ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ
Αγωγή αρ.: 3927/2019
Μεταξύ:
ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
Ενάγουσα
-και-
ΒΑΛΕΝΤΙΝΑΣ ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ
Εναγόμενη
Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κα Π. Κωνσταντινίδου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ.
Για την Εναγόμενη: κ. Χρ. Καμπούρης
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα επιζητεί εναντίον της Εναγόμενης, το ποσό των €10.209,19, ως αξία κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, για την περίοδο μεταξύ 11.10.2013 έως 4.11.2013, περιλαμβανομένων καθυστερημένων οφειλών προηγούμενων λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων
Προτού προχωρήσω να παραθέσω την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να καταγράψω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων.
Η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας
Δικογραφικώς, αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι, στις 22.4.2013, καταρτίστηκε συμφωνία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία») μεταξύ της και της εταιρείας Get N' Go Kiosk Ltd (στο εξής «η Εταιρεία») και, στη βάση αυτής, η πρώτη προχώρησε στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό της τελευταίας. Επίσης, είναι η θέση της ότι, η Εναγόμενη υπέγραψε συμφωνία εγγύησης ημερ. 22.4.2013 (στο εξής «το Εγγυητήριο Έγγραφο»), με την οποία εγγυήθηκε προσωπικά να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό αφορά όλους τους λογαριασμούς που εξέδιδε η Ενάγουσα στο όνομα της Εταιρείας. Πάντα συναφώς, αποτελεί ισχυρισμό της ότι, στις 4.11.2013, εξέδωσε και παρέδωσε στην Εταιρεία, τον λογαριασμό με αριθμό 49814441918 (στο εξής «ο επίδικος λογαριασμός»), με τον οποίο απαιτούσε από την τελευταία, την καταβολή του αξιούμενου, με την παρούσα αγωγή, ποσού (€10.209,19), το οποίο αντιστοιχεί στην αξία ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο καταναλώθηκε από την Εταιρεία, κατά την χρονική περίοδο 11.10.2013 ‑ 4.11.2013, και το οποίο περιλαμβάνει, επίσης, καθυστερημένες οφειλές της τελευταίας, αποτέλεσμα προηγούμενων απλήρωτων λογαριασμών της προς την Ενάγουσα. Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι, στις 24.3.2014, απέστειλε στην Εταιρεία σχετική επιστολή, με την οποία της ζητούσε, όπως, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, καταβάλει το αξιούμενο προς αυτήν ποσό, πράγμα που η τελευταία δεν έπραξε, εξού και, στις 2.6.2014, η Ενάγουσα απέστειλε, εκ νέου, επιστολή προς αυτήν, αξιώνοντας το εν λόγω ποσό. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, η τελευταία επιστολή, παραλήφθηκε από την Εναγόμενη, εκ μέρους της Εταιρείας. Περαιτέρω, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, στις 16.7.2014, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στην Εναγόμενη, με την οποία επιζητούσε από την τελευταία την εξόφληση του αξιούμενου ποσού, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Πάντα συναφώς, ισχυρίζεται ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, η Εναγόμενη αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να καταβάλει το οφειλόμενο, προς αυτήν, ποσό. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω παράλειψη της Εναγόμενης, αποτελεί παράβαση του Εγγυητήριου Εγγράφου, ενώ η τελευταία ουδέποτε αμφισβήτησε τα ποσά των εκδοθέντων, από την Ενάγουσα, λογαριασμών.
Η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης
Η Εναγόμενη δικογραφικά ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι, η Ενάγουσα κωλύεται να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον της, βάσει του κωλύματος του δεδικασμένου. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι, η Ενάγουσα ήγειρε άλλη αγωγή εναντίον της Εταιρείας (την αγωγή με αρ. 6767/2014), με την ίδια βάση αγωγής και σε σχέση με τα ίδια γεγονότα, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον της τελευταίας, στην οποία αυτή (η Eναγόμενη) μπορούσε να περιληφθεί ως διάδικος, πράγμα που δεν έγινε. Σημειώνω εδώ ότι, η εν λόγω προδικαστική ένσταση δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, εφόσον τούτη δεν προωθήθηκε μέσω της αγόρευσης της πλευράς της Εναγόμενης, ούτε και μέσω της μαρτυρίας που αυτή παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Πέραν των πιο πάνω, η Eναγόμενη, δικογραφικά, παραδέχεται ότι η Εταιρεία κατήρτισε την επίδικη Συμφωνία. Κατά τα λοιπά, αυτή απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε εγγυητήριο έγγραφο και ότι ουδεμία συμβατική σχέση υπάρχει μεταξύ της και της Ενάγουσας. Τέλος, αρνείται ότι, η ίδια έχει παραλάβει οποιοδήποτε λογαριασμό ή επιστολή της Ενάγουσας, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς της τελευταίας.
Κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα
Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως τούτα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας[1], και των δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά γεγονότα.
1. Η Ενάγουσα είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, ο οποίος έχει συσταθεί δυνάμει του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ.171, και έχει εξουσία να ενάγει και να ενάγεται στο όνομά της.
2. Η Eναγόμενη αποτελεί φυσικό πρόσωπο και, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν διευθυντής και γραμματέας της Εταιρείας (βλ. Τεκμήριο 1).
3. Στις 22.4.2013, η Εταιρεία υπέβαλε αίτηση προς την Ενάγουσα, με την οποία ζητούσε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό στο οποίο η πρώτη ήταν ο νόμιμος κάτοχος και/ή ενοικιαστής (η σχετική Σύμβαση Μίσθωσης του υποστατικού αποτελεί το Τεκμήριο 5).
4. Κατόπιν έγκρισης της εν λόγω αίτησης από πλευράς της Ενάγουσας, μεταξύ της και της Εταιρείας, συνήφθη η επίδικη Συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 6), και ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός (με αρ. λογαριασμού 49814441918), και, στη βάση αυτής (της Συμφωνίας), η πρώτη προχώρησε στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό της τελευταίας, (βλ. Τεκμήριο 6). Η Εναγόμενη υπέγραψε την εν λόγω Συμφωνία εκ μέρους της Εταιρείας.
5. Την ίδια μέρα (22.4.2013), η Εναγόμενη υπέγραψε το Εγγυητήριο Έγγραφο (βλ. Τεκμήριο 7).
6. Ένεκα του ότι η Εταιρεία δεν κατέβαλε τις οφειλές της, η Ενάγουσα προχώρησε στη διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο υποστατικό της Εταιρείας και στην έκδοση του τελικού λογαριασμού με αρ. 49814441918 (Τεκμήριο 9).
7. Συγκεκριμένα, στις 4.11.2013, η Ενάγουσα εξέδωσε τον τελικό λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος της Εταιρείας, για το υποστατικό, με αριθμό λογαριασμού 49814441918, για το συνολικό ποσό των €10.209,19, ο οποίος (λογαριασμός) αφορούσε την περίοδο κατανάλωσης από 11.10.2013 - 4.11.2013 (βλ. Τεκμήριο 9), και στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν καθυστερημένες οφειλές της Εταιρείας, ύψους 9.669,05.
8. Η Εταιρεία οφείλει προς την Ενάγουσα το ποσό των €10.209,19[2].
Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω, από αυτό το στάδιο, σε ανάλογα ευρήματα.
Αμφισβητούμενα ζητήματα
Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, επί των οποίων έγιναν ήδη σχετικά ευρήματα, εκείνο που παραμένει, υπό αμφισβήτηση, ζήτημα, είναι το κατά πόσο η Εναγόμενη υποχρεούται, στη βάση του Εγγυητήριου Εγγράφου, να καταβάλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό αποτελεί οφειλή της Εταιρείας, βάσει προηγούμενων λογαριασμών και/ή οφειλών, οι οποίες δεν προέκυψαν μετά την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας.
Ακροαματική διαδικασία
Κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής, παρουσιάστηκαν συνολικά 3 μάρτυρες. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κ. Δημήτρης Χριστοδουλίδης (Μ.Ε. 1) και ο κ. Νεόφυτος Κουμίδης (Μ.Ε. 2), ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης, κατέθεσε η ίδια (Μ.Υ. 1). Κατατέθηκαν δε, συνολικά, 13 Τεκμήρια.
Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.
Μαρτυρία
Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη των επίδικων ζητημάτων.
Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση των όσων ζητημάτων παρέμειναν υπό αμφισβήτηση.
Μ.Ε. 1
Ο μάρτυρας αυτός είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας και κατέχει τη θέση Βοηθού Υποτομεάρχη Προμήθειας στην περιφέρεια Λευκωσίας. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατάθεσε το Έγγραφο Α. Επί της ουσίας, ο μάρτυρας αυτός προώθησε ισχυρισμούς ως η πιο πάνω εκδοχή της Ενάγουσας. Ήταν η θέση του ότι, το Εγγυητήριο Έγγραφο που υπογράφηκε από την Eναγόμενη, συμπεριελάμβανε και την ανάληψη υποχρέωσης της τελευταίας για εξόφληση όλων των υπολοίπων του επίδικου λογαριασμού της Εταιρείας (με αρ. 49814441918). Ανέφερε ότι, οι γενικοί όροι παροχής ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής «οι Γενικοί Όροι») (Τεκμήριο 8), οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της επίδικης Συμφωνίας, προνοούν ότι όλοι οι λογαριασμοί της Ενάγουσας που αφορούν οφειλόμενα ποσά για κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ή αφορούν οποιοδήποτε άλλο ποσό που σχετίζεται με την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, οφείλουν να εξοφλούνται εντός 15 ημερών από την παράδοσή τους ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο ήθελε αποφασιστεί από την Ενάγουσα. Ήταν η θέση του ότι, στην περίπτωση που ο εκάστοτε πελάτης της Ενάγουσας παραλείψει να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού του, η τελευταία έχει το δικαίωμα να προβεί στη διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο εν λόγω υποστατικό και να εκδώσει τελικό λογαριασμό, εξού και, στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα έπραξε τούτο και εξέδωσε το Τεκμήριο 9. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, ο τελικός επίδικος λογαριασμός (Τεκμήριο 9) αφορά τις οφειλές της Εταιρείας για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, για την περίοδο 11.10.2013 - 4.11.2013, καθώς και τη μεταφορά των καθυστερημένων οφειλών, προηγούμενων λογαριασμών, της Εταιρείας. Ως ανέφερε ο μάρτυρας αυτός, η Εταιρεία, όταν καταρτίστηκε η επίδικη Συμφωνία, είχε ήδη οφειλές προς την Ενάγουσα, βάσει της προηγούμενης συμφωνίας που αυτή είχε με την τελευταία (με ημερομηνία κατάρτισης την 16.2.2012 και ημερομηνία τερματισμού την 11.12.2012). Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε, ακόμη, το Τεκμήριο 10, το οποίο αποτελεί, ως ανέφερε, αντίγραφο του ιστορικού έκδοσης λογαριασμών και πληρωμών, αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, ως τούτο εκτυπώθηκε από το λογισμικό σύστημα της Ενάγουσας. Σε αυτό (το Τεκμήριο 10), ως ανέφερε, παρουσιάζεται μία χρέωση ύψους €10.755,46, η οποία αποτελεί την εν λόγω προηγούμενη οφειλή της Εταιρείας (στη βάση της προγενέστερης συμφωνίας), αναφορικά με την κατανάλωση ρεύματος στο ίδιο υποστατικό, η οποία (οφειλή) μεταφέρθηκε στον επίδικο λογαριασμό (της επίδικης Συμφωνίας), με σκοπό την αποπληρωμή της. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι, η αναφορά στο Τεκμήριο 10 σε «bill segment», δεικνύει την έκδοση λογαριασμού προς την Εταιρεία, με την τρίτη στήλη του εν λόγω τεκμηρίου, να αφορά το ποσό της κάθε πράξης και την τέταρτη στήλη να αφορά το εκάστοτε υπόλοιπο, λαμβανομένης υπόψη της τελευταίας πράξης που έγινε στον εν λόγω επίδικο λογαριασμό. Στη βάση δε του Τεκμηρίου 10, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, κατά την περίοδο της επίδικης Συμφωνίας εκδόθηκαν 4 λογαριασμοί/ τιμολόγια, από την Ενάγουσα, στο όνομα της Εταιρείας, αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό. Επίσης, κατέθεσε αντίγραφα των επιστολών ημερ. 24.3.2014, 2.6.2014 και 16.7.2014 που καταγράφονται στην πιο πάνω εκδοχή της Ενάγουσας (βλ Τεκμήρια 11, 12 και 13).
Μ.Ε. 2
Ο μάρτυρας αυτός, είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας και κατέχει τη θέση του Βοηθού Υποτομεάρχη στην Περιφέρεια Λευκωσίας και κατάθεσε το Έγγραφο Β, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επί της ουσίας, και ο μάρτυρας αυτός, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι, η Eναγόμενη, στις 22.4.2013, προσήλθε στα γραφεία της Ενάγουσας, υπό την ιδιότητά της ως διευθύντρια της Εταιρείας, ως επίσης και υπό την προσωπική της ιδιότητα, για σκοπούς υπογραφής του Εγγυητηρίου Εγγράφου. Ήταν η θέση του ότι, το Εγγυητήριο Έγγραφο, η Εναγόμενη το υπέγραψε στην παρουσία του, ενώ, στη βάση αυτού, η τελευταία εγγυήθηκε προσωπικά να καταβάλλει κάθε οφειλόμενο, από την Εταιρεία, ποσό, προς την Ενάγουσα. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι, η υπογραφή του Εγγυητηρίου Εγγράφου και η παροχή εγγύησης στη βάση αυτού, από πλευράς της Εναγόμενης, αποτελούσε βασική προϋπόθεση, από πλευράς της Ενάγουσας, για να καταρτιστεί η επίδικη Συμφωνία για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο υποστατικό της Εταιρείας, αφ’ ης στιγμής, εκ μέρους της τελευταίας, υπήρχε εκκρεμούσα οφειλή, προς την πρώτη, ύψους €10.755,46. Ήταν η θέση του ότι, με την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας και του Εγγυητηρίου Εγγράφου, το πιο πάνω ποσό εκ €10.755,46, μεταφέρθηκε στον επίδικο λογαριασμό (με αρ. 49814441918) που ανοίχθηκε και τηρείτο για την Εταιρεία, ενώ η Εναγόμενη υπέγραψε το εν λόγω Εγγυητήριο, έχοντας πλήρη γνώση για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού. Τούτο, μάλιστα, ως ανέφερε, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι, η τελευταία, την ίδια ημέρα (22.4.2013), κατέβαλε, εκ μέρους της Εταιρείας, το ποσό των €3.000 έναντι του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού ύψους €10.755,46, με αποτέλεσμα η προγενέστερη οφειλή της Εταιρείας να μειωθεί στο ποσό των €7.755,46 (βλ. Τεκμήριο 10).
Ερωτηθείς να αναφέρει που στο Εγγυητήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 7), καταγράφεται ότι η Εναγόμενη εγγυήθηκε και την καταβολή των προηγούμενων οφειλών της Εταιρείας, οι οποίες προέκυψαν βάσει της προηγούμενης συμφωνίας που είχε η τελευταία (ημερ. 16.2.2012), ο μάρτυρας αυτός παρέπεμψε στο μέρος του Τεκμηρίου 7 που αναφέρει ότι «[…] με την παρούσα εγγύηση εγγυούμαι προσωπικά και ανεπιφύλακτα την πιστή εκτέλεση της σύμβασης καθώς και την πληρωμή κάθε οφειλόμενου από την Εταιρεία ποσού προς την ΑΗΚ». Επίσης, ανέφερε ότι, στις περιπτώσεις λογαριασμών που τερματίζονται, η διαδικασία που ακολουθεί η Ενάγουσα για να ανοιχθεί εκ νέου λογαριασμός στο όνομα του πελάτη (στο όνομα του οποίου ήταν ο προηγούμενος λογαριασμός που είχε τερματιστεί), είναι ότι πρέπει να καταβληθεί το υφιστάμενο οφειλόμενο ποσό από τον εν λόγω πελάτη και, ακολούθως, να ανοιχθεί νέος λογαριασμός στο όνομα του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως ισχυρίστηκε, επειδή ο πελάτης (η Εταιρεία) δεν μπορούσε να καταβάλει ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό των €10.755,46 (το οποίο προέκυψε βάσει της προηγούμενης σύμβασης που είχε με την Ενάγουσα (ημερ. 16.2.2012)), με σκοπό να τον βοηθήσουν και να ανοιχθεί ο νέος λογαριασμός (με την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας), έγινε κάποιος διακανονισμός, στη βάση του οποίου συμφωνήθηκε, μεταξύ των μερών, όπως αντί η Εταιρεία να καταβάλει ολόκληρο το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό, να καταβάλει μέρος του (τις €3.000), κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας, και το υπόλοιπο να το καταβάλει σε 9 ισόποσες διμηνιαίες δόσεις. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι, από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού και την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας, έγιναν μόνο δύο ακόμη πληρωμές από πλευράς της Εταιρείας, την 1.8.2013, για το ποσό των €1.238,35 και, στις 3.9.2013, για το ποσό των €1.000 (βλ. Τεκμήριο 10), ενώ, κατά τα λοιπά, δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή.
Εναγόμενη (Μ.Υ. 1)
Η Eναγόμενη κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της το Έγγραφο Γ. Ισχυρίστηκε ότι, η Eταιρεία διατηρούσε περίπτερο και ήταν πελάτης της Ενάγουσας από το έτος 2012. Ανέφερε ότι, όταν καταρτίστηκε η πρώτη συμφωνία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ της τελευταίας και της Εταιρείας, κατά το έτος 2012, η ίδια δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε εγγύηση υπό την προσωπική της ιδιότητα, αναφορικά με τις οφειλές της Εταιρείας. Ήταν η θέση της ότι, η Εταιρεία, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει τις οφειλές της, βάσει των τιμολογίων που εκδίδονταν από την Ενάγουσα, αναφορικά με την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό (στη βάση της προηγούμενης συμφωνίας), με αποτέλεσμα, η τελευταία να διακόψει την παροχή ηλεκτρισμού στο εν λόγω υποστατικό. Ανέφερε ότι, όταν η ίδια επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας, στις 22.4.2013, με σκοπό να αιτηθεί την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό της Εταιρείας, της ζητήθηκε να καταρτιστεί νέα συμφωνία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για το εν λόγω υποστατικό (και δη η επίδικη Συμφωνία (Τεκμήριο 6)). Επίσης, ανέφερε ότι, ένεκα της κακής προηγούμενης (οικονομικής) συμπεριφοράς της Εταιρείας (και δη της μη καταβολής των οφειλών της, βάσει της προγενέστερης συμφωνίας για το ίδιο υποστατικό), ζήτησαν από την ίδια (από πλευράς της Ενάγουσας), να υπογράψει το Εγγυητήριο Έγγραφο, υπό την προσωπική της ιδιότητα. Περαιτέρω, ως ισχυρίστηκε, για σκοπούς κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας, συμφωνήθηκε μεταξύ της Εταιρείας και της Ενάγουσας ότι, η προηγούμενη οφειλή της πρώτης θα αποπληρωνόταν σταδιακά με δόσεις. Εντούτοις, ως ανέφερε, δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία για μεταφορά της εν λόγω προηγούμενης οφειλής στον επίδικο λογαριασμό (που θα ανοίγετο βάσει της επίδικης Συμφωνίας). Εξού και ήταν η θέση της ότι, το ποσό των €3.000, καταβλήθηκε εκ μέρους της Εταιρείας, στις 22.4.2013, και όχι από την ίδια προσωπικά, καθότι τούτο ήταν απαραίτητο να καταβληθεί, για να υπογραφεί η επίδικη Συμφωνία. Ως ισχυρίστηκε, η καταβολή του εν λόγω ποσού (€3.000), σε καμία περίπτωση αποτελούσε αναγνώριση από την ίδια ότι θα εξοφλούσε τη μη εγγυημένη από αυτήν προηγούμενη οφειλή της Εταιρείας. Επίσης, αποτέλεσε θέση της ότι, από την ημερομηνία που καταρτίστηκε η επίδικη Συμφωνία, η Εταιρεία προσπάθησε να πληρώσει τους λογαριασμούς που εκδίδονταν στο όνομα της, αλλά μετά από λίγο καιρό αυτή «έκλεισε», λόγω χρεοκοπίας. Παρατηρώντας δε το Τεκμήριο 7, η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι, η εγγύηση που υπέγραψε ήταν για τα ποσά που θα προέκυπταν από την επίδικη Συμφωνία και όχι για οποιαδήποτε παλαιότερη οφειλή της Εταιρείας προς την Ενάγουσα. Ακόμη, ως ήταν η θέση της, δεν θα μπορούσε να εγγυηθεί την καταβολή της εν λόγω προγενέστερης οφειλής της Εταιρείας, εφόσον η ίδια, κατά το δεδομένο χρόνο, δεν εργαζόταν και, συνεπώς, δεν είχε τους οικονομικούς πόρους για να καλύψει τούτην. Ο λόγος δε που υπέγραψε το Εγγυητήριο Έγγραφο, ως ισχυρίστηκε, ήταν για να ασκεί στους ιδιοκτήτες του περιπτέρου (της Εταιρείας) πίεση, «για να καλύπτονται οι λογαριασμοί», ενώ τη συγκεκριμένη περίοδο βρισκόταν σε διαδικασία διαζυγίου με έναν εκ των ιδιοκτητών της Εταιρείας και «ήταν μια εκ των επιλογών για να προχωρήσουμε ξεχωριστά».
Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 7, ανέφερε ότι ίσως τα όσα καταγράφονται σε αυτό να ισχύουν νομικά, αλλά η ίδια δεν το αντιλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο. Ως ισχυρίστηκε, κατά τον χρόνο υπογραφής του Εγγυητηρίου Εγγράφου δεν ήταν παρών οποιοσδήποτε δικηγόρος για να της εξηγήσει τι έγραφε τούτο (το έγγραφο) και, μέχρι σήμερα, η ίδια αδυνατεί να κατανοήσει πως τούτο τη δεσμεύει για οποιαδήποτε προηγούμενη οφειλή της Εταιρείας. Επίσης, ήταν η θέση της ότι, η προηγούμενη οφειλή της Εταιρείας δεν θα μεταφερόταν στον επίδικο λογαριασμό (που ανοίχθηκε βάσει της επίδικης Συμφωνίας), εφόσον η τελευταία αδυνατούσε, κατά τον εν λόγω χρόνο, να πληρώσει λογαριασμό, για ποσό πέραν των €10.000. Τέλος, ήταν η θέση της ότι, η ίδια δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της ως εγγυητής της Eταιρείας, για οποιεσδήποτε προηγούμενες οφειλές της τελευταίας και δη οφειλές που προέκυψαν πριν τις 22.4.2013 και, συνεπώς, πριν την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους (1997) 1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).
Στη βάση των σχετικών αρχών που έχει θέσει η νομολογία, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση.
Μ.Ε. 1
Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του δεν διακατέχεται από οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή υπεκφυγές, οι οποίες θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Ήταν δε σταθερός στις τοποθετήσεις του και με ιδιαίτερη σαφήνεια εξήγησε τα όσα έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά και τον τρόπο λειτουργίας της Ενάγουσας σε ότι αφορά την κατάρτιση συμφωνιών ως η επίδικη. Η δε μαρτυρία του συνάδει και με την ενώπιον μου έγγραφη αποδεκτή μαρτυρία.
Στο μόνο μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα είναι στα όσα αυτός ανέφερε σε σχέση με τη νομική ερμηνεία του Εγγυητηρίου Εγγράφου, και δη στο κατά πόσο, βάσει τούτου, η Εναγόμενη έχει εγγυηθεί και είναι υπόχρεη να καταβάλει προς την Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό αφορά προγενέστερη, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλή της Εταιρείας. Και τούτο διότι, ο μάρτυρας αυτός δεν έθεσε οποιοδήποτε υπόβαθρο στη βάση του οποίου θα μπορούσε να εκφέρει νομική γνώμη, αναφορικά με την ερμηνεία του εν λόγω Εγγράφου Εγγύησης, ζήτημα το οποίο, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου.
Στη βάση των ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέχτηκα, τη λοιπή μαρτυρία του ΜΕ 1 την αποδέχομαι και, στη βάση αυτής, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Μ.Ε. 2
Ομοίως, ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο προσήλθε με σκοπό να πει την αλήθεια και να εκφέρει τα γεγονότα ως ο ίδιος τα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο, ως επίσης να αναφέρει τις πρακτικές που η Ενάγουσα ακολουθούσε, γενικότερα, αναφορικά με την κατάρτιση συμφωνιών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και εγγύησης σε σχέση με αυτές, αλλά και, ειδικότερα, σε ότι αφορά την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας και του Εγγυητηρίου Εγγράφου. Η δε μαρτυρία του συνάδει πλήρως και με την ενώπιον μου έγγραφη αποδεκτή μαρτυρία, ενώ ο μάρτυρας ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματικός, με αναφορά σε συγκεκριμένα τεκμήρια που είναι κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου, για το πως, ως επίσης και το λόγο, για τον οποίο η προηγούμενη οφειλή της Εταιρείας μεταφέρθηκε στον επίδικο λογαριασμό (με αρ. 49814441918) που ανοίχθηκε βάσει της επίδικης Συμφωνίας. Με αναφορά δε στο Τεκμήριο 10, υπέδειξε και τις πληρωμές που έγιναν από την Εταιρεία μετά το άνοιγμα του εν λόγω επίδικου λογαριασμού.
Στο μόνο μέρος της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα στο οποίο δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα, είναι σε αυτό που τον θέλει να προβαίνει σε νομική ερμηνεία του Εγγυητηρίου Εγγράφου, ως προς το κατά πόσο τούτο δεσμεύει την Εναγόμενη να καταβάλει οποιεσδήποτε προγενέστερες, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλές της Εταιρείας προς την Ενάγουσα. Και τούτο, όχι επί της βάσης ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε ψέματα, αλλά για τους ίδιους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, για το εν λόγω ζήτημα, στην αξιολόγηση του ΜΕ 1, και δη ότι, ούτε ο ΜΕ 2 έθεσε οποιοδήποτε υπόβαθρο επί του οποίου να μπορεί να εκφέρει νομική άποψη επί του ζητουμένου.
Επίσης, στο βαθμό που η μαρτυρία του αφορά τις συνθήκες συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας και του Εγγυητηρίου Εγγράφου και των όποιων προθέσεων και/ή αντίληψης των μερών κατά τον εν λόγω χρόνο, αναφορικά με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονταν στην Εναγόμενη βάσει του Εγγυητηρίου, τούτη, αποτελεί εξωγενής μαρτυρία και, ως τέτοια, θα ληφθεί υπόψη μόνο, αν κριθεί ότι οι όροι του εν λόγω Εγγυητηρίου Εγγράφου πάσχουν από οποιαδήποτε ασάφεια (βλ. μεταξύ άλλων, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1432, Πίγκος Εστεϊτς Λτδ v. 1. Μιχάλη Θεοδούλου Καλογήρου, Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Θεόδουλου Νικόλα Καλογήρου κ.α. (2015) 1 ΑΑΔ 1953[3]).
Στη βάση όλων των πιο πάνω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέχτηκα, τη λοιπή μαρτυρία του ΜΕ 2 την αποδέχομαι και, στη βάση αυτής, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Εναγόμενη (Μ.Υ. 1)
Σε ό,τι αφορά τα επίδικα ζητήματα, είναι εξ αρχής που σημειώνω ότι, τη μαρτυρία της Εναγόμενης δεν μπορώ να την αποδεχτώ. Και τούτο γιατί, υπάρχει σαφής διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων θέσεων της και της μαρτυρίας που παρουσίασε προς υποστήριξη της θέσης της, πράγμα που υπέχει ουσιαστικής σημασίας κατά την αξιολόγηση της εκδοχής της και είναι επαρκής λόγος για να οδηγήσει από μόνη της στην απόρριψη των ισχυρισμών της (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη (2010) 1 ΑΑΔ 25, Ιωάννης Παπά v. D. Stavrinos Constructions Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 217/2008, ημερ. 21.2.2017), ECLI:CY:AD:2017:A56. Και εξηγώ. Η Εναγόμενη, δικογραφικά, μέσω της Υπεράσπισης της, προέβαλε τη θέση ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την Ενάγουσα, ότι ουδέποτε υπέγραψε το Εγγυητήριο Έγγραφο, αλλά και ότι ουδέν ποσό οφείλει προς αυτήν. Τίποτα δεν δικογραφείται, από πλευράς της, αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής, είτε της επίδικης Συμφωνίας, είτε του Εγγυητηρίου Εγγράφου ή την ερμηνεία αυτού. Για πρώτη φορά η Εναγόμενη, προβαίνει σε αναφορές ως προς τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας και του Εγγυητηρίου Εγγράφου, μέσω της μαρτυρίας της, για να καταδείξει τη θέση που προώθησε, στο στάδιο της ακρόασης, ότι ναι μεν υπέγραψε τούτο (το Εγγυητήριο Έγγραφο), αλλά όχι για να εγγυηθεί τις προηγούμενες, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλές της Εταιρείας προς την Ενάγουσα, παρά μόνο όσες προέκυψαν μετά την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας. Η πιο πάνω διάσταση, όμως, μεταξύ των δικογραφημένων θέσεων της και της μαρτυρίας που προσέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε απόρριψη των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την ακροαματική διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης δεν συνάδει με την κοινή λογική και τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά και με την ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη μαρτυρία.
Κατ’ αρχάς, η θέση της που θέλει την προηγούμενη, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλή της Εταιρείας (εκ ποσού €10.755,46), να είχε συμφωνηθεί να μην μεταφερθεί στον επίδικο λογαριασμό (με αρ. 49814441918), δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10, όπου ξεκάθαρα φαίνεται ότι η εν λόγω προηγούμενη οφειλή της Εταιρείας, ύψους €10.755,46, είχε μεταφερθεί στον εν λόγω λογαριασμό και έναντι της είχε καταβληθεί, από την τελευταία, στην οποία η Εναγόμενη ήταν η μοναδική διευθύντρια, το ποσό των €3.000, για σκοπούς κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας. Επίσης, από το Τεκμήριο 10, στη βάση και της μαρτυρίας του ΜΕ 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε επί τούτου, είναι ξεκάθαρο ότι, από την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας και το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού (με αρ. 49814441918), εκδόθηκαν δύο τουλάχιστον λογαριασμοί (bill segments), ένας στις 16.8.2013, για το ποσό των €9.765,50 και ένας, στις 16.10.2013, για το ποσό των €9.669,05, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι προηγούμενες, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλές της Εταιρείας, χωρίς η τελευταία ή η Εναγόμενη, ως διευθυντής της, να αμφισβητήσει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τους εν λόγω λογαριασμούς. Συνεπώς, εύλογα διερωτάται κανείς πως η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να κατανοήσει πως στον επίδικο λογαριασμό περιλαμβάνονται και οι προηγούμενες, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλές της Εταιρείας. Συναφώς με τούτο, εύλογα διερωτάται κανείς πως η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να κατανοήσει πως το Εγγυητήριο Έγγραφο τη δεσμεύει για οποιεσδήποτε προηγούμενες οφειλές της Εταιρείας, όταν στη βάση του τίτλου αυτού αναγράφεται «Προσωπική Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης της Σύμβασης και Αποπληρωμής Οφειλόμενων Ποσών». Στα όσα δε η Εναγόμενη ανέφερε ότι, δεν είχε κάποιο δικηγόρο παρών, κατά το χρόνο υπογραφής του Εγγυητηρίου Εγγράφου, και ότι δεν της ανέφερε κανείς ότι εγγυόταν και τις εν λόγω προηγούμενες οφειλές της Εταιρείας, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα, καθότι αυτή σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν ανέφερε ότι εμποδίστηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να διαβάσει το περιεχόμενο του επίδικου Εγγυητηρίου Εγγράφου ή να λάβει νομική συμβουλή αν το επιθυμούσε. Το αν η ίδια δεν διάβασε και, κατ’ επέκταση, δεν γνώριζε τι ακριβώς υπέγραφε, δεν αναιρεί το γεγονός ότι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, είναι ξεκάθαρο ότι υπήρχε όρος στη βάση του οποίου αυτή εγγυάτο προσωπικά την πιστή εκτέλεση της επίδικης σύμβασης, καθώς και την πληρωμή κάθε οφειλόμενου, από την Εταιρεία, ποσού. Ούτε βεβαίως μπορεί, εν προκειμένω, η Εναγόμενη να επικαλεστεί την αρχή του non est factum, εφόσον τούτη επενεργεί προς όφελος προσώπων που είτε μόνιμα είτε προσωρινά, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε δική τους ευθύνη, καθίστανται ανίκανοι να αντιληφθούν τον σκοπό ενός συγκεκριμένου εγγράφου το οποίο υπογράφουν (βλ. Saunders v. Anglia Building Society (1970) 3 All ER 961), κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύει, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας.
Για τους πιο πάνω λόγους, τη μαρτυρία της Εναγόμενης, σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα, δεν μπορώ να την δεκτώ.
Τελικά Ευρήματα
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης μου, μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω και στα εξής επιπρόσθετα ευρήματα.
1. Κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας, η Εταιρεία είχε οφειλές προς την Ενάγουσα, συνολικού ποσού ύψους €10.755,46, οι οποίες προέκυψαν, βάσει της προγενέστερης συμφωνίας που είχε η τελευταία με την πρώτη, ημερ. 16.2.2012, για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο ίδιο υποστατικό. Αποτελούσε δε ρητό όρο της επίδικης Συμφωνίας ότι για να προχωρήσει η Ενάγουσα να παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα στο υποστατικό της Εταιρείας, θα έπρεπε η τελευταία να αποπληρώσει την εν λόγω προγενέστερη οφειλή της.
2. Επειδή η Εταιρεία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας να καταβάλει ολόκληρο το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό των €10.755,46, αναφορικά με την προγενέστερη οφειλή της, συμφωνήθηκε όπως αυτή καταβάλει το ποσό των €3.000 έναντι της εν λόγω οφειλής της, κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας και, όπως, το υπόλοιπο το καταβάλει, στην Ενάγουσα, σε 9 ισόποσες διμηνιαίες δόσεις, οι οποίες θα περιλαμβάνονταν στους λογαριασμούς που θα εξέδιδε η τελευταία σε σχέση με το υποστατικό, βάσει της εν λόγω Συμφωνίας. Εξού και το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό μεταφέρθηκε στον επίδικο λογαριασμό (με αρ. 49814441918), ο οποίος ανοίχθηκε κατόπιν της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας, στον οποίο (λογαριασμό) πιστώθηκαν και οι €3.000 που καταβλήθηκαν από την Εταιρεία έναντι της πιο πάνω προγενέστερης οφειλής της.
3. Επειδή η Εταιρεία δεν κατέβαλε τις οφειλές της, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, από πλευράς της Ενάγουσας, η τελευταία τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία και εξέδωσε τον τελικό λογαριασμό αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό (με αρ. 49814441918) (Τεκμήριο 9), για το αξιούμενο ποσό των €10.209,19.
4. Η Εναγόμενη γνώριζε κατά το χρόνο υπογραφής του Εγγυητήριου Εγγράφου για την ύπαρξη της προγενέστερης, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλής της Εταιρείας προς την Ενάγουσα.
Νομική πτυχή και Συμπεράσματα
Συνεπεία της νομικής βάσης της αγωγής, και δη της παράβασης συμφωνίας, χρήσιμο, κρίνεται, να παρατεθούν τα όσα αποφασίστηκαν σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149.
Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά τη ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά, κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων, ή τη ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα πρόκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά την λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα πρoέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α. (1997) 1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α. (1997) 1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους (1990) 1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos (1982) 1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana (1982) 1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883).
Εν προκειμένω, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, είναι παραδεκτό από τα μέρη ότι, κατά την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας, η Εταιρεία όφειλε προς την Ενάγουσα το αξιούμενο ποσό των €10.209,19, το οποίο αυτή συνεχίζει να οφείλει. Συνεπώς, οι όποιες αναφορές στην αγόρευση της Εναγόμενης περί του ότι, η Ενάγουσα δεν απέδειξε ειδικώς το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 9 και 10), είναι άνευ αντικειμένου, εφόσον η εν λόγω οφειλή της Εταιρείας αλλά και το ύψος αυτής, είναι παραδεκτά. Το μόνο, επομένως, που απομένει να εξεταστεί, είναι αν, στη βάση του Εγγυητηρίου Εγγράφου, η Εναγόμενη έχει την υποχρέωση να καταβάλει, προς την Ενάγουσα, οποιαδήποτε οφειλή της Εταιρείας, η οποία προέκυψε πριν την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας, η οποία περιλαμβάνεται στον επίδικο λογαριασμό.
Προβάλλεται η θέση, από πλευράς της Εναγόμενης, ότι το Εγγυητήριο Έγγραφο δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατά τρόπο που να επιβάλλει σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλει στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό προέκυψε ως οφειλόμενο από την Εταιρεία πριν την κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας. Και τούτο διότι, κατά την Εναγόμενη, η ίδια κατέστη, για πρώτη φορά, εγγυητής της Εταιρείας, στις 22.4.2013, όταν και υπέγραψε το Εγγυητήριο Έγγραφο.
Η ερμηνεία μίας σύμβασης είναι ζήτημα νομικό και αποτελεί έργο του Δικαστηρίου, ενώ η συνήθης ερμηνευτική προσέγγιση του κοινοδικαίου, η οποία έχει υιοθετηθεί από τη δική μας νομολογία, είναι ότι σε ένα έγγραφο δίδεται η γραμματική του ερμηνεία και δη ότι βασικό κριτήριο είναι η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της σύμβασης και ότι αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτως ώστε να αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των συμβαλλομένων μερών (βλ. μεταξύ άλλων, Ανόρθωσις ν. Απόλλων (2002) 1 Α.Α.Δ 518, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβ. Αποχετεύσεων Λ/σίας (1999) 1 Α.Α.Δ. 630, Pell Frischmann Cons. Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 1 Α.Α.Δ. 33, Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1058, Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd (2001) 1 AAΔ.1156, Progressive Insurance Co Ltd v S. Kaniklides (Cyprus) Ltd κ.α., Πολ. Έφεση αρ. 411/2019, απόφαση ημερ. 10.2.2025, Γιακουμή v. Μάριου Βακανά κ.α, Πολιτική Έφεση αρ. 372/2018, απόφαση ημερ. 9.4.2025 και Σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, τόμος Β, σελ. 455).
Εν προκειμένω, το λεκτικό του Εγγυητηρίου Εγγράφου είναι απόλυτα ξεκάθαρο και ουδεμία αοριστία περιβάλλει αυτό, ως προς τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα. Από τη γραμματική ερμηνεία του εν λόγω Εγγυητηρίου Εγγράφου, και δη του όρου που θέλει την Ενάγουσα να θέτει ως «όρο για τη σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης την παροχή προσωπικής εγγύησης της πιστής εκτέλεσης της προαναφερόμενης σύμβασης από πλευράς της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένης και της πληρωμής κάθε οφειλόμενου από την Εταιρεία προς την ΑΗΚ ποσού» διαφαίνεται, ξεκάθαρα, ότι εκείνο που το Εγγυητήριο Έγγραφο επιβάλλει στην Εναγόμενη είναι την προσωπική και ανεπιφύλακτη εγγύηση αυτής, τόσο για την πιστή εκτέλεση της επίδικης Συμφωνίας (με ειδική αναφορά, επί του εν λόγω Εγγράφου, στον λογαριασμό με αρ. 49814441918), όσο και της πληρωμής κάθε οφειλόμενου, από την Εταιρεία προς την Ενάγουσα, ποσού. Η φράση «της πληρωμής κάθε οφειλόμενου από την Εταιρεία ποσού», δεν μπορεί παρά να ερμηνευτεί με την γραμματική έννοια αυτής και δη ότι υπήρχαν υφιστάμενα οφειλόμενα ποσά από την Εταιρεία, τα οποία η Εναγόμενη εγγυήθηκε να καταβάλει, σε περίπτωση, προφανώς, που η Εταιρεία δεν τα κατέβαλλε. Είναι, επομένως, αβίαστα που προκύπτει ότι, αφ’ ης στιγμής, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας, η προγενέστερη οφειλή της Εταιρείας προς την Ενάγουσα, είχε μεταφερθεί στον επίδικο λογαριασμό (και αφαιρέθηκε από αυτήν το ποσό των €3.000), η Εναγόμενη, στη βάση του εν λόγω Εγγυητηρίου Εγγράφου, είχε εγγυηθεί και την καταβολή προς την Ενάγουσα του μέρους της προηγούμενης, της επίδικης Συμφωνίας, οφειλής της Εταιρείας η οποία δεν είχε καταβληθεί. Αφ’ ης δε στιγμής, η επίδικη προηγούμενη οφειλή περιλαμβάνεται στον επίδικο λογαριασμό κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος της Εταιρείας και το ύψος του ποσού του εν λόγω λογαριασμού είναι παραδεκτό, το εν λόγω συνολικό αξιούμενο ποσό των €10.209,19, αφορά τον επίδικο λογαριασμό και εμπίπτει, εν πάση περιπτώσει, εντός της εμβέλειας της εγγύησης της Εναγόμενης, στη βάση του Εγγυητηρίου Εγγράφου.
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, η υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο, οδηγεί στη δικαστική κρίση ότι η Εναγόμενη, είχε την υποχρέωση, στη βάση του Εγγυητηρίου Εγγράφου, να καταβάλει το αξιούμενο ποσό του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 9), με αποτέλεσμα η μη καταβολή του προς την Ενάγουσα μέχρι σήμερα, να συνιστά παράβαση του εν λόγω Εγγυητηρίου Εγγράφου εκ μέρους της.
Κατάληξη
Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης, επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, για το ποσό των €10.209,19, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης.
Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπογρ.)……………………
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] βλ. Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc. (2002) 1 ΑΑΔ 1527.
[2] Βλ. σχετική παραδοχή στη σελ. 2 της γραπτής αγόρευσης της Εναγόμενης.
[3] Σε αυτήν την υπόθεση λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το ζήτημα της αποδοχής εξωγενούς μαρτυρίας: «Συνιστά βασικό κανόνα σε ό,τι αφορά τις γραπτές συμβάσεις ότι οι πρόνοιες που τις συναποτελούν και ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τις τροποποιήσει ή να τις αντικρούσει. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όσον αφορά σε γραπτές συμβάσεις. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι όπου τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν γραπτή σύμβαση, τότε είναι το ίδιο το περιεχόμενό της και μόνο που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Στον κανόνα αυτό έχουν αναγνωρισθεί εξαιρέσεις, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση διευκρίνισης αμφιβολίας ή ασάφειας σε κάποιο έγγραφο προς το σκοπό της αποσαφήνισης της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η αναζήτηση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής καθιστά επιτρεπτή την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου «να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντάς την από ο,τιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψή της»».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο