ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 3664/2020
Μεταξύ:
1. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ
2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ
Εναγόντων
-και-
ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Εναγόμενου
Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει της Δ.25
Μεταξύ:
1. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ
2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΕΡΓΙΟΥ
Εναγόντων
-και-
- ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΙΩΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΟΓΙΑΤΖΗ
Εναγομένων
Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2025
Εμφανίσεις:
Για τους Αιτητές – Εναγόμενους 1 και 2: κα Ε. Βλάχου
Για τους Καθ’ ων η Αίτηση – Ενάγοντες 1-2: κ. Γ. Κωνσταντινίδης
Ενδιάμεση Απόφαση
(στην αίτηση ημερ. 21.5.2024 για παραμερισμό της επίδοσης και του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής)
Εισαγωγή
Με την υπό κρίση αίτηση, οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές (στο εξής «οι Εναγόμενοι») επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός τόσο της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, όσο και του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής σε αυτούς.
Σημειώνω, εξ αρχής, ότι, μέσω της υπό εξέταση Αίτησης, επιζητείτο και διάταγμα του Δικαστηρίου για τον παραμερισμό της παρούσας αγωγής ως καταχρηστικής. Εντούτοις, κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας Αίτησης, η συνήγορος των Εναγομένων δήλωσε ότι δεν θα επιμείνει στην προώθηση της εν λόγω θεραπείας[1] και, ως εκ τούτου, αυτή δεν θα αποτελέσει μέρος εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης.
Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.4, Δ.5, Δ.5Β, Δ.16 θθ. 2 και 9, Δ.27 θ. 1-3, και Δ.48 θθ. 1-8, 9(h) και (ο) και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα επί των οποίων η παρούσα αίτηση εδράζεται, τούτα εμφαίνονται στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 (στο εξής «ο ομνύοντας»), ο οποίος, ως εκεί αναφέρει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από την Eναγόμενη 2 για να προβεί σε τούτη. Επίσης, από πλευράς των Εναγομένων, προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης, καταχωρήθηκε και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 17.12.2024.
Προτού όμως προχωρήσω να αναφερθώ, συνοπτικώς, στους επί μέρους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, ως τούτοι καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις τους, κρίνω σκόπιμο, στο παρόν στάδιο, να καταγράψω τα όσα γεγονότα αποτελούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα, μεταξύ των μερών:
1. Στις 24.4.2021, επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1, η Αγωγή αρ. 3670/2020 (βλ. Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση), στην οποία αναγράφονταν ως Ενάγοντες, οι εδώ Ενάγοντες και ως Εναγόμενος, ο ίδιος.
2. Ακολούθως, στις 28.4.2021, ο Εναγόμενος 1, μέσω των δικηγόρων του, καταχώρισε εμφάνιση στην πιο πάνω Αγωγή αρ. 3670/2020 (βλ. Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση).
3. Στις 25.10.2022, οι δικηγόροι του Εναγόμενου 1, έλαβαν Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου (βλ. Τεκμήριο 1 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση).
4. Στη συνέχεια, στις 24.10.2023, στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3670/2020, οι δικηγόροι του Εναγόμενου 1 καταχώρισαν αίτηση για απόρριψη της εν λόγω αγωγής, την οποία και επέδωσαν στους συνήγορους των Εναγόντων (βλ. Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση).
5. Κατά την πρώτη εμφάνιση της πιο πάνω αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο πάντα της Αγωγής αρ. 3670/2020, οι συνήγοροι των Εναγόντων ενημέρωσαν τους συνήγορους του Εναγόμενου ότι η Αγωγή αρ. 3670/2020 αφορούσε άλλους διάδικους και όχι τους διαδίκους της παρούσας αγωγής, ενώ δεν είχε καμία σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας.
6. Ακολούθως, στις 22.3.2024 επιδόθηκε στους Εναγόμενους η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία είχε, στο μεταξύ τροποποιηθεί, με σκοπό την προσθήκη της Εναγόμενης 2 ως διαδίκου. Το δε υπόλοιπο περιεχόμενο της παρούσας αγωγής είναι ακριβώς το ίδιο με την Αγωγή αρ. 3670/2020 που είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 στις 24.4.2021.
Πέραν των ανωτέρω, αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι η επίδοση της παρούσας Αγωγής είναι παράτυπη και αντινομική, καθότι δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου. Και τούτο διότι, το κλητήριο ένταλμα της παρούσας Αγωγής είχε εκπνεύσει όταν τούτο επιδόθηκε στους Eναγόμενους, εφόσον είχε παρέλθει η προθεσμία των 12 μηνών που ορίζεται στη Δ.4. Επίσης, σε αντίθεση με τα όσα προνοούνται στην Δ.4, στο εν λόγω κλητήριο ένταλμα, δεν αναγράφετο πουθενά κατά πόσο είχε δοθεί η απαιτούμενη άδεια του Δικαστηρίου για την ανανέωση του (του κλητήριου εντάλματος), και τούτο, παρά το γεγονός ότι στη βάση της Δ.4 θα πρέπει να αναγράφεται με κόκκινο μελάνι ότι το κλητήριο ένταλμα έχει ανανεωθεί, καθώς και η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ανανέωσης του.
Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος έχει υποστεί ζημιά, εφόσον αναγκάστηκε να καταβάλει δικηγορικά έξοδα για την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης, στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3670/2020, ως επίσης και αίτησης απόρριψης λόγω μη προώθησης της εν λόγω αγωγής που του επιδόθηκε λανθασμένα, αλλά και έξοδα για την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, και καταχώρισης της παρούσας Αίτησης, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής.
Η ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει
Στην παρούσα Αίτηση, οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση (στο εξής «οι Ενάγοντες») καταχώρησαν Ένσταση με την οποία προβάλλουν συνολικά 12 λόγους ένστασης. Επί της ουσίας, τούτοι έχουν ως εξής: (1) η υπό εξέταση Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση και/ή αποτελεί λανθασμένο δικονομικό διάβημα και/ή δεν υποστηρίζεται από επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία, (2) το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες, (3) οι Εναγόμενοι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα και δεν προσήλθαν σε αυτό με καθαρά χέρια, (4) η παρούσα Αίτηση είναι καταπιεστική και/ή χρησιμοποιείται εκδικητικά και/ή καταχρηστικά εκ μέρους των Εναγομένων, (5) η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, χωρίς να δικαιολογείται η εν λόγω καθυστέρηση από πλευράς των Εναγομένων, (6) οι Εναγόμενοι κωλύονται δια της συμπεριφοράς τους να προωθούν την παρούσα Αίτηση, και (7) τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβλάψει κατάφορα τα δικονομικά δικαιώματα των Εναγόντων.
Την Ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα αρ. 2 (στο εξής «ο ομνύοντας στην Ένσταση»), στην οποία αυτός επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία τους λόγους ένστασης των Εναγόντων. Επί της ουσίας, αναφέρει ότι, ενώ στο ευρετήριο του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ο αριθμός της παρούσας αγωγής αναγράφηκε ορθά, στο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που δόθηκε για επίδοση, εκ παραδρομής, τούτος αναγράφηκε λανθασμένα, και δη αναγράφηκε ο αρ. 3670/2020. Όταν τούτο έγινε αντιληπτό, διαφάνηκε ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής είχε εκπνεύσει, εξού και η πλευρά τους προχώρησε, στις 10.11.2023, και καταχώρησε σχετική αίτηση για ανανέωση του και, στις 23.11.2023, εκδόθηκε, στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης, διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής για 6 μήνες από την έκδοση του. Το εν λόγω δε διάταγμα, λόγω φόρτου εργασίας δεν ετοιμάστηκε εγκαίρως (ετοιμάστηκε στις 4.7.2023) από το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η πλευρά των Εναγόντων να προχωρήσει, στις 22.3.2024, στην επίδοση του ανανεωμένου κλητηρίου της παρούσας αγωγής στους Εναγόμενους, προτού εκπνεύσει εκ νέου το εν λόγω κλητήριο.
Ακροαματική διαδικασία
Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή τόσο την υπό κρίση Αίτηση, όσο και την Ένσταση και όλο το μαρτυρικό υλικό που τις υποστηρίζει, ως επίσης και τις γραπτές αγορεύσεις των μερών και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.
Νομική πτυχή και εξέταση της υπό κρίση Αίτησης
Αποτελεί βασική θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι το κλητήριο ένταλμα, της παρούσας αγωγής, τους επιδόθηκε χωρίς να πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις της Δ.4, αφού πουθενά στο εν λόγω κλητήριο δεν αναγράφετο ότι εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του ή ότι τούτο ανανεώθηκε και η ημερομηνία ανανέωσης αυτού.
Από την άλλη, αποτελεί, ουσιαστικά, θέση της πλευράς των Εναγόντων ότι, αφ’ ης στιγμής το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής είχε ανανεωθεί και ήταν σε ισχύ για σκοπούς επίδοσης προς τους Εναγόμενους, δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23.11.2023, η μη αναγραφή με κόκκινο μελάνι επ’ αυτού ότι είχε ανανεωθεί και η ημερομηνία ανανέωσης του, συνιστά παρατυπία η οποία δύναται να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
Η Δ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί για την ανανέωση ενός κλητηρίου εντάλματος, έχει ως ακολούθως:
«1. No writ of summons shall be in force for more than 12 months from the day of its issue including that day; but if any defendant named in it has not been served, the plaintiff may, before the 12 months expire, apply for an order to renew the writ; and the Court, if satisfied that reasonable efforts have been made to serve such defendant, or for other good reasons, may order that the writ be renewed for six months from the date of such renewal inclusive, and so from time to time during the currency of the renewed writ. And the writ shall in such case be marked in red ink by the registrar with the words " Renewed by order dated the .day of 19 ... ", or words to the like effect[2]; and a writ so renewed shall remain in force and be available to prevent the operation of any law whereby the time for the commencement of the action may be limited, and for all other purposes, from the date of the issuing of the original writ of summons.
2. After a writ is renewed every office copy used for service shall bear a copy of the words on the original writ indicating that it has been renewed.».
Σκοπός τοποθέτησης τέτοιας επιγραφής, είναι ακριβώς η πληροφόρηση του παραλήπτη του κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή κάθε εναγομένου που τον αφορά, ότι τούτο έχει τύχει ανανέωσης, ούτως ώστε, αν επιθυμεί, να λάβει οποιοδήποτε περαιτέρω δικονομικό διάβημα.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, εν προκειμένω, το κλητήριο ένταλμα της πιο πάνω αγωγής, ως τούτο επιδόθηκε προς τους Εναγόμενους, δεν έτυχε ανάλογου χαρακτηρισμού και τοποθέτησης της εν λόγω επιγραφής.
Δεν μου διαφεύγει ότι, στη βάση των όσων η ίδια η πλευρά των Εναγόντων αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση τους, μαζί με το ανανεωμένο κλητήριο ένταλμα, δεν επιδόθηκε, στην πλευρά των Εναγομένων, ούτε η μονομερής αίτηση ημερ. 10.11.2023, με την οποία επιζητούσαν την ανανέωση του, ούτε το διάταγμα ανανέωσης αυτού (ημερ. 23.11.2023), ως προνοείται στη Δ.48 θ. 13. Εντούτοις, παρατηρώ ότι, στη νομική βάση της παρούσας Αίτησης, δεν περιλαμβάνεται η Δ.48 θ. 13, ούτε και οι Αιτητές προβάλλουν το οποιοδήποτε παράπονο, μέσω της παρούσας Αίτησης τους, για το γεγονός ότι δεν τους επιδόθηκαν τα πιο πάνω δικαστικά έγγραφα. Επομένως, η μη επίδοση των πιο πάνω δικαστικών εγγράφων προς τους Εναγόμενους (μαζί με το ανανεωμένο κλητήριο), δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης.
Για το μόνο που παραπονείται η πλευρά των Εναγομένων είναι για την παράλειψη από πλευράς των Εναγόντων να αναγράψουν στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, που επιδόθηκε στους τελευταίους, με κόκκινο μελάνι, ότι τούτο (το κλητήριο) ανανεώθηκε και την ημερομηνία ανανέωσης του και, ουσιαστικά, για τη μη συμμόρφωση των τελευταίων, με τη συγκεκριμένη πρόνοια της Δ.4 θ. 1.
Η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προνοεί ότι η μη συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα από τους Θεσμούς, αναφορικά, μεταξύ άλλων, με το χρόνο, τόπο και τρόπο, κατά την έναρξη ή φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία, η οποία δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία και/ή οποιοδήποτε διάβημα στη διαδικασία[3]. Όπως επαναλήφθηκε πρόσφατα στην υπόθεση ΚΗΘ Ο ΚΑΤΩΚΟΠΙΤΗΣ ΛΤΔ v. Στέλλας Κωνσταντίνου, Πολ. Έφεση αρ. Ε181/2016, απόφαση ημερ. 22.9.2023, η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να θεραπεύσει την παρατυπία.
Καθοδήγηση σε σχέση με τις νομικές αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.64 αντλείται, από τη σχετική με το ζήτημα, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και, ειδικότερα, από την υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 366 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521, 522. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
1. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.2.
2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.
5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"».
Όπως αναφέρθηκε στην Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ (1998) 1 Α.Α.Δ. 81, η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Επομένως, εκεί που εγείρεται ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου για μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 και είτε να το παραμερίσει, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία, για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64, είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (βλ. μεταξύ άλλων Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη (2013) 1 ΑΑΔ 2534). Ωστόσο, η Δ.64 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Οι πιο πάνω αρχές που διέπουν το ζήτημα επαναλαμβάνονται στην υπόθεση Ανδρέας Γεωργιάδης και Υιός Λτδ v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 177/2011, απόφαση ημερ. 15.5.2017), ECLI:CY:AD:2017:A176.
Στρεφόμενη τώρα στα όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση, παρατηρώ τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει διάταγμα ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, στις 23.11.2023. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι ουδέν δικονομικό διάβημα έλαβαν για παραμερισμό του εν λόγω διατάγματος, ούτε και επικαλούνται ότι τα δικαιώματα τους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής έχουν παραβλαφτεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Εκείνο που επικαλείται η πλευρά τους, και ειδικότερα ο Εναγόμενος 1, είναι ότι του στερήθηκε το δικαίωμα να εξεταστεί η αίτηση παραμερισμού που καταχώρησε στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3670/2020 και ότι το λάθος των Εναγόντων να του επιδώσουν την εν λόγω αγωγή με τον λανθασμένο αριθμό, τον οδήγησε να επωμιστεί έξοδα στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής. Εντούτοις, τίποτα δεν έχει προβληθεί εκ μέρους των Εναγομένων, μέσω της υπό κρίση Αίτησης τους, ότι η συγκεκριμένη παρατυπία για την οποία και παραπονούνται εν προκειμένω, και δη η μη τοποθέτηση της επιγραφής που προνοείται από τη Δ.4 θ. 1 στο ανανεωμένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, προτού τούτο επιδοθεί σε αυτούς, οδηγεί στον δυσμενή επηρεασμό τους, στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής. Τουναντίον, τα όσα προβάλλουν περί του ότι ο Εναγόμενος 1 επωμίστηκε δικηγορικά έξοδα για διαδικασίες στις οποίες προέβη, στο πλαίσιο της Αγωγής αρ. 3670/2020, και η μη εξέταση της αίτησης που καταχώρησε στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής, επειδή καταχωρήθηκε σε λανθασμένο φάκελο, αφορούν διαδικασίες που έγιναν στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής και μόνο, και ουδόλως αφορούν το εδώ ζητούμενο και δη την μη συμμόρφωση των Εναγόντων με τις πρόνοιες της Δ.4 θ. 1.
Τα όσα δε αναφέρονται από πλευράς των Εναγομένων, περί του ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής ανανεώθηκε μετά την λήξη του, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Υπενθυμίζω ότι, το κατά πόσο ορθά ή όχι εκδόθηκε ένα μονομερές διάταγμα, ως το εν προκειμένω διάταγμα ανανέωσης ημερ. 23.11.2023, δεν αποτελεί ζήτημα που δύναται να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης ως η παρούσα, αλλά ζήτημα το οποίο δύναται να εξεταστεί στο πλαίσιο αίτησης παραμερισμού του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, βάσει της Δ.48 θ. 8(4) και της νομολογίας που τη διέπει, διαδικασία την οποία οι Εναγόμενοι ουδόλως προώθησαν, ενώ μέσω της παρούσας Αίτησης τους δεν επιζητούν οποιοδήποτε διάταγμα για παραμερισμό του εν λόγω μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.
Παρεμβάλλω εδώ ότι, δεν αγνοώ τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 17.12.2024, που καταχώρισε η πλευρά των Εναγομένων προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης και δη ότι «η όλη διαδικασία τροποποίησης […] του Κλητηρίου Εντάλματος είναι παράτυπη και δεν είναι σύμφωνη με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας». Εντούτοις, υπενθυμίζω ότι ό,τι επιζητείται με την υπό εξέταση Αίτηση είναι ο παραμερισμός της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, ως επίσης και του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, χωρίς να επιζητείται η ακύρωση οποιουδήποτε άλλου δικονομικού διαβήματος που έλαβε η πλευρά των Εναγόντων. Στη βάση δε του περιεχομένου του δικαστικού φακέλου της παρούσας αγωγής, η τροποποίηση του εν λόγω κλητηρίου εντάλματος έγινε, από πλευράς των Εναγόντων, στις 22.3.2024, χωρίς την οποιαδήποτε προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.25 θ. 1(1).
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι εμφανές ότι, από την παράβαση της Δ.4 θ. 1, λόγω της μη αναγραφής, από πλευράς των Εναγόντων, στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής που επιδόθηκε στους Εναγόμενους, με κόκκινο μελάνι, ότι τούτο (το κλητήριο) ανανεώθηκε και την ημερομηνία ανανέωσης του, ουδείς εκ των διαδίκων απέκτησε οποιοδήποτε πλεονέκτημα επί της ουσίας της υπόθεσης του εις βάρος του άλλου, αλλά ούτε οι Εναγόμενοι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά λόγω αυτής της συγκεκριμένης παράβασης. Τουναντίον, τυχόν μη άρση της εν λόγω παρατυπίας, θα οδηγήσει σε σπατάλη δικαστικού χρόνου και δημιουργίας αχρείαστων εξόδων, εφόσον οι Ενάγοντες θα αναγκαστούν να καταχωρήσουν νέα αγωγή εναντίον των Εναγομένων, πράγμα που θα αργοπορήσει περαιτέρω την επίλυση της διαφοράς των μερών.
Παραπέμπω, εδώ, επίσης, στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.α. (2014) 1 ΑΑΔ 1348, όπου η παράλειψη σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος με ανάγλυφη σφραγίδα, σύμφωνα με την Δ.2 θ. 12, κρίθηκε επουσιώδης παρατυπία, δυνάμενη, μάλιστα, να αρθεί αυτοβούλως από το Δικαστήριο, χωρίς να προηγηθεί σχετική αίτηση, ο λόγος της οποίας θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής, κατ’ αναλογία, και εν προκειμένω.
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η παράλειψη εκ μέρους των Εναγόντων να αναγράψουν στο πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που επέδωσαν στους Εναγόμενους, με κόκκινο μελάνι, ότι αυτό ανανεώθηκε και την ημερομηνία ανανέωσης του, αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία, από μόνη της, δεν οδηγεί στην ακύρωση του εν λόγω κλητηρίου εντάλματος ή έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην τύχη της επίδοσης αυτού προς τους Εναγόμενους και, επομένως, εν προκειμένω, είναι θεραπεύσιμη. Ως εκ τούτου, το συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια, στη βάση της Δ.64 και να θεραπεύσω την εν λόγω παρατυπία και εκδίδω σχετικό διάταγμα για άρση αυτής της παρατυπίας.
Κατάληξη
Στη βάση των όσων εξήγησα ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, υπενθυμίζω ότι τούτα ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της παρούσας απόφασης, δημιουργήθηκε για λόγους που οφείλονται στην πλευρά των Εναγόντων, κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας πρέπει να επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων - Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων – Καθ’ ων η Αίτηση (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μετά το πέρας της διαδικασίας της αγωγής, οπόταν και θα είναι πληρωτέα.
(Υπογρ.)………....………….
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Η οποία αποτελεί το υπό στοιχείο (Γ) της Αίτησης. Βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 10.4.2025.
[2] Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου.
«(1) H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2) Τηρουμένης της παραγράφου (3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο