MAXIFOODS LTD ν. V.M.P. ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγ. 98/2024, 10/6/2026
print
Τίτλος:
MAXIFOODS LTD ν. V.M.P. ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγ. 98/2024, 10/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.

Αρ. Αγ. 98/2024(i)

Μεταξύ:

                                                 MAXIFOODS LTD                                                         

                                                    Ενάγουσας

                                                        -και-

                               V.M.P. ENTERPRISES LTD

Εναγόμενης

 

Ημερομηνία: 10.6.2026  

 

Εμφανίσεις:   

Για την Ενάγουσα: κ. Δρυμιώτης για ΣΤΕΛΙΟΣ Δ. ΔΡΥΜΙΩΤΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη: κα. Χατζηκωνσταντή για ΓΙΩΡΓΟΣ Φ. ΠΙΤΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγικά

Η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €6.261,57 ως υπόλοιπο λογαριασμού ή τιμολογίων για προϊόντα που η Ενάγουσα παράδωσε στην Εναγόμενη πλέον τόκο 9% και έξοδα.

Ως καταγράφεται στην έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας κατόπιν γραπτής συμφωνίας και ακολούθως κατόπιν οδηγιών και/ή παραγγελιών από την Εναγόμενη, η Ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 26.9.2023 και 4.10.2023 πώλησε και παράδωσε στην Εναγόμενη εμπορεύματα. Για το σύνολο των μεταξύ τους συναλλαγών, η Ενάγουσα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού η οποία χρεωνόταν με τις υπηρεσίες και/ή πωλήσεις εκ μέρους της Ενάγουσας και με την έκδοση σχετικών τιμολογίων και πιστωνόταν με τις πληρωμές της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα.

Τα τιμολόγια προνοούσαν για τόκο 9%. Κατά την 11.12.2023 η κατάσταση λογαριασμού παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €6.261,57 το οποίο η Εναγόμενη αναγνώρισε και υποσχέθηκε πολλές φορές ότι θα εξοφλούσε. Αργότερα όμως, όταν ασκήθηκε πίεση για πληρωμή, η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι το οφειλόμενο ποσό αφορά τρίτο άτομο και/ή ότι οι τιμές δεν ήταν συμφωνημένες, παρά του ότι είχε παραλάβει τα προϊόντα έναντι υπογραφής και δεν τα επέστρεψε.

Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας ουδέν ποσό είχε καταβάλει η Εναγόμενη και στις 11.12.2023 στάλθηκε στην Εναγόμενη επιστολή απαίτησης χωρίς ανταπόκριση.

Στην υπεράσπιση της, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την επίδικη διαφορά καθότι η επικαλούμενη από την Ενάγουσα συμφωνία, υπογράφηκε στην ελεύθερη Επαρχία Αμμοχώστου και οι οποιεσδήποτε συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων έλαβαν χώρα σε εκείνη την επαρχία.

Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι, περί τον Μάιο του 2023, επήλθε συμφωνία με την Ενάγουσα όπως η τελευταία πουλά και παραδίδει στην Εναγόμενη προϊόντα για τις ανάγκες ξενοδοχειακής μονάδας που διατηρεί η Εναγόμενη στον Πρωταρά. Με βάση την ίδια συμφωνία από τον Μάιο μέχρι σήμερα, η Ενάγουσα πουλά και παραδίδει εμπορεύματα στην Εναγόμενη στον Πρωταρά και η Εναγόμενη καταβάλλει διάφορα ποσά και διατηρείται χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο εξοφλείται σε εύλογο χρόνο.

Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2023, η Εναγόμενη συμφώνησε όπως ενοικιάσει και/ή παραχωρήσει το ξενοδοχείο και/ή την διαχείριση του σε τρίτο πρόσωπο για την περίοδο 29.9.2023 με 8.10.2023. Με βάση την εν λόγω συμφωνία οι διαχειριστές του ξενοδοχείου ανέλαβαν την λειτουργία του από τις 29.9.2023 με αποκλειστικά δικά τους έξοδα. Για το πιο πάνω γεγονός, η Εναγόμενη ενημέρωσε την Ενάγουσα και εξ όσων γνωρίζει, η Ενάγουσα διευθέτησε μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου των διαχειριστών συνάντηση με τους διαχειριστές. Κατόπιν τούτου, επήλθε συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και διαχειριστών ότι για την πιο πάνω περίοδο θα προμηθευόταν το ξενοδοχείο από την Ενάγουσα κατόπιν παραγγελιών και συμφωνημένων τιμών μεταξύ τους. Η Εναγόμενη ενημερώθηκε για την συμφωνία αλλά δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή.

Για την πιο πάνω περίοδο επίσης, η Εναγόμενη δεν παρήγγειλε οποιοδήποτε προϊόν από την Ενάγουσα. Είναι επιπρόσθετος ισχυρισμός ότι τα τιμολόγια στα οποία αναφέρεται η Ενάγουσα δεν αφορούν την Εναγόμενη, λανθασμένα τα εξέδωσε και τα χρέωσε στον λογαριασμό της Εναγόμενης και η Εναγόμενη δεν τα αποδέχθηκε μόλις έλαβε γνώση για αυτά και κοινοποίησε άμεσα τις θέσεις της στην Ενάγουσα, αναμένοντας ότι η τελευταία θα λάμβανε μέτρα εναντίον των διαχειριστών.

Απαντώντας στην υπεράσπιση, η Ενάγουσα επανέλαβε την απαίτηση της, ισχυριζόμενη παράλληλα ότι, όλες οι διαδικασίες που αφορούν στην υπόθεση έγιναν στην επαρχία Λάρνακας και ότι η Εναγόμενη πάντα αποτεινόταν στα υποστατικά και γραφεία της Ενάγουσας στην Λάρνακα όπου και όφειλε να καταβάλλει ποσά στην Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, διαψεύδει ότι είχε οποιαδήποτε ενημέρωση για την κατ’ ισχυρισμό συμφωνία της Εναγόμενης με άλλο πρόσωπο και ισχυρίζεται ταυτόχρονα ότι πάντα συνεργαζόταν με τα ίδια ως εξ αρχής πρόσωπα και/ή εκπροσώπους και/ή υπαλλήλους της Εναγόμενης ως της είχαν υποδειχθεί και ουδέποτε με άλλο πρόσωπο. Απόδειξη τούτου, αναφέρει η Ενάγουσα, αποτελεί το γεγονός ότι μέχρι την 29.9.2023 η Εναγόμενη ήδη όφειλε στην Ενάγουσα το ποσό των €8.309,82 και συνέχισε την συνεργασία με τον ίδιο τρόπο και μετά την λήξη της υποτιθέμενης διαχείρισης. Καταληκτικά σημειώνει ότι, τα τιμολόγια για κάθε πώληση εκδίδονταν και παραδίδονταν στους υπαλλήλους της Εναγόμενης όπως πάντα και ουδεμία διαμαρτυρία υπήρξε προς τούτο και οι υπάλληλοι της Εναγόμενης συνέχισαν να τα παραλαμβάνουν μαζί με τα προϊόντα ως η μεταξύ τους συμφωνία χωρίς επιφύλαξη.

Ακρόαση - Αγορεύσεις

Η ακρόαση της υπόθεσης, έγινε στη βάση της γραπτής ένορκης μαρτυρίας που κατατέθηκε από αμφότερες τις πλευρές κατόπιν συγκατάθεσης των συνηγόρων των διαδίκων και ουδείς ζήτησε να αντεξετάσει.

Και οι δυο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους με γραπτά κείμενα που παραθέσαν στο Δικαστήριο. Το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έστω και αν δεν γίνεται αναλυτική αναφορά και επανάληψη στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους.

Μαρτυρία Ενάγουσας

Έγγραφη μαρτυρία έδωσε ο Ιάκωβος Πάπουλλος (ΜΕ1) ο οποίος ως αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Με την μαρτυρία του στην ουσία επαναλαμβάνει την έκθεση απαίτησης αναφορικά με την σύναψη συμφωνίας μεταξύ των μερών (Τεκμήριο 1). Προσθέτει δε ότι η Ενάγουσα πώλησε και παράδωσε προϊόντα στην Εναγόμενη σε τρεις περιπτώσεις με έκδοση τιμολογίων αρ. 411741 ημερομηνίας 26.9.2023, αρ. 411932 ημερομηνίας 29.9.2023 και αρ. 263459 ημερομηνίας 4.10.2023 (Τεκμήρια 3, 4 και 5). Τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν στον όνομα της Εναγόμενης, παραδόθηκαν σε εκπρόσωπους της, οι οποίοι αφού τα έλεγξαν, συμφώνησαν με αυτά και τα υπόγραψαν. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με την ορθότητα τους. Μάλιστα το Τεκμήριο 5 υπογράφηκε από το πρόσωπο το οποίο υπόγραψε εκ μέρους της Εναγόμενης και την μεταξύ τους συμφωνία, Τεκμήριο 1.

Στις 11.12.2023 το υπόλοιπο της Εναγόμενης βάσει κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 2) ανερχόταν σε ποσό €6.261,57, ποσό το οποίο ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη, η οποία αναγνώρισε την οφειλή της και υποσχόταν ότι θα εξοφλούσε το πιο πάνω ποσό σύντομα. Όταν όμως αργότερα ασκήθηκαν πιέσεις για την πληρωμή του, η Ενάγουσα πρόβαλε τους ισχυρισμούς της για δήθεν συμφωνία με τρίτο πρόσωπο. Η Ενάγουσα αγνοεί και απορρίπτει αυτούς τους ισχυρισμούς και δεν είχε οποιαδήποτε γνώση ή ενημέρωση περί συμφωνίας διαχείρισης ή ενοικίασης του ξενοδοχείου, ούτε είχε οποιαδήποτε συμφωνία με τους διαχειριστές. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, μέχρι την ημερομηνία που η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ενοικίασε το ξενοδοχείο δηλαδή την 29.9.2023, ήδη όφειλε στην Ενάγουσα το ποσό των €8.309,82 και συνεχίστηκε η συνεργασία μεταξύ τους με τον ίδιο τρόπο και μετά την ημερομηνία λήξης της υποτιθέμενης ενοικίασης.

Η Ενάγουσα απέστειλε και επιστολή απαίτησης (Τεκμήριο 6) στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Ενάγουσας στις 11.12.2023 χωρίς να λάβει απάντηση.

Ο ΜΕ1 κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, προχώρησε σε συμπληρωματική έγγραφη μαρτυρία όπου ανάφερε ότι, εκκρεμούσας της διαδικασίας, η Εναγόμενη κατέβαλε έναντι του επίδικου χρέους της το ποσό των €2.500 στις 6.11.2025 για την οποία η Ενάγουσα εξέδωσε απόδειξη (Τεκμήρια 7 και 8). Ως προς τούτο παρουσιάζει νέα κατάσταση του λογαριασμού της Εναγόμενης (Τεκμήριο 9) από την οποία αφαιρέθηκε το πιο πάνω ποσό με αποτέλεσμα σήμερα να παραμένει οφειλή για ποσό €4.764,55.

Ως επιπρόσθετα σημειώνει ο ΜΕ1, μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, οποιεσδήποτε μεταγενέστερες του επίδικου χρέους συναλλαγές μεταξύ των μερών, γίνονταν μόνο εφόσον γινόταν άμεση πληρωμή και δεν υπήρξε οποιαδήποτε κίνηση στον λογαριασμό (Τεκμήριο 2) από τον Δεκέμβριο του 2023 παρά μόνο η πιο πάνω πληρωμή η οποία ξεκάθαρα έγινε έναντι της κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 9) στην οποία πιστώθηκε. Κατά τον ΜΕ1 λόγω της μη ύπαρξης οποιωνδήποτε άλλων συναλλαγών, η πιο πάνω πληρωμή συνιστά σαφή παραδοχή του χρέους από πλευράς Εναγόμενης.

Μετά το αίτημα των δικηγόρων της Ενάγουσας για συμπληρωματική μαρτυρία, η Εναγόμενη στις 13.1.2026, δηλαδή την επόμενη ημέρα, έστειλε επιστολή (Τεκμήριο 10) στην Ενάγουσα επιχειρώντας να δικαιολογήσει την πιο πάνω αναφερόμενη πληρωμή, προβάλλοντας εκ των υστέρων σκέψεις αφού από τις 6.11.2025 που η Ενάγουσα εξέδωσε απόδειξη (Τεκμήρια 7 και 8) ουδέν ισχυρισμό πρόβαλε παρά μόνο μετά το αίτημα των δικηγόρων της Ενάγουσας για συμπληρωματική μαρτυρία. Η εν λόγω επιστολή απαντήθηκε από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 11).

Μαρτυρία Εναγόμενης

Η μαρτυρία της Εναγόμενης δόθηκε μέσω έγγραφης μαρτυρίας της Τατιάνα Κοβτουν Αβντέεβα (ΜΥ1), εκ των διευθυντών της Εναγόμενης.  Αναφορικά με την μεταξύ των μερών συμφωνία, αναφέρει ότι πρόκειται για τυποποιημένο έντυπο της Ενάγουσας με τίτλο «Κάρτα Συνεργασίας Νέου Πελάτη» όπου συμπληρώνονται χειρόγραφα τα στοιχεία του εκάστοτε πελάτη της και στο τέλος επιβεβαιώνονται από δυο άτομα. Σε σχέση με τις συναλλαγές καθώς και για τις παραγγελίες, σε οτιδήποτε σχετιζόταν με λογιστικά θέματα η Ενάγουσα θα συνεννοείτο μόνο μαζί της και για οποιοδήποτε ζήτημα αφορούσε σε προσφορές και παραλαβή προϊόντων από την αποθήκη, θα συνεννοείτο με τον κ. Magar, υπάλληλο της Εναγόμενης που εργαζόταν τότε στην αποθήκη του ξενοδοχείου.

Η Εναγόμενη τον Σεπτέμβριο του 2023 συμφώνησε την ενοικίαση, διαχείριση και παραχώρηση του ξενοδοχείου στους τουριστικούς πράκτορες Kosher Luxury Travel (στο εξής «Kosher») εκπροσωπούμενους από τον κ. Menaher Cohen για την περίοδο 29.9.2023 μέχρι και 8.10.2023 (Τεκμήριο 1). Με βάση την εν λόγω συμφωνία, η Kosher ανέλαβε τη λειτουργία και αποκλειστική διαχείριση του ξενοδοχείου από τις 25.9.2023. Κατά την διάρκεια της πιο πάνω περιόδου, η Kosher ενοικίασε και διαχειρίστηκε το ξενοδοχείο, ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την προμήθεια των απαραίτητων εμπορευμάτων, τροφίμων και προϊόντων των χώρων εστίασης του ξενοδοχείου αποκλειστικά με δικά της έξοδα, χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή της Εναγόμενης. Για τα πιο πάνω, η ΜΥ1 κάνει επίσης αναφορά στους όρους του Τεκμήριου 1.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει επιπρόσθετα η ΜΥ1, η Εναγόμενη ενημέρωσε την Ενάγουσα για την πιο πάνω συμφωνία (Τεκμήριο 1) και κατόπιν δικής της υπόδειξης, η Ενάγουσα διευθέτησε συνάντηση με τον  κ. Menaher Cohen. Τον Σεπτέμβριο του 2023 έπειτα από την εν λόγω συνάντηση συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Kosher για την περίοδο της ενοικίασης, όπως η Ενάγουσα παραδίδει στην Kosher προϊόντα κατόπιν παραγγελίας σε τιμές που είχαν συμφωνηθεί. Για την περίοδο όμως που ενοικιάστηκε το ξενοδοχείο δεν έγινε οποιαδήποτε παραγγελία προς την Ενάγουσα. Ούτε η Εναγόμενη προέβη σε οποιαδήποτε παραγγελία την επίμαχη περίοδο καθότι δεν θα είχε το δικαίωμα να το πράξει.

Η Ενάγουσα ισχυρίζεται η ΜΥ1, κοινοποιούσε στην Εναγόμενη κάθε μήνα, μηνιαία κατάσταση λογαριασμού σχετικά με το εκάστοτε μηνιαίο υπόλοιπο. Στις 3.10.2023 κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 1.9.2023 με 30.9.2023 (Τεκμήριο 2). Μόλις η Εναγόμενη έλαβε την κατάσταση λογαριασμού διαπίστωσε ότι συμπεριλήφθηκαν σε αυτήν τιμολόγια που δεν την αφορούσαν αλλά αφορούσαν την Kosher η οποία είχε προβεί σε παραγγελίες. Για τον λόγο αυτό, κατόπιν δικών της οδηγιών στάλθηκε στις 6.10.2023 ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 3) με κοινοποίηση στον κ. Menaher Cohen με το οποίο ενημερωνόταν η Ενάγουσα για τα επίδικα τιμολόγια ότι η Εναγόμενη δεν προέβη σε παραγγελίες αλλά η Kosher που ήταν και υπεύθυνη για την πληρωμή τους. Παρά το γεγονός ότι ένα εκ των τιμολογίων αφορούσε τον Οκτώβριο του 2023, η Εναγόμενη ενημέρωσε με το Τεκμήριο 3 την Ενάγουσα για να μην επαναληφθεί το λάθος.

Η Kosher δεν αποδέχθηκε να πληρώσει τα τιμολόγια καθότι πρόβαλε την θέση ότι τα προϊόντα που παρήγγειλε από την Ενάγουσα και οι τιμές χρέωσης δεν ανταποκρίνονταν στα όσα είχαν συμφωνηθεί. ΄Ετσι, στις 9.10.2023 διευθετήθηκε συνάντηση στο ξενοδοχείο μεταξύ του κ. Βασίλη Ραουνά, εκπροσώπου της Ενάγουσας και του κ. Menaher Cohen κατά την οποία ο τελευταίος απαίτησε τη διόρθωση των τιμολογίων για να προβεί στην πληρωμή. Μετά την ολοκλήρωση της πιο πάνω συνάντησης, η Εναγόμενη απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 4) αναφορικά με το τι λέχθηκε στην εν λόγω συνάντηση στην Ενάγουσα και στον κ. Menaher Cohen.

Παρά τα πιο πάνω, η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη κατάσταση λογαριασμού στις 2.11.2023 για την περίοδο 1.10.2023 με 31.10.2023 (Τεκμήριο 5) συμπεριλαμβάνοντας τιμολόγιο που αφορούσε την Kosher. H Eναγόμενη απάντησε (Τεκμήριο 6) επαναλαμβάνοντας την προηγούμενη αλληλογραφία και ζήτησε όπως γίνει σχετικά διόρθωση. Την 1.12.2023 η Ενάγουσα απέστειλε κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 1.11.2023 με 30.11.2023 (Τεκμήριο 7) στο οποίο η Εναγόμενη απάντησε (Τεκμήριο 8) επαναλαμβάνοντας τις θέσεις της.

Προσθέτει δε ότι, τα τιμολόγια 26.9.2023 και 29.9.2023 παραλήφθηκαν και υπογράφηκαν από εκπρόσωπο της Kosher του οποίου γνωρίζει την υπογραφή και η υπογραφή αυτή συνάδει με την υπογραφή στο Τεκμήριο 1 της μαρτυρίας της. Τα εν λόγω τιμολόγια δεν παρουσιάστηκαν στο λογιστήριο της Εναγόμενης. Το τιμολόγιο 4.10.2023 υπογράφηκε από υπάλληλο της Εναγόμενης κατόπιν οδηγιών που έλαβε από εκπρόσωπο της Kosher καθότι δεν υπήρχε τη δεδομένη στιγμή διαθέσιμος εκπρόσωπος της τελευταίας για την παραλαβή. Ούτε το τιμολόγιο αυτό παρουσιάστηκε στο λογιστήριο της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα δεν έπρεπε να εκδώσει το τιμολόγιο επ’ ονόματι της Εναγόμενης. Εξ όσων της είπε ο υπάλληλος της Εναγόμενης ο οποίος δεν έχει λογιστικές γνώσεις, δεν πρόσεξε το όνομα. Επισημαίνει όμως ότι δεν το πήρε στο λογιστήριο καθότι γνώριζε ότι η παραγγελία δεν ήταν της Εναγόμενης.

Η ΜΥ1 καταχώρησε επίσης συμπληρωματική μαρτυρία κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στην οποία αναφέρει ότι η πληρωμή των €2.500 έγινε από λάθος ή αβλεψία συγκεκριμένου υπάλληλου και δεν συνιστά αποδοχή του ισχυριζόμενου χρέους. Αναφέρει ακόμη ότι, η συνεργασία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης συνεχίζεται και υπήρξαν μεταγενέστερες συναλλαγές μεταξύ τους. Όλες όμως οι μεταγενέστερες συναλλαγές ήταν ανεξάρτητες και δεν επηρέαζαν, ούτε είχαν σχέση με τα επίδικα τιμολόγια. Το λάθος έγινε αντιληπτό μετά που οι δικηγόροι της Ενάγουσας ενημέρωσαν τους δικηγόρους της Εναγόμενης ότι θα ζητούσαν άδεια για συμπληρωματική μαρτυρία και δεν ήταν δυνατό να γίνει αντιληπτό νωρίτερα. Μόλις έγινε αντιληπτό στάλθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα επισημαίνοντας ότι η πληρωμή έγινε από λάθος και ζητήθηκε η επιστροφή του ποσού (Τεκμήρια 1 και 2 της συμπληρωματικής δήλωσης). Η Ενάγουσα απάντησε στις 16.1.2026 (Τεκμήριο 3 συμπληρωματικής δήλωσης) αρνούμενη να επιστρέψει το ποσό και απορρίπτοντας παράλληλα την θέση της Εναγόμενης ότι η πληρωμή έγινε εκ παραδρομής.

 

Βάρος Απόδειξης

Όντας πολιτική υπόθεση το βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει την υπόθεση του, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έστω και αν η διαδικασία διεξάγεται στη βάση έγγραφης μαρτυρίας A.G. Lithotechnic Ltd v Πρίνος Λαχαναγορά Λιμιτεδ Πολ. Εφ. 359/19, ημερομηνίας 4.7.2025).

Επισημαίνω ότι, οι βασικοί κανόνες απόδειξης, δεν ατονούν επειδή η διαδικασία έχει διεξαχθεί στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις όπου μια θέση είναι ότι τα γεγονότα που η άλλη πλευρά έχει ισχυριστεί δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή για να καταδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου ή να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, Θεοδώρου ν. Karageordiades Trading Ltd, Πολ. Εφ. 267/18, ημερ. 19.12.2023) καθότι η παράλειψη να αντεξεταστεί μάρτυρας, χωρίς ικανοποιητική εξήγηση, σε ουσιώδη μέρη ή μέρος της μαρτυρίας του, ισοδυναμεί με αποδοχή της μαρτυρίας. Εκτός εάν πρόκειται για σημείο που είναι έκδηλα ανυπόστατο. Δεν αναμένεται επίσης κάποιος να επιζητήσει αντεξέταση σε σημεία που είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα ή έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά από τους διαδίκους.

Η διαδικασία εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά καθαρά στην ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των συνήθων  κανόνων απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του. Το βάρος να αποδειχθεί ένας ισχυρισμός, βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που προβάλλει τον ισχυρισμό και δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα αποδεχθεί κάποιον ισχυρισμό επειδή δεν έγινε αντεξέταση εάν από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν ενδείκνυται (βλ. Σκορδή ν. Α. Λάντου κ.α. Πολ. Εφ. 429/12, ημερ. 22.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A127).

Επισημαίνω επίσης την καλά καθιερωμένη αρχή ότι, «για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά.  Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα» (βλ. Πούρικκος v. Σάββα κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ. 507).

Αξιολόγηση - Ευρήματα

Από τα όσα οι διάδικοι προβάλλουν τόσο μέσω των δικογράφων θέσεων όσο και μέσω της μαρτυρίας τους, τα πιο κάτω προκύπτουν ως γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται.

Η σύναψη συμφωνίας μεταξύ των μερών όπως η Ενάγουσα πουλά και παραδίδει προϊόντα στην Εναγόμενη για το ξενοδοχείο που η τελευταία διατηρεί στον Πρωταρά.

Το γεγονός ότι η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια με την παράδοση των προϊόντων.

Το γεγονός ότι η Ενάγουσα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού επ’ ονόματι της Εναγόμενης.

Το γεγονός ότι η Ενάγουσα κοινοποιούσε κάθε μήνα στην Εναγόμενη μηνιαία κατάσταση λογαριασμού.

Το γεγονός ότι η Ενάγουσα χρέωνε τα τιμολόγια που εξέδιδε στον εν λόγω λογαριασμό.

Το γεγονός ότι η Ενάγουσα παράδωσε προϊόντα στο ξενοδοχείο σε τρεις περιπτώσεις και εξέδωσε τα τιμολόγια (Τεκμήρια 3, 4, 5) στο όνομα της Εναγόμενης.

Τα προϊόντα παραλήφθηκαν από και υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 με την παράδοση.  

Η Εναγόμενη μετά την έγερση της αγωγής κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €2500

Το πιο πάνω ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό της Εναγόμενης (Τεκμήριο 9) και εκδόθηκε απόδειξη είσπραξης του (Τεκμήρια 7 και 8)

Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.

Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι στην υπεράσπιση η Εναγόμενη ήγειρε ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, πλην όμως δεν προώθησε οποιοδήποτε αίτημα. Συνεπώς κρίνεται ότι αυτό έχει εγκαταλειφθεί και δεν θα αποτελέσει αντικείμενο προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας.

 

Ως προς την μαρτυρία του ΜΕ1 επειδή τέθηκε ως ζήτημα μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της Εναγόμενης ότι η μαρτυρία του δεν συνάδει ουσιαστικά με το Μέρος 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας σημειώνω αρχικά ότι, ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε, δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε αίτηση ή αίτημα ως προς την μη αποδεκτότητα της μαρτυρίας του και ότι, ο μάρτυρας αναφέρει ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Είναι επιλογή του κάθε διαδίκου να παρουσιάσει ως μάρτυρες τα πρόσωπα τα οποία θεωρεί ότι μπορούν να δώσουν μαρτυρία ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Τα όσα αναφέρει ο ΜΕ1 στην μαρτυρία του σε κάθε περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει να είναι ασύνδετα με την απαίτηση της Ενάγουσας. Ως προς την ουσία της μαρτυρίας του ΜΕ1,  δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας κατάθεσε σύμφωνα με την δικογραφημένη εκδοχή, η μαρτυρία του παρατηρώ ότι υποστηρίζεται στα ουσιώδη σημεία της από τεκμήρια, είναι πειστική και εύλογη. Λαμβάνοντας υπόψιν ταυτόχρονα και τα όσα ως άνω καταγράφηκαν ως ευρήματα του Δικαστηρίου, η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της.

Στην αντίπερα όχθη, η μαρτυρία που προσέφερε η Εναγόμενη ως προς την ουσιαστική πτυχή της υπεράσπισης, δηλαδή στο κατά πόσον η Ενάγουσα συνήψε συμφωνία με την Kosher παράμεινε γενική και αόριστη χωρίς υποστήριξη επαρκούς μαρτυρίας. Γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι η Εναγόμενη συνήψε συμφωνία με την Kosher  για την ενοικίαση και διαχείριση του ξενοδοχείου. Ενώ όμως η ΜΥ1 αναφέρεται με σχετική σχολαστικότητα σε σχέση με τα όσα ακολούθησαν χρονικά την έκδοση των επίδικων τιμολογίων, η μαρτυρία της αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα γνώριζε πριν παραδώσει προϊόντα στο ξενοδοχείο παραμένει ασαφής χωρίς να προσδιορίζεται πως και πότε ενημερώθηκε η Ενάγουσα. Σημειώνω μάλιστα ότι στους όρους της μεταξύ της Εναγόμενης και της Kosher συμφωνίας, καταγράφεται στον όρο 16 ότι ο υπεύθυνος αγορών (purchasing officer) του ξενοδοχείου θα παρέχει βοήθεια στην Kosher στις παραγγελίες, γεγονός το οποίο δεικνύει ότι οι παραγγελίες προς την Ενάγουσα θα γίνονταν μέσω του ξενοδοχείου. Στην βάση των πιο πάνω, η Ενάγουσα ενήργησε με βάση την συμφωνία που είχε με την Εναγόμενη να παραδώσει δηλαδή προϊόντα κατά παραγγελία στο ξενοδοχείο. Επιπρόσθετα, ποτέ πριν την αποστολή της κατάστασης λογαριασμού προς την Εναγόμενη δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τα προϊόντα ή την τιμή τους αφού αυτά παραδόθηκαν και παραλήφθηκαν.  Τα πιο πάνω καθίστανται περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου.

Όλα τα πιο πάνω κατά την κρίση μου, πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία της εκδοχής της Εναγόμενης, συνεπώς η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Αναφορικά δε με την πληρωμή ποσού σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής, εν όψει της μη αποδοχής της μαρτυρίας της Εναγόμενης, περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι θα ενείχε σημασία εάν η Ενάγουσα εξακολουθούσε να διεκδικεί το αρχικό ποσό, όμως ως οφειλέτης, η Ενάγουσα, κατά την κρίση μου, καθόρισε ότι το σχετικό ποσό που καταβλήθηκε καταλογίστηκε προς εξόφληση του χρέους της Εναγόμενης κατά σειρά αρχαιότητας (βλ. κατ’ αναλογία Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 2604) .

Στη βάση όλων των πιο πάνω η Εναγόμενη παρέλειψε να εξοφλήσει στην Ενάγουσα το ποσό που αντιστοιχεί στα Τεκμήρια 3, 4 και 5 και εξακολουθεί να οφείλει στην τελευταία το ποσό των €4.764,55.

Η Ενάγουσα αξιώνει τόκο προς 9% και διαπιστώνεται ότι στην υπό εξέταση περίσταση στα τιμολόγια καταγραφόταν ότι «Τιμολόγιο μη εξοφληθέντα εντώς 30 ημερών θα φέρουν 9% τόκον».

 

Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Τζιαρζάζη ν. Δήμος Λευκωσίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 627 λέχθηκε ότι «... στη βάση ευθυγραμμισμένης νομολογίας, πως, εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία να ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ' αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή …»

 (βλ. επίσης Κολακίδης & Συνέταιροι ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ (1997) 1 Α.Α.Δ. 1671).

Κρίνεται συνεπώς ότι στην βάση των πιο πάνω η Ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει τόκο προς 9%.

Κατάληξη

Εν όψει όλων των ανωτέρω, η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό.

Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €4.764,55 πλέον τόκο προς 9% από 4.10.2023, ημερομηνία έκδοσης του τελευταίου τιμολογίου.

Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                             

                                                                  (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο