RADONJIC DEJAN ν. AYUB KAMIL κ.α., Αρ. Αιτ.: 154/23, 28/5/2026
print
Τίτλος:
RADONJIC DEJAN ν. AYUB KAMIL κ.α., Αρ. Αιτ.: 154/23, 28/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.

Αρ. Αιτ.: 154/23(i)

Μεταξύ:

                                          RADONJIC DEJAN

Ενάγοντα

-και-

1.AYUB KAMIL

2.ΦΑΝΟΥΡΙΑ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

 

Εναγόμενων

 

Ημερομηνία: 28.5.2026

Εμφανίσεις:

 

Για Ενάγοντα / Καθ’ ου η Αίτηση: κα. Καρά για ΑΝΤΩΝΗ Κ. ΚΑΡΑ Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για Εναγόμενο 1 / Αιτητή: κα. Αντωνιάδου για ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγικά

 

Στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας εκδόθηκε στις 21.6.2023, απόφαση από το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 1.

Στις 25.9.2023 εκδόθηκε διάταγμα από το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση, στα πλαίσια αίτησης για έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται μεσεγγυούχος όπως καταβάλει συγκεκριμένο ποσό στον Ενάγοντα το οποίο κατέστη απόλυτο (order absolute) στις 12.10.2023.

Κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 22.11.2023 και απόφασης του Δικαστηρίου, υπό διαφορετική σύνθεση, ημερομηνίας 30.5.2024, η εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 21.6.2023 και κάθε μέτρο εκτέλεσης παραμερίστηκαν.

Στις 3.6.2025 ο Εναγόμενος 1 (στο εξής Αιτητής) καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται ως ακολούθως:

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγοντας-καθ’ ου η αίτηση όπως επιστρέψει στον αιτητή το ποσό των €2,468.06.-, το οποίο του καταβλήθηκε δυνάμει της παραμερισθείσας απόφασης.

Β.  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο καθ’ ου η αίτηση όπως καταβάλει νόμιμο τόκο επί ποσού των €2,468.06.-, από την 20/10/2023 μέχρι επιστροφής του ποσού.

Γ. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαια.

Δ. Έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης

Η Αίτηση

Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.40, Δ.43, Δ.48, Δ.64, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, στο δίκαιο της Επιείκειας, στην Νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

Προς υποστήριξη των αιτημάτων ανωτέρω, η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ν.Λ., δικηγόρου, ο οποίος αναφέρει ότι προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση λόγω του ότι ο Αιτητής βρίσκεται στο Ισραήλ. Αναφέρεται επίσης στην έκδοση απόφασης εναντίον του Αιτητή η οποία μετέπειτα παραμερίστηκε, καταγράφοντας ότι το ποσό των €2,468.06 καταβλήθηκε στον Καθ’ ου η Αίτηση στις 20.10.2023 δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 12.10.2023.

Έκτοτε, προσθέτει ο ενόρκως δηλών, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τους δικηγόρους του Αιτητή, ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνείται και αμελεί να επιστρέψει τα χρήματα τα οποία αχρεωστήτως κατακρατεί. Παρουσιάζει προς τούτο, ως Τεκμήριο Β σχετική αλληλογραφία. Σημειώνει καταληκτικά ότι εν όψει του παραμερισμού της απόφασης το να συνεχίσει να κατέχει το εν λόγω χρηματικό ποσό ο Καθ’ ου η Αίτηση, συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό και ότι λόγω της αποστέρησης του ποσού από 20.10.2023 δικαιούται ο Αιτητής σε καταβολή τόκου.

Η Ένσταση

Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση προτάσσει 4 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η υπό εξέταση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Τους παραθέτω αυτούσιους αμέσως πιο κάτω.

«1. Η επίδικη αίτηση είναι δικονομικά αστήρικτη.

2. Ο Εναγόμενος δεν καταχώρισε υπεράσπιση και ανταπαίτηση για να υπάρχει δικαιολογητική βάση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

3. Το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι ανεπαρκές.

4. Ο Ενάγοντας διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να αποπληρώσει τον Ενάγοντα σε περίπτωση που διαταχθεί να επιστρέψει το ποσόν που κατακρατεί στον Εναγόμενο – Αιτητή

 

Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Κ.Σ. (δικηγόρου) λόγω του ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι κάτοικος εξωτερικού. Η Κ.Σ. προβάλλει μέσω της ένορκης δήλωσης της, τη θέση ότι κατά το χρόνο είσπραξης του ποσού υπήρχε απόφαση σε ισχύ και ο παραμερισμός της αναιρεί τα αποτελέσματα από την ημερομηνία εκείνη (του παραμερισμού). Εάν ο Αιτητής, προσθέτει, επιθυμεί την επιστροφή του ποσού, όφειλε προηγουμένως να καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση και μετά να προωθήσει την παρούσα αίτηση. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι δεν υπάρχει δικαιολογητική βάση υποστηρίζουσα το αίτημα και αν ο Νομοθέτης επιθυμούσε να προβλέψει τέτοια δυνατότητα θα το είχε προβλέψει ρητώς στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Καταληκτικά σημειώνει ότι δεν είναι η επιτρεπτή η δημιουργία νέων δικονομικών δικαιωμάτων, ιδίως σε περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση ή δικονομική βάση.

 

Ακρόαση - Αγορεύσεις

Η υπό εξέταση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει την άλλη. Τα μέρη καταθέσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους τις οποίες υιοθέτησαν. Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας απόφασης.

Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, ότι, αν και δεν έχει αναφερθεί στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία παραμερίστηκε η προηγουμένως εκδοθείσα απόφαση έχει εφεσιβληθεί και η ακρόαση της έφεσης εκκρεμεί.

Νομική πτυχή

 

Ο Αιτητής, ως καθορίζεται και μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων του, βασίζει την αίτηση του στην Δ.48 θ.11 η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«Every order, if and when drawn up, shall be drawn up in the same manner as judgments are by these Rules directed to be drawn up, and when drawn up, shall show on the face of it by whom, or on whose behalf, the application was made, and the nature of the order made. Every such order may be set aside or varied in the same way as a judgment, and may be enforced in any manner in which the judgment of a Court may be enforced. »

 

Στην πρωτόδικη υπόθεση Demetriades v. Yiangou (1978) 1 JSC 143 το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτησης παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εναγόμενου στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση ανάφερε τα εξής:

«One might perhaps argue that the Court has power, under 0.48, r. 11 to set aside a judgment given under 0.14, r. 1 in the absence of the defendant…

Although the plaintiff applies by summons for judgment under 0.14 and his application is being governed in point of form by the provisions of 0.48 generally, the Court, exercising its discretion in favour of the plaintiff, does not make any order upon which judgment is later entered, as it was the former practice in England for the Master to do. The Court gives a direct judgment and, since no order is made, the provisions of O.48, r. 11 have no application.”

 

Το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση απέρριψε την αίτηση καταλήγοντας ότι εφόσον η Δ.18 αποσκοπεί στην έκδοση απόφασης και όχι διατάγματος τότε δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 θ.11 παρά του ότι στη βάση της, είναι δυνατός ο παραμερισμός διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην.

Η ευρύτητα και εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης εξηγήθηκαν στην υπόθεση Σπύρος Ηλία ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας (2009) 1 Α.Α.Δ. 365. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων είχε αιτηθεί πρωτόδικα τον παραμερισμό διατάγματος βάσει του οποίου είχε εγγραφεί διαιτητική απόφαση. Σημειώνεται ότι η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είχε επιδοθεί στον εφεσείοντα κατόπιν οδηγιών του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και ο εφεσείων δεν είχε εμφανιστεί στην διαδικασία. Ακολούθως, καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής της διαιτητικής απόφασης το οποίο στήριξε μεταξύ άλλων διατάξεων και στην Δ.48 θ.11. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η νομική βάση της αίτησης δεν μπορούσε να υποστηρίξει το αίτημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι «το μέρος του Κ.11 στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4/7/05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13/1/04 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Έμμεσα ο Κ. 11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17 Κ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»

 

Στην υπόθεση Ι.Ο.Α. ν. Α.D.A Πολ. Εφ. 13/20 ημερομηνίας 24.3.2021, ECLI:CY:DOD:2021:5 απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο αίτηση που είχε πρωτόδικα καταχωρηθεί για παραμερισμό ενδιάμεσου διατάγματος διατροφής. Το Ανώτατο Δικαστήριο με επίκληση στην Ηλία (ανωτέρω) κατέληξε στα εξής:

 

«Αρχίζοντας από το θέμα της βάσης της αίτησης, η απόφαση στην Ηλία ήταν ότι έμμεσα η Δ.48, κ.11 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή. Είναι υπ΄ αυτή την έννοια που αποφασίστηκε περαιτέρω ότι ενώ η Δ.17, κ.10 δεν είχε άμεση εφαρμογή, παρά ταύτα μπορούσε να αναφέρεται στο σώμα της αίτησης.

Οι ενδιάμεσες αιτήσεις δεν μπορούν να τυγχάνουν χειρισμού με ευθεία εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία μιας αγωγής. Ειδικότερα, στις ενδιάμεσες αιτήσεις δεν υπάρχει «εμφάνιση» εν τη εννοία της Δ.16  κ.1, ούτε και κατά συνέπεια υπάρχει ευθεία εφαρμογή, όπως ρητά αποφασίστηκε στη Ηλία, της Δ.17 που ρυθμίζει τα περί παράλειψης τέτοιας «εμφάνισης». Η αναφορά στη νομική βάση της Δ.17, κ.10 εν προκειμένω δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να έχει την έννοια ότι η Δ.17 εφαρμόζεται ευθέως.

Ούτε θα μπορούσε ευθέως να εφαρμοστεί λ.χ. η Δ.33 η οποία ρυθμίζει την ακρόαση αγωγής. Μήτε, συνεπακόλουθα, θα μπορούσε να εφαρμοστεί ευθέως ο κ.5 της Δ.33που ρυθμίζει την περίπτωση παραμερισμού απόφασης που εκδίδεται ερήμην λόγω παράλειψης διαδίκου να εμφανιστεί κατά την ημέρα της δίκης.

Οι διαπιστώσεις αυτές περί μη άμεσης εφαρμογής των δικονομικών διατάξεων που αφορούν σε αγωγές, ισχύουν πολύ περισσότερο εν προκειμένω, εφόσον, όπως τονίστηκε εμφαντικά στην Δημοσθένους ν. Δημοσθένους, Εφ. Αρ. 21/2019, ημερ. 29.6.2020, «ούτε ο Νόμος αρ. 216/90, ούτε και οι σχετικοί Διαδικαστικοί Κανονισμοί προνοούν, [.] την οποιαδήποτε ενδιάμεση διαδικασία, ειδικά με σκοπό την παροχή ενδιάμεσης διατροφής».

 

Δεν θα μπορούσε η διαδικασία αυτή των ενδιαμέσων διαταγμάτων διατροφής να ταυτιστεί, σε ότι αφορά στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν, με τη θεσμοθετημένη διαδικασία και ακρόαση μιας αγωγής στα πλαίσια των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.

 

Η πραγματική έννοια της Ηλία, στην οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσίβλητης μας παρέπεμψε, είναι ακριβώς ότι οι επιμέρους αυτές διαδικαστικές διατάξεις που αφορούν σε αγωγές, δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην περίπτωση ενδιαμέσων αιτήσεων αλλά κατά τρόπο έμμεσο η Δ.48, κ.11 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή.»  

 

Από τα πιο πάνω, προκύπτει κατά την κρίση μου ότι, η Δ.48 Θ.11 παρέχει την ευχέρεια για παραμερισμό διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να παραμεριστεί απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην.

 

Εφαρμογή – Συμπεράσματα

Ως προς τα γεγονότα, δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών.

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Αιτητή λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει εμφάνιση. Είναι επίσης αποδεκτό από τα μέρη ότι στα πλαίσια σχετικής αίτησης και κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, εισπράχθηκε και πληρώθηκε στον Καθ’ ου η Αίτηση ποσό €2.486,06.

Τα μέρη επίσης δεν αμφισβητούν ότι η απόφαση εναντίον του Αιτητή καθώς και τα μέτρα εκτέλεσης παραμερίστηκαν. Το ζήτημα που απομένει να εξεταστεί επομένως είναι κατά πόσον το δικονομικό μέσο που επέλεξε ο Αιτητής μπορεί να υποστηρίξει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

Έχοντας κατά του όλα όσα ανωτέρω αναφέρων, είμαι της άποψης ότι ο θ.11 της Δ.48 περιορίζεται μόνο στον σκοπό παραμερισμού ή διαφοροποίησης διαταγμάτων που εκδόθηκαν ερήμην. Αυτό είναι και το αποκλειστικό εύρος που έχει το Δικαστήριο με βάση την εν λόγω διάταξη. Καμία εξουσία υπάρχει είτε εξυπακούει την απόδοση θεραπείας που εξομοιώνεται με αγώγιμο δικαίωμα, είτε διαταγμάτων που δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν στα πλαίσια της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος. Το ποιες θα είναι οι συνέπειες στην περίπτωση που παραμεριστεί η απόφαση είναι εκτός εμβέλειας της Δ.48 θ.11 και δεν μπορεί κατά την κρίση μου να χρησιμοποιηθεί η Δ.48 για να επιφέρει τις συνέπειες που ο Αιτητής θεωρεί ότι θα έπρεπε να επιφέρει. Η δε εξουσία για διαφοροποίηση η οποία παρέχεται από τον θ.11 της Δ.48 επίσης, δεν μπορεί να ασκηθεί για θέματα τα οποία δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος στα πλαίσια της διαδικασίας που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο.

Με απλά λόγια δεν θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα στα πλαίσια της αίτησης για πληρωμή από μεσεγγυούχο με το οποίο να διατάζεται ο εκεί αιτητής να πληρώσει στον εκεί καθ’ ου η αίτηση χρήματα, ούτως ώστε να μπορούσε στα πλαίσια εξουσίας για τροποποίηση του εκδοθέντος διατάγματος να γίνει σήμερα τέτοια πρόνοια. Είτε παραμερισμού είτε ακύρωσης είτε διαφοροποίησης.

Αν ο Αιτητής, θεωρεί ότι με τον παραμερισμό της απόφασης, που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση του διατάγματος μεσεγγυούχου, έχει εξαφανιστεί το νομικό υπόβαθρο που επέτρεπε στον Καθ’ ου η Αίτηση να κατακρατεί το ποσό, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται πλέον να το κατακρατεί, δεν είναι μέσω της παρούσας διαδικασίας που μπορεί να διαπιστωθεί ή να το εξασφαλίσει πίσω. Το μόνο που θα μπορούσε το Δικαστήριο να κάνει στα πλαίσια της Δ.48 θα ήταν να παραμερίσει το διάταγμα μεσεγγυούχου. Έχει όμως ήδη εκτελεστεί το εν λόγω διάταγμα με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το κατά πόσον ο Αιτητής θα επιστρέψει το ποσό είναι στα πλαίσια αγωγής και όχι τούτης της διαδικασίας που θα πρέπει να κριθεί. Ούτε το άρθρο 70 του Κεφ.149 εξυπηρετεί καθ’ οποιονδήποτε τρόπο την διαδικασία ακολουθώντας, κατ’ αναλογία, το ίδιο σκεπτικό.

Η συνήγορος του Αιτητή έχει παραπέμψει το Δικαστήριο σε σειρά Αγγλικών αποφάσεων όπως η Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673. Εκείνη όμως η απόφαση αφορά στις εξουσίες που έχει το Δικαστήριο να διορθώσει ή τροποποιήσει απόφαση λόγω σφάλματος ή λάθους βάσει της Δ.25 (αντίστοιχο τότε αγγλικό R.11, O. (2)). Πρόκειται προφανώς για άλλη εξουσία και άλλο δικαιοδοτικό πλαίσιο από την Δ.48. Η Δ.48 προνοεί για εξουσία παραμερισμού ή διαφοροποίησης διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Σε κάθε περίπτωση καμία εκ των δυο παρέχει την εξουσία να δοθεί με ενδιάμεση αίτηση η οποία ισοδυναμεί στην ουσία με επιτυχία αγώγιμου δικαιώματος.

Επίσης, η απόφαση στην υπόθεση Rodger v. The Comptoir d’ Escompte de Paris and the Chartered Bank of India, Australia and China (1871) LR 3 PC 465 δεν αφορούσε σε διάταγμα κατόπιν έκδοσης της απόφασης ούτως ώστε να χρειάζεται η μετέπειτα διαταγή του Δικαστηρίου για πληρωμή ως ήταν παλιά η πρακτική (βλ. Δ.34 και Demetriades ανωτέρω όπου κρίθηκε ότι δεν εφαρμόζεται η Δ.48 θ.11 σε απευθείας απόφαση στην αγωγή). Στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης εκείνο το οποίο κλήθηκε να αποφασίσει το Αγγλικό Δικαστήριο περιορίστηκε αποκλειστικά στο κατά πόσο το αρχικό διάταγμα του δικαστηρίου κατόπιν παραμερισμού απόφασης από το εφετείο, συμπεριέλαβε πρόνοια για τόκο όταν διέταζε την επιστροφή χρημάτων ή με το διάταγμα εξυπακουόταν (implied) ότι συμπεριλαμβανόταν ο τόκος με αποτέλεσμα να κριθεί δίκαιο όπως τεθεί η υπόθεση ενώπιον της Δικαστικής Επιτροπής που αποφάσισε την αρχική έφεση. Δεν εξυπηρετεί επομένως σε οτιδήποτε στο επιχείρημα του Αιτητή.

Ούτε, η απόφαση στην Wardens v New Hampshire Insurance Co. [1991] 1 W.L.R. 1173 είναι σχετική με το επίδικο θέμα. Εκείνη η απόφαση, αφορούσε στην δυνατότητα που παρείχε η O.29 r. 17 στο Δικαστήριο να διατάξει τον εναγόμενο στα πλαίσια της διαδικασίας όπως προβεί σε ενδιάμεση πληρωμή (interim payment). Και στην περίπτωση που είχε γίνει η πληρωμή το Δικαστήριο, είτε οικειοθελώς, είτε κατόπιν διατάγματος, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια κατά την έκδοση τελικής απόφασης, ή δίδοντας άδεια στον ενάγοντα να διακόψει την αγωγή του, ή να αποσύρει το μέρος της απαίτησης του σε σχέση με την οποία έγινε η ενδιάμεση πληρωμή, ή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας κατόπιν αίτησης οποιασδήποτε πλευράς, να εκδώσει διάταγμα σε σχέση με την ενδιάμεση πληρωμή όπως θεωρεί δίκαιο. Καθίσταται πρόδηλο συνεπώς ότι ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα περίπτωση όπου δεν υπήρξε αντίστοιχη διαδικασία.

Κατάληξη

Για όλους τους πιο πάνω λόγους κατάληξη μου είναι ότι η δικονομική διάταξη που επικαλείται ο Αιτητής καμία σχέση και καμία εφαρμογή έχει στις θεραπείες που ζητά με την αίτηση του. Αφορά και περιορίζεται στην εξουσία που το δικαστήριο έχει να παραμερίζει ή διαφοροποιεί διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς.  Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.

Ως προς τα έξοδα της δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται συνεπώς εναντίον του Αιτητή και υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

                                                 

 

 

                                                                 (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο