ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.
Αρ. Αιτ.: 532/25(i)
Μεταξύ:
ΑΝΔΡΕΟΥ & ΠΟΣΝΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ
Ενάγουσας / Αιτήτριας
-και-
ΤΕΡΕΖΑ ΜΙΣΟΥ
Εναγόμενης / Καθ’ ης η Αίτηση
Ημερομηνία: 27.7.2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα. Ανδρέου
Για Εναγόμενη / Καθ’ ης η Αίτηση: Αυτοπροσώπως
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Με την απαίτηση της η Ενάγουσα διεκδικεί έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης ως ακολούθως:
«Α) €190.00- ποσό οφειλόμενο δυνάμει Υπόλοιπο Τιμολογίου και/ή Αποζημιώσεων και/ή Προσφερθεισών Υπηρεσιών.
Β) €48.00- ποσό οφειλόμενο ως έξοδα της Προδικαστηριακής Επιστολής Ημερομηνίας 15/07/25.
Γ) €16.50.- ποσό οφειλόμενο ως έξοδα επίδοσης της Προδικαστηριακής Επιστολής.
Δ) ΦΠΑ επί ποσού των €48.00-.
Ε) Νόμιμο Τόκο.
ΣΤ) Έξοδα, ΦΠΑ και Έξοδα Επίδοσης.»
Η Εναγόμενη (εφεξής «η Καθ’ ης η Αίτηση») καταχώρησε αρχικά σημείωμα εμφάνισης στις 30.9.2025 και στις 15.10.2025 καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Ακολούθως καταχώρησε αναθεωρημένο σημείωμα εμφάνισης στις 17.10.2025 για να προσθέσει και την επιλογή ότι προτίθεται να αμφισβητήσει και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πέραν του συνόλου ή μέρους της απαίτησης.
Συνοπτικά αναφέρω ότι η Ενάγουσα (εφεξής «η Αιτήτρια») στην απαίτηση της αναφέρει ότι προσέφερε δικηγορικές υπηρεσίες στην Καθ’ ης η Αίτηση για καταχώρηση και χειρισμό αίτησης διαζυγίου, για τις οποίες συμφωνήθηκε όπως η Καθ’ ης η Αίτηση καταβάλει ποσό €1.000 πλέον ΦΠΑ. Η Καθ’ ης η Αίτηση σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε το ποσό των €1.000 και παραλείπει μέχρι σήμερα να καταβάλει το ποσό των €190 το οποίο ουσιαστική αποτελεί τον ΦΠΑ επί του ποσού των €1.000.
Η Καθ’ ης η Αίτηση στην υπεράσπιση της αναφέρεται γενικά στο ιστορικό της σχέσης της με το δικηγορικό γραφείο της Αιτήτριας δεχόμενη ότι εκπροσωπήθηκε από την Αιτήτρια και τους δικηγόρους αυτής στα πλαίσια αίτησης για έκδοση διαζυγίου, δεν αποδέχεται όμως ότι συμφωνήθηκε ως αμοιβή το πιο πάνω ποσό και ισχυρίζεται ότι το επίδικο τιμολόγιο εκδόθηκε μετά που κατέβαλε τα €1.000 και χωρίς προηγουμένως να της καθοριστεί το σύνολο της αμοιβής παρά του ότι επανειλημμένα το απαίτησε. Πέραν και επιπρόσθετα των πιο πάνω, η Καθ’ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι προέβη σε καταγγελίες εναντίον της Αιτήτριας στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο για τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε και αποδίδει αυτή την απαίτηση στην εκδικητικότητα της Αιτήτριας. Επίσης, ανταπαιτεί ποσό €3.000 ως αποζημίωση για ηθική, ψυχολογική και οικονομική βλάβη που της προκάλεσε η Αιτήτρια.
Η Αιτήτρια προχώρησε να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση στις 30.3.2026 για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση.
Η αίτηση της προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση την οποία καταχώρησε στις 14.4.2026, και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει την άλλη.
Τα μέρη παράδωσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους, τις οποίες υιοθέτησαν. Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας απόφασης.
Η Αίτηση
Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Κύπρου Ανδρέου ο οποίος αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα απαίτηση χρόνο εργαζόταν στην Αιτήτρια η οποία είναι δικηγορική εταιρεία. Υπό την ιδιότητα του αυτή, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Ως περαιτέρω αναφέρει, η Καθ’ ης η Αίτηση ανάθεσε στην Αιτήτρια την αίτηση διαζυγίου της με τον Γ.Μ., τότε σύζυγο της και συμφωνήθηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ’ ης η Αίτηση ότι η αμοιβή της πρώτης θα ανερχόταν σε ποσό €1.000 πλέον ΦΠΑ, ποσό το οποίο η Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλούμενη οικονομικές δυσκολίες, ανέλαβε να πληρώσει με σταδιακές πληρωμές.
Στις 9.11.2021 η Αιτήτρια καταχώρησε την αίτηση διαζυγίου στο Δικαστήριο χωρίς η Καθ’ ης η Αίτηση να είχε πληρώσει μέχρι τότε οποιοδήποτε ποσό και η εν λόγω αίτηση έλαβε τον αριθμό 310/21 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ορίστηκε για επίδοση στις 15.12.2021. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε μετέπειτα στις 2.2.2022 ούτως ώστε να καταχωρήσει υπεράσπιση ο Γ.Μ., ο οποίος εν τέλει δεν καταχώρησε υπεράσπιση με αποτέλεσμα η αίτηση να οριστεί για απόδειξη στις 16.3.2022. Η Αιτήτρια καταχώρησε ένορκη δήλωση προς απόδειξη της αίτησης όμως λόγω απουσίας της φυσικού Δικαστή κατά την 16.3.2022 η πιο πάνω αίτηση παράμεινε για απόδειξη στις 30.3.2022, ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση για διαζύγιο. Στις 4.4.2022 ζητήθηκε σύνταξη της απόφασης. Στις 12.5.2022 η Καθ’ ης η Αίτηση παράλαβε από το γραφείο της Αιτήτριας την απόφαση διαζυγίου χωρίς να εξοφλήσει την αμοιβή της Αιτήτριας. Η Καθ’ ης η Αίτηση κατέβαλε έναντι του ποσού των €1.000 πλέον Φ.Π.Α., ποσό €300 στις 10.12.2021, ποσό €200 στις 12.1.2022, ποσό €200 στις 12.5.2022, ποσό €200 στις 2.8.2022, και ποσό €100 στις 21.12.2022 αφήνοντας υπόλοιπο εξ €190.
Κατά τις 21.12.2022 η Καθ’ ης η Αίτηση υποσχέθηκε στην Αιτήτρια ότι θα εξοφλούσε το τότε υπόλοιπο της το οποίο ανερχόταν σε ποσό €290 πλην όμως κατέβαλε μόνο €100 με αποτέλεσμα να παραμείνει οφειλόμενο €190. Την ίδια ημέρα η Αιτήτρια εξέδωσε τιμολόγιο (Τεκμήριο Α) για το ποσό των €1.000 πλέον Φ.Π.Α. αναμένοντας ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση θα το παραλάμβανε και θα το πλήρωνε. Με την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου, η Αιτήτρια αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό των €190 με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Παρόλο που η Καθ’ ης η Αίτηση κλήθηκε να πληρώσει το πιο πάνω ποσό δεν το έπραξε με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να αποστείλει επιστολή προδικαστηριακού πρωτόκολλου ημερομηνίας 15.7.2025 η οποία επιδόθηκε στην Καθ’ ης η Αίτηση στις 24.7.2025 (Τεκμήριο Β) για την οποία εκδόθηκε σχετικά τιμολόγιο (Τεκμήριο Ε). Η Καθ’ ης η Αίτηση απάντησε στην πιο πάνω επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 24.7.2025 (Τεκμήριο Γ) ζητώντας κατ’ ουσία, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, συνάντηση για να πληρώσει τις οφειλές της στο γραφείο της Αιτήτριας. Η συνάντηση θα λάμβανε χώρα στις 5.8.2025 (Τεκμήριο Δ) αλλά στις 4.8.2025 επικοινωνώντας τηλεφωνικά η Καθ’ ης η Αίτηση ακύρωσε τη συνάντηση.
Αποτελεί ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα ότι από την υπεράσπιση της Καθ’ ης η Αίτηση δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση υπεράσπισης και δεν προκύπτει οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας της. Υποστηρίζει επιπρόσθετα ότι από την σελίδα 3 της υπεράσπισης προκύπτει παραδοχή της Καθ’ ης η Αίτηση για την καταβολή του ποσού των €1.000 και ότι, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η Αίτηση είναι άσχετοι και δεν συνάδουν με το επίδικο θέμα αφήνοντας αναντίλεκτες τις θέσεις της Αιτήτριας. Ισχυρίζεται επίσης ότι η απαίτηση είναι ξεκάθαρη, με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε επιτακτικός λόγος για τον οποίο η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγηθεί σε δίκη.
Η Ένσταση
Με την ένσταση της ης Καθ’ ης η Αίτηση προβάλλει τον εξής λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί:
«Οι λόγοι της Ένστασης αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση που υποβλήθηκε μέσω I justice στις 14/04/2026. Συνοπτικά, ενίσταμαι στην καταχώριση με αρ. 3968/2026, αφού θεωρώ τα στοιχεία της αναληθή.»
Με την ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση, η Καθ’ ης η Αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Ανδρέου αναφέροντας στην ουσία αλλά πιο συνοπτικά τα όσα προβάλλει στην υπεράσπιση της, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε της καθορίστηκε το ύψος της αμοιβής αλλά αφέθηκε να νοηθεί ότι το ποσό θα καθοριζόταν στην συνέχεια.
Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι το διαζύγιο εκδόθηκε μετά από δική της παρέμβαση προς το Δικαστήριο εφόσον ο δικηγόρος που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Αιτήτριας είχε ζητήσει αναβολή. Παρά του ότι η ίδια ήταν παρούσα, η παρουσία της δεν καταγράφηκε στην απόφαση (Τεκμήρια Ζ,Η,Θ).
Αποδέχεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε ποσά στην Αιτήτρια αλλά δεν έλαβε οποιαδήποτε απόδειξη ισχυριζόμενη ότι η γραμματέας της έλεγε να πληρώνει €200 τον μήνα και ότι δεν χρειάζεται απόδειξη διότι έτσι δουλεύει το γραφείο. Εκείνη πλήρωνε γιατί δεν ένιωθε καλά επειδή η υπόθεση προχωρούσε.
Το πραγματικό ποσό της αμοιβής το έμαθε στις 30.3.2022 όταν δικηγόρος της Αιτήτριας της είπε ότι το διαζύγιο είναι ταρίφα €1.200.
Καταληκτικά σημειώνει ότι «εφόσον οι ενάγοντες παραδέχονται την σταδιακή πληρωμή του ποσού χωρίς την έκδοση, (κάθε καταβολής μου μέροι Sno του ποσού), αποδείξεων και ερχόμενοι μετά την καταγγελία μου στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, έκδοσης τιμολογίου μετά την παρέλευσηn 4 ετών περίπου και επειδή ακολούθησαν και άλλα γεγονότα και αξιώσεις χρημάτων χωρίς να λειτουργήσουν επαγγελματικά, δεοντολογικά, και με σεβασμό στο πρόσωπο μου, η παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να οδηγηθεί σε δίκη. Εντούτοις, για χάρη και μόνο της ψυχικής μου ηρεμίας και πάλι, και επειδή θεωρώ δύσκολο για διάφορους λόγους να βρω το δίκαιο μου, αιτούμαι ως θεραπεία να πληρώσω το ποσό που αξιώνουν δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου οι οποίοι είναι ανυπόστατοι.»
Νομική πτυχή
Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με το Μέρος 24 Κ.2:
«24.2. Λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης
(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, περιλαμβάνονται στους Κ.3, 4 και 5 του Μ.24 των Κανονισμών πιο πάνω. Ως καταγράφεται στο Σύγγραμμα Blackstone’s Civil Practice 2018 σελ.595-597, η αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί μόνο μετά την καταχώρηση εμφάνισης από πλευράς εναγόμενου. Η αίτηση καταχωρείται δια κλήσεως και συνοδεύεται από μαρτυρία και δήλωση αλήθειας. Για την μαρτυρία επί της οποία θα στηριχθεί ο ενάγων, θα πρέπει να καταγράφεται ότι ο ενάγων πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση με πραγματική προοπτική επιτυχίας. Συνήθως η μαρτυρία θα περιέχεται είτε στην ίδια την αίτηση είτε σε ξεχωριστό έγγραφο το οποίο θα πρέπει επίσης να επιδοθεί στην αντίδικη πλευρά. Θα ήταν επίσης συνετό όπως προχωρήσει να δώσει λεπτομέρειες του υπόβαθρου των γεγονότων και να παρουσιάσει γραπτή μαρτυρία με την οποία να δείχνει ότι δεν υπάρχει εύλογη υπεράσπιση. Θα πρέπει επίσης να καταγράφεται στην αίτηση ή την μαρτυρία ότι ο αιτητής δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί. Με την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο εναγόμενος δεν υποχρεούται να καταχωρήσει υπεράσπιση. Εάν δεν καταχωρήσει υπεράσπιση θα πρέπει να εξηγήσει γιατί η απαίτηση δεν είναι πιθανόν να επιτύχει και θα πρέπει, πιθανόν, να δώσει λεπτομερές υπόβαθρο γεγονότων.
Αν και δεν υπήρχε τίποτα στους παλαιούς θεσμούς που να εμποδίζει την αίτηση να καταχωρηθεί καθυστερημένα, το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν μιας αίτησης με καθυστέρηση ίσως αισθανόταν ότι δεν έπειθε ο αιτητής λόγω της σημαντικής καθυστέρησης. Με την νέα κατάσταση, η αίτηση θα πρέπει συνήθως να καταχωρείται το διάστημα μεταξύ της επίδοσης της απαίτησης και της καταχώρησης του ερωτηματολογίου οδηγιών. Στην άλλη πλευρά θα πρέπει να δοθεί ειδοποίηση τουλάχιστον 14 ημερών για την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης.
Το Μέρος 24 των Κανονισμών πιο πάνω, είναι αντίστοιχο με το Part 24 των Αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο σύγγραμμα «Civil Procedure», Vol.1, 2018, στην σελίδα 766, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση νοουμένου ότι ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις:
«Rule 24.2 states that summary judgment may be granted "on the whole of a claim or a particular issue in it" if two circumstances are satisfied: first, if the court considers that the party has no real prospect of (as the case may be) succeeding or successfully defending on "the claim or issue", and secondly, there is no other compelling reason why the "case or issue" should be disposed of at a trial (see r.24.2(b)).»
Σύμφωνα με το Blackstone’s πιο πάνω στις σελ. 598 – 599 υπάρχει «τεστ» για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
«An application for summary judgment is decided applying the test of whether the respondent has a case with a real prospect of success, which is considered having regard to the overriding objective of dealing with the case justly. This has been said to be consistent with the need for a fair trial under art. 6(1) of the European Convention of Human Rights (Three Rivers District Council v Bank of England (No.3) [2001] UKHL 16, [2003] 2 AC 1). Whether there is a real prospect of success, is the same test as that applied in applications to set aside default judgments…The question is whether there is a real prospect of success on the case pleaded in the particulars of the claim…
Ιn Swain v Hillman [2001] 1 All ER 91 Lord Woolf MR said that the words ‘no real prospect of succeeding’ did not need any amplification as they spoke for themselves. The word ‘real’ directed the court to the need to see whether there was a realistic, as opposed to a fanciful, prospect of success. The phrase does not mean ‘real and substantial’ prospect of success. Nor does it mean that summary judgment will only be granted if the claim or defence is ‘bound to be dismissed at trial’. Nor that the defence is ‘seriously arguable’ (National Infrastructure Development Co. Ltd v Banco Santander SA [2017] EWCA Civ 27, [2017] 1 Lloyd’s Rep 361). Nor does it require compelling evidence, but simply enough evidence to raise a real prospect of a contrary case…»
Στην υπόθεση E.D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472 o Potter LJ ανάφερε ότι εκείνο που απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να έχει μια υπόθεση που είναι καλύτερη από απλώς συζητήσιμη:
«I regard the distinction between a realistic and fanciful prospect of success as appropriately reflecting the observation in…that the defence sought to be argued must carry some degree of conviction. Both approaches require the defendant to have a case which is better than merely arguable, as was formely the case under RSC ord.14»
Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Bee v Jenson [2007] RTR 115.
Ως επεξηγείται περαιτέρω στο πιο πάνω σύγγραμμα, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τις δηλώσεις των μαρτύρων και επίσης να διερωτηθεί εάν η υπόθεση είναι δεκτική ενισχυτικής μαρτυρίας κατά την δίκη. Όπου η μαρτυρία του καθ’ ου η αίτηση, λαμβανομένη υπόψιν στο απόγειο της, δεν εγείρει πιθανότητα υπεράσπισης, αλλά βρίσκεται στην σφαίρα του απίθανου, τότε η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης και αντίστροφα, όπου υπάρχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας, θα πρέπει να αρνηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν θα πρέπει να διεξάγει μια μίνι ακρόαση («mini-trial») αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Το ερώτημα του κατά πόσο υπάρχει μια πραγματική προοπτική επιτυχίας δεν προσεγγίζεται με την εφαρμογή του συνήθους βάρους απόδειξης του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
Ο Lord Woolf στην υπόθεση Swain (ανωτέρω) είχε αναφέρει, σε ελεύθερη μετάφραση, ότι οι διαδικασίες για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να μένουν εντός του ορθού τους ρόλου. Δεν προορίζονται για απαλλαγή της ανάγκης ακρόασης όπου υπάρχουν θέματα που θα έπρεπε να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Περαιτέρω, οι ακροάσεις συνοπτικών αποφάσεων δεν πρέπει να είναι μίνι δίκες. Είναι απλά συνοπτικές ακροάσεις για απαλλαγή («dispose») από υποθέσεις οι οποίες δεν έχουν πραγματική πιθανότητα επιτυχίας.
Αναφορικά με το βάρος απόδειξης, στο σύγγραμμα «Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice», 4η έκδοση, στην παράγραφο 9.59, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«An applicant for summary judgement must establish that the respondent has no real prospect of succeeding: it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success».
Στον Blackstone’s (ανωτέρω) στην σελ. 600 αναφέρεται η πιο πάνω προσέγγιση, με βάση τα όσα είχαν λεχθεί στην Patel πιο πάνω διευκρινίζοντας όμως ότι σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο εξέταζε αίτηση για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην. Παρόμοια προσέγγιση όμως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Director of Assets Recovery Agency v Woodstock [2006] EWCA Civ 741, LTL 18/5/2006, όπου το Αγγλικό Εφετείο είχε αναφέρει ότι «where the applicant establishes a prima facie case against the respondent, there is an evidential burden on the respondent to show a case answering that advanced by the applicant.»
Στο ίδιο σύγγραμμα, στην ίδια σελίδα, επεξηγείται ακόμη ότι στις υποθέσεις όπου παρουσιάζεται πολυπλοκότητα στα γεγονότα και όπου εγείρονται γεγονότα και νομικά θέματα αναφορικά με τα οποία ο νόμος είναι πολύπλοκος μάλλον δεν είναι κατάλληλες για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Παρά τα πιο πάνω, οι δικαστές κατά καιρούς εξετάζουν πλήρως πολύπλοκες αιτήσεις, ειδικά όπου υπάρχει η υποψία ότι ο καθ’ ου η αίτηση έχει φορτώσει το δικαστήριο με έγγραφα σε μια προσπάθεια να αποφύγει την έκδοση απόφασης εναντίον του (βλ. την εκεί αναφορά στην Jacobs UK Ltd v Skidmore Owings and Merrill LLP [2008] EWHC 2847 (TCC)M LTL 1/12/2008).
Στην ίδια πάντα σελίδα κάτω από την επικεφαλίδα «υπεράσπιση επί της ουσίας» (defence on the merits) αναφέρεται, σε ελεύθερη μετάφραση, ότι στις περισσότερες αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο αιτητής παρουσιάζει την υπόθεση του μέσω δηλώσεων και τεκμηρίων επιδιώκοντας να πείσει το δικαστήριο ότι δεν υπάρχει πραγματική υπεράσπιση στην απαίτηση. Οι εναγόμενοι, αναπόφευκτα καλούνται να δηλώσουν την βάση επί της οποίας προτίθενται να εγείρουν οποιαδήποτε αμφισβήτηση κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας πριν την απαίτηση. Αυτό γίνεται συγκεκριμένα όταν τα μέρη ακολουθούν ένα από τα προδικαστηριακά πρωτόκολλα. Εάν ένας εναγόμενος αποτύχει να δηλώσει υπεράσπιση σε προδικαστηριακή επικοινωνία, ή αν η προτιθέμενη υπεράσπιση μπορεί να είναι απλά αβάσιμη, ο ενάγων δύναται να δικαιολογείται να επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
Υπεράσπιση με πραγματική προοπτική μπορεί να καταδειχθεί στη βάση (α) μίας ουσιαστικής υπεράσπισης…(β) ενός νομικού σημείου που καταστρέφει την υπόθεση του ενάγοντα…(γ) άρνησης των γεγονότων που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος…(δ) περαιτέρω γεγονότα που απαντούν στη βάση αγωγής του ενάγοντα. Γίνεται επίσης αναφορά στην σελ. 601 ως παράδειγμα με βάση τους παλιούς θεσμούς, στην υπόθεση Mercer v Craven Storage Ltd [1994] CLC 328 για την οποία καταγράφεται ότι «The claimant was a farmer who deposited a quantity of grain with the defendant storage company. Later, the claimant requested delivery, but the defendant was only able to deliver a small fraction of the grain. The defendant alleged that the claimant had entered into an agreement with a marketing company, and that the missing grain had been withdrawn from the store with the authority of the marketing company. By a bare majority it was held that this defence raised triable legal and factual issue, and leave to defend was given». Εξηγεί όμως ότι, με την αλλαγή στο τεστ η πιο πάνω υπόθεση σήμερα ενδεχομένως να κατέληγε στην έκδοση διατάγματος υπό όρους.
Στο εν λόγω σύγγραμμα στην σελ. 601 επεξηγείται ακόμη ότι, όταν με την υπόθεση εγείρεται ζήτημα ερμηνείας ενός όρου σε μια σύμβαση, το Δικαστήριο συνήθως θα επιλύσει το ζήτημα και θα εκδώσει την ανάλογη απόφαση του (βλ. Wootton ν Telecommunications UK Ltd (2000) LTL 4/5/2000). Αναφέρεται επίσης ότι, όταν ένα ξεκάθαρο νομικό ζήτημα εγείρεται υπό τύπο υπεράσπισης πρέπει να αποφασίζεται άμεσα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την σελ. 601:
«Where a clear-cut issue of law is raised by way of defence in an application for summary judgment, the court should decide it immediately. This is so even if the question is, at first blush, of some complexity and therefore will take some time to argue fully (see Lord Green MR in Cow v Casey [1949] 1 KB 474). Not deciding a case once full argument has been addressed to the court on the issue will result in the case going to trial, where the argument has been addressed again, with consequent delay and unnecessary expense. »
Στην σελ. 602 του ίδιου συγγράμματος, με αναφορά στην υπόθεση Prince of Wales ν Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776, [2008] Ch. 57 αναφέρεται ότι, οι περισσότερες αιτήσεις αποφασίζονται στη βάση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων από τον καθ’ ου η αίτηση μαζί με την εκδοχή του επί των όσων αμφισβητούνται. Μια υπεράσπιση η οποία συνιστά απλώς άρνηση χωρίς επεξήγηση δύναται να οδηγήσει το δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της (βλ. Broderick v Centaur Tipping Services Ltd (2006) LTL 22/8/2006). To δικαστήριο αρχικά, θα λάβει υπόψιν την γραπτή μαρτυρία των μερών και αν αποκαλύπτει αμφισβήτηση με πραγματική προοπτική επιτυχίας, η αίτηση θα απορριφθεί. Δεν υπάρχει όμως κανόνας, ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει πάντα να απορρίπτεται όπου ο καθ’ ου η αίτηση παρουσιάζει γραπτή μαρτυρία για να υποστηρίξει την υπόθεση του (βλ. Miller v Garton Shires [2006] EWCA Civ 1386, LTL 31/10/2006). Επεξηγείται ακόμη ότι, το δικαστήριο δεν είναι πάντα υποχρεωμένο να αποδεχθεί γραπτή μαρτυρία στην όψη της, και μπορεί να αγνοήσει μαρτυρία η οποία δεν είναι πειστική. Και δεν είναι επιτρεπτό για τον δικαστήριο σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης απλώς να αμφισβητήσει την μαρτυρία του καθ’ ου η αίτηση (βλ. Mentmore International Ltd v Abbey Healthcare (Festival) Ltd [2010] EWCA Civ 761, LTL 7/7/2010). Δεν είναι γενικά ασφαλές (για το δικαστήριο) να βασίσει συνοπτική απόφαση σε μαρτυρία δεύτερου και τρίτου βαθμού.
Εφαρμογή – Συμπεράσματα
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η Καθ’ ης η Αίτηση έχει καταχωρήσει εμφάνιση. Η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και έχει επιδοθεί στην Καθ’ ης η Αίτηση. Η αίτηση επίσης συνοδεύεται από δήλωση αληθείας ενώ αναφέρεται στην μαρτυρία που την συνοδεύει η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει προοπτικής επιτυχίας υπεράσπισης και ότι ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει να υπάρχει άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
Έχοντας εξετάσει όσα έθεσαν ενώπιον μου τα μέρη το πρώτο πράγμα το οποίο κατά την κρίση μου πρέπει να εξεταστεί είναι η δήλωση της Καθ’ ης η Αίτηση στην ένορκη δήλωση της ότι «για χάρη και μόνο της ψυχικής μου ηρεμίας και πάλι, και επειδή θεωρώ δύσκολο για διάφορους λόγους να βρω το δίκαιο μου, αιτούμαι ως θεραπεία να πληρώσω το ποσό που αξιώνουν δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του δικηγόρου Κύπρου Ανδρέου οι οποίοι είναι ανυπόστατοι», την πλήρη έκταση της οποίας καταγράφω και πιο πάνω.
Από μια πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι η Καθ’ ης η Αίτηση αποδέχεται την έκδοση απόφασης εναντίον της. Δεν είναι όμως αυτό που συνάγεται εφόσον, από προσεκτική ανάγνωση του περιεχομένου της, δεν καταδεικνύεται ότι παραδέχεται ευθύνη ή ότι έχει δίκαιο η Αιτήτρια να αξιώνει τα καθοριζόμενα υπό την απαίτηση της ποσά, και υπενθυμίζω ότι προκειμένου να εκδοθεί απόφαση στη βάση παραδοχής, η παραδοχή πρέπει να είναι παραδοχή είτε επί των γεγονότων είτε επί του ισχυρισμού στη βάση του οποίου αξιώνεται η απόφαση κάτι το οποίο δεν φαίνεται να προκύπτει εδώ τόσο από την πιο πάνω δήλωση της, όσο και από το σύνολο της ένορκης δήλωσης της Καθ’ ης η Αίτηση.
Εκείνο το οποίο κατά την κρίση μου προκύπτει από το σύνολο των όσων τέθηκαν ενώπιον μου είναι ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αμφισβήτησε, ούτε μέχρι και σήμερα αμφισβητεί ότι της προσφέρθηκαν υπηρεσίες, οι οποίες μάλιστα αναγνωρίζει ότι δεν της προσφέρθηκαν δωρεάν.
Δεν αμφισβητείται επομένως ότι κάποιο ποσό θα έπρεπε να λάβει η Αιτήτρια σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφερε. Εκείνο το οποίο αμφισβητείται, είναι το ύψος της χρέωσης - στο βαθμό που για τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η Αίτηση αφορά και το ευρύτερο πλαίσιο της συνεργασίας των μερών το οποίο παρουσιάζεται να περιλαμβάνει και άλλες δικαστικές διαδικασίες – και ειδικότερα της αμοιβής που απαιτεί η Αιτήτρια το οποίο, εν όψει του ότι γίνεται επίκληση ως διαφαίνεται σε προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια δίκης, ούτως ώστε να εξακριβωθεί μέσω αξιολόγησης της μαρτυρίας η αξιοπιστία ή όχι καθενός εκ των διαδίκων.
Κατάληξη
Εν όψει όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα της αίτησης δεδομένων των όσων αναφέρω και πιο πάνω κρίνω ορθότερο όπως παραμείνουν στην πορεία της απαίτησης όχι όμως εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση.
Στα πλαίσια των προνοιών του Μέρους 24 Κ.6(3)(β) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να δώσει περαιτέρω οδηγίες ως προς την απαίτηση, η Αιτήτρια να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός 30 ημερών από σήμερα.
Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι σχετικές πρόνοιες των πιο πάνω Κανονισμών.
(Υπ.) .....................................
Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο