ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 230/2023
1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΟΥΡΗΣ
2. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (Σ.Κ.Ε.Κ.)
Ενάγοντες
και
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΩΝ
Εναγόμενων
______________________________________________________________________
Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Γ. Αργυρίδης
Για τους Ενάγοντες – Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Χ. Χριστοφόρου
Ενδιάμεση Απόφαση
(στην αίτηση για διαγραφή της αγωγής ημερ. 10.9.2024)
Εισαγωγή
Με την υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες επιδιώκουν την επιδίκαση γενικών και/ή ειδικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων για παράβαση ανθρωπίνων και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων τους, καθώς και την έκδοση σειράς διαταγμάτων, με τα οποία να ακυρώνεται και/ή να κηρύσσεται άκυρη η εκλογική διαδικασία των Εναγομένων που διεξήχθη στις 28.1.2023 και/ή η εκλογή των προσώπων που εκλέχθηκαν και/ή ο καταρτισμός του συμβουλίου σε σώμα και/ή οι αποφάσεις που λήφθηκαν στο πλαίσιο αυτής. Επίσης, αξιώνουν την έκδοση προστατευτικού διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να εκτελούν και/ή να εφαρμόζουν το αποτέλεσμα της εκλογικής διαδικασίας για εκλογή διοικητικού συμβουλίου που έλαβε χώρα κατά την πιο πάνω ημερομηνία και δη στις 28.1.2023.
Με την υπό κρίση Aίτηση, οι Εναγόμενοι – Αιτητές (στο εξής «οι Εναγόμενοι») επιζητούν, ουσιαστικά, διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει την διαγραφή της παρούσας αγωγής και/ή το όνομά τους από τον τίτλο της αγωγής, καθότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη αιτία και/ή βάση αγωγής και/ή οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, στη βάση του ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και/ή είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να αποδώσει τις θεραπείες που επιζητούνται από τους Ενάγοντες – Καθ’ ων η Αίτηση (στο εξής «οι Ενάγοντες») μέσω αυτής (της αγωγής).
Η υπό εξέταση Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.27, θθ. 1, 2, 3 και 4, Δ.48, θθ. 1 ‑ 9 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στον περί Κτηματομεσιτών Νόμο του 2010 (N. 71(I)/2010), άρθρα 2-10, 13, 14, 16-19, 28, 30, 36, 37 και 42, ως επίσης και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει τούτη (την Αίτηση), αυτό εμφαίνεται στην συνημμένη, σε αυτήν, ένορκη δήλωση του κ. Χ. Φουλή (στο εξής «ο ομνύοντας στην Αίτηση»). Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω στο παρόν στάδιο τα όσα ο ομνύοντας στην Αίτηση αναφέρει.
Η παρούσα Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση των Εναγόντων, στην οποία αυτοί προβάλλουν επτά (7), συνολικά, λόγους ένστασης, οι οποίοι, επί της ουσίας, έχουν ως ακολούθως: (1) η υπό κρίση Αίτηση των Εναγομένων είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, (2) οι Ενάγοντες αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων σε σχέση με τις εκλογές που διεξήχθησαν στις 28.1.2023, οι οποίες ήταν παράνομες και κατά παράβαση του σχετικού Νόμου και/ή των κανονισμών, (3) οι επίδικες εκλογές των Εναγομένων, ημερομηνίας 28.1.2023, εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και όχι του δημοσίου δικαίου και, επομένως, ως αστική διαφορά, αρμόδιο Δικαστήριο για την επίλυση της είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο οποίο βρίσκεται και η έδρα των Εναγομένων, (4) οι Ενάγοντες έχουν έννομο συμφέρον να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον των Εναγομένων σε σχέση με τις εκλογικές διαδικασίες που ακολούθησαν οι τελευταίοι, οι οποίες ήταν έκδηλα παράνομες και συνιστούν αστική διαφορά, (5) η προκήρυξη εκλογών από πλευράς των Εναγομένων και η συνακόλουθη διενέργειά τους δεν αποτελούν διοικητικές και/ή εκτελεστές διοικητικές πράξεις και δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής, (6) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της παρούσας αγωγής και το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από την προηγούμενη απόφασή του, ημερομηνίας 5.2.2024, και (7) η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και/ή μετά την έκδοση οδηγιών για αποκάλυψη εγγράφων στο πλαίσιο της αγωγής, χωρίς οι Εναγόμενοι να θέτουν ένα τέτοιο αίτημα στο Τύπο 25 που καταχώρησαν.
Η Ένσταση των Εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Α. Καουρή (στο εξής «ο ομνύοντας στην Ένσταση»), στην οποία αυτός επαναλαμβάνει, ουσιαστικά, τους πιο πάνω λόγους ένστασης, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Είναι η θέση του ότι, η ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερομηνίας 5.2.2024 (στο εξής «η Ενδιάμεση Απόφαση»), δεν αποφάσισε την απόρριψη της παρούσας αγωγής, αλλά μόνο τις προϋποθέσεις της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 7.2.2023, για έκδοση προσωρινού διατάγματος, στη βάση του ότι δεν πληρείτο η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 και, ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από την εν λόγω προηγούμενη απόφασή του, ως προς την καθ' ύλην αρμοδιότητά του και/ή δικαιοδοσία του να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω, στο παρόν στάδιο, με λεπτομέρεια τα όσα λοιπά αναφέρονται από τον ομνύοντα στην Ένσταση.
Νομική πτυχή
Προτού προχωρήσω να εξετάσω την Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη νομική πτυχή που περιβάλλει τούτη.
Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι είναι πάγια νομολογημένο ότι θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατόν, επειδή είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του (βλ. Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας (1991) 1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η Έκθεση Απαίτησης (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and Others (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 729).
Ως προανέφερα, η Αίτηση βασίζεται στην Δ.27, θ. 3, η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή αν διαπιστώσει ότι με την Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Παρά το όποιο λεκτικό στο αιτητικό της υπό εξέταση Αίτησης ότι η παρούσα αγωγή είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική (frivolous and/or vexatious), εντούτοις, εκείνο που ουσιαστικά επιζητεί η πλευρά των Εναγομένων είναι τη διαγραφή της αγωγής, επί της βάσης ότι ουδεμία αιτία αγωγής αποκαλύπτεται από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, καθότι ελλείπει η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα διαφορά των μερών και αρμόδιο δικαστήριο να την εκδικάσει είναι το Διοικητικό Δικαστήριο. Καθίσταται, επομένως, αναγκαίο στο σημείο αυτό, να παρατεθεί αυτούσια η Δ.27 θ. 3, η οποία έχει ως εξής:
«3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.[1] »
Η πιο πάνω Διαταγή, είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 θ. 4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, με αποτέλεσμα η, σχετική, Αγγλική Νομολογία, επί του θέματος, να είναι καθοδηγητική. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.27 θ. 3, είναι ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει προκαταρκτικά κατά πόσο ένα δικόγραφο (εν προκειμένω, η Έκθεση Απαίτησης), αποκαλύπτει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα, και στην περίπτωση που κρίνει ότι δεν αποκαλύπτει τέτοιο ή ότι το δικόγραφο είναι επιπόλαιο ή ανούσιο ή ενοχλητικό, σε τέτοιο βαθμό που η προώθησή του δεν δικαιολογείται, τότε δύναται να διατάξει τη διαγραφή του. Καταδεικνύεται δε, από τη σχετική νομολογία, ότι το μέτρο της διαγραφής δικογράφου είναι εξαιρετικό και για αυτό θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο όπου το δικόγραφο θα κριθεί ξεκάθαρα ανυπόστατο, ως μη αποκαλύπτον οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο ή ως απαράδεκτα ενοχλητικό ή επιπόλαιο (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246, Kozienskaya River Ltd v. KLCC Holding Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε43/2013, ημερ. 23.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A104, Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Ε191/2025, ημερ. 23.3.2016, Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 ΑΑΔ 1316, Fasili and other v. Sun Boat (1984) 1 CLR 679, Annual Practice 1958, σελ. 477).
Στην υπόθεση Ιn Re Pelmako (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.»
Επίσης, στην υπόθεση Re Pelmako (ανωτέρω), σημειώθηκε ότι η κρίση επί αιτήσεως για διαγραφή δικογράφου ως μη αποκαλύπτον αγώγιμο δικαίωμα, κρίνεται αποκλειστικά στη βάση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. επίσης Buttes Gas & Oil Co v. Hammer (1975) 2 W.L.R. 425[2]). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Halsbury’ s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παράγραφος 436 αναφέρει «…If the application is based only on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible».
Παρεμβάλλω εδώ ότι, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής, δυνάμει της Δ.27, θ.3, μπορούν να αποτελέσουν, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία (βλ. Annual Practice (1958), σελ. 575).
Πέραν των ανωτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob’ s Precedents of Pleadings (12η έκδοση), σελ. 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής, με κάποια πιθανότητα επιτυχίας, στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Ως προς το τι συνιστά «εύλογη αιτία αγωγής», στην υπόθεση [1970] 1 All E.R. 1094, λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπόψη, αποκλειστικά και μόνο, των ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των εν λόγω ισχυρισμών, καταδεικνύει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, τότε το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί.
Τέλος, σε ότι αφορά τον χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος, στη σελ. 575 του Annual Practice (1958), αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται εγκαίρως, αν είναι δυνατό πριν την υπεράσπιση, αλλά όχι πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. επίσης Mepa Underwriting Management Limited κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1 ΑΑΔ 772.
Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης
Έχοντας κατά νου την ανωτέρω νομική πτυχή, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση.
Κρίνω, κατ’ αρχάς, σκόπιμο να εξετάσω τον λόγο ένστασης που προβάλλεται από πλευράς των Εναγόντων περί του ότι η Ενδιάμεση Απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, στη βάση της οποίας αποφάσισε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την διαφορά των μερών είναι το Διοικητικό Δικαστήριο, δεν είναι δεσμευτική σε ό,τι αφορά την εξέταση της παρούσας Αίτησης και/ή ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από αυτήν (την Ενδιάμεση Απόφαση).
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου, με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο το εν λόγω ζήτημα (βλ. Mikis & Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019), ECLI:CY:AD:2019:A14.
Στην πιο πάνω υπόθεση Mikis & Markos Sideris Holdings Limited έγινε αναφορά στην απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά. (2010) 1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά, διότι η πρώτη απόφαση, εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα. Παραθέτω κατωτέρω, αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Νικόλα Σιδέρη κ.α (ανωτέρω):
«Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»
Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λιμιτεδ κ.α. v. Περατικού κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ. 32/2019, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:D149:
«[…] Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο».
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, σημειώνω εδώ ότι το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή καθ’ ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή την διαφορά των μερών, στη βάση του ότι οι Εναγόμενοι αποτελούν νομικό πρόσωπο δημόσιου Δικαίου και οι πράξεις και/ή απόφαση για διεξαγωγή εκλογών συνιστά πράξη που εμπίπτει εντός της έννοιας του δημόσιου σκοπού, με αποτέλεσμα να υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Δικαστηρίου, έχει ήδη εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης, ημερομηνίας 7.2.2023, στην οποία το Δικαστήριο εξέδωσε τη σχετική Ενδιάμεση Απόφασή του (ημερ. 5.2.2024), με την οποία αποφάσισε ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και να αποδώσει τις αξιούμενες θεραπείες. Κρίνω δε σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω Ενδιάμεση Απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση):
«Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης, προκύπτει ότι η βάση της παρούσας αγωγής αφορά ισχυριζόμενη παράβαση θέσμιου καθήκοντος, ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι, κατά τη θέση των Εναγόντων, δεν ακολούθησαν την ενδεδειγμένη διαδικασία που καθορίζεται στην κείμενη νομοθεσία, για τη διεξαγωγή των εκλογών. Οι Εναγόμενοι ως προκύπτει από τον περί Κτηματομεσιτών Νόμο του 2010 (Ν.71(I)/2010) [στο εξής ο Νόμος] αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αυτό που με την παρούσα αγωγή προσβάλλεται είναι οι αποφάσεις που σχετίζονται με τις εκλογές και κατά συνέπεια με τη συγκρότηση του. Συνεπώς, αναδύεται το ερώτημα κατά πόσο οι πιο πάνω πράξεις των Εναγόμενων, ήτοι η απόφαση για διεξαγωγή εκλογών αλλά και η απόφαση ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, θεμελιώνουν αγώγιμο δικαίωμα.
Στο άρθρο 3 (2) του Νόμου προβλέπεται ότι το Συμβούλιο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με διηνεκή διαδοχή και έχει όλες τις νομικές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τα νομικά πρόσωπα, έχει δική του επωνυμία και δική του σφραγίδα και έχει ικανότητα, για σκοπούς εκπλήρωσης των αρμοδιοτήτων του να ενάγει και ενάγεται, να αποκτά κυριότητα, να μισθώνει, πωλεί ή άλλως πως διαθέτει ή επιβαρύνει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία.
Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, εδάφιο (1), οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου προς εκπλήρωση των οποίων μπορεί να ενάγει και να ενάγεται αφορούν την εγγραφή κτηματομεσιτών και βοηθών κτηματομεσιτών, την τήρηση Μητρώου Κτηματομεσιτών και Βοηθών Κτηματομεσιτών και τη διαγραφή από αυτό εγγεγραμμένων κτηματομεσιτών, την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου επί των εγγεγραμμένων κτηματομεσιτών και των βοηθών κτηματομεσιτών και την επιβολή των αρμοζουσών πειθαρχικών κυρώσεων, την καταχώρηση κατηγορητηρίων στο Δικαστήριο αναφορικά με τα ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και την άσκηση κάθε άλλης αρμοδιότητας ή εξουσίας η οποία είναι συντελεστική ή συμφυής στην εκπλήρωση των ανατιθέμενων σε αυτό καθηκόντων.
Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Η Δημόσια Διοίκηση στην Κύπρο» (2012) του Βάσου Γεωργίου, σελ. 341, στο οποίο με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Εναγόμενων «Είναι ορισμένα επαγγέλματα που έχουν να κάνουν κυρίως με την υγεία και την ασφάλεια του ανθρώπου, των κατασκευών, της αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας, τα οποία για να ασκήσει κάποιος απαιτούνται ορισμένα προσόντα και προϋποθέσεις. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο τα Συμβούλια Εγγραφής Επαγγελματιών, τα οποία είναι 24, επιλαμβάνονται αιτήσεων και εγκρίνουν ή απορρίπτουν την εγγραφή κάποιου επαγγελματία στο αντίστοιχο μητρώο». Ως περαιτέρω αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα τα συμβούλια αυτά έχουν την εξουσία να ασκούν πειθαρχικό έλεγχο και οι αποφάσεις τους αποτελούν ατομικές διοικητικές πράξεις οι οποίες δύναται να προσβληθούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Ως διαφαίνεται από τα ανωτέρω, εκ των αρμοδιοτήτων που με Νόμο έχουν ανατεθεί στους Εναγόμενους είναι και η εγγραφή, διαγραφή και επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων σε κτηματομεσίτες, οι οποίοι για να επιτύχουν την εγγραφή τους στο αντίστοιχο μητρώο θα πρέπει να κατέχουν τα προσόντα που προβλέπονται στο άρθρο 11 του Νόμου. Ενόψει δε και της φύσης των παρεχόμενων, από κτηματομεσίτες, υπηρεσιών, οι Εναγόμενοι αποτελούν ένα εκ των εγκαθιδρυμένων με νόμο συμβούλιο εγγραφής επαγγελματιών στην Κύπρο.
Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν οδηγεί απαρεγκλίτως στο γεγονός ότι όλες οι πράξεις του, πλην αυτών που συνιστούν άσκηση πειθαρχικού ελέγχου, ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Βασικό όμως κριτήριο για την διάκριση αυτή, ήτοι εάν μια πράξη εμπίπτει εντός της σφαίρας του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου είναι ο επιδιωκόμενος με την πράξη σκοπός και συγκεκριμένα αυτό που διερευνάται είναι εάν με την πράξη που εκδίδεται επιδιώκεται πρωταρχικά η εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, ήτοι εξ αντικειμένου το κοινό έχει συμφέρον στην ευόδωση του σκοπού αυτού. Τούτο δε κατά κανόνα συμβαίνει αν η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη σκοπών ενός δημόσιου οργάνου.
Η πράξη ή/και απόφαση των Εναγόμενων για διεξαγωγή εκλογών δεν εμπίπτει εντός της εξουσίας τους για άσκηση πειθαρχικού ελέγχου. Η απόφαση όμως αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συγκρότηση των Εναγόμενων, ως προσώπου δημοσίου δικαίου με όλα εκείνα τα φυσικά πρόσωπα που θα κληθούν να ασκήσουν τις οργανικές λειτουργίες του για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους το σώμα αυτό έχει συσταθεί και επομένως η απόφαση για τη διενέργεια των εκλογών αλλά και η απόφαση για την ακολουθητέα διαδικασία εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3(2) του περί Κτηματομεσιτών Νόμου του 2010 (Ν.71(I)/2010), οι Εναγόμενοι συγκροτούνται δια του διορισμού 3 εκ των μελών τους και δια της εκλογής του πρόεδρου και των υπόλοιπων 3 μελών. Η δε συγκρότηση των Εναγόμενων ως το άρθρο 3 (2) του Νόμου προβλέπει πρέπει να γίνεται με διηνεκή διαδοχή. Τούτο δε επιτάσσει και η αρχή της συνέχειας της λειτουργίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ούτως ώστε να ικανοποιούνται οι διαρκείς ανάγκες των προσώπων που εξαρτούνται από αυτά.
Κατά συνέπεια, στη βάση των όσων έχουν λεχθεί ανωτέρω καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης καθώς δεν νοείται οι σχετικές με την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου αποφάσεις να υπόκεινται σε έλεγχο κατόπιν προσφυγής, ενώ ταυτόχρονα η απόφαση του εν λόγω συμβουλίου για τη διενέργεια εκλογών με σκοπό τη διηνεκή συγκρότηση/ διαδοχή του που θα πρέπει να είσαι σύμφωνη με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου να ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου[3].
Καθίσταται, περαιτέρω, προφανές ότι η απόφαση των Εναγόμενων για διεξαγωγή εκλογών αλλά και ως προς την ακολουθητέα διαδικασία αναπτύσσει αποτελέσματα στο πεδίο του διοικητικού δικαίου που σχετίζονται με τον έλεγχο της δράσης της δημόσιας διοίκησης και τυχόν παράβαση της κείμενης νομοθεσίας ως προς τη διαδικασία διεξαγωγής δεν θεμελιώνει αγώγιμο δικαίωμα αλλά λόγο ακύρωσης, ο οποίος θα πρέπει να αποφασισθεί από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο.
[…]
Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν υφίσταται δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να παρέχει την αιτούμενη θεραπεία στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο που οδηγεί και στην κατάληξη της μη συνδρομής της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, εφόσον δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από τον Νόμο ή το δίκαιο της Επιείκειας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου παρέλκει η εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων και οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης.»
Στη βάση, επομένως, της πιο πάνω κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ότι δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση/ διαφορά των μερών και να παρέχει τις αιτούμενες θεραπείες στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, δεν παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο (υπό αυτή τη σύνθεση) να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του. Εν προκειμένω, η πιο πάνω Ενδιάμεση Απόφαση δεν διαφαίνεται να έχει αμφισβητηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τη διαδικασία της έφεσης, με αποτέλεσμα αυτή να παραμένει νομικά αλώβητη και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν το ίδιο ζήτημα, ήτοι αυτό της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, να εγείρεται εκ νέου με την παρούσα Αίτηση.
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, η θέση των Εναγόντων ότι το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλίνει από την πιο πάνω Ενδιάμεση Απόφαση ομόβαθμου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, καθότι εκεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας αποφασίστηκε στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Είναι εμφανές από την πιο πάνω Ενδιάμεση Απόφαση ότι το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έκρινε το ζήτημα της δικαιοδοσίας του, να αποδώσει τις αιτούμενες, με την παρούσα αγωγή, θεραπείες, αποφασίζοντας ότι δεν έχει αρμοδιότητα να αποδώσει τούτες και ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Διοικητικό Δικαστήριο. Η εν λόγω απόφαση, η οποία, εν πάση περιπτώσει, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και την υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης, είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο (υπό αυτή τη σύνθεση). Εν πάση δε περιπτώσει, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου, από πλευράς γεγονότων, που να διαφοροποιεί το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) αποφάσισε ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να αποδώσει τις αιτούμενες με αυτήν θεραπείες.
Σε ό,τι αφορά το λόγο ένστασης που εγείρεται από πλευράς των Εναγόντων περί του ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και δη μετά το στάδιο της έκδοσης της κλήσης για οδηγίες και αφότου δόθηκαν οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων, με κάθε σεβασμό τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως ήδη καταγράφεται ανωτέρω, στη νομική πτυχή, τέτοιου είδους αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται εγκαίρως, αν είναι δυνατό πριν την υπεράσπιση, αλλά όχι πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Mepa Underwriting Management Limited κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω). Εν προκειμένω, η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε αφότου έκλεισαν τα δικόγραφα, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, και αφότου εκδόθηκε η Ενδιάμεση Απόφαση, στην οποία αποφασίστηκε το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Δεν βρίσκω, επομένως, ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, εφόσον η υπόθεση ουδέποτε ορίστηκε για ακρόαση και βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των οδηγιών.
Επίσης, το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέγραψαν στον Τύπο 25, που καταχώρησαν, ότι θα προωθούσαν την παρούσα Αίτηση, δεν οδηγεί σε απόρριψή της, εφόσον η Δ.27 δεν περιλαμβάνεται στις διαταγές που διαβάζονται υπό το πρίσμα της Δ.30 (βλ. Δ.30 θ. 3(β)). Εν πάση όμως περιπτώσει, υπενθυμίζω ότι, είναι παγίως νομολογημένο ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ακόμη και να μην εγερθεί από τους διαδίκους, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, είτε πρωτόδικα είτε κατ' έφεση, ως ζήτημα δημόσιας τάξης που επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας (βλέπε Λάντου κ.α. v. Συμεού, Πολιτική Έφεση αρ. 54/2010, ημερ. 7.3.2014).
Τα πιο πάνω σφραγίζουν την τύχη της παρούσας Αίτησης, που δεν μπορεί παρά να έχει επιτυχή κατάληξη, εφόσον η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να αποδώσει τις αιτούμενες με αυτήν θεραπείες, καταδεικνύει ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων. Συνεπώς, παρέλκει η ανάγκη για εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης που προβάλλονται από πλευράς των Εναγόντων.
Κατάληξη
Έχοντας κατά νου τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και η παρούσα αγωγή απορρίπτεται.
Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα, τόσο της παρούσας Αίτησης, όσο και της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπογρ.)……………………..
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.
[2] Όπου λέχθηκαν τα εξής, στη σελ. 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.
[3] Η υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο