ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 8/2015
Μεταξύ:
1. INTERGAZ LTD
2. JOMARO LTD
Εναγόντων
και
1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
2. Δήμου Λάρνακας
Εναγομένων
Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 04.02.2026
Μεταξύ:
1. INTERGAZ LTD
2. JOMARO LTD
Εναγόντων
και
1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
2. Δήμου Λάρνακας
3. Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης Λάρνακας
Εναγομένων
Αίτηση Ημερομηνίας 05.06.2026
Ημερομηνία: 07.07.2026.
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κ. Α. Βασιλείου με κα Ν. Ιωάννου για Πελεκάνος και Πελεκάνου ΔΕΠΕ.
Για Ενάγοντες – Καθ΄ ων η αίτηση: κα Κ. Κακουλλή για Χρ. Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η επικύρωση διατάγματος τερματισμού χρήσης του τεμαχίου ιδιοκτησίας των Εναγόντων 1 αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής.
Στις 02.06.2026 ο Εναγόμενος 3 (στο εξής «Αιτητής»), ο οποίος προστέθηκε ως διάδικος δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 04.02.2026, εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση αίτησης προς προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που εγείρονται στις παραγράφους 3-8 της υπεράσπισής του. Συγκεκριμένα, με την υπό κρίση αίτηση αξιώνει τα ακόλουθα:
«(1) Όπως τα ακόλουθα νομικά σημεία τα οποία εκτίθενται στις παραγράφους 3 μέχρι 8 υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων της 'Εκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου 3, ημερομηνίας 18.05.2026, προδκαστούν και/ή αποφασισθούν υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου πρώτα και/ή προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής:
α. Ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και/ή ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του και/ή είναι επιπόλαια, και/ή ενοχλητική, και/ή καταπιεστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή είναι δικονομικά ανεπίτρεπτη και/ή δεν δικογραφείται ορθά, και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί.
β. Ο Εναγόμενος εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή, ως στρέφεται εναντίον του, πρέπει να απορριφθεί ως μη αποκαλύπτουσα εύλογη και/ή καλή αιτία αγωγής και/ή βάση αγωγής και/ή εμπίπτει εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και/ή ως καταχρηστική και/ή αόριστη και/ή άλλως πως νομικά αβάσιμη.
γ. Ο Εναγόμενος εγείρει τρίτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή εγείρει ζητήματα που άπτονται της νομιμότητας διοικητικής πράξης και/ή πράξεων εκδιδόμενων κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και/ή διοίκησης και/ή οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν αγωγή δια διεκδίκηση αποζημιώσεων πριν την ακύρωση και/ή προσβολή της επίδικης διοικητικής πράξης. Λέγει δε περαιτέρω ο Εναγόμενος ότι, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης και συνεπώς αποτελεί θέση ταυ Εναγόμενου ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας.
δ. Ο Εναγόμενος, εγείρει τέταρτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι, η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη και/ή καλή αιτία αγωγής εναντίον του και/ή ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και/ή ενοχλητική (Frivolous and Vexatious).
ε. Ο Εναγόμενος εγείρει πέμπτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι οι Ενάγοντες είχαν τη δυνατότητα να προσβάλουν την επίδικη πράξη δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, πλην όμως δεν το έπραξαν και/ή αντιθέτως, συμμορφώθηκαν με αυτή και/ή επιχειρούν εκ των υστέρων να αξιώσουν αποζημιώσεις μέσω της παρούσας διαδικασίας και ως εκ τούτου η συμπεριφορά των Εναγόντων συνιστά ανεπίτρεπτη και/ή έμμεση προσβολή διοικητικής πράξης και/ή καταστρατήγηση της προβλεπόμενης διαδικασίας.
στ. Ο Εναγόμενος εγείρει έκτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι, η Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων είναι αόριστη και/ή ελλιπής και/ή δεν υφίσταται οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ οποιασδήποτε πράξης και/ή παράλειψης του Εναγόμενου 3 και/ή των κατ' ισχυρισμό ζημιών των Εναγόντων.
(2) Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται διαγραφή (strike out) και /ή απόρριψη (dismiss) και/ή παραμερισμό (set aside) της παρούσας Αγωγής και/ή του τροποποιημένου Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος ημερομηνίας 18/02/2026 και/ή της Έκθεση Απαίτησης λόγω κατάχρησης διαδικασίας (abuse of process)
(3) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η διαγραφή και/ή απόρριψη της Αγωγής λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει οιανδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και/ή απαίτησης (reasonable cause of action) και/ή δεν συνδέεται με τα επίδικα θέματα και/ή δεν ενδείκνυται να εκδικαστεί στα πλαίσια της παρούσης αγωγής και/ή είναι ασήμαντη και/ή εκδικητική (frivolous or vexatious).
(4) ) Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για διαγραφή του ονόματος του Εναγόμενου 3 από την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή λόγω ανυπαρξίας αιτίας αγωγής εναντίον του και/ή ακύρωση και/ή απόρριψη και/ή αναστολή των διαδικασιών (stay of proceedings) και/ή παραμερισμός και/ή διαγραφή της αγωγής και/ή του κλητήριου εντάλματος στην υπό τον ως άνω αριθμό κα τίτλο αγωγή ως επιπόλαια (frivolous) και/ή ενοχλητική (vexatious) και/ή κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή καθ' ότι καμία καλή και/ή λογική αιτία και/ή βάση αγωγής αποκαλύπτεται και/ή δεικνύεται.»
Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι ενστάσεις των παραγράφων 3-8 της υπεράσπισης εγείρουν αμιγώς νομικά ζητήματα τα οποία είναι καθοριστικά ως προς την έκβαση της αγωγής. Αυτό, διότι σε περίπτωση επιτυχίας οποιασδήποτε των προδικαστικών ενστάσεων, τότε η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί.
Από την έκθεση απαίτησης προκύπτει ότι η αξίωση των Εναγόντων (στο εξής «Καθ΄ ων η αίτηση») εδράζεται στις κατ’ ισχυρισμό συνέπειες που επέφερε η ειδοποίηση και το διάταγμα τερματισμού χρήσης του τεμαχίου των Καθ΄ ων η αίτηση τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 37 του Ν. 90/1972. Με το υπό αναφορά διάταγμα τερματίστηκε η άδεια χρήσης των χώρων αποθήκευσης, εμφιάλωσης, μεταποίησης πετρελαιοειδών και υγραερίου και διατάχθηκε η απομάκρυνση των οικοδομών και των εγκαταστάσεων που σχετίζονται με τις πιο πάνω εργασίες οι οποίες διεξάγονταν εντός του τεμαχίου ιδιοκτησίας των Καθ΄ ων η αίτηση. Επιπροσθέτως, οι Καθ΄ ων η αίτηση, αξιώνουν αποζημιώσεις για κατ’ ισχυρισμό έξοδα και απώλειες που υπέστηκαν συνεπεία της ειδοποίησης και του διατάγματος, καθώς και για κατ’ ισχυρισμό μείωση της αξίας της περιουσίας τους.
Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της απαίτησης των Καθ΄ ων η αίτηση. Το διάταγμα τερματισμού χρήσης αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η νομιμότητα και ορθότητα της οποίας μπορεί να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της προαναφερόμενης διοικητικής πράξης.
Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η αίτηση εγείρουν ζητήματα αναφορικά με την εγκυρότητα, νομιμότητα και τη διαδικασία έκδοσης και κοινοποίησης του διατάγματος τερματισμού χρήσης. Εγείρονται, επομένως, ζητήματα που άπτονται της νομιμότητας και εκτελεστότητας διοικητικής πράξης, τα οποία, ως εκ της φύσης τους, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, το άρθρο 37 του Ν.90/1972 προβλέπει ειδική και αυτοτελή διαδικασία για την προσβολή αποφάσεων και διαταγμάτων της πολεοδομικής αρχής. Οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να ενεργοποιήσουν τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Μάλιστα, επιχειρούν μέσω της παρούσας αγωγής να παρακάμψουν το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις επίδικες αξιώσεις τους.
Τέλος, δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή. Το άρθρο 77 του Ν. 90/1972 προβλέπει ότι η σχετική απαίτηση αποζημίωσης υποβάλλεται στον Υπουργό Εσωτερικών ο οποίος και το υπόχρεο πρόσωπο για την καταβολή τυχόν αποζημίωσης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία διακρίνεται σε δύο βασικούς πυλώνες. Αφενός, υποστηρίζουν ότι δεν προσφέρεται προς προδικαστική επίλυση ο ισχυρισμός του Αιτητή περί του ότι υπόχρεος για την καταβολή τυχόν αποζημιώσεων είναι αποκλειστικά ο Εναγόμενος 1. Αφετέρου, σε ό,τι αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις των παραγράφων 3-8, αποδέχονται μεν ότι είναι κατάλληλες προς προδικαστική εκδίκαση, διαφωνούν δε ως προς τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα, οι λόγοι ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση έχουν ως ακολούθως:
«Σε ότι αφορά στην προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων υπ’ αρ. α, δ και στ του αιτητικού (1) και/ή σε οποιοδήποτε αιτητικό σχετίζεται με τη θέση και/ή μόνο στο βαθμό που αφορούν τη θέση ότι με βάση το άρθρο 77 τον Ν 90/1972 μόνος υπόλογος για καταβολή αποζημίωσης είναι ο Εναγόμενος 1.
1. Σύμφωνα με τις προδικαστικές ενστάσεις του Εναγόμενου 3, η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη και/ή καλή αιτία αγωγής εναντίον του και/ή η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική και/ή ενοχλητική.
Στο βαθμό που αυτές οι προδικαστικές ενστάσεις σχετίζονται με την ερμηνεία του άρθρου 77 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου, Ν. 90/1972 («άρθρο 77» και «ο Νόμος») και υποστηρίζονται από τις παραγράφους 31 έως 38 της ένορκης δήλωσης πού υποστηρίζει την αίτηση, κάτω από τον τίτλο, «Εύλογη ή Καλή Αιτία βάση αγωγής εναντίον του Εναγομένου», οι Ενάγοντες- Καθ' ων η αίτηση («οι Ενάγοντες») ενίστανται στην προδικαστική εκδίκαση αυτής της προδικαστικής ένστασης (σε όσες παραγράφους εντοπίζεται αυτή, υπό μορφή πλεονασμού και επανάληψης) για τους πιο κάτω λόγους:
(1) Αυτή η προδικαστική ένσταση δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες Θέσεις του Εναγόμενου 3.
(2) Χωρίς βλάβη της ανωτέρω Θέσης τους, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η διαπίστωση κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, συνιστά νομικό ζήτημα και οποιαδήποτε τέτοια απόφανση ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί σε τερματισμό της διαδικασίας, μόνο όταν δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Περαιτέρω η εξουσία του Δικαστηρίου για τη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου δυνάμει της Δ.27 θ.3 ασκείται με φειδώ μόνο σε απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου το δικόγραφο στερείται αναμφίβολα νομικού ή πραγματικού ερείσματος και όπου αυτό είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο και δεν έχει βάση συζήτησης.
Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.
(3) Το εγειρόμενο ζήτημα δεν είναι νομικά απλό, ούτε και υφίσταται νομολογία επ' αυτού και θα ήταν ορθό να αποφασιστεί στο τέλος της διαδικασίας.
(4) Περαιτέρω το ζήτημα αφορά πρωτίστως τον Εναγόμενο 1, στον οποίο δεν απευθύνεται η αίτηση και δεν μπορεί να αποφασιστεί στην απουσία του. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 1 με την παράγραφο 5 Α της Υπεράσπισης του ισχυρίζεται ότι υπεύθυνη για καταβολή τυχόν αποζημιώσεων είναι η αρμόδια Πολεοδομική Αρχή ή και η διάδοχη Πολεοδομική Αρχή και ουδεμία ευθύνη έχει ο Εναγόμενος Ι. Περαιτέρω, στις παραγράφους 14 και 14Α της Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιεσδήποτε αποζημιώσεις αξιώνουν οι Ενάγοντες και ότι οποιαδήποτε ευθύνη για αποζημίωση ανήκει στον Εναγόμενο 2 ως αρμόδια Πολεοδομική Αρχή.
(5) Το άρθρο 77 αναφέρει ότι η απαίτηση υποβάλλεται εντός προθεσμίας και κατά τρόπο που καθορίζεται σε Κανονισμούς οι οποίοι όμως δεν έχουν θεσπιστεί. Συνεπώς το ζήτημα είναι νομικά περίπλοκο και απαιτείται η απόφανση του Δικαστηρίου μετά το τέλος της διαδικασίας και αφού ακούσει επιχειρηματολογία από όλους τους διαδίκους.
(6) Οι λόγοι ένστασης 9-ΙΟ πιο κάτω επαναλαμβάνονται και αποδεικνύουν το νομικά περίπλοκο του ζητήματος.
Σε ότι αφορά στα αιτητικά (2) -(6):
2. Δεν δικαιολογείται η διαγραφή και/ή η απόρριψη της αγωγής είτε λόγω κατάχρησης της διαδικασίας είτε επειδή ισχυριζομένως δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής και/ή απαίτηση και/ή επειδή ισχυριζομένως είναι ασήμαντη και η εκδικητική και επειδή δεν δικογραφείται ορθά και/ή επειδή δεν υπάρχει ισχνριζομένως αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 3.
Χωρίς βλάβη της γενικότητας της πιο πάνω Θέσης τους, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 3 εμποδίζεται από τον να εγείρει τέτοιο ισχυρισμό εκ της παραδοχής της παραγράφου 3Α της Έκθεσης Απαίτησης που γίνεται με την παράγραφο 11 της Υπεράσπισης του και εκ των ρητών προνοιών του Περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμος του 2022 (Ν. 37(Ι)/2022).
3. Ομοίως δεν δικαιολογείται η ακύρωση και η απόρριψη και/ή η αναστολή της διαδικασίας και ο παραμερισμός και η διαγραφή της αγωγής και του κλητηρίου εντάλματος ως ισχυριζομένως επιπόλαιας και/ή ενοχλητικής και η κακόπιστης και/ή καταχρηστικής και/ή επειδή ισχυριζομένως καμία καλή και/ή λογική αιτία και βάση αγωγής αποκαλύπτεται και/ή δεικνύεται.
Οι Ενάγοντες ακολούθησαν τη διαδικασία που προβλέπεται νομοθετικά και διεκδικούν αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 23(3) του Συντάγματος και των άρθρων 37 και 77 του Νόμου. H αγωγή και η Έκθεση Απαίτησης ουδόλως είναι αόριστες και αντίθετα όλοι οι αναγκαίοι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που απαιτούνται σε αξίωση αυτής της φύσης, δικογραφούνται επαρκώς.
4. Οι Ενάγοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του Διατάγματος Τερματισμού Χρήσης και δικαιούνται να αξιώνουν αποζημιώσεις για τη ζημιά εκ της μείωσης της οικονομικής αξίας της περιουσίας τους και/ή αναγκαιότητας καταστροφής των εγκαταστάσεων τους, της παρενόχλησης των εργασιών τους και τις δαπάνες εκ της μετακίνησης τους.
5. Οι θέσεις του Εναγόμενου 3 είναι νομικά πεπλανημένες επειδή σε περίπτωση που οι Ενάγοντες είχαν προσβάλει το Διάταγμα Τερματισμού Χρήσης επιτυχώς, τότε δεν θα είxαν ζημιά ή απώλεια και δεν θα προωθούσαν την παρούσα ή οποιαδήποτε αγωγή και η αξίωση για αποζημίωση. Όμως οι Ενάγοντες αναγνώρισαν τη νομιμότητα του Διατάγματος Τερματισμού Χρήσης και δεν άσκησαν το δικαίωμα τους να το προσβάλουν και συμμορφώθηκαν με αυτό με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους για διεκδίκηση αποζημιώσεων και/ή διεκδικούν τις αξιούμενες απώλειες, ζημιές και δαπάνες τις οποίες υπέστησαν ακριβώς εκ της συμμόρφωσης τους με αυτό.
6. Η θέση ότι προκειμένου να διεκδικήσει πολίτης αποζημιώσεις από τη Διοίκηση θα πρέπει πρώτα να επιτύχει ακύρωση της διοικητικής απόφασης που του προκαλεί τη βλάβη δυνάμει του άρθρου 146(6) του Συντάγματος είναι νομικά εσφαλμένη και/ή πεπλανημένη και/ή παραγνωρίζει το γεγονός ότι προβλέπονται συνταγματικά και άλλοι τρόποι διεκδίκησης αποζημιώσεων από τον πολίτη εκεί όπου τίθενται από τη Διοίκηση δεσμεύσεις, περιορισμοί και όροι που επηρεάζουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας του, ενώ ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει ρητά την ύπαρξη τέτοιου νομικού δικαιώματος σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος τερματισμού χρήσης.
7. H θέση ότι οι επίδικες αξιώσεις προϋποθέτουν έμμεση αμφισβήτηση διοικητικών πράξεων είναι πραγματικά και νομικά εσφαλμένη και/ή παράλογη και/ή προϊόν πρόδηλης νομικής σύγχυσης, καθότι οι επίδικες αξιώσεις προϋποθέτουν αντίθετα να έχει περιληφθεί η σχετική διοικητική πράξη με αμάχητο τεκμήριο νομιμότητας. Δεν Θα νοείτο διεκδίκηση αποζημιώσεων σε περίπτωση που το Διάταγμα Τερματισμού Χρήσης είχε ακυρωθεί και δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα, οπότε δεν Θα ήταν υποχρεωμένοι οι Ενάγοντες να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του και να υποστούν απώλειες και ζημιές.
8. Ομοίως δεν τίθεται ζήτημα κωλύματος και/ή estoppel των Εναγόντων από του να προωθούν την παρούσα αγωγή από την ισχυριζόμενη παράλειψή τούς να προσβάλουν το Διάταγμα Τερματισμού Χρήσης, η συμμόρφωση με το οποίο προκάλεσε τις αξιούμενες απώλειες, ζημιές και δαπάνες.
9. Οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται να αξιώσουν αποζημίωση και από τις δύο διοικητικές αρχές που, δυνάμει τον Νόμου, ενεπλάκησαν στην έκδοση και επικύρωση του Διατάγματος Τερματισμού Χρήσης δυνάμει του άρθρο 37 του Νόμου.
10. Το γεγονός ότι το άρθρο 77 απαιτεί όπως, διαδικαστικά, η απαίτηση υποβάλλεται στον Υπουργό, δεν προδικάζει το ζήτημα της ευθύνης καταβολής της αποζημίωσης, δεδομένου ότι το άρθρο 37 του Νόμου ορίζει ότι:
(1) είναι η Πολεοδομική Αρχή που μπορεί να απαιτήσει τον τερματισμό της χρήσης αφού λάβει υπόψη το Σχέδιο Αναπτύξεως της περιοχής και νοουμένου ότι κρίνει ότι είναι σκόπιμο προς το συμφέρον της πρέπουσας πολεοδομικής ρύθμισης να τερματιστεί η χρήση οικοδομών και έργων που θα επηρεάσουν τη ρύθμιση αυτή, αλλά
(2) το επί τούτου εκδοθέν διάταγμα της, δεν ισχύει αν δεν επικυρωθεί από τον Υπουργό,
(3) Το Διάταγμα επιδίδεται από την Πολεοδομική Αρχή.
11. Δεν δικαιολογείται επιδίκαση εξόδων υπέρ του Εναγόμενου 3, δεδομένου ότι η αίτηση τον κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι παντελώς αβάσιμη και οδηγεί σε άσκοπη κατασπατάληση χρόνου και εξόδων και αντίθετα, ο Εναγόμενος 3 Θα πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας.»
Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής ευθύνης του Εναγόμενου 1 προβάλλεται η θέση ότι αφορά πρωτότυπο και νομικά περίπλοκο θέμα το οποίο δεν μπορεί να εκδικαστεί στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης.
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους, ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των εγειρόμενων νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων και ειδική αναφορά θα γίνει πιο κάτω μόνο όπου αυτό κριθεί σκόπιμο.
Νομική πτυχή
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.27 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides (1965) 1 C.L.R. 176, Ιωάννη Νικόλα Χ’’Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 949 και Παπαθανασίου και Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου κ.α. Πολ. Έφεση αρ.Ε178/14 ημερ.11.08.2020), ECLI:CY:AD:2020:A285.
Η νομολογία υποδεικνύει, ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του διαδίκου που το εγείρει, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση της ουσίας. Επιπρόσθετα, η νομολογία υπογραμμίζει ότι νομικό σημείο δεν εκδικάζεται προδικαστικά όταν τα γεγονότα επί των οποίων θα αποφασιστεί είναι αμφισβητούμενα (βλ. ανωτέρω Ιωάννη Νικόλα Χ’’Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ).
Συμπεράσματα
Σε διαδικασίες αυτής της φύσης δύο είναι τα ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν. Πρώτον, κατά πόσο το εγειρόμενο ζήτημα είναι κατάλληλο για να τύχει προδικαστικής εκδίκασης και δεύτερον, κατά πόσο, επί της ουσίας πλέον, ευσταθεί η εγερθείσα προδικαστική ένσταση. Προέχει, επομένως, η εξέταση του πρώτου ζητήματος.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που άπτονται του ζητήματος της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Ενίσταται, ωστόσο, στην προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος περί απουσίας αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του Αιτητή στη βάση του ότι αποκλειστικά υπόλογος για την επιδίκαση τυχόν αποζημιώσεων κάτω από το άρθρο 77 του Ν.90/1972 είναι ο Εναγόμενος 1. Ειδικότερα, η κα Κακουλλή υποστήριξε ότι το υπό αναφορά ζήτημα δεν εγείρεται στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Αιτητή. Περαιτέρω, δεν συνιστά απλό νομικό ζήτημα και ως εκ τούτου δεν προσφέρεται προς επίλυση στο πλαίσιο προδικαστικής εκδίκασης. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με την εισήγηση της συνηγόρου, να αποφασιστεί στην απουσία του Εναγόμενου 1.
Διαφορετική είναι η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή. Ο κ. Βασιλείου υπέδειξε, ότι οι προδικαστικές ενστάσεις των παραγράφων 3 και 4 της Υπεράσπισης εγείρουν το ζήτημα της μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του Αιτητή. Άλλωστε, η απαίτηση των Καθ’ ων η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 77 του Ν.90/1972, το οποίο ρητά ορίζει ότι απαίτηση για αποζημίωση υποβάλλεται στον Υπουργό Εσωτερικών. Το γεγονός, ότι ο Αιτητής αποτελεί τη διάδοχη πολεοδομική αρχή του πρώην Εναγόμενου 2, δεν δημιουργεί αστική ευθύνη για καταβολή αποζημιώσεων. Η εμπλοκή της πολεοδομικής αρχής στην έκδοση του διατάγματος τερματισμού χρήσης που προβλέπεται στο άρθρο 37 του Ν.90/1972 διακρίνεται από την εξέταση της απαίτησης αποζημίωσης που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 77 του Ν.90/1972.
Καταρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα παραδεκτά γεγονότα. Παραταύτα, μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις του Αιτητή και των Καθ΄ ων η αίτηση προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα ως παραδεκτά:
· Ο Αιτητής είναι η διάδοχη πολεοδομική αρχή του πρώην Εναγόμενου 2, δυνάμει του περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμου, Ν.37(1)/2022, ως έχει τροποποιηθεί.
· Η παρούσα αγωγή συνεχίζεται κατά του Αιτητή δυνάμει ρητών προνοιών του προαναφερόμενου Νόμου. Η απόφαση που ήθελε εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό θα δεσμεύσει τον Αιτητή ως διάδοχη πολεοδομική αρχή.
· Ο πρώην Εναγόμενος 2 επέδωσε στους Καθ΄ ων η αίτηση επιστολή με θέμα «Ειδοποίηση δυνάμει του Άρθρου 37(6) σε σχέση με την υποβολή εις τον Υπουργό Εσωτερικών προς επικύρωση, Διατάγματος Τερματισμού Χρήσης». Σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή ο πρώην Εναγόμενος 2, ως η αρμόδια πολεοδομική αρχή, είχε εγκρίνει την έκδοση του διατάγματος τερματισμού χρήσης του τεμαχίου των Καθ΄ ων η αίτηση και υποβλήθηκε στον Υπουργό Εσωτερικών για επικύρωση.
· Το διάταγμα επικυρώθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 30.01.2014. Το διάταγμα προέβλεπε, όπως μέσα σε περίοδο 3 ετών από την ημερομηνία επικύρωσής του από τον Υπουργό (30/1/2014):
i. τερματιστεί η χρήση του τεμαχίου ως χώρος για εγκαταστάσεις / δεξαμενές αποθήκευσης πετρελαιοειδών και υγραερίου και
ii. αφαιρεθούν οι οικοδομές και έργα που σχετίζονται με τις ανωτέρω χρήσεις.
· Οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν πρόσβαλαν ενώπιον αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου την ειδοποίηση που επιδόθηκε δυνάμει του άρθρου 37(6) του Ν.90/1972, ούτε και το διάταγμα τερματισμού χρήσης.
Στη βάση των προαναφερόμενων παραδεκτών γεγονότων, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που άπτονται της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς του. Επισημαίνω, ότι υπάρχει το κοινό υπόβαθρο γεγονότων σε σχέση με την έκδοση και επίδοση ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 37 (6) του Ν.90/1972, καθώς και της έκδοσης διατάγματος τερματισμού χρήσης του επίδικου τεμαχίου. Ταυτόχρονα, είναι παραδεκτό ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν προσέβαλαν το προαναφερόμενο διάταγμα ενώπιον Διοικητικού Δικαστηρίου.
Το προαναφερόμενο κοινό υπόβαθρο γεγονότων επιτρέπει, κατά την κρίση μου, στο Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση των ενστάσεων που εγείρονται σε σχέση με την καθ’ ύλην αρμοδιότητά του.
Δεν ισχύουν, ωστόσο, τα ίδια σε ό,τι αφορά την αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος ή αιτίας αγωγής εναντίον του Αιτητή. Η ουσία της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή έγκειται στη θέση ότι το αρμόδιο και κατονομαζόμενο για σκοπούς αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 77 του Ν.90/1972 πρόσωπο είναι ο Υπουργός Εσωτερικών και όχι ο Αιτητής.
Το ζήτημα που εγείρεται αν και είναι νομικό, καθώς αφορά την ερμηνεία του άρθρου 77 του Ν.90/1972, εντούτοις δεν εντάσσεται σε εκείνες τις απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις σε σχέση με τις οποίες η νομολογία επιτρέπει την επίλυσή τους στο πλαίσιο αίτησης στη βάση της Δ.27 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως αναφέρθηκε στην ανάπτυξη της νομικής πτυχής δεν εκδίδεται διαταγή στη βάση της Δ.27 στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση της ουσίας (Ιωάννη Νικόλα Χ’’Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ανωτέρω). Η πιο πάνω διαχρονική αρχή επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα στην υπόθεση STOBA Trading Ltd κ.ά. ν. South Automobile Group LLC κ.ά. Πολ. Έφεση Αρ. Ε223/2019, ημερ. 27.11.2025.
Εν προκειμένω, στο άρθρο 77 δεν ορίζεται με σαφήνεια το πρόσωπο το οποίο είναι υπόλογο για την καταβολή των αποζημιώσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου. Παράλληλα, τίθεται και το ζήτημα ως προς το κατά πόσο το άρθρο 77 του Ν.90/1972 θα πρέπει να αντικριστεί μεμονωμένα ή σε συνάρτηση και με τις πρόνοιες του άρθρου 37 του Ν.90/1972. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα οι Κανονισμοί που προνοούνται στο άρθρο 77(2), οι οποίοι θα ρυθμίζουν τη διαδικασία υποβολής της σχετικής απαίτησης για αποζημίωση. Επισημαίνω, ότι, όπως άλλωστε υπέδειξε και ο κ. Βασιλείου, δεν υπάρχει νομολογιακό προηγούμενο σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 77.
Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας των προδικαστικών ενστάσεων που άπτονται της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Η πεμπτουσία των εισηγήσεων του Αιτητή συνίσταται στο ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση όφειλαν να προσφύγουν στο Διοικητικό Δικαστήριο επιδιώκοντας την ακύρωση της επίμαχης διοικητικής πράξης στη βάση της οποίας εκδόθηκαν και επικυρώθηκαν οι διοικητικές αποφάσεις που αφορούν το τεμάχιο των Καθ΄ ων η αίτηση.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι η βάση της αξίωσης των Καθ΄ ων η αίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με διοικητικές πράξεις και αποφάσεις οι οποίες λήφθηκαν δυνάμει εξουσιών που παρέχονται από τον Ν.90/1972. Συγκεκριμένα, ο κ. Βασιλείου υπέδειξε ότι αν και η αγωγή επιχειρείται να παρουσιαστεί ως αγωγή διεκδίκησης αποζημιώσεων στη βάση του άρθρου 77, εντούτοις στην έκθεση απαίτησης προωθούνται ισχυρισμοί οι οποίοι, έστω και συγκεκαλυμένα, άπτονται της νομιμότητας, εγκυρότητας και ορθότητας των διαδικασιών που οδήγησαν στο διάταγμα τερματισμού χρήσης. Πιο συγκεκριμένα, προβάλλονται ισχυρισμοί που αφορούν την επίδοση του διατάγματος τερματισμού χρήσης και τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις πρόνοιες του Ν.90/1972.
Με κάθε σεβασμό, η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η συνολική μελέτη της έκθεσης απαίτησης δεικνύει ότι η βάση της παρούσας αγωγής εντοπίζεται στις ισχυριζόμενες ζημιές των Καθ΄ ων η αίτηση συνεπεία του διατάγματος τερματισμού χρήσης. Είναι γεγονός ότι στις παραγράφους 5, 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης προβάλλονται ισχυρισμοί που αφορούν την επικύρωση του διατάγματος τερματισμού χρήσης και την επίδοσή του. Την ίδια, ωστόσο, στιγμή είναι δεδομένο ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν προχώρησαν στην αμφισβήτηση της ορθότητας της διαδικασίας που οδήγησε στην επικύρωση του διατάγματος τερματισμού χρήσης. Αντ’ αυτού επέλεξαν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις. Σημειώνω, ότι το άρθρο 45 του Ν.90/1972 δεν επιβάλλει την προσφυγή κατά απόφασης της πολεοδομικής αρχής. Εν προκειμένω, οι Καθ΄ ων η αίτηση επέλεξαν να μην προσβάλουν το διάταγμα τερματισμού χρήσης και αυτή η επιλογή τους προκύπτει με σαφήνεια, τόσο από τις θεραπείες που αξιώνονται στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης, όσο και από το περιεχόμενο των παραγράφων 9, 10 και 12 της έκθεσης απαίτησης μέσω των οποίων ισχυρίζονται ότι επέδωσαν στον Υπουργό Εσωτερικών ειδοποίηση απαίτησης αποζημίωσης αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, καταβολή αποζημίωσης για τη μετακίνηση των εγκαταστάσεών τους από το τεμάχιο.
Επιπροσθέτως, στην παράγραφο 2 της απάντησης στην υπεράσπιση του Αιτητή προβάλλεται ρητά ο ισχυρισμός ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν αμφισβητούν τη νομιμότητα οποιασδήποτε διοικητικής πράξης, καθώς και ότι η αγωγή τους δεν στηρίζεται στο άρθρο 146.6 του Συντάγματος.
Τέλος, είναι ορθή η επισήμανση της κας Κακουλλή ότι δεν θα νοείτο διεκδίκηση αποζημιώσεων σε περίπτωση που το διάταγμα τερματισμού χρήσης είχε ακυρωθεί και δεν παρήγε έννομα αποτελέσματα.
Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι δεν προωθείται έμμεσα ή συγκεκαλυμένα ζήτημα αμφισβήτησης της ορθότητας του διατάγματος τερματισμού χρήσης. Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας εκδίκασης της αγωγής.
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
(Υπ.) ……………………………
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο