ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2418/2023 (i-justice)
ΜΕΤΑΞΥ:
THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
(HE 429749)
Εναγόντων
-και-
1. Γ.Β., Α.Δ.Τ. …., Οδός …….,
Λευκωσία.
2. Α.Σ.Λ.Β., Α.Δ.Τ……, Οδός …..
Λευκωσία.
Εναγόμενων
----------------------------------------------------------------
Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 22/7/2025
για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα
Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τους Ενάγοντες / Αιτητές : κα Π. Σοφοκλέους για Ηλιάδης & Κυριάκου ΔΕΠΕ
Για την Εναγόμενη 2 - Καθ’ ης η Αίτηση : κα Α. Γαβριηλίδου για Χρίστος & Αντιγόνη Κων/νου Γαβριηλίδη ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Οι Ενάγοντες ‑ Αιτητές (στο εξής οι Ενάγοντες) με το (τροποποιημένο) κλητήριο ένταλμα τους αξιώνουν εναντίον των Eναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσό €8.251,44 πλέον τόκους, δυνάμει δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό και επιπλέον ποσό €123.000,31 πλέον τόκους, δυνάμει συμφωνίας δανείου.
Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους Eναγόμενους και αυτοί καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης διά δικηγόρου στις 13/1/2025, ενώ με την υπεράσπιση που καταχώρισαν στη συνέχεια ήτοι στις 9/4/2025, προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής.
Η Επίδικη Αίτηση
Στις 22/7/2025 καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση, με την οποία οι Ενάγοντες αξιώνουν το ακόλουθο απαγορευτικό διάταγμα:
«Προσωρινό απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 κυρία Α… Σ… Λ… Β.. (Α.Δ.Τ……) και/ή στους αντιπροσώπους αυτής και/ή τους υπηρέτες της και/ή διαδόχους της και/ή τους υπαλλήλους της και/ή τους εντολοδόχους της και/ή τους συγγενείς της και/ή τα πρόσωπα που κατέχουν ως καταπιστευματοδόχοι των άνω προσώπων και/ή εκμεταλλεύονται και/ή εγγράφηκαν ως δικαιούχοι και/ή οιοδήποτε πρόσωπο αρύεται δικαιώματα από αυτούς, από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή μεταπωλήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή μειώσουν την αξία της κάτωθι ακίνητης περιουσίας και/ή υπενοικιάσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή δωρήσουν και/ή άλλως πως διαθέσουν την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της ως αυτή αναγράφεται κατωτέρω, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.:‑
Ακίνητο με Αρ. Εγγραφής: 0/[ ], Φ/ΣΧ:51/12, Τεμάχιο: [ ],
Είδος: Οικόπεδο, Μερίδιο ½ στην Τοποθεσία: Ιεροκηπιά, Γεροσκήπου Πάφος »
Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 2-7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 (όπως τροποποιήθηκε), άρθρα 2, 21, 29, 30, 31, 32, 41, 42 και 43, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-13, Δ.51 Θ.1, Δ.59 και Δ.64, στο Σύνταγμα, άρθρα 23, 26, 30 και 179, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, τις αρχές της επιείκειας και στην πρακτική και συμφυή δικαιοδοσία και εξουσίες του Δικαστηρίου.
Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ο οποίος είναι υπάλληλος της εταιρείας Themis Portfolio Management Ltd (στο εξής η Themis Portfolio), η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και διαχείρισης δανείων/πιστωτικών διευκολύνσεων με τους Ενάγοντες[1], οι τελευταίοι έχουν αναλάβει την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων/ εγγυήσεων και συναφών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων. Ως αναφέρει στη συνέχεια, η παρούσα αγωγή αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες έχουν μεταβιβαστεί στους Ενάγοντες από την Ελληνική Τράπεζα (στο εξής η Τράπεζα)[2] και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν στις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις ή και υποθήκες ή και εγγυήσεις ή και εξασφαλίσεις και οι οποίες διευκρινίζονται στην έκθεση απαίτησης, έχουν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα στους Ενάγοντες και οι τελευταίοι έχουν υποκαταστήσει την Τράπεζα και κατέστησαν δικαιούχοι ή και έχουν τα ίδια δικαιώματα ή και σειρά προετεραιότητας με την Τράπεζα σε σχέση με τις εν λόγω διευκολύνσεις. Ακολούθως δε, ο μάρτυρας αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκ της θέσης του και των καθηκόντων του και από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, καθώς και με βάση όσα πληροφορείται από τους υπόλοιπους λειτουργούς που χειρίζονται την υπόθεση αλλά και τους δικηγόρους των Εναγόντων, και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες και τη Themis Portfolio να προβεί στην ένορκη δήλωση, ως επίσης ότι συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της αγωγής.
Ο μάρτυρας στη συνέχεια δίνει λεπτομέρειες αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο 1. Πιο συγκεκριμένα, στις παραγράφους 9 μέχρι 13 της ένορκης του δήλωσης αναφέρεται στην παραχώρηση δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 22/7/2005 και στην παραχώρηση από μέρους της Eναγόμενης 2 εγγύησης δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30/7/2010, με το οποίο εγγυήθηκε αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τις υποχρεώσεις του Eναγόμενου 1. Λόγω δε υπέρβασης του εγκεκριμένου ορίου και επειδή ο Eναγόμενος 1 δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, η Τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 28/1/2020 τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και απαιτούσε τη πλήρη και τέλεια εξόφλησή του. Επίσης, με την ίδια επιστολή πληροφόρησε τον Εναγόμενο αναφορικά με το επιτόκιο που θα ίσχυε. Ο εν λόγω λογαριασμός δε, την 28/1/2020, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €8.251,44 πλέον τόκους (βλ. Τεκμήρια 1 - 3).
Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην παραχώρηση και έτερης πιστωτικής διευκόλυνσης ήτοι δανείου ύψους €123.000, δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερομηνίας 18/2/2013. Την εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση εγγυήθηκε επίσης η Eναγόμενη 2, δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18/2/2013, ενώ περαιτέρω ο Eναγόμενος 1 ως πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση υποθήκευσε ακίνητη περιουσία του με σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακίνητου ημερομηνίας 21/2/2013. Επειδή όμως και για τη συγκεκριμένη διευκόλυνση ο Eναγόμενος 1 δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, η Τράπεζα με επιστολές ημερομηνίας 5/11/2018 προς τους Eναγόμενους και σε συνέχεια προηγούμενων επιστολών της, τους καλούσαν όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσουν πλήρως τις καθυστερήσεις ή να προσκομίσουν τα απαραίτητα οικονομικά στοιχεία προκειμένου να γίνει επαναξιολόγηση της οικονομικής κατάστασής τους, ούτως ώστε να εξευρεθεί ενδεχομένως λύση. Οι Eναγόμενοι όμως δεν ανταποκρίθηκαν και ως εκ τούτου η Τράπεζα, με επιστολές της ημερομηνίας 28/1/2020 τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και απαιτούσε πλήρη και τέλεια εξόφληση, ενώ με την ίδια επιστολή πληροφορούσε τους Eναγόμενους αναφορικά με το επιτόκιο που θα ίσχυε. Ο λογαριασμός της συμφωνίας δανείου την 28/1/2020 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €123.000,31 πλέον τόκους (βλ. Τεκμήρια 4 - 7).
Ως αναφέρει δε, οι Ενάγοντες έχουν καλή και βάσιμη υπόθεση και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2 και η απαίτησή τους είναι γνήσια και αληθής σε σχέση με τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσά. Το συνολικό ποσό δε που οφείλουν οι Eναγόμενοι προς τους Ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των €142.852,28 πλέον τόκους (βλ. κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 8). Ως διευκρινίζει ο μάρτυρας, το εν λόγω υπόλοιπο προκύπτει κατόπιν εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με το μέρος VIA του Nόμου 9/1965 και πίστωσης του ποσού που εισπράχθηκε στον λογαριασμό των Eναγόμενων.
Οι Ενάγοντες μετά από έρευνά τους στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, διαπίστωσαν ότι επί της ακίνητης ιδιοκτησίας των Eναγόμενων υπάρχουν καταχωρημένα εμπράγματα βάρη από προνομιούχους και μη πιστωτές, πλην ενός ακίνητου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Eναγόμενης 2 το οποίο βρίσκεται στην Πάφο και πρόκειται για το ακίνητο για το οποίο εξαιτούνται την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Περαιτέρω, από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας (βλ. Τεκμήριο 9) προκύπτει ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου ανέρχεται στις €239.300 το όλο μερίδιο και το ½ μερίδιο που αναλογεί στην Eναγόμενη 2 ανέρχεται περίπου σε €120.000.-. Θέση του δε, είναι ότι η αξία του καλύπτει την απαίτηση των Εναγόντων και σε καμία περίπτωση δεν ζητείται δέσμευση οποιασδήποτε περιουσίας πέραν του αναγκαίου. Επίσης, αναφέρει ότι από το Τεκμήριο 9 προκύπτει ότι η Eναγόμενη 2 κατέχει επ' ονόματί της τρία ακίνητα, εκ των οποίων τα δύο φέρουν εμπράγματες εξασφαλίσεις και μόνο το ένα είναι ελεύθερο βαρών και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Eναγόμενη 2 να αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο και να μην μπορεί να ικανοποιηθεί η απόφαση που ήθελε εκδοθεί στο τέλος υπέρ των Εναγόντων. Περαιτέρω, ο Eναγόμενος 1 δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία που να είναι ελεύθερη βαρών και λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της απαίτησης η οποία δεν είναι εξασφαλισμένη αλλά και την καλή προοπτική έκδοσης απόφασης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των δύο Eναγόμενων, καθιστούν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ώστε να αποφευχθεί η παρεμπόδιση εκτέλεσης της απόφασης.
Επειδή δε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Εναγόμενη 2 να αποξενώσει το ακίνητο και επειδή η αγωγή έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, είναι επείγον να εκδοθεί το διάταγμα καθότι αν δεν εκδοθεί θα είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησης των Εναγόντων και η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της Eναγόμενης 2, αφού θα είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί και διαχειριστεί τη περιουσία της, απλά δεν θα έχει δικαίωμα αποξένωσής της μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Ό,τι άλλο αναφέρει, είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και μεγάλη πιθανότητα οι Ενάγοντες να επιτύχουν στην αγωγή τους και ως εκ τούτου, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφέστατα υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, αφού ουσιαστικά διατηρείται η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, ενώ τυχόν αποξένωση θα καταστήσει την εκτέλεση τυχόν απόφασης ενδεχομένως αδύνατη.
Τέλος, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αίτηση καταχωρίστηκε άμεσα και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο χρόνος που παρήλθε από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής αναλώθηκε σε νομική μελέτη των ζητημάτων και στη συλλογή όλων των απαραίτητων εγγράφων προς απόδειξη των ισχυρισμών των Εναγόντων. Όπως εξηγεί, οι Ενάγοντες προσπάθησαν να επικοινωνήσουν κατά τον Οκτώβριο του 2024 και Ιανουάριο του 2025 με τους Eναγόμενους για σκοπούς ενδεχόμενης διευθέτησης, αλλά παρά τις αναφορές τους για να τους δοθεί χρόνος, εντούτοις τελικά δεν ανταποκρίθηκαν. Οι Ενάγοντες δε στη συνέχεια προέβησαν στην προαναφερόμενη έρευνα στο Κτηματολόγιο (βλ. Τεκμήριο 9) και έχοντας υπόψη τη μη ανταπόκριση των Eναγόμενων και τη συλλογή όλων των σχετικών εγγράφων, προχώρησαν στη καταχώρηση της επίδικης αίτησης.
Η Ένσταση
Η Eναγόμενη 2 / Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής η Εναγόμενη 2), αντέδρασε στην αίτηση, με την καταχώρηση ένστασης. Με την ένσταση της, η Eναγόμενη 2 προβάλλει 20 λόγους ένστασης, οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι:
« 1. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή απέκρυψαν και/ή παραποίησαν ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αποφασιστικά την κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση των μονομερών προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχουν προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των πραγματικών ουσιωδών γεγονότων (uberrima fides/full and frank disclosure).
2. Οι Αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει το κατ' επείγον του αιτήματος κατά παρέκκλιση του Άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου.
3. Δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
4. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική.
5. Δεν αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου στην εξασφάλιση του προσωρινού Διατάγματος.
6. Δεν προκαλείται καμία αδικία στον ενάγοντα με την μη έκδοση του διατάγματος, αντιθέτως η αδικία προκαλείται στην εναγομένη 2.
7. Η αίτηση γίνεται κακόπιστα και με σκοπό την άσκηση πίεσης στην πλευρά των εναγομένων.
8. Ο ενάγων δεν έχει καλή υπόθεση, ούτε αιτία αγωγής, δεν αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα επιτυχίας και δεν υπάρχει επείγον ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον της εναγομένης και/ή δεν τηρούνται οι υπό του Νόμου προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων.
9. Ο Ενάγων παρουσίασε ελλιπείς αναληθείς και/ή παραπλανητικούς και/ή αβάσιμους και/ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς για να επιτύχει την έκδοση των διαταγμάτων.
10. Αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα έχουν δραστικές συνέπειες και θα είναι καταστροφικά θα προξενήσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην εναγόμενη 2.
11. Ο παράγοντας δυσπραγίας (hardship) με την έκδοση των διαταγμάτων θα λειτουργήσει καταλυτικά εις βάρος της εναγομένης 1.
12. Τα αιτούμενα διατάγματα ζητούν να δεσμευτεί περιουσία της εναγομένης 1/καθ' ης η Αίτηση η οποία είναι μεγαλύτερη της αξίωσης του ενάγοντα/Αιτητή.
13. Ο Ενάγων δεν προσκόμισε μαρτυρία ως προς την αξία των κτημάτων επί των οποίων ζητά τα αιτούμενα διατάγματα.
14. Δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, καθ' ότι, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά μαρτυρία από πλευράς Αιτητών που να δεικνύει ότι οι Καθ' ών η αίτηση δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσει[3] μια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον τους και/ή ότι τυγχάνουν αφερέγγυοι, και ότι οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε αντίθεση με την ζημιά που υφίσταται ο καθ’ ού η αίτηση σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων.
15. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών όπως προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν είναι αποδεκτοί ή και παραδεκτοί.
16. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
17. Το ισοζύγιο ή πλάστιγγα ευχέρειας συνηγορεί στην μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
18. Η αίτηση των Αιτητών δεν αποκαλύπτει και/ή δεν καταδεικνύει με την οποιαδήποτε και/ή επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτούς και/ή ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
19. Η αίτηση των Αιτητών και/ή η Αιτήτρια εμφανίζεται στο Δικαστήριο με κακήν πίστη (mala fide) και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή παρακινείται από κακία (motivated by malice) με απώτερο σκοπό να πλήξει και/ή καταστρατηγήσει τα συμφέροντα των καθών η αίτηση.
20. Η αίτηση παραβιάζει τα Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της Καθ’ ου[4] η Αίτηση ήτοι την ειρηνική απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας της. »
Η Ένσταση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) άρθρα 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60) άρθρα 29 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1-13, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 17, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983 (Ν.23/1983), τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στη Νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτικές του Δικαστηρίου.
Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Eναγόμενου 1 ο οποίος είναι σύζυγος της Eναγόμενης 2 και ως αναφέρει είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την τελευταία να προβεί στην ένορκη δήλωση, ενώ έχει προσωπική γνώση των γεγονότων εκτός όπου αναφέρεται σε διαφορετική πηγή πληροφόρησής του. Όσον αφορά τις πρώτες έξι παραγράφους της ένορκης δήλωσης του Παπαλαμπριανού, όπου ο τελευταίος αναφέρεται ουσιαστικά στην υποκατάσταση της Τράπεζας από τους Ενάγοντες και στη γνώση του για τα γεγονότα, ο Eναγόμενος 1 προβαίνει σε άρνησή τους, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει προσωπική γνώση των όσων αναφέρει και ουδέποτε ήταν παρών και ή εργάζετο στο τραπεζικό ίδρυμα με το οποίο συνομολογήθηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις.
Ως προς τις πιστωτικές διευκολύνσεις δε αυτές καθ’ εαυτές, προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι άπτονται κακοπιστίας από μέρους των Εναγόντων, έτσι ώστε να φορτώσουν τους λογαριασμούς με υπερβολικούς και παράνομους τόκους, με σκοπό να καταστήσουν τα επίδικα δάνεια μη βιώσιμα και να επιτύχουν την αύξηση του υπολοίπου, μη γνωστοποίηση από την τράπεζα των καθυστερήσεων και επιπλέον τόκων υπερημερίας και εν γένει παράνομες χρεώσεις από μέρους των Εναγόντων. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν οι Ενάγοντες αποδείξουν ότι έγινε σωστός τερματισμός, οι Ενάγοντες κακόβουλα και με σκοπό την υπερχρέωση των λογαριασμών καθυστέρησαν τoν τερματισμό για 10 και πλέον χρόνια και είναι ισχυρισμός τους ότι υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση με αποτέλεσμα να εμποδίζονται και/ή να έχουν παραιτηθεί και/ή εγκαταλείψει οποιοδήποτε δικαίωμα τους, εάν είχαν τέτοιο, ενώ προβάλλει και διάφορους άλλους ισχυρισμούς για παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους των Εναγόντων.
Ειδικά δε για τον τρεχούμενο λογαριασμό, αναφέρει ότι αρχικά είχε εγκριθεί το ποσό των €3.417 και το ισχυριζόμενο υπόλοιπο στις 28/1/2020 ήταν €8.251 ενώ την 1/1/2025 - 30/6/2025 ήταν €12.701 (βλ. Τεκμήριο 8 της αίτησης), κάτι που επιβεβαιώνει την παρανομία και τους αλόγιστους παράνομους και καταχρηστικούς ανατοκισμούς και τόκους που οι Ενάγοντες κακόπιστα φόρτωσαν τον λογαριασμό των Eναγόμενων. Σε ό,τι αφορά δε τον λογαριασμό δανείου, αναφέρει ότι αρχικά είχε εγκριθεί ποσό €123.000, το υπόλοιπο στις 28/1/2020 ήταν €123.000,31 και την 1/1/2025 - 30/6/2025 ήταν ύψους €130.150,44 (βλ. Τεκμήριο 8 της αίτησης), ενώ κατά τα λεγόμενα του ομνύοντα, το ενυπόθηκο ακίνητο έχει πωληθεί διά δημόσιου πλειστηριασμού. Επί τούτου δε, αναφέρει ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί λεπτομέρειες αναφορικά με την πώληση του ακίνητου και συγκεκριμένα η τιμή πώλησης, καθώς και πότε έλαβε χώρα η πώληση, ενώ από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 8 προκύπτει ότι τα υπόλοιπα των δύο επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων έχουν αυξηθεί δραματικά αντί να μειωθούν λόγω της αναφερόμενης πώλησης.
Στη συνέχεια δε, εκφράζει τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ή απέκρυψαν και ή παραποιήσαν ουσιώδη γεγονότα, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αποφασιστικά τη κρίση του Δικαστηρίου στην έκδοση των διαταγμάτων. Αναφέροντας δε ότι σύμφωνα με τη παράγραφο 21 της έκθεσης απαίτησης η σύμβαση υποθήκης ήταν για ποσό €93.900, ισχυρίζεται ότι η απόκρυψη των λεπτομερειών της πώλησης, σε συνδυασμό με την εικόνα των χρεωστικών υπολοίπων των επίδικων δανείων κατά την έγερση της αγωγής σε σύγκριση με τη καταχώριση της παρούσας αίτησης, έγινε με κακοπιστία και ή παρακινείται από κακία με απώτερο σκοπό να πλήξει και να καταστρατηγήσει τα συμφέροντα των Eναγόμενων.
Ό,τι άλλο αναφέρει είναι ότι η έρευνα της ακίνητης ιδιοκτησίας της Eναγόμενης 2 έγινε κακόπιστα και με σκοπό τον εκβιασμό της για να υποκύψει στις παράλογες απαιτήσεις των Εναγόντων, ότι η αξία του ακινήτου που αναγράφεται στο πιστοποιητικό έρευνας είναι ενδεικτική και κατά το έτος 2025 ήταν πολύ μεγαλύτερη, καθώς και ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είναι οικογενειακή περιουσία, με το υπόλοιπο ½ να ανήκει στην αδερφή της και επομένως οι ισχυρισμοί για αποξένωση είναι ατεκμηρίωτοι. Όπως επίσης ατεκμηρίωτος και αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του ομνύοντα ότι οι Eναγόμενοι δεν είναι φερέγγυοι, αφού ο ίδιος είναι εργολάβος και λαμβάνει μηνιαίο μισθό €2.000, ενώ η Eναγόμενη 2 είναι κυβερνητική ιατρός με μηνιαίο μισθό €6.671. Με αυτά υπόψη, είναι η θέση του ότι οι ισχυρισμοί περί αφερεγγυότητάς τους εγείρονται μόνο για να δημιουργήσουν εντυπώσεις και να επηρεάσουν το Δικαστήριο με δόλιο τρόπο.
Τέλος, αποτελεί θέση του ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, καθότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία που να δεικνύει ότι δεν θα μπορούν να ικανοποιήσουν μία ενδεχόμενη απόφαση εναντίον τους ή και ότι είναι αφερέγγυοι και ότι οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, σε αντίθεση με τη ζημιά που θα υποστεί η Eναγόμενη 2 από την έκδοση των διαταγμάτων. Αποτελεί δε θέση του ότι δεν πληρούται το στοιχείο του κατεπειγόντως αλλά και ότι ακόμα και αν η Eναγόμενη 2 αμελήσει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για το χρέος που ίσως επιδικασθεί εναντίον της, οι Ενάγοντες θα δύνανται να αιτηθούν καταβολή μηνιαίων δόσεων με αποκοπή από τον μισθό της, ενώ ακόμα και σε περίπτωση αποξένωσης του ακινήτου ενώ η παρούσα αγωγή βρίσκεται σε εξέλιξη, υπάρχει διαδικασία και οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να προχωρήσουν και να αιτηθούν ακύρωση της μεταβίβασης ως δόλιας, επομένως καμία ζημιά δεν πρόκειται να υποστούν.
Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις
Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60
Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60[5], είναι οι ακόλουθες:
(α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.
(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others (1982) 1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου (2003) 1 ΑΑΔ 741).
Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos ανωτέρω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd (2005) 1 ΑΑΔ 1235).
Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω).
Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013).
Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά. (1995) 1 AAΔ 248).
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (2001) 1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co. (1997) 1 AΑΔ 1799).
Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 5, Κεφ. 6
Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60, η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6[6].
Σύμφωνα με το Άρθρο 5(1) του Κεφ.6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του, όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α. (1994) 1 ΑΑΔ 692 σελ. 701).
Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του Κεφ.6, στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται (Lakatamitis v. Theodorou (1983) 1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231).
Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του Κεφ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγραφο 2 του άρθρου και είναι τα εξής:
(i) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής.
(ii) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του.
Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής, στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του Κεφ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος.
Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρούται με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ.6, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία (Λεωνίκ) Λτδ (2001) 1(Β) ΑΑΔ 785 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ, κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.α. (2006) 1Α ΑΑΔ 280).
Ο ενάγων δεν έχει την υποχρέωση προσαγωγής μαρτυρίας για πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί, ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ανωτέρω). Εκείνο το οποίο απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Τσιολάκη πιο πάνω και Φετοκάκη ν. Χριστοφή (2006) 1 ΑΑΔ 800).
Στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1759, υποδείχθηκε ότι δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ. Σημειώθηκε ότι «πρόκειται … για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους».
Εξέταση της Αίτησης
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6, διαπιστώνω τα ακόλουθα:
(α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση
Οι Ενάγοντες, με την έκθεση απαίτησης τους και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, έχουν καταδείξει καλή αιτία αγωγής. Αξιώνουν από τον Εναγόμενο 1 οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει συμφωνιών δανείου ή και παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε δυνάμει σχετικών εγγυητηρίων εγγράφων. Στο στάδιο αυτό αρκεί μόνο να καταδειχθεί ότι υφίσταται καλή αιτία αγωγής και επομένως κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
(β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχουν παραθέσει, οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Επισημαίνεται εδώ, ότι οι Ενάγοντες έχουν παρουσιάσει όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες δανείου και τις συμβάσεις εγγύησης αλλά και καταστάσεις λογαριασμού από τις οποίες προκύπτουν τα χρεωστικά υπόλοιπα που αξιώνουν. Το σημερινό υπόλοιπο δε των Εναγόμενων, κατόπιν πίστωσης και του ποσού που εισπράχθηκε από την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου του Εναγόμενου 1, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €142.852,28.- πλέον τόκους και έξοδα.
Έχει σημασία δε να αναφερθεί ότι οι Eναγόμενοι, παρά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν, εντούτοις δεν αρνούνται τη συνομολόγηση των πιο πάνω συμφωνιών. Ως προς τους ισχυρισμούς τους, δε, περί κακοπιστίας και παράνομων και ή καταχρηστικών ενεργειών από μέρους των Εναγόντων αλλά και για παράνομες χρεώσεις, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι ούτως ή άλλως δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία και σε αυτό το στάδιο αποτελούν γενικούς ισχυρισμούς. Σε κάθε περίπτωση, κατά την κρίση μου δεν πρόκειται για ισχυρισμούς ικανούς σε αυτό το στάδιο να διαφοροποιήσουν τη διαπίστωση του Δικαστηρίου περί ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτό, όμως, παρατηρώ ότι είναι κάτι που αποδέχονται και οι ίδιοι οι Eναγόμενοι, μέσω των συνηγόρων τους. Πιο συγκεκριμένα, οι συνήγοροι των Eναγόμενων στην γραπτή τους αγόρευση αναφέρουν ότι οι Eναγόμενοι έχουν μεν καλή υπεράσπιση, αλλά οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 είναι αποδεχτό ότι πληρούνται σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται και λαμβάνονται υπόψη σε αυτού τους είδους τις αιτήσεις.
Επαναλαμβάνω ότι, στο παρόν στάδιο, οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να παραθέσουν στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Εδώ αποδεικνύεται, ως αναφέρθηκε ήδη, πως υπάρχει τέτοια προοπτική.
(γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά.
Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, πρέπει να εξεταστεί σε συσχετισμό με το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Όπως ανέφερα ανωτέρω, δεν πρέπει να δεσμεύεται περισσότερη ιδιοκτησία απ’ όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκής να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής και κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με την Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 9), η τελευταία είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια τριών ακινήτων, ήτοι:
(α) Ενός διαμερίσματος στη Λευκωσία, η αξία του οποίου την 1/1/2021, με βάση τη γενική εκτίμηση του Κτηματολογίου, ανερχόταν στο ποσό των €71.900. Tο εν λόγω ακίνητο είναι υποθηκευμένο στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ για το ποσό των €97.400.
(β) ½ μεριδίου ενός οικοπέδου στη Λευκωσία, η αξία του οποίου την 1/1/2021, με βάση τη γενική εκτίμηση του Κτηματολογίου, ανερχόταν στο ποσό των €515.000. Tο εν λόγω ακίνητο είναι υποθηκευμένο στην Ελληνική Τράπεζα για το ποσό των €221.000.
(γ) ½ μεριδίου ενός οικοπέδου στην Πάφο, η αξία του οποίου την 1/1/2021, με βάση τη γενική εκτίμηση του Κτηματολογίου, ανερχόταν στο ποσό των €239.300 (του όλου μεριδίου). Συνεπώς, η αξία του ½ μεριδίου που ανήκει στην Εναγόμενη 2, ανερχόταν κατά την εν λόγω ημερομηνία σε €119.650. Πρόκειται για το ακίνητο, του οποίου επιδιώκουν τη δέσμευση οι Ενάγοντες με την επίδικη αίτηση τους και το οποίο πράγματι φαίνεται πως είναι ελεύθερο βαρών.
Ως προς την αξία του επίδικου ακινήτου, δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μου η θέση του Εναγόμενου 1 ότι «εξ όσον[7] καλύτερα γνωρίζω οι τιμές της αξίας τους[8] ακινήτου που αναγράφονται στο πιστοποιητικό έρευνας ως Τεκμήριο 9 είναι ενδεικτικές και προς τούτοις αναφέρω ότι επι έτος 2025 η αξία του είναι πολύ μεγαλύτερη και αντίστοιχα το χρέος εάν υπάρχει πολύ χαμηλότερο.» Πέραν όμως του ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είναι ειδικός για να μπορεί να εκφέρει γνώμη σε ό,τι αφορά την αξία ακινήτων, επισημαίνω ότι δεν έχει παρουσιάσει ούτε κάποια έκθεση εκτίμησης ή άλλη σχετική μαρτυρία και ως εκ τούτου, η εν λόγω θέση του κρίνεται γενική και δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να γίνει αποδεκτή.
Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, σημειώνω ότι με βάση το σχετικό πιστοποιητικό που τον αφορά και το οποίο αποτελεί μέρος του εν λόγω Τεκμηρίου 9, προκύπτει ότι είναι ιδιοκτήτης ακινήτων, επί των οποίων υπάρχουν καταχωρημένα εμπράγματα βάρη.
Σε αυτό το στάδιο λοιπόν, έχοντας κατά νου το χρεωστικό υπόλοιπο των δύο λογαριασμών δανείων (€142.852,28.- πλέον τόκους και έξοδα) και την αξία του μεριδίου της Εναγόμενης 2 στο ακίνητο, αποτελεί συμπέρασμα μου ότι με τη δέσμευση του επίδικου ακινήτου όχι μόνον δεν θα δεσμευτεί περιουσία δυσανάλογα μεγαλύτερη της απαίτησης, αλλά αντίθετα προκύπτει ότι η εν λόγω περιουσία δεν μπορεί να καλύψει την απαίτηση.
Ως προς το ζήτημα της φερεγγυότητας των Εναγόμενων, επισημαίνεται ότι αυτό δεν απαντάται βεβαίως με μια απλή αναφορά του Εναγόμενου 1 στα εισοδήματα των Εναγόμενων και στο ότι θα μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκοπής απολαβών σε σχέση με την Εναγόμενη 2, η οποία είναι κυβερνητική ιατρός. Για να πείσει ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο πλήρη στοιχεία και να δώσει ολοκληρωμένη εικόνα και για τις εν γένει υποχρεώσεις των Εναγόμενων, κάτι που βεβαίως παρέλειψε να κάνει. Αντίθετα, ο τελευταίος δεν έχει δώσει καμία εξήγηση για τις, ομολογουμένως, αυξημένες υποχρεώσεις των Εναγόμενων όπως προκύπτουν και από το Τεκμήριο 9 και δη τα εμπράγματα βάρη που βαρύνουν τα ακίνητα τους, αλλά ούτε για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου σε σχέση με ένα εκ των δανείων της παρούσας δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Συνεπώς, το Δικαστήριο ελλείψει μαρτυρίας και συγκεκριμένων στοιχείων δεν μπορεί βεβαίως σε αυτό το στάδιο να καταλήξει ότι οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και μάλιστα σε βαθμό που να είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση εναντίον τους μελλοντικά όταν, αντίθετα, όλα δείχνουν εκ πρώτης ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Υπό το φως των ανωτέρω, σημειώνω ότι με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι δεν με έχουν πείσει για το ότι θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων, η θέση των εναγόντων περί οικονομικής αδυναμίας τους να ικανοποιήσουν τέτοια απόφαση παρέμεινε αναντίλεκτη. Θεωρώ, συνεπώς, έχοντας όλα τα δεδομένα ενώπιον μου ότι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων, εάν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί το ακίνητο, είναι ορατός.
Καταλήγω, λοιπόν, ότι θα πρέπει να δεσμευτεί η επίδικη ακίνητη περιουσία προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ των Εναγόντων θα ικανοποιηθεί, εάν μπορεί βεβαίως να λεχθεί αυτό ενόψει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ως προς τη θέση δε του Εναγόμενου 1 περί ζημιάς της Εναγόμενης 2 σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, κρίνεται γενική και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να διαφοροποιήσει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και ως προς τις αναφορές των συνηγόρων της Εναγόμενης 2 στην αγόρευση τους περί παραβίασης δικαιωμάτων ή πρόκλησης αδικίας.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6.
Συνεπώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι πληρούνται οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 καθώς και οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το Δικαστήριο αφού ικανοποιηθεί για την συνύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, εξετάζει ακολούθως κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα ή να διατηρηθεί σε ισχύ το ήδη εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα, με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας προβληματιστεί, καταλήγω ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ των Εναγόντων για λόγους που σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση ανωτέρω.
Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης, κατ’ αρχάς σημειώνω πως ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος τους έχει απαντηθεί μέσα από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Αναφορικά με τους λόγους που δεν απαντήθηκαν, αναφέρω τα εξής.
(α) i. Αποτελεί θέση της Εναγόμενης 2, ότι οι Ενάγοντες δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ή απέκρυψαν και ή παραποίησαν ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου και ή δεν έχουν προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη των γεγονότων. Ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, το έναυσμα για την προβολή της εν λόγω θέσης έδωσε η μη παροχή λεπτομερειών από τον ενόρκως δηλούντα στην αίτηση αναφορικά με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Τούτο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, εάν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι η υποθήκη ήταν για ποσό €93.900.- αλλά και η εικόνα των χρεωστικών υπολοίπων κατά την έγερση της αγωγής σε σύγκριση με την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, οδηγεί στο ότι η παρούσα αίτηση έγινε με κακή πίστη και παρακινείται από κακία για να πλήξει και ή καταστρατηγήσει τα συμφέροντα των Εναγόμενων. Και καταλήγει να λέει ότι αρνείται το ισχυριζόμενο υπόλοιπο. Σχετικά με τα πιο πάνω, είναι βεβαίως και όσα αναφέρουν οι συνήγοροι των Εναγόμενων στις σελίδες 5-7 της αγόρευσης τους.
ii. Επί τούτων, κατ’ αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η υποθήκη ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αφορούσε το ποσό των €93.900.- πλέον σταθερό επιτόκιο 13% από 21/2/2013, πλέον έξοδα και όχι απλά ποσό €93.900.-. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και ανέφεραν πως το ποσό που εισπράχθηκε πιστώθηκε στο λογαριασμό των Εναγόμενων, με αποτέλεσμα το σημερινό υπόλοιπο να ανέρχεται στο ποσό που έχει αναφερθεί ήτοι €142.852,28.-. Ως προς το σημερινό υπόλοιπο, σχετικό βεβαίως είναι το Τεκμήριο 8 που έχει παρουσιαστεί. Σημειωτέον ότι ο Παπαλαμπριανού δεν αντεξετάστηκε ως προς τα όσα ανέφερε περί εκποίησης της υποθήκης και πίστωσης του λογαριασμού των Εναγόμενων, ενώ υπενθυμίζεται και ότι το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας δεν είναι επιτρεπτό να προβεί σε αντιπαραβολή της εκατέρωθεν μαρτυρίας και να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση της.
iii. Έχοντας αυτά υπόψη, θεωρώ πως δεν έχει καταδειχθεί από μέρους της Εναγόμενης 2 ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή ότι εν γένει συμπεριφέρθηκαν κατά τον τρόπο που έχει περιγράψει ο Εναγόμενος 1 και συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί.
(β) Ούτε όμως θεωρώ πως έχει προσκομιστεί οιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχεία από μέρους της Εναγόμενης 2, που να καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες εν προκειμένω ενήργησαν κακόπιστα και με σκοπό να της ασκήσουν πίεση. Αντίθετα, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες με βάση τα στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους και όπως διαμορφώθηκε η εικόνα με τα χρεστικά υπόλοιπα των Εναγόμενων μετά και την εκποίηση της υποθήκης, αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για να ζητήσουν την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με συγκεκριμένο ακίνητο της Εναγόμενης 2, όπως είχαν δικαίωμα να πράξουν.
(γ) Ως προς το λόγο ένστασης που αφορά τη μη ύπαρξη του κατεπείγοντος, επισημαίνεται βεβαίως ότι το διάταγμα δεν έχει εκδοθεί μονομερώς επειδή κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο αυτό. Εν πάση περιπτώσει, από την αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόμενων προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης έχει εγκαταλειφθεί και ορθά.
(δ) Παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι με την ένσταση τους δεν ισχυρίζονται καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, οι συνήγοροι τους στην αγόρευση τους αναφέρουν ότι θα πρέπει το ζήτημα της καθυστέρησης να συνυπολογιστεί στο πλαίσιο της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, παρόλο που την ίδια στιγμή αναγνωρίζουν ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν παρατηρείται καθυστέρηση «καταλυτική, ως προς την έκβαση της παρούσας Αίτησης». Επί τούτου, θα πρέπει κατ’ αρχάς να σημειωθεί ότι από τη στιγμή που δεν αποτελεί λόγο ένστασης το ζήτημα της καθυστέρησης, η θέση τους δεν μπορεί να εξεταστεί. Ανεξάρτητα τούτου όμως, επιγραμματικά αναφέρω πως κατά την κρίση μου οι Ενάγοντες έχουν δώσει επαρκείς εξηγήσεις ως προς την καταχώρηση της αίτησης στο χρονικό σημείο που τούτο έγινε (βλ. παρ.38 και 39 της ένορκης δήλωσης του Παπαλαμπριανού) και σε κάθε περίπτωση δεν παρατηρείται οποιαδήποτε μοιραία για την αίτηση καθυστέρηση.
Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ εξετάζοντας το θέμα της καθυστέρησης και υπό το φως του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Bacardi ανωτέρω), όπως είναι δηλαδή η εισήγηση της Εναγόμενης 2, ότι σίγουρα δεν παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση καθυστέρηση που να ανατρέπει το ισοζύγιο προς όφελος της.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο βρίσκει ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και απορρίπτονται.
Κατάληξη
Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης.
Το αιτητικό Β[9], απορρίπτεται.
Τα έξοδα της αίτησης εκ €2.200.- συμπεριλαμβανομένων ΦΠΑ και πραγματικών εξόδων, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων/Αιτητών και σε βάρος της Εναγόμενης 2/Καθ’ ης η αίτηση.
(Υπ.) ….…………………………….
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Προηγούμενη ονομασία, ήτοι μέχρι 9/2/2023, Kohira Holdings Ltd.
[2] «..κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169 (Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί ή/και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού και Αναδιοργάνωσης μεταξύ της Τράπεζας και της Ενάγουσας το οποίο επικυρώθηκε στις 07/02/2023 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στη βάση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης αρ. 64/2023 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 22/02/2023 ή/και η Ενάγουσα έχει αντικαταστήσει ή/και υποκαταστήσει την Τράπεζα, μεταξύ άλλων, στα δικαιώματά της που απορρέουν από τις κατωτέρω περιγραφόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις, καθώς και από τις συναφείς με αυτές εγγυήσεις, ενυπόθηκες εγγυήσεις ή/και υποθήκες ή/και οποιοσδήποτε άλλης μορφής εξασφαλίσεις ως καθορίζονται από τον προαναφερθέν Νόμο. Σχετική δημοσίευση δυνάμει των προνοιών του Νόμου έγινε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 10/06/2022 και αριθμό 5370.»
[3] Sic.
[4] Sic.
[5] «32.-(1) Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.»
[6] «5.-(1) Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2) Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3) Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.»
[7] Sic.
[8] Sic.
[9] Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρήσει δίκαιη και πρέπουσα υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο