα μου. Όσον αφορά στο 2ο σκέλος της ερώτησής σας, ήταν πλήρως πληροφορημένοι όλοι το τι ακριβώς δικαιούτο ο καθένας.
………………………………………………………………………………………………..…………
E. Και σου υποβάλλω ότι εδώ αναφέρεις ότι η συμφωνία διανομής έγινε με τα αδέλφια του, 1η αντίφαση, τώρα μας είπες προ ολίγου με τον Γιώρκο που έγινε, τώρα μας είπες ότι είπε ο παππούς και η γιαγιά, θκιάλεξε που τούντες 3 θέσεις που έχεις ποια ισχύει;
A. Η απάντησή μου ήταν σαφής. Είπα ότι ο παππούς και η γιαγιά έδωσαν εντολή στον καθένα ξεχωριστά τι δικαιούτο, και γνώριζε ο καθένας ξεχωριστά τι δικαιούτο ο άλλος και ιδίως ο πατέρας μου ο οποίος είχε άμεση σχέση με τα συγκεκριμένα κτήματα.»
Από τα προαναφερόμενα αποσπάσματα καθίσταται εμφανές ότι η εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.9 επί του ουσιώδους ζητήματος της ισχυριζόμενης συμφωνίας για διαχείριση της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ από τον ΓΣΔ και διανομή των ακινήτων τους, είναι αντιφατική. Επισημαίνω, ότι ο Μ.Ε.9 δεν πρόσφερε κάποια πειστική εξήγηση για τις ρητές αναφορές του στο Έγγραφο Γ σε ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ όλων των αδελφών αναφορικά, τόσο με τη διαχείριση της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ, όσο και με τη διανομή των ακινήτων τους. Αντιθέτως, ως ήδη αναφέρθηκε, επιχείρησε να συγκεράσει τις διφορούμενες θέσεις του.
Η παρατηρηθείσα αντίφαση έχει προεκτάσεις και στα επιμέρους αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 27(2) του Κεφ.9. Εν πρώτοις, είναι αδύνατο να διαπιστωθεί κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ’ ακριβώς ή όχι (άρθρο 27(2)(ε) του Κεφ.9), καθώς πρόβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς ως προς την υποτιθέμενη αρχική δήλωση. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, παραμένει άγνωστο κατά πόσο η αρχική δήλωση συνίσταται στη δήλωση του πρώην Ενάγοντα 3, ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ΓΣΔ από τη μία και του πρώην Ενάγοντα 3 με τα υπόλοιπα αδέλφια τους από την άλλη ως προς τη διανομή της ακίνητης περιουσίας των γονέων τους προσδιορίζοντας, μάλιστα, και τι αναλογεί στον καθένα. ‘Η κατά πόσο η αρχική δήλωση του πρώην Ενάγοντα 3 συνίστατο στο ότι ο ΣΔ και η ΑΓ υπέδειξαν στο κάθε παιδί τους ξεχωριστά τι δικαιούτο να λάβει ως κληρονομία και η ισχυριζόμενη συμφωνία έγινε μεταξύ μόνο των ΓΣΔ και πρώην Ενάγοντα 3 και περιοριζόταν στο ζήτημα της διαχείρισης της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ.
Εάν συμβαίνει το δεύτερο, τότε, τίθεται και ζήτημα ως προς τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας (άρθρο 27(2)(γ) του Κεφ.9). Αυτό, διότι η εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.9 για τα ακίνητα που κατ’ ισχυρισμό αναλογούν στους πρώην Ενάγοντες 4, 5 και 7 και την ΚΣΔ, είναι, σαφέστατα, πέραν του πρώτου βαθμού. Σημειώνω, ότι ο Μ.Ε.9 δεν ισχυρίστηκε ότι οι πρώην Ενάγοντες 4, 5 και 7 ή η ΚΣΔ τον πληροφόρησαν ότι οι ΣΔ και ΑΓ τούς υπέδειξαν τα ακίνητα που τους αναλογούν. Επισημαίνω, ότι σε ερώτηση που τέθηκε στον Μ.Ε.9 ως προς τα ποια ακίνητα αναλογούσαν σε κάθε κληρονόμο των ΣΔ και ΑΓ, ο τελευταίος, με εξαίρεση τα ακίνητα που αναλογούσαν στον πρώην Ενάγοντα 3, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία, αν και με ποιον τρόπο ο ΓΣΔ έλαβε γνώση για το τι κατ’ ισχυρισμό αναλογούσε στους πρώην Ενάγοντες 4, 5 και 7 και την ΚΣΔ, έτσι ώστε να προχωρήσει και στη διανομή.
Επιπλέον, δεν μπορεί να αγνοηθεί και το γεγονός ότι το πρόσωπο που προέβη στην κατ’ ισχυρισμό αρχική δήλωση, ήτοι ο πρώην Ενάγων 3, ήταν πρόσωπο που είχε άμεσο συμφέρον στα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η μαρτυρία του. Χωρίς να αποφαίνομαι ως προς το κατά πόσο ο πρώην Ενάγων 3 κοινοποίησε με ακρίβεια την ισχυριζόμενη αρχική δήλωση στον Μ.Ε.9, όποια κι αν ήταν αυτή, αποτελεί αντικειμενικό γεγονός ότι οι ισχυρισμοί που μετέφερε στον Μ.Ε.9 είχαν άμεσο αντίκτυπο στα προσωπικά του συμφέροντα και κατ’ επέκταση σε αυτά του Μ.Ε.9 ως κληρονόμου του (άρθρο 27(2)(δ) του Κεφ.9).
Πέραν των ανωτέρω, η αποδεικτική αξία της εξ ακοής μαρτυρίας του Μ.Ε.9 επηρεάζεται και από τις εξής περιστάσεις οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη χρονική αλληλουχία και τη λογικότητα των προβαλλόμενων ισχυρισμών.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εκδοχή που προωθήθηκε από τους Ενάγοντες, ο ΓΣΔ περί το έτος 1982 θα διοριζόταν ως διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ με απώτερο σκοπό τον διαμοιρασμό των ακινήτων μεταξύ των συγκληρονόμων - αδελφών του. Το ζήτημα της διανομής φαίνεται να απασχόλησε τον πρώην Ενάγοντα 3 μετά πάροδο δεκαετίας, όταν τον Σεπτέμβριο του 1992 αποτάθηκε στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο για να εξασφαλίσει πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης ιδιοκτησίας των αποβιωσάντων γονέων του. Σε αυτό το σημείο ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω, ότι ο πρώην Ενάγων 3 ή ο Μ.Ε.9 ουδεμία έρευνα διενήργησαν ως προς το ζήτημα της διαχείρισης. Τούτο, παρά τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη συμφωνία με τον ΓΣΔ αφορούσε και τη διαχείριση της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ. Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι στο πιστοποιητικό έρευνας. Τον Σεπτέμβριο του 1992, διαπιστώθηκε από τον πρώην Ενάγοντα 3 ότι ο ΓΣΔ είχε εγγράψει επ’ ονόματί του την ακίνητη περιουσία των γονέων τους. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Μ.Ε.9, μετά την πιο πάνω διαπίστωση τόσο ο ίδιος, όσο και ο πρώην Ενάγων 3, ήταν σχεδόν βέβαιοι ότι ο ΓΣΔ δεν θα υλοποιούσε τη συμφωνία για διαμοιρασμό των ακινήτων.
Ενώ, λοιπόν, δημιουργήθηκε στον πρώην Ενάγοντα 3 και τον Μ.Ε.9 η προαναφερόμενη πεποίθηση, εντούτοις δεν υπήρξε εκ μέρους τους οποιαδήποτε ουσιαστική αντίδραση. Δεν παραβλέπω, ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ο ΓΣΔ ήταν ασθενής. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι και πριν το πιστοποιητικό έρευνας του 1992, ο πρώην Ενάγων 3 και ο Μ.Ε.9, είχαν, σύμφωνα με τους δικούς τους ισχυρισμούς, ενδείξεις ότι ο ΓΣΔ δεν ήταν συνεπής στις δηλώσεις του. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.9 υποστήριξε ότι ο ΓΣΔ επικαλούνταν ως δικαιολογία για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαχείρισης την απουσία της πρώην Ενάγουσας 7 στο εξωτερικό. Σύμφωνα, ωστόσο, με τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.9, τον Αύγουστο του 1990 επισκέφθηκαν με τον πρώην Ενάγοντα 3 την πρώην Ενάγουσα 7 στην Αγγλία. Θα μπορούσαν, επομένως, κατά την επίσκεψή τους να διακριβώσουν κατά πόσο η πρώην Ενάγουσα 7 έφερε ευθύνη για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της διαχείρισης, ως οι φερόμενοι ισχυρισμοί του ΓΣΔ. Ή θα μπορούσαν, κατά την εν λόγω επίσκεψή τους, να μεριμνήσουν για την αντιμετώπιση της όποιας καθυστέρησης προκαλούσε η απουσία της πρώην Ενάγουσας 7 από την Κύπρο. Ουδέν, όμως, έπραξαν παρά το ότι είχαν ήδη παρέλθει 8 έτη από την ημερομηνία που θα έπρεπε να ξεκινήσει η διαχείριση και γνώριζαν τις ισχυριζόμενες αιτιάσεις του ΓΣΔ περί του ότι η καθυστέρηση οφείλεται στην πρώην Ενάγουσα 7.
Ακόμη, όμως και μετά τον θάνατο του ΓΣΔ, ο οποίος επήλθε το 1993, δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική αντίδραση. Αντιθέτως, ο πρώην Ενάγων 3 συνέχισε να συζητά το όλο ζήτημα με τη ΡΣ. Οι δε συζητήσεις ήταν ατέρμονες, αφού διήρκησαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, δηλαδή για περίοδο πέραν των επτά χρόνων από τον θάνατο του ΓΣΔ. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε λογική εξήγηση για το χρονοβόρο των ισχυριζόμενων συζητήσεων. Θα πρέπει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι μέσα σε αυτό το διάστημα και συγκεκριμένα το έτος 2002, ο πρώην Ενάγων 3 και ο Μ.Ε.9 διαπίστωσαν ότι η ΡΣ προέβη σε διαδικασίες για εγγραφή στο όνομά της και των υπόλοιπων ακινήτων που ήταν καταχωρημένα στον ΣΔ. Επακολούθησε, μετά τα τρία έτη, ήτοι το 2005, η πρώτη γραπτή διαμαρτυρία (Τεκμήριο 24). Ακόμη, όμως, και τότε, οι Ενάγοντες άφησαν τέσσερα ακόμη έτη να παρέλθουν μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής το 2009.
Η χρονική αλληλουχία των γεγονότων αποδυναμώνει, κατά την κρίση μου, την εκδοχή των Εναγόντων. Δεν παραβλέπω, ότι στην περίοδο των 27 ετών που μεσολάβησαν από το 1982 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής υπήρξαν, σύμφωνα με την εκδοχή των Εναγόντων, συζητήσεις για ένα ευαίσθητο ζήτημα που αφορούσε τη διανομή οικογενειακής περιουσίας, καθώς και ότι, ως ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.9, υπήρχαν οικονομικές δυσκολίες για την έναρξη δικαστικών διαδικασιών.
Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές δυσκολίες, σημειώνω ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία ως προς την οικονομική κατάσταση των Εναγόντων ή τη δικηγορική αμοιβή που ζητήθηκε για την έναρξη δικαστικών διαδικασιών. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι ήταν τέσσερις οι συγκληρονόμοι και τα όποια δικηγορικά έξοδα θα διαμοιράζονταν μεταξύ τους. Περαιτέρω, κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα θα μπορούσαν να γίνουν εξοικονομήσεις για να κινηθούν δικαστικές διαδικασίες το συντομότερο. Αυτό, άλλωστε, ήταν το λογικά αναμενόμενο, αφ’ ης στιγμής οι Ενάγοντες, ως οι ίδιοι ισχυρίστηκαν, προσέβλεπαν στο κληρονομικό τους μερίδιο για να λάβουν οικονομική ανάσα.
Όσο ευαίσθητο κι αν ήταν το όλο ζήτημα και όποιες οικονομικές δυσκολίες και αν υπήρχαν, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε είναι αντικειμενικά τόσο μεγάλο που δεν μπορεί παρά να επηρεάσει τη βαρύτητα της εκδοχής των Εναγόντων.
Μία επιπρόσθετη και ανεξάρτητη αιτία που αποδυναμώνει την εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.9 είναι η διάσταση ανάμεσα στη μαρτυρία του και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται η θέση, ότι ο ΓΣΔ ήταν αυτός που ήλθε σε επαφή με τα αδέλφια του και τους παρέπεισε ότι θα ενεργούσε ως διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ. Αντιθέτως, στην παράγραφο 9 του Εγγράφου Γ (βλ. ανωτέρω), ο Μ.Ε.9 ισχυρίστηκε ότι ο πρώην Ενάγων 3 πρότεινε στον ΓΣΔ να οριστεί διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ. Επομένως, η πρωτοβουλία ανήκε στον πρώην Ενάγοντα 3 και όχι στον ΓΣΔ. Όπως υποδείχθηκε στην Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd (2017) 1Α Α.Α.Δ 323, η διάσταση ανάμεσα στις δικογραφημένες θέσεις και τη μαρτυρία επηρεάζει και την ίδια την αξιοπιστία των μαρτύρων.
Όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις, δεικνύουν, κατά την κρίση μου, ότι δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.9.
Τέλος, μετέωρος παρέμεινε ο ισχυρισμός του Μ.Ε.9 περί συζητήσεων που είχε με τον Εναγόμενο 3 στο πλαίσιο των οποίων έλαβε υποσχέσεις για διανομή των ακινήτων. Οι σχετικές δηλώσεις του Μ.Ε.9 παρέμειναν σε επίπεδο αόριστων ισχυρισμών περί συναντήσεων και υποσχέσεων. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ενώ για ζητήματα που αφορούσαν εξ ακοής μαρτυρία ήταν σε θέση να δίδει κάποιες λεπτομέρειες, εντούτοις για το συγκεκριμένο ζήτημα που είχε άμεση προσωπική γνώση δεν παρέθεσε την παραμικρή λεπτομέρεια. Δεν δόθηκαν, για παράδειγμα, οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος 3 ήταν γνώστης της ισχυριζόμενης συμφωνίας του ΓΣΔ και των πρώην Εναγόντων 3 – 5 και 7, καθώς και της ΚΣΔ. Ούτε, ασφαλώς, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 3 γνώριζε για τα ακίνητα που αναλογούσαν στον κάθε κληρονόμο. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα, πώς θα μπορούσε ο Εναγόμενος 3 να υποσχεθεί ότι θα προχωρούσε σε μεταβιβάσεις στους κληρονόμους των ΣΔ και ΑΓ χωρίς να γνωρίζει τι αναλογούσε στον κάθε ένα εξ αυτών;
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Μ.Ε.9 κρίνεται ως αναξιόπιστη.
Η μαρτυρία της Μ.Ε.10 επικεντρώθηκε στη διαχείριση που έτυχαν οι φακέλοι του κτηματολογίου από το γραφείο τους μετά την κατάθεση των πρωτοτύπων ως τεκμηρίων κατά την αρχική εκδίκαση της υπόθεσης.
Θεωρώ, ότι η μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κατά την αντεξέτασή της, δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της. Αντιθέτως, η μάρτυρας με ειλικρίνεια επεξήγησε ότι δεν προέβηκε σε λεπτομερή σύγκριση και αντιπαραβολή των αντιγράφων των κτηματολογικών φακέλων με τους πρωτότυπους φακέλους που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 – 12 κατά την αρχική εκδίκαση. Επίσης, αντεξεταζόμενη, διευκρίνισε ότι η φωτοτύπιση των κτηματολογικών φακέλων δεν έγινε από τους δικηγόρους των Εναγόντων, αλλά από τον αποβιώσαντα κτηματολογικό λειτουργό Χριστάκη Παναγή ο οποίος είχε καταθέσει ως Μ.Ε.1 στην αρχική εκδίκαση της υπόθεσης
Η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 ήταν τυπικού χαρακτήρα, καθώς οι τελευταίες κατέθεσαν επί διαδικαστικών ζητημάτων που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους στο Πρωτοκολλητείο του αστικού τμήματος του Ε.Δ Λάρνακας. Όσα ανέφεραν σε σχέση με την έρευνα για τον εντοπισμό των πρωτότυπων φακέλων των Τεκμηρίων 2 – 13, καθώς και τη διαδικασία που ακολουθείται για την εναπόθεση της σφραγίδας «πιστό αντίγραφο» δεν έτυχαν αμφισβήτησης.
Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη.
Η Μ.Ε.3 κλήθηκε προκειμένου να επεξηγήσει το περιεχόμενο των κτηματολογικών φακέλων - Τεκμήρια 2 – 13. Αναφέρθηκε εξ αρχής στις ιδιαιτερότητες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ξεκαθαρίζοντας ότι καταθέτει με την επιφύλαξη της απουσίας των πρωτότυπων φακέλων των επίδικων μεταβιβάσεων.
Η πεμπτουσία της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 εντοπίζεται, κατά την άποψή μου, στις ακόλουθες αναντίλεκτες δηλώσεις της:
· Τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 2 - 13 διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο στον τρόπο απόκτησης του κάθε ακινήτου.
· Δεν γνωρίζει κατά πόσο οι πληροφορίες που καταγράφονται στα προαναφερόμενα πιστοποιητικά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ή ήταν παραπλανητικές ή ψευδείς.
· Δεν γνωρίζει κατά πόσο οι αρμόδιοι κτηματολογικοί λειτουργοί προέβηκαν σε οποιαδήποτε άλλη έρευνα πέραν των πληροφοριών που καταγράφονταν στα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής.
Θεωρώ, ότι η μάρτυρας κατέθεσε αμερόληπτα και αντικειμενικά. Συνεπώς, η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη.
Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.4 εκφεύγει των επιδίκων ζητημάτων της παρούσας αγωγής. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 3887, 5480, 5481 και 5542 τα οποία απαλλοτριώθηκαν. Η μοναδική εγγραφή σε σχέση με την οποία διεκδικείται θεραπεία είναι η εγγραφή με αριθμό 5480, η οποία, ως ανέφερε ο Μ.Ε.4, μετά την απαλλοτρίωση μεταφέρθηκε στις εγγραφές με αριθμούς 6331 και 6332. Ο αριθμός εγγραφής 6331 εγγράφηκε στο όνομα της Επιτροπής Αρδευτικού Τμήματος Βάμινας Οδού και ο αριθμός εγγραφής 6332 στο όνομα του ΓΣΔ. Μόνο σε σχέση με την τελευταία εγγραφή διεκδικείται θεραπεία (βλ. παράγραφος 38 Α(18) της Έκθεσης Απαίτησης).
Με την πιο πάνω επισήμανση, η μαρτυρία του Μ.Ε.4 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Σημειώνω, ότι ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε σε σχέση με όσα κατέθεσε.
Οι Μ.Ε.5 και 6 κλήθηκαν να καταθέσουν σε σχέση με τα πιστοποιητικά τα οποία υπέγραψαν, ο μεν πρώτος ως πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Οδού, ο δε δεύτερος ως μέλος του κοινοτικού συμβουλίου. Τα προαναφερόμενα πιστοποιητικά περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 5, 7, 9 και 11 και αφορούν τις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν από την ΡΣ μεταξύ των ετών 1999-2001.
Θεωρώ, ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία τους. Αυτό, διότι υπάρχει ουσιαστική διάσταση ανάμεσα στην προφορική τους μαρτυρία και τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής τα οποία υπέγραψαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αμφότεροι οι μάρτυρες επιχείρησαν να αποστασιοποιηθούν από τις δηλώσεις που περιλαμβάνονται στα υπογεγραμμένα από αυτούς πιστοποιητικά των Τεκμηρίων 5, 7, 9 και 11. Το περιεχόμενο, ωστόσο, των πιστοποιητικών είναι καταγεγραμμένο με απλό και ξεκάθαρο τρόπο, ο οποίος δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ή σύγχυσης ως προς το τι υπέγραφαν. Επομένως, οι Μ.Ε.5 και 6 όφειλαν να γνωρίζουν επακριβώς τι πιστοποιούσαν με τις υπογραφές τους. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του Μ.Ε.5, ότι αυτό το οποίο ήθελε να πιστοποιήσει ήταν απλώς την καλλιέργεια των εν λόγω ακινήτων από τον ΓΣΔ δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ούτε όμως και η αιτιολογία του Μ.Ε.6 μπορεί να γίνει πιστευτή. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε τα επίμαχα πιστοποιητικά δείχνοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του κοινοτάρχη (Μ.Ε.5). Σημειώνω, ότι η πιο πάνω δήλωση έρχεται σε σύγκρουση με τα ίδια τα πιστοποιητικά στα οποία ρητά καταγράφεται ότι και ο ίδιος έτυχε ενημέρωσης από τους αρμόδιους κτηματολογικούς λειτουργούς.
Η μαρτυρία του Μ.Ε.7 είναι εξολοκλήρου εξ ακοής, καθώς ο τελευταίος μετέφερε δηλώσεις του αποβιώσαντα πατέρα του – πρώην Ενάγοντα 4. Συνεπώς, η αξιολόγησή της θα γίνει στη βάση του άρθρου 27 του Κεφ.9.
Θεωρώ, ότι στερείται βαρύτητας η εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.7. Αυτό, διότι ο Μ.Ε.7 δεν παρέμεινε σταθερός στο ουσιαστικότερο μέρος της εξ ακοής μαρτυρίας του το οποίο άπτεται του ισχυρισμού περί του κληρονομικού μεριδίου του αποβιώσαντα πατέρα του. Συγκεκριμένα, στο Έγγραφο Α δήλωσε, ότι ο πρώην Ενάγων 4 ισχυριζόταν ότι τού αναλογούσαν δύο ακίνητα, τα οποία τού τα υπέδειξε ο ΣΔ. Στην αντεξέτασή του, ωστόσο, αναίρεσε τον πιο πάνω ισχυρισμό. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα, το οποίο αποτυπώνει την αδυναμία του μάρτυρα να τοποθετηθεί με σαφήνεια επί ενός ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του:
«Ε. Σου είπε ο πατέρας σου ότι του τα έδωσε ο πατέρας του;
Α. Ο πατέρας μου γνώριζε τα κτήματα.
Ε. Ποιος σου τα έδειξε;
Α. Πήγαινε συνέχεια στην Οδού ο πατέρας μου.
Ε. Ποιος του έδειξε τούτα τα κτήματα και του είπε ότι είναι δικά σου;
Α. Βασικά ο θείος ο Γιώργος [ΓΣΔ] φαντάζομαι.
Ε. Λες ψέματα εδώ ότι αυτά τα δύο κτήματα του τα έδειξε ο πατέρας του, δηλαδή ο Σωφρόνης [ΣΔ].
Δικαστήριο προς κ. Πλουτάρχου: Στην παράγραφο 5 [Εγγράφου Α) παραπέμπετε;
κ. Πλουτάρχου: Ναι. Τώρα μας είπε ότι του τα έδειξε ο αδελφός του ο Γιώργος [ΓΣΔ].
Δικαστήριο προς μάρτυρα: Έχετε κάτι να πείτε;
Α. Ίσως δεν το διάβασα καλά δαμέ.»
Στη βάση των προαναφερόμενων αντιφατικών απαντήσεων του Μ.Ε.7 είναι αδύνατο να διακριβωθεί ποιο πρόσωπο προέβη στην φερόμενη αρχική δήλωση, αφού ο Μ.Ε.7 αφενός ισχυρίστηκε ότι ήταν ο ΣΔ που υπέδειξε στον πρώην Ενάγοντα 4 τα ακίνητα που του αναλογούσαν και αφετέρου ότι ήταν ο ΓΣΔ. Η αδυναμία προσδιορισμού του προσώπου που προέβη στην ισχυριζόμενη αρχική δήλωση αφήνει μετέωρους τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.7, με αποτέλεσμα να στερείται αποδεικτικής αξίας η εξ ακοής μαρτυρία του.
Η μαρτυρία του Μ.Ε.8 επικεντρώθηκε σε δύο ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα αφορούσε τον ισχυρισμό περί πληροφόρησης που έλαβε από την ΚΣΔ ότι της αναλογούσαν τέσσερα ακίνητα από την περιουσία των γονέων της – ΣΔ και ΑΓ. Το δεύτερο ζήτημα αφορούσε τον ισχυρισμό ότι η ΚΣΔ δεν γνώριζε γράμματα και αντί υπογραφής έθετε το δακτυλικό της αποτύπωμα.
Ξεκινώντας από το πρώτο ζήτημα θεωρώ χρήσιμο όπως παρατεθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η ισχυριζόμενη δήλωση της ΚΣΔ προς τον Μ.Ε.8. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέτασή του:
«E. Επίσης ισχυρίζεσαι ότι όπως μας έλεγε η γιαγιά μου που την περιουσία του πατέρα της και της μητέρας της, της αναλογούσαν τέσσερα κτήματα στην Οδού;
A. Μάλιστα.
E. Μιλάς στον πληθυντικό. Σε ποιους έλεγε;
A. Πείραζα τον αδελφό ότι τα κτήματα στη Μελίνη θα τα πιάσω όλα εγώ και μου έλεγε η γιαγιά μου έχω και στην Οδού τέσσερα κτήματα.
E. Σου υποβάλλω ότι λες ψέματα.
A. Ξέρω πολύ καλά τι άκουσα και τι είδα.»
Κρίνω, ότι στερείται αποδεικτικής αξίας η υπό αναφορά εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.8. Είναι φανερό, ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η ισχυριζόμενη δήλωση της ΚΣΔ είναι τέτοιο που δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα σε αυτήν. Συγκεκριμένα, η φερόμενη δήλωση δεν έγινε στο πλαίσιο συζήτησης σε σχέση με το κληρονομικό μερίδιο που δικαιούτο να λάβει η ΚΣΔ, αλλά κατά τη διάρκεια «πειραγμάτων» ανάμεσα στον Μ.Ε.8 και τον αδελφό του. Δεν μπορεί, επίσης, να αγνοηθεί το γεγονός ότι τα εν λόγω «πειράγματα» και η ισχυριζόμενη δήλωση της ΚΣΔ έγιναν όταν ο Μ.Ε.8 ήταν μαθητής Δημοτικού ή Γυμνασίου. Η συγκυρία στο πλαίσιο της οποίας έγινε η ισχυριζόμενη δήλωση σε συνάρτηση με την ηλικία του Μ.Ε.8 κατά τον χρόνο της φερόμενης δήλωσης συνηγορούν στο ότι δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αποδοθεί βαρύτητα σε αυτήν (άρθρο 27(1) του Κεφ. 9).
Περαιτέρω, η εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.8 ως προς το ότι η ΚΣΔ έλεγε ότι ανήκουν στην κληρονομική της μοίρα τέσσερα ακίνητα βρίσκεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.9. Υπενθυμίζω, ότι ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι η ΚΣΔ δεν επιθυμούσε να κινηθεί δικαστικά εναντίον του ΓΣΔ για να διεκδικήσει ακίνητη περιουσία των γονέων της. Δεν είναι, κατά την άποψή μου, λογικό από την μία η ΚΣΔ να μην επιθυμεί να διεκδικήσει τα ακίνητα που της αναλογούν και από την άλλη να αναφέρει στον Μ.Ε.8 ότι ανήκουν στην κληρονομική της μοίρα και κατ’ επέκταση στους δικούς της κληρονόμους τέσσερα ακίνητα από την περιουσία των γονέων της.
Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα, αυτό δηλαδή του ότι η ΚΣΔ δεν γνώριζε να θέτει την υπογραφή της, θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.8. Καταρχάς, η μαρτυρία του επί του επίμαχου σημείου δεν έτυχε ουσιαστικού αντίλογου. Πέραν τούτου, οι δηλώσεις του Μ.Ε.8 επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 5 και 7 (βλ. σελ. 16 των Τεκμηρίων) στα οποία η ΚΣΔ έθεσε το δακτυλικό της αποτύπωμα, καθώς και από τη μαρτυρία της Εναγόμενης 4. Συγκεκριμένα, η τελευταία δήλωσε ότι η ΚΣΔ δεν γνώριζε γραφή. Δεν παραβλέπω, ότι η Εναγόμενη 4 δήλωσε ότι η ΚΣΔ προσπαθούσε να μάθει να θέτει την υπογραφή της. Παρατηρώ, όμως, ότι ακόμη και στη βάση των ισχυρισμών της Εναγόμενης 4, δεν προβλήθηκε η θέση ότι η ΚΣΔ έμαθε σε κάποιο χρονικό σημείο να θέτει την υπογραφή της.
Με εξαίρεση, επομένως, το σκέλος της εξ ακοής μαρτυρίας, η λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε.8 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός, είτε εξ ολοκλήρου, είτε μερικώς νοουμένου ότι κρίνεται εν γένει αξιόπιστος (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1Α Α.Α.Δ 454 και Mustafa ν. Κακουρή κ.α. (2002) 1Α Α.Α.Δ 165). Το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Τταντής, Πολ. Έφ. αρ.90/2018, ημερ.11.10.2024:
«Βέβαια θα πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η μερική αποδοχή της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, σε αντίθεση με το σύνολο της δεν αποτελεί διάβημα δικανικά μεμπτό, αντινομικό ή απαράδεκτο. Τουναντίον το δικαίωμα αυτό ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας για ορθολογιστική εκτίμηση της. Προϋπόθεση βέβαια είναι ο πυρήνας της μαρτυρίας να κριθεί ως αυθεντικός και ο μάρτυρας εν γένει αξιόπιστος. Δεν νοείται να απορρίπτεται μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη και στη συνέχεια να διασώζονται μέρη αυτής της μαρτυρίας (βλ.Georghiades v. The Police (1985) 2 C.L.R. 56, Kades v. Nicolaou and another (1986) 1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panagiotou (1988) 1 C.L.R. 257, Μιχαήλ v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μανώλη (1995) 2 Α.Α.Δ. 207, Καρεκλά v. Κλεάνθους (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1199, Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1215 και Χρίστου v. Khoreva (ανωτέρω).»
Ο Μ.Ε.11 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του δικαστικού γραφολόγου. Τα προσόντα και η εμπειρία του δεν αμφισβητήθηκαν. Έχοντας υπόψη μου την εμπειρία του Μ.Ε.11 και τα προσόντα του, κρίνω ότι ο τελευταίος μπορεί να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας επί ζητημάτων αμφισβήτησης της γνησιότητας υπογραφών (Halil κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 271/18, ημερ.15.03.2024).
Οι αρχές στη βάση των οποίων προσεγγίζεται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων έχουν αναφερθεί κατ’ επανάληψη στη νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά. (2015) 2Α Α.Α.Δ 140, όπου λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:
«Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου (2000) 1 ΑΑΔ 1020].»
Εν προκειμένω, ο Μ.Ε.11 κλήθηκε να διατυπώσει την άποψή του ως προς το γνήσιο των υπογραφών των πρώην Εναγόντων 3, 4 και 7, ως επίσης και της ΚΣΔ.
Θεωρώ, ότι η γραφολογική εξέταση που διενήργησε ο Μ.Ε.11 (Τεκμήριο 31) δεν προσφέρει οτιδήποτε απτό. Συγκεκριμένα, το μόνο ασφαλές συμπέρασμα στο οποίο μπόρεσε να καταλήξει αφορά τη γνησιότητα των υπογραφών των πρώην Εναγόντων 3 και 4. Επισημαίνω, ότι η γνησιότητα των υπογραφών των τελευταίων δεν αμφισβητήθηκε. Η αμφισβήτηση αφορούσε κατά κύριο λόγο τις υπογραφές της ΚΣΔ και την πρώην Ενάγουσας 7.
Σε σχέση με την ΚΣΔ και την πρώην Ενάγουσα 7, ο Μ.Ε.11 ήταν ξεκάθαρος στο ότι δεν μπορούσε να εκφέρει ασφαλή άποψη, καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να μελετήσει τα αμφισβητούμενα έγγραφα στην πρωτότυπή τους μορφή, ούτε και είχε στη διάθεσή του συγκριτικό υλικό. Στην έκθεσή του (Τεκμήριο 31), στη σελ.11 δήλωσε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου):
«Με την επιβεβλημένην δεοντολογική επιφύλαξη της εξέτασης των πρωτοτύπων των εγγράφων κυρίως των αμφισβητουμένων που έχουν τεθεί οι αμφισβητούμενες υπογραφές, μετά από εξέταση και ανάλυση των αμφισβητουμένων και των δειγμάτων του συγκριτικού υλικού καταλήγω με επιφύλαξη στο συμπέρασμα ότι, για να καταλήξω σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα, θα πρέπει να εξετάσω τα πρωτότυπα έγγραφα.
Όμως στην παρούσα υπόθεση, τα πρωτότυπα έγγραφα έχουν απωλεσθεί και στο Δικαστήριον κατατεθεί αντίγραφα των πρωτότυπων φακέλλων του Κτηματολογίου και δεν μπορούσε να γίνει φυσική εξέταση των εγγράφων.»
Την πιο πάνω θέση επανέλαβε και κατά την αντεξέτασή του διευκρινίζοντας ότι είναι με επιφύλαξη που εξέφρασε την άποψη, ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές των υπό αναφορά αποβιωσάντων προσώπων ομοιάζουν με συγκεκριμένα δείγματα. Συνεπώς, ο Μ.Ε.11 αναγνώρισε ότι αδυνατεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα.
Ως εκ των ανωτέρω, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.11.
Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 εστιάστηκε στο ότι ουδέποτε παρέδωσε έγγραφα στους πρώην Ενάγοντες 3 και 4 για να τα υπογράψουν κατά την περίοδο 1982 – 1983. Παρατηρώ, ότι ο μάρτυρας στη σύντομη αντεξέτασή του παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς του. Εν πάση περιπτώσει, δεν θα εξυπηρετούσε οποιαδήποτε σκοπιμότητα η εξασφάλιση των υπογραφών των πρώην Εναγόντων 3 και 4 κάτω από συνθήκες χρονικής πίεσης, ως ήταν η θέση των Εναγόντων. Επισημαίνεται, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο των ετών 1982 – 1983 ο ΓΣΔ, στη βάση των ισχυρισμών των Εναγόντων, δεν είχε οτιδήποτε να αποκρύψει από αυτούς εφόσον οι πρώην Ενάγοντες γνώριζαν ότι τα ακίνητα θα περιέρχονταν στον ΓΣΔ.
Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ, ότι η μαρτυρία του είναι ουδέτερη ως προς τα επίδικα ζητήματα.
Η μαρτυρία του Μ.Υ.2, περιστράφηκε γύρω από την ισχυριζόμενη δήλωση της ΚΣΔ ότι «εδώσαμε του αδελφού μας τα κτήματα γιατί συν τοις άλλοις εβαίλησεν τους γονιούς μας».
Κρίνω, ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην προαναφερόμενη δήλωση του Μ.Υ.2. Αυτό, διότι η ισχυριζόμενη δήλωση παρέμεινε απογυμνωμένη από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε. Ειδικότερα, o μάρτυρας δεν προσδιόρισε τη συζήτηση στο πλαίσιο της οποίας η ΚΣΔ ένιωσε την ανάγκη να προβεί στην ισχυριζόμενη δήλωση.
Ενόψει των πιο πάνω δεδομένων, η μαρτυρία του Μ.Υ.2 στερείται βαρύτητας.
Η μαρτυρία της Εναγόμενης 4 περιστράφηκε σε τρεις άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορούσε το ότι οι πρώην Ενάγοντες 3 και 4, καθώς και η ΚΣΔ ουδέποτε παραπονέθηκαν στην ίδια για τα επίδικα ακίνητα. Ο δεύτερος άξονας αφορούσε το ότι ο ΓΣΔ την πληροφόρησε ότι η πατρική οικία παραχωρήθηκε στον ίδιο από τον ΣΔ. Ο τρίτος άξονας αφορούσε το ότι οι ΓΣΔ και ΡΣ δεν ανέφεραν στην ίδια για οποιαδήποτε συμφωνία του ΓΣΔ με τα αδέλφια του για τη διαχείριση της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ και τη διανομή της ακίνητης περιουσίας τους.
Παρατηρώ, ότι δεν προκλήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία της σε σχέση με τα προαναφερόμενα ζητήματα. Η αντεξέτασή της εστιάστηκε κυρίως στο ζήτημα της εξασφάλισης των υπογραφών των πρώην Εναγόντων 3 και 4, σε σχέση με το οποίο η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της, ότι η πατρική οικία παραχωρήθηκε στον ΓΣΔ από τον πατέρα του – ΣΔ, τονίζω ότι δεν υπήρξε ουσιαστικός αντίλογος. Ούτε και αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 4, ότι υπήρχε έθιμο στην Οδού, όπως ο γονέας που νυμφεύει παιδί στο σπίτι του να του παραχωρεί και το σπίτι προσδοκώντας ότι αυτό το παιδί του θα τον γηροκομήσει.
Ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 4 περί παραχώρησης της πατρικής οικίας, δηλαδή δωρεάς της στον ΓΣΔ, συνάδει και με τα εξής αντικειμενικά δεδομένα. Πρώτον, ο ΓΣΔ παρέμεινε στην πατρική οικία μετά τον γάμο του με τη ΡΣ τον Αύγουστο του 1956. Δεύτερον, η πατρική οικία αποτέλεσε την οικογενειακή κατοικία των ΓΣΔ και ΡΣ, καθώς εκεί δημιούργησαν την δική τους οικογένεια. Τρίτον, ο ΓΣΔ παρέμεινε στην εν λόγω οικία με τη σύζυγο και όσα από τα παιδιά τους δεν δημιούργησαν με την πάροδο του χρόνου τις δικές τους οικογένειες, μέχρι τον θάνατό του στις 07.07.1993. Τέταρτον, οι κληρονόμοι του ΓΣΔ, μετά τον θάνατο του τελευταίου, προχώρησαν σε βελτιωτικές εργασίες στην οικία καταβάλλοντας οι ίδιοι τις δαπάνες και χωρίς να ζητήσουν τη σύμφωνη γνώμη οποιουδήποτε εκ των αδελφών του ΓΣΔ. Πέμπτον, ουδείς εκ των αδελφών του ΓΣΔ ζήτησε να έχει λόγο στην ανακαίνιση της πατρικής οικίας.
Δεν παραβλέπω, ότι για δώδεκα περίπου χρόνια μετά τον γάμο του ΓΣΔ με τη ΡΣ, στην πατρική οικία διέμενε και ο πρώην Ενάγων 3. Το γεγονός, αυτό δεν αναιρεί το ότι η πατρική οικία παραχωρήθηκε στον ΓΣΔ. Αποτελεί κοινό έδαφος, ότι ο πρώην Ενάγων 3 ήταν ο μόνος από τα αδέλφια του ΓΣΔ που παρέμεινε στην Οδού, καθώς καθυστέρησε να νυμφευθεί. Επομένως, εξακολούθησε να διαμένει στην πατρική οικία στην οποία κατοικούσε και πριν τον γάμο του ΓΣΔ. Όταν δε νυμφεύθηκε και ο ίδιος το 1968 εγκατέλειψε την οικία. Ούτε και το γεγονός, ότι διέμενε στην οικία όταν κατά καιρούς μετά τον γάμο του επισκεπτόταν την Οδού υποδηλοί ότι είχε κληρονομικό μερίδιο σε αυτήν. Σημειώνω, ότι στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, οι σχέσεις των παιδιών των ΣΔ και ΑΓ ήταν αρμονικές. Συνεπώς, ήταν απόλυτα φυσιολογικό ο πρώην Ενάγων 3 να φιλοξενείται στην οικία του αδελφού του κατά τις επισκέψεις του στο χωριό.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρος υποβάλλοντας τη θέση περί επιλεκτικής μνήμης. Ο κ. Πετουφάς στήριξε την εισήγησή του στο ότι η μάρτυρας δεν θυμόταν οτιδήποτε σε σχέση με τις μεταβιβάσεις των ακινήτων στο όνομα των γονέων της ΓΣΔ και ΡΣ. Από αυτό το γεγονός δεν συνάγεται, κατά την άποψή μου, συμπέρασμα περί επιλεκτικής μνήμης της Εναγόμενης 4. Η μάρτυρας ήταν σταθερή στη θέση της, ότι δεν είχε εμπλοκή στις διαδικασίες μεταβίβασης των ακινήτων στους γονείς της ΓΣΔ και ΡΣ. Αυτή η δήλωση δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης, καθώς δεν τέθηκε οτιδήποτε το οποίο να υποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 4 είχε όντως εμπλοκή στις μεταβιβάσεις. Ούτε και θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση της μάρτυρος είναι αφ’ εαυτής παράλογη ή μη αναμενόμενη. Όσο πιθανή μπορεί να είναι η εμπλοκή παιδιών σε διαδικασίες μεταβίβασης περιουσίας των παππούδων τους στους γονείς του, άλλο τόσο πιθανή μπορεί να είναι και η απουσία τέτοιας εμπλοκής.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Υ.3 - Εναγομένης 4.
Ολοκληρώνω το κεφάλαιο της αξιολόγησης με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 3. Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του ήταν οι ισχυριζόμενες συζητήσεις που είχε με τον πρώην Ενάγοντα 3 και τον Μ.Ε.9 και η μεταβίβαση ενός ακινήτου στον πρώην Ενάγοντα 5, υιό της ΚΣΔ, στην οποία προχώρησε ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα ΓΣΔ.
Η θέση του Εναγόμενου 3, ότι δεν είχε οποιεσδήποτε συζητήσεις περί το 1993 με τον πρώην Ενάγοντα 3 και τον Μ.Ε.9, καθώς και ότι ουδέποτε υποσχέθηκε στους τελευταίους και στους υπόλοιπους θείους του ότι θα μεταβίβαζε στον καθένα εξ αυτών τα επίδικα ακίνητα που κατ’ ισχυρισμό τούς αναλογούσαν παρέμεινε σταθερή. Επισημαίνω, ότι δεν τέθηκε οτιδήποτε απτό το οποίο να μπορεί να κλονίσει την πιο πάνω θέση του. Οι ισχυρισμοί περί συναντήσεων του πρώην Ενάγοντα 3 και του Μ.Ε.9 από το 1993 και εντεύθεν, παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας.
Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος 3 διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του στις 10.05.1996 (βλ. Τεκμήριο 4). Επομένως, το 1993 και μέχρι τον διορισμό του ως διαχειριστής της περιουσίας του ΓΣΔ δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να δίδει οποιεσδήποτε υποσχέσεις για μεταβίβαση περιουσίας που ήταν εγγεγραμμένη στον ΓΣΔ. Επιπλέον, δεν θα μπορούσε να δίδει και την ισχυριζόμενη δικαιολογία ότι η υποσχόμενη μεταβίβαση των ακινήτων καθυστερούσε λόγω του ότι ορισμένα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στον αγνοούμενο αδελφό του. Τούτο, διότι και ο διορισμός του ως διαχειριστή του αγνοουμένου αδελφού του έγινε τον Μάιο του 1996.
Παράλληλα, σημειώνω και το εξής. Στην επιστολή ημερ.10.05.2006 (Τεκμήριο 24), η οποία στάλθηκε προς τον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό του πρώην Ενάγοντα 3 ως διαχειριστή της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί υποσχέσεων ή διαβεβαιώσεων του Εναγόμενου 3 ότι θα προχωρούσε σε μεταβιβάσεις ακινήτων στους κληρονόμους των ΣΔ και ΑΓ. Ούτε, και προβάλλεται η θέση ότι ο Εναγόμενος 3 επικαλούνταν τον αγνοούμενο αδελφό του ως δικαιολογία για την καθυστέρηση στις μεταβιβάσεις. Εάν είχαν γίνει οι πιο πάνω παραστάσεις από τον Εναγόμενο 3, το αναμενόμενο θα ήταν να συμπεριληφθούν στην επιστολή των δικηγόρων του πρώην Ενάγοντα 3.
Αναφορικά, τώρα, με τη μεταβίβαση του ακινήτου στον πρώην Ενάγοντα 5, ο Εναγόμενος 3 παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι προέβη στην εν λόγω ενέργεια εκπληρώνοντας επιθυμία του ΓΣΔ. Η θέση των Εναγόντων, ότι η πιο πάνω μεταβίβαση έγινε όταν αποκαλύφθηκε η πλαστογράφηση της υπογραφής της ΚΣΔ παρέμεινε μετέωρη. Εν πρώτοις σημειώνω, ότι η ΚΣΔ ουδέποτε υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για ισχυριζόμενη πλαστογράφηση της υπογραφής της παρά το ότι έτυχε σχετικής ενημέρωσης από τους Μ.Ε.9 και πρώην Ενάγοντα 3 από το 1992. Σε κάθε περίπτωση, εάν αυτός ήταν ο λόγος της μεταβίβασης, τότε το αναμενόμενο θα ήταν να γινόταν πλησίον του χρόνου που αποκαλύφθηκε η ισχυριζόμενη πλαστογράφηση και όχι μετά πάροδο επτά ετών. Ταυτόχρονα, σε μία τέτοια περίπτωση θα αναμενόταν να απαιτηθεί από την ΚΣΔ ή τους κληρονόμους της η μεταβίβαση και των άλλων τριών ακινήτων που κατ’ ισχυρισμό τής αναλογούσαν.
Ευρήματα
Όλα τα γεγονότα τα οποία έχουν καταγραφεί στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας ως παραδεκτά καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Για σκοπούς οικονομίας θεωρώ, ότι δεν χρειάζεται να καταγραφούν εκ νέου. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, αποτελούν ευρήματά μου και τα ακόλουθα γεγονότα:
Η πατρική οικία, η οποία καλύπτεται από το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 5540 (προγενέστερη εγγραφή υπ’ αριθμό 2301, Φ/Σχ. 48/14, τεμάχιο 119) δωρήθηκε στον ΓΣΔ από τον πατέρα του ΣΔ, όταν ο πρώτος νυμφεύθηκε με τη ΡΣ τον Αύγουστο του 1956.
Μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5480, το οποίο μεταβιβάστηκε στον ΓΣΔ, απαλλοτριώθηκε. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απαλλοτρίωσης ο αριθμός εγγραφής 5480 μεταφέρθηκε στις εγγραφές με αριθμούς 6331 και 6332. Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6331 εγγράφηκε στο όνομα της Επιτροπής Αρδευτικού Τμήματος Βάμινα Οδούς και το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6332 εγγράφηκε επ’ ονόματι του ΓΣΔ.
Η ΡΣ έλαβε άδεια για δημοσίευση της αίτησής της με αριθμό Α994/1999 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας. Προς εξασφάλιση της σχετικής άδειας δημοσίευσης, η ΡΣ δήλωσε ότι αδυνατούσε να προσκομίσει τις έγγραφες συγκαταθέσεις των πρώην Εναγόντων 3, 5 και 7, οι οποίοι ήταν εκ των κληρονόμων του ΣΔ.
Τέλος, αποτελεί εύρημά μου ότι η ΚΣΔ δεν γνώριζε γραφή και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να υπογράψει.
Συμπεράσματα
Προτού προχωρήσω στην καταγραφή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, θα πρέπει να εξεταστούν τα ακόλουθα δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας 6 στην έγερση της παρούσας αγωγής και το δεύτερο το εύρος των ακινήτων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας αγωγής.
Η Ενάγουσα 6 δεν νομιμοποιείται, κατά την κρίση μου, στην αξίωση των διεκδικούμενων με την παρούσα αγωγή θεραπειών. Σύμφωνα με την Παναγή κ.ά. ν. Παναγή (2009) 1Α Α.Α.Δ. 145, το πρόσωπο το οποίο έχει καθηκόντως δικαίωμα επί της περιουσίας αποβιωσάντος προς συλλογή και διανομή της είναι ο διαχειριστής της περιουσίας και όχι οποιοσδήποτε κληρονόμος. Η Ενάγουσα 6 δεν είναι διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ.
Αναφορικά με τα ακίνητα, θεωρώ ότι τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 5540, ήτοι η πατρική οικία, καθώς και τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, δηλαδή μέρος του ακινήτου με αριθμό 5480 και τα ακίνητα με αριθμούς 5481 και 5542, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Το μεν ακίνητο με αριθμό εγγραφής 5540 δεν αποτελεί μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ ενόψει της δωρεάς που συντελέστηκε στον ΓΣΔ. Όσον δε αφορά τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, αυτά εγγράφηκαν σε τρίτο πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να επανέλθουν στην περιουσία των ΣΔ και ΑΓ. Σε κάθε περίπτωση, ο νέος ιδιοκτήτης των υπό αναφορά ακινήτων δεν συμπεριλήφθηκε ως διάδικο μέρος στην παρούσα αγωγή (Κωνσταντίνου κ.α ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (2012) 1Γ Α.Α.Δ 1990).
Μετά τις πιο πάνω απαραίτητες διευκρινίσεις, προχωρώ στην διατύπωση των συμπερασμάτων μου. Νοείται, ότι οι αναφορές από τούδε και στο εξής σε επίδικα ακίνητα δεν θα συμπεριλαμβάνουν τα προαναφερόμενα ακίνητα.
Κρίνω, ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, ότι ο ΓΣΔ συμφώνησε όπως οριστεί διαχειριστής της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ με απώτερο σκοπό να διανέμει στους συγκληρονόμους του (πρώην Ενάγοντες 3, 4, 7 και την ΚΣΔ) την ακίνητη περιουσία που ανήκε στους ΣΔ και ΑΓ. Ειδικότερα, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι καταρτίστηκε τέτοια συμφωνία, μεταξύ ποιων προσώπων καταρτίστηκε, αλλά και τι περιλάμβανε. Υπενθυμίζω, ότι ο Μ.Ε.9 πρόβαλε αντιφατικές εκδοχές αναφορικά με τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην ισχυριζόμενη συμφωνία, ενώ, πλην των ακινήτων που κατ’ ισχυρισμό θα διανέμονταν στον πρώην Ενάγοντα 3, αδυνατούσε να προσδιορίσει το περιεχόμενο της διανομής σε σχέση με τους υπόλοιπους συγκληρονόμους.
Η πιο πάνω διαπίστωση συμπαρασύρει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί δόλου και ψευδών παραστάσεων του ΓΣΔ. Υπογραμμίζω, ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί ήταν συνυφασμένοι με την ισχυριζόμενη συμφωνία διαχείρισης της περιουσίας των ΣΔ και ΑΓ και διανομής των ακινήτων τους στους κληρονόμους τους.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν τελειώνει εδώ. Η αγωγή προωθήθηκε και στη βάση του ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και/ή ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας προχώρησε στις εγγραφές των επίδικων ακινήτων στα ονόματα των ΓΣΔ και ΡΣ ενεργώντας καθ’ υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και/ή κατά παράβαση του Νόμου και της νομολογίας (βλ. παράγραφοι 18 και 31 της Έκθεσης Απαίτησης).
Εγείρεται, επομένως, ζήτημα ως προς το νομότυπο αλλά και την ορθότητα των εγγράφων που παρουσιάστηκαν μέσω των επίδικων αιτήσεων (Τεκμήρια 2, 3, 5, 7, 9 και 11) δυνάμει των οποίων συντελέστηκαν οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων στους ΓΣΔ και ΡΣ.
Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 2, 3, 5, 7 ,9 και 11 και τη μαρτυρία της Μ.Ε.3, το Κτηματολόγιο βασίστηκε στις έγγραφες συγκαταθέσεις και τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής προκειμένου να προχωρήσει στις μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων στους ΓΣΔ και ΡΣ. Θεωρώ, για τους λόγους που θα επιχειρήσω να επεξηγήσω πιο κάτω ότι τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής που περιλαμβάνονται σε όλα τα προαναφερόμενα Τεκμήρια, καθώς και οι έγγραφες συγκαταθέσεις που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 2 και 3 πάσχουν.
Ξεκινώ από τις έγγραφες συγκαταθέσεις των κληρονόμων του ΣΔ και της ΑΓ (σελ. 6 Τεκμηρίου 2 και σελ.3 Τεκμηρίου 3 αντίστοιχα).
Στη σελίδα 6 του Τεκμηρίου 2, η πρώην Ενάγουσα 7 φέρεται να έθεσε η ίδια την υπογραφή της. Στη δε σελίδα 3 του Τεκμηρίου 3, διαφαίνεται ότι για λογαριασμό της πρώην Ενάγουσας 7 υπέγραψε ο ΓΣΔ ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπός της δυνάμει του πληρεξουσίου με αριθμό Α.Π.8047. Υπενθυμίζεται, ότι, κατά κοινή παραδοχή, η πρώην Ενάγουσα 7 μετοίκησε στην Αγγλία από το έτος 1960 και ουδέποτε επισκέφθηκε έκτοτε την Κύπρο. Συνεπώς, είναι αδύνατο να έθεσε η ίδια την υπογραφή της στο έγγραφο συγκατάθεσης που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 2. Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 3 παρατηρώ ότι δεν προσκομίστηκε το πληρεξούσιο έγγραφο με αριθμό Α.Π.8047. Ως εκ τούτου παραμένει άγνωστο για το Δικαστήριο το περιεχόμενο του εν λόγω πληρεξουσίου. Η καταγραφή ενός αριθμού πληρεξουσίου επί του εγγράφου συγκατάθεσης δεν μπορεί να οδηγήσει και σε συμπέρασμα ότι το εν λόγω πληρεξούσιο επέτρεπε στον ΓΣΔ να προχωρήσει στην εν λόγω υπογραφή.
Περαιτέρω, στις έγγραφες συγκαταθέσεις των Τεκμηρίων 2 και 3 περιλαμβάνεται και η υπογραφή της ΚΣΔ. Στη βάση, ωστόσο, των ευρημάτων του Δικαστηρίου η ΚΣΔ δεν γνώριζε να υπογράφει. Κατά συνέπεια, οι έγγραφες συγκαταθέσεις πάσχουν και για τον πιο πάνω αναφερόμενο λόγο.
Πέραν των εγγράφων συγκαταθέσεων, πρόβλημα εντοπίζεται, κατά την κρίση μου, και σε σχέση με τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής. Σύμφωνα με τη νομολογία τα πιστοποιητικά χωρητικής αρχής αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Σε σχέση, τώρα, με την αποδεικτική αξία των πιστοποιητικών χωρητικής αρχής τα οποία εκδίδονται στη βάση του άρθρου 82 του Κεφ. 224, σχετικά είναι τα όσα ειπώθηκαν στην Σάουρος κ.ά. ν. Φιλίππου (2009) 1Α Α.Α.Δ 203:
«Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, οι Εφεσείοντες θεωρούν εσφαλμένη την κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η κατ’ ισχυρισμό δωρεά προς την Ανδριανή και η εχθρική κατοχή του κτήματος από αυτή.
Ο λόγος έφεσης στηρίζεται στον ισχυρισμό των Εφεσειόντων, ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα πιστοποιητικά της Χωρητικής Αρχής, αλλά θα έπρεπε να δεχθεί το περιεχόμενο τους ως αποδεικτικό στοιχείο των όσων αναφέρονταν σ’ αυτά. Το πρωτόδικο δικαστήριο στη βάση των αποφασισθέντων στην Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά. (1998) 1 Α.Α.Δ. 31, έκρινε ότι το περιεχόμενο του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενό του, δεν ήταν διατεθειμένο να του προσδώσει αποδειχτική βαρύτητα. Παρόλο που η Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά., ανωτέρω, αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου και την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, ο λόγος της παραμένει ισχυρός, εφόσον η έμφαση τώρα, όπως ορθά υποδεικνύει και το πρωτόδικο δικαστήριο, είναι στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού, αντί στο αποδεκτό της.
Κατά την άποψή μας, ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Η πρωτόδικη προσέγγιση και κατάληξη ήταν καθ’ όλα ορθή, τόσο σε σχέση με το επίδικο θέμα της δωρεάς, όσο και με αυτό της εχθρικής κατοχής.»
Τα νομολογηθέντα στην προαναφερόμενη υπόθεση βεβαιώθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Προδρόμου ν. Βασιλείου, Πολ. Έφ. αρ. 233/2018, ημερ. 10.01.2025.
Το άρθρο 82 του Κεφ. 224, ως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο χορήγησης των επίμαχων πιστοποιητικών, διαλάμβανε τα ακόλουθα:
«82.—(1) Κάθε πιστοποιητικό οποιασδήποτε χωριτικής αρχής το οποίο απαιτείται από οποιοδήποτε νόµο ή έθιµο όπως προσαχθεί στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο ως απόδειξη γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτηµα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία υπογράφεται και σφραγίζεται από τον κοινοτάρχη και υπογράφεται επίσης από όχι λιγότερα των δύο µελών της χωριτικής επιτροπής της ενορίας ή του χωριού όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία:
Νοείται ότι όταν η προσαγωγή πιστοποιητικού της χωριτικής αρχής της ενορίας ή του χωριού όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία δεν είναι δυνατή ή πρακτικά κατορθωτή, ο ∆ιευθυντής δύναται να δεχθεί αντί αυτού πιστοποιητικό οποιασδήποτε άλλης χωριτικής αρχής το οποίο ετοιµάστηκε όπως προνοείται στο εδάφιο αυτό.
(2) Η υπογραφή, σφραγίδα ή αποτύπωµα οποιουδήποτε προσώπου επί οποιουδήποτε εγγράφου το οποίο απαιτείται όπως προσκοµιστεί ή προσαχθεί στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο σε σχέση µε οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία δύναται να πιστοποιηθεί από τον κοινοτάρχη και ένα µέλος της χωριτικής επιτροπής οποιασδήποτε πόλης, χωριού ή ενορίας και η πιστοποίηση αυτή διενεργείται µε αναγραφή πιστοποιητικού επί του εγγράφου σε έναν από τους τύπους Α ή Β που εκτίθενται στον Τρίτο Πίνακα ή µε παρόµοιο τρόπο και µε επίθεση επί αυτού της υπογραφής και σφραγίδας του κοινοτάρχη και της υπογραφής του µέλους της χωριτικής επιτροπής: Νοείται ότι κανένας κοινοτάρχης ή µέλος χωριτικής επιτροπής δεν πιστοποιεί οποιαδήποτε υπογραφή, σφραγίδα ή αποτύπωµα εκτός αν — (α) η υπογραφή αυτή, σφραγίδα ή αποτύπωµα επιτίθεται επί του εγγράφου στην παρουσία του ή δηλώνεται σε αυτόν από το πρόσωπο που έθεσε αυτό ότι η υπογραφή, η σφραγίδα ή το αποτύπωµα είναι του ίδιου και ότι τέθηκε από τον ίδιο· και (β) το πρόσωπο που υπογράφει, σφραγίζει ή θέτει το αποτύπωµα στο έγγραφο είναι προσωπικά γνωστό σε αυτόν ή η ταυτότητά του επιβεβαιώνεται από δύο πρόσωπα γνωστά σε αυτόν προσωπικά τα οποία υπογράφουν το έγγραφο ως µάρτυρες της υπογραφής, σφραγίδας ή αποτυπώµατος του προσώπου που υπογράφει, σφραγίζει ή θέτει το αποτύπωµα στο έγγραφο.
(3) Όταν τα γεγονότα τα οποία θα πιστοποιηθούν δεν είναι προσωπικώς γνωστά στον κοινοτάρχη ή στο µέλος της χωριτικής επιτροπής από το οποίο απαιτείται όπως πιστοποιήσει αυτά αλλά το πιστοποιητικό βασίζεται σε πληροφορίες και δηλώσεις τρίτων µερών, ο κοινοτάρχης και το µέλος της χωριτικής επιτροπής διατυπώνει το πιστοποιητικό µε τέτοιο τρόπο ώστε αυτό να καθιστά σαφές από µόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες και να κατονοµάζει τους πληροφοριοδότες, και αυτός δεν πιστοποιεί το πιστοποιητικό εκτός αν είναι ικανοποιηµένος ότι οι πληροφοριοδότες αυτοί είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει πρόσωπα αξιόπιστα.»
Ξεκινώντας από το πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής ημερ.07.09.1983 το οποίο περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 2, είναι εμφανές από το περιεχόμενό του ότι δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 82 του Κεφ. 224. Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο του πιστοποιητικού προκύπτει ότι ο κοινοτάρχης και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Οδού δεν γνώριζαν προσωπικά τα γεγονότα τα οποία πιστοποιούσαν. Συνεπώς, στη βάση του άρθρου 82 (3) του Κεφ. 224, όφειλαν να καταγράψουν σε αυτό ότι η πιστοποίησή τους βασίζεται σε πληροφορίες τρίτων και να κατονομάσουν τους πληροφοριοδότες τους δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι τα εν λόγω πρόσωπα είναι αξιόπιστα. Απουσιάζει τέτοια αναφορά.
Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με το πιστοποιητικό ημερομηνίας 21.08.1982 το οποίο περιέχεται στο Τεκμήριο 3. Συγκεκριμένα, η πιστοποίηση ότι τα επίδικα ακίνητα περιήλθαν στην κατοχή του ΓΣΔ κατόπιν διανομής ανάμεσα στους κληρονόμους της ΑΓ παραπέμπει στο πιστοποιητικό διανομής. Στο εν λόγω πιστοποιητικό ημερομηνίας 13.06.1982 ο ΓΣΔ υπογράφει ως γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της πρώην Ενάγουσας 7 στη βάση του πληρεξουσίου εγγράφου με αριθμό Α.Π. 8047. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το εν λόγω πληρεξούσιο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ούτε και προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το περιεχόμενό του. Περαιτέρω, στο σχετικό πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι ο κοινοτάρχης και τα μέλη επιθεώρησαν το εν λόγω πιστοποιητικό και ικανοποιήθηκαν ότι αυτό παρείχε στον ΓΣΔ την εξουσία να υπογράψει εκ μέρους της πρώην Ενάγουσας 7 για τη διανομή της περιουσίας της ΑΓ.
Στη βάση, επομένως, των πιο πάνω περιστάσεων και ειδικότερα στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει τα όσα καταγράφονται στο πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής του Τεκμηρίου 2 σε σχέση με τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 5541-5543, καθώς και μαρτυρίας ως προς το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου με αριθμό Α.Π. 8047, τόσο τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής, όσο και οι έγγραφες καταθέσεις στερούνται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Κατά συνέπεια, οι εγγραφές των επίδικων ακινήτων επ’ ονόματι του ΓΣΔ δεν μπορούν παρά να ακυρωθούν.
Προχωρώ στα Τεκμήρια 5, 7, 9 και 11 τα οποία αφορούν αιτήσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν από την ΡΣ για μεταβίβαση επ’ ονόματί της ακινήτων τα οποία ανήκαν στον ΣΔ.
Στα Τεκμήρια 5, 7, 9 και 11 περιλαμβάνονται πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής τα οποία υπογράφονται από τους Μ.Ε. 5 και 6. Με τα εν λόγω πιστοποιητικά οι Μ.Ε. 5 και 6 πιστοποίησαν ότι ο αρμόδιος κτηματολογικός λειτουργός τούς επεξήγησε όλες τις λεπτομέρειες που αναφέρονται στους τύπους Ν.63 και ότι αυτές είναι ορθές. Περαιτέρω, πιστοποίησαν ότι ο τρόπος κατοχής και απόκτησης των επίμαχων ακινήτων είναι όπως περιγράφεται στους τύπους Ν.63. Δηλαδή, πιστοποίησαν ότι τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 6207, 6131, 6132, 6133 και 6162 περιήλθαν στην κατοχή της ΡΣ δυνάμει κληρονομιάς και διανομής από τον σύζυγό της ΓΣΔ ο οποίος απεβίωσε στις 07.07.1993 και τα είχε στην κατοχή του δυνάμει δωρεάς από τον ΣΔ.
Τα πιστοποιητικά της χωρητικής αρχής δεν συνάδουν με τις πρόνοιες του άρθρου 82 (3) του Κεφ. 224. Οι Μ.Ε. 5 και 6, ως οι ίδιοι δήλωσαν, δεν είχαν προσωπική γνώση των όσων πιστοποιούσαν. Στα πιστοποιητικά, όμως, δεν καταγράφηκε το πιο πάνω γεγονός, ούτε και δηλώθηκε από πού άντλησαν πληροφορίες για όσα πιστοποίησαν. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Μ.Ε.5, ότι οι πιστοποιήσεις του που περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 5, 7, 9 και 11 περί δωρεάς των επίδικων ακινήτων από τον ΣΔ στον ΓΣΔ κατά τα έτη 1940, 1951 και 1954 αφορούν περιόδους κατά τις οποίες ο ίδιος δεν ήταν καν γεννημένος.
Συνεπώς, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω, ουδεμία αποδεικτική αξία μπορεί να δοθεί στα εν λόγω πιστοποιητικά. Κατ’ επέκταση, οι μεταβιβάσεις που έγιναν στο όνομα της ΡΣ θα πρέπει να ακυρωθούν.
Σε σχέση με το Τεκμήριο 7 σημειώνω και τα ακόλουθα. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, για την εγγραφή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6175 ενεργοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 49 του Κεφ. 224. Συγκεκριμένα, για τη διενέργεια της μεταβίβασης του ακινήτου απαιτείτο η συγκατάθεση των κληρονόμων του ΣΔ, καθώς το εν λόγω ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ’ ονόματι του ΣΔ. Ειρήσθω εν παρόδω σημειώνω, ότι τα ακίνητα των Τεκμηρίων 5, 9 και 11 ήταν απλά καταχωρημένα στο όνομα του ΣΔ.
Η ΡΣ με σχετική δήλωσή της (σελ. 15 του Τεκμηρίου 7) ζήτησε από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας όπως της επιτραπεί να προβεί σε δημοσίευση, καθώς αδυνατούσε να προσκομίσει τις έγγραφες συγκαταθέσεις των πρώην Εναγόντων 3, 4 και 7. Συγκεκριμένα, δήλωσε ενυπογράφως ότι οι τελευταίοι απουσίαζαν στο εξωτερικό και δεν γνώριζε τις διευθύνσεις τους. Παρατηρώ, ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι οι πρώην Ενάγοντες 3 και 4 εγκατέλειψαν σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα τη Δημοκρατία. Η μόνη σχετική μαρτυρία που έχει προσκομιστεί αφορά την πρώην Ενάγουσα 7.
Στην απουσία, επομένως, μαρτυρίας η οποία να επιβεβαιώνει τη δήλωση της ΡΣ περί απουσίας των πρώην Εναγόντων 3 και 4 στο εξωτερικό, παραμένει μετέωρη η σχετική δήλωσή της. Συνεπώς, καταρρίπτεται το βάθρο επί του οποίου ενεργοποιήθηκε η διαδικασία του άρθρου 49 του Κεφ. 224. Η εν λόγω διαπίστωση, αποτελεί επιπρόσθετο λόγο για ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου με αριθμό 6175 επ’ ονόματι της ΡΣ.
Παραμένουν οι μεταβιβάσεις των ακινήτων που διενεργήθηκαν στο όνομα του ΓΣΔ δυνάμει της αίτησης με αριθμό Β584/82. Ο φάκελος της πιο πάνω αναφερόμενης αίτησης δεν εντοπίστηκε από το Κτηματολόγιο και δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το περιεχόμενό του, με εξαίρεση τους αριθμούς εγγραφής των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν δυνάμει αυτής στον ΓΣΔ. Ενόψει του ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τα πιστοποιητικά που μπορεί να περιλαμβάνονται στην εν λόγω αίτηση ή τις σχετικές συγκαταθέσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την ορθότητα ή μη των εγγραφών που διενεργήθηκαν στη βάση της πιο πάνω αίτησης. Ούτε, φυσικά, μπορούν να διατυπωθούν εικασίες στη βάση του περιεχομένου άλλων αιτήσεων.
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω, εκδίδονται διατάγματα δυνάμει των οποίων διατάσσεται όπως τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 5541, 5543, 5490, 5491, 5492, 4391, 6131, 6132, 6133, 6175, 6162 και 6207, ως αυτά περιγράφονται στην παράγραφο 38Α (6), (3), (13), (2), (9), (5) και (20) – (25) της Έκθεσης Απαίτησης αντίστοιχα, επανέλθουν στους Ενάγοντες 1 και 2 και όπως ακυρωθούν οποιεσδήποτε μεταβιβάσεις των προαναφερόμενων ακινήτων στους Εναγόμενους.
Εκδίδεται δηλωτική και/ή αναγνωριστική απόφαση δυνάμει της οποίας αναγνωρίζεται ότι ο αποβιώσας Σωφρόνης Δαμιανού και/ή ο Ενάγων 1 ως διαχειριστής της περιουσίας του είναι ο μόνος δικαιούμενος να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 5541, 5543, 5490, 5491, 5492 και 4391, ως αυτά περιγράφονται στην παράγραφο 38Α (6), (3), (13), (2), (9) και (5) της Έκθεσης Απαίτησης αντίστοιχα.
Εκδίδεται δηλωτική και/ή αναγνωριστική απόφαση δυνάμει της οποίας αναγνωρίζεται ότι η αποβιώσασα Αγλαΐα Γιωρκή και/ή ο Ενάγων 2 ως διαχειριστής της περιουσίας της είναι η μόνη δικαιούμενη να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής 6131, 6132, 6133, 6175, 6162 και 6207, ως αυτά περιγράφονται στην παράγραφο 38Α (20) – (25) της Έκθεσης Απαίτησης αντίστοιχα.
Η αγωγή, στην έκταση που αφορά την Ενάγουσα 6, απορρίπτεται.
Οι δηλωτικές αποφάσεις και/ή διατάγματα τα οποία αξιώνονται με την ανταπαίτηση είναι συνυφασμένα με την πορεία της αγωγής, υπό την έννοια ότι τυχόν επιτυχία στην αγωγή θα συνεπάγεται την απόρριψη της ανταπαίτησης και αντίστροφα. Σημειώνω, ότι σε σχέση με τις δηλωτικές αποφάσεις και/ή διατάγματα που διεκδικούνται σε σχέση με την αίτηση με αριθμό Β584/82 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας δεν μπορούν να εκδοθούν οποιαδήποτε διατάγματα στο πλαίσιο της ανταπαίτησης. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν προσφέρθηκε ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με την προαναφερόμενη αίτηση. Ούτε και σε σχέση με την πατρική οικία ενδείκνυται η έκδοση αναγνωριστικής ή δηλωτικής απόφασης, ενόψει του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία των ΣΔ και ΑΓ.
Ως εκ των ανωτέρω, η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
Παραμένει το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά τα 2/3 των εξόδων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται, ότι ενόψει της συνεκδίκασης της απαίτησης με την ανταπαίτηση οι Ενάγοντες θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τα έξοδα της αρχικής εκδίκασης της αγωγής αυτά επιδικάζονται, επίσης, προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά στο ίδιο ποσοστό όπως πιο πάνω (2/3), δυνάμει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ροδού Γεώργιου Σωφρονίου και Κυριάκος Γεώργιου Σωφρονίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Σωφρόνη Δαμιανού κ.ά. ν. Σωφρόνη Κυριάκου Σωφρονίου, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωφρόνη Δαμιανού κ.ά. (ανωτέρω).
(Υπ.) ……………..……………..
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο