ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 3016/2015
OLYMPIC INSURANCE COMPANY LIMITED
Εναγόντων
-και-
1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
2. ΣΑΒΒΑ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
3. ΠΩΛΑΣ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
Εναγομένων
Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.12.2019
Olympic Insurance Company Limited, δια μέσου του Παύλου Νακούζη και του Επίσημου Παραλήπτη, ως εκκαθαριστών
Εναγόντων
-και-
1. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
2. ΣΑΒΒΑ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
3. ΠΩΛΑΣ ΑΡΚΑΔΙΟΥ
Εναγομένων
Ημερομηνία: 8η Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κα Μ. Παπακώστα
Για τους Εναγόμενους 1 και 3: κ. Θ. Αγγελίδης
Για τον Εναγόμενο 2: Αυτοπροσώπως
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα, είτε στη βάση γραμματίου (σε σχέση με μία εκ των απαιτήσεων της), είτε στη βάση παράβασης σύμβασης (σε σχέση με την άλλη απαίτηση της), είτε, σωρευτικώς, και για τις δύο απαιτήσεις της, στη βάση παραδεδειγμένου λογαριασμού (account stated), επιδιώκει, υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων, την έκδοση απόφασης για το συνολικό ποσό των €68.320.
Σημειώνω, από αυτό το στάδιο, ότι, οι Εναγόμενοι, αρχικά, δικογραφικώς, προώθησαν, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, και ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας, την οποία όμως, κατά το στάδιο των τελικών τους αγορεύσεων, απέσυραν. Ως εκ τούτου, η εν λόγω ανταπαίτηση δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας απόφασης.
Προτού προχωρήσω να παραθέσω τις εκδοχές των μερών, κρίνω σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να σημειώσω τα εξής. Παρά τις πολυάριθμες δικογραφικές υπερασπιστικές γραμμές που προβάλλονται εκ μέρους των Εναγομένων στην Υπεράσπιση που τούτοι καταχώρησαν, στη βάση του τι αναπτύχθηκε στις τελικές τους αγορεύσεις[1], στην ουσία, οι υπερασπιστικές γραμμές που εν τέλει προώθησαν, είναι οι ακόλουθες, με αποτέλεσμα κάθε άλλη δικογραφημένη υπερασπιστική γραμμή τους να θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και έτσι να εκλαμβάνεται από το Δικαστήριο (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση ημερ. 28.5.2020). Η πρώτη, η οποία αναπτύχθηκε, επί της ουσίας, μόνο εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3, είναι ότι η επικαλούμενη, από την Ενάγουσα, Συμφωνία Ασφαλιστικού Πράκτορα είναι εικονική και, κατά συνέπεια, δεν επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Η δεύτερη υπερασπιστική γραμμή, η οποία προβάλλεται από όλους τους Εναγόμενους, είναι ότι το επίδικο γραμμάτιο είναι παράνομο και/ή παράτυπο. Η τρίτη υπερασπιστική γραμμή των Εναγομένων είναι ότι, η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει ότι οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμών, αποτελούν παραδεδειγμένους λογαριασμούς, καθώς και ότι, στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν το επιζητούμενο ποσό.
Οι εκδοχές των μερών
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, προχωρώ να παραθέσω τις εκδοχές των μερών αναφορικά με τα ανωτέρω ζητήματα.
Η εκδοχή της Ενάγουσας
Στη βάση της εκδοχής της Ενάγουσας, οι οφειλές των Εναγομένων προκύπτουν από δύο πηγές. Είναι η θέση της ότι, στις 27.2.2013, μεταξύ της και του Εναγόμενου 1, καταρτίστηκε, γραπτώς, Συμφωνία Ασφαλιστικού Πράκτορα (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία»), στη βάση της οποίας ο Εναγόμενος 1 θα παρείχε, προς την Ενάγουσα, υπηρεσίες πρακτόρευσης για σκοπούς διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών στον κλάδο γενικής φύσεως. Είναι, επίσης, η θέση της ότι, την πιστή τήρηση των όρων της επίδικης Συμφωνίας, εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, με την ελεύθερη βούληση τους. Επιπρόσθετα, προβάλλει τη θέση ότι, μεταξύ της και του Εναγόμενου 1, στις 28.1.2014, καταρτίστηκε γραμμάτιο συνήθους τύπου, για το ποσό των €30.000, πλέον τόκο 6,25% ετησίως, από τις 28.1.2014 μέχρι εξόφλησης, πληρωτέο σε μηνιαίες δόσεις, εκ ποσού €2.000 έκαστης (της πρώτης πληρωτέας στις 15.2.2014), με τους Εναγόμενους 2 και 3 να υπογράφουν τούτο (το γραμμάτιο) ως εγγυητές. Πάντα κατά την εκδοχή της Ενάγουσας, το εν λόγω γραμμάτιο αφορούσε καθυστερημένες οφειλές ασφαλίστρων από πλευράς του Εναγόμενου 1, οι οποίες είχαν συσσωρευτεί και ο λόγος που τούτο είχε καταρτιστεί ήταν για να διευκολυνθεί ο Εναγόμενος 1, για σκοπούς συνέχισης της μεταξύ τους συνεργασίας, από εκείνο το στάδιο και μετά. Είναι, ακόμη, η θέση της ότι, αυτή τηρούσε διαφορετικό λογαριασμό αναφορικά με το υπόλοιπο των συναλλαγών που προέκυπταν στη βάση της επίδικης Συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 14) και διαφορετικό λογαριασμό αναφορικά με το υπόλοιπο του γραμματίου (βλ. Τεκμήριο 15). Πάντα κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, κατά την ημερομηνία που τερματίστηκε η επίδικη Συμφωνία, το συνολικό ποσό που όφειλαν οι Εναγόμενοι προς αυτήν (ο Εναγόμενος 1 ως οφειλέτης και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές του) και για τους δύο επίδικους λογαριασμούς (Τεκμήρια 14 και 15) που αυτή τηρούσε, ανερχόταν στο ποσό των €68.320 (και δη το ποσό των €59.358,45 ως υπόλοιπο λογαριασμού βάσει της επίδικης Συμφωνίας και το ποσό των €8.961,08 ως υπόλοιπο βάσει του γραμματίου[2]).
Η εκδοχή των Εναγομένων
Στον αντίποδα, κατά την εκδοχή των Εναγομένων, αυτοί τηρούσαν πλήρως τους όρους της επίδικης Συμφωνίας και κατέβαλλαν κανονικά τα οφειλόμενα ασφάλιστρα προς την Ενάγουσα, πλην όμως η τελευταία, κατά παράβαση του νόμου[3] και/ή αντισυμβατικά τα χρησιμοποιούσε προς εξόφληση του υπόλοιπου ποσού του γραμματίου (το οποίο, κατά τους Εναγόμενους, είναι παράτυπο και/ή παράνομο) (στο εξής, και για σκοπούς ευκολίας, «το γραμμάτιο»), αντί έναντι των υποχρεώσεων των Εναγομένων στη βάση της επίδικης Συμφωνίας. Επίσης, επικαλούνται ότι, τα αξιούμενα, από την Ενάγουσα, ποσά, συνιστούν αυθαίρετες χρεώσεις, για τις οποίες αυτοί δεν τύγχαναν καμίας ενημέρωσης και, συνεπώς, αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Πιο συγκεκριμένα, πάντα κατά την εκδοχή των Εναγομένων, η Ενάγουσα, ενώ εισέπραττε χρήματα από πλευρά τους, έναντι των οφειλών τους, τα οποία είχαν ξεκάθαρη πηγή και αφορούσαν εισπράξεις ασφαλίστρων αναφορικά με συγκεκριμένα ασφαλιστικά συμβόλαια, αντί να πιστώνει το λογαριασμό που αφορούσε τις συναλλαγές της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμήριο 14) και να παρουσιάζει το ασφαλιστικό συμβόλαιο έκαστου ασφαλισμένου (που κατέβαλλε το ποσό του ασφαλίστρου του) ως εξοφληθέν, είτε πίστωνε τα εν λόγω ποσά έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμηρίου 14), για ασφάλιστρα που δεν είχαν εισπραχθεί, είτε πίστωνε τα εν λόγω χρήματα έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού του γραμματίου (Τεκμήριο 15), με αποτέλεσμα, στο τέλος της ημέρας, κάποιοι ασφαλισμένοι, ενώ είχαν εξοφλήσει τα ασφάλιστρα τους, μέσω της πλευράς των Εναγομένων, να παρουσιάζονται ότι συνεχίζουν να τα οφείλουν. Επίσης, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι, η Ενάγουσα δεν πίστωσε χρήματα που τούτοι της κατέβαλαν σε κανένα εκ των δύο επίδικων λογαριασμών. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι, η πλευρά τους, κατέβαλε, στην Ενάγουσα, όλα τα ασφάλιστρα που εισέπραξαν από τους ασφαλισμένους, με αποτέλεσμα, η επικαλούμενη, από την Ενάγουσα, οφειλή τους, να αφορά σε μη εισπραχθέντα από αυτούς ασφάλιστρα, κάτι που, στη βάση των προνοιών του Νόμου[4], δεν επιτρέπεται. Τέλος, οι Εναγόμενοι επικαλούνται ότι, η Ενάγουσα έλαβε ποσά ασφαλίστρων για ασφαλιστικά συμβόλαια τα οποία δεν ανανέωσε μέχρι και τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας. Στη βάση δε όλων των ανωτέρω, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση ότι, η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει την επικαλούμενη οφειλή τους ή οποιαδήποτε άλλη οφειλή.
Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, η πλευρά των Εναγομένων 1 και 3 προωθεί τη θέση ότι, ουδέποτε αποτελούσε πρόθεση των διαδίκων ο Εναγόμενος 1 να αποτελεί αντισυμβαλλόμενο της Ενάγουσας στην επίδικη Συμφωνία. Είναι η, εν προκειμένω, εκδοχή τους ότι, αντισυμβαλλόμενος της Ενάγουσας ήταν πάντα ο Εναγόμενος 2, εξού και είναι με αυτόν που αυτή είχε, τόσο πριν όσο και μετά τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας, άμεση και αποκλειστική συνεργασία για σκοπούς κατάρτισης αλλά και εκτέλεσης της εν λόγω Συμφωνίας. Προβάλλουν προς τούτο ότι, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, ο Εναγόμενος 2 δεν κατείχε την απαιτούμενη, από το νόμο, άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών, την οποία (άδεια) κατείχε μόνο ο Εναγόμενος 1, και ότι, με σκοπό η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 2 να δεσμευτούν συμβατικά και να συνεργαστούν, ο τελευταίος ζήτησε, εν γνώσει της πρώτης, από τον Εναγόμενο 1, «εικονικά», να υπογράψει την επίδικη Συμφωνία ως αντισυμβαλλόμενος της Ενάγουσας. Στη βάση δε της θέσης τους αυτής, επικαλούνται ότι η επίδικη Συμφωνία είναι εικονική και, ως εκ τούτου, άκυρη και/ή ακυρώσιμη, μη επιφέρουσα έννομα αποτελέσματα.
Ισχυρισμός από πλευράς της Ενάγουσας περί έλλειψης δικογράφησης από πλευράς των Εναγομένων συγκεκριμένων ζητημάτων
Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι, δεν μου διαφεύγουν οι αναφορές της Ενάγουσας (στην αγόρευση που καταχώρησε η πλευρά της) ότι, ελλείπει, από πλευράς των Εναγομένων, σχετική δικογράφηση αναφορικά με τη θέση των τελευταίων ότι δεν περιλαμβάνονται, στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, χρήματα που κατέβαλε η πλευρά τους προς την Ενάγουσα ή ότι η τελευταία δεν νομιμοποιείται να αξιώνει από αυτούς, μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα, ως επίσης και ότι δεν δικογραφείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός αναφορικά με τον γενικότερο τρόπο που η Ενάγουσα προέβαινε στις χρεωπιστώσεις των επίδικων λογαριασμών και ότι, στη βάση του τρόπου που αυτή ενεργούσε, δημιουργούσε καθυστερημένα υπόλοιπα, εφόσον εξοφλούσε ανείσπρακτα ασφάλιστρα ασφαλισμένων πελατών που δεν είχαν καταβληθεί και παρουσίαζε ως ανεξόφλητα, ασφάλιστρα που της είχαν καταβληθεί. Ακόμη, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν δικογραφείται, από πλευράς των Εναγομένων, ότι η κατάσταση λογαριασμού που αφορά τις συναλλαγές της επίδικης Συμφωνίας, περιέχει μεταγενέστερες, του τερματισμού της εν λόγω Συμφωνίας, χρεώσεις ασφαλίστρων που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Προβάλλει, επί τούτου, η πλευρά της Ενάγουσας, ότι ελλείπει δικογράφηση που να την θέλει να πρέπει να αποδείξει την ορθότητα της κάθε αναγραφόμενης, στους επίδικους λογαριασμούς (Τεκμήρια 14 και 15), συναλλαγής. Με κάθε σεβασμό στη θέση αυτή, τούτη ουδόλως με βρίσκει σύμφωνη. Με δεδομένο ότι, στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, υπάρχει ξεκάθαρη δικογραφημένη θέση ότι αυτοί αρνούνται την απαίτηση της Ενάγουσας και ότι ουδέν ποσό οφείλουν προς αυτή, αλλά και ότι τα αξιούμενα ποσά προέρχονται από αυθαίρετες χρεώσεις της τελευταίας, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι, έχουν θέσει το δικογραφικό υπόβαθρο για να νομιμοποιούνται να επικαλούνται ο,τιδήποτε σχετικό προέκυψε από τη μαρτυρία σε ό,τι αφορά την ορθότητα των επίδικων καταστάσεων λογαριασμού. Πέραν τούτου, αποτελεί ξεκάθαρη δικογραφημένη θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι, αυτοί, καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους με την Ενάγουσα, κατέβαλλαν κανονικά όλα τα οφειλόμενα, προς αυτήν, ασφάλιστρα, αλλά και ότι η Ενάγουσα ενεργούσε κατά παράβαση του νόμου και αντισυμβατικά, χρησιμοποιώντας τα ασφάλιστρα που αυτοί της κατέβαλλαν προς εξόφληση του υπόλοιπου ποσού του λογαριασμού του γραμματίου, αντί, προφανώς, των οφειλόμενων ασφαλίστρων στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας. Τέλος, οι Εναγόμενοι προβάλλουν δικογραφικά και τη θέση ότι οι ανανεώσεις των ασφαλίστρων ήταν «εικονικές». Συνεπώς, η πιο πάνω θέση, από πλευράς της Ενάγουσας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Ζήτημα αναφορικά με τον τόπο υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας
Πέραν των πιο πάνω, κρίνω σκόπιμο, από αυτό το στάδιο, να σημειώσω και το εξής. Επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων, τόσο μέσω της Υπεράσπισης της, αλλά και στη βάση της μαρτυρίας που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι, η επίδικη Συμφωνία καταρτίστηκε στην Πάφο και όχι στη Λευκωσία. Εντούτοις, σε κανένα σημείο, η πλευρά των Εναγομένων ήγειρε ζήτημα κατά τόπον δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Επειδή όμως το ζήτημα είναι, προφανώς, δικαιοδοτικό (παρά το ότι δεν εγείρεται ως τέτοιο), προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς των μερών, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι, όπου κι αν εν τέλει υπογράφτηκε η επίδικη Συμφωνία, με δεδομένο ότι, μία εκ των βάσεων αγωγής της Ενάγουσας είναι η παράβαση σύμβασης, ως επίσης και ότι η έδρα της Ενάγουσας, όπου και θα έπρεπε να γίνονται οι πληρωμές των ασφαλίστρων και οποιωνδήποτε κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενων ποσών, ήταν η Λευκωσία, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και δεν υπέχει ιδιαίτερης ή οποιασδήποτε σημασίας ο τόπος υπογραφής είτε της εν λόγω Συμφωνίας είτε του γραμματίου. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω, ακόμη, ότι, η όποια σχετική αναφορά στην αγόρευση των Εναγομένων 1 και 3, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, είναι εντελώς γενική και αόριστη, χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε εισήγηση ως προς τις επιπτώσεις, και δη π.χ. ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Συνεπώς, το εν λόγω ζήτημα δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας απόφασης.
Κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα
Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως τούτα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, της μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ακροαματική διαδικασία, και δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc. (2002) 1 ΑΑΔ 1527), ως επίσης και των σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων, κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και τις αγορεύσεις τους, τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά, μη αμφισβητούμενα, γεγονότα.
Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, η Ενάγουσα αποτελούσε ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα τη Λευκωσία, δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και ασχολείτο με ασφαλιστικές εργασίες. Επίσης, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ο Εναγόμενος 1 ήταν ασφαλιστικός πράκτορας και κατείχε έγκυρη και σε ισχύ άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών στον κλάδο γενικής φύσεως (βλ. Τεκμήριο 2). Η δε Ενάγουσα είχε καταβάλει το τέλος για την εγγραφή του Εναγόμενου 1 στο μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων (βλ. Τεκμήριο 3).
Στις 27.2.2013, μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Ενάγουσας, συνομολογήθηκε η επίδικη Συμφωνία[5], την πιστή τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3[6]. Την εν λόγω Συμφωνία, ο Εναγόμενος 1 την υπέγραψε στην ελληνική γλώσσα και δη γλώσσα κατανοητή σε αυτόν. Στη βάση δε της εν λόγω Συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 θα ενεργούσε ως ασφαλιστικός πράκτορας και θα ασκούσε εργασίες διαμεσολάβησης στον κλάδο γενικής φύσεως, για την Ενάγουσα.
Αφότου υπογράφηκε η επίδικη Συμφωνία, ανοίχθηκε, από την Ενάγουσα, στο όνομα του Εναγόμενου 1, ο λογαριασμός με αρ. 5082 (βλ. Τεκμήριο 14) (στο εξής «ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 14»), όπου θα γίνονταν οι διάφορες χρεωπιστώσεις αναφορικά με τα ασφαλιστικά συμβόλαια που εξέδιδε η Ενάγουσα, στη βάση των εντολών της πλευράς του Εναγόμενου 1.
Επίσης, στις 28.1.2014, ο Εναγόμενος 1, υπέγραψε προς όφελος της Ενάγουσας, το γραμμάτιο[7], για το ποσό των €30.000, πλέον τόκο 6,25% ετησίως, από τις 28.1.2014 μέχρι εξόφλησης, πληρωτέο σε μηνιαίες δόσεις, εκ ποσού €2.000 έκαστης (της πρώτης πληρωτέας στις 15.2.2014) (βλ. Τεκμήριο 5). Οι Εναγόμενοι 2 και 3, υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο, ως εγγυητές. Με την υπογραφή δε του γραμματίου, ανοίχθηκε, από την Ενάγουσα, στο όνομα του Εναγόμενου 1, ο λογαριασμός με αρ. 5082Α (Τεκμήριο 15) (στο εξής «ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 15»), στον οποίο και μεταφέρθηκε το πιο πάνω ποσό των €30.000, από τον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 (με αρ. 5082), υπό μορφή λογιστικής πράξης (και δη, δια σχετικής αφαίρεσης, από το χρεωστικό τότε υπόλοιπο του λογαριασμού του Τεκμήριου 14)[8].
Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών, οι λογαριασμοί των Τεκμηρίων 14 και 15 τηρούντο στο όνομα του Εναγόμενου 1 και οποιαδήποτε αλληλογραφία ανταλλάσσετο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ήταν στο όνομα του τελευταίου προς την Ενάγουσα και αντίθετα.
Αποτελεί, περαιτέρω κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι, κάτω από τον τίτλο "Μάρτυρες", στο γραμμάτιο (Τεκμήριο 5), οι δύο εκεί αναγραφόμενες υπογραφές τέθηκαν από το ίδιο πρόσωπο και, συνεπώς, ότι το εν λόγω έγγραφο δεν το υπόγραψαν δύο διαφορετικά πρόσωπα ως μάρτυρες.
Σε κάποιο χρόνο, και επειδή, κατά την Ενάγουσα, υπήρχαν καθυστερημένες οφειλές εκ μέρους του Εναγόμενου 1, η πρώτη απέστειλε στον τελευταίο, τις επιστολές ημερ. 6.8.2014, 12.11.2014 και 9.12.2014 (Τεκμήρια 6, 7 και 8), με τις οποίες του ζητούσε να προχωρήσει στην εξόφληση των οφειλών του. Τη δε τελευταία επιστολή της, την κοινοποίησε και στους Εναγόμενους 2 και 3, υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές. Εν τέλει, στις 12.3.2015, με σχετική επιστολή της (βλ. Τεκμήριο 9) – την οποία κοινοποίησε στους Εναγόμενους 2 και 3 - η Ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία, στη βάση της κατ’ ισχυρισμόν παράβασης, εκ μέρους του Εναγόμενου 1, των όρων αυτής. Στη συνέχεια, στις 4.4.2015, η Ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή, προς τον Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 10), καλώντας τον να προχωρήσει σε εξόφληση τόσο της οφειλής του, βάσει της επίδικης Συμφωνίας, όσο και αυτής (της οφειλής του), βάσει του γραμματίου. Την εν λόγω επιστολή την απέστειλε, επίσης, και στους Εναγόμενους 2 και 3, ως εγγυητές (βλ. Τεκμήρια 11 και 12). Εντούτοις, οι τελευταίες επιστολές (ημερ. 4.4.2015), επιστράφηκαν, στους δικηγόρους της Ενάγουσας, ως αζήτητες (βλ. Τεκμήρια 13 – 15).
Στη συνέχεια των πιο πάνω, ο γενικός διευθυντής της Ενάγουσας[9], ενημέρωσε γραπτώς, την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών για τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 16) και, στις 19.3.2015, ο Εναγόμενος 1 ενημερώθηκε από τον Έφορο Ασφαλίσεων ότι είχε διαγραφεί από το μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων και κλήθηκε να επιστρέψει το πιστοποιητικό εγγραφής του και την ασφαλιστική του ταυτότητα (βλ. Τεκμήριο 17).
Επίσης, στις 16.3.2015, ο Εναγόμενος 1 απέστειλε σχετική επιστολή προς την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών, με την οποία υπέβαλε καταγγελία εναντίον της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 39) και στις 2.4.2015 απέστειλε νέα επιστολή προς την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών, με την οποία απέρριπτε τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας προς την εν λόγω Υπηρεσία ότι η πλευρά του παρέβηκε την επίδικη Συμφωνία ή ότι είχε οφειλές ή οποιαδήποτε άλλη οικονομική υποχρέωση προς την Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 40).
Τέλος, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι κάποια ποσά που καταβλήθηκαν στην Ενάγουσα, από πλευράς των Εναγομένων, είτε υπό μορφή επιταγών, είτε υπό μορφή μετρητών, είτε υπό μορφή εμβάσματος, δεν πιστώθηκαν στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14[10].
Τα πιο πάνω αποτελούν, πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο.
Εικονικότητα της επίδικης Συμφωνίας
Προτού προχωρήσω να παραθέσω τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό που προβάλλεται από πλευράς των Εναγομένων περί εικονικότητας της επίδικης Συμφωνίας. Στην υπόθεση Snook v. London and West Riding Investments Ltd [1967] 2 Q.B. 786, στη σελ. 802, λέχθηκαν τα εξής:
«But one thing, I think, is clear in legal principle, morality and the authorities (see Yorkshire Railway Wagon Co v. Maclure and Stoneleigh Finance Ltd v. Phillips), that for acts or documents to be a 'sham', with whatever legal consequences follow from this, all the parties thereto must have a common intention that the acts or documents are not to create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating[11]. No unexpressed intentions of a 'shammer' affect the rights of a party whom he deceived. There is an express finding in this case that the defendants were not parties to the alleged “sham”. So this contention fails.»
Τα ίδια αναφέρονται και στον Chitty on Contracts, 24η έκδοση, τόμος ΙΙ, σελ. 462-463, παράγραφος 3215:
«In order that the transaction should be considered to be a sham, it is not sufficient if one party alone, e.g. the hirer intends to deceive the others into thinking that the transaction is genuine. There must be common intention that the acts or documents do not create the legal rights and obligations which they give the appearance of creating.»
Εν προκειμένω, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, ο Εναγόμενος 1 κατείχε άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών στον κλάδο γενικής φύσεως (βλ. Τεκμήριο 2). Εξού και η Ενάγουσα είχε καταβάλει το τέλος για την εγγραφή του στο μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων, για σκοπούς εκτέλεσης της επίδικης Συμφωνίας. Η δε επίδικη Συμφωνία δημιουργούσε ακριβώς αυτή την υποχρέωση προς αυτόν, δηλαδή την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών, για την Ενάγουσα, στον κλάδο γενικής φύσεως, ενώ, καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών, οι επίδικοι λογαριασμοί τηρούντο στο όνομα του (του Εναγόμενου 1) και οποιαδήποτε αλληλογραφία ανταλλάσσετο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ήταν στο όνομα του τελευταίου προς την Ενάγουσα και αντίθετα. Επομένως, δεν μπορεί τώρα ο Εναγόμενος 1 να επικαλείται ότι, υπήρχε κοινή πρόθεση, μεταξύ του και της Ενάγουσας, να δημιουργηθεί μία εικονική συμφωνία η οποία δεν δημιουργούσε τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που εκεί αναγράφονται.
Στο κείμενο της επίδικης Συμφωνίας, καθορίζονται ρητώς και με σαφήνεια οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στο κάθε μέρος της και τα δικαιώματα που τούτα (τα μέρη) αποκτούν. Στο πλαίσιο της διεργασίας αυτής, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξακριβώσει το νόημα που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί από τους συμβαλλόμενους, καθότι αυτό (το νόημα) εκλαμβάνεται ότι αποδίδει και αποκαλύπτει τις προθέσεις των μερών. Εξού και, εκεί που το νόημα μιας συμφωνίας είναι σαφές και προσδιοριστικό των προθέσεων των συμβαλλομένων, η όποια υποκειμενική, διαφορετική, πρόθεσή τους, κατά το χρόνο συνομολόγησης της, υποχωρεί μπροστά στην πρόθεση που προκύπτει από το κείμενο της συμφωνίας (βλ. Monypenny ν. Monypenny (1861) 9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου (1992) 1Α Α.Α.Δ. 168).
Εν προκειμένω, στη βάση της μαρτυρίας που δόθηκε από τον Εναγόμενο 1 αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, ο ίδιος υπέγραψε την επίδικη Συμφωνία με σκοπό να βοηθήσει τον Εναγόμενο 2 (πατέρα του) να έχει κάποιο εισόδημα, εφόσον ο τελευταίος δεν είχε σε ισχύ, κατά τον εν λόγω χρόνο, άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών. Επίσης, βάσει της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1, ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε περαιτέρω εμπλοκή αναφορικά με την εκτέλεση και τις συναλλαγές που αφορούσαν την επίδικη Συμφωνία, με την όποια άλλη εμπλοκή του να αφορά στην υπογραφή της Συμφωνίας και του γραμματίου, ενώ οι όποιες επιστολές αποστέλλονταν προς την Ενάγουσα ήταν ναι μεν στο όνομα του, αλλά τούτες ετοιμάζοντο από τον Εναγόμενο 2.
Στο απόγειο της αποδεικτικής αξίας της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1, επί του εν λόγω ζητήματος, εκείνο που διαφαίνεται είναι ότι ο Εναγόμενος 2, κατόπιν συγκατάθεσης του Εναγόμενου 1 και/ή συνεννόησης που υπήρχε μεταξύ τους, προέβη σε διαπραγματεύσεις των όρων της επίδικης Συμφωνίας, την οποία ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε, και, ακολούθως, ο Εναγόμενος 2 προέβαινε στις διάφορες συναλλαγές που αφορούσαν την εκτέλεση τούτης (της Συμφωνίας). Τούτο όμως, ουδόλως μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί εικονικότητας της επίδικης Συμφωνίας. Εν προκειμένω, ακόμη και αν γίνει αποδεκτή, στην ολότητα της, η μαρτυρία του Εναγόμενου 1, επί του εν λόγω ζητήματος, προκύπτει σαφώς από αυτήν ότι, πρόθεση του ήταν να υπογράψει και να καταρτίσει την επίδικη Συμφωνία, στην οποία καθορίζονταν ρητώς και με σαφήνεια οι υποχρεώσεις που επιβάλλονταν σε αυτόν, ως επίσης και τα δικαιώματα που αυτός αποκτούσε στη βάση αυτής, και αυτό έπραξε. Οι λόγοι για τους οποίους κατάρτισε την εν λόγω Συμφωνία (και δη για να βοηθήσει τον πατέρα του (Εναγόμενο 2), για τους λόγους που αυτός (ο Εναγόμενος 1) προβάλλει, ακόμη και αν γίνουν αποδεκτοί, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα περί εικονικότητας της επίδικης Συμφωνίας, ειδικότερα δε όταν εκείνο που και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη είχαν πρόθεση να συνάψουν ήταν μία συμφωνία παροχής υπηρεσιών πρακτόρευσης και αυτό ήταν που έπραξαν και το οποίο υλοποιείτο. Δεν βρισκόμαστε, επομένως, ενώπιον μίας περίπτωσης όπου τα μέρη υπέγραψαν κάτι άλλο από αυτό που είχαν πρόθεση να υπογράψουν ή αυτό που υλοποιήθηκε ήταν κάτι διαφορετικό από αυτό που συμφώνησαν. Το αν ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε εκ μέρους του Εναγόμενου 1, για σκοπούς υλοποίησης της επίδικης Συμφωνίας, ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι τούτη (η Συμφωνία) δημιουργούσε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έκαστος συμβαλλόμενος συμφώνησε και υπέγραψε.
Συνεπώς, η πιο πάνω θέση της πλευράς των Εναγομένων 1 και 3, απορρίπτεται από αυτό το στάδιο.
Το ζήτημα του γραμματίου
Επίσης, σημειώνω από αυτό το στάδιο ότι, σε σχέση με το διεκδικούμενο υπόλοιπο δυνάμει του γραμματίου και του ισχυρισμού των Εναγομένων ότι τούτο είναι παράνομο και/ή παράτυπο και, συνεπώς, άκυρο, αρκούμαι να παραπέμψω στα Άρθρα 78-80 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149). Το άρθρο 78 προνοεί ότι:
«Γραμμάτιο» είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι[12], για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο Γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση».
Σύμφωνα δε με την πάγια νομολογία (βλ. σχετικά την υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολιτική Έφεση αρ.181/2012, ημερ. 21.12.2018), όταν πληρούνται οι πρόνοιες/ προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 78 του Κεφ.149, τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80 του ίδιου Νόμου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σημαντικό:
«Σε περιπτώσεις όπου έναν έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 78 τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80 το οποίο προνοεί ως ακολούθως:
«80. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό:
Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το Γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη».
Το πρώτο και καίριο ερώτημα, εν προκειμένω, είναι το κατά πόσο το έγγραφο που αποτελεί το Τεκμήριο 5 είναι γραμμάτιο εν τη εννοία του Νόμου και δη κατά πόσο τούτο πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος (βλ. άρθρο 78 του Κεφ. 149). Η απάντηση, εξετάζοντας το ίδιο το εν λόγω έγγραφο, αλλά και στη βάση της ενώπιον μου κοινώς αποδεκτής μαρτυρίας, οφείλει να είναι αρνητική. Και τούτο διότι, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, το γραμμάτιο δεν υπογράφηκε στην παρουσία δύο (2) μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι και ότι, στη θέση των δύο μαρτύρων (κάτω από τον τίτλο «Μάρτυρες» του Τεκμηρίου 5) υπέγραψε το ίδιο πρόσωπο. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, εφόσον δεν πληρούνται οι νομοθετικές προϋποθέσεις για την κατάρτιση γραμματίου, δεν μπορεί παρά το εν λόγω έγγραφο να μην αποτελεί γραμμάτιο εν τη εννοία του Νόμου. Ως εκ τούτου, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης οποιασδήποτε άλλης υπερασπιστικής γραμμής προβάλλεται από πλευράς των Εναγομένων περί παρανομίας του γραμματίου, στη βάση δόλου και/ή εξαναγκασμού στην κατάρτιση τούτου (στη βάση του άρθρου 80 του Κεφ. 149).
Αμφισβητούμενα ζητήματα
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, εκείνα που μένουν, εν προκειμένω, να εξεταστούν είναι τα εξής. Πρώτο, κατά πόσο, οι καταστάσεις λογαριασμών των Τεκμηρίων 14 και 15, που η Ενάγουσα παρουσίασε προς υποστήριξη της υπόθεσης της, αποτελούν παραδεδειγμένους λογαριασμούς. Αν κριθεί ότι τούτες είναι παραδεδειγμένοι λογαριασμοί, τότε το ζήτημα, στη βάση της σχετικής νομολογίας, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, τελειώνει εκεί. Αν όμως, κριθεί ότι, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού δεν αποτελούν παραδεδειγμένους λογαριασμούς, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει και να εξετάσει κατά πόσο η Ενάγουσα, με την μαρτυρία που προσκόμισε, απέδειξε την επιζητούμενη ή, έστω, άλλη μικρότερη οφειλή των Εναγομένων.
Ακροαματική Διαδικασία
Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης, παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 4 μάρτυρες και δη, από πλευράς της Ενάγουσας προς απόδειξη της απαίτησης της, ο Άγγελος Παναγή (ΜΕ 1), ο οποίος, κατά τον ουσιώδη με την αγωγή χρόνο, κατείχε τη θέση του γενικού διευθυντή της, και ο Μιχάλης Μιχαήλ (ΜΕ 2), ο οποίος, κατά τον ουσιώδη με την αγωγή χρόνο, ήταν οικονομικός διευθυντής της. Προς αναχαίτηση της απαίτησης της Ενάγουσας, μαρτυρία εκ μέρους των Εναγομένων, έδωσε ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ 1) και ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ 2). Τέλος, σημειώνω ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν συνολικά 42 Τεκμήρια.
Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 1 και 3, αλλά και ο Εναγόμενος 2 (ο οποίος εκπροσωπήθηκε αυτοπροσώπως), παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα τους θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.
Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας
Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Ʃταθιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).
Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τα υπό αμφισβήτηση ζητήματα, ως τούτα καθορίστηκαν πιο πάνω.
ΜΕ 1
Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Έγγραφο Α και, επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι, στις 12.3.2015, και δη κατά την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας, ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 14 παρουσίαζε ως οφειλόμενο υπόλοιπο, το ποσό των €58.548,62, ενώ ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 15, παρουσίαζε ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €8.961,08.
Αποτέλεσε, επίσης, θέση του ότι, στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας, κάθε μηνιαία κατάσταση οφειλόμενων ασφαλίστρων που απέστελλε η Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο 1, έπρεπε να εξοφλείται, από τον τελευταίο, εντός περιόδου 3 μηνών, ενώ ο Εναγόμενος 1 θα δικαιούτο να αφαιρεί από το πληρωτέο ποσό τις προμήθειες που αντιστοιχούσαν στα εισπραχθέντα ασφάλιστρα και το σύνολο των απαιτήσεων που πλήρωσε κατά τη διάρκεια του εν λόγω τρέχοντος μηνός. Στις δε εκπρόθεσμες πληρωμές, ως ανέφερε, η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώνει τόκο που θα ισούτο με το ανώτατο επιτρεπόμενο δανειστικό επιτόκιο, χωρίς τούτο να επηρεάζει το δικαίωμα της να συνεχίσει να απαιτεί την εμπρόθεσμη πληρωμή των ασφαλίστρων. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, η πρακτική της Ενάγουσας ήταν όπως, το λογιστήριο της, αποστέλλει, μηνιαίως, καταστάσεις λογαριασμού σε όλους τους ασφαλιστικούς πράκτορες, συμπεριλαμβανομένου του Εναγόμενου 1, αφού αυτή ήθελε να εισπράττει, εγκαίρως, τα ασφάλιστρα, ενώ, επιπλέον, οι λειτουργοί της προέβαιναν και σε τηλεφωνικές κλήσεις προς τους ασφαλιστικούς πράκτορες σε σχέση με τις μηνιαίες καταστάσεις που τους απέστελλε. Εντούτοις, ο μάρτυρας αυτός δεν θυμόταν να αναφέρει κατά πόσο η πλευρά του Εναγόμενου 1, υπέγραφε (στη βάση της παραγράφου 4, στη σελ. 13 της επίδικης Συμφωνίας) ως ορθές τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού που του αποστέλλονταν από πλευράς της Ενάγουσας. Αποτέλεσε, ακόμη, βασική θέση του ότι, ο Εναγόμενος 1 δεν τηρούσε τους όρους της επίδικης Συμφωνίας, εφόσον δεν κατέβαλλε εγκαίρως και/ή καθόλου τα εκάστοτε οφειλόμενα ασφάλιστρα προς αυτήν. Ισχυρίστηκε ότι, η πλευρά του Εναγόμενου 1 είχε την υποχρέωση να εισπράττει, από τους πελάτες-ασφαλισμένους, τα ασφάλιστρα αναφορικά με τα ασφαλιστικά συμβόλαια τα οποία ζητούσε να εκδοθούν και/ή ανανεωθούν από την Ενάγουσα, εφόσον ο ίδιος χρεωνόταν για τούτα και απέκοπτε και τη σχετική προμήθειά του. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, αν οποιοσδήποτε ασφαλισμένος, δεν κατέβαλλε, στην πλευρά του Εναγόμενου 1, το ασφάλιστρο που αντιστοιχούσε στο ασφαλιστικό του συμβόλαιο, αυτός (ο Εναγόμενος 1) είχε κάθε δικαίωμα να επιστρέψει το εν λόγω ασφαλιστικό συμβόλαιο στην Ενάγουσα και να ζητήσει από αυτήν να προβεί σε ακύρωσή του. Εντούτοις, ως ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας, η πλευρά του Εναγόμενου 1, ουδέποτε τους είχε αναφέρει ότι αντιμετώπιζε ζήτημα με ανείσπρακτα ασφάλιστρα από τους πελάτες της, ούτε και ζήτησε την ακύρωση συμβολαίων, στη βάση του λόγου αυτού. Συμφώνησε όμως ο μάρτυρας ότι, η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, ούτε και είχε οποιαδήποτε απόδειξη ότι όλοι οι ασφαλισμένοι - πελάτες είχαν καταβάλει στην πλευρά του Εναγόμενου 1 το οφειλόμενο ασφάλιστρο τους και ότι ο τελευταίος είχε εισπράξει όλα τα ασφάλιστρα για τα ασφαλιστικά συμβόλαια που είχαν εκδοθεί από αυτήν και τα οποία χρεώθηκαν στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14.
Ερωτηθείς, ο μάρτυρας αυτός, κατά πόσο ο ίδιος έλεγξε την ορθότητα των επίδικων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 14 και 15) ισχυρίστηκε ότι τούτες (οι καταστάσεις) είναι σύμφωνες με τα ποσά των επιστολών που είχαν σταλεί από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο 1 (με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3) (και δη τα Τεκμήρια 6-8), κατά το δεδομένο χρόνο, με τις οποίες η πρώτη ζητούσε την αποπληρωμή των οφειλών των τελευταίων. Ανέφερε, ακόμη, ότι, ο ίδιος δεν έλεγξε μία προς μία τις εκεί (στα Τεκμήρια 14 και 15) καταγραφές, ούτως ώστε να ελέγξει αν το υπόλοιπο, ως οφειλόμενο, ποσό, έκαστου εν λόγω λογαριασμού, είναι ορθό, καθότι, κατά τη δική του άποψη, δεν υπάρχει αμφισβήτηση των οφειλόμενων ποσών από πλευράς των Εναγομένων. Όταν δε του υποβλήθηκε η θέση ότι, ουδέποτε η πλευρά των Εναγομένων αποδέχτηκε τις εν λόγω οφειλές, ο μάρτυρας αυτός αρκέστηκε στο να διερωτηθεί ως προς το λόγο που αυτοί υπέγραψαν το γραμμάτιο, αν διαφωνούσαν με τούτες. Ακόμη, ισχυρίστηκε ότι, κάθε συναλλαγή που καταγράφεται στους λογαριασμούς των Τεκμηρίων 14 και 15 μπορεί να τεκμηριωθεί με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο αρχείο της Ενάγουσας, καθότι έκαστη εκεί συναλλαγή έχει τον αριθμό της και μπορεί να ανευρεθεί στο εν λόγω αρχείο, το οποίο όμως δεν είχε μαζί του.
Πέραν των ανωτέρω, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι, έκαστος ασφαλισμένος δεν είχε δικό του ξεχωριστό λογαριασμό με την Ενάγουσα. Εξού και, ως ισχυρίστηκε, στην περίπτωση που η πληρωμή του ασφαλίστρου γινόταν κατευθείαν από τον ασφαλισμένο προς την Ενάγουσα ή γινόταν με επιταγή που είχε λάβει η πλευρά των Εναγομένων, από τον εν λόγω ασφαλισμένο, και οι τελευταίοι την οπισθογραφούσαν προς όφελος της Ενάγουσας, στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, για τούτες τις πληρωμές, υπάρχει η αναφορά “direct payment”, πράγμα που σημαίνει ότι η εν λόγω πληρωμή καταχωρείτο στον εν λόγω λογαριασμό.
Επιπροσθέτως, ο εν λόγω μάρτυρας, αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε ότι οι επιταγές που εκδίδονταν από τους ασφαλισμένους, στο πλαίσιο της επίδικης Συμφωνίας, εκδίδονταν για ολόκληρο το ποσό του ασφαλίστρου που τούτοι (οι ασφαλισμένοι) όφειλαν, και δη χωρίς να αφαιρείται, από το ποσό της επιταγής, η προμήθεια του Εναγόμενου 1. Οι εν λόγω δε επιταγές, ως ανέφερε, κατατίθεντο στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 και πιστώνονταν έναντι του υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού.
Περαιτέρω, όταν ο μάρτυρας αυτός ερωτήθηκε κατά πόσο το ποσό των €230 που κατατέθηκε από τον Εναγόμενο 2 (στις 9.10.2014) παρουσιάζεται στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, αυτός, χωρίς να αρνείται ότι η καταβολή του εν λόγω ποσού έγινε, απάντησε τα εξής:
«Ε. Στις 09.10.14 σας έχει κατατεθεί το ποσό των €230 από εμένα και θα ήθελα να μου το υποδείξετε μέσα στην κατάσταση αυτήν, 9.10., κατά πόσο υπάρχει αυτή η πίστωση;
Α. Δεν μπορώ να το βρω. Υπάρχει μια κατάθεση, μπορεί η επιταγή να επιστράφηκε πίσω. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω, πρέπει να δούμε τις καταστάσεις της τράπεζας, να δούμε εάν έγινε κατάθεση, εάν έχει επιστραφεί[13].».
Επιπρόσθετα, ερωτηθείς αν η Ενάγουσα εισέπραττε χρήματα από την πλευρά των Εναγομένων και δεν τα πίστωνε στους λογαριασμούς των Τεκμηρίων 14 και 15, ήταν η θέση του ότι τούτη δεν ήταν η τακτική της Ενάγουσας, αλλά και ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το λόγο που κάποια καταχώρηση / πίστωση μπορεί να μην καταγράφεται στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, ως επίσης και ότι, κάτι τέτοιο μπορεί να έγινε εκ λάθους. Τέλος, ερωτηθείς εάν η κατάθεση, στην οποία προέβη η πλευρά των Εναγομένων, στις 26.2.2014, του συνολικού ποσού των €1300 (βλ. Τεκμήριο 21), παρουσιάζεται ως πίστωση στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τούτη «Δεν υπάρχει», χωρίς να αρνείται ότι τούτη η πληρωμή έγινε από πλευράς των Εναγομένων.
ΜΕ 2
Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το Έγγραφο Β και, επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι, λόγω της θέσης που κατείχε στην Ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε τον έλεγχο και την οικονομική διεύθυνση της και αφού του δόθηκε εκ νέου πρόσβαση στα έγγραφα του αρχείου της, έλεγξε τις καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς των Τεκμηρίων 14 και 15 και ισχυρίστηκε ότι αυτές είναι ορθές. Ήταν η θέση του ότι, η διαδικασία τιμολόγησης κάθε ασφαλιστικού συμβολαίου που εκδιδόταν από την Ενάγουσα, γινόταν ως εξής: ο προτεινόμενος ασφαλισμένος συμπλήρωνε σχετική πρόταση ασφάλισης προς την πλευρά του Εναγόμενου 1, η οποία μεταφερόταν από τον τελευταίο προς την Ενάγουσα. Ακολούθως, η πλευρά του Εναγόμενου 1 τιμολογούσε το σχετικό ασφαλιστικό συμβόλαιο και ταυτόχρονα χρεωνόταν ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 14 με το ποσό του εν λόγω συμβολαίου. Η δε πλευρά του Εναγόμενου 1, ως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ήταν υπόχρεη να εισπράξει το ασφάλιστρο που αφορούσε το ασφαλιστικό συμβόλαιο έκαστου πελάτη, και να το καταβάλει στην Ενάγουσα εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην επίδικη Συμφωνία (90 ημέρες). Όταν δε αυτός ερωτήθηκε αν έχει μαζί του τα εν λόγω ασφαλιστικά συμβόλαια που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα και τα οποία χρεώθηκαν στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι τούτο δεν ήταν απαραίτητο για σκοπούς απόδειξης των όσων καταγράφονται στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι, κατά το χρόνο που κατείχε τη θέση του οικονομικού διευθυντή στην Ενάγουσα, αυτός έλεγχε μία προς μία τις πληρωμές που καταχωρούντο στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμών και ότι όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται στο αρχείο της Ενάγουσας. Σε σχετική δε υποβολή που του τέθηκε ότι, οι λογαριασμοί των Τεκμηρίων 14 και 15 δεν είναι ορθοί, ο μάρτυρας αυτός απάντησε ότι διαφωνεί. Ήταν η θέση του ότι, κατά το χρόνο που ο ίδιος εργαζόταν στην Ενάγουσα, κάθε 15η έκαστου μηνός, απέστελλαν, στην πλευρά του Εναγόμενου 1, την οικονομική κατάσταση με τα υπόλοιπα λογαριασμού και η πλευρά του τελευταίου είχε 90 μέρες να καταβάλει στην Ενάγουσα τα οφειλόμενα ποσά. Εάν δε η πλευρά του Εναγόμενου 1 διαφωνούσε με τα εν λόγω υπόλοιπα, ήταν υπόχρεη, ως ισχυρίστηκε, να το αναφέρει στην Ενάγουσα. Ερωτηθείς, κατά την αντεξέταση του, ως προς το κατά πόσο όντως ακολουθείτο αυτή η πρακτική, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι, στο αρχείο της Ενάγουσας υπάρχουν όλες οι αποδείξεις που δεικνύουν ότι αποστέλλονταν, μηνιαίως, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, στην πλευρά του Εναγόμενου 1, ενώ, σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε αν είχε υπογραφεί, από πλευράς του τελευταίου, οποιαδήποτε από τις εν λόγω καταστάσεις ως ορθή (ως προνοείτο στην επίδικη Συμφωνία), ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και δεν θυμάται.
Πέραν των ανωτέρω, όταν ο μάρτυρας αυτός ερωτήθηκε, κατά την αντεξέταση του, κατά πόσο τα διάφορα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 20, τα οποία αποτελούν κατάθεση, είτε επιταγών, είτε μετρητών, από συγκεκριμένους πελάτες (ασφαλισμένους) της πλευράς των Εναγομένων, οι οποίοι πλήρωσαν στους τελευταίους, τα ασφάλιστρα που αφορούσαν τα σχετικά ασφαλιστικά συμβόλαια τους, με την πλευρά των Εναγομένων να κατέθεσε τα εν λόγω ποσά στην Ενάγουσα, εμφαίνονται, ως πιστωθέντα, στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, αυτός απάντησε ότι «σίγουρα περάστηκαν οι καταθέσεις αυτές, δεν γνωρίζω εάν είναι στο Τεκμήριο 14 ή εάν είναι σε άλλο statement που υπήρχε με την εταιρεία, μαζί μας, επειδή είχατε και άλλους λογαριασμούς στην εταιρεία», εννοώντας το λογαριασμό του Τεκμηρίου 15. Σε σχετική δε υποβολή του Εναγόμενου 2 ότι, τα εν λόγω ποσά (του Τεκμηρίου 20), έχουν πιστωθεί στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 15, έναντι του ποσού του γραμματίου, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι, αν αυτό έχει γίνει, ίσως να έγινε κατόπιν υποδείξεων του ίδιου του Εναγόμενου 2 και ότι δεν μπορεί να θυμάται το λόγο που τούτο έγινε, μετά από 10 χρόνια. Όταν δε, υποδείχθηκαν στο μάρτυρα τα Τεκμήρια 21-23, τα οποία αποτελούν καταθέσεις διαφόρων ποσών, σε τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας, και ερωτήθηκε κατά πόσο τα εν λόγω ποσά έχουν πιστωθεί, είτε στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, είτε στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 15, ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει την εν λόγω ερώτηση και ανέφερε ότι ήθελε χρόνο να κοιτάξει τα αρχεία του, ενώ, εν τέλει, επί τούτου, ανέφερε ότι, στις 15.3.2014, είχε σταλεί στην πλευρά των Εναγομένων, η οικονομική κατάσταση με τα υπόλοιπα του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14 και η τελευταία δεν ανέφερε ότι τούτα τα ποσά δεν υπήρχαν σε αυτήν.
Εναγόμενος 1 (ΜΥ 1)
Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το Έγγραφο Γ. Επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή των Εναγομένων 1 και 3. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, από την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας, ο ίδιος δεν είχε καμία επαφή με την Ενάγουσα ή τους λειτουργούς της, ούτε και οποιαδήποτε ανάμειξη αναφορικά με την έκδοση, τιμολόγηση, κτλ, των ασφαλιστικών συμβολαίων, με όλα τα ανωτέρω να τύγχαναν χειρισμού, αποκλειστικά, από τον Εναγόμενο 2 (πατέρα του). Η όποια άλλη ανάμειξη του, ως ανέφερε, αφορούσε την υπογραφή του γραμματίου, ενώ, ισχυρίστηκε ότι, από την ημερομηνία υπογραφής τούτου (του γραμματίου), μέχρι και τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επαφή με οποιοδήποτε εκπρόσωπο της Ενάγουσας και όλες οι ενέργειες και/ή επαφές, με την τελευταία, γίνονταν από τον πατέρα του (Εναγόμενο 2), ασχέτως αν χρησιμοποιείτο το όνομα του (του Εναγόμενου 1) για τούτο (π.χ ως αποστολέας των επιστολών). Τέλος, ως ισχυρίστηκε, στη βάση σχετικής επιστολής που συνέταξε ο Εναγόμενος 2, ο ίδιος (ο Εναγόμενος 1) κατήγγειλε την Ενάγουσα στην Υπηρεσία της Εφόρου Ασφαλιστικών Εταιρειών (βλ. Τεκμήρια 39 και 40).
Εναγόμενος 2 (ΜΥ 2)
Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, το Έγγραφο Δ, και, επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή των Εναγομένων.
Αποτέλεσε θέση του ότι, από την ημερομηνία έναρξης της επίδικης Συμφωνίας μέχρι και την ημερομηνία κατάρτισης του γραμματίου, είχε κατατεθεί, από πλευράς των Εναγομένων, στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, το συνολικό ποσό των €83.378,71 (βλ. Τεκμήριο 31) και, συνεπώς, δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε οφειλές από πλευράς τους προς την Ενάγουσα, ως η τελευταία επικαλείται ως λόγο για τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας. Ήταν, ακόμη, η θέση του ότι, πλείστες εκ των επιταγών που αποτελούν το Τεκμήριο 32 εξαργυρώθηκαν από την Ενάγουσα και πιστώθηκαν στους λογαριασμούς των Τεκμηρίων 14 και 15, ενώ κάποιες εξ αυτών (8 στο σύνολο), εκ συνολικού ποσού €3.578,21, δεν εξαργυρώθηκαν από την Ενάγουσα, παρά το ότι της παραδόθηκαν προς εξαργύρωση, από πλευράς των Εναγόμενων, χωρίς αυτή να επιστρέψει ποτέ τούτες στους τελευταίους. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι, ενώ παραδόθηκαν στην Ενάγουσα, πέραν των πιο πάνω επιταγών και άλλες επιταγές (5 στο σύνολο), εκ συνολικού ποσού €2.775,70, η τελευταία ουδέποτε εξέδωσε σχετικές αποδείξεις στους Εναγόμενους για την καταβολή τούτων των ποσών προς αυτήν, αλλά ούτε τα ποσά των εν λόγω επιταγών πιστώθηκαν στους λογαριασμούς των Τεκμηρίων 14 και 15. Πάντα σχετικά με τα ανωτέρω, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι, μετά τη σύναψη του γραμματίου, η Ενάγουσα πίστωνε το λογαριασμό του Τεκμηρίου 15 (το γραμμάτιο), με εισπραχθέντα ασφάλιστρα πελατών, για τα οποία η έκδοση και χρέωση τους περιλαμβανόταν στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, με αποτέλεσμα τα ασφάλιστρα των εν λόγω ασφαλισμένων να παρουσιάζονται ως ανεξόφλητα στο Τεκμήριο 14. Ως ο ίδιος ανέφερε, με την εν λόγω ενέργεια της Ενάγουσας, αυτός διαφώνησε έντονα και, έκτοτε, ξεκίνησε η σύγκρουση μεταξύ του και του ΜΕ 1, με τον τελευταίο να του κλείνει την πρόσβαση στο ηλεκτρονικό πρόγραμμα της Ενάγουσας για την έκδοση ασφαλιστικών συμβολαίων. Στη βάση των πιο πάνω, ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι, σε ό,τι αφορά το λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, τούτος δεν περιέχει όλες τις πληρωμές ασφαλίστρων που καταβλήθηκαν στην Ενάγουσα από πλευράς των Εναγομένων.
Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, αλλά πάντα συναφώς, αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό του ότι, όταν η Ενάγουσα εισέπραττε ποσά, είτε από την πλευρά των Εναγομένων, είτε με άλλους τρόπους (π.χ. κατευθείαν από τους ασφαλισμένους), αυτή καταχωρούσε ισόποση πίστωση στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 ως πληρωμή έναντι του υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, χωρίς να πιστώνει το ποσό του ασφάλιστρου που της καταβαλλόταν έναντι της οφειλής του συγκεκριμένου ασφαλισμένου, ο οποίος είχε καταβάλει το ποσό του ασφαλιστικού του συμβολαίου προς εξόφληση. Πάντα δε, κατά τους ισχυρισμούς του, η μέθοδος αυτή, αλλοίωνε το περιεχόμενο του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14, με αποτέλεσμα σε αυτόν να παρουσιάζονται, ως καθυστερημένα, ασφάλιστρα τα οποία είχαν εισπραχθεί και καταβληθεί προς την Ενάγουσα. Και τούτο διότι, με τον πιο πάνω τρόπο εξοφλούντο ανείσπρακτα ασφάλιστρα ασφαλισμένων πελατών, οι οποίοι δεν είχαν καταβάλει τις οφειλές τους και, παράλληλα, δεν παρουσιάζονταν, ως εξοφλημένα, ασφάλιστρα ασφαλισμένων, οι οποίοι είχαν καταβάλει τούτα. Ο Εναγόμενος 2, ανέφερε, ακόμη, ότι, με αυτή τη μέθοδο, η Ενάγουσα, ενεργώντας στη βάση της θεώρησης ότι οφειλέτης της ήταν η πλευρά του Εναγόμενου 1, παρουσίαζε καθυστερημένες οφειλές προς αυτήν από τον τελευταίο.
Επίσης, ως ανέφερε ο Εναγόμενος 2, η πρακτική της Ενάγουσας να πιστώνει τις προμήθειες του Εναγόμενου 1, στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, αλλοίωνε την ορθότητα των οφειλόμενων ασφαλίστρων. Και τούτο, διότι, στην ουσία, κατ’ αυτό τον τρόπο, η Ενάγουσα πίστωνε την προμήθεια του Εναγόμενου 1, έναντι των προηγούμενων οφειλών ασφαλισμένων πελατών, οι οποίοι δεν είχαν καταβάλει τα ασφάλιστρά τους.
Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι για αυτόν είναι αδιανόητο η Ενάγουσα να ζητά να αποζημιωθεί για ασφάλιστρα που δεν πλήρωσαν οι ασφαλισμένοι στην πλευρά των Εναγομένων.
Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι, από τη σελ. 57-61 του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14, και δη, κατά την περίοδο που είχε ήδη τερματιστεί η επίδικη Συμφωνία (από 12.3.2014 και μετά), παρουσιάζονται χρεώσεις για ασφαλιστικά συμβόλαια, για τα οποία η Ενάγουσα είχε εισπράξει προκαταβολές πριν τον τερματισμό της εν λόγω Συμφωνίας, ως τούτο εμφαίνεται από τις σελ. 55-56 του Τεκμηρίου 14, χωρίς αυτή να είχε προχωρήσει στην ανανέωση τους μέχρι και την καταγγελία της από πλευράς του Εναγόμενου 1 στην Υπηρεσία Ασφαλιστικών Εταιρειών (βλ. Τεκμήρια 39 και 40). Είναι δε ο ισχυρισμός του ότι, στην ουσία, μέσω των εν λόγω καταχωρήσεων στο Τεκμήριο 14, η Ενάγουσα έλαβε χρήματα από ασφαλισμένους, χωρίς να προβεί στις ανανεώσεις των συμβολαίων τους, στις οποίες (ανανεώσεις) προέβη μετά τον τερματισμό της εν λόγω Συμφωνίας και της σχετικής πιο πάνω καταγγελίας της προς την Υπηρεσία Ασφαλιστικών Εταιρειών. Προς απόδειξη τούτου, κατέθεσε το Τεκμήριο 41, ενώ ισχυρίστηκε ότι, τα όσα αναφέρει επιβεβαιώνονται και από τις τελευταίες δύο σελίδες του Τεκμηρίου 18, και δη την ηλεκτρονική επικοινωνία που αυτός είχε με τη λειτουργό του γραφείου της Ενάγουσας, στην Πάφο, μέσω της πλατφόρμας «skype». Αποτέλεσμα δε τούτου, ως ανέφερε, ήταν ότι η Ενάγουσα είχε εισπράξει ασφάλιστρα για ασφαλιστικά συμβόλαια που δεν είχε εκδώσει ή ανανεώσει (πριν τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας) και πίστωσε τα εν λόγω ποσά έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14.
Τέλος, ο Εναγόμενος 2 κατέθεσε διάφορες επιστολές που απέστειλε ο ίδιος (στο όνομα του Εναγόμενου 1) προς την Ενάγουσα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ως Τεκμήρια 33-38, ενώ κατέθεσε και τις επιστολές που απεστάληκαν εκ μέρους του Εναγόμενου 1 προς την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών – Τεκμήρια 39 και 40.
Το άρθρο 185 του Ν. 35(Ι)/2002 και η σχετική πρόνοια της επίδικης Συμφωνίας για απόδοση ασφαλίστρων
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω σημαντικό, στο στάδιο αυτό, να σημειώσω το εξής. Από την πιο πάνω μαρτυρία, προκύπτει αβίαστα ότι η Ενάγουσα θεωρεί ότι δικαιούτο να χρεώνει τον Εναγόμενο 1 με κάθε ποσό ασφαλίστρου για το οποίο εξέδιδε σχετικό ασφαλιστικό συμβόλαιο. Συνεπώς, θεωρεί το ορθό ή μη του υπολοίπου του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14, άμεσα συνυφασμένο με το εν λόγω δικαίωμα της, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η πλευρά του Εναγόμενου 1 εισέπραξε τα εν λόγω ασφάλιστρα ή όχι. Σημειώνω δε ότι η πιο πάνω θέση της Ενάγουσας, βασίζεται στο άρθρο 3.4 της επίδικης Συμφωνίας το οποίο έχει ως εξής:
«Ο Πράκτορας όπως αναφέρθηκε εισπράττει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα και τα καταθέτει σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό, οφείλει δε να τα αποδώσει στην Εταιρεία. Η διαδικασία που θα ακολουθείται για το σκοπό αυτό είναι η ακόλουθη:
3.4.1 Στο τέλος κάθε μηνός η Εταιρεία με βάση τα στοιχεία που θα έχει στα μητρώα της για τα νέα ασφαλιστήρια, ανανεώσεις, αλλαγές και ακυρώσεις που διεκπεραιώθηκαν για τον Πράκτορα θα του αποστέλλει κατάσταση λογαριασμού που θα δεικνύει τα οφειλόμενα ασφάλιστρα.
3.4.2 Κάθε τέτοια μηνιαία κατάσταση οφειλόμενων ασφαλίστρων πρέπει να εξοφλείται μέσα σε περίοδο τριών μηνών (π.χ το οφειλόμενο ποσό για το μήνα Ιανουάριο πρέπει να εξοφλείται πριν το τέλος Απριλίου) τηρουμένων όσων αναφέρονται κατωτέρω.
3.4.3 […]
3.4.4 Διευκρινίζεται ότι στις εκπρόθεσμες τυχόν πληρωμές η Εταιρεία θα χρεώνει κατ’ αναλογία τόκο που θα ισούται με το ανώτατο επιτρεπόμενο από το Νόμο Δανειστικό Επιτόκιο, τούτο όμως δεν καταργεί ή επηρεάζει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα της Εταιρείας να απαιτήσει ή να συνεχίζει να απαιτεί την εμπρόθεσμη πληρωμή των ασφαλίστρων.
3.4.5 Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι οποιαδήποτε τυχόν πιστωτική διευκόλυνση από τον Πράκτορα στους πελάτες του θα είναι αποκλειστικά δική του ευθύνη και δεν μεταβάλλει με οποιοδήποτε τρόπο τις υποχρεώσεις του προς την Εταιρεία έναντι της οποίας παραμένει υπόχρεος για την πληρωμή των ασφαλίστρων.»
Ως ήδη ανέφερα ανωτέρω, στην εκδοχή των Εναγομένων, αποτελεί βασική θέση τους ότι η πιο πάνω πρόνοια της επίδικης Συμφωνίας (άρθρο 3.4), η οποία, ουσιαστικά, έθετε την υποχρέωση στην πλευρά του Εναγόμενου 1 να καταβάλλει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (90 ημερών) όλα τα ασφάλιστρα για τα ασφαλιστικά συμβόλαια που είχαν εκδοθεί και/ή ανανεωθεί από την Ενάγουσα, έστω και αν τούτα (τα ασφάλιστρα) δεν είχαν καταβληθεί από τους ασφαλισμένους προς την πλευρά του (του Εναγόμενου 1), αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 185 του Ν. 35(Ι)/2002 (με πλαγιότιτλο «Απόδοση ασφαλίστρων»), ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Το άρθρο 185 του Ν. 35(Ι)/2002, ως ίσχυε, προνοούσε τα ακόλουθα:
«(1) Τα πρόσωπα τα οποία ασκούν εργασίες διαμεσολάβησης ευθύνονται ως θεματοφύλακες για κάθε ασφάλιστρο ή άλλο ποσό που εισπράττουν[14] κατά την άσκηση των εργασιών τους και οφείλουν να το αποδώσουν στο δικαιούχο μέσα στον καθορισμένο προς τούτο χρόνο. Με Κανονισμούς δύνανται να ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με τις υποχρεώσεις των διαμεσολαβητών που δικαιούνται να εισπράττουν χρήματα για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
(2) Οι διαμεσολαβητές οι οποίοι εισπράττουν ασφάλιστρα προκειμένου να το αποδώσουν σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οφείλουν να τηρούν αυστηρά διαχωρισμένο τραπεζικό λογαριασμό πελατών. Εφόσον στον ίδιο λογαριασμό τηρούνται ασφάλιστρα περισσοτέρων ασφαλισμένων, ο διαμεσολαβητής οφείλει να προσδιορίζει επακριβώς στα βιβλία του για λογαριασμό ποίου ασφαλισμένου κατέχει κάθε ποσό: […]»
Πάρα το ότι δεν έχω εντοπίσει, κατά την έρευνα μου, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή του Εφετείου που να έχει ασχοληθεί με την ερμηνεία της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας, στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, στην υπόθεση Michalis E.M. Ioannides Insurance Agency & Consultant Ltd κ.α. v. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδικαζόμενες προσφυγές αρ. 492/2014 και 657/2014, ημερομηνίας 29.9.2017, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά:
«Τόσο το άρθρο 185(1) του Νόμου, (Ν.35(Ι)/2012) όσο και ο Κανονισμός 49 της ΚΔΠ 806/2004, στα οποία παραπέμπει ο Κανονισμός 39(2)(β,) αναφέρονται σε χρήματα (ασφάλιστρα ή άλλα) που εισπράχθηκαν και κρατούνται από τους διαμεσολαβητές ως «θεματοφύλακες» αυτών, μέχρι να τα αποδώσουν στις ασφαλιστικές εταιρείες, ως οφείλουν δυνάμει του Νόμου. Επομένως η παράβαση τυχόν του καθήκοντος απόδοσης χρημάτων (ασφαλίστρων και άλλων) που κατέχονται από τους διαμεσολαβητές ως θεματοφύλακες επειδή εισπράχθηκαν από τρίτους[15] (τους ασφαλισμένους) για να αποδοθούν στην ασφαλιστική εταιρεία, αποτελεί λόγο διαγραφής.
Κατά πλάνη περί το Νόμο η Έφορος Ασφαλίσεων, γνωρίζοντας τις λεπτομέρειες για τα ποσά που η Ασφαλιστική εταιρεία θεωρεί ότι της οφείλονται, (ότι δηλαδή αυτά δεν εισπράχθηκαν από τους ασφαλισμένους και ούτε κρατούνταν από τους αιτητές ως θεματοφύλακες αυτών, με σκοπό και καθήκον να αποδοθούν στην ασφαλιστική εταιρεία[16]), απαίτησε από τους αιτητές την προσκόμιση βεβαίωσης της συγκεκριμένης εταιρείας, ότι δεν της οφείλονταν οποιαδήποτε ποσά. Τούτο επειδή γνώριζε (όπως φαίνεται από την αλληλογραφία στον διοικητικό φάκελο), ότι η εταιρεία Liberty Life θεωρούσε οικονομική οφειλή των αιτητών τα χρήματα που τους έδωσε η ίδια, δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης.
Στη βάση δε των πιο πάνω και δη ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας ενεργεί ως θεματοφύλακας για ποσά που εισέπραξε από τους ασφαλισμένους και όχι για ποσά που δεν εισέπραξε, προκύπτει ότι η ανωτέρω συμβατική πρόνοια (άρθρο 3.4) της επίδικης Συμφωνίας, αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 185 του Ν. 35(Ι)/2002, με αποτέλεσμα τούτη η συμβατική πρόνοια να καθίσταται άκυρη και συνεπώς ανεφάρμοστη.
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους (1997) 1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).
Στη βάση των σχετικών αρχών που έχει θέσει η νομολογία, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση.
ΜΕ 1
Αν και σε γενικές γραμμές, ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση, στη βάση του ότι δεν προσήλθε, γενικότερα, ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να πει ψέματα, εφόσον αποδέχθηκε ότι συγκεκριμένα ποσά δεν πιστώθηκαν στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, εντούτοις, τη μαρτυρία του, επί συγκεκριμένων γεγονότων και θέσεων του, δεν μπορώ να την αποδεχθώ.
Κατ’ αρχάς, δεν μπορώ να αποδεχθώ το μέρος της μαρτυρίας του που θέλει, κατά τρόπο απόλυτο, τους λογαριασμούς των Τεκμηρίων 14 και 15 να είναι ορθοί και να αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα των εκεί συναλλαγών και/ή το πραγματικό υπόλοιπο των εν λόγω λογαριασμών. Και τούτο διότι, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του, αλλά και τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία (βλ. κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και το περιεχόμενο των ενώπιον μου τεκμηρίων και ειδικότερα των ίδιων των Τεκμηρίων 14 και 15), διαφαίνεται ότι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών, υπήρχαν καταβολές διαφόρων ποσών, από πλευράς των Εναγομένων (βλ. ειδικότερα τα Τεκμήρια 22 και 23), οι οποίες δεν πιστώθηκαν σε κανένα εκ των δύο επίδικων λογαριασμών, εφόσον δεν παρουσιάζονται σε αυτούς.
Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο η Ενάγουσα προέβαινε στις διάφορες χρεωπιστώσεις, ειδικότερα σε αυτές στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, και δη εισπράττοντας ολόκληρο το ποσό που κατέβαλλαν οι ασφαλισμένοι προς εξόφληση του ασφαλιστικού τους συμβολαίου και πιστώνοντας, ακολούθως, τον εν λόγω λογαριασμό (Τεκμήριο 14) με την ανάλογη σχετική προμήθειά του Εναγόμενου 1, στην ουσία, μέσω των πράξεων αυτών, εξοφλούσε προγενέστερες φερόμενες οφειλές του τελευταίου που σχετίζονταν με άλλα ασφαλιστικά συμβόλαια, ανεξαρτήτως του αν για τούτα (τα συμβόλαια) είχαν εισπραχθεί ή όχι, από πλευράς του Εναγόμενου 1, τα ασφάλιστρα από τον συγκεκριμένο ασφαλισμένο ή αν τούτα (τα ασφάλιστρα) είχαν καταστεί, κατά τον εν λόγω χρόνο, ληξιπρόθεσμα (και δη αν είχε παρέλθει η προθεσμία των 90 ημερών για την καταβολή τους). Δηλαδή, η Ενάγουσα, ουσιαστικά, πίστωνε την εν λόγω προμήθεια προς εξόφληση ασφαλίστρων τα οποία δεν είχαν καταβληθεί και τα οποία συνέχιζαν να οφείλονται από άλλους ασφαλισμένους. Το ίδιο συνέβαινε και με τις πιστώσεις που καταγράφονται ως “direct payment”, εφόσον τούτες δεν πιστώθηκαν έναντι της χρέωσης των συγκεκριμένων ασφαλιστικών συμβολαίων για τα οποία καταβλήθηκαν τα εν λόγω ποσά, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις (στο Τεκμήριο 14) όπου η πίστωση γίνεται με αναφορά στο συγκεκριμένο συμβόλαιο για το οποίο τούτη καταβλήθηκε.
Στη βάση δε των πιο πάνω, αλλά και του λόγου που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως πιο κάτω, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι, ο Εναγόμενος 1 δεν τηρούσε τους όρους της επίδικης Συμφωνίας, ένεκα του ότι δεν κατέβαλλε εγκαίρως ή καθόλου τα εκάστοτε οφειλόμενα ασφάλιστρα προς αυτήν. Ως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, η Ενάγουσα, με την ενέργεια της να απαιτεί, στη βάση του όρου 3.4 της επίδικης Συμφωνίας, ποσά ασφαλίστρων, ως οφειλόμενα, από πλευράς του Εναγόμενου 1, τα οποία δεν είχαν καταβληθεί στον τελευταίο από τους ασφαλισμένους, ενεργούσε κατά παράβαση του άρθρου 185 του Ν. 35(Ι)/2002. Σημειώνω δε εδώ ότι, πουθενά κατά την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ή του ΜΕ 2 τέθηκε θέση, από πλευράς της Ενάγουσας, ότι τα εν λόγω ποσά που η τελευταία απαιτεί είχαν όντως εισπραχθεί από πλευράς του Εναγόμενου 1, με τον τελευταίο να τα κρατεί ως θεματοφύλακας και να μην τα καταβάλλει στην Ενάγουσα. Ούτε και η θέση των Εναγομένων ότι τούτα τα ασφάλιστρα δεν εισπράχθηκαν αμφισβητήθηκε από πλευράς του μάρτυρα ή του ΜΕ 2. Τουναντίον, το μόνο που ανέφερε τόσο αυτός ο μάρτυρας, όσο και ο ΜΕ 2, ήταν ότι η πλευρά του Εναγόμενου 1 είχε την υποχρέωση, βάσει του όρου 3.4 της επίδικης Συμφωνίας, να εισπράττει τα ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους, χωρίς να ισχυρίζονται ότι όντως αυτός τα είχε εισπράξει. Συνεπώς, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι, κατά τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας υπήρχαν οφειλές από πλευράς του Εναγόμενου 1, εφόσον δεν προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι ο τελευταίος (ο Εναγόμενος 1) εισέπραξε όλα τα ασφάλιστρα για τα οποία η Ενάγουσα εξέδωσε σχετικά ασφαλιστικά συμβόλαια και για τα οποία χρέωσε τον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, και, επομένως, ότι ο Εναγόμενος 1 ευθύνεται ως θεματοφύλακας για τούτα προς την Ενάγουσα.
Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, είναι οι λογαριασμοί των Τεκμηρίων 14 και 15 να μην αντικατοπτρίζουν την ορθή εικόνα των εκεί συναλλαγών.
Εν πάση περιπτώσει, η απόλυτη θέση του μάρτυρα αυτού περί ορθότητας των Τεκμηρίων 14 και 15, δεν θα μπορούσε, επίσης, να γίνει δεκτή, εφόσον, ως και ο ίδιος παραδέχτηκε, ουδέποτε έλεγξε μία προς μία τις καταγραφές που εμφαίνονται σε αυτά, ούτως ώστε να ελέγξει την ορθότητα τους. Η δε αναφορά του ότι το υπόλοιπο των εν λόγω λογαριασμών (Τεκμήρια 14 και 15) συνάδει με τις επιστολές που είχαν σταλεί προς τους Εναγόμενους, κατά τον επίδικο χρόνο, ουδόλως μεταβάλλει την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου.
Πέραν των ανωτέρω, πλην της θέσης του μάρτυρα αυτού ότι, η Ενάγουσα, στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας, απέστελλε, στην πλευρά του Εναγόμενου 1, μηνιαίως, τις καταστάσεις λογαριασμού, δεν μπορώ να αποδεχθώ την, επίσης, προβαλλόμενη θέση του ότι η πλευρά του τελευταίου δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των εν λόγω λογαριασμών. Και τούτο διότι, όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα ο μάρτυρας να αναφέρει αν η πλευρά του Εναγόμενου 1 είχε υπογράψει, ως ορθές, τις μηνιαίες καταστάσεις που του αποστέλλονταν (στη βάση της παραγράφου 4 της σελ. 13 της επίδικης Συμφωνίας), αυτός δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν κάτι τέτοιο γινόταν. Πιο σημαντικά όμως, όταν υποδείχθηκε, ειδικώς, στον μάρτυρα αυτό, η επιστολή ημερ. 4.9.2014 (που αποτελεί το Τεκμήριο 35), αυτός ανέφερε ότι δεν τη θυμάται. Εντούτοις, από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, πασιφανές είναι ότι τούτη ακολούθησε της επιστολής της Ενάγουσας ημερ. 6.8.2014 (Τεκμήριο 6), την οποία ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε, και με την οποία η Ενάγουσα καλούσε τον Εναγόμενο 1 να της καταβάλει τις οφειλές του βάσει της επίδικης Συμφωνίας, ενώ του ανέφερε, ακόμη, ότι αν δεν τις κατέβαλλε θα διέκοπτε την πρόσβαση του στο ηλεκτρονικό πρόγραμμα της Ενάγουσας, μέσω του οποίου εκετελούντο οι εργασίες έκδοσης συμβολαίων κτλπ. Από το περιεχόμενο δε, τουλάχιστον της επιστολής ημερ. 4.9.2014 (Τεκμήριο 35), είναι ξεκάθαρο ότι, μέσω αυτής, η πλευρά του Εναγόμενου 1 αμφισβήτησε έντονα την ορθότητα των επίδικων λογαριασμών, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τη θέση ότι καταβλήθηκαν, από πλευράς του, στην Ενάγουσα, επιταγές έναντι οφειλόμενων ασφαλίστρων των πελατών του, οι οποίες δεν πιστώθηκαν σε κανέναν εκ των δύο επίδικων λογαριασμών, ότι δεν υπάρχουν υπερήμερα ασφάλιστρα καθότι τούτα έχουν πληρωθεί και ότι όλα τα ασφάλιστρα των πελατών του είναι εξοφλημένα και δεν δικαιολογείται η Ενάγουσα να προχωρήσει σε ακύρωση τους.
Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέχθηκα, τη μαρτυρία του ΜΕ 1 την αποδέχομαι και, στη βάση αυτής, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
ΜΕ 2
Ομοίως, ο μάρτυρας αυτός, σε γενικές γραμμές, μου έκανε καλή εντύπωση, εφόσον σε ό,τι αφορά ζητήματα για τα οποία ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ή γνώση, ανέφερε τούτο ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ δεν διακρίνεται να προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευθεί. Εντούτοις, σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες θέσεις και αυτού του μάρτυρα, δεν μπορώ να τις δεχθώ, εφόσον τούτες συγκρούονται με την λοιπή ενώπιον μου κοινώς αποδεκτή και έγγραφη μαρτυρία.
Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι, δεν μπορώ να αποδεχθώ το μέρος της μαρτυρίας του που θέλει τους λογαριασμούς των Τεκμηρίων 14 και 15 να αντικατοπτρίζουν την ορθή και πραγματική εικόνα των συναλλαγών που εκεί καταγράφονται. Και εξηγώ. Αν και ο μάρτυρας αυτός, αρχικά, εξέφρασε απόλυτη θέση αναφορικά με την ορθότητα των εν λόγω λογαριασμών, εντούτοις, κατά την αντεξέταση του, αποδέχθηκε ότι υπάρχουν συγκεκριμένα ποσά (αυτά του Τεκμηρίου 20) τα οποία κατατέθηκαν από πλευράς των Εναγομένων, προς την Ενάγουσα, τα οποία αφορούν ασφάλιστρα συγκεκριμένων ασφαλισμένων για συγκεκριμένα ασφαλιστικά συμβόλαια, τα οποία δεν πιστώθηκαν στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, αλλά σε αυτόν του Τεκμηρίου 15, και δη έναντι του ποσού του γραμματίου. Επίσης, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο συγκεκριμένα ποσά καταθέσεων από πλευράς των Εναγομένων (Τεκμήρια 21 – 23), προς την Ενάγουσα, είναι καταγεγραμμένα ως κατατεθειμένα είτε στο Τεκμήριο 14 είτε στο Τεκμήριο 15, ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με σαφήνεια επί τούτου. Εν πάση περιπτώσει, από την ενώπιον μου μαρτυρία, και δη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 14 και 15, είναι εμφανές ότι, τουλάχιστον τα ποσά των Τεκμηρίων 22 και 23 δεν πιστώθηκαν σε κανέναν εκ των δύο επίδικων λογαριασμών. Η όποια δε τοποθέτηση του μάρτυρα αυτού περί του ότι η πλευρά του Εναγόμενου 1 δεν διαφώνησε με τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες του αποστέλλονταν μηνιαίως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εφόσον, στη βάση άλλης σχετικής, επί τούτου, τοποθέτησης του, ο ίδιος δεν γνώριζε και δεν θυμόταν να αναφέρει αν η πλευρά του Εναγόμενου 1 υπέγραφε τις εν λόγω καταστάσεις, ως ορθές, στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας.
Επίσης, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του μάρτυρα αυτού ότι η πλευρά του Εναγόμενου 1 όφειλε να καταβάλλει στην Ενάγουσα ασφάλιστρα τα οποία είχαν χρεωθεί στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, τα οποία όμως δεν είχαν καταβληθεί από τους ασφαλισμένους και επομένως δεν είχαν εισπραχθεί από αυτόν (τον Εναγόμενο 1), για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω στην αξιολόγηση του ΜΕ 1 και δεν θα επαναλάβω. Υπενθυμίζω μόνο ότι, η ενέργεια της Ενάγουσας να διεκδικεί από τον Εναγόμενο 1 ποσά ασφαλίστρων τα οποία αυτός δεν εισέπραξε, αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 185 του Ν. 35(Ι)/2002, ως ίσχυε κατά το δεδομένο χρόνο.
Στη βάση των ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέχθηκα, τη λοιπή μαρτυρία του ΜΕ 2 την αποδέχομαι και, στη βάση αυτής, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Εναγόμενος 1 (ΜΥ 1)
Εξ αρχής σημειώνω ότι, η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 σε ό,τι αφορά το επίδικο ζήτημα των κατ’ ισχυρισμών οφειλών των Εναγομένων προς την Ενάγουσα, δεν είναι βοηθητική, εφόσον η σχετική τοποθέτηση του περί τούτου ήταν ότι ο ίδιος δεν έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν τις συναλλαγές που αφορούν την επίδικη Συμφωνία με την Ενάγουσα ή των ποσών που κατατέθηκαν προς την τελευταία ή το ο,τιδήποτε σχετικό αναφορικά με τις χρεώσεις και/ή πιστώσεις στους επίδικους λογαριασμούς, εφόσον τούτα τύγχαναν χειρισμού από τον Εναγόμενο 2.
Εναγόμενος 2 (MY 2)
Ο μάρτυρας αυτός σε γενικές γραμμές, μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να πει την αλήθεια, ως ο ίδιος τη βίωσε κατά το δεδομένο χρόνο. Η δε μαρτυρία του δεν παρουσιάζει αντιφάσεις ή εγγενείς αδυναμίες, σε βαθμό που θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του.
Η μαρτυρία του αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι οι λογαριασμοί των Τεκμηρίων 14 και 15 δεν αντικατοπτρίζουν την ορθότητα των εκεί αναφερόμενων συναλλαγών, ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του, ενώ τούτη συνάδει πλήρως και με την ενώπιον μου γραπτή μαρτυρία, αλλά και με τις σχετικές αναφορές των ΜΕ 1 και ΜΕ 2, οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να αναφέρουν κατά πόσο κάποιες πληρωμές, στις οποίες προέβη η πλευρά των Εναγομένων, εμφαίνονται, ως πιστώσεις, στους επίδικους λογαριασμούς, ενώ κάποιες άλλες πληρωμές ασφαλίστρων, αντί να πιστώνονται στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, πιστώνονταν στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 15 (βλ. μεταξύ άλλων, τα ποσά του Τεκμηρίου 20). Σημειώνω δε ότι, τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος 2 σε σχέση με συγκεκριμένα ποσά επιταγών, οι οποίες παραδόθηκαν από αυτόν προς την Ενάγουσα για είσπραξη από την τελευταία, αλλά και για συγκεκριμένα ποσά επιταγών που δεν περιλαμβάνονται στις πιστώσεις των επίδικων λογαριασμών (βλ. παράγραφο 14 του Εγγράφου Δ), ουδόλως τέθηκαν εν αμφιβόλω από πλευράς της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα, εκείνο που του τέθηκε, ως θέση, ήταν ότι οι εν λόγω λογαριασμοί είναι ορθοί, με αυτόν να απαντά αρνητικά. Πουθενά δεν του τέθηκε η θέση από πλευράς της Ενάγουσας ότι, η πλευρά των Εναγομένων ουδέποτε κατέβαλε τα εν λόγω ποσά ή τις εν λόγω επιταγές στην Ενάγουσα προς εξόφληση συγκεκριμένων ασφαλιστικών συμβολαίων ή ότι τούτα (τα ποσά και επιταγές) πιστώθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς.
Επίσης, σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του ότι, στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 παρουσιάζονται χρεώσεις για ασφαλιστικά συμβόλαια και/ή ανανεώσεις αυτών για τα οποία η Ενάγουσα είχε εισπράξει σχετικές προκαταβολές (βλ. Τεκμήριο 42), χωρίς να τα ανανεώσει, μέχρι, τουλάχιστον, τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, σημειώνω ότι τούτος (ο ισχυρισμός) συνάδει πλήρως με την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία, και δη από τις σχετικές καταγραφές που εμφαίνονται στο ίδιο το Τεκμήριο 14 σε συνάρτηση με τις αποδείξεις πληρωμής του Τεκμηρίου 42, αλλά και από την επικοινωνία που είχε η πλευρά των Εναγομένων, με συγκεκριμένη υπάλληλο της Ενάγουσας, κατά τον επίδικο χρόνο (βλ. Τεκμήριο 18), ως επίσης και την καταγγελία από πλευράς του Εναγόμενου 1 (βλ. Τεκμήριο 39) κατά τον δεδομένο χρόνο, η οποία ουδόλως τέθηκε εν αμφιβόλω από πλευράς της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, ως εμφαίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο 18, ο Εναγόμενος 2 (εκ μέρους του Εναγόμενου 1) ζητούσε από τη λειτουργό της Ενάγουσας να προχωρήσει με τις εν λόγω ανανεώσεις που ήταν πληρωμένες και όταν τούτες δεν προχωρούσαν ζήτησε την επιστροφή των εν λόγω προκαταβολών (βλ. επικοινωνία ημερ. 9.3.2015 στο Τεκμήριο 18).
Η όποια δε θέση της πλευράς της Ενάγουσας ότι οι επιστολές που αποτελούν τα Τεκμήρια 35 – 38 δεν απεστάλησαν ποτέ, από πλευράς των Εναγομένων, προς αυτήν, εφόσον τούτες (οι επιστολές) δεν είναι υπογεγραμμένες, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο Εναγόμενος 2, όταν ερωτήθηκε σχετικώς, απάντησε με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι ο λόγος που οι εν λόγω επιστολές είναι ανυπόγραφες είναι επειδή τις είχε αποστείλει ο ίδιος (εκ μέρους του Εναγόμενου 1), ως επισυνημμένο αρχείο, σε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Ενάγουσα. Επίσης, είναι εμφανές από το περιεχόμενο έκαστης εν λόγω επιστολής ότι τούτη κάνει αναφορά είτε σε συγκεκριμένη επιστολή που είχε λάβει η πλευρά του Εναγόμενου 1 σε σχέση με την επίδικη Συμφωνία (βλ. ειδικά Τεκμήριο 35), είτε σε κάποια ενέργεια, προφορική ή έγγραφη, που προηγήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας.
Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου, σημειώνω ότι, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2 που θέλει την πλευρά των Εναγομένων, μέχρι και την ημερομηνία σύναψης του γραμματίου, να έχει καταβάλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €83.378,71. Και τούτο διότι, η κατάσταση – Τεκμήριο 31 - που ετοίμασε ο Εναγόμενος 2, δεν μπορεί να ελεγχθεί ως προς την ορθότητα της, εφόσον απουσιάζουν εκείνα τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να καταλήξει για την ορθότητα αυτής, ενώ ο Εναγόμενος 2, κατά τη μαρτυρία του, ουδόλως εξήγησε τούτη.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέχθηκα, την λοιπή μαρτυρία του Εναγόμενου 2 την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Τελικά ευρήματα
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια και στα, επιπρόσθετα, των αρχικών, εξής ευρήματα:
1. Με την έναρξη της συνεργασίας των μερών και το άνοιγμα του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14, η διαδικασία που ακολουθούσε η Ενάγουσα όταν εκδίδετο ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο ήταν η εξής: η Ενάγουσα, με την έκδοση του ασφαλιστικού συμβολαίου, προέβαινε σε χρέωση του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14 με το ποσό του ασφαλίστρου του εν λόγω συμβολαίου και ταυτόχρονα πίστωνε τον εν λόγω λογαριασμό με το ποσό της προμήθειας του Εναγόμενου 1, χωρίς όμως, ποτέ, να καταβάλει τούτη την προμήθεια, τοις μετρητοίς, στον τελευταίο.
2. Μέρος του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14 περιλαμβάνει ασφάλιστρα τα οποία δεν καταβλήθηκαν από τους ασφαλισμένους προς την πλευρά του Εναγόμενου 1 και, επομένως, δεν εισπράχθηκαν από τον τελευταίο. Δηλαδή, προκύπτει αβίαστα ότι, ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 14 περιλαμβάνει χρεώσεις για όλα τα ασφαλιστικά συμβόλαια που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα, ανεξαρτήτως του κατά πόσο τα ασφάλιστρα αυτών εισπράχθηκαν από πλευράς του Εναγόμενου 1.
3. Αν και αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού προς την πλευρά του Εναγόμενου 1, αυτός ουδέποτε αποδέχθηκε τούτες, είτε δια της υπογραφής του, είτε άλλως πως, ως ορθές. Ειδικότερα, η πλευρά του Εναγόμενου 1, μέσω διαφόρων επιστολών του προς την Ενάγουσα (βλ. Τεκμήρια 33, 34 και 35) αμφισβήτησε, επανειλημμένως, την ορθότητα των επίδικων λογαριασμών και των εκεί καταγραφών, υποδεικνύοντας στην πλευρά της Ενάγουσας, μεταξύ άλλων, ότι παρουσιάζονται ως υπερήμερα οφειλόμενα ασφάλιστρα τα οποία της έχουν καταβληθεί, ενώ δεν συμπεριλαμβάνονται στους εν λόγω λογαριασμούς ποσά και/ή επιταγές, οι οποίες της είχαν δοθεί προς είσπραξη και η τελευταία, για άγνωστο λόγο, δεν εισέπραξε και/ή δεν πίστωσε σε αυτούς. Επίσης, η πλευρά του Εναγόμενου 1, είχε σε χρόνο πριν τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας ανέφερε στην Ενάγουσα ότι στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 συμπεριλαμβάνει ποσά, ως οφειλόμενα, τα οποία δεν κατέστησαν ακόμα πληρωτέα και/ή ληξιπρόθεσμα[17] (βλ. Τεκμήριο 33).
4. Η Ενάγουσα πίστωνε ποσά τα οποία της καταβάλλονταν ως ασφάλιστρα, στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 15, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 14 να παρουσιάζει ως οφειλόμενα, ποσά ασφαλίστρων που αφορούσαν συγκεκριμένα ασφαλιστικά συμβόλαια, τα οποία της είχαν ήδη καταβληθεί από τους συγκεκριμένους ασφαλισμένους.
5. Όταν κατατίθοντο επιταγές από πλευράς των ασφαλισμένων, οι οποίες οπισθογραφούντο από την πλευρά των Εναγομένων προς όφελος της Ενάγουσας, η τελευταία πίστωνε ολόκληρο το ποσό της εν λόγω επιταγής (ποσό το οποίο περιλάμβανε και την προμήθεια του Εναγόμενου 1), στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, χωρίς να αποκόπτει από το εν λόγω ποσό την προμήθεια του τελευταίου. Αποτέλεσμα τούτου, είναι ότι, τα εν λόγω ποσά προμηθειών, πιστώνονταν στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 προς όφελος άλλων ασφαλισμένων που δεν είχαν καταβάλει και/ή εξοφλήσει τα ασφάλιστρα τους προς την Ενάγουσα.
6. Προς την Ενάγουσα καταβλήθηκαν ποσά μέσω εμβάσματος (βλ. Τεκμήρια 22 και 23) και/ή παραδόθηκαν επιταγές (οπισθογραφημένες ή μη) προς είσπραξη και/ή καταβλήθηκαν ποσά τοις μετρητοίς, τα οποία δεν παρουσιάζονται ως πιστώσεις είτε στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 είτε σε αυτόν του Τεκμηρίου 15.
7. Τέλος, η Ενάγουσα αν και εισέπραξε ποσά ως προκαταβολές για συγκεκριμένα συμβόλαια και/ή ανανεώσεις ασφαλιστικών συμβολαίων πριν τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, εντούτοις, μέχρι και τον τερματισμό αυτής, δεν προέβη στην έκδοση και/ή ανανέωση τούτων, ούτε και χρέωσε τον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 για τούτα, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται σε αυτόν (τον λογαριασμό), πριν τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, διάφορα ποσά, ως πιστώσεις, για ανανεώσεις ασφαλιστικών συμβολαίων τα οποία δεν είχαν ανανεωθεί μέχρι τότε, και για τα οποία δεν χρεώθηκε ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 14, παρά μόνο μετά τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, γεγονός που δεικνύει ότι η Ενάγουσα δεν τηρούσε ορθές καταστάσεις λογαριασμών, αλλά και ότι τα ποσά που πιστώθηκαν στο Τεκμήριο 14 σε σχέση με τις εν λόγω ανανεώσεις, πιστώθηκαν έναντι του υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, με αποτέλεσμα να εξοφληθούν ποσά ασφαλίστρων που δεν είχαν καταβληθεί από τους ασφαλισμένους ή τα οποία δεν είχαν καταστεί, κατά τον εν λόγω χρόνο, ως οφειλόμενα/ υπερήμερα.
Νομική πτυχή
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ.1295, όπου με παραπομπή στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1(B) Α.Α.Δ 1858, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).».
Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει το συνολικό ποσό των €68.320 ως υπόλοιπο παραδεδειγμένου λογαριασμού και/ή ως υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού στη βάση παράβασης σύμβασης και/ή γραμματίου.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ & Ντάιγκ Κο Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 610, παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών, σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού, καθώς και το υπόλοιπο του, είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση, ρητή ή εξυπακουόμενη, να πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο. Ο παραδεδειγμένος λογαριασμός, στην ουσία, επενεργεί ως νέα σύμβαση, χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει κάθε ένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.
Εν προκειμένω, στη βάση των τελικών μου ευρημάτων ανωτέρω, ναι μεν η Ενάγουσα απέστελλε μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμών προς την πλευρά του Εναγόμενου 1, πλην όμως, ούτε ο ΜΕ 1 ούτε ο ΜΕ 2 ήταν σε θέση να αναφέρουν αν οι Εναγόμενοι υπέγραφαν τούτες ως ορθές, αλλά κυρίως, σε χρόνο πολύ πριν τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας (βλ. Τεκμήρια 33 – 35), η πλευρά του Εναγόμενου 1 αμφισβήτησε έντονα την ορθότητα των εν λόγω λογαριασμών, αλλά και τις οφειλές του. Η έντονη δε τούτη αμφισβήτηση της πλευράς του Εναγόμενου 1, προκύπτει ακόμη και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 40, το οποίο αποτελεί την απάντηση του στην Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών αναφορικά με το περιεχόμενο της επιστολής της Ενάγουσας ημερ. 12.3.2015 και τους ισχυρισμούς της τελευταίας για οφειλές της πλευράς του πρώτου. Συνεπώς, δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, τα μέρη ουδέποτε κατέληξαν, είτε ρητώς είτε εξυπακουόμενα, ότι το υπόλοιπο των επίδικων καταστάσεων λογαριασμών (Τεκμήρια 14 και 15) είναι ορθό.
Στρέφομαι, επομένως, να εξετάσω κατά πόσο, η Ενάγουσα απέσεισε το βάρος που έφερε να αποδείξει την απαίτηση της για την ανάκτηση του αξιούμενου, από αυτήν, ποσού, στη βάση του υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού που τηρούσε, αφενός για την επίδικη Συμφωνία (Τεκμήριο 14) και αφετέρου για το γραμμάτιο (Τεκμήριο 15). Είναι πάγια νομολογημένο ότι, αυστηρώς ομιλούντες, τέτοια βάση αγωγής (υπόλοιπο λογαριασμού) δεν αναγνωρίζεται στο νομικό μας σύστημα (βλ. D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 263). Μια γραπτή κατάσταση όπου είναι καταχωρημένες οι πιστωτικές και χρεωστικές πράξεις που, κατ’ ισχυρισμόν, οδηγούν σε τελικό χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού, δεν αποτελεί αφ’ εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται σε αυτήν. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαράγει η κατάσταση λογαριασμού, θα πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία (βλ. A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 156 και Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 734). Με άλλα λόγια, οι εκάστοτε καταχωρήσεις (πράξεις) στον λογαριασμό, δηλαδή οι χρεοπιστώσεις, που κατά καιρούς ανέκυψαν, καθίστανται επίδικες και θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να τεκμηριωθεί πως η εικόνα που εκπέμπει η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, είναι αυθεντική και όχι παραποιημένη. Υπό αυτή την έννοια, η πραγματική και ουσιαστική βάση της αγωγής είναι ατομικά η κάθε μια πράξη που οδήγησε σε αντίστοιχη καταχώρηση αλλά και συλλογικά όλες μαζί (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., Πολιτική Έφεση αρ. 171/2011, ημερ. 29.6.2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α. (2010) 1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη (2008) 1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani (ανωτέρω)).
Συνεπώς, σε σχέση με το κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο τόσο του λογαριασμού του Τεκμηρίου 14 όσο και αυτού του λογαριασμού του Τεκμηρίου 15, εν προκειμένω, η Ενάγουσα είχε το βάρος απόδειξης τόσο των χρεώσεων όσο και των πιστώσεων που καταγράφονται σε αυτούς, αλλά και του εναπομείνοντος κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενου υπόλοιπου έκαστης εν λόγω κατάστασης λογαριασμού.
Στην παρούσα περίπτωση, βάσει των τελικών μου ευρημάτων ανωτέρω, η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποσείσει το νομικό βάρος απόδειξης που έφερε ως προς την ορθότητα των λογαριασμών των Τεκμηρίων 14 και 15 και των εκεί αναφερόμενων κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενων υπολοίπων. Επαναλαμβάνω ότι, στη βάση των ανωτέρω τελικών μου ευρημάτων, διάφορα ποσά και/ή επιταγές που είχαν δοθεί και/ή καταβληθεί από πλευράς των Εναγομένων προς την Ενάγουσα ουδέποτε πιστώθηκαν σε κανέναν εκ των δύο εν λόγω λογαριασμών. Ακόμη, ενώ η Ενάγουσα εισέπραττε ποσά, προς εξόφληση συγκεκριμένων ασφαλιστικών συμβολαίων (βάσει της επίδικης Συμφωνίας), τα οποία (ποσά) έπρεπε να πιστώνει στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14, προς εξόφληση των εν λόγω συμβολαίων, εντούτοις, πίστωνε τούτα (τα ποσά) στο λογαριασμό του Τεκμηρίου 15, με αποτέλεσμα, τα ασφάλιστρα των εν λόγω ασφαλιστικών συμβολαίων να συνεχίζουν να παρουσιάζονται, στο Τεκμήριο 14, ως οφειλόμενα, ενώ της είχαν καταβληθεί. Επίσης, μέσω διαφόρων πιστώσεων στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 (βλ. μεταξύ άλλων, αναφορές σε «direct payment»), αντί να προχωρά σε εξόφληση των συγκεκριμένων συμβολαίων για τα οποία της είχαν καταβληθεί τα εν λόγω ασφάλιστρα, η Ενάγουσα, πίστωνε, γενικότερα, το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού, με αποτέλεσμα να μην εξοφλούνται τούτα (τα ασφάλιστρα) και να συνεχίζουν να παρουσιάζονται ως καθυστερημένες οφειλές. Ακόμη, με δεδομένο ότι μέρος του Τεκμηρίου 14 αποτελείται από χρεώσεις ασφαλίστρων, τα οποία (ασφάλιστρα) δεν καταβλήθηκαν από τους ασφαλισμένους προς την πλευρά του Εναγόμενου 1 και, επομένως, δεν εισπράχθηκαν από τον τελευταίο, με αποτέλεσμα να μην οφείλονται από αυτόν προς την Ενάγουσα (στη βάση των προνοιών του άρθρου 185 του Ν. 35(Ι)/2002 ως ίσχυε κατά το δεδομένο χρόνο), δεν υπάρχει στέρεο έδαφος για το Δικαστήριο για να προβεί σε μαθηματικές πράξεις και να καταλήξει σε οποιοδήποτε άλλο υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού. Τούτο, έχοντας, επίσης, κατά νου ότι, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία, ενώπιον του Δικαστηρίου, ως προς το ποια συγκεκριμένα ασφαλιστικά συμβόλαια εξοφλήθηκαν μέσω των διαφόρων χρεωπιστώσεων που γίνονταν στον λογαριασμό του Τεκμηρίου 14 και ποια ασφαλιστικά συμβόλαια παρέμειναν ως ανεξόφλητα, για τα οποία όντως εισπράχθηκαν ασφάλιστρα από πλευράς των Εναγομένων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε σχετικούς υπολογισμούς ως προς το ορθό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού (Τεκμήριο 14). Τέλος, με δεδομένο ότι, διάφορα ποσά που καταβλήθηκαν από πλευράς των Εναγομένων δεν πιστώθηκαν σε κανένα εκ των δύο επίδικων λογαριασμών, αλλά και με δεδομένο ότι ο λογαριασμός του Τεκμηρίου 15 πιστώνετο με ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο Τεκμήριο 14, προκύπτει ότι και σε σχέση με το Τεκμήριο 15, δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την απλή περίπτωση που αναγνωρίστηκαν συγκεκριμένα μόνο ποσά που δεν πιστώθηκαν σε αυτό, αλλά ότι πιστώθηκαν σε αυτό ποσά (άγνωστης συνολικής αξίας) τα οποία δεν θα έπρεπε να πιστωθούν σε αυτό, με αποτέλεσμα να αδυνατεί το Δικαστήριο να προβεί σε σχετικούς μαθηματικούς υπολογισμούς ούτως ώστε να καταλήξει σε οποιοδήποτε άλλο υπόλοιπο του λογαριασμού του Τεκμηρίου 15.
Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ (2009) 1 ΑΑΔ 494, τονίστηκε ότι εφόσον η απαίτηση δεν βασιζόταν σε εκκαθαρισμένο ή άλλως παραδεδεγμένο λογαριασμό, και εφόσον η θέση του εναγόμενου ήταν ότι δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό, (όπως και στην προκείμενη περίπτωση), ο ενάγων είχε το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του. Για τις καταγραφές σε τεκμήριο που παρουσίασε ο ενάγων, το Εφετείο τόνισε ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί αξιόπιστη μαρτυρία, προς απόδειξη του περιεχομένου του τεκμηρίου. Βλ. επίσης, Παπαχριστοδούλου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα, Πολιτική Έφεση αρ. 263/10, ημερ. 5.5.2015 και Αλλαντοποιεία Πίττας Ξενοφώντος Λτδ ν. Θεοφάνους, Πολιτική Έφεση αρ. 372/2010, ημερ. 10.5.2016.
Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, η Ενάγουσα ουδόλως κατάφερε να αποσείσει το βάρος που έφερε ούτως ώστε να αποδείξει την ορθότητα των επίδικων λογαριασμών (Τεκμήρια 14 και 15). Στη βάση όλων των ανωτέρω, η απαίτηση της Ενάγουσας δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε απόρριψη.
Τα πιο πάνω, στην ουσία, σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας αγωγής.
Κατάληξη
Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή της Ενάγουσας απορρίπτεται. Επίσης, στη βάση των δηλώσεων των Εναγομένων (στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν), η ανταπαίτηση τους εναντίον της Ενάγουσας αποσύρεται και απορρίπτεται.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, με δεδομένο ότι τόσο η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων απορρίφθηκε, αλλά και δεδομένου ότι η ανταπαίτηση των τελευταίων έναντι της πρώτης αποσύρθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, κρίνω ότι η κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της.
(Υπογρ.)………………………
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι αν και οι τρεις Εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση, σε κάποιο στάδιο και δη πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο Εναγόμενος 2 επέλεξε να προωθήσει την υπεράσπισή του αυτοπροσώπως. Εξού και, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, καταχωρήθηκαν 2 αγορεύσεις, μία εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 3 και μία από πλευράς του Εναγόμενου 2.
[2] Πρόσθεση των εν λόγω ποσών ισούται με το συνολικό ποσό των €68.319,53.
[3] Οι Εναγόμενοι επικαλούνται τις πρόνοιες του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2002 (Ν. 35(Ι)/2002), ως ίσχυε κατά το δεδομένο χρόνο.
[4] Επικαλούνται οι Εναγόμενοι τις πρόνοιες του άρθρου 185 του Ν. 35(Ι)/2002, ως ίσχυε κατά το δεδομένο χρόνο.
[5] Το κατά πόσο τούτη αποτελεί εικονική σύμβαση, παραμένει ζήτημα διαφιλονικούμενο.
[6] Το κατά πόσο είτε η επίδικη Σύμβαση είτε η εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες, παραμένει ζήτημα διαφιλονικούμενο.
[7] Το κατά πόσο το εν λόγω έγγραφο αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη εννοία του Νόμου αποτελεί ζήτημα διαφιλονικούμενο.
[8] Ως τούτο ξεκάθαρα προκύπτει από τις σχετικές αναφορές του ΜΕ 1 και του ΜΕ 2 οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν.
[9] Ο οποίος αποτέλεσε τον πρώτο μάρτυρα (ΜΕ 1) από πλευράς της Ενάγουσας, ως θα διαφανεί κατωτέρω.
[10] Τούτο προκύπτει από σχετικές παραδοχές των μαρτύρων της Ενάγουσας (ΜΕ 1 και ΜΕ 2).
[11] Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.
[12] Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου.
[13] Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου.
[14] Η υπογράμμιση και ο τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου.
[15] Οι εν προκειμένω υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση.
[16] Η παρούσα υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.
[17] Στο Τεκμήριο 33 γίνεται η εξής αναφορά «[…] εσείς συμπεριλαμβάνεται ασφάλιστρα μέχρι τέλος του έτους για να υπολογίσετε το ποσό καταβολής ενώ αναφέρεστε και σε άλλα ποσά που αφορούν το γραμμάτιο […]».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο