ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ ν. A.E.Z. TRUST AND UPPER QUALITY SERVICES LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 2737/2022, 6/6/2025
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ ν. A.E.Z. TRUST AND UPPER QUALITY SERVICES LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 2737/2022, 6/6/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ

Αγωγή αρ.: 2737/2022

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ

Ενάγοντας

-και-

 

1.    A.E.Z. TRUST AND UPPER QUALITY SERVICES LIMITED (HE 273239)

2.    ΕΥΤΥΧΙΟΣ ΠΑΠΑΕΥΤΥΧΙΟΥ

 

Εναγόμενοι

 

Ημερομηνία: 6 Ιουνίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κα Ε. Γεωργίου για Α. Παπαμιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για τον Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Α. Προδρόμου

 

 

Ενδιάμεση Απόφαση

(στην αίτηση ημερομηνίας 15.12.2023 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου)

 

Εισαγωγή

 

Μέσω της παρούσας αγωγής, ο Ενάγοντας επιζητεί εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή 2, μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 13.4.2021 μεταξύ του και της Εναγόμενης 1 (στο εξής «η επίδικη συμφωνία»), είναι ακυρώσιμη και/ή άκυρη ένεκα απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από πλευράς των Εναγομένων. Επίσης, μεταξύ άλλων, επιζητεί απόφαση για αποζημίωση εκ ποσού €480, το οποίο κατέβαλε ως προκαταβολή για την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, αλλά και αποζημιώσεις ύψους €8.518,98 που αφορά αύξηση των οφειλών του, στη βάση απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αμέλειας εκ μέρους των Εναγομένων.

 

Η πορεία της παρούσας αγωγής προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο και δεν προτίθεμαι να την παραθέσω για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αρκεί απλά να σημειώσω ότι μετά το κλείσιμο των δικογράφων και δη κατά το στάδιο των οδηγιών που προβλέπεται από τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι Εναγόμενοι – Αιτητές (στο εξής «οι Εναγόμενοι») καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία, στην ουσία, μέσω και των δύο διατακτικών αυτής, επιζητούν το ίδιο ακριβώς πράγμα, ήτοι διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στις παραγράφους 1.1 και 1.2 της Υπεράσπισης τους. Οι εν λόγω προδικαστικές τους ενστάσεις, έχουν ως εξής:

 

«1.1. Ουδέν αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει εναντίον του Εναγόμενου 2 και/ή ο Εναγόμενος 2 δεν πρέπει να ενάγεται υπό του Ενάγοντος, καθότι ουδέποτε συνεβλήθησαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο βάσει της πάγιας αρχής της σχετικότητας των συμβάσεων (privity of contract). Κατά συνέπεια, η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 θα πρέπει να απορριφθεί εν τη ολότητά της με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντος.

 

1.2. Η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί εν τη ολότητά της λόγω καταχρηστικότητας, καθότι ο Ενάγων ζητεί και/ή διεκδικεί και/ή αξιοί τις ίδιες θεραπείες μέσω της αγωγής υπ’ αριθμόν 2567/2022 (i-justice), υπό μορφή Ανταπαίτησης, η οποία είναι προγενέστερη της παρούσης, καθότι κατεχωρήθη κατά την 17.11.2022, και συνακόλουθα η παρούσα γίνεται καθαρά για λόγους εκδικητικότητας. Περαιτέρω, σχετικά με το ως άνω θέμα έχει σταλεί επιστολή από τους Δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 προς τον Ενάγοντα και/ή περί την 6.6.2023 και η απάντηση από τον Δικηγόρο του Ενάγοντος, ήτοι ότι δεν προκύπτει το οτιδήποτε σκανδαλώδες σχετικά με την παρούσα, λήφθηκε κατά ή περί την 7.6.2023.»

 

Η υπό κρίση Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει

 

Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.19 θ. 26, Δ.27 θ.θ. 1, 2 και 3, Δ.29 θ. 2, Δ.33 θ. 6, Δ.48 θ.θ 1 ‑ 4, 7, 8 και 9, Δ.64, στα άρθρα 22 και 31 του περί Δικαστηρίου Νόμου του 1960, Ν. 14/60, ως επίσης και στη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Σε ότι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου αυτή εδράζεται, τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Παπαμιχαήλ (στο εξής «ο ομνύοντας»), ο οποίος, ως αναφέρει, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Εν πολλοίς, ο ομνύοντας αναφέρει ότι, στις 17.11.2022, η εδώ Eναγόμενη 1 καταχώρησε, εναντίον του εδώ Ενάγοντα, την Αγωγή αρ. 2567/2022, η οποία επιδόθηκε, στον τελευταίο, στις 29.12.2022. Αφότου ο Ενάγοντας - Καθ’ ου η Αίτηση (στο εξής «ο Ενάγοντας») έλαβε την πιο πάνω αγωγή, προχώρησε στην καταχώριση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής (Αγωγή αρ. 2567/2022), με την οποία, ουσιαστικά, επιδιώκει τις ίδιες θεραπείες, εναντίον της Εναγόμενης 1, με αυτές που αξιώνει εναντίον της και στην παρούσα αγωγή. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι όταν τούτο έγινε αντιληπτό από τους συνήγορους των Εναγομένων, αυτοί απέστειλαν επιστολή προς τους συνήγορους του Ενάγοντα (ημερ. 6.6.2023), επιδιώκοντας να μάθουν εάν ο τελευταίος προτίθετο να προωθεί τόσο την παρούσα αγωγή όσο και την ανταπαίτηση του στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 2567/2022. Ως ανέφερε, οι συνήγοροι του Ενάγοντα τους απάντησαν στην εν λόγω επιστολή, με επιστολή τους ημερ. 7.6.2023, ενημερώνοντας τους ότι ο Ενάγοντας θα προωθούσε και την παρούσα αγωγή. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι, η προώθηση της παρούσας αγωγής είναι καταχρηστική των δικαστικών διαδικασιών, εφόσον τα όσα ο Ενάγοντας αξιώνει μέσω τούτης, τα αξιώνει, εναντίον της Εναγόμενης 1, και με την Ανταπαίτηση του στην Αγωγή αρ. 2567/2022. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι, ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε συνεβλήθη με τον Ενάγοντα και, επομένως, ο τελευταίος ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει έναντι του πρώτου, επικαλούμενος την αρχή του ενοχικού δεσμού (privity of contract) και, ως εκ τούτου, κατά τον ίδιο, η παρούσα αγωγή υπόκειται σε απόρριψη εναντίον του Εναγόμενου 2. Στη βάση των πιο πάνω, είναι η θέση του ομνύοντα ότι είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης όπως δοθεί η αιτούμενη άδεια του Δικαστηρίου και τα νομικά ζητήματα που εγείρονται στις παραγράφους 1.1 και 1.2 της Υπεράσπισης των Εναγομένων, εκδικαστούν προκαταρκτικά, εφόσον, η εκδίκαση τους θα τερματίσει ολόκληρη την διαδικασία της παρούσας αγωγής, χωρίς τούτη να χρειαστεί να οδηγηθεί σε ακρόαση.

 

Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει

 

Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε την Ένσταση του Ενάγοντα, στην οποία προβάλλονται συνολικά 13 λόγοι ένστασης, τους οποίους δεν προτίθεμαι να επαναλάβω, εφόσον τούτοι, ως έχουν αποκρυσταλλωθεί στην αγόρευση των συνηγόρων του (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση ημερ. 28.5.2020), έχουν ως ακολούθως: (1) η νομική βάση της παρούσας Αίτησης είναι ανεπαρκής και/ή λανθασμένη, (2) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, (3) οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται εκ μέρους των Εναγομένων δεν αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα, αλλά αφορούν και πραγματικά γεγονότα, τα οποία τελούν υπό αμφισβήτηση και/ή δεν είναι παραδεκτά, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να πρέπει να ακούσει μαρτυρία και να αποφανθεί επ’ αυτών, (4) τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη και/ή αντίκειται στα δικαιώματα του Ενάγοντα, και (5) η παρούσα Αίτηση είναι κακόβουλη και/ή εκδικητική.

 

Την Ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, ο οποίος, εν πολλοίς, επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης του, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Επίσης, αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 2 ενάγεται, στην παρούσα αγωγή, στη βάση ψευδών παραστάσεων και/ή δηλώσεων που αυτός προέβη προς τον ίδιο (τον Ενάγοντα). Πιο συγκεκριμένα, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 2 του παρουσιάστηκε ως ειδικός σε διαπραγματεύσεις, με σκοπό να του αποσπάσει τη συναίνεση του και να συνάψει την επίδικη συμφωνία με την Εναγόμενη 1. Τούτο, κατά τον Ενάγοντα, καθιστά συνυπεύθυνους τους Εναγόμενους, έναντι του, με αποτέλεσμα τούτος να νομιμοποιείται να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες, μέσω της παρούσας αγωγής, έναντι και των δύο Εναγομένων, στη βάση απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Τέλος, αναφέρει ότι όλα τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τελούν υπό αμφισβήτηση και επομένως θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία για τούτα, ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτως ώστε τούτο να μπορεί να αποφανθεί επ’ αυτών και κατ’ επέκταση επί των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρουν οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους.

 

Ακροαματική διαδικασία

 

Ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παραδώσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.

 

Σημειώνω εδώ, επίσης, ότι, πριν την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης, δηλώθηκαν από τους συνήγορους των διαδίκων, ως παραδεκτά[1], τα ακόλουθα γεγονότα, στη βάση σχετικού καταλόγου παραδεκτών γεγονότων που αυτοί ετοίμασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο στις 4.6.2024[2]:

 

1.    Μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1 συνήφθη η επίδικη συμφωνία ημερ. 13.4.2021, για παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών από την τελευταία προς τον πρώτο. Η εν λόγω συμφωνία έχει κατατεθεί, επίσης, ως παραδεκτό έγγραφο[3].

2.    Ο Εναγόμενος 2 είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1.

3.    Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγόμενης 1.

4.    Η Αγωγή αρ. 2567/2022 καταχωρήθηκε στις 17.11.2022, ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.12.2022.

5.    Τόσο η παρούσα αγωγή, όσο και η Αγωγή αρ. 2567/2022 επιδόθηκαν την ίδια ημέρα, ήτοι στις 29.12.2022 προς τους αντίστοιχους εναγόμενους αυτών.

6.    Το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση αποτελεί αντίγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε ο εδώ Ενάγοντας, στο πλαίσιο της Αγωγής με αρ. 2567/2022, εναντίον της εδώ Εναγόμενης 1 (εκεί Ενάγουσας).

 

Νομική πτυχή

 

Ως προανέφερα, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στην Δ.27, θ. 1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

 

2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.

 

3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.»

 

Από το λεκτικό της Δ.27, προκύπτει ότι η προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, ασκείται βάσει των αρχών που έχουν νομολογιακά τεθεί.

 

Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, στη βάση της Δ.27, καταγράφηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Papamichael v. Haholiades (1970) 1 C.L.R. 306Malachtou v. Armefti and another (1984) 1 C.L.R. 548Χαραλάμπους ν. Σόλωνος (1994) 1 ΑΑΔ 716Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1998) 1(Δ) ΑΑΔ 2046Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ (2001) 1(Α) ΑΑΔ 530Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd (2003) 1(B) ΑΑΔ 990Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2009) 1(Β) ΑΑΔ 1609).

 

Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (1992) 1 ΑΑΔ 949, κωδικοποιήθηκαν οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στη βάση της Δ.27, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

 

(α) Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται.

 

(β) Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). 

 

(γ) Η έκδοση διαταγής για εκδίκαση προδικαστικώς νομικού σημείου γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. 

 

(δ) Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.

 

Όπου τα γεγονότα, ως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Δ.27, θ. 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ.229, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση θέματος βάσει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland & Co. (1914) 3 K.B. 55, Windsor Refrigerator Co. Ltd v. Branch Nominees Ltd (1961) Ch. 375Isaacs & Sons Ltd v. Cook (1925)2 K.B. 886, Anderson v. Midland Railway (1902)1 Ch. 374Papamichael v. Haholiades (1970) 1 C.L.R. 306Μalachtou v. Armefti & Another  (1984)1 C.L.R. 548). Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Δ.27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd & Another (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως». 

 

Στην υπόθεση Hambou v. Thoma (1987) 1 CLR 379, αναφέρθηκε ότι σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων σε υποθέσεις όπου η προδικαστική επίλυση νομικού σημείου μπορεί να οδηγήσει σε επίλυση της ουσίας της υπόθεσης ή ενός σημαντικού ζητήματος και, συνεπώς, να μην χρειαστεί η προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με οποιαδήποτε πραγματικά ζητήματα.

 

Επίσης, στην Malachtou v. Armefti and another (1984) 1 CLR 548, τονίστηκε, μεταξύ άλλων ότι με βάση τη Δ.27 θ.1, αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Προκύπτει, επομένως, ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. 

 

Τέλος, στην υπόθεση Κυριάκος Σάββα  v Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ.609, λέχθηκε ότι:

 

".. Όπως αναφέρθηκε στην Χ'Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1 A.A.Δ.949, διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση."

 

Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης

 

Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές που έχει θέσει η νομολογία επί του ζητήματος, έχω εξετάσει με προσοχή τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα των διαδίκων, σε συνδυασμό πάντοτε με τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που η κάθε πλευρά προβάλλει στην αγόρευση της, χωρίς, βεβαίως, να παραβλέπω τα όσα έχουν τεθεί στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την υπό κρίση Αίτηση όσο και την Ένσταση. Είναι στη βάση αυτών που προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση.

 

Επισημαίνω ότι, το τι εξετάζεται στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, είναι μόνο το κατά πόσο οι εγειρόμενες στην Υπεράσπιση, προδικαστικές ενστάσεις, θα πρέπει να αποφασιστούν πριν την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και όχι το βάσιμο ή μη των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε αναφορά εκ μέρους των διαδίκων, η οποία έχει ως αντικείμενο την ουσία έκαστης εκ των προδικαστικών ενστάσεων των Εναγομένων, ως τούτες εγείρονται στην Υπεράσπιση αυτών, δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Και τούτο διότι, ως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, μέσω της παρούσας Αίτησης, οι Εναγόμενοι δεν επιζητούν από το Δικαστήριο, τίποτε άλλο, πλην την έκδοση σχετικής διαταγής για την προδικαστική εκδίκαση των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων του. Πουθενά, μέσω της παρούσας Αίτησης, δεν επιζητούν ούτε και προωθούν σχετικό αίτημα για απόφανση και κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ουσία των προδικαστικών τους ενστάσεων. Για του λόγου το αληθές, πουθενά στην παρούσα Αίτηση τους δεν επιζητείται, ως θεραπεία είτε η απόρριψη είτε η αναστολή της παρούσας αγωγής έναντι των Εναγομένων 1 και/ή 2, είτε στη βάση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, είτε στη βάση έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα έναντι του Εναγόμενου 2, λόγω μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ των δύο.

 

Προτού προχωρήσω, κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω το εξής. Είναι εμφανές από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, ότι τούτη εδράζεται στο σύνολο των κανονισμών της Δ.27. Παρά το ότι τόσο στη βάση της Δ.27 θ. 1 και 2, όσο και στη βάση της Δ.27 θ. 3, η αγωγή δύναται να οδηγηθεί σε απόρριψη, εντούτοις με την Δ.27 θ. 1 και 2, εκείνο που σκοπείται είναι η προδικαστική εκδίκαση αμιγώς νομικού σημείου που καθορίζει ουσιωδώς την έκβαση της αγωγής ή μέρος αυτής, ενώ με την Δ.27 θ. 3, σκοπείται η διαγραφή δικογράφου για το λόγο ότι τούτο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής ή ότι είναι ενοχλητική και/ή κακόπιστη. Ως λέχθηκε από τον Έντιμο αδελφό Δικαστή κ. Παντελή στην Αγωγή 5638/15, G. Alexandrou Construction Ltd v. Ιωσήφ Γιαλλούρη κ.α. (απόφαση ημερ. 15.4.2022), το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας: «Κοινό σημείο των εν λόγω κανονισμών είναι πως και οι δυο (Δ.27 κκ 2 και 3) δύνανται να οδηγήσουν την αγωγή σε απόρριψη. Εντούτοις άλλη είναι η οδός που ακολουθεί ο κ.2 και άλλη εκείνη που ακολουθεί ο κ.3 της Δ.27. Οι δε διαφορές τους είναι τόσο ουσιαστικές όσο και δικονομικές. Για παράδειγμα. ο κ.3 της Δ.27 δεν εδράζεται σε γεγονότα, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, εξου και η αίτηση που υποβάλλεται δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και η διερεύνηση τέτοιου αιτήματος δεν εξικνείται πέραν της εξέτασης του σχετικού δικογράφου. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται πως ο κ.3 της Δ.27 εντοπίζεται στην παράγραφο (ο) του κ.9 της Δ.48, όπου παρατίθενται οι αιτήσεις που εκδίδονται δια κλήσεως αλλά δεν συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Εντούτοις δεν ισχύει το ίδιο για τον κ.2 της Δ.27, γεγονός το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αίτημα τέτοιας φύσης δεν μπορεί να υποβληθεί άνευ ενόρκου δηλώσεως»[4].

 

Εν προκειμένω, η υπό κρίση Αίτηση αφορά την εκδίκαση νομικού σημείου στη βάση της Δ.27 θ. 1 και 2, εξού και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Συνεπώς, στη βάση όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση θα αντιμετωπιστεί και μόνο ως αίτηση με την οποία επιζητείται η προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών σημείων που εγείρουν οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους και το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια να εγκρίνει ή απορρίψει τούτη, αφού διαπιστώσει κατά πόσο, εν προκειμένω, αποκρυσταλλώνεται αμιγώς νομικό θέμα και κατά πόσο υπάρχει το πλαίσιο παραδεκτών και αδιαμφισβήτητων γεγονότων που επιτρέπουν την εκδίκαση των εν λόγω προδικαστικών σημείων.

 

Προχωρώντας τώρα στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση Αίτησης και έχοντας κατά νου τις αρχές όπως τούτες κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Χ’’Οικονόμου (ανωτέρω), σημειώνω πως η υπό κρίση Αίτηση καθορίζει σαφώς τα νομικά σημεία που επιζητούνται να εκδικαστούν προδικαστικά, τα οποία δεν είναι άλλα από (α) ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών (abuse of process) εφόσον ο Ενάγοντας, μέσω αυτής, επιζητεί εναντίον της Εναγόμενης 1, τις ίδιες ακριβώς θεραπείες, που επιζητεί εναντίον της στην Ανταπαίτηση που αυτός καταχώρησε στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 2567/2022, αλλά και (β) στη βάση του ότι, ουσιαστικά, ο Ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2, εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ τους (privity of contract). Η υπό κρίση Αίτηση υποβλήθηκε μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και συγκεκριμένα στο στάδιο της Κλήσης για Οδηγίες, τα δε νομικά σημεία που οι Εναγόμενοι εγείρουν είναι σοβαρά και καταλυτικά, εφόσον αν ήθελε αποφασιστεί ότι τούτα ευσταθούν, τούτο θα οδηγούσε σε απόρριψη και/ή αναστολή της παρούσας αγωγής είτε εναντίον της Εναγόμενης 1 είτε εναντίον του Εναγόμενου 2 (αναλόγως του ποιο νομικό σημείο ευσταθεί).

 

Αυτό επομένως που μένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να εξεταστούν τα εν λόγω νομικά ζητήματα προδικαστικά, ή κατά πόσο τα γεγονότα δεν είναι αρκούντος σαφή ή είναι αμφισβητούμενα για να αποφασιστούν τούτα. Σε αυτό το θέμα είναι άλλωστε που περιστρέφονται ουσιαστικά και οι βασικοί λόγοι ένστασης του Ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι τα νομικά σημεία που οι Εναγόμενοι εγείρουν στην Υπεράσπιση τους δεν μπορεί να ακουστούν και να αποφασιστούν προδικαστικά, εφόσον δεν υπάρχει το απαραίτητο παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων.

 

Είναι, ουσιαστικά, ο ισχυρισμός των συνηγόρων των Εναγομένων, ως αυτός προβάλλεται μέσω της αγόρευσης τους ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζει η Δ.27, εφόσον υπάρχει το απαιτούμενο πλαίσιο αδιαμφισβήτητων γεγονότων για να εκδικαστούν οι προδικαστικές τους ενστάσεις πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα. Κατά την άποψη του, τα γεγονότα δεν είναι αδιαμφισβήτητα και/ή κοινώς αποδεκτά, εφόσον υπάρχει διάσταση απόψεων και/ή διαφωνία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τούτα. Κατά τον ίδιο, τόσο ο Εναγόμενος 2, όσο και η Εναγόμενη 1, προέβηκαν προς τον Ενάγοντα σε ψευδείς παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις για να του αποσπάσουν τη συναίνεση του με σκοπό να καταρτίσει την επίδικη συμφωνία με την Εναγόμενη 1. Συνεπώς, ως ισχυρίζεται η πλευρά του Ενάγοντα, ανεξαρτήτως του ότι η επίδικη συμφωνία δεν συνήφθη με τον Εναγόμενο 2, και οι δύο Εναγόμενοι είναι υπεύθυνοι έναντι του στη βάση απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και, συνεπώς, όχι μόνο στη βάση παράβασης σύμβασης. Σημειώνω εδώ ότι, σε ότι αφορά το ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, η πλευρά του Ενάγοντα δεν προβάλλει οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό είτε μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του είτε στην αγόρευση που καταχώρησε στο Δικαστήριο.

 

Έχοντας κατά νου τόσο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, όσο και τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία τούτοι προέβηκαν, είναι η κρίση μου ότι, εν προκειμένω, σε ότι αφορά το ζήτημα του κατά πόσο η παρούσα αγωγή συνιστά ή μη κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών (abuse of process), υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να αποφανθεί, προδικαστικώς, επί του εν λόγω ζητήματος, εφόσον το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ως παραδεκτά γεγονότα (α) ότι καταχωρήθηκε η Αγωγή αρ. 2567/2022, (β) πότε τούτη επιδόθηκε, (γ) μεταξύ ποιων διαδίκων τούτη καταχωρήθηκε και (δ) το τι επιζητείται στο πλαίσιο εκείνης, μέσω της ανταπαίτησης του εδώ Ενάγοντα (εκεί Εναγόμενου) εναντίον της εδώ Εναγόμενης 1 (εκεί Ενάγουσας).

 

Συνεπώς, η υπό κρίση Αίτηση σε ότι αφορά την προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 1.2 της Υπεράσπισης των Εναγομένων, κρίνω ότι δεν μπορεί παρά να έχει επιτυχή έκβαση.

 

Το ίδιο όμως, κατά την κρίση μου, δεν ισχύει σε ότι αφορά την προδικαστική ένσταση που εγείρεται εκ μέρους των Εναγομένων, αναφορικά με το ότι ο Ενάγοντας δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2, εφόσον η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης 1 και, επομένως, ο Ενάγοντας δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τον Εναγόμενο 2 (privity of contract). Εν προκειμένω, δεν εντοπίζονται και δεν υπάρχουν τα αναγκαία γεγονότα που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί του εν λόγω ζητήματος. Και τούτο διότι, βασικός ισχυρισμός του Ενάγοντα αναφορικά με το λόγο που ενάγει και τον Εναγόμενο 2, στην παρούσα αγωγή, είναι ότι ο τελευταίος, προέβη σε κατ’ ισχυρισμόν ψευδείς παραστάσεις και/ή δηλώσεις έναντι του, με αποτέλεσμα να του αποσπάσει με απατηλό και/ή δόλιο τρόπο τη συναίνεση του για την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας με την Εναγόμενη 1. Προκύπτει, επίσης, μέσα από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα ότι δικογραφεί και σχετικές λεπτομέρειες απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εναντίον, μεταξύ άλλων, και του Εναγόμενου 2, με αποτέλεσμα η όποια βάση της παρούσας αγωγής του να μην περιορίζεται σε τυχόν παράβαση της επίδικης συμφωνίας, η οποία, ως είναι κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, αλλά να εμπεριέχει και βάση αγωγής για αποζημιώσεις στη βάση κατ’ ισχυρισμόν απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγομένων.

 

Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι δεν υπάρχει καμία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς την ουσία των γεγονότων που οφείλουν να είναι παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα ενώπιον του Δικαστηρίου σε ότι αφορά την εκδίκαση του προδικαστικού σημείου της παραγράφου 1.1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων, και δη κατά πόσο όντως ο Εναγόμενος 2 προέβη υπό την προσωπική του ιδιότητα ή ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 στις κατ’ ισχυρισμόν ψευδείς παραστάσεις και/ή απατηλές πράξεις προς τον Ενάγοντα, με αποτέλεσμα η όποια συναίνεση του τελευταίου στην κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας να μην ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του, ως αυτός ισχυρίζεται.

 

Από τα πιο πάνω, είναι σαφές ότι υπάρχει τέτοια διάσταση ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρεται στην παράγραφο 1.1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων, που αναπόφευκτα η υπόθεση, σε ότι αφορά το εν λόγω ζήτημα, θα πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση για να δοθεί περισσότερο φως επ’ αυτών μέσω της ζώσας μαρτυρίας που θα προσφερθεί. Η διάσταση των θέσεων των διαδίκων αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα σφραγίζει και το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης σε ότι αφορά το αίτημα των Εναγομένων για εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που εγείρουν στην παράγραφο 1.1 της Υπεράσπισης τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Karik Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης Σία Λτδ (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 530:

 

«Συμφωνούμε με την πρωτόδικη άποψη ότι, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα σε σχέση με αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο κατόπιν πλήρους διακρίβωσης του συνόλου των δεδομένων τα οποία συνέθεταν την περίπτωση και τα οποία δεν υπήρχαν στην ολότητά τους ως σταθερό σημείο αναφοράς σε εκείνο το στάδιο.»

 

Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση προκειμένου να ακουστεί προδικαστικά το νομικό ζήτημα που εγείρουν οι Εναγόμενοι στην παράγραφο 1.2 της Υπεράσπισης τους, αφού το υπόβαθρο των γεγονότων που θα ήταν απαραίτητο προκειμένου να αποφασιστεί τούτο, είναι αμφισβητούμενο.

 

Κατάληξη

 

Για τους πιο πάνω λόγους, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Επιτυγχάνει, δηλαδή, σε ό,τι αφορά την προδικαστική εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που εγείρεται στην παράγραφο 1.2 της Υπεράσπισης των Εναγομένων, η οποία αφορά και αναφέρεται σε αμιγώς νομικό ζήτημα επί στέρεου και μη αμφισβητούμενου υπόβαθρου και το οποίο αν αποφανθεί θα επιλύσει ολόκληρη την παρούσα αγωγή ή τουλάχιστον ουσιώδες μέρος αυτής, σε ότι αφορά την Εναγόμενη 1. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα για την προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρεται στην παράγραφο 1.2 της Υπεράσπισης.

 

Σε ότι όμως αφορά το μέρος της παρούσας Αίτησης, με το οποίο επιζητείται η προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρεται στην παράγραφο 1.1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων, τούτο απορρίπτεται, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί λεπτομερώς ανωτέρω.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, με δεδομένο ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει επιτύχει μερικώς, τούτα επιδικάζονται, κατά το ήμισυ, υπέρ των Εναγομένων – Αιτητών και εναντίον του Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής.

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, η υπόθεση ορίζεται στις 19.6.2025 και ώρα 8.45, για σκοπούς προγραμματισμού της ακρόασης της ουσίας της προδικαστικής ένστασης της παραγράφου 1.2 της Υπεράσπισης των Εναγομένων.

 

 

 

(Υπογρ.)………………………

Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Στην απόφαση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian κ.α.Πολιτική Έφεση 151/10, ημερ7.3.2014, λέχθηκε πως το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων για την επίλυση της επίδικης διαφοράς, θα μπορούσε να τεθεί είτε από το ίδιο το δικόγραφο, είτε να προκύπτει από αυτό ή να αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα.

[2] Ο οποίος είναι κατατεθειμένος στο σύνδεσμο «Έγγραφα» του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης.

[3] Το έγγραφο που κατατέθηκε στο σύνδεσμο «Έγγραφα» του ηλεκτρονικού φακέλου, στις 5.11.2024.

[4] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο