ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 438/2023
MIKAEL MAGNYSSON
Ενάγοντας
-και-
Γιώργος Φεραίος
Εναγόμενος
Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Στ. Κυβιδιώτης
Για τον Εναγόμενο – Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Στ. Παναγίδης
Ενδιάμεση Απόφαση
(στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 14.6.2024)
Εισαγωγή
Με την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγοντας, μέσω ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, επιζητεί την έκδοση απόφασης για το ποσό των €5.300, το οποίο κατέβαλε στον Εναγόμενο ως προκαταβολή, δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Ενοικίασης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ημερ. 6.7.2018 (στο εξής «η Συμφωνία Ενοικίασης»). Στις 20.12.2023, ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην πιο πάνω αγωγή, ενώ, στις 20.2.2024, καταχώρησε το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του.
Η υπό κρίση Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει
Με την υπό εξέταση Αίτηση, ο Ενάγοντας επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου για το πιο πάνω αξιούμενο ποσό, πλέον τόκους και έξοδα.
Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.18 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως επίσης τη σχετική νομολογία και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα επί των οποίων αυτή (η Αίτηση) εδράζεται, τούτα προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα, τα οποία έχουν ως ακολούθως: Στις 6.7.2018 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου καταρτίστηκε η Συμφωνία Ενοικίασης της οικίας ιδιοκτησίας του τελευταίου[1]. Δυνάμει των όρων της εν λόγω Συμφωνίας, ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο το ποσό των €5.300 ως προκαταβολή[2]. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η Συμφωνία Ενοικίασης έληξε στις 14.11.2022, ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος παρέδωσε στον Εναγόμενο την ελεύθερη και κενή κατοχή της οικίας, αφότου, προηγουμένως, του έδωσε ειδοποίηση 2 μηνών ότι δεν επιθυμούσε να την ανανεώσει. Αποτελεί, επίσης, θέση του Ενάγοντα ότι, κατά τη διάρκεια των εν λόγω 2 μηνών, πριν από τη λήξη της επίδικης Συμφωνίας Ενοικίασης, ο Eναγόμενος μετέβη δύο φορές στην οικία και την επιθεώρησε. Την πρώτη φορά, ως ο Ενάγοντας αναφέρει, κατόπιν ενδελεχούς ελέγχου, ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να αφαιρέσει την ταπετσαρία από τους τοίχους της οικίας, πράγμα το οποίο αυτός (ο Ενάγοντας) έπραξε και, περαιτέρω, προχώρησε και στο βάψιμο της οικίας, ούτως ώστε να αποφύγει οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με την επιστροφή σε αυτόν του ποσού της προκαταβολής. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, κατά τον δεύτερο έλεγχο που διενήργησε ο Εναγόμενος στην οικία, στις 14.11.2022 (κατά την παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής αυτής προς αυτόν), δεν είχε οποιαδήποτε παρατήρηση ή παράπονο σε σχέση με αυτήν. Ως αναφέρει ο Ενάγοντας, δυνάμει του όρου 5.11 της Συμφωνίας Ενοικίασης, η οικία έπρεπε να παραδοθεί στον Εναγόμενο, στην ίδια κατάσταση στην οποία ο πρώτος την είχε παραλάβει, εξαιρουμένης της λογικής φθοράς, και αυτό έγινε. Επίσης, είναι η θέση του ότι, αφότου αυτός παρέδωσε την ελεύθερη και κενή κατοχή της οικίας στον Εναγόμενο, ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε εγγράφως, σε δύο περιπτώσεις, ότι θα του επέστρεφε το ποσό της προκαταβολής (€5.300). Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση τα Τεκμήρια 2Α και 2Β, τα οποία αποτελούν ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ του και του Eναγόμενου, ημερομηνίας 28.11.2022 και 11.12.2022, αντίστοιχα. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, προκύπτει από το Τεκμήριο 2Α ότι εκείνο που του ανέφερε ο Εναγόμενος ήταν ότι προχωρούσε σε ανακαίνιση της οικίας και του ζητούσε περαιτέρω χρόνο για την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής, ενώ στο Τεκμήριο 2Β του επιβεβαίωνε ότι θα εκπλήρωνε την υποχρέωσή του για την επιστροφή της προκαταβολής σε αυτόν το συντομότερο δυνατόν και πριν το τέλος του μήνα. Είναι δε η θέση του ότι, ο Eναγόμενος ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την οικία, ούτε και ανέφερε στον ίδιο ότι αυτή (η οικία) δεν του παραδόθηκε στη συμφωνημένη κατάσταση. Στη βάση δε της πληροφόρησης που λαμβάνει από τους δικηγόρους του, αλλά και ως ο ίδιος πιστεύει, οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που περιέχονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Εναγόμενου δεν είναι αληθή, ενώ τούτα συγκρούονται με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2Α και 2Β (βλ. πιο πάνω). Ενόψει όλων των ανωτέρω, είναι η θέση του ότι ο ίδιος δικαιούται της αιτούμενης θεραπείας και ότι ο Eναγόμενος δεν έχει οποιανδήποτε Υπεράσπιση, αλλά ούτε έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να θεωρηθούν ικανά για να του παρέχουν το δικαίωμα Υπεράσπισης, η οποία προωθείται καλόπιστα. Τέλος, αναφέρει ότι ο Eναγόμενος καταχώρισε την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει και να εκτροχιάσει την παρούσα διαδικασία, πράγμα που συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει
Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση του Εναγόμενου. Με αυτήν, ο Eναγόμενος προβάλλει συνολικά 6 λόγους Ένστασης τους οποίους δεν προτίθεμαι να επαναλάβω καθότι αυτοί, ως έχουν αποκρυσταλλωθεί στην αγόρευση του συνηγόρου του (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση ημερ. 28.5.2020), έχουν ως εξής: (1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, (2) η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και αφού ολοκληρώθηκαν τα δικόγραφα, γεγονός που δημιουργεί κώλυμα στον Ενάγοντα να την προωθεί, και (3) η παρούσα Αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, καθότι ο Eναγόμενος έχει ουσιαστική Υπεράσπιση, αλλά και Ανταπαίτηση πολύ μεγαλύτερη του ποσού που απαιτεί ο Ενάγοντας με την παρούσα αγωγή του.
Η Ένσταση των Εναγόμενου υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποία αυτός, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασής του, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Αρκεί απλά να αναφέρω ότι, στην ουσία, ο Eναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέν ποσό οφείλει στον Ενάγοντα και ότι είναι ο τελευταίος που δεν συμμορφώθηκε με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας Ενοικίασης. Ειδικότερα, είναι η θέση του ότι, ο Ενάγοντας δεν συντηρούσε τον εξοπλισμό, τα φωτιστικά και τα διάφορα εξαρτήματα της οικίας, σε καλή και λειτουργική κατάσταση, με αποτέλεσμα η οικία και/ή ο εξοπλισμός της να υποστούν ζημίες ύψους €6.767,29, ως αυτές καταγράφονται με λεπτομέρεια στην παράγραφο 13(i) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του, ποσό το οποίο και ανταπαιτεί. Επίσης, ως ο Εναγόμενος αναφέρει, ο Ενάγοντας, ενεργώντας κατά παράβαση του όρου 5.6[3] της Συμφωνίας Ενοικίασης, δεν πλήρωσε τα έξοδα για τη συντήρηση του κήπου της οικίας (€2.635,85), καθώς επίσης και τα ποσά των τελών αποκομιδής σκυβάλων του Δημαρχείου Έγκωμης αναφορικά με την εν λόγω οικία, για τα έτη 2020 – 2022 (συνολικού ποσού €716,70), ποσά τα οποία ο ίδιος αναγκάστηκε να καταβάλει και, ως εκ τούτου, ανταπαιτεί. Τέλος, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με τον όρο 5.11[4] της Συμφωνίας Ενοικίασης, εφόσον δεν του παρέδωσε την οικία στην ίδια καλή κατάσταση στην οποία την παρέλαβε από αυτόν.
Ακροαματική διαδικασία
Ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκής του δήλωσης και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή. Αναφορά στα επιχειρήματα των συνήγορων των διαδίκων θα γίνει κατωτέρω, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο.
Νομική Πτυχή
Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14, όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και όπου, ως εκ τούτου, είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του μόνο για σκοπούς καθυστέρησης (Jones v. Stones (1984) A.C.122). Βάσει της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι από τον εναγόμενο το δικαίωμά του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση, δυνάμει της Δ.18, πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant (1985) 1 Q.B.597).
Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η Διαταγή 18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγοντας δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται, μιας και η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση, είναι οι ακόλουθες:
(1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6.
(2) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση.
(3) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επιβεβαιώνει το αγώγιμο δικαίωμα, ως επίσης και το ποσό που απαιτείται, και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.
Αν ο ενάγοντας ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou (1961) 1 C.L.R .265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd. (1982) 1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (1983) 1 C.L.R. 333).
Η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, σχετικές είναι οι αποφάσεις Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS (1972) 1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores (1903) Limited (1912) 1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (1997) 1(Δ) Α.Α.Δ.1168. Η Δ.18 θ.2 προνοεί ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, βάσει της Δ.18 θ. 1, πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει, στην ουσία, να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.18. Ο αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει, ουσιαστικά, την απαίτησή του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970, στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14.
«The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £……/ for …… and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.»
Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει, και σημειώνει πως, η Δ.39 θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Το ζήτημα του κατά πόσο ένας ενάγοντας ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα, στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσια:
«Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.97. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπική, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.».
Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης
Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που επιβάλλουν οι πρόνοιες της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πληρούνται. Ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης.
Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρόσωπο το οποίο ορκίζεται προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, που δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον Ενάγοντα, είναι πρόσωπο που έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και όντως μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τούτα. Εν πάση περιπτώσει, τούτο ουδόλως έχει τεθεί εν αμφιβόλω εκ μέρους του Εναγόμενου.
Προτού προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο ο Εναγόμενος, στη βάση των όσων αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή του, αποκαλύπτει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, κρίνω ορθότερο να εξετάσω τον λόγο ένστασης που θέλει την υπό κρίση Αίτηση να καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα, εκτός των χρονικών πλαισίων που επιβάλλουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, και δη μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου και αφότου τα δικόγραφα της υπόθεσης έκλεισαν, γεγονός που κατά τον Εναγόμενο δημιουργεί κώλυμα στην προώθησή της.
Σημειώνω εξ αρχής ότι, η Δ.18 δεν προνοεί συγκεκριμένο χρόνο εντός του οποίου πρέπει να καταχωρείται αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά περιορίζεται στην αναφορά ότι αυτή καταχωρείται μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης (βλ. Annual Practice (1958), σελ. 259, υπό τον τίτλο «At what Stage of Action»). Στην Ετήσια Πρακτική του 1953, στην σελ. 188, κάτω από την παράγραφο με τίτλο: «By delivering defence», αναφέρονται τα ακόλουθα:
«. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered[5]. See McLardy v. Slateum, 24 QBD 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O.14 by putting in what may be only a sham defence at or soon after the date of the appearance».
Σε μετάφραση:
«. Όμως είναι σαφές ότι ο ενάγοντας μπορεί να αιτηθεί συνοπτική απόφαση ακόμα και μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης. Δες την McLardy v. Slateum, 24 QBD 504, όπου μια τέτοια αίτηση καταχωρήθηκε ένα μήνα μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και πέτυχε. Σημειώνεται, ότι έχοντας υπόψη την πιο πάνω απόφαση και το λεκτικό του κανονισμού ο εναγόμενος δεν μπορεί να εμποδίσει τον ενάγοντα να προχωρήσει με την Διάταξη 14 καταχωρώντας με την εμφάνισή του ή σύντομα μετά την εμφάνισή του μια σκιώδη υπεράσπιση».
Επίσης, στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 408, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη[6].»
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, εν προκειμένω, παρά το ότι ο Εναγόμενος καταχώρησε την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του, προκύπτει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για εξέταση της παρούσας Αίτησης, βάσει της Δ.18 θ.1, παραμένει άθικτη, καθότι η καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, από πλευράς του, δεν αποτελεί εμπόδιο στην καταχώρηση αίτησης ως η υπό εξέταση (βλ. Annual Practice (1958), σελ. 260, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 1238). Ο μόνος χρονικός περιορισμός που καθορίζεται από τον θεσμό 1(α) της Δ.18, είναι ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση πριν την καταχώρηση εμφάνισης ή πριν η υπό όρους εμφάνιση του (conditional appearance) καταστεί άνευ όρων (unconditional appearance) (βλ. Ετήσια Πρακτική του 1953, σελ. 186 - 187, υπό την παράγραφο με τίτλο: «At what stage of action»). Δεν υπάρχει ρητή πρόνοια ως προς τον χρόνο εντός του οποίου μπορεί να υποβληθεί τέτοιους είδους αίτηση, ως η υπό εξέταση, μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο.
Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι, στην παρούσα περίπτωση, δεν διαπιστώνεται καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης, και μάλιστα σε βαθμό που να καθιστά αυτήν (την Αίτηση) έκθετη σε απόρριψη. Υπενθυμίζω ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και πριν την καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες.
Συνεπώς, στη βάση όλων των ανωτέρω, ο πιο πάνω λόγος ένστασης που προβάλλεται από πλευράς του Εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει δεκτός, εφόσον τα δικαστικά διαβήματα που έλαβε ο Ενάγοντας, μέχρι το στάδιο καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης (δηλαδή την ολοκλήρωση της δικογραφίας της αγωγής), δεν δημιούργησαν σε αυτόν οποιοδήποτε κώλυμα και/ή εμπόδιο στην καταχώρηση της παρούσας.
Έχοντας τα πιο πάνω ως δεδομένα, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον Εναγόμενο για να καταδείξει, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή του, ότι αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή γεγονότα που αναδεικνύουν ζητήματα για τα οποία ορθότερο θα ήταν να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία για την επίλυσή τους, παρά να εκδοθεί συνοπτική απόφαση στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης.
Ως νομολογιακά αποφασίστηκε, η ένορκη δήλωση ενός Εναγόμενου, πρέπει απλά να περιέχει τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που επιθυμεί να προβάλει και η διαδικασία μιας αίτησης για εξασφάλιση συνοπτικής απόφασης δεν αποτελεί τη δίκη επί της ουσίας της υπόθεσης, για να οφείλει να προσκομίσει όλη τη μαρτυρία που διαθέτει. Αυτό που αναμένεται από τον Εναγόμενο να δείξει, μέσω της ένστασής του, είναι απλά ότι έχει υπεράσπιση, σε τέτοιο βαθμό, που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Το κατά πόσο νομικά η υπεράσπιση του ευσταθεί, θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης (βλ. Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd (2003) 1 ΑΑΔ 1968). Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, αναφέρθηκε ότι:
«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ............................Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».
Στην προκειμένη περίπτωση, ως ήδη ανέφερα ανωτέρω, ο Εναγόμενος δεν περιορίστηκε στην Ένστασή του να αρνηθεί την αξίωση. Αντίθετα, επικαλείται ότι ο Ενάγοντας, ενεργώντας κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας Ενοικίασης, δεν του παρέδωσε την οικία στην ίδια κατάσταση που την παρέλαβε, εφόσον ο εξοπλισμός της, όπως, μεταξύ άλλων, η κουζίνα, οι πόρτες της κουζίνας, η πόρτα οροφής, τα κουρτινόξυλα, η εγκατάσταση του νερού κ.ά, είχαν υποστεί ζημίες, για την επιδιόρθωση των οποίων ο πρώτος κατέβαλε το συνολικό ποσό των €6.767,29. Επίσης, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας, ενεργώντας κατά παράβαση του όρου 5.6 της Συμφωνίας Ενοικίασης δεν κατέβαλε τα έξοδα για τη συντήρηση του κήπου της οικίας, αλλά και τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων για τα έτη 2020-2022.
Δεν αγνοώ τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος, μέσω των Τεκμηρίων 2A και 2Β (που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση), του επιβεβαίωσε ότι θα του επέστρεφε το ποσό της προκαταβολής (το αξιούμενο ποσό), χωρίς να του αναφέρει ο,τιδήποτε για ζημιές και/ή έξοδα τα οποία όφειλε ο πρώτος να του καταβάλει και ότι ο Εναγόμενος παρέλαβε την ελεύθερη και κενή κατοχή της οικίας, κατά τη λήξη της Συμφωνίας Ενοικίασης, χωρίς να του προβάλει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με αυτήν. Ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αντίθετοι με τα όσα ο Εναγόμενος προβάλλει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση του στην παρούσα Αίτηση.
Για να μπορεί, όμως, το Δικαστήριο να αποφασίσει ως προς τις πιο πάνω διαφορές στις εκατέρωθεν θέσεις των μερών, θα πρέπει να υπεισέλθει σε αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας και την αποδοχή ως αξιόπιστης της μαρτυρίας μίας εκ των δύο πλευρών, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης (J. & M. Loizides Agencies Ltd (ανωτέρω)).
Εν προκειμένω, έχοντας κατά νου τα όσα επικαλείται η πλευρά του Εναγόμενου και, ειδικότερα, ότι ο Ενάγοντας, κατ’ ισχυρισμόν του (του Εναγόμενου) ενήργησε κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, του όρου 5.6 της Συμφωνίας Ενοικίασης, εφόσον δεν του κατέβαλε τα ποσά που όφειλε να του καταβάλει σε σχέση με τη συντήρηση του κήπου της οικίας, αλλά ούτε κατέβαλε στο Δημαρχείο Έγκωμης τα τέλη αποκομιδής σκυβάλων για τα έτη 2020-2022, τα οποία ο ίδιος (ο Εναγόμενος) αναγκάστηκε να επωμιστεί, δεικνύει ότι ο τελευταίος εύλογα αμφισβητεί την απαίτηση του Ενάγοντα και προβάλλει, μέσω της Ένστασής του και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, τέτοια γεγονότα που είναι ικανά για να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση. Η εν λόγω δε ανταπαίτηση που προβάλλει ο Εναγόμενος, προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους της υπεράσπισης του. Είναι νομολογημένο πως σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να δίδεται άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση του Ενάγοντα (βλ. Subotic Vidisava ν. Δήμου Στυλιανίδη (1998) 1 ΑΑΔ 22, Morgan & Son Ltd. v. S. Martin Johnson & Co. [1949] 1 K.B. 107 και Zoedone Co. v. Barrett [1882] 26 S.J. 657).
Υπενθυμίζω, ακόμη, στο σημείο αυτό, ότι ο Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε ως προς το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης, με αποτέλεσμα, στο βαθμό που τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, τα οποία αντικρούουν τη θέση του Ενάγοντα ότι ο ίδιος συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας Ενοικίασης, και είναι σχετικά με το επίδικο ζήτημα της υπό κρίση Αίτησης, και δη με τη θέση του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω Συμφωνίας, για τους λόγους που αυτός προβάλλει στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή του στην υπό κρίση Αίτηση, να έχουν παραμείνει αναντίλεκτα.
Επαναλαμβάνω ότι δεν παραγνωρίζω τα όσα καταγράφονται στα Τεκμήρια 2Α και 2Β (που επισυνάπτονται επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση), και δη τις αναφορές του Εναγόμενου περί του ότι ο ίδιος θα συμμορφώνετο με την υποχρέωση του για επιστροφή του ποσού της προκαταβολής στον Ενάγοντα. Πλην όμως, η αποδοχή των όσων εκεί καταγράφονται, αφ’ ης στιγμής τα όσα προβλήθηκαν, εκ μέρους του Εναγόμενου, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή του στην παρούσα, δεν έχουν αντικρουστεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, θα οδηγούσε, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, σε ανεπίτρεπτη αξιολόγηση αναφορικά με την αξιοπιστία της μαρτυρίας των μερών και σε συμπεράσματα ως προς το αληθές ή μη των θέσεων έκαστης πλευράς, ξεφεύγοντας εντελώς από το πλαίσιο εξέτασης της αίτησης για συνοπτική απόφαση (βλ. Λάζαρος Χαραλάμπους v. Ανδρέα Γεωργίου, Πολ. Έφεση 164/17, απόφαση ημερ. 9.9.2025, Λευκίδου v. Κανναουρίδη (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 528).
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω, η πλευρά του Εναγόμενου έχει, με τη μαρτυρία του, εγείρει κάποια καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της βάσης της παράβασης σύμβασης εκ μέρους του Ενάγοντα, και επομένως, με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, με αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση να είναι έκθετη σε απόρριψη.
Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Mukhtar Mohamed Al Nwili v. Maremonte Investments Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε205/2017, απόφαση ημερ. 9.1.2024:
«Σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1 των Θεσμών δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όχι μόνο όπου ο εναγόμενος διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αλλά και όπου αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση. […]»[7].
Κατάληξη
Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, και, ως εκ τούτου, αυτή απορρίπτεται.
Σε ό,τι δε αφορά το ζήτημα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και, κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής.
(Υπ.) .......................................
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση.
[2] Στη βάση του όρου 3.1 της Συμφωνίας Ενοικίασης (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση), ο Ενάγοντας (ως ενοικιαστής της οικίας) υποχρεούτο να καταβάλει στον Εναγόμενο (ως τον ιδιοκτήτη της οικίας), με την υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας, το ποσό των €5.300 ως προκαταβολή για την πλήρη συμμόρφωση του με τους όρους της Συμφωνίας Ενοικίασης.
[3] Ο όρος 5.6 της Συμφωνίας Ενοικίασης προνοούσε τα εξής: «The TENANT is obliged to pay the annual boiler and a/c service charges, electricity, water, gas, swimming pool maintenance, garden maintenance and municipality annual garbage collection fees. In case of a transition period in which case any of the above bills apply both to a previous tenant and the present TENANT, the TENANT is obliged to pay only the amount that applies to his time of staying at the premises according to this contract. The tax and insurance fees of the premises shall be paid by the LANDLORD».
[4] Ο όρος 5.11 της Συμφωνίας Ενοικίασης προνοούσε τα εξής: «The TENANT is obliged at the expiration of this Rental Agreement to give to the LANDLORD free possession of the Premises in the same good condition in which it was at the time he took possession of it, except for reasonable wear and tear».
[5][5] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.
[6] Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.
[7] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο