ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. AMBIANCE FURNISHING LIMITED, Αγωγή αρ.: 759/2021, 24/2/2026
print
Τίτλος:
ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. AMBIANCE FURNISHING LIMITED, Αγωγή αρ.: 759/2021, 24/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

 

Αγωγή αρ.: 759/2021 

 

Μεταξύ: 

ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

 

Ενάγοντας 

-και- 

 

 

AMBIANCE FURNISHING LIMITED (HE 117874)

Εναγόμενη 

 

 

Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2026 

 

Εμφανίσεις: 

Για τον Ενάγοντα: κα Β. Παντελή

Για την Εναγόμενη: κ. Π. Γεωργίου

 

 ΑΠΟΦΑΣΗ 

 

Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγοντας επιζητεί εναντίον της Εναγόμενης, το ποσό των €2.380 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ως υπόλοιπο ποσό προκαταβολής και/ή στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή στη βάση των αρχών της αποκατάστασης (restitution) και/ή ως ποσό που καταβλήθηκε αχρεωστήτως από τον πρώτο προς την τελευταία.

 

Σημειώνω, εξ αρχής, ότι η παρούσα αγωγή εκδικάσθηκε υπό τη μορφή ταχείας εκδίκασης, στη βάση των προνοιών της Δ.30 θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνακόλουθα, η μαρτυρία αμφότερων των μερών κατατέθηκε γραπτώς, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Σημειώνω, επίσης, ότι ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάσθηκε επί του περιεχομένου της ένορκης μαρτυρίας του. Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία.   

 

Εκ μέρους του Ενάγοντα, ένορκη μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ME 1), ενώ, εκ μέρους της Εναγόμενης, ένορκη μαρτυρία δόθηκε από την κα Α. Χατζηκωστή (ΜΥ 1), η οποία είναι διευθύντρια αυτής. 

 

Οι εκδοχές των μερών

 

Η εκδοχή του Ενάγοντα

 

Ο Ενάγοντας, τόσο δικογραφικώς, όσο και μέσω της μαρτυρίας του, ισχυρίζεται ότι, περί τον Μάιο του 2020, μεταξύ του και της Εναγόμενης, συμφωνήθηκε όπως η τελευταία αναλάβει τη δημιουργία ξύλινων έργων στην οικία του πρώτου (στο εξής «το Έργο»). Είναι ακόμα η θέση του ότι, για το εν λόγω Έργο, συμφωνήθηκε όπως, η αμοιβή της Εναγόμενης ανέρχετο στο συνολικό ποσό των €28.875 πλέον ΦΠΑ, με το ποσό των €11.550 να καταβάλλετο, σε αυτήν, ως προκαταβολή (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία»). Δυνάμει της επίδικης Συμφωνίας, ο Ενάγοντας κατέβαλε, στην Εναγόμενη, το ποσό της προκαταβολής, εκ €11.550, μέσω μίας τρίτης εταιρείας (την Demetris Panteli Developers Ltd). Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση του ότι, κατά τον Ιούλιο του 2020, ο ίδιος, εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης, τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία και κάλεσε την τελευταία να του επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής. Ισχυρίζεται ότι, η Eναγόμενη, κατά τον Αύγουστο του 2020, εξέδωσε επιταγή, στο όνομα του, μόνο για το ποσό των €9.170 και όχι για ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής που αυτός της κατέβαλε (€11.550), με αποτέλεσμα η πρώτη να κατακρατεί αδικαιολόγητα και παράνομα το υπόλοιπο ποσό, ύψους €2.380 (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ). Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, αυτός παρέλαβε την εν λόγω επιταγή (εκ ποσού €9.170) της Εναγόμενης, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του, σημειώνοντας ότι εκκρεμούσε, από πλευράς της τελευταίας, η καταβολή του υπόλοιπου ποσού των €2.380 (συμπ. ΦΠΑ). Τέλος, είναι η θέση του ότι, η Εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, μέχρι σήμερα, παράνομα κατακρατεί το αξιούμενο ποσό, πλουτίζοντας άδικα εις βάρος του, εφόσον η επίδικη Συμφωνία δεν εκπληρώθηκε και η Eναγόμενη δεν εκτέλεσε τις εργασίες του Έργου ως είχε συμφωνηθεί.

 

Η εκδοχή της Εναγόμενης

 

Δικογραφικώς, η Εναγόμενη παραδέχεται μόνο ότι, κατά τον Μάιο του 2020 καταρτίστηκε η επίδικη Συμφωνία μεταξύ της και του Ενάγοντα, με σκοπό την ανάληψη, από πλευράς της, της δημιουργίας ξύλινων έργων στην οικία του τελευταίου. Κατά τα λοιπά, δικογραφικά, αγνοεί και αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ενώ δεν προβάλλει οποιαδήποτε ανταπαίτηση.

 

Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα 

 

Στη βάση της ενώπιον μου έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε από αμφότερες τις πλευρές, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις αμφότερων των διαδίκων, αλλά και τις δηλώσεις των συνηγόρων τους[1], τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. 

 

1.     Μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης, περί τον Μάϊο του 2020, καταρτίστηκε η επίδικη Συμφωνία.

2.     Στη βάση αυτής, ο Ενάγοντας κατέβαλε στην Εναγόμενη, το ποσό της προκαταβολής ύψους €11.550, μέσω μίας τρίτης εταιρείας (και δη της εταιρείας Demetris Panteli Developers Ltd) (βλ. σχετικά τα Τεκμήρια 1 και 2[2] (επί της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα), τα οποία αποτελούν το σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη είσπραξης, αναφορικά με το ποσό της προκαταβολής).

3.     Ο Ενάγοντας, κατόπιν του τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας, ζήτησε από την Εναγόμενη να του επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής. Εντούτοις, η τελευταία του επέστρεψε μόνο το ποσό των €9.170, μέσω σχετικής επιταγής, και κράτησε το υπόλοιπο ποσό των €2.380 (συμπ. ΦΠΑ).

 

Τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο.

 

Αμφισβητούμενα γεγονότα 

 

Στη βάση των πιο πάνω, κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, εκείνο που παραμένει ως επίδικο, υπό αμφισβήτηση, ζήτημα προς εξέταση, είναι το κατά πόσο η Εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον Ενάγοντα το αξιούμενο ποσό (και δη το υπόλοιπο ποσό της προκαταβολής). 

 

Είναι, ουσιαστικά, η θέση του Ενάγοντα, ότι η Εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει τούτο, εφόσον η τελευταία δεν παρείχε οποιαδήποτε αντιπαροχή σε αυτόν. Από την άλλη, είναι η θέση της Εναγόμενης, μέσω πάντα της αγόρευσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της, ότι αυτή παρείχε αντιπαροχή στον Ενάγοντα, ίση με το αξιούμενο ποσό, για εργασία που εκτέλεσε για σκοπούς του Έργου (ετοιμασία σχεδίων).

 

Μαρτυρία 

 

Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση τούτης, καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν από τους μάρτυρες της κάθε πλευράς. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη και του μοναδικού ανωτέρω επίδικου ζητήματος προς εξέταση.

 

Ενάγοντας

 

Ο Ενάγοντας, επί της ουσίας, μέσω της μαρτυρίας του, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή του. Επισύναψε στην ένορκη του δήλωση, τα Τεκμήρια 1 και 2 (που αποτελούν το τιμολόγιο και την απόδειξη καταβολής του ποσού των €11.500 προς την Εναγόμενη, μέσω της τρίτης εταιρείας, ως επίσης και το Τεκμήριο 3, το οποίο αποτελεί ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο αυτός απέστειλε προς την Εναγόμενη, ημερομηνίας 27.7.2020, αναφορικά με τον τερματισμό της εν λόγω Συμφωνίας. Ανέφερε ότι, η Eναγόμενη, στο πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα, απάντησε με δικό της ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερ. 30.7.2020 (βλ. Τεκμήριο 5), στο οποίο, η τελευταία, ισχυριζόταν ότι η αποκοπή και κατακράτηση από αυτήν του αξιούμενου ποσού (€2.380), αφορούσε τις υπηρεσίες της για σχέδια που είχε ετοιμάσει για το Έργο. Εντούτοις, ήταν η θέση του ότι, ουδέποτε είχε συμφωνηθεί, μεταξύ του και της Εναγόμενης, ότι η τελευταία θα του παρείχε τέτοιες υπηρεσίες, αφού τον σχεδιασμό των ξύλινων έργων τον είχε αναλάβει ο αρχιτέκτονας του Έργου. Τέλος, επισύναψε το Τεκμήριο 4, ως απόδειξη του ισχυρισμού του ότι, το ποσό των €9.170 που του κατέβαλε η Εναγόμενη μέσω σχετικής επιταγής, ο ίδιος το παρέλαβε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του, χωρίς να αποδεκτεί ότι, η τελευταία δικαιούτο, το αξιούμενο ποσό, ως αμοιβή.

 

ΜΥ 1

 

Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τη μαρτυρία της ΜΥ 1, για τους λόγους που εξηγώ αμέσως πιο κάτω. Με δεδομένο το γεγονός ότι, η Εναγόμενη, στο δικόγραφο της Υπεράσπισης που καταχώρησε, απλώς προωθεί γενική άρνηση στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, χωρίς να προβάλλει κανένα θετικό ισχυρισμό εις απάντηση αυτών, η όποια μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς της, μέσω της ένορκης δήλωσης της ΜΥ 1, δυνάμει της οποίας προβάλλονται θετικοί ισχυρισμοί εις απάντηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εν προκειμένω, έχοντας κατά νου, όπως ανέφερα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, ότι η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν από έκαστη πλευρά (στη βάση της Δ.30 θ. 6), τούτο είναι και το μόνο στάδιο, κατά το οποίο μπορεί να εξεταστεί η αποδεκτότητα της μαρτυρίας της πλευράς της Εναγόμενης, η οποία, για τους λόγους που εδώ εξηγούνται, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εφόσον τα όσα προβάλλει ως προς τους λόγους που αυτή δεν κατέβαλε το αξιούμενο ποσό στον Ενάγοντα, δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης της. Είναι πάγια νομολογημένο ότι, ένας εναγόμενος που υπερασπίζεται αγωγή με γενική άρνηση, δεν μπορεί να προσκομίσει μαρτυρία και να προβάλει θετικούς ισχυρισμούς και οποιαδήποτε θέση επιθυμεί, κατά το στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης, εξού και το Δικαστήριο, για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του, εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει και/ή δεν καλύπτεται από αυτά (βλ. μεταξύ άλλων, Homeros Th. Courtis a.o v. Iasonides (1970) 1 CLR 180, Πούρικκος v. Σάββα κ.α. (1991) 1 ΑΑΔ 507, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (2011) 1 ΑΑΔ 1422 και Αθηνά Βαριανού v. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά (2010) 1 ΑΑΔ 1541).

 

Ενόψει των πιο πάνω, πλην των όσων ισχυρισμών προβλήθηκαν, από πλευράς της Εναγόμενης, οι οποίοι αποτελούν μέρος των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, η λοιπή μαρτυρία της πλευράς της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εξού και δεν κρίνεται σκόπιμη η εδώ καταγραφή της.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας

 

Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, προχωρώ να αξιολογήσω μόνο τη μαρτυρία του Ενάγοντα.

Ενάγοντας

 

Η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν διακατέχεται από οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή ασάφειες ή εγγενείς αδυναμίες, οι οποίες θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Τούτη δε (η μαρτυρία του), συνάδει με την ενώπιον μου έγγραφη αποδεκτή μαρτυρία, ως επίσης και τις δικογραφημένες θέσεις που προωθήθηκαν από πλευράς του. Υπενθυμίζω εδώ, ότι, δικογραφικά, οι θέσεις του Ενάγοντα, δεν αντικρούσθηκαν, από πλευράς της Εναγόμενης, από οποιουσδήποτε θετικούς ισχυρισμούς, είτε περί του ότι, λανθασμένα η πλευρά του τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία, είτε περί του ότι το αξιούμενο ποσό, αφορά αμοιβή της τελευταίας για υπηρεσίες που του προσέφερε.

 

Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, τη μαρτυρία του Ενάγοντα την αποδέχομαι στην ολότητα της και, στη βάση αυτής, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.

 

Τελικά ευρήματα

 

Έχοντας κατά νου όσα ανέφερα αμέσως πιο πάνω, μπορώ με ασφάλεια, να καταλήξω και στα επιπρόσθετα, των αρχικών, εξής ευρήματα: 

 

Κατά τον Ιούλιο του 2020, ο Ενάγοντας τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία, εξ υπαιτιότητας της Εναγόμενης, και ζήτησε από την τελευταία να του επιστρέψει/ καταβάλει το ποσό της προκαταβολής (€11.500). Εντούτοις, η Eναγόμενη του επέστρεψε μόνο μέρος του εν λόγω ποσού της προκαταβολής, και δη το ποσό των €9.170 (με σχετική επιταγή), το οποίο ο Ενάγοντας παρέλαβε, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του, ως τούτο, ξεκάθαρα εμφαίνεται από το Τεκμήριο 4 (επί της ένορκης δήλωσης του). Η Εναγόμενη δεν προσέφερε οποιαδήποτε υπηρεσία και/ή αντάλλαγμα προς τον Ενάγοντα, ίση με την αξία του αξιούμενου ποσού. Η Εναγόμενη, παρά τις οχλήσεις του Ενάγοντα προς αυτήν, αρνείται να καταβάλει στον τελευταίο το αξιούμενο ποσό των €2.380.


Νομική πτυχή και Συμπεράσματα

 

Επί της ουσίας, νομική βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί ο αδικαιολόγητος πλουτισμός.

 

Εντούτοις, στο σημείο αυτό, κρίνεται σημαντικό να ειπωθεί ότι, στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων του Δικαστηρίου, η παρούσα αγωγή μπορεί να εξεταστεί και στη βάση της παράβασης σύμβασης, εφόσον, ευθαρσώς, προκύπτει ότι, μεταξύ των μερών υπήρχε η επίδικη Συμφωνία, για την οποία δόθηκε αντιπαροχή από πλευράς του Ενάγοντα (το ποσό της προκαταβολής), ότι η Εναγόμενη διέρρηξε την εν λόγω Συμφωνία και για αυτό ο Ενάγοντας τερμάτισε τούτη, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να είναι υπόλογη για καταβολή αποζημιώσεων προς τον πρώτο (βλ. Μελίνα Αλκιβιάδη δια του πατρός και κηδεμόνος αυτής Άλκη Αλκιβιάδη v. The Philips College, Πολ. Έφεση αρ. 310/2011, ημερ. 21.3.2017), ECLI:CY:AD:2017:A92.

 

Συνεπεία της νομικής βάσης της παράβασης σύμβασης, χρήσιμο, κρίνεται, να παρατεθούν τα όσα αποφασίστηκαν σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[3].

 

Εκείνο που προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά τη ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων, ή τη ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα προέκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που, κατά τη λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα πρoέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α. (1997) 1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α. (1997) 1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους (1990) 1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos (1982) 1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana (1982) 1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883).

 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο, οδηγεί στη δικαστική κρίση ότι, ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή του εναντίον της Εναγόμενης. Και τούτο διότι, αυτός, ως το αναίτιο μέρος, δικαιούται να ανακτήσει ολόκληρο το καταβληθέν, από αυτόν, ποσό της προκαταβολής, ως αποζημίωση, για τη διάρρηξη της Συμφωνίας από πλευράς της Εναγόμενης. Αφ’ ης στιγμής, η Εναγόμενη δεν παρείχε οποιαδήποτε αντιπαροχή για το μέρος του ποσού της προκαταβολής που συνεχίζει να κατακρατεί, αυτή οφείλει να επιστρέψει τούτο στον Ενάγοντα, για να τον αποζημιώσει για τη ζημία που αυτός υπέστη, ένεκα της διάρρηξης της επίδικης Συμφωνίας από πλευράς της.

 

Παρά το ότι η πιο πάνω κατάληξη μου, σφραγίζει και το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής, προχωρώ να εξετάσω, για σκοπούς πληρότητας, και τη βάση αγωγής επί της οποίας προωθείται η παρούσα αγωγή, και δη αυτήν του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

Στη βάση του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149:

 

«Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε».

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Παναγιώτης Τσιελεπής v. Nichropa Developers Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 366/2019, ημερ. 12.2.2025, συνοψίστηκαν οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με παραπομπή σε παλαιότερη νομολογία, ως ακολούθως:

 

«Σε σχέση µε το αξίωμα και/ή τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραπέμπουμε στα όσα έχουμε αναφέρει στην απόφαση µας BANK OF CHINA (HONG KONG) LIMITED v. VAIMICUS ESTATES LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. E79/18, 24.11.2023:

 

«Ο Αδικαιολόγητος Πλουτισμός, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της γενικότερης αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) που παρέχεται από τους κανόνες της επιείκειας (βλ. Chitty on Contracts (General Principles) (27η έκδοση), σελ. 1392, παρ. 29-007 και Minerve Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 2173). Πρόκειται για ιδιότυπη αρχή που έχει ως στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε περιπτώσεις που εκφεύγουν της στενής εφαρµογής των αρχών του δικαίου των συµβάσεων και γενικά δεν εντάσσονται στα στεγανά του κοινοδικαίου. Στο σύγγραµµα Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-007, αναφέρεται, ότι ο Αδικαιολόγητος Πλουτισµός εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει άδικα πλουτίσει σε βάρος άλλου και θα πρέπει έτσι να αποκαταστήσει την αδικία. Στην υπόθεση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα (2001) 1(Β) Α.Α.∆. 1077, αναφέρθηκε ότι η αρχή του Αδικαιολόγητου Πλουτισµού προσφέρει ανταπόδοση πέραν και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συµβατικού πλαισίου ή όπου το συµβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει.

 

Σύµφωνα µε το σύγγραµµα «Το ∆ίκαιο των Συµβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο», του δικηγόρου Πολυβίου Γ. Πολυβίου, τόµος Β σελίδα 777 και επόμενες, στο κεφάλαιο 32 µε τίτλο «Αδικαιολόγητος Πλουτισµός και Αποκατάσταση (Unjust Enrichment and Restitution)», γίνεται έντονη συζήτηση κατά πόσο ο Αδικαιολόγητος Πλουτισμός αποτελεί αυτόνομη κατηγορία δικαίου ή κατά πόσο υπάρχουν διάφορες περιπτώσεις µε τα δικά τους χωριστά χαρακτηριστικά εκτός του δικαίου των συμβάσεων, όπου το Δικαστήριο θα εκδώσει κάποια θεραπεία µε σκοπό την αποκατάσταση των πράγματων, χωρίς όµως αυτές οι περιπτώσεις να αποτελούν ακόµη αυτόνομη και ανεξάρτητη κατηγορία δικαίου, όπως είναι το δίκαιο των συµβάσεων και το δίκαιο των αστικών αδικηµάτων. Ο Lord Diplock στην υπόθεση Orakpo v. Manson Investment Ltd [1978] A.C. 95, τόνισε ότι δεν υπάρχει στο αγγλικό δίκαιο γενική και ενοποιηµένη κατηγορία δικαίου βασισμένη στον Αδικαιολόγητο Πλουτισμό.

 

Η ίδια θεώρηση έχει εκφραστεί και σε κυπριακές δικαστικές αποφάσεις. Αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Minerva Finance Investment Ltd v. Γεώργιου Γεωργιάδη (1998) 1Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (ανωτέρω).

...

Στην υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona (1963) 2 C.L.R. 11, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος που προκύπτει από το άρθρο 70 και έχουν εκτεθεί οι τέσσερις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση του εν λόγω άρθρου. Συγκεκριµένα, έχουν αναφερθεί τα ακολούθα:

 

«On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (a) the act must be done lawfully; (b) for another person; (c) it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (d) the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case. »

 

Για επιτυχή επίκληση της αρχής του Άδικου Πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (has been enriched) από όφελος (benefit), (β) εξόδοις του ενάγοντος (at the plaintiff's expense και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόµενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust)(βλ. Goff and Jones, The Law of Restitution, (2η έκδοση), σελ. 11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29- 0011 και Χρίστου v. Khoreva, (2002) 1 Α.Α.∆. 454). Η πρόσφατη υπόθεση Benedetti v. Sawaris [2013] 3 W.L.R. 351, επαναλαμβάνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, προσθέτοντας - αυτονόητα - και µια τέταρτη, σύμφωνα µε την οποία, για να δικαιούται ο ενάγοντας σε επιτυχή επίκληση της αρχής, ο εναγόµενος, δεν θα πρέπει να δικαιούται σε οποιαδήποτε υπεράσπιση.»

 

Επίσης στην ίδια απόφαση αναφερθήκαμε και στην υπόθεση ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ και άλλη v. Δημητρίου Κακαβού (2015) 1 Α.Α.Δ. 2195, επισημαίνοντας ότι:

 

«Όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι θεραπείες στη βάση Αδικαιολόγητου Πλουτισμού δίνονται κατ' εξαίρεση και στην απουσία σύμβασης ή διάρρηξης αυτής, οι θεραπείες του Αδικαιολόγητου Πλουτισµού και της Αποκατάστασης βασίζονται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας και ότι σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς στον ενάγοντα, αλλά η αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο,... » ...

 

«Στην παλαιότερη υπόθεση Νάκης Θεοχαρίδης v. Ιωάννη Ιωάννου κ.α. (2012) 1Α.Α.Δ. 1311, έχει αναφερθεί από την πλειοψηφία ότι:

 

«Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις: Α) ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους, β) το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε εις βάρος του ενάγοντα και γ) θα πρέπει να είναι άδικο να επιτρέπει στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος.»

 

Στην υπόθεση Μιχάλης Ζένιος Λτδ και Touch Properties & Investments Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 484/2012, ηµερ. 10 Ιουνίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:A225, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τις αρχές που αφορούν την αξίωση για αποζημιώσεις στη βάση του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού, στις αρχές της υπόθεσης ΑΡΧΙΠΠΕΑ (ανωτέρω) και πρόσθεσε ότι η βασική αρχή που εξάγεται από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι µία αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν θεωρείται ως αξίωση για αποζημίωση για απώλεια, αλλά για απόσπαση του οφέλους που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εναγόμενος µε έξοδα του ενάγοντα, µε παραπομπή στην υπόθεση Benedetti v. Sawiris (2013) 3WLR 351.»

 

Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω ευρήματα μου, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, εν προκειμένω, κρίνω ότι, δια της καταβολής του ποσού της προκαταβολής στην Εναγόμενη, αυτή αναμφίβολα προσπορίστηκε όφελος, χωρίς να παρέχει οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς τον Ενάγοντα, με αποτέλεσμα, ο Ενάγοντας να δικαιούται να λάβει θεραπεία, υπό μορφή αποκατάστασης (restitution), από την Εναγόμενη, στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία, στη βάση της οποίας να υπήρχε οποιοσδήποτε όρος, στη μεταξύ των μερών επίδικη Συμφωνία, ότι, η Εναγόμενη δικαιούτο να κατακρατήσει το μέρος του ποσού της προκαταβολής (που δεν κατέβαλε στον Ενάγοντα), στην περίπτωση τερματισμού της εν λόγω Συμφωνίας. Κρίνω, συναφώς, ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι, η Εναγόμενη έχει επιστρέψει μόνο μέρος του ποσού της προκαταβολής, έχει επωφεληθεί αδικαιολόγητα από το επίδικο αξιούμενο ποσό (που συνεχίζει να κατακρατεί), χωρίς να παρέχει οποιοδήποτε αντάλλαγμα προς τον Ενάγοντα, και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να το επιστρέψει στον τελευταίο προς αποκατάσταση της σχετικής αδικίας.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή του Ενάγοντα, εναντίον της Εναγόμενης, επιτυγχάνει. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, για το ποσό των €2.380 (συμπ. ΦΠΑ), πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης.

 

Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπογρ.)………………………

Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Μέσω των αγορεύσεων τους.

[2] Τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν και τα οποία, εν πάση περιπτώσει, είναι τα ίδια με τα Τεκμήρια 3 και 4 που επισυνάπτει η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε από πλευράς της Εναγόμενης.

[3] Το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, έχει ως εξής: «(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.

 

Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.

 

(2) Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.

(3) Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο