ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Διαχείρισης: 329/2003
Αναφορικά με τον Κώστα Χαραλάμπους Ζαού (Α.Δ.Τ.[ ]),
τέως εκ [ ] 24, Τσέρι
Αποβιώσαντα
----------------------------------------------------------
Αίτηση ημερ. 19/6/2024 –
Εξέταση ζητήματος δικαιοδοσίας εκδίκασης της αίτησης
Ημερομηνία: 26/2/2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κ. Σ. Δράκος για Σωτήρης Δράκος ΔΕΠΕ (για ν’ ακούσει την απόφαση ο κ. Μ. Γεωργίου).
Για την Καθ’ης η αίτηση 1/Διαχειρίστρια (Χρυσή Κώστα Χαραλάμπους): κ. Α. Αθανασόπουλος για Σταύρο Σταυρινίδη ΔΕΠΕ.
Για Καθ’ου η αίτηση 2 (Ανδρόνικο Ζαού): εμφανίζεται αυτοπροσώπως.
Για την Καθ’ ης η αίτηση 3 (Μαρία Κώστα Χαραλάμπους): κ. Κ. Μήτας για Ανδρέας Μενελάου ΔΕΠΕ (για ν’ ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Αλεξάνδρου).
Διαχειρίστρια παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Η ετοιμασία των τελικών λογαριασμών από τη Διαχειρίστρια το 2019 δεν σήμανε την ολοκλήρωση της διαχείρισης, καθόσον ορισμένοι εκ των κληρονόμων εξέφρασαν τη διαφωνία τους με το περιεχόμενο τους, δεν υπέγραψαν τις σχετικές συγκαταθέσεις και δεν συναίνεσαν στο κλείσιμο της.
Ένας εκ των κληρονόμων δε και συγκεκριμένα ο Χαράλαμπος Κώστα Ζαού (στο εξής ο Αιτητής) πολύ αργότερα και συγκεκριμένα στις 19/6/2024, καταχώρησε την επίδικη αίτηση. Στην εν λόγω αίτηση η Καθ’ης η αίτηση 1/Διαχειρίστρια (στο εξής η Διαχειρίστρια ή η Καθ’ης η αίτηση 1), ο Καθ’ου η αίτηση 2 και η Καθ’ης η αίτηση 3, αντέδρασαν καταχωρώντας ενστάσεις. Ακολούθησε αίτηση του Αιτητή ημερ.22/10/2025 προς αντεξέταση των Καθ’ων η αίτηση 1 και 3 αναφορικά με τους ισχυρισμούς τους στις ένορκες δηλωσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις τους (στο εξής η αίτηση αντεξέτασης), η οποία προχώρησε σε ακρόαση. Πιο συγκεκριμένα, αφού προηγουμένως καταχωρίστηκαν ενστάσεις, οι συνήγοροι προέβησαν σε αγορεύσεις και το Δικαστήριο επεφύλαξε την απόφαση του.
Κατά τη μελέτη όμως της αίτησης αντεξέτασης και κατά τη συγγραφή της απόφασης του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι στην ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση 3 στην αίτηση αντεξέτασης, καθώς και στην αγόρευση του συνηγόρου της, εγείρεται ζήτημα έναρξης της διαδικασίας από τον Αιτητή με εσφαλμένο δικονομικό μέσο, το οποίο, κατά τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση 3, οδηγεί σε ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον δεν πρόκειται περί απλής, θεραπεύσιμης παρατυπίας. Ενόψει τούτου δε, το Δικαστήριο κάλεσε όλες τις πλευρές στις 11/2/2026 και ανέφερε τα εξής:
« Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της απόφασης αναφορικά με την αίτηση αντεξέτασης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι πρόκειται για ζήτημα το οποίο άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και της δυνατότητας του να εξετάσει την κυρίως αίτηση ημερ.19/6/2024.
Υπό τις περιστάσεις και λαμβανομένης υπόψη της φύσης του ζητήματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ενδείκνυται η εξέταση του εν λόγω ζητήματος στο πλαίσιο της απόφασης στην αίτηση για αντεξέταση, χωρίς μάλιστα προηγουμένως να έχει τοποθετηθεί με σαφήνεια επί τούτου η πλευρά του αιτητή. Από την άλλη όμως, πρόκειται ομολογουμένως για σοβαρό ζήτημα και η νομολογία στην οποία παραπέμπει η πλευρά της καθ’ης η αίτηση 3, σε αυτό το στάδιο τουλάχιστον, το καθιστά συζητήσιμο.
Με αυτά υπόψη, καταλήγω ότι το πιο πάνω ζήτημα θα πρέπει να εκδικαστεί προδικαστικά, πριν αποφανθώ επί της αίτησης για αντεξέταση. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα τούτου, θεωρώ ότι προδικαστικά θα πρέπει να εξεταστεί και ο δεύτερος λόγος της ένστασης της Καθ’ης η αίτηση 3 στην αίτηση ημερ. 19/6/2024 και ειδικότερα ότι τα θέματα που εγείρονται μπορούν να επιλυθούν μόνον με αγωγή και όχι με αίτηση, εφόσον η μελέτη της νομολογίας που έχει αναφερθεί αλλά και άλλης σχετικής που εντόπισε το Δικαστήριο κατά την έρευνα του, αγγίζει ουσιαστικά και το συγκεκριμένο θέμα.
Ανάλογα με την απόφαση του Δικαστηρίου επί των ανωτέρω ζητημάτων, θα αποφασιστεί βεβαίως και η περαιτέρω πορεία της αίτησης αντεξέτασης, η οποία είτε θα πρέπει να απορριφθεί είτε να εξεταστεί επί της ουσίας της. »
Ως εκ των ανωτέρω το Δικαστήριο την αμέσως επόμενη μέρα ήτοι στις 12/2/2026, άκουσε τους συνηγόρους αναφορικά με τα ζητήματα που αποφασίστηκε να εξεταστούν προδικαστικά. Στις αγορεύσεις των πλευρών θα γίνει αναφορά κατωτέρω.
Η Αίτηση ημερ. 19/6/2024
Κατόπιν απόσυρσης των αιτητικών Β και Δ της αίτησης[1] στις 12/2/2026, ο Αιτητής εξαιτείται πλέον τα εξής:
« Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ορίζει τον Λούκα Παπαλλή, Ελεγκτή / Λογιστή και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε κρίνει υπό τις περιστάσεις ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο, ως αρμόδιο πρόσωπο για να εξετάσει τους ήδη κατατεθέντες λογαριασμούς (ενδιάμεσους και/ή τελικούς) και/ή όλους τους κατοπινούς λογαριασμούς έως την αποπεράτωση της ως ανω υπ’ αριθμόν και τίτλο διαχείρισης και/ή όλες τις δοσοληψίες, πληρωμές και/ή εισπράξεις και/ή διανομές που έγιναν σε σχέση με την ως άνω διαχείριση αν έγιναν σύμφωνα με τον νόμο και/ή εντός του πλαισίου του νόμου και/ή σύμφωνα με τα ίσα δικαιώματα των κληρονόμων και/ή σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία.
…
Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την ακύρωση όλων των μεταβιβάσεων που έγιναν κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ των κληρονόμων και/ή της επιθυμίας των αποβιωσάντων γονέων τους και/ή η διανομή με οποιοδήποτε τρόπο ει δοθεί είναι άδικη για μέρος των κληρονόμων και για άλλο μέρος είναι ευνοϊκή.
…
Ε. Οιανδήποτε άλλη διαταγή κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιη υπό τις περιστάσεις. »
Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Νόμο, Κεφ.189, άρθρα 45(3) και 53, στο άρθρο 51 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ.195, στους περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1955 (αρ.1/1955), στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, στις αρχές της επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία και στην πρακτική.
Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια):
« 1. Είμαι ο αιτητής στην παρούσα αίτηση και γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική μου πείρα και γνώση και από πληροφορίες που έλαβα από το δικηγόρο μου που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και από το φάκελο του Δικαστηρίου και προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση. Στην περίπτωση που θα αναφερθώ σε οιανδήποτε άλλη πληροφορία θα αποκαλύπτω την πηγή της.
2. Η ως άνω διαχείριση αφορά την περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα μου που απεβίωσε την 01/11/2002 και είμαι ένας από τους κληρονόμους του. Να σημειώσω εδώ ότι προηγήθηκε ο θάνατος της μητέρας μου Ελένη Χαραλάμπους Ζαού στις 28/07/2000, και κατεχωρίσθη Διαχείριση για την περιουσία της, με αριθμό 328/03, και διορίστηκε διαχειρίστρια η αδελφή μου Χρύσω Χαραλάμπους, και στις δύο Διαχειρίσεις των αποβιωσάντων γονέων μας υπό τις περιστάσεις που αναφέρω πιο κάτω.
3. Αντίγραφο του διατάγματος διαχείρισης του αποβιώσαντος πατέρα μου επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 και αντίγραφο του διατάγματος διαχείρισης της αποβιωσάσης μητέρας μου επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2.
4. Πριν να αποβιώσει η μητέρα μας, πάντα στην παρουσία όλων των κληρονόμων και των ιδίων των γονέων μας, οι οποίοι μας βεβαίωναν και όλοι συμφωνούσαμε, ότι όλα τα παιδιά τους θα λάβουν ίσα μερίδια και δεν θα αδικηθεί κανένας. Πάντα λεγότανε και συμφωνούσαμε ότι θα γίνει εκτίμηση όλης της περιουσίας και των δύο γονέων μας κατά την ημέρα θανάτου τους, είτε αυτή μεταβιβάστηκε εν ζωή, είτε μετά θάνατον και ανάλογα με την αξία να γίνει ίση διανομή σε όλους τους κληρονόμους για αποφυγή αδικίας.
5. Είναι η θέση μου ότι η ανωτέρω συμφωνία επαναλήφθηκε πολλές φορές στην παρουσία του εν ζωή πατέρας μας και θα λάμβανε υπόψιν και την περιουσία που μετεβίβασαν εν ζωή οι γονείς μας.
6. Μετά τον θάνατο της αποβιωσάσης μητέρας μου, με πρωτοβουλία των αδελφών της αποβιωσάσης, επιτεύχθηκε μια γραπτή συμφωνία κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2002, η οποία δεν ήταν πλήρης και ούτε παρουσίαζε την αληθή επιδίωξη των συμβαλλομένων, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3. Η συμφωνία αυτή αφορούσε την περιουσία της μητέρας μας και σε αυτή αναφέρεται ότι θα γίνει διανομή της περιουσίας της αποβιωσάσης σε 3 πρόσωπα και ότι οι λοιποί κληρονόμοι δήλωσαν ότι έλαβαν το μερίδιο από άλλη περιουσία και ουδεμία απαίτηση έχουν. Η εν λόγω συμφωνία ήταν εικονική και δεν παρουσίαζε την ακριβή εικόνα των επιδιώξεων των συμβαλλομένων, αφού υπήρχαν κληρονόμοι που δεν έλαβαν τίποτα.
7. Η εν λόγω συμφωνία του Σεπτεμβρίου του 2002 συνοδευόταν και με προφορική συμφωνία που επαναβεβαίωνε την αρχική μας συμφωνία. Ειδικότερα, συμφωνήσαμε ότι θα γίνει εκτίμηση όλης της περιουσίας τόσο της αποβιωσάσης όσο και του εν ζωή πατέρα μας, που μετεβίβαστηκε εν ζωή σε οποιονδήποτε κληρονόμο, καθώς επίσης και της περιουσίας που θα μετεβιβάζετο με βάση τη συμφωνία του Σεπτεμβρίου 2002. Μάλιστα συμφωνήσαμε ότι οι δικαιούχοι με βάση τη συμφωνία του Σεπτεμβρίου του 2002 δεν θα μετεβίβαζαν επ’ ονοματί τους την αναφερόμενη περιουσία, παρά μόνο εάν και εφόσον εγίνετο εκτίμηση της περιουσίας τόσο της αποβιωσάσης όσο και του εν ζωή πατέρα μας για όλη την περιουσία τους κατά την ημέρα θανάτου της αποβιωσάσης μητέρας μας και ο πατέρας μας αποδέκτηκε, είτε αν μεταβιβάστηκε εν ζωή είτε αν ανευρέθη μετά θάνατον, με σκοπό να γίνει ίση διανομή και να μην αδικηθεί κανένας. Αυτό αποτελούσε μια μικρή διαφοροποίηση στην αρχική μας συμφωνία, δηλαδή στο γεγονός ότι πατέρας μας αποδέχθηκε να γίνει εκτίμηση της αξίας της ακινήτου περιουσίας κατά την ημέρα θανάτου της αποβιωσάσης μητέρας μας και κατά τον ίδιο χρόνο και για τη δική του περιουσία.
8. Η θέση μου ότι η συμφωνία του Σεπτεμβρίου 2002 δεν περιελάμβανε μόνο την περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας μας, αλλά και την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα μας επιβεβαιώνεται από τους ενδιάμεσους λογαριασμούς που καταχώρισε η Διαχειρίστρια στις 02/12/2011 και επισυνάπτω τους ενδιάμεσους λογαριασμούς ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, χωρίς τα επισυνημμένα τεκμήρια.
9. Στη συνέχεια, δύο μήνες μεταγενέστερα της συμφωνίας Σεπτεμβρίου 2002, απεβίωσε ο πατέρας μας και συγκεκριμένα την 01/11/2002 με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον η ανάγκη να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων γονέων μας. Η αδελφή μας / Καθ’ ης η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση, προσεφέρθη να διοριστεί διαχειρίστρια στις εν λόγω περιουσίες των αποβιωσάντων γονέων μας, πράγμα που συμφωνήσαμε και έγινε. Συγκεκριμένα διορίστηκε διαχειρίστρια τόσο στη Διαχείριση με αριθμό 328/03 όσο και στη Διαχείριση με αριθμό 329/03.
10. Η Διαχειρίστρια αδελφή μας, βρέθηκε μπροστά από τεράστια περιουσία και την επικερδή επιχείρηση του αποβιώσαντος πατέρα μας, που ήταν αγελαδοτροφική μονάδα με QUOTA, η οποία επιχορηγείτο με 70% από το κράτος μέσω της Ε.Ε. Η Διαχειρίστρια χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα, έτσι αυθαίρετα και χωρίς διαβούλευση και διαφανείς διαδικασίες τα πώλησε όλα, έκανε εισπράξεις που δεν αποκαλύπτει αφού δεν συνάδουν με τους λογαριασμούς που παρουσιάζει και διέλυσε σταδιακά την επιχείρηση, αφού προηγουμένως ενεργούσε ως επιχειρηματίας η ίδια.
11. Δε φτάνει που η Διαχειρίστρια ενεργούσε αυθαίρετα χωρίς να διαβουλεύεται με τους κληρονόμους ή να λαμβάνει οδηγίες από το Δικαστήριο, αρνείτο συνεχώς ως η συμφωνία μας να προχωρήσει σε εκτίμηση της περιουσίας των αποβιωσάντων γονέων μας, είτε η μεταβίβαση έγινε εν ζωή είτε έγινε μετά θάνατον στο όνομα οποιουδήποτε κληρονόμου, με αποτέλεσμα εφήρμοζε την αληθινή συμφωνία μας όπως η ίδια βολευόταν και επιθυμούσε και μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει σε αυτήν την εκτίμηση για να μπορούσε να κάνει δίκαιη διανομή. Αντιθέτως, η Διαχειρίστρια έλαβε η ίδια μερίδια από την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα μας που δεσμευόταν να μη λάβει.
12. Αυτή η παράβαση της αληθινής συμφωνίας μας από μέρους της διαχειρίστριας, αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο πολλών μετέπειτα λαθών και αδικιών σε σχέση με τα συμφέροντα των κληρονόμων, με αποτέλεσμα ορισμένοι κληρονόμοι επωφελήθηκαν τα μέγιστα, άλλοι αδικήθηκαν παντελώς, μερικοί έμειναν ικανοποιημένοι και μερικοί άλλοι όχι.
13. Είμαι της άποψης ότι αν η Διαχειρίστρια δε σεβάστηκε στην ολότητά της τη συμφωνία που έγινε μεταξύ μας, τότε ούτε και η συμφωνία με την οποία η ίδια επωφελείται σε σχέση με την περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας μας που μεταβίβασε επ’ ονόματί της ή επ’ ονόματι άλλων πρέπει να γίνει σεβαστή.
14. Για παράδειγμα, η αδελφή μου και διαχειρίστρια Χρύσω Χαραλάμπους έλαβε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Β [ ] Φ/ΣΧ/ 30/36.Ε.1. ΤΕΜ. []. Χωριόν Τσερίου, περίπου η αξία του υπερβαίνει το 1 εκατομμύριο , ενώ η αξία του ακινήτου Μ 1222 Φ/ΣΧ. 30/44. Ε.1. ΤΕΜ. [ ], Χωρίον Τσέρι., που έλαβε ο Νικόλας Κώστα Ζαού, είναι αξίας περίπου €10.000 . Αυτό από μόνο του δεικνύει τη μεγάλη διαφορά στις αξίες. Επιπλέον, οι κληρονόμοι Μαρία Ζαού έλαβε ακίνητο μεγάλης αξίας από τη μητέρα μας όταν ήταν εν ζωή και εγώ έλαβα από τη μητέρα μας ένα οικόπεδο αξίας περίπου €150.000. Ο Ανδρέας Ζαός δεν έλαβε κανένα μερίδιο από την περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας μας, ούτε όταν ήταν εν ζωή ούτε μετά θάνατον.
15. Είναι φανερό από τις σημαντικές αυτές διακυμάνσεις στις αξίες και τις επιλεκτικές μεταβιβάσεις, ότι υπήρχε και άλλη συμφωνία που είναι αυτή που αναφέρω ότι προτού μεταβιβάσει η διαχειρίστρια οποιοδήποτε ακίνητο σε οποιοδήποτε όνομα κληρονόμου, θα έπρεπε προηγουμένως να προχωρήσει σε εκτίμηση της περιουσίας των αποβιωσάντων γονέων μας, είτε η μεταβίβαση έγινε εν ζωή είτε έγινε μετά θάνατον, με σκοπό να κάνει δίκαιη διανομή καθώς επίσης όπως ήταν η συμφωνία όλων των κληρονόμων και των αποβιωσάντων γονέων μας.
16. Κατά ή περί το 2006, επισκεφθήκαμε όλοι οι κληρονόμοι τους δικηγόρους με σκοπό να γίνει η ίση διανομή της περιουσίας των αποβιωσάντων γονέων μας, όπως είχε συμφωνηθεί και αναφέρεται ανωτέρω. Στη συμφωνία αυτή, η διαχειρίστρια αδελφή μας Χρύσω Χαραλάμπους, δεν δεχόταν να γίνουν εκτιμήσεις – κατά παράβαση της συμφωνίας που είχαμε κάνει – με αποτέλεσμα να συμφωνηθεί ότι η διαχειρίστρια δε θα λάβει κανέναν περιουσιακό στοιχείο από την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα μας και η Μαρία Ζαού θα ελάμβανε μόνο ένα οικόπεδο, χωρίς να συμμετάσχει στην υπόλοιπη περιουσία του πατέρα μας. Στη συνέχεια η συμφωνία αυτή ετοιμάστηκε σε γραπτό κείμενο για να υπογραφεί και γνωρίζω ότι υπεγράφη αλλά η διαχειρίστρια δεν μας έδωσε αντίγραφα αλλά την αποκρύπτει έως και σήμερα, τουλάχιστον όσον εγώ γνωρίζω. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 έντυπο που δεικνύει τα ανωτέρω.
17. Η Διαχειρίστρια παραβαίνοντας και αυτή τη συμφωνία, την οποία και αποκρύπτει σκοπίμως, προχώρησε σε διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα μας σε ίσα μερίδια σε όλους τους κληρονόμους αλλά σε σχέση με την περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας μας, προχώρησε στη συμφωνία ως είχε επειδή της συνέφερε.
18. Η εν λόγω διαχειρίστρια άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό διαχείρισης σε σχέση με τη διαχείριση της αποβιωσάσης μητέρας μου με αριθμό 328/03, όμως παρέλειψε να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό σε σχέση με την περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα μου στη διαχείριση 329/03 και αναμείγνυε και για τις δύο διαχειρίσεις και πολλές φορές με τα δικά της.
19. Η εν λόγω διαχειρίστρια δήλωσε ότι δεν άνοιξε τραπεζικό λογαριασμό για την περιουσία του αποβιώσαντος πατέρα μου και χρησιμοποίησε τον υφιστάμενο λογαριασμό που άνοιξε για τη διαχείριση της περιούσιας της αποβιωσάσης μητέρας μου για τη διακίνηση όλων των δοσοληψιών, πληρωμών και εισπράξεων που γίνονταν σε σχέση με τη διαχείριση του αποβιώσαντα πατέρα μου.
20. Όπως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου, αυτή η κίνηση της διαχειρίστριας προκάλεσε πολλά προβλήματα, ειδικότερα στον έλεγχο που θα μπορούσε να γίνει σε σχέση με τη διακίνηση και ενέργειες της διαχειρίστριας.
21. Από τις τραπεζικές συναλλαγές είχα την ευκαιρία να εξετάσω προσωπικά τις τραπεζικές συναλλαγές που μας απεκάλυψε η διαχειρίστρια και δεν επιβεβαιώνονται τα ποσά αυτά με βάση τους τελικούς λογαριασμούς που ήδη έχει καταθέσει.
22. Η διαχειρίστρια παρέλειψε να αποκαλύψει όλες τις πληρωμές, εισπράξεις ή ενέργειες σε σχέση με την περιουσία του ως άνω αποβιώσαντα, έτσι που να επηρεάζονται τα δικαιώματά μου και γενικότερα τα δικαιώματα των κληρονόμων.
23. Η Διαχειρίστρια λόγω των πολλών προβλημάτων που προκάλεσε στη διαχείριση με το να μην κρατά σωστούς και απλούς λογαριασμούς και να διαχειρίζεται τα χρήματα της διαχείρισης ως σαν να είναι δικά της και να λειτουργά αυθαίρετα, αναγκάστηκε η ίδια να διορίσει λογιστικό γραφείο και να ξοδέψει αχρείαστα χρήματα για να ελέγξει τους λογαριασμούς. Επισυνάπτουμε τους εν λόγω λογαριασμούς που παρουσίασε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6.
24. Στους εν λόγω λογαριασμούς του λογιστή, με έναν απλό έλεγχο φαίνεται ότι πολλές πληρωμές και εισπράξεις δεν συμπεριλαμβάνονται, όπως για παράδειγμα: α) από τους λογαριασμούς του λογιστή φαίνεται ότι έγιναν εισπράξεις για γάλα το 2004 για ποσό €41.998,06, ενώ το τιμολόγιο αριθμό 1 που εξέδωσε στις 28/09/2004 αφορά ποσό €166.332,70 και β) στους λογαριασμούς του 2004, ο λογιστής δείχνει ότι η ΠΩΛΗΣΗ QUOTA πωλήθηκε για το πόσο €37.500,00, χωρίς να παραθέτει στοιχεία και χωρίς εκτίμησή του κατά τον ουσιώδη χρόνο που γνωρίζω ότι είχε μεγάλη αξία. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 το τιμολόγιο ημερ. 28/09/2004.
25. Μετά την πώληση του QUOTA, η Διαχειρίστρια δε δικαιούταν να διατηρήσει ζώα στη φάρμα και το ερώτημα είναι πως διατηρούνταν αφού προέκυψαν πωλήσεις ζώων μεταγενέστερα της πώλησης του QUOTA.
26. H Διαχειρίστρια δεν ενημέρωνε και δεν ενημερώνει για την πορεία της διαχείρισης τους κληρονόμους και γενικά λειτουργούσε αυταρχικά, ετσιθελικά και αυθαίρετα.
27. H Διαχειρίστρια δεν έχει παραδώσει σε μένα και στους κληρονόμους και στο δικηγόρο μου συγκεντρωμένα και τακτοποιημένα κατά σειρά όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τους τελικούς λογαριασμούς, με κάθε κονδύλι να επιβεβαιώνεται με την προσαγωγή απόδειξης.
28. H Διαχειρίστρια δεν μας έχει ενημερώσει για τον προσδιορισμό της περιουσίας και των χρεών του αποβιώσαντος, έτσι που να μπορούσα να υποβάλω νομότυπα οιανδήποτε απαίτηση επιθυμούσα, και άλλα δήλωνε στην αίτηση διαχείρισης, άλλα στην απογραφή που ήρθε σε γνώση μου μεταγενέστερα, άλλα στον Έφορο Φορολογίας, άλλα χρέη πλήρωνε που δε δήλωνε και η διανομή δε συνάδει είτε με τις αιτήσεις είτε με την μεταξύ μας συμφωνία.
29. Η Διαχειρίστρια εσφαλμένα και χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου κατέστρεψε τα μηχανήματα και το όπλο και δεν αναφέρονται στην απογραφή. Όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, ήταν ευθύνη της να τα προσέχει, συντηρεί και να μη βρεθούν σε κακή κατάσταση για να χρειάζεται να καταστραφούν. Εν πάση περιπτώσει δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο καταστροφής ή οποιονδήποτε άλλο έγγραφο που να αναφέρει που ευρίσκονται ή τι απέγιναν αυτά τα αντικείμενα.
30. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, οι τελικοί λογαριασμοί που κατέθεσε η Διαχειρίστρια δε συνοδεύονται από τις ανάλογες αποδείξεις και ούτε ανταποκρίνονται με την απογραφή ή τους άλλους ενδιάμεσους λογαριασμούς που κατεχώρισε. Όπως έχει διαχειριστεί την περιουσία η Διαχειρίστρια την έκανε πολύπλοκη και δύσκολο να ελεγθεί για αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να διοριστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ανεξάρτητος ελεγκτής για να ελέγξει τους λογαριασμούς και τη διανομή που έγινε.
31. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, με βάση τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης, έχει εφαρμογή το άρθρο 51 του Κεφ. 195 και η περιουσία που μετεβιβάστηκε εν ζωή από τον αποβιώσαντα σε οποιονδήποτε κληρονόμο έχει εφαρμογή καθότι θεωρείται παροχή εν ζωή.
32. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου πρέπει να γίνει ακύρωση όλων των μεταβιβάσεων που έγινε κατά παράβαση της συμφωνίας και ισοδυναμεί σε άδικη διανομή προς τους κληρονόμους από μέρους της Διαχειρίστριας, αφού δεν έχει εκτιμηθεί ολόκληρη η ακίνητη περιουσία είτε αυτή περιήλθε σε οποιονδήποτε κληρονόμο εν ζωή ή μετά θάνατον του ως άνω αποβιώσαντα και να διαταχθεί η μεταβίβασή τους σε ίσα κατά αξία μερίδια προς τους κληρονόμους με βάση την αξία της περιουσίας κατά την ημερομηνία θανάτου της αποβιωσάσης μητέρας μας, ήτοι στις 28/07/2000.
33. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου όταν οποιοδήποτε παιδί του αποβιώσαντα πατέρα μας έχει λάβει εν ζωή συγκεκριμένη περιουσία, αυτή η περιουσία εκτιμάται η αξία της, έτσι που να υπάρξει ανακατανομή των κληρονομικών μεριδίων κατά τρόπον ώστε να μην αδικηθούν άλλοι κληρονόμοι.
34. Επίσης, όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, δεν υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου ούτε η πλασματική συνολική αξία της κληρονομιάς αλλά ούτε και η πραγματική για να μπορεί να εξεταστεί κατά πόσον η διανομή έγινε δίκαια, και η Διαχειρίστρια ενήργησε ισότιμα προς όφελος όλων των κληρονόμων και χωρίς αδικίες.
35. Είναι λοιπόν, η εισήγησή μου, όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, και αυτή ήταν ευτυχώς η συμφωνία μας για υπολογισμό της αξίας ολόκληρης της περιουσίας είτε δόθηκε εν ζωή είτε παρέμεινε μετά θάνατον, να γίνει στη βάση μαθηματικής φόρμουλας, χωρίς να υπάρχει ανάγκη παρέμβασης από το Δικαστήριο.
36. Ως εκ των πιο πάνω κατέστη αναγκαίο όπως οι λογαριασμοί που κατέθεσε στο Δικαστήριο η Διαχειρίστρια ελεγχθούν ως ανωτέρω αναφέρεται στην αίτηση και τα έξοδα να τα επωμιστεί η Διαχειρίστρια. Έχουμε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση ανεξάρτητου ελεγκτή ούτως ώστε να διοριστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για να ελέγξει τις οικονομικές καταστάσεις της διαχείρισης και τους ήδη κατατεθέντες λογαριασμούς (ενδιάμεσους και/ή τελικούς) και όλους τους κατοπινούς λογαριασμούς έως την αποπεράτωση της ως άνω υπ’ αριθμόν και τίτλο διαχείρισης και όλες τις δοσοληψίες, πληρωμές και εισπράξεις ή διανομές που έγιναν σε σχέση με την ως άνω διαχείριση εις το κατά πόσον έγιναν σύμφωνα με το νόμο ή εντός του πλαισίου του νόμου ή σύμφωνα με τα ίσα δικαιώματα των κληρονόμων ή δίκαια. Επισυνάπτω την εν λόγω συγκατάθεση ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8.
37. Όπως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης άλλα και προς το συμφέρον των κληρονόμων όπως εκδοθούν τα ως άνω διατάγματα έτσι που να αρθεί η αδικία που προκλήθηκε και να αποδοθεί εν τέλει δικαιοσύνη.
38. Ως εκ τούτου καταχωρίζω την παρούσα αίτηση και αιτούμαι ως η αίτηση. »
Οι ενστάσεις
Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι Καθ’ων η αίτηση 1, 2 και 3 αντέδρασαν με την καταχώριση ενστάσεων στην αίτηση.
Η Καθ’ης η αίτηση 1 απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή και του αποδίδει προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου για να επιτύχει αλλότριους σκοπούς, καθώς χαρακτηρίζει ως «εικονική» την καθ’ όλα νόμιμη συμφωνία του Σεπτεμβρίου 2002 μεταξύ των κληρονόμων της μητέρας τους. Διερωτάται δε για ποιο λόγο υπέγραψε μεταξύ άλλων και ο Αιτητής μια συμφωνία που, κατά δήλωσή του, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης, αρνείται την ισχυριζόμενη δεύτερη, προφορική, συμφωνία η οποία διαφοροποιούσε ελαφρώς την αρχική.
Ως προς την κακοδιαχείριση της οικογενειακής περιουσίας που της αποδίδεται, αναφέρει πως ο Αιτητής γνωρίζει ότι ο αποβιώσαντας πατέρας τους είχε, από κοινού με την μητέρα τους, δανειακές οφειλές σε Τράπεζες και ότι τα δάνεια αυτά εξοφλήθηκαν εξ ολοκλήρου από έσοδα κατά την λειτουργία και στην συνέχεια από την πώληση της κτηνοτροφικής μονάδας.
Τέλος, αρνείται πως η ίδια ενεργούσε «ετσιθελικά, αυταρχικά και αυθαίρετα» και αναφέρει ότι στην πραγματικότητα είναι ο Αιτητής που καθυστερούσε τις διαδικασίες, αρνούμενος να υπογράψει την επιστολή προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας προκειμένου να γίνουν οι σχετικές μεταβιβάσεις και να εκδοθούν οι νέοι τίτλοι επ’ ονόματι των δικαιούχων, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ όλων των κληρονόμων στις συναντήσεις τους στο γραφείο του κ. Δανού.
Ο Καθ’ ου η αίτηση 2, ο οποίος ενεργεί προσωπικά, επισημαίνει στην ένσταση του ότι ενίσταται στην αίτηση του Αιτητή και στις ενστάσεις των Καθ’ων η αίτηση 1 και 3, όμως στην πραγματικότητα από τα όσα αναφέρει φαίνεται ότι τον βρίσκουν σύμφωνο οι θέσεις του Αιτητή, σε αντίθεση με τις θέσεις που προβάλλουν οι Καθ’ων η αίτηση 1 και 3. Αποτελεί θέση του δε, ότι η Διαχειρίστρια δεν ακολούθησε τη συμφωνία που επιτεύχθηκε με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνεχώς προβλήματα, ότι υπήρξε ουσιαστικά αλλοίωση της συμφωνίας του 2002 από την Διαχειρίστρια, ότι υπήρξε προσυνεννόηση της τελευταίας με κάποιους εκ των κληρονόμων για να επωφεληθούν οι ίδιοι και αναφέρεται εν γένει στο ιστορικό, για να καταλήξει να πει ότι θα πρέπει να εγκριθούν τα αιτητικά Β, Γ και Δ της αίτησης του Αιτητή με επίβλεψη του Δικαστηρίου έτσι ώστε να γίνει ορθή και δίκαιη διανομή.
Τέλος, η Καθ’ ης η αίτηση 3, στην ένορκη της δήλωση, έκτασης 14 σελίδων, απορρίπτει στο σύνολό τους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε υπήρξε προφορική συμφωνία πέραν της γραπτής συμφωνίας του Σεπτεμβρίου 2022, την οποία θεωρεί πλήρη και δεσμευτική. Προβάλλει ότι οι θέσεις του Αιτητή αποτελούν μεταγενέστερες κατασκευές, επισημαίνει αντιφάσεις στους ισχυρισμούς του και υποστηρίζει ότι τα επικαλούμενα γεγονότα είναι συγκεχυμένα και ατεκμηρίωτα. Περαιτέρω, αναφέρεται σε δωρεές που, κατά τη θέση της, εμπίπτουν στην εξαίρεση της στοργής και φυσικής αγάπης, προβάλλει ζήτημα παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης και ισχυρίζεται ότι τα σοβαρά ζητήματα που εγείρονται δύνανται να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο τακτικής αγωγής.
Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών – Αγορεύσεις
Ο συνήγορος της Καθ’ης η αίτηση 3 παρέπεμψε στην αγόρευση που καταχώρησε στο πλαίσιο της αίτησης για αντεξέταση, όπου μεταξύ άλλων αναπτύσσει το ζήτημα έναρξης της διαδικασίας από τον Αιτητή με εσφαλμένο δικονομικό μέσο, το οποίο, κατά τη θέση του, οδηγεί σε ακυρότητα της διαδικασίας, καθόσον δεν πρόκειται περί απλής, θεραπεύσιμης παρατυπίας. Στην εν λόγω αγόρευση του, προβάλλει ουσιαστικά τη θέση ότι η κυρίως αίτηση του Αιτητή βασίζεται στο άρθρο 53 του Κεφ.189 και η εν λόγω αίτηση «έλαβε τη μορφή μιας ενδιάμεσης αίτησης και όχι εναρκτήριας κλήσης (originating summons) ως ρητά προνοεί το άρθρο 53 (1) του Κεφ.189, ο τύπος της οποίας καθορίζεται από τη Δ.55 Θ.1 των παλιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ο οποίος εν προκειμένω δεν έχει ακολουθηθεί». Κατ’ επέκταση, συνεχίζει, ο Αιτητής επέλεξε να επιλύσει τα ζητήματα που επιδιώκει μέσω ενός λανθασμένου δικονομικού διαβήματος και τούτο δεν αποτελεί απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη, αλλά λανθασμένη έναρξη διαδικασίας που δεν είναι θεραπεύσιμη. Εν συνεχεία δε, παραπέμπει σε σχετική επί του θέματος νομολογία.
Ο συνήγορος του Αιτητή με τη σειρά του, παρουσίασε γραπτώς τη θέση του και περαιτέρω προέβη σε σύντομη προφορική αγόρευση. Στο πλαίσιο της αγόρευσης του, ο συνήγορος αποδέχτηκε ουσιαστικά ότι για τα αιτητικά Β και Δ χρειαζόταν πρωτογενής εναρκτήρια αίτηση, εξ ου και προέβη σε απόσυρση των εν λόγω αιτητικών τα οποία και απορρίφθηκαν. Διαφορετική ήταν η θέση του όμως σε σχέση με τα αιτητικά Α και Γ.
Πιο συγκεκριμένα, ως προς το αιτητικό Α ανέφερε πως η εξουσία του Δικαστηρίου για εξέταση των λογαριασμών «δεν εκδικάζεται ούτε με αγωγή, ούτε με το άρθρο 53, παρά μόνο στα πλαίσια του Δικαστηρίου Διαχειρίσεων, δηλαδή από αυτό το Δικαστήριο. Με βάση το άρθρο 45 και μάλιστα η εξουσία αυτή είναι αυτεπάγγελτη να εξετάσει να κάνει έλεγχο, μία εξουσία που δεν χρειάζεται καν αίτηση, μπορεί να γίνει με μία απλή επιστολή από οποιοδήποτε που έχει συμφέρον ή είναι κληρονόμος. Δεν τίθεται θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενυπάρχει μέσα από τον νόμο. Συνεπώς, ξεπερνούμε το θέμα της δικαιοδοσίας με το άρθρο 45… Αν έστελλε ένας κληρονόμος μία επιστολή στο Σεβαστό Δικαστήριο και ζητούσε κύριε Πρόεδρε αδικούμε σε αυτήν τη διαχείριση δεν γίνονται σωστά, εξετάστε τους λογαριασμούς το Δικαστήριο δεν θα εξέταζε αυτεπάγγελτα έχοντας υπόψη την ιστορία της υπόθεσης, την υπόθεση; Θα την εξέταζε, σίγουρα θα την εξέταζε. Άρα το ερώτημα είναι έπρεπε να είναι με αγωγή; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη όχι. Είναι με εναρκτήρια κλήση; Η απάντηση είναι όχι. Διότι είναι αυτό το Δικαστήριο που εξετάζει τους λογαριασμούς.»
Ως ανέφερε δε, το αιτητικό Γ θα εξαρτηθεί από το αιτητικό Α και εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
Ο συνήγορος της Καθ’ης η αίτηση 1 και ο Καθ’ου η αίτηση 2, είναι γεγονός πως δεν ανέφεραν κάτι συγκεκριμένο επί του ζητήματος που απασχολεί.
Νομική πτυχή
Σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κεφ.189, υπό τον τίτλο «Επίλυση ορισμένων θεμάτων με εναρκτήρια κλήση (originating summons)»:
«53.-(1) Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo, δύvαvται vα ζητήσoυv από τo Δικαστήριo με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) τηv επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρovoμιάς σε Δικαστήριo, oπoιoυδήπoτε από τα πιo κάτω ζητήματα ή θέματα:
(α) oπoιoδήπoτε ζήτημα πoυ επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέρovτα τoυ πρoσώπoυ πoυ αξιώvει ότι είvαι πιστωτής, κληρoδόχoς, o πλησιέστερoς συγγεvής ή εκ τoυ vόμoυ κληρovόμoς
(β) τη διακρίβωση oπoιασδήπoτε τάξης πιστωτώv, κληρoδόχωv, πλησιέστερωv συγγεvώv ή άλλωv
(γ) τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε συγκεκριμέvωv λoγαριασμώv από τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές και όταv είvαι αvαγκαίo, τα απoδεικτικά στoιχεία τωv εv λόγω λoγαριασμώv
(δ) τηv καταβoλή στo Δικαστήριo oπoιωvδήπoτε χρημάτωv πoυ βρίσκovται στα χέρια τωv εκτελεστώv ή τωv διαχειριστώv
(ε) τηv έκδoση διαταγώv πρoς τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές για vα διαπράξoυv ή vα απέχoυv από τη διάπραξη oπoιασδήπoτε συγκεκριμέvης πράξης υπό τηv ιδιότητα τoυς ως εκτελεστώv ή διαχειριστώv
(στ) τηv έγκριση oπoιασδήπoτε πώλησης, αγoράς, συμβιβασμoύ ή άλλης συvαλλαγής
(ζ) τηv επίλυση oπoιoυδήπoτε ζητήματoς πoυ πρoκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρovoμιάς.
(2) Οι Διαδικαστικoί Καvovισμoί πoυ ισχύoυv εκάστoτε, oι oπoίoι αφoρoύv εvαρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρμόζovται σε κάθε διαδικασία δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ.
(3) Αιτήσεις δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ δύvαvται vα ακoύovται και vα απoφασίζovται όχι εvώπιov ακρoατήριo (in chambers). »
Η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει ως εξής:
" DECLARATION ON ORIGINATING SUMMONS
1. Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
2. The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
3. The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
4. The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined or originating summons."
Στην απόφαση Τερζής v. Πετουφά (2011) 1 Α.Α.Δ. 336, αναφέρονται τα εξής:
«Σε σχέση με τις συνδυασμένες πρόνοιες της Δ.55 των Θεσμών και του Αρθρου 53 του Νόμου, διευκρινίστηκε στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Wilfrid Wortham κ.ά. v. Ντίνας Τσίμον κ.ά. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1442, στη σελίδα 1452, ότι η ουσιαστική φύση των θεραπειών του Αρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Εκείνο δε που σαφώς προκύπτει, είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις.
Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από το κείμενο των πιο πάνω νομοθετικών και δικονομικών διατάξεων και την ορθή ερμηνεία τους, είναι ότι οι εκτελεστές, διαχειριστές ή ενδιαφερόμενα πρόσωπα, απευθύνονται στο Δικαστήριο στη βάση της Δ.55, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει κάποια θέματα και να επιλύσει κάποια αμφίρροπα ή αμφισβητούμενα σημεία που εγείρονται κατά τη διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντα. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των εγειρόμενων θεμάτων και επιλύει τα παραπεμφθέντα ζητήματα, δίδοντας σχετικές οδηγίες.»
Η εναρκτήρια κλήση δεν συνιστά αίτημα για διαχείριση της κληρονομιάς και δεν συνιστά ορθό δικονομικό μέτρο όταν υπάρχει σε εξέλιξη διαχείριση της κληρονομιάς. Συνιστά απλώς μέθοδο για την επίλυση συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν την κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος. Η εναρκτήρια κλήση αποτελεί εναλλακτικό μέσο άσκησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επί των θεμάτων που καθορίζονται στο άρθρο 53, χωρίς να αποκλείεται η επίλυση των ζητημάτων αυτών μέσα στα πλαίσια υφιστάμενης αγωγής ή της διαδικασίας διαχείρισης. Περαιτέρω το Δικαστήριο έχει εξουσία όπως μη αποφασίσει επί των ζητημάτων που εγείρονται με την εναρκτήρια κλήση, στην περίπτωση που αυτό είναι ορθότερο να επιλυθούν με αγωγή (βλ. Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, 3η έκδοση, 2015, σελ. 222-230, Αχιλλεύς Αιμιλιανίδης).
Στο σύγγραμμα Odger’s Pleading and Practice, 21st edition, 1975, σελ. 314, αναφέρεται ότι εναρκτήριες αιτήσεις δεν είναι ενδεδειγμένο να καταχωρούνται όπου υπάρχει σημαντική και ουσιώδης αμφισβητούμενη διαφορά. Ειδικότερα αναφέρεται ότι:
“Where the main point at issue is one of construction of a document or statute, or is one of pure law, then this is the appropriate procedure. It is not, however, appropriate where there is likely to be any substantial dispute of fact.”
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17 (1976), παράγραφος 1450, σελ. 750 - 751 αναφέρονται τα εξής σχετικά:
"An action for general administration may be begun by writ or originating summons in any case where a grant of representation has already been obtained. A writ is normally appropriate where there is likely to be a substantial dispute of fact or where fraud or breach of trust or tortious intermeddling is alleged or where a release is to be set aside. An originating summons is appropriate for construing a document and in other cases where there is unlikely to be a substantial dispute of fact".
(έμφαση δοθείσα)
Στην υπόθεση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 751, 754, με παραπομπή στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Εκδ., Τόμος 17, παρ. 780, σελ. 414 και Τόμος 37, σελ. 84, αναφέρθηκε ότι, όπως προκύπτει, ο ενδεδειγμένος δικονομικός τρόπος επίλυσης κληρονομικών διαφορών, περιλαμβανομένης και της αναγνώρισης κληρονομικών δικαιωμάτων, είναι η αγωγή. Αναγνωρίστηκε δε η ύπαρξη και στο δικό μας δίκαιο της διάκρισης που υφίσταται στο Αγγλικό Δίκαιο μεταξύ θεμάτων contentious και non-contentious.
Στην πιο πάνω υπόθεση τα εγειρόμενα ζητήματα ήταν απόφαση ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι αιτητές ήταν συγγενείς και κληρονόμοι του αποβιώσαντα και ότι ο διαχειριστής είχε διοριστεί συνεπεία δόλου ή ψευδών δηλώσεων του. Αποφασίστηκε πως τα εγερθέντα θέματα εκφεύγαν των ορίων του Άρθρου 53 και ότι μπορούσαν να διερευνηθούν και επιλυθούν μόνο με το ένδικο μέσο της αγωγής. Κρίθηκε ακόμη ότι η διαδικασία δεν μπορούσε να διασωθεί με τον μηχανισμό της Δ.64 εφόσον δεν επρόκειτο περί παρατυπίας στον τύπο της Αγωγής αλλά λανθασμένης έναρξης της διαδικασίας η οποία επέφερε ακυρότητα.
Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Νικόλα Σιδέρη κ.α. (2009) 1 ΑΑΔ 1390, αναφέρθηκαν τα εξής:
« Με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 23.10.2009 τροχιοδρομείται ουσιαστικά διαδικασία επίλυσης διαφοράς που αφορά αμφισβητούμενο χρέος, στο πλαίσιο εναρκτήριας αίτησης (originating summons) αντί στο πλαίσιο αγωγής. Η καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης με βάση τις πρόνοιες του Αρθρου 53 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 σαφώς δεν στοχεύει στην επίλυση διαφορών αναφορικά με τις οποίες υπάρχει έντονη αμφισβήτηση είτε πρόκειται για υποχρεώσεις της περιουσίας απορρέουσες από χρέη προς τρίτους ή αντιστρόφως κλπ.. Το Άρθρο 53 του νόμου και οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους το άρθρο τούτο παραπέμπει, τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικά για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου. Το θέμα της διαφοράς, δηλαδή κατά πόσο η περιουσία της αποβιώσασας είναι υπόλογη ή όχι στην πληρωμή του χρέους η ύπαρξη του οποίου έντονα αμφισβητείται από τους αιτητές, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι βρίσκεται εκτός της εμβέλειας τόσο των προνοιών του Αρθρου 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου όσο και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους η διάταξη παραπέμπει.»
Στην Γεωργίου v. Σχολαί Φρειδερίκου (2004) 1 ΑΑΔ 886, οι διαχειριστές με εναρκτήρια κλήση στηριζόμενη στις πρόνοιες του άρθρου 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189 και του άρθρου 111 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, ζήτησαν την έκδοση διατάγματος για τη διαγραφή του ονόματος της αποθανούσας από το μητρώο των μελών της εταιρείας και την εγγραφή των δύο κληρονόμων ως νέων μετόχων για 5.000 μετοχές ο καθένας. Το Εφετείο ανέφερε τα εξής:
« Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε πράγματι έντονη αμφισβήτηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που αφορούν στις επίδικες μετοχές και συνάμα, προβλήθηκε ισχυρισμός περί πλαστογραφίας εγγράφων που άμεσα σχετίζονται με τα υπό αμφισβήτηση δικαιώματα ιδιοκτησίας των εν λόγω μετοχών. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις το πρωτόδικο δικαστήριο, κατόπιν ορθής εκτίμησης των πραγμάτων και ορθής εφαρμογής των αρχών δικαίου που διέπουν το θέμα αποφάσισε ότι θα ήταν απρόσφορο να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση του θέματος για χορήγηση της ζητούμενης θεραπείας και άφησε το θέμα να αποφασισθεί σε διαδικασία αγωγής.
Δεν θα ήταν επιτρεπτό για το δικαστήριο, έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα νομική θέση σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 111 να διατάξει την εγγραφή των μετοχών επ' ονόματι των κληρονόμων στη βάση ύπαρξης τίτλου ιδιοκτησίας παραγνωρίζοντας ισχυρισμούς και μαρτυρίες ότι ο συγκεκριμένος τίτλος ερείδεται επί καταπιστεύματος. Η άρνηση του πρωτόδικου δικαστηρίου να χορηγήσει τη ζητηθείσα θεραπεία και η απόφασή του να αφήσει το θέμα να κριθεί σε τακτική διαδικασία αγωγής είναι το αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του και συνεπώς δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε επέμβαση του Εφετείου. »
Δεν διαφεύγει επίσης ότι στην Wortham κ.α. v. Tσίμον κ.α. (2001) 1 (Β) ΑΑΔ 1442, όπου ο αποβιώσας είχε αφήσει διαθήκη με κληροδοτήματα, ο καθορισμός του ύψους των κληροδοτημάτων και/ή κληρονομικών μεριδίων εκάστου των κληροδόχων και των κληρονόμων του αποβιώσαντος αποφασίστηκε πως μπορούσε να εξεταστεί σε εναρκτήρια κλήση που καταχωρίστηκε δυνάμει του άρθρου 53.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κεφ.189:
« 45.-(1) Κάθε πρόσωπo στo oπoίo εκδόθηκε παραχωρητήριo επικύρωσης διαθήκης ή έγγραφo διαχείρισης και κάθε διαχειριστής πoυ διoρίστηκε από τo Δικαστήριo καταχωρίζει στo Δικαστήριo, μέσα σε δύo χρόvια από τηv ημερoμηvία πoυ εκδόθηκε τo παραχωρητήριo ή τo διάταγμα πoυ τov διόρισε, τoυς λoγαριασμoύς της διαχείρισης πoυ διεvεργήθηκε από αυτόv και, αv η διαχείριση δεv έχει συμπληρωθεί, δήλωση πoυ vα εξηγεί τoυς λόγoυς για τoυς oπoίoυς η διαχείριση δεv συμπληρώθηκε και ακoλoύθως και μέχρι τη συμπλήρωση της διαχείρισης, εξαμηvιαίoυς λoγαριασμoύς της διαχείρισης μαζί με τη δήλωση πoυ αvαφέρεται πιo πάvω.
(2) Όταv καταχωρίζεται λoγαριασμός στo Δικαστήριo δυvάμει της πρόvoιας αυτής o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv εξετάζει λεπτoμερώς τo λoγαριασμό αυτό και αv φαίvεται στov πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv ότι λόγω αvτικαvovικώv, αvεπιβεβαίωτωv ή αδικαιoλόγητωv καταχωρίσεωv ή κατ' άλλo τρόπo δεv είvαι πλήρης και καvovικός, o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv δύvαται vα δώσει γραπτή ειδoπoίηση στo πρόσωπo πoυ καταχώρισε τo λoγαριασμό για vα διoρθώσει τα τυχόv ελαττώματα εvτός τέτoιας πρoθεσμίας ως o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv ήθελε κρίvει εύλoγη για τo σκoπό αυτό και αv τo πρόσωπo πoυ καταχώρισε τov πλημμελή λoγαριασμό παραλείψει vα διoρθώσει τα ελαττώματα αυτά εvτός της εv λόγω πρoθεσμίας θεωρείται ότι παρέλειψε vα καταχωρίσει λoγαριασμό εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (1).
(3) Τo Δικαστήριo δύvαται αυτεπάγγελτα vα διoρίσει αρμόδιo πρόσωπo για vα εξετάσει oπoιoυσδήπoτε λoγαριασμoύς πoυ καταχωρίστηκαv δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ oι oπoίoι είvαι περίπλoκoι ή oγκώδεις και τo πρόσωπo πoυ διoρίζεται κατά τov πιo πάvω τρόπo δύvαται vα λάβει τέτoια εύλoγη αμoιβή (πληρωτέα από τηv κληρovoμιά) ως τo Δικαστήριo ήθελε διατάξει. Τo πρόσωπo αυτό υπoβάλλει τηv έκθεση τoυ επί τωv λoγαριασμώv στov πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv εvτός τέτoιας πρoθεσμίας ως τo Δικαστήριo ήθελε διατάξει και o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv δύvαται vα πρoβεί σε oπoιαδήπoτε εvέργεια στηv πρoκείμεvη περίπτωση ωσάv vα είχε o ίδιoς εξετάσει λεπτoμερώς τoυς λoγαριασμoύς.
…………………….. »
(έμφαση δοθείσα)
Εξέταση της αίτησης
Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο συνήγορος του Αιτητή έχει περιορίσει ουσιαστικά τη νομική βάση της αίτησης στο άρθρο 45(3) του Κεφ.189. Επί τούτου αναφέρεται βεβαίως ότι δεν υπήρξε διαπίστωση από μέρους του Πρωτοκολλητή κατά τον λεπτομερή έλεγχο των τελικών λογαριασμών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 45(2), ότι οι λογαριασμοί είναι «περίπλoκoι ή oγκώδεις», προκειμένου να τίθεται ζήτημα να ενεργοποιηθεί το άρθρο 45(3) και να διοριστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο τρίτο πρόσωπο για να τους ελέγξει. Δεν διέλαθε την προσοχή του Δικαστηρίου η ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή ημερ.14/2/2019, πλην όμως αυτή αφορούσε ενδιάμεσους λογαριασμούς που καταχωρίστηκαν.
Εν πάση όμως περιπτώσει, παραμένοντας στο τι εδώ απασχολεί, η ουσία του πράγματος έγκειται στο γεγονός ότι στην πραγματικότητα, μέσω της αίτησης και των αιτητικών που παρέμειναν, ο Αιτητής δεν ζητά τον έλεγχο των ενδιάμεσων και τελικών λογαριασμών της διαχειρίστριας αλλά διαπίστωση κατά πόσο η διανομή έλαβε χώρα σύμφωνα με το νόμο και με βάση συγκεκριμένες συμφωνίες που επικαλείται και ακύρωση των μεταβιβάσεων που φέρονται να διενεργήθηκαν κατά παράβαση των πιο πάνω. Ας σημειωθεί ότι δεν γίνεται αποδεκτό από τους Καθ’ων η αίτηση 1 και 3 ότι υπήρξαν άλλες, προφορικές συμφωνίες, ούτε ότι η γραπτή συμφωνία του Σεπτεμβρίου 2002 δεν ήταν πλήρης και γενικότερα οι ισχυρισμοί του Αιτητή απορρίπτονται από τους Καθ’ων η αίτηση. Υπό το φως των ισχυρισμών που προβάλλονται από όλες τις πλευρές, είναι βεβαίως ξεκάθαρο πως εγείρονται σοβαρά ζητήματα.
Με αυτά υπόψη, είναι σαφές πως ο έλεγχος που εισηγείται ο Αιτητής υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας που παρέχεται από το άρθρο 45(3), το οποίο αφορά τεχνική και λογιστική εξέταση λογαριασμών και όχι διάγνωση ουσιαστικών δικαιωμάτων ή ακύρωση πράξεων που έχουν παραγάγει έννομα αποτελέσματα. Η ακύρωση μεταβιβάσεων δεν συνιστά παρεμπίπτουσα ή αναγκαία συνέπεια λογιστικού ελέγχου, αλλά αυτοτελή ανατρεπτική θεραπεία, η οποία επηρεάζει υφιστάμενα περιουσιακά και ενδεχομένως εμπράγματα δικαιώματα. Η παροχή τέτοιας θεραπείας προϋποθέτει πλήρη αποδεικτική διαδικασία και δεν δύναται να χωρήσει στο πλαίσιο εποπτικής διαδικασίας διαχείρισης.
Αποτελεί διαπίστωση μου ότι στο τέλος της ημέρας γίνεται επίκληση του άρθρου 45(3) για να λειτουργήσει ως δικονομικό όχημα για την έμμεση προώθηση αξιώσεων, οι οποίες, κατά τη φύση τους, απαιτούν εναρκτήρια διαδικασία και δεν δύνανται να εξεταστούν στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης που καταχώρισε ο Αιτητής.
Όπως προκύπτει από τη νομολογία που έχει παρατεθεί ανωτέρω, το Εφετείο έχει καταστήσει σαφές ότι, όταν προβάλλεται έντονη αμφισβήτηση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και εγείρονται ζητήματα που απαιτούν πλήρη αποδεικτική διερεύνηση, δεν είναι επιτρεπτό να χορηγείται η αιτούμενη θεραπεία στο πλαίσιο συνοπτικής διαδικασίας.
Στην υπόθεση Γεωργίου v. Σχολαί Φρειδερίκου ανωτέρω, η οποία ως αναφέρθηκε αφορούσε αίτημα εγγραφής κληρονόμων ως μετόχων, όπου προβλήθηκαν ισχυρισμοί περί καταπιστεύματος και πλαστογραφίας, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι θα ήταν απρόσφορο να προχωρήσει περαιτέρω και άφησε το θέμα να αποφασισθεί σε τακτική διαδικασία αγωγής. Το Εφετείο επικύρωσε την προσέγγιση αυτή, επισημαίνοντας ότι δεν θα ήταν επιτρεπτό να διαταχθεί η ζητούμενη εγγραφή παραγνωρίζοντας τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς.
Η ίδια αρχή εφαρμόζεται αναλογικά και στην παρούσα περίπτωση, όπου ζητείται ακύρωση μεταβιβάσεων κατόπιν διάγνωσης παραβίασης συμφωνιών. Τούτη βεβαίως είναι και η ειδοποιός διαφορά με την υπόθεση Τσίμον ανωτέρω, στην οποία δεν επιδιωκόταν ακύρωση ήδη τελεσθείσων μεταβιβάσεων κατόπιν έντονης αμφισβήτησης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, αλλά προσδιορισμός δικαιωμάτων στο πλαίσιο της διανομής.
Ως προς την διάκριση της κληρονομικής δικαιοδοσίας, έχει αναφερθεί ότι διακρίνεται σε μη αμφισβητούμενη (non-contentious) και αμφισβητούμενη (contentious). Η πρώτη αφορά την εποπτεία της διαχείρισης και την παροχή οδηγιών. Η δεύτερη αφορά διαφορές που άπτονται ουσιαστικών δικαιωμάτων επί της κληρονομιαίας περιουσίας και απαιτούν πλήρη ακροαματική διαδικασία.
Όταν τίθενται ζητήματα όπως η εγκυρότητα πράξεων διάθεσης περιουσίας, η ύπαρξη ή παραβίαση συμφωνιών που επηρεάζουν τα κληρονομικά δικαιώματα ή η αμφισβήτηση της κυριότητας επί περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς, η διαφορά αποκτά χαρακτήρα αμφισβητούμενης κληρονομικής αγωγής και δεν δύναται να επιλυθεί στο πλαίσιο της απλής εποπτικής διαδικασίας. Η παρούσα αίτηση, κατ’ ουσίαν, εγείρει τέτοιας φύσεως ζητήματα.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αιτήματα της παρούσας αίτησης, ως διατυπώνονται, υπερβαίνουν τα όρια της εποπτικής του αρμοδιότητας στο πλαίσιο της παρούσας διαχείρισης και εμπίπτουν στη σφαίρα της αμφισβητούμενης κληρονομικής δικαιοδοσίας.
Τα ζητήματα αυτά δύνανται να εξεταστούν μόνον στο πλαίσιο τακτικής αγωγής, όπου θα διασφαλισθεί πλήρης αποδεικτική διαδικασία και ακρόαση επί των αμφισβητούμενων ισχυρισμών.
Ως εκ των ανωτέρω, επισημαίνεται πως ούτε η διαδικασία του άρθρου 53 προσφέρεται για την επίλυση των εν λόγω ζητημάτων, πέραν βεβαίως του ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση «χωρίς διαχείριση της κληρονομιάς σε Δικαστήριο».
Επισημαίνω, τέλος, ότι δεν τίθεται ζήτημα διάσωσης με τον μηχανισμό της Δ.64, εφόσον, όπως επισημάνθηκε και στην Ευστρατίου ανωτέρω, δεν πρόκειται περί παρατυπίας στον τύπο της αγωγής αλλά λανθασμένης έναρξης της διαδικασίας, η οποία επιφέρει ακυρότητα.
Εν προκειμένω, η επιλογή της παρούσας διαδικασίας δεν συνιστά απλή παρατυπία ως προς τον τύπο, αλλά επιλογή δικονομικού πλαισίου που δεν επιτρέπει την εξέταση των ουσιαστικών αξιώσεων χωρίς την τήρηση των εγγυήσεων που παρέχει η τακτική αγωγή.
Κατάληξη
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν δύναται να επιληφθεί των εν λόγω αιτημάτων μέσω της παρούσας αίτησης ημερ. 19/6/2024, η οποία απορρίπτεται.
Η εν λόγω κατάληξη, είναι σαφές πως καθιστά άνευ αντικειμένου και την αίτηση αντεξέτασης ημερ.22/10/2025, η οποία επίσης απορρίπτεται.
Τα έξοδα αμφότερων των αιτήσεων επιδικάζονται υπερ των Καθ’ων η αίτηση 1 και 3 και εναντίον του Αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………………….
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
[1] « Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει και/ή να αναγνωρίζει ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχει εφαρμογή το άρθρο 51 του Κεφ.195 και η περιουσία κινητή ή ακίνητη που μετεβιβάστηκε εν ζωή από τον αποβιώσαντα σε οποιονδήποτε κληρονόμων έχει εφαρμογή καθότι θεωρείται παροχή εν ζωή και η Διαχειρίστρια ήταν υποχρεωμένη να σεβαστεί την επιθυμία των αποβιωσάντων γονέων της και τη συμφωνία μεταξύ των κληρονόμων.
Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει την Διαχειρίστρια για την υλοποίηση της μεταξύ των κληρονόμων συμφωνίας αφού εκτιμηθεί ολόκληρη η ακίνητη περιουσία είτε αυτή περιήλθε σε οποιονδήποτε κληρονόμο εν ζωή η μετά θάνατον του ως άνω αποβιώσαντα, να διαταχθεί η μεταβίβαση τους σε ίσα κατά αξία μερίδια προς τους κληρονόμους, λαμβανομένης υπόψη και της ακίνητης περιουσίας της αποβιωσάσης περιουσίας της μητέρας των κληρονόμων Ελένης Κώστα Ζαού, στην Διαχείριση με αριθμό 328/03.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο