KIRANDEEP KAUR ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αγωγή αρ.: 982/2021, 3/10/2025
print
Τίτλος:
KIRANDEEP KAUR ν. ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Αγωγή αρ.: 982/2021, 3/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ

Αγωγή αρ.: 982/2021

 

KIRANDEEP KAUR

Ενάγουσα

-και-

 

ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

Εναγόμενος

 

Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Μαυρικίου, για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ

Για την Ενάγουσα – Καθ’ ης η Αίτηση: κα Ιωαννίδου, για Γ. Στυλιανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

 

 

Ενδιάμεση Απόφαση

(στην αίτηση ημερομηνίας 18.11.2024 για εκδίκαση προδικαστικών σημείων)

 

Εισαγωγή

 

Μέσω της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα, στην ουσία, επιζητεί εναντίον του Εναγόμενου, μεταξύ άλλων, το ποσό των €2.284,04, ως οφειλόμενο για τους μισθούς που δεν της κατέβαλε ο τελευταίος καθ’ ον χρόνο αυτή ήταν εργοδοτούμενή του, ως επίσης και το ποσό των €493,03, το οποίο ο Εναγόμενος, ως εργοδότης της, όφειλε να καταβάλει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, αναφορικά με την εργοδότησή της.

 

Η πορεία της παρούσας αγωγής προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο και δεν προτίθεμαι να την παραθέσω για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αρκεί απλά να σημειώσω ότι, ενώ είχαν δοθεί οδηγίες, από το Δικαστήριο, για την καταχώρηση της γραπτής μαρτυρίας έκαστης πλευράς (δυνάμει της νέας Δ.30, εφόσον η παρούσα αγωγή εμπίπτει στις υποθέσεις «ταχείας» εκδίκασης), οι δύο πλευρές προέβησαν, προφανώς εκ παραδρομής, στην καταχώρηση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να οριστεί, ακολούθως, για ακρόαση. Στη συνέχεια, και αφού το Δικαστήριο, στις 17.10.2024 που ήταν ορισμένη η υπόθεση, επέσυρε την προσοχή των διαδίκων στο ζήτημα της προδικαστικής ένστασης που εγέρθηκε στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου αναφορικά με την δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την παρούσα διαφορά, ο Εναγόμενος – Αιτητής (στο εξής «ο Εναγόμενος») καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση. Με αυτήν, στην ουσία, επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στις παραγράφους 1 και 2 της Υπεράσπισής του. Οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις, έχουν ως εξής:

 

«1. Ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα εσφαλμένα προχώρησε με την καταχώρηση της εν λόγω Αγωγής και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος για το λόγο ότι το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και/ή η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου και εν πάση περιπτώσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν νομιμοποιείται και/ή δε δύναται και/ή δεν είναι το αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας διαδικασίας. Συνεπώς, ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση περί αρμοδιότητας δικαστηρίου επειδή το αρμόδιο δικαστήριο να εκδικάσει την εν λόγω Αγωγή είναι το Εργατικό Δικαστήριο Λευκωσίας σύμφωνα με την παρούσα σχέση Εργοδότη και Εργαζόμενου.

 

2. Ο Εναγόμενος περαιτέρω, εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αγωγή για το λόγο ότι οποιοδήποτε δικαίωμα εκπηγάζει από την πιο πάνω σχέση έχει παραγραφεί και ως εκ τούτου εγείρει προδικαστική ένσταση ενεργητικής νομιμοποίησης της ως Ενάγουσα στην παρούσα διαδικασία».

 

Η υπό κρίση Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει

 

Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.19, Δ.27 θ.θ. 1 - 4, Δ.33, Δ.48 θ.θ. 1 ‑ 4, 7 – 9 και Δ.64, στο άρθρο 19 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν. 35(Ι)/2007), στο άρθρο 12 του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/1967), στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο (Ν. 24/1967), στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012), ως επίσης και στη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Σε ό,τι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου αυτή (η Αίτηση) εδράζεται, τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Δημητριάνας Βασιλείου (στο εξής «η ομνύουσα»), η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Εν πολλοίς, η ομνύουσα αναφέρει ότι οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα και είναι δέον όπως εξεταστούν προδικαστικά, εφόσον, αν αποδειχθεί ότι τούτες ευσταθούν, τότε η παρούσα αγωγή θα είναι άνευ αντικειμένου.

 

Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει

 

Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της Ενάγουσας, στην οποία προβάλλονται συνολικά 3 λόγοι ένστασης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: (1) η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή καθυστερημένα, (2) δεν έχει παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας, και (3) οι αιτούμενες θεραπείες αντίκεινται στο συμφέρον της Ενάγουσας.

 

Την Ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του κ. Γιάγκου Στυλιανού, διευθυντή στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή (στο εξής «ο ομνύοντας»). Επί της ουσίας, σε αυτήν, ο ομνύοντας επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης της πλευράς της Ενάγουσας, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Είναι η θέση του ότι, η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και δη δύο και πλέον έτη μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, όπου για πρώτη φορά, η πλευρά του, ήγειρε τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις. Επίσης, αναφέρει ότι, η Ενάγουσα εργαζόταν στον Εναγόμενο, ως οικιακή βοηθός και νταντά, για την περίοδο από τις 2.12.2018 μέχρι τις 12.9.2019, ημερομηνία κατά την οποία διακόπηκε η συνεργασία τους. Κατά τους ισχυρισμούς του, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε ολόκληρο τον συμφωνημένο μισθό της Ενάγουσας, αλλά ούτε κατέβαλε, στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το ποσό των κοινωνικών ασφαλίσεων που όφειλε να καταβάλει αναφορικά με την εργοδότησή της, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Ως αναφέρει ο ομνύοντας, η Ενάγουσα, στις 19.9.2019, προέβη σε παράπονο, στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, το οποίο, αφότου εξέτασε το εν λόγω ζήτημα, της απέστειλε επιστολή ημερ. 17.2.2020, με την οποία της ανέφερε ότι ο Εναγόμενος της οφείλει το ποσό των €2.284,04, ως δεδουλευμένους μισθούς. Αναφέρει δε ο ομνύοντας ότι, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εφόσον το πιο πάνω ποσό, αφορά ποσό που κλήθηκε να καταβάλει ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα κατόπιν σχετικής απόφασης του αρμόδιου τμήματος (Εργασιακών Σχέσεων), το οποίο ο πρώτος (ο Εναγόμενος) αρνείται να της καταβάλει, παρά τις επιστολές που του στάληκαν από τους δικηγόρους της Ενάγουσας προς τούτο. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ο ομνύοντας ότι, οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν επιστολή στον Εναγόμενο κατά τον Δεκέμβριο του 2020, με την οποία τον ενημέρωναν αναφορικά με την απόφαση του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και τον καλούσαν να καταβάλει το εν λόγω ποσό στην Ενάγουσα. Σε ό,τι δε αφορά το ζήτημα της παραγραφής, είναι η θέση του ομνύοντα ότι, το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν έχει παραγραφεί, εφόσον η εργασιακή σχέση των διαδίκων ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2019, ενώ η απόφαση του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2020 και η σχετική ενημερωτική επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας αποστάληκε στον Εναγόμενο τον Δεκέμβριο του 2020.

 

Ακροαματική διαδικασία

 

Ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παραδώσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.

 

Σημειώνω εδώ, επίσης, ότι, πριν την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης, δηλώθηκαν από τους συνήγορους των διαδίκων, ως παραδεκτά[1], τα ακόλουθα γεγονότα, στη βάση σχετικού καταλόγου παραδεκτών γεγονότων που αυτοί ετοίμασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο στις 16.1.2025:

«1. Η Ενάγουσα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός και νταντά στον Εναγόμενο από τις 2.12.2018 μέχρι και τις 12.9.2019.

2. Ο συμφωνηθέν μισθός της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ανερχόταν στα €400 μεικτά μηνιαίως.»

 

Νομική πτυχή

 

Προτού προχωρήσω να εξετάσω την Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη νομική πτυχή που περιβάλλει τούτη.

 

Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι είναι πάγια νομολογημένο ότι θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατόν, επειδή είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του (βλ. Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικός Εισαγγελέας (1991) 1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η Έκθεση Απαίτησης (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and Others (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 729).

 

Ως προανέφερα, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στην Δ.27, θ.θ. 1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής:

 

«1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

 

2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.

 

3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.»

 

Από το λεκτικό της Δ.27, προκύπτει ότι η προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, ασκείται βάσει των αρχών που έχουν νομολογιακά τεθεί.

 

Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, στη βάση της Δ.27, καταγράφηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Papamichael v. Haholiades (1970) 1 C.L.R. 306Malachtou v. Armefti and another (1984) 1 C.L.R. 548Χαραλάμπους ν. Σόλωνος (1994) 1 ΑΑΔ 716Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1998) 1(Δ) ΑΑΔ 2046Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ (2001) 1(Α) ΑΑΔ 530Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd (2003) 1(B) ΑΑΔ 990Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2009) 1(Β) ΑΑΔ 1609).

 

Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (1992) 1 ΑΑΔ 949, κωδικοποιήθηκαν οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στη βάση της Δ.27, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

 

(α) Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται.

 

(β) Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). 

 

(γ) Η έκδοση διαταγής για εκδίκαση προδικαστικώς ενός νομικού σημείου γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. 

 

(δ) Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.

 

Όπου τα γεγονότα, ως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Δ.27, θ. 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. (1991) 1 Α.Α.Δ.229, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση θέματος βάσει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland & Co. (1914) 3 K.B. 55, Windsor Refrigerator Co. Ltd v. Branch Nominees Ltd (1961) Ch. 375Isaacs & Sons Ltd v. Cook (1925)2 K.B. 886, Anderson v. Midland Railway (1902)1 Ch. 374Papamichael v. Haholiades (1970) 1 C.L.R. 306Μalachtou v. Armefti & Another  (1984)1 C.L.R. 548). Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Δ.27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd & Another (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως». 

 

Στην υπόθεση Hambou v. Thoma (1987) 1 CLR 379, αναφέρθηκε ότι σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων σε υποθέσεις όπου η προδικαστική επίλυση νομικού σημείου μπορεί να οδηγήσει σε επίλυση της ουσίας της υπόθεσης ή ενός σημαντικού ζητήματος και, συνεπώς, να μην χρειαστεί η προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με οποιαδήποτε πραγματικά ζητήματα.

 

Επίσης, στην Malachtou v. Armefti and another (1984) 1 CLR 548, τονίστηκε, μεταξύ άλλων ότι με βάση τη Δ.27 θ.1, αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. Προκύπτει, επομένως, ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. 

 

Περαιτέρω, στην υπόθεση Κυριάκος Σάββα  v Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ.609, λέχθηκε ότι:

 

".. Όπως αναφέρθηκε στην Χ'Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1 A.A.Δ.949, διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση."

 

Παρεμβάλλω εδώ ότι, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής, δυνάμει της Δ.27 θ.3, μπορούν να αποτελέσουν, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία (βλ. Annual Practice (1958), σελ. 575).

 

Πέραν των ανωτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs Precedents of Pleadings (12η έκδοση), σελ. 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής, με κάποια πιθανότητα επιτυχίας, στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Ως προς το τι συνιστά «εύλογη αιτία αγωγής», στην υπόθεση Drummond-Jackson v. British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094, λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπόψη, αποκλειστικά και μόνο, των ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των εν λόγω ισχυρισμών, καταδεικνύει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, τότε το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί.

 

Τέλος, σε ό,τι αφορά τον χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος, στη σελ. 575 του Annual Practice (1958), αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται εγκαίρως, αν είναι δυνατό πριν την υπεράσπιση, αλλά όχι πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. επίσης Mepa Underwriting Management Limited κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1 ΑΑΔ 772.

 

Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης

 

Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές που έχει θέσει η νομολογία επί του ζητήματος, έχω εξετάσει με προσοχή τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα των διαδίκων, σε συνδυασμό πάντοτε με τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που η κάθε πλευρά προβάλλει στην αγόρευσή της, χωρίς, βεβαίως, να παραβλέπω τα όσα έχουν τεθεί στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την υπό κρίση Αίτηση όσο και την Ένσταση. Είναι στη βάση αυτών που προχωρώ να εξετάσω την παρούσα Αίτηση.

 

Επισημαίνω, κατ’ αρχάς, το εξής. Παρά το γεγονός ότι, μέσω της υπό κρίση Αίτησης το μόνο που επιζητείται είναι η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο οι εγειρόμενες στην Υπεράσπιση, προδικαστικές ενστάσεις, θα πρέπει να αποφασιστούν πριν την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς να επιζητείται οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία είτε για την απόρριψη, είτε για την αναστολή της παρούσας αγωγής (σε περίπτωση παραγραφής), είτε, ακόμη, για την παραπομπή της ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου, εντούτοις, τόσο η πλευρά του Εναγόμενου, όσο και αυτή της Ενάγουσας, επί της ουσίας, μέσω των αγορεύσεων που καταχώρησαν, αναλώθηκαν σε επιχειρηματολογία αναφορικά με την ουσία και το βάσιμο ή μη των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων. Πράγμα που καταδεικνύει, κατά την κρίση μου, ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν αμφισβητεί ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν αμιγώς νομικά ζητήματα τα οποία μπορούν να εκδικαστούν προδικαστικά, ή ότι υπάρχει το απαραίτητο παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων για να αποφασιστούν τούτα. Εν πάση δε περιπτώσει, ουδέν εκ των λόγων ένστασης που προβάλλει θέτουν εν αμφιβόλω τα πιο πάνω, ούτε και υπάρχει ένας τέτοιος ισχυρισμός στην αγόρευσή της.

 

Κρίνω, ακόμη, σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να σημειώσω το εξής. Είναι εμφανές από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, ότι τούτη εδράζεται στο σύνολο των κανονισμών της Δ.27. Παρά το ότι, τόσο στη βάση της Δ.27 θ.θ. 1 και 2, όσο και στη βάση της Δ.27 θ. 3, η αγωγή δύναται να οδηγηθεί σε απόρριψη, εντούτοις με την Δ.27 θ.θ. 1 και 2, εκείνο που σκοπείται είναι η προδικαστική εκδίκαση αμιγώς νομικού σημείου που καθορίζει ουσιωδώς την έκβαση της αγωγής ή μέρος αυτής, ενώ με την Δ.27 θ. 3, σκοπείται η διαγραφή δικογράφου για το λόγο ότι τούτο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής ή ότι είναι ενοχλητική και/ή κακόπιστη. Ως λέχθηκε από τον Έντιμο αδελφό Δικαστή κ. Παντελή στην Αγωγή αρ. 5638/15, G. Alexandrou Construction Ltd v. Ιωσήφ Γιαλλούρη κ.α. (απόφαση ημερ. 15.4.2022), το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας: «Κοινό σημείο των εν λόγω κανονισμών είναι πως και οι δυο (Δ.27 κκ 2 και 3) δύνανται να οδηγήσουν την αγωγή σε απόρριψη. Εντούτοις άλλη είναι η οδός που ακολουθεί ο κ.2 και άλλη εκείνη που ακολουθεί ο κ.3 της Δ.27. Οι δε διαφορές τους είναι τόσο ουσιαστικές όσο και δικονομικές. Για παράδειγμα. ο κ.3 της Δ.27 δεν εδράζεται σε γεγονότα, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, εξου και η αίτηση που υποβάλλεται δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και η διερεύνηση τέτοιου αιτήματος δεν εξικνείται πέραν της εξέτασης του σχετικού δικογράφου. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται πως ο κ.3 της Δ.27 εντοπίζεται στην παράγραφο (ο) του κ.9 της Δ.48, όπου παρατίθενται οι αιτήσεις που εκδίδονται δια κλήσεως αλλά δεν συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Εντούτοις δεν ισχύει το ίδιο για τον κ.2 της Δ.27, γεγονός το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αίτημα τέτοιας φύσης δεν μπορεί να υποβληθεί άνευ ενόρκου δηλώσεως»[2].

 

Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και σε ό,τι αφορά το προδικαστικό ζήτημα της κατ’ ισχυρισμόν παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας, προφανώς τούτη στηρίζεται στη Δ.27 θ.θ. 1 και 2. Εντούτοις, σε ό,τι αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, η υπό κρίση Αίτηση, προφανώς, στηρίζεται στην Δ.27 θ. 3 και δη στο ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου, εφόσον τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and Others (ανωτέρω)) και, επομένως, η διερεύνηση του εν λόγω αιτήματος δεν επεκτείνεται πέραν της εξέτασης των ισχυρισμών που προβάλλονται στο σχετικό δικόγραφο.

 

Έχοντας, συνεπώς, κατά νου όλα τα ανωτέρω και τις αρχές όπως τούτες κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Χ’’Οικονόμου (ανωτέρω), σημειώνω πως η υπό κρίση Αίτηση καθορίζει σαφώς τα νομικά σημεία που επιζητούνται να εκδικαστούν προδικαστικά, τα οποία δεν είναι άλλα από (α) ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι αρμόδιο και δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, εφόσον αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου, αλλά και (β) ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί. Σε ό,τι δε αφορά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης, σημειώνω, ότι τούτη (η Αίτηση) υποβλήθηκε μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, ενώ οι δύο πλευρές, παρά τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου προς τούτο, δεν έχουν ακόμη καταχωρήσει την γραπτή τους μαρτυρία. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση τούτης.

 

Πέραν των ανωτέρω, τα νομικά σημεία που ο Εναγόμενος εγείρει είναι σοβαρά και καταλυτικά, εφόσον αν ήθελε αποφασιστεί ότι τούτα ευσταθούν, τούτο θα είναι καθοριστικό για την τύχη της παρούσας αγωγής μεταξύ των μερών. Τα δε γεγονότα που περιβάλλουν τα εν λόγω προδικαστικά σημεία, είναι αρκούντος σαφή και δεν αμφισβητούνται για να αποφασιστούν τούτα. Εν προκειμένω, επαναλαμβάνω, δεν προκύπτει μέσω της Ένστασης που καταχωρήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας ότι αμφισβητεί ότι τα εν λόγω ζητήματα μπορούν να ακουστούν και να αποφασιστούν προδικαστικά, στη βάση του ότι δεν υπάρχει το απαραίτητο παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο γεγονότων.

 

Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορεί παρά η υπό κρίση Αίτηση να έχει επιτυχή έκβαση.

 

Με δεδομένο ότι οι δύο πλευρές, μέσω των αγορεύσεων που καταχώρησαν στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, έχουν θέσει τις εκατέρωθεν θέσεις τους ως προς την ουσία και/ή βασιμότητα των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων, θα προχωρήσω να εξετάσω τούτες και επί της ουσίας τους. Ειδικότερα δε, εφόσον το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή δύναται να εγερθεί και εξεταστεί και αυτεπάγγελτα ως ζήτημα δημόσιας τάξης που επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας (Μαργαρίτα Φραγκουλίδου v. Ζηκάκη, Πολιτική Έφεση Ε157/2018 κ.ά., ημερ. 27.5.2024).

 

Προχωρώ, επομένως, κατ’ αρχάς, να εξετάσω το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες. Πρόσφατα, στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χρίστη Χατζημιτσή κ.ά., Πολιτική Έφεση 311/2022 κ.ά., ημερ. 30.1.2025, το Εφετείο επανέλαβε την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται και οριοθετείται από την έκθεση απαίτησης και από τα όποια αποδεκτά γεγονότα.  

 

Από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, είναι εμφανές ότι, επί της ουσίας, εκείνο που επιζητεί, μέσω της παρούσας αγωγής της, είναι αφενός τους μισθούς που έπρεπε να της καταβάλει ο Εναγόμενος, καθ’ όν χρόνο ήταν εργοδοτούμενή του, ως επίσης και το ποσό που αυτός όφειλε να καταβάλει, ως εισφορά, στο ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με την εργοδότησή της και δεν κατέβαλε.

 

Σημειώνω, εδώ, ότι, δεν μου διαφεύγει η θέση της Ενάγουσας, ως τούτη προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της αγόρευσής της, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι καθ’ ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά, καθότι εκείνο που αυτή επιζητεί είναι «όπως της δοθούν τα δεδουλευμένα της όπως αυτά έχουν κριθεί και καθοριστεί από την σχετική απόφαση του Τμήματος». Εντούτοις, στη βάση των ισχυρισμών της πλευράς της, ως τούτοι προκύπτουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή της, το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ουδέποτε κάλεσε απευθείας τον Εναγόμενο να καταβάλει το εν λόγω αξιούμενο ποσό, αλλά μόνο απέστειλε επιστολή στην ίδια την Ενάγουσα ημερ. 17.2.2020 (κατόπιν του σχετικού παραπόνου της), με την οποία της ανέφερε ότι ο Εναγόμενος της όφειλε το εν λόγω ποσό και, ακολούθως, οι δικηγόροι της του γνωστοποίησαν τούτη, καλώντας τον να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Συνεπώς, επί της ουσίας, και ως τούτο προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, το ποσό των €2.284,04 αφορά «χρήματα τα οποία ο Εναγόμενος χρωστάει στην Ενάγουσα λόγω των υπηρεσιών οικιακής φροντίδας»[3] που αυτή προσέφερε σε αυτόν και την οικογένειά του. Δηλαδή, ποσό που αφορά τους μισθούς που κατ’ ισχυρισμόν δεν της καταβλήθηκαν από τον Εναγόμενο κατά το χρόνο που την εργοδοτούσε.

 

Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις, στο άρθρο 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν. 35(Ι)/2007): «"μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·».

 

Στη βάση δε του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλλει τον μισθό του εργοδοτούμενου.

 

Το δε άρθρο 19 του Ν. 35(Ι)/2007, προνοεί τα εξής:

 

«19.-(1) Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.

(2) Σε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών[4]».

 

Εν προκειμένω, έχοντας κατά νου τόσο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, βάσει των οποίων, η παρούσα διαφορά των μερών εδράζεται, ουσιαστικά, μεταξύ άλλων, στην κατ’ ισχυρισμόν μη καταβολή των μισθών της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο, είναι ξεκάθαρο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τούτην, εφόσον καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν. 35(Ι)/2007, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.

 

Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά των μερών που αφορά την διεκδίκηση από πλευράς της Ενάγουσας του ποσού της εισφοράς των κοινωνικών ασφαλίσεων (ύψους €493,03) που, κατά τους ισχυρισμούς της, όφειλε ο Εναγόμενος να καταβάλει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την περίοδο από 2.12.2018 – 31.12.2018 και την περίοδο από 1.1.2019 – 12.9.2019 (ως αναγράφεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησής της), σε σχέση με την εργοδότησή της, βάσει της σχετικής νομοθεσίας, και δεν το κατέβαλε.

 

Το άρθρο 4 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν. 59(Ι)/2010), προνοεί ότι:

 

«4. Για κάθε περίοδο εισφοράς, μέσα στην οποία ένα πρόσωπο απασχολήθηκε ως μισθωτός, υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών από το μισθωτό, τον εργοδότη του και το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, εκτός από την περίπτωση όπου οι αποδοχές του μισθωτού είναι αμελητέες: […]».

 

Το δε άρθρο 85 του πιο πάνω Ν. 59(Ι)/2010, προνοεί τα εξής:

 

85.-(1) Κάθε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά ή πρόσθετο τέλος είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400,00) ή και στις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ’ επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.

 

(2) Σε περίπτωση καταδίκης σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο εργοδότης ή ο αυτοτελώς εργαζόμενος, ανάλογα με την περίπτωση, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή στην οποία υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλει στο Ταμείο το ποσό των εισφορών ή του πρόσθετου τέλους που παρέλειψε ή αμέλησε να καταβάλει και επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 25% του εν λόγω ποσού ή σε περίπτωση δεύτερης ή κατ’ επανάληψη καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, επιπλέον ποσό που δεν υπερβαίνει το 50%, όπως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο:

 

Νοείται ότι, το ποσό του οφειλόμενου πρόσθετου τέλους υπολογίζεται κατά την ημέρα της καταδίκης.

 

(3) […[

 

(4) Κάθε ποσό που οφείλεται στο Ταμείο κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου, εισπράττεται ως χρηματική ποινή.

 

(5) […]

 

(10) Τίποτε από όσα διαλαμβάνονται στο παρόν άρθρο, δεν εμποδίζει το Διευθυντή να διεκδικεί με πολιτική αγωγή οποιοδήποτε ποσό που οφείλεται στο Ταμείο[5].

 

Από απλή ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών του Ν. 59(Ι)/2010, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η παράβαση της υποχρέωσης ενός εργοδότη να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά σε σχέση με την εργοδότηση από αυτόν οποιουδήποτε μισθωτού (ως, εν προκειμένω, ήταν η Ενάγουσα στον Εναγόμενο), συνιστά ποινικό αδίκημα, στη βάση του άρθρου 85 του Νόμου, το οποίο επισύρει, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης και/ή χρηματικού προστίμου και/ή και των δύο αυτών ποινών. Συνεπώς, αρμόδιο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά την κατ’ ισχυρισμόν μη καταβολή των εισφορών που ο Εναγόμενος όφειλε να καταβάλει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με την εργοδότηση της Ενάγουσας, για την πιο πάνω περίοδο, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, όχι υπό την αστική/ πολιτική του δικαιοδοσία, αλλά την ποινική του δικαιοδοσία, με αποτέλεσμα το παρόν Δικαστήριο να μην έχει δικαιοδοσία να αποδώσει την αιτούμενη υπό στοιχείο (Β), στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, θεραπεία. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι πουθενά στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι αυτή διεκδίκησε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, οποιαδήποτε παροχή, δυνάμει του Ν. 59(Ι)/2010, και ότι, ένεκα της κατ’ ισχυρισμόν μη καταβολής, από τον Εναγόμενο, του αξιούμενου στην παράγραφο (Β) ποσού της εισφοράς των κοινωνικών ασφαλίσεων στο σχετικό Ταμείο, αυτή απώλεσε την εν λόγω παροχή ή μέρος αυτής, ως προνοείται στο άρθρο 88[6] του Ν. 59(Ι)/2010.

 

Τέλος, παρεμφερώς και μόνο, και χωρίς τούτο να επηρεάζει την κρίση μου σε σχέση με την παρούσα Αίτηση, σημειώνω εδώ ότι, στη βάση των άρθρων 85 (10) και 87(1) του Ν. 59(Ι)/2010, το πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και/ή αγώγιμο δικαίωμα να διεκδικεί μέσω πολιτικής αγωγής το ποσό της εισφοράς των κοινωνικών ασφαλίσεων που όφειλε να καταβάλει ένας εργοδότης στο σχετικό ταμείο, είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων και όχι ο μισθωτός.

 

Δεδομένων των πιο πάνω κρίσεών μου, τυχόν εξέταση της ουσίας της προδικαστικής ένστασης ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί καθίσταται «αντινομική», σύμφωνα και με τα λεχθέντα στην απόφαση Μαρία Μιχαήλ Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2016) 1 Α.Α.Δ. 1877.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. 

 

Σε ό,τι δε αφορά την ουσία της προδικαστικής ένστασης που εγέρθηκε από πλευράς του Εναγόμενου ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, για όλους τους λόγους που λεπτομερώς εκτίθενται ανωτέρω, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τούτη.

 

Εντούτοις, σε ό,τι αφορά την αξίωση της Ενάγουσας αναφορικά με το ποσό των μισθών που κατ’ ισχυρισμόν όφειλε ο Εναγόμενος να της καταβάλει και δεν της κατέβαλε (εκ ποσού €2.284,04), βάσει του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, και εφόσον η παρούσα υπόθεση εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, διατάσσω την διακοπή της παρούσας υπόθεσης, στην έκταση που αφορά την εν λόγω αξιούμενη θεραπεία, και την παραπομπή της στο καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, και δη το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, για σκοπούς εκδίκασης.

 

Από την άλλη, σε ό,τι αφορά την αξίωση υπό στοιχείο (Β) της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας και δη το ποσό των εισφορών των κοινωνικών ασφαλίσεων που κατ’ ισχυρισμόν όφειλε ο Εναγόμενος να καταβάλει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και δεν κατέβαλε, δεδομένης της πιο πάνω κρίσης μου ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την εν λόγω διαφορά, η παρούσα αγωγή, στην εν λόγω έκταση, απορρίπτεται. Και τούτο διότι, ουδεμία πρόνοια του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, δίδει την εξουσία στο παρόν Δικαστήριο να παραπέμψει την εν λόγω διαφορά ενώπιον ποινικού αρμόδιου Δικαστηρίου, και ούτε οι συνήγοροι των διαδίκων με έχουν παραπέμψει σε ο,τιδήποτε σχετικό.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται τόσο τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όσο και της αγωγής, υπέρ του Εναγόμενου – Αιτητή και εναντίον της Ενάγουσας – Καθ’ ης η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπογρ.)………………………

Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Στην απόφαση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian κ.α.Πολιτική Έφεση 151/10, ημερ7.3.2014, λέχθηκε πως το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων για την επίλυση της επίδικης διαφοράς, θα μπορούσε να τεθεί είτε από το ίδιο το δικόγραφο, είτε να προκύπτει από αυτό ή να αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα.

[2] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.

[3] Βλέπε παράγραφο 10 του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος.

[4] Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου.

[5] Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου.

[6] Το οποίο προνοεί τα εξής: «88.-(1) Όταν εργοδότης παραλείπει ή αμελεί -

(α) να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, αναφορικά με μισθωτό που εργοδοτήθηκε από αυτόν, ή

(β) να συμμορφωθεί, σ’ ό,τι αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο, με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, που αφορούν στην καταβολή και είσπραξη εισφορών,

και, ως αποτέλεσμα, το πρόσωπο αυτό ή η σύζυγος, ο σύζυγος, η χήρα, ο χήρος ή το τέκνο του απώλεσε ολόκληρη ή μέρος της παροχής την οποία διαφορετικά θα δικαιούταν, τότε ο δικαιούχος δικαιούται να διεκδικήσει από τον εργοδότη με πολιτική αγωγή, ως συμβατικό χρέος, ποσό ίσο με την παροχή που απώλεσε ή, εάν πρόκειται για οποιαδήποτε σύνταξη ή επίδομα αγνοουμένου ή ορφανίας, το ποσό που ο Διευθυντής υπολόγισε ότι διαφορετικά θα καταβαλλόταν στο δικαιούχο.

(2) Δικαστικά μέτρα δύνανται να ληφθούν δυνάμει του παρόντος άρθρου, έστω και εάν έχει ήδη αρχίσει ποινική δίωξη δυνάμει άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου, αναφορικά με την ίδια παράλειψη ή αμέλεια.

(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις κάθε άλλου νόμου για το αντίθετο, δικαστικά μέτρα δυνάμει του παρόντος άρθρου δύνανται να ληφθούν οποτεδήποτε μέσα σ’ ένα έτος από την ημερομηνία κατά την οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα δικαιούταν την παροχή που απώλεσε, εάν δεν υπήρχε η παράλειψη ή αμέλεια του εργοδότη».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο