ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 253/2026(i)
Μεταξύ:
DEXTEK CONTRACTORS LIMITED
Ενάγουσα - Αιτήτρια
v.
1. DEXTEK CONSTRUCTIONS LIMITED
2. DEXTEK GROUP LTD
3. DEXTEK DEVELOPMENT LTD
4. DEVELECO AND DEXTEK INVESTMENTS LIMITED
5. DEVELECO PROPERTIES (CY) LTD AND DEXTEK
CONSTRUCTIONS LIMITED JV
6. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΕΚΛΑΣ
Εναγόμενοι – Καθ΄ ων η αίτηση
Αίτηση Ημερομηνίας 28.04.2026
Ημερομηνία: 24.09.2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Σ. Χρ. Θεοδούλου για Δρ. Χρίστος Α Θεοδούλου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους – Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο απαίτηση αφορά αξιώσεις της Ενάγουσας (στο εξής «Αιτήτρια») για αθέμιτο συναγωνισμό και παραβίαση του εγγεγραμμένου εμπορικού σήματός της. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων τα οποία να απαγορεύουν στους Εναγόμενους 1 - 6 (στο εξής «Καθ΄ ων η αίτηση») από το να προσβάλλουν και/ή παραβιάζουν το εγγεγραμμένο εμπορικό της σήμα και να απέχουν από κάθε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Περαιτέρω, αξιώνει την έκδοση διατάγματος παράδοσης προς καταστροφή όλων των εντύπων και άλλων διαφημιστικών υλικών τα οποία φέρουν το εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα της Αιτήτριας. Επίσης, διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις.
Η Αιτήτρια, με την καταχώρηση της απαίτησης, ζήτησε σε μονομερή βάση την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 29.04.2026, έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση καταστεί διά κλήσεως και επιδοθεί στους Καθ΄ ων η αίτηση.
Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια εγγράφηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών το 2016 και τυγχάνει αναγνώρισης στον κατασκευαστικό κλάδο στον οποίο ασκεί τις εμπορικές δραστηριότητές της.
Περί το 2017, ο διευθυντής της Αιτήτριας και ο Καθ΄ ου η αίτηση 6 συμφώνησαν όπως συνεργαστούν. Συγκεκριμένα, ο Καθ΄ ου η αίτηση 6 θα κατάρτιζε συμφωνίες εργολαβίας με την Αιτήτρια για την ανάπτυξη ακινήτων δικής του ιδιοκτησίας ή συμφερόντων τα οποία ακολούθως θα διέθετε προς πώληση.
Ο Καθ΄ ου η αίτηση 6 πρότεινε στον διευθυντή της Αιτήτριας όπως καταστεί μέτοχος στην τελευταία. Η εν λόγω πρόταση δεν έγινε αποδεκτή. Δόθηκε, ωστόσο, στον Καθ’ ου η αίτηση 6 η συγκατάθεση όπως εγγράψει εταιρεία με παραπλήσια ονομασία. Στη βάση της πιο πάνω συγκατάθεσης εγγράφηκε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 13.10.2017 η Καθ΄ ης η αίτηση 1 και στη συνέχεια οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 κατά τα έτη 2023 και 2024 αντίστοιχα.
Ο Καθ΄ ου η αίτηση 6, όμως, δεν περιορίστηκε στην εγγραφή των Καθ’ ων η αίτηση 1 – 3, αλλά χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση της Αιτήτριας συνέστησε τις Καθ΄ ων η αίτηση 4 και 5 το 2019 και 2023 αντίστοιχα.
Η Αιτήτρια είναι κάτοχος και δικαιούχος των ονομάτων χώρου (domain names) «dextek.com.cy» και «dextek.cy», τα οποία εγγράφηκαν στο σχετικό μητρώο στις 08.08.2017 και 21.06.2022 αντίστοιχα. Περαιτέρω, η Αιτήτρια στις 18.02.2025 αιτήθηκε την εγγραφή του εμπορικού σήματος «dex-tek» και έγχρωμου σχεδίου κύβου με το γράμμα (d). Το προαναφερόμενο εμπορικό σήμα εγγράφηκε στις 19.08.2025 και φέρει αριθμό εγγραφής 95596 (Τεκμήριο 6).
Οι Καθ΄ ων η αίτηση χρησιμοποιούν παράνομα το εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα της Αιτήτριας και έχουν επίσης εγγράψει το domain name «dextekgroup.com» το οποίο χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους. Οι πιο πάνω ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση προκαλούν σύγχυση στον μέσο καταναλωτή. Πρόκειται δε για αυθαίρετες και παράνομες ενέργειες, καθώς ουδέποτε δόθηκε άδεια στους Καθ’ ων η αίτηση για χρήση του εμπορικού σήματος και των domain names της Αιτήτριας.
Ειδικότερα, οι Καθ΄ ων η αίτηση χρησιμοποιούν το επίμαχο εμπορικό σήμα σε ταμπέλες που τοποθετούν σε οικοδομές, καθώς και σε διαφημίσεις στο διαδίκτυο. Επίσης, χρησιμοποιούν το όνομα και το λογότυπο της Αιτήτριας παραθέτοντας τα δικά τους στοιχεία διεύθυνσης. Με τον προαναφερόμενο τρόπο οι Καθ΄ ων η αίτηση οικειοποιούνται την άδεια εργολάβου και την άδεια τάξης Γ πείρας Β την οποία διαθέτει η Αιτήτρια παραπλανώντας έτσι το καταναλωτικό κοινό και τις αρμόδιες αρχές.
Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 06.10.2025 κάλεσε την Καθ΄ ης η αίτηση 1 να σταματήσει να χρησιμοποιεί το εμπορικό σήμα γνωστοποιώντας της παράλληλα ότι η εξουσιοδότηση για την εγγραφή των Καθ΄ ων η αίτηση 1 - 3 τερματίζεται. Η Καθ΄ ης η αίτηση 1 με δική της επιστολή ημερομηνίας 07.10.2025 ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι δεν θα συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της επιστολής της. Ακολούθησε αλληλογραφία ανάμεσα στην Αιτήτρια και τους Καθ΄ ων η αίτηση μέσω των συνηγόρων τους.
Η έκδοση των αιτούμενων απαγορευτικών διαταγμάτων είναι αναγκαία, καθώς η συνεχιζόμενη χρήση του εμπορικού σήματος της Αιτήτριας από τους Καθ΄ ων η αίτηση προκαλεί καθημερινά και σε διαρκή βάση ανεπανόρθωτη ζημιά στην Αιτήτρια.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην οποία εγείρονται 61 λόγοι. Ανοίγω στο σημείο αυτό μια παρένθεση για να επισημάνω ότι η έγερση ενός τόσο μεγάλου αριθμού λόγων ένστασης σε διαδικασία αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο εξετάζει συγκεκριμένες παραμέτρους, είναι, αν μη τι άλλο, δυσανάλογη. Σε κάθε περίπτωση, οι εκτεταμένοι και εν πολλοίς επαναλαμβανόμενοι λόγοι ένστασης δεν συνάδουν με το Έντυπο αρ. 36 των Κ.Π.Δ., στο οποίο ρητά καταγράφεται ότι οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να αναφέρονται συνοπτικά.
Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση και επανέρχομαι σε αυτούς καθ΄ αυτούς τους πολυάριθμους λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους:
· Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60.
· Η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική, εκδικητική και καταχωρήθηκε προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών.
· Η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».
· Η αίτηση παρουσιάζει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
· Τα αιτούμενα διατάγματα είναι υπέρμετρα, αόριστα, δυσανάλογα και αποτελούν απόδοση τελικής θεραπείας.
· Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα ανατρέψει το status quo.
· Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση.
Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση αναφέρεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και εκδικητικά, αφού επί της ουσίας αποτελεί μέσο πίεσης. Συγκεκριμένα, η Καθ΄ ης η αίτηση 1 καταχώρησε εναντίον της Αιτήτριας την αγωγή με αρ. 425/2025 Ε.Δ. Λάρνακας αξιώνοντας αποζημιώσεις ύψους €2.172.706.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της Καθ΄ ης η αίτηση 1 για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Εναντίον της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης καταχωρήθηκε έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Παρά, ωστόσο, την απορριπτική απόφαση, το Δικαστήριο κατέγραψε ως εύρημα ότι η Αιτήτρια παραδέχθηκε οφειλή προς την Καθ΄ ης η αίτηση 1 ύψους €468.717,39.
Η πιο πάνω παραδοχή της Αιτήτριας, η οποία δεν αποκαλύφθηκε, καταδεικνύει τον πραγματικό λόγο καταχώρησης της επίδικης αίτησης. Αυτός δεν είναι η ισχυριζόμενη παραβίαση εμπορικού σήματος, αλλά η άσκηση πίεσης και η προσπάθεια απόκτησης δικονομικού πλεονεκτήματος στο πλαίσιο υφιστάμενης οικονομικής και δικαστικής διαφοράς.
Οι θέσεις της Αιτήτριας περί παραβίασης του εμπορικού της σήματος και αθέμιτου ανταγωνισμού αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Η Αιτήτρια επανειλημμένα παραχώρησε τη συγκατάθεση της κατά τρόπο ρητό για τη χρήση του ονόματος «DEXTEK» και για την εγγραφή εταιρειών με το εν λόγω διακριτικό. Οι συγκαταθέσεις της Αιτήτριας δόθηκαν εγγράφως και άνευ όρων προς τον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 7 της ένστασης). Στην απουσία επιφύλαξης ως προς τις συγκαταθέσεις που δόθηκαν, η οποιαδήποτε μεταγενέστερη προσπάθεια ανάκλησης είναι νομικά ανυπόστατη και καταχρηστική.
Η Καθ΄ ης η αίτηση 1 από το 2017, και ακολούθως οι υπόλοιπες Καθ΄ ων η αίτηση από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, χρησιμοποίησαν και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ανεμπόδιστα και εν γνώσει της Αιτήτριας το όνομα «DEXTEK» προς προώθηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι Καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν σε επενδύσεις και σε διαφημίσεις, έτσι ώστε η επωνυμία «DEXTEK» να ταυτίζεται πρωτίστως με τους Καθ΄ ων η αίτηση και όχι με την Αιτήτρια.
Η Αιτήτρια επωφελήθηκε από τη μακρόχρονη εμπορική συνεργασία με τις Καθ΄ ων η αίτηση, καθώς οι τελευταίοι αγόραζαν ακίνητα και στη συνέχεια κατάρτιζαν συμφωνίες εργολαβίας με την Αιτήτρια για την ανέγερση των έργων. Η πολυετής εμπορική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων επέφερε τεράστια οικονομικά οφέλη στην Αιτήτρια η οποία εισέπραξε ποσά περί των €15.000.000. Επομένως, η Αιτήτρια ουδεμία ζημιά θα υποστεί.
Περαιτέρω, η χρήση του ονόματος «DEXTEK» ταυτίστηκε επί σειρά ετών με τις Καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίες και χαίρουν ανάλογης φήμης στον επαγγελματικό κλάδο στον οποίο δραστηριοποιούνται. Κατά συνεπεία, τυχόν αποκλεισμός των Καθ΄ ων η αίτηση από τη χρήση του ονόματος «DEXTEK» θα τους προκαλέσει άμεση και ουσιώδη ζημιά. Το ίδιο ισχύει και για το domain name «dextekgroup.com», το οποίο δημιουργήθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση αρκετά χρόνια πριν την εγγραφή του εμπορικού σήματος της Αιτήτριας.
Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι μόλις πρόσφατα περιήλθε στην αντίληψη της η ύπαρξη των Καθ΄ ων η αίτηση 4 και 5, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η ύπαρξη των Καθ΄ ων η αίτηση 4 και 5 ήταν γνωστή στην Αιτήτρια, καθώς ανατέθηκε στην τελευταία η κατασκευή του έργου με την επωνυμία «LΑ GRANDE MAISON». Το πιο πάνω έργο ανήκει στον συνεταιρισμό – Καθ΄ ης η αίτηση 5. Μάλιστα, για το εν λόγω έργο η Αιτήτρια προπληρώθηκε ποσό ύψους €207.000.
Τέλος, υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση των ισχυριζόμενων δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Η τελευταία γνώριζε για αρκετά χρόνια τη χρήση από πλευράς των Καθ΄ ων η αίτηση του ονόματος «DEXTEK», η οποία, μάλιστα, γινόταν με τη δική της συγκατάθεση και ανοχή.
Οι διάδικοι προχώρησαν στην καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας υποστηρίζεται ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, καθώς οι Καθ΄ ων η αίτηση εξακολουθούν να χρησιμοποιούν το εμπορικό σήμα, την εμπορική επωνυμία και το domain name της Αιτήτριας μέσω των οποίων καθιερώνονται στην αγορά.
Οι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση περί εκκρεμούσας οικονομικής και δικαστικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων γίνονται παραπλανητικά στην προσπάθεια των Καθ΄ ων η αίτηση να αποπροσανατολίσουν από τα επίδικα ζητήματα της παρούσας διαδικασίας. Η Αιτήτρια δεν είχε υποχρέωση να θέσει την εν λόγω διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ των δύο διαδικασιών οι οποίες έχουν διαφορετικό αντικείμενο.
Εν κατακλείδι, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι συγκαταθέσεις που δόθηκαν για την εγγραφή εταιρειών οι οποίες φέρουν την επωνυμία «DEXTEK» δεικνύουν ότι η εν λόγω επωνυμία ανήκε και εξακολουθεί να ανήκει στην Αιτήτρια.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση στη δική τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα της αγωγής με αρ.425/25 Ε.Δ. Λάρνακας είναι απολύτως σχετικά με την παρούσα υπόθεση, αφού αποτελούν τον πυρήνα της πραγματικής διαφοράς των διαδίκων και εξηγούν το πραγματικό πλαίσιο, το κίνητρο, τη χρονική στιγμή και την καταχρηστικότητα της παρούσας αίτησης.
Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Αιτήτρια σε σχέση με τις συγκαταθέσεις που δόθηκαν για τη χρήση της επωνυμίας «DEXTEK» είναι αντιφατικές. Η ουσία συνίσταται στο ότι οι συγκαταθέσεις δόθηκαν εγγράφως στον Έφορο Εταιρειών, χωρίς οποιοδήποτε όρο, χρονικό περιορισμό ή πρόνοια ανάκλησης.
Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια εξακολουθεί να μην κατονομάζει συγκεκριμένο πελάτη που να παραπλανήθηκε ή συγκεκριμένο έργο που απωλέσθηκε λόγω της ισχυριζόμενης σύγχυσης από την χρήση της επωνυμίας «DEXTEK».
Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των αγορεύσεών τους, ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των εγειρόμενων νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων και ειδική αναφορά θα γίνει πιο κάτω μόνο όπου αυτό κριθεί σκόπιμο.
Νομική πτυχή
Η εξουσία του Δικαστηρίου προς χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας προβλέπεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ασκείται η εν λόγω δικαιοδοσία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
(α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία.
(γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα.
Στην κλασική αυθεντία Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (1982) 1 C.L.R 557, λέχθηκε σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 (1) του Ν.14/60, ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση ειπώθηκε, ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (ανωτέρω), ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.
Η τρίτη προϋπόθεση, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εν λόγω προϋπόθεση ερμηνεύθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης ή αποκατάστασης της υλικής ζημιάς. Αποτελεί παγιωμένη νομολογιακή αρχή, ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. (M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co (1997) 1 Α.Α.Δ 1791 και Α. Χατζηπιερής Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ.Ε1/2015, ημερ.05.04.2021).
Συμπεράσματα
Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το ζήτημα που εγείρουν οι Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με το ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια».
Η υποχρέωση ενός διαδίκου που αιτείται τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος, δηλαδή θεραπείας η οποία εδράζεται στο δίκαιο της επιείκειας, να προσέρχεται στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» ισχύει και στις περιπτώσεις διά κλήσεως αιτήσεων. Στην υπόθεση Investar SPC Ltd v. Investar Investments Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε50/2021, ημερ.14.02.2024, το Εφετείο επανέλαβε την πιο πάνω αρχή τονίζοντας, όμως, ότι η υποχρέωση για αποκάλυψη δεν εφαρμόζεται στην πλήρη της έκταση όπως θα συνέβαινε σε μια μονομερή αίτηση. Για παράδειγμα, σε μια μονομερή αίτηση η παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης, είτε εσκεμμένη, είτε αθώα, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ 248 και DB TECHNOLOGIES B.V και LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD Πολ. Έφ. αρ. Ε166/2019, ημερ. 15.10.2020), ECLI:CY:AD:2020:A347. Σε μια δια κλήσεως αίτηση, ωστόσο, η υποχρέωση ενός διαδίκου να προσέλθει με «καθαρά χέρια» εμπεριέχει το στοιχείο της πρόθεσης παραπλάνησης.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση προσδιορίζουν στην παράγραφο 35 της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου τους γεγονότα τα οποία, κατά την εισήγησή τους, όφειλε η Αιτήτρια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου.
Με κάθε σεβασμό προς την προαναφερόμενη εισήγηση, θεωρώ ότι η Αιτήτρια δεν παραβίασε την υποχρέωσή της για να προσέλθει στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». Το ουσιαστικό, κατά την άποψή μου, ζήτημα που όφειλε να θέσει η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά τη σχέση που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων πριν την εγγραφή του επίδικου εμπορικού σήματος, ως επίσης και το γεγονός ότι παραχώρησε τη συγκατάθεσή της για την εγγραφή εταιρειών στην επωνυμία των οποίων περιλαμβάνεται η ονομασία «DEXTEK». Τα προαναφερόμενα ζητήματα καταγράφονται με σαφήνεια και λήφθηκαν υπόψη προκειμένου το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να διατάξει την επίδοση της υπό κρίση αίτησης.
Εν πάση περιπτώσει, τα ζητήματα τα οποία προσδιορίζονται στην παράγραφο 35 της αγόρευσης του συνηγόρου των Καθ΄ ων η αίτηση, δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο. Ειδικότερα δε όσον αφορά την απαίτηση με αρ. 425/25 Ε.Δ. Λάρνακας, σημειώνω τα ακόλουθα. Είναι γεγονός, ότι η Αιτήτρια δεν αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη απαίτηση και τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα σε αυτή, περιλαμβανομένης της παραδοχής της Αιτήτριας περί οφειλής της προς την Καθ΄ ης η αίτηση ύψους €468.717,39. Δεν με βρίσκει, ωστόσο, σύμφωνο η θέση ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να αναφερθεί στην πιο πάνω απαίτηση συνιστά παράβαση της υποχρέωσής της για να προσέλθει στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». Τούτο, διότι η απαίτηση της Καθ΄ ης η αίτηση 1 εναντίον της Αιτήτριας δεν συσχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας διαδικασίας, τα οποία συνοψίζονται στην ισχυριζόμενη παραβίαση του εμπορικού σήματος της Αιτήτριας και τη διάπραξη του αστικού αδικήματος του αθέμιτου συναγωνισμού.
Προχωρώ στην εξέταση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/60.
Στο σύγγραμμα «Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδοση» στη σελ.55, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60:
«Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.».
Διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Mints κ.α. v. Shishkin, Πολ. Εφέσεις αρ. Ε69/2020, 70/2020 και 71/2020, ημερ. 10.01.2024:
«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Στην προκείμενη περίπτωση η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παραβιάζουν το εγγεγραμμένο εμπορικό της σήμα (βλ. Τεκμήριο 6 της αίτησης), καθώς και ότι ασκούν αθέμιτο συναγωνισμό. Πρόκειται για αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα. Συγκεκριμένα, τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος προστατεύονται δυνάμει του άρθρου 9 του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφ.268. Παράλληλα, το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, αναγνωρίζει το αστικό αδίκημα του αθέμιτου συναγωνισμού.
Κατά την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, αυτό το οποίο ελέγχεται είναι η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά την ενδιάμεση θεραπεία σε συνάρτηση, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, με τυχόν αντίθετη εκδοχή (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Cyfield – Nemesis κ.α., Πολ. Έφ. αρ. Ε52/21, ημερ. 10.02.2022), ECLI:CY:AD:2022:A79.
Στην υπόθεση Λόρδου κ.α. ν. Σιακόλα κ.α. (2017) 1 Α.Α.Δ 653, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το εύρος εξέτασης της αποδεικτικής δύναμης του διαδίκου που επιζητεί προσωρινό διάταγμα:
«Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.»
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εδράζεται αφενός στην προστασία του εμπορικού της σήματος στη βάση του Κεφ.268 και αφετέρου στο αστικό αδίκημα του αθέμιτου συναγωνισμού.
Από την άλλη πλευρά, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η χρήση της επωνυμίας «DEXTEK» γίνεται επί σειρά ετών με τη γνώση, συγκατάθεση και ανοχή της Αιτήτριας. Παράλληλα, επισημαίνουν την εκκρεμούσα δικαστική διαφορά στην απαίτηση με αρ.425/2025 Ε.Δ. Λάρνακας στο πλαίσιο της οποίας η Αιτήτρια ενάγεται από την Καθ’ ης η αίτηση 1 η οποία αξιώνει αποζημιώσεις ύψους €2.172.706. Επίσης, ισχυρίζονται ότι δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε συγκεκριμένος ισχυρισμός για την πρόκληση ζημιάς στην Αιτήτρια από τις πράξεις των Καθ΄ ων η αίτηση.
Ξεκινώντας από το αδίκημα του αθέμιτου συναγωνισμού σημειώνω ότι μια από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτησή του είναι η πρόκληση πραγματικής ζημιάς στον έμπορο που εγείρει την αγωγή (Evans & Sons Ltd v. Ιωάννου κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ 2092). Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της διαφοράς των διαδίκων, εκείνο το οποίο διαπιστώνεται σε αυτό το στάδιο μέσα από τη μελέτη των ενόρκων δηλώσεων της Αιτήτριας είναι η απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης αναφοράς σε ζημιά που έχει υποστεί από τις ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες των Καθ’ ων η αίτηση. Οι γενικόλογες αναφορές, υπό τύπο επικεφαλίδας, για πρόκληση ζημιών δεν μπορούν να ικανοποιήσουν το κριτήριο της πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται θεραπείας.
Σε ό,τι αφορά, όμως, την ισχυριζόμενη παραβίαση του εμπορικού σήματος της Αιτήτριας, τα πράγματα διαφοροποιούνται. Επισημαίνω, ότι η εγγραφή του επίδικου εμπορικού σήματος προς όφελος της Αιτήτριας, καθώς και η χρήση του από τους Καθ’ ων η αίτηση αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Το άρθρο 9 του Κεφ.268 παρέχει στον ιδιοκτήτη εμπορικού σήματος το δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, το σημείο που είναι ταυτόσημο με το σήμα και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει εγγραφεί (βλ. άρθρο 9(2)(α) Κεφ. 260).
Δεν αγνοώ τα ζητήματα που εγείρουν οι Καθ΄ ων η αίτηση στην ένστασή τους. Θεωρώ, όμως, ότι δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, καθώς αφορούν τη σημασία και τις τυχόν προεκτάσεις της συγκατάθεσης που δόθηκε από την Αιτήτρια για εγγραφή των Καθ’ ων η αίτηση 1-3 στο μητρώο Εφόρου Εταιρειών με τη χρήση της επωνυμίας «DEXTEK», καθώς επίσης και το κατά πόσο επηρεάζονται τα δικαιώματα της Αιτήτριας επί του εμπορικού σήματος λόγω της δημόσιας χρησιμοποίησής του η οποία γινόταν με την ανοχή ή τη συγκατάθεσή της επί σειρά ετών πριν την εγγραφή του επ’ ονόματί της. Πρόκειται για θέματα τα οποία απαιτούν εις βάθος θεώρηση και εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που άπτονται των προβαλλόμενων ισχυρισμών, διεργασία η οποία δεν μπορεί να γίνει σε αυτό το πρώιμο στάδιο. Κατά πάγια νομολογιακή αρχή, το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita – Aluminium Co Ltd κ.α (2002) 1 Α.Α.Δ 2015 και Χατζηπιερής Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ανωτέρω).
Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι η Αιτήτρια ικανοποίησε το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 στην έκταση που αφορά την ισχυριζόμενη παραβίαση του εμπορικού της σήματος.
Έρχομαι στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Στις περιπτώσεις που αφορούν παραβίαση εμπορικού σήματος η υπό αναφορά προϋπόθεση δεν συναρτάται με την υλική ζημιά που ενδέχεται να υποστεί ο διάδικος που ζητεί τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του (M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co. ανωτέρω). Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από τη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.Ε91/2015, ημερ.05.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:A119:
«Όταν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας αγωγής στη βάση παραβίασης εμπορικού σήματος, η προστασία των δικαιωμάτων του δικαιούχου του σήματος καθιστά συνήθως επιβεβλημένη την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει τη χρήση του σήματος από τον εναγόμενο.»
Όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή και στην υπό κρίση αίτηση. Η Αιτήτρια, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, ικανοποίησε τα πρώτα δύο κριτήρια του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 στη βάση της παραβίασης του εμπορικού της σήματος. Κατά συνέπεια, το τρίτο κριτήριο, επίσης, πληρούται.
Η διαπίστωση της συνδρομής των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 δεν σηματοδοτεί και τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, διατηρεί τη δυνατότητα να αρνηθεί τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (Κοινοτικό Συμβούλιο χχχ ν. Σούλη, Πολ. Έφ. αρ.Ε75/2015, ημερ.07.12.2018), ECLI:CY:AD:2018:A530. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. αρ.Ε7/2018, ημερ.21.03.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε το ισοζύγιο της ευχέρειας ως τον πιο σημαντικό ίσως παράγοντα στη χορήγηση προσωρινού διατάγματος. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.»
Στην προκείμενη περίπτωση, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
Καταρχάς, η Αιτήτρια αποφάσισε να προχωρήσει στην εγγραφή του επίδικου εμπορικού σήματος και κατ’ επέκταση στη διεκδίκηση δικαιωμάτων επ’ αυτού με πολύ μεγάλη καθυστέρηση. Συγκεκριμένα, η εγγραφή του επίδικου εμπορικού σήματος έλαβε χώρα στις 19.08.2025. Από το 2017, όμως, η επωνυμία «DEXTEK», η οποία αποτελεί το λεκτικό στοιχείο του προστατευόμενου εμπορικού σήματος της Αιτήτριας (Τεκμήριο 6 της αίτησης), χρησιμοποιείτο ήδη από την Καθ’ ης η αίτηση 1 και ακολούθως από τις υπόλοιπες Καθ’ ων η αίτηση. Σημειώνεται, ότι η πρώτη έγγραφη συγκατάθεση από την Αιτήτρια δόθηκε στις 05.09.2017 και αφορούσε την εγγραφή της Καθ’ ης η αίτηση 1 στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 7 της ένστασης). Ακολούθησαν, στις 29.03.2023 και στις 20.02.2024, ανάλογες έγγραφες συγκαταθέσεις για τις Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 αντίστοιχα. Επομένως, το όνομα «DEXTEK» χρησιμοποιείτο δημόσια και με τη συγκατάθεση ή ανοχή της Αιτήτριας για περίοδο τουλάχιστον 8 ετών πριν την εγγραφή του εμπορικού σήματος. Περαιτέρω, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι μέσα στην πιο πάνω χρονική περίοδο οι Καθ’ ων η αίτηση ανέπτυξαν επιχειρηματική δραστηριότητα συνεργαζόμενοι, μάλιστα, με την Αιτήτρια. Συνεπώς, η Αιτήτρια επέτρεψε στους Καθ’ ων η αίτηση να δραστηριοποιηθούν στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο με αυτόν της ίδιας και να δημιουργήσουν, με τις ανάλογες ασφαλώς επενδύσεις, τις επιχειρήσεις τους.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας τόνισε στην αγόρευσή του ότι ουδέποτε δόθηκε συγκατάθεση για χρήση του εμπορικού σήματος της Αιτήτριας. Με κάθε σεβασμό, το επιχείρημα του κ. Θεοδούλου παραβλέπει ότι στις 05.09.2017 δόθηκε η πρώτη έγγραφη συγκατάθεση για την εγγραφή της Καθ’ ης η αίτηση 1 με την επωνυμία «DEXTEK», ενώ το εμπορικό σήμα εγγράφηκε στις 19.08.2025. Στην προαναφερόμενη περίοδο των 8 ετών, κατά την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση 1 – 5 ξεκίνησαν σε διάφορα χρονικά σημεία τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, η Αιτήτρια εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε συγκατάθεση εφόσον δεν ήταν δικαιούχος εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος.
Υπό τις περιστάσεις, η καθυστέρηση που επέδειξε η Αιτήτρια στην εγγραφή του εμπορικού σήματος και κατ’ επέκταση στη διεκδίκηση δικαιωμάτων επ’ αυτού θα καθιστούσε άδικη τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο.
Η Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ 788, παρουσιάζει ομοιότητες με την παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, οι εφεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι οι εφεσίβλητοι παραβίαζαν εμπορικά σήματα των οποίων ήταν δικαιούχοι. Κάλεσαν τους εφεσίβλητους να τερματίσουν την παραβίαση των εμπορικών σημάτων τους, αλλά οι τελευταίοι αρνήθηκαν. Μετά πάροδο 2 και πλέον ετών, οι εφεσείοντες καταχώρησαν αγωγή και αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά την ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, απέρριψε την αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων κρίνοντας ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σε συνδυασμό με την καθυστέρηση δεν επέτρεπαν την χορήγηση προσωρινών διαταγμάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αναφέροντας τα ακόλουθα ως προς την επίδραση της καθυστέρησης στο ισοζύγιο της ευχέρειας και τα εκατέρωθεν δικαιώματα των διαδίκων (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):
«Η "καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, αν και τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939" (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633)
Στον Kerly’s (πιο πάνω), παρα. 15 - 68 το θέμα τίθεται ως εξής:
"Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί."
Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360 - 61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο".
Σύμφωνα με το "Passing off Law and Practice" των John Drysdale & Michael Silverleaf, 2α έκδοση, η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας ("balance of convenience"). Παραπέμπουμε στην παρα. 6.16:
"Το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εμπόδιο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί εφαρμογή της αρχής της επιείκειας: vigilantibus, non dormientibus, jura subvenient. Μια πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι ότι αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Επιπλέον εάν με την καθυστέρηση ο ενάγων εν γνώσει του επιτρέπει στον εναγόμενο να δημιουργήσει την επιχείρηση του σε σχέση με την επίδικη δραστηριότητα, θα ήταν άδικο να δοθεί θεραπεία στον ενάγοντα πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση του. Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται πάνω στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Το δικαστήριο δυνατόν να είναι πρόθυμο να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση έστω και αν κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ο εναγόμενος είχε αυξήσει τις δραστηριότητες του αλλά μπορεί να κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή το status quo έχουν αλλάξει προς ζημιά της υπόθεσης του ενάγοντα."
Ένας επιπρόσθετος σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd ανωτέρω και Lariena Investments Ltd κ.α. ν. RFI consortium Ltd, Πολ. Έφ. αρ.Ε164/2019, ημερ.22.01.2021), ECLI:CY:AD:2021:A16. Είναι καλά γνωστό, ότι ένα προσωρινό διάταγμα αποσκοπεί κατά κανόνα στη διαφύλαξη του status quo. Σε αρκετές περιπτώσεις, ωστόσο, η διαπίστωση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) είναι αμφισβητούμενο ζήτημα. Στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την ερμηνεία του όρου status quo (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):
«Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625).
Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω:
"Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ‘ status quo ante bellum’. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo."»
Οι ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, οι οποίες συνίστανται στην επί σειρά ετών χρήση της επωνυμίας «DEXTEK» από τους Καθ’ ων η αίτηση με τη συγκατάθεση ή ανοχή της Αιτήτριας, δημιουργούν ζήτημα ως προς το ποια ήταν η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli. Η διαπιστωθείσα καθυστέρηση έρχεται και πάλι στο προσκήνιο, καθώς έχει τη δική της σημασία ως προς τη διατήρηση του status quo. Θεωρώ ότι η επιφύλαξη που διατυπώθηκε στη Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ανωτέρω, «εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo» εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας. Συγκεκριμένα, η εγγραφή του εμπορικού σήματος και κατ’ επέκταση η διεκδίκηση δικαιωμάτων έγιναν με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, έτσι ώστε οι επίδικες παραβιάσεις να αποτελούν μέρος του status quo.
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Μέρους 39.7 των ΚΠΔ. Σημειώνω, ότι οι συνήγοροι έχουν υποβάλει καταλόγους εξόδων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου συμφώνως του Μέρους 39.9. των ΚΠΔ. Έχοντας κατά νου τους προαναφερόμενους καταλόγους σε συνάρτηση με τα διαδικαστικά διαβήματα που λήφθηκαν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης και τις ανάλογες διαταγές εξόδων, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση έξοδα €7.106 πλέον ΦΠΑ, πλέον €30 πραγματικά έξοδα.
Υπ. ..…………….…………..
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο