ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1191 / 2017
Μεταξύ:
1. EMAN (BUSES) LTD (HE29018)
2. NATIONAL EXPRESS TRANSFERS N.E.T. LTD (HE279213)
Εναγόντων
και
1. GELCO LIFTS LTD (HE37242)
2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΥΚΑΡΟΣ
3. CYPRUS IMPORT CORPORATION LTD (HE463)
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενη 1: κος Κ. Πλατής για Ανδρέα Μ. Κλεάνθους
Για Εναγόμενους 2 και 3: κα Μ. Μάρκου για Άντης Πολυδώρου Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Στις 25.06.2014 ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είναι υπάλληλος της Εναγόμενης 3, οδηγούσε το όχημα - γερανό με αριθμό εγγραφής [ ] (εφεξής «Γερανός»), ο οποίος ανήκει στην Εναγόμενη 1 στην οδό Μάρκου Μπότσαρη στο Καϊμακλί, της επαρχίας Λευκωσίας, όταν κάποια στιγμή ο βραχίονας του Γερανού μετακινήθηκε και προσέκρουσε στο σταθμευμένο λεωφορείο της Ενάγουσας 1 (εφεξής «Λεωφορείο»).
2. Το Λεωφορείο υπέστη υλικές ζημιές. Η Ενάγουσα 1 διεκδικούσε αποζημιώσεις για το κόστος επιδιόρθωσης του Λεωφορείου. Η Ενάγουσα 2, η οποία ενοικίαζε το Λεωφορείο κατά τον ουσιώδη χρόνο, διεκδικούσε αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης του Λεωφορείου μέχρι και την πλήρη επισκευή του.
3. Στις 13.02.2025 ο συνήγορος των Εναγουσών δήλωσε ότι δεν θα προωθούσε την αξίωση σε σχέση με απώλεια χρήσης του Λεωφορείου από μέρους της Εναγόμενης 2. Συμφωνήθηκε μεταξύ όλων των μερών και κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι συνεπεία του ατυχήματος το Λεωφορείο υπέστη ζημιές ύψους €3.507. Το ποσό αυτό, πλέον τα έξοδα των Εναγουσών ύψους €2.493 πλέον ΦΠΑ θα καταβληθεί στην Ενάγουσα 2 από τον Εναγόμενο τον οποίο θα κρίνει υπεύθυνο το Δικαστήριο χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο επιμερισμού ευθύνης.
4. Αναφέρθηκε επίσης ότι «το ποσό τούτο [ήτοι €3507] πλέον το ποσό των €2493, πλέον ΦΠΑ αποτελεί και το σύνολο των απαιτήσεων των εναγουσών».
5. Δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 6 και 8 του τροποποιημένου ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 20.06.2018 (εφεξής «ΕΑ»). Δηλώθηκε επίσης το ακόλουθο παραδεκτό γεγονός: κάτω από συνθήκες που δεν είναι στην γνώση των Εναγουσών ο Εναγόμενος 2 συγκρούστηκε και προκάλεσε ζημιές με τον βραχίονα του Γερανού στο ακινητοποιημένο Λεωφορείο.
6. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο εν προκειμένω θα πρέπει να αποφασίσει ποιος εκ των Εναγόμενων φέρει την ευθύνη για το ατύχημα. Οι Εναγόμενοι 1 αφενός και οι Εναγόμενοι 2 και 3 αφετέρου, δήλωσαν ότι το μέρος το οποίο θα κριθεί υπεύθυνο θα καταβάλει τις δηλωθείσες αποζημιώσεις και έξοδα στην Ενάγουσα 2 ή το ποσοστό των αποζημιώσεων σύμφωνα με το ποσοστό ευθύνης το οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο.
7. Στις 19.03.2025 δηλώθηκε μεταξύ των Εναγόμενων ακόμα ένα παραδεκτό γεγονός ως ακολούθως: «Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε τον γερανό [ ] με τη συγκατάθεση και κατόπιν εξουσιοδότησης της Εναγόμενης 1, ως εντολοδόχος της Εναγόμενης 3».
8. Μετά την πιο πάνω δήλωση οι Εναγόμενοι δήλωσαν ότι δεν προτίθεντο να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία και ζητήθηκε χρόνος για την ετοιμασία γραπτών αγορεύσεων.
Β. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ – ΕΥΡΗΜΑΤΑ
9. Οι παραδοχές αποτελούν μέρος της μαρτυρίας και αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία ανάγονται σε δεδομένα δίχως να επιτρέπεται διατύπωση ευρημάτων που να τις αντιστρατεύονται (Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2η έκδοση, σελ. 281, Αντρέα κ.α. ν Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 498, Marrero v Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 692, Μάριος Ασπρής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 39/2022, 04.04.2023), ECLI:CY:AD:2023:B129.
10. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μόνο παραδεκτά γεγονότα τα οποία πρέπει να θεωρήσει ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα οποία ανάγονται ως δεδομένα.
11. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία και τυχόν κενά στα γεγονότα θα πρέπει να παραμείνουν κενά χωρίς το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες με σκοπό τη συμπλήρωση τους. Θα πρέπει επίσης να αγνοηθούν οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των μερών στο μέτρο κατά το οποίο δεν συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα.
12. Τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
12.1 Η Ενάγουσα 1 ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με έδρα την Αγία Νάπα η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με τις δημόσιες μεταφορές και η οποία ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια του Λεωφορείου με αρ. εγγραφής [ ] κατασκευής Renault (παρ. 1, ΕΑ).
12.2 Η Ενάγουσα 2 κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την αγωγή χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με έδρα τη Λάρνακα η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων με τις δημόσιες μεταφορές και που κατείχε και/ή χρησιμοποιούσε και/ή είχε ενοικιάσει το Λεωφορείο από την Ενάγουσα 1 (παρ. 2, ΕΑ).
12.3 Κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1 ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με έδρα τη Λευκωσία και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την προμήθεια, εγκατάσταση, συντήρηση και ανακαίνιση ανελκυστήρων και αποτελεί ιδιοκτήτρια του οχήματος/γερανού με αρ. εγγραφής [ ] (παρ. 3, ΕΑ)
12.4 Κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη 3 ήταν και εξακολουθεί να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με έδρα τη Λευκωσία και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή, πώληση, εμπορία, και επιδιόρθωση αυτοκινήτων (παρ. 4, ΕΑ).
12.5 Κατά ή περί την 25.06.2014, το Λεωφορείο ήταν ακινητοποιημένο προς επιδιόρθωση στην οδό Μάρκου Μπότσαρη στο Καϊμακλί της Επαρχίας Λευκωσίας στον εξωτερικό χώρο του Γκαράζ Αυτοκινήτων Χαμπής & Παντελάκης Λτδ. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Εναγόμενος 2, ο οποίος ήταν υπάλληλος ή/και αντιπρόσωπος ή/και εντολοδόχος ή/και υπηρέτης της Εναγόμενης 3 οδηγούσε τον Γερανό, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1, στην οδό Μάρκου Μπότσαρη, ερχόμενος από την οδό Αγίου Δημητρίου (παρ. 6, Ε.Α.).
12.6 Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε τον γερανό [ ] με τη συγκατάθεση και κατόπιν εξουσιοδότησης της Εναγόμενης 1, ως εντολοδόχος της Εναγόμενης 3.
12.7 Kάτω από συνθήκες που δεν είναι στη γνώση των Εναγουσών ο Εναγόμενος 2 συγκρούστηκε και προκάλεσε ζημιές με τον βραχίονα του Γερανού στο ακινητοποιημένο Λεωφορείο.
12.8 Το Λεωφορείο υπέστη σοβαρές ζημιές συνεπεία του ατυχήματος και μεταφέρθηκε σε συνεργείο επιδιόρθωσης λεωφορείων. Τα έξοδα επιδιόρθωσης του που ανήλθαν σε €4.173,33 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (€3.507 χωρίς το Φ.Π.Α. το οποίο ανέρχετο σε €666.33) πληρώθηκαν από την Ενάγουσα 2. Στην παράγραφο 8 της ΕΑ παρατίθενται αναλυτικά τα εξαρτήματα και ανταλλακτικά τα οποία χρειάστηκαν, το κόστος αυτών, καθώς και το κόστος των εργατικών και της βαφής του Λεωφορείου. Δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιος ο πίνακας στην Απόφαση καθότι το ποσό αποζημίωσης έχει συμφωνηθεί.
12.9 Συνεπεία του ατυχήματος το Λεωφορείο υπέστη ζημιές ύψους €3.507.
13. Τα όσα παρατέθηκαν στις παραγράφους 12.1 - 12.9 πιο πάνω και αποτέλεσαν τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.
14. Σημειώνω ότι δεν καταχωρίστηκε Ειδοποίηση Συνεναγόμενου vis-à-vis της Εναγόμενης 1 και των Εναγόμενων 2 και 3 παρότι η Εναγόμενη 1 αναφέρει στην Υπεράσπιση της ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα την φέρει ο Εναγόμενος 2 και οι Εναγόμενοι 2 και 3 αναφέρουν στην Υπεράσπιση τους ότι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αξιώσουν συνεισφορά ή/και κάλυψη από την Εναγόμενη 1.
Γ. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
15. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την υποβολή γραπτών αγορεύσεων από μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών στις οποίες γίνεται αναφορά σε σχετική νομολογία και είναι πλήρως εμπεριστατωμένες.
16. Επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν και η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
17. Οφείλω επίσης να αναφέρω ότι οι αγορεύσεις των μερών δεν αποτελούν παραδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων, ή συστατικό στοιχείο απόδειξης της υπόθεσης ή συναφών επιχειρημάτων (Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας (2015) 2 AAΔ 411, El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.ά. (1992) 1(B) Α.Α.Δ. 1255, 1270) αλλά ούτε και μέσο αμφισβήτησης άλλων γεγονότων (Σταύρου Ζαχαρία ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2011) 3 ΑΑΔ 293). Η αγόρευση δεν ενέχει επιπτώσεις στη θεμελίωση της υπόθεσης παρά μόνο αποβλέπει στην προβολή της επιχειρηματολογίας που καθιστά κατά τη διαλεκτική των πραγμάτων (του δικαίου και της μαρτυρίας) την υπόθεση του διάδικου παραδεκτή (Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδης και Ν.Γ. Σάντης, Β’ Έκδοση, σελ. 128).
18. Όπου οι αγορεύσεις δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία και στο βαθμό που στοχεύουν στην απόδειξη κάποιου γεγονότος πρέπει να αγνοούνται (Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Κυριάκου (2016) 1 ΑΑΔ 1964 και το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 128, ανωτέρω).
19. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 παρέπεμψε σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ότι η συγκατάθεση για χρήση του οχήματος δεν τεκμηριώνει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπείας. Εν προκειμένω, αναφέρει, μόνο αυτό το γεγονός υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι η συγκατάθεση. Δεδομένου του ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 3 και δεν υπάρχει κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός εναντίον της Εναγόμενης 1, εκτός από την επιφύλαξη του δικαιώματος της να προχωρήσει με διαδικασία συνεναγόμενου, είναι η Εναγόμενη 3 που πρέπει να αποζημιώσει την Ενάγουσα.
20. Η συνήγορος των Εναγόμενων 2 και 3 στην αγόρευση της εισηγείται ότι η Εναγόμενη 3 δεν φέρει καμία ευθύνη επειδή ήταν ο βραχίονας του Γερανού που κτύπησε το σταθμευμένο Λεωφορείο. Στην ουσία επικεντρώνεται στο ότι ο βραχίονας του Γερανού είχε μετακινηθεί και κτύπησε στο Λεωφορείο. Περαιτέρω, εισηγείται ότι η ασφαλιστική εταιρεία η οποία παρείχε κάλυψη στο όχημα Γερανό κανονικά θα πρέπει να καλύψει. Ο οδηγός οδηγούσε τον Γερανό με τη συγκατάθεση της Εναγόμενης 1 και όφειλε να λάβει μέτρα για να παραδώσει τον Γερανό ασφαλισμένο. Τέλος, παραπέμπει στην ίδια νομολογία στην οποία παρέπεμψε και ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 σε σχέση με την ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπείας και εισηγείται ότι επειδή ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε το Γερανό έπειτα από οδηγίες και κατόπιν παράκλησης της Εναγόμενης 1, η τελευταία οφείλει να πληρώσει.
21. Ορισμένοι εκ των ισχυρισμών στη γραπτή αγόρευση των Εναγόμενων 2 και 3 δεν υποστηρίζονται από τα παραδεκτά γεγονότα π.χ. ο βραχίονας δεν ήταν ασφαλισμένος και μετακινήθηκε. Όπως προαναφέρθηκε, η αγόρευση δεν είναι μέσο προσαγωγής μαρτυρίας και επομένως το Δικαστήριο οφείλει να αγνοήσει αυτούς τους ισχυρισμούς.
Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
22. Το μόνο το οποίο είναι σε θέση να γνωρίζει το Δικαστήριο εν προκειμένω είναι ότι ο βραχίονας του Γερανού συγκρούστηκε με το Λεωφορείο το οποίο ήταν ακινητοποιημένο. Στην ουσία η ευθύνη είναι παραδεκτή και επειδή δεν προσκομίστηκε μαρτυρία και μάλιστα έγινε παραδεκτό ότι οι Ενάγοντες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν πως ακριβώς ο βραχίονας του Γερανού προσέκρουσε στο Λεωφορείο, θεωρώ ότι πρόκειται για μια κλασική περίπτωση εφαρμογής του δόγματος res ipsa loquitur. Η υπόθεση παρέμεινε ούτως ώστε να αποφασιστεί σε ποιον ή ποιους από τους Εναγόμενους θα αποδοθεί η ευθύνη για το ατύχημα και/ή ποσοστό ευθύνης, ήτοι ποιο μέρος θα πρέπει να αποζημιώσει τις Ενάγουσες. Παρά ταύτα, ούτε οι Εναγόμενες προσκόμισαν μαρτυρία.
23. Η περιγραφή του κανόνα res ipsa loquitur παρατέθηκε στην απόφαση Scott v London & St Katherine's Docks (1865) 3 H & C 596, 601:
«There must be reasonable evidence of negligence. But where the thing is shown to be under the management of the defendant or his servants, and the accident is such as in the ordinary course of things does not happen if those who have the management use proper care, it affords reasonable evidence, in the absence of explanation by the defendants, that the accident arose from want of care.»
24. Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ως έχει τροποποιηθεί καθιερώνει τον κανόνα του αγγλικού κοινοδικαίου res ipsa loquitur ως μέρος και του Κυπριακού δικαίου (Morides v. Ioannou (1973) 1 C.L.R. 177) και η Κυπριακή νομολογία δέχεται την εφαρμογή του κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο που ισχύει στο Αγγλικό δίκαιο (Αθανασίου κ.ά ν Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614).
25. Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 με πλαγιότιτλο «βάρος της απόδειξης αμέλειας σε ορισμένες περιπτώσεις» προνοεί τα ακόλουθα:
« 55. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται-
(α) Ότι o εvάγovτας στερείται γvώσης ή μέσων γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και
(β) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά.»
26. Πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι επειδή πρόκειται κατ’ ουσίαν περί κανόνα απόδειξης με βάση τη νομολογία δεν χρειάζεται η δικογράφηση του res ipsa loquitur. Πρόκειται κατ’ ουσίαν περί ενός inference - συμπεράσματος ή συναγωγής - η οποία προκύπτει από τη φύση του ατυχήματος και την ευθύνη του Εναγόμενου.
27. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Επίσημου Παραλήπτη, ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας GSK MECHANICAL SERVICES LTD κ.ά. ν. Αντωνίου, Π.Ε. αρ. 377/2012, 383/2012, 20.09.2019, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κατά πόσον απαιτείται η δικογράφηση του res ipsa loquitur:
«Δεν απαιτείται η δικογράφησή του, αρκεί να προκύπτει από τα δικογραφημένα και αποδεδειγμένα γεγονότα ότι το ατύχημα προκλήθηκε, εκ πρώτης όψεως, λόγω αμέλειας εκ μέρους του εναγομένου. Όπως λέχθηκε από το δικαστή Davies LJ, στην υπόθεση Bennett v. Chemical Construction (G.B.) Ltd, [1971] 1 W.L.R. 1571
“I have said that in my opinion it is not necessary to plead res ipsa loquitur. If the facts pleaded and the facts proved show that the cause of the accident was apparently and on its face due to some negligence, that is sufficient ...”»
28. Περιγράφοντας τον κανόνα στη Lloyde v West Midlands Gas Board [1971] 1 WLR 749, η οποία έχει υιοθετηθεί από την κυπριακή νομολογία (Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ ν. Φιλίππου [2004] 1 ΑΑΔ 1330) ο δικαστής Megaw, LJ παρατήρησε τα ακόλουθα:
«I doubt whether it is right to describe res ipsa loquitur as a "doctrine." I think that it is no more that an exotic, although convenient, phrase to describe what is in essence no more than a common sense approach, not limited by technical rules, to the assessment of the effect of evidence in certain circumstances. It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (i) it is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (ii) on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff's safety.»
29. Επί του ιδίου θέματος αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22nd edn., παράγραφος 8-195:
«It is only a convenient label to apply to a set of circumstances in which a claimant proves a case so as to call for a rebuttal from the defendant without having to allege and prove any specific act or omission on the part of the defendant. He merely proves a result, not any particular act or omission producing the result».
30. Η φράση res ipsa loquitur δεν παραπέμπει σε αρχή δικαίου, γεγονός που επισημαίνεται και στην πιο σύγχρονη αγγλική νομολογία.
31. Στην O'Connor v Pennine Acute Hospitals NHS [2015] EWCA Civ 1244 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«More recent authority has tended to the view that res ipsa loquitur is not a principle of law at all. There is no reversal of the burden of proof. The so-called res ipsa loquitur cases are merely cases in which, on the totality of the evidence, the court was able to make a finding of negligence. It has always been the position that courts can make findings of fact by means of inference when there is no direct evidence of the events in issue.»
32. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το αποδεικτικό βάρος της αμέλειας παραμένει στους ώμους του ενάγοντα (ίδετε Lloyde, πιο πάνω). Περαιτέρω, χρήσιμη αναφορά για το ζήτημα μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Hobson LJ στην υπόθεση Ratcliffe v Playmouth & Torbay Health Authority; Exeter & North Devοn Health Authority [1998] P.I.Q.R. 170:
«Res ipsa loquitur is no more than a convenient Latin phrase used to describe the proof of facts which are sufficient to support an inference that a defendant was negligent and therefore to establish a prima facie case against him.
[...]
The burden of proving the negligence of the defendant remains throughout upon the plaintiff. The burden is on the plaintiff at the start of the trial and absent an admission by the defendant is still upon the plaintiff at the conclusion of the trial. At the conclusion of the trial the judge has to decide whether upon all the evidence adduced at the trial he is satisfied upon the balance of probabilities that the defendant was negligent and that his negligence caused the plaintiff's injury. If he is so satisfied he gives judgment for the plaintiff: if not, he gives judgment for the defendant.
Whether or not the plaintiff has at some earlier stage relied upon a prima facie case does not alter this position. The plaintiff may or may not have needed to call evidence to establish a prima facie case. The admitted facts may suffice for that purpose. Conversely, the defendant may have chosen to call no evidence, in which case the court will have to decide whether the evidence adduced by the plaintiff suffices to satisfy the court, in the absence of any evidence to contradict it, that the defendant was negligent and that his negligence caused the plaintiff's injury. In all these situations the task of the judge at the end of the trial is the same. The only difference is that he may be left without direct evidence of what occurred and may have to act upon inferences to be drawn from incomplete evidence. Where the defendant is in a position to adduce evidence as to what occurred but has refrained from doing so, the court will be more willing to draw inferences adverse to the defendant than might otherwise be the case. Where the plaintiff is not in a position himself to give an account himself of what occurred and where the relevant situation was under the control of the defendant and the relevant facts are known to the defendant, the case may come fairly and squarely within the statement of Erle C.J. quoted above. But it does so because the facts proved have given rise to an inference that the defendant was negligent. Where there is direct evidence as to what occurred there is no need to rely upon inferences ( Barkway v. South Wales Transport [1950] 1 All E.R. 392 ).»
33. Εν προκειμένω οι Ενάγουσες στερούνται γνώσης των περιστατικών τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά στο Λεωφορείο. Η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 επί της οποίας ο Εναγόμενος 2 είχε πλήρη έλεγχο ως εντολοδόχος της Εναγόμενης 3. Μπορεί να συναχθεί ότι ο Εναγόμενος 2 παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια και ως αποτέλεσμα αυτού συγκρούστηκε με το Λεωφορείο. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ως προς το λόγο για τον οποίο και τον τρόπο με τον οποίο συγκρούστηκε με το Λεωφορείο. Το ότι ήταν ο βραχίονας του Γερανού ο οποίος συγκρούστηκε δεν μπορεί να μεταβάλει τα δεδομένα καθότι είναι μέρος του Γερανού ο οποίος οδηγείτο, ήτοι ήταν υπό τον έλεγχο του Εναγόμενου 2.
34. Κατ’ ουσίαν η ευθύνη του Εναγόμενου 2 θεωρείται δεδομένη. Από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το όχημα που οδηγούσε προσέκρουσε στο Λεωφορείο συνάγεται η αμέλεια. Ο Γερανός ο οποίος ανήκει στην Εναγόμενη 1 και οδηγείτο από τον Εναγόμενο 2 κατόπιν συγκατάθεσης και εξουσιοδότησης της Εναγόμενης 1 και ως εντολοδόχος της Εναγόμενης 3 προσέκρουσε στο Λεωφορείο. Η ευθύνη είναι παραδεκτή και δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία ως προς το πώς ακριβώς έγινε το ατύχημα.
35. Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος 2 είναι «υπάλληλος ή/και αντιπρόσωπος ή/και εντολοδόχος ή/και υπηρέτης της Εναγόμενης 3» (παρ. 6 Ε.Α.) και ότι ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε τον Γερανό κατ’ εντολή της και στο πλαίσιο της εργοδότησης του. Συνεπώς, η Εναγόμενη 3 οφείλεται για την πράξη και/ή παράλειψη του Εναγόμενου 2 η οποία οδήγησε στο ατύχημα ως ο εργοδότης του / εκ προστήσεως υπεύθυνη σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κεφ. 148.
36. Ως έχει προαναφερθεί δεν έχουν ανταλλαγεί δικόγραφα μεταξύ της Εναγόμενης 1 και των Εναγόμενων 2 και 3 και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία. Συνεπώς δεν έχει το Δικαστήριο ενώπιον του οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αμέλειας ή μαρτυρία η οποία να δείχνει αμέλεια από μέρους της Εναγόμενης 1 (δηλαδή να θεωρούνται concurrent tortfeasors με τον Εναγόμενο 2 και την Εναγόμενη 3). Τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση των Εναγόμενων 2 και 3 σχετικά με το καθήκον της Εναγόμενης 1 να ασφαλίσει τον βραχίονα του Γερανού ούτε δικογραφήθηκαν ούτε δόθηκε μαρτυρία προς απόδειξη τους και επομένως αγνοούνται.
37. Σύμφωνα με το σύγγραμμα The Annual Practice 1985 Vol. 1 σελίδα 398, κάτω από τον τίτλο «Application of the rule», αναφέρονται τα εξής:
«Except where the two defendants are sued as joint tortfeasors liable in respect of the same damage, it is necessary for a defendant who claims against his co‑defendant relief of any of the kinds mentioned in the rule to issue and serve upon him o third party notice under this rule and a summons for third party directions under r.7.»
38. Στην απόφαση του στην υπόθεση Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ.Α. Φραντζίδης ν. Γ. Παύλου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 105/2018, το Εφετείο έκρινε ότι ελλείψει ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ των συνεναγόμενων σωστά το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως οι Εναγόμενοι ήταν υπεύθυνοι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα.
39. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρεάς Δημητρίου & Υιοι Λτδ ν. Μιλτιάδη Σ. Σάββα ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ΙΖΖΕΤ IBRAHIM, Πολ. Εφ. 263/2016, 22.12.2025 κρίθηκε πως λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιμέρισε ευθύνη μεταξύ συνεναγομένων εφόσον εκεί είχαν ανταλλαγεί δικόγραφα μεταξύ των.
40. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα επιμερισμού ευθύνης μεταξύ των Εναγόμενων επειδή, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει καταχωριστεί καν Ειδοποίηση Συνεναγόμενου και δεν ανταλλάγηκαν δικόγραφα μεταξύ τους.
41. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι όταν ο Εναγόμενος 2 προκάλεσε το ατύχημα είχε μια διπλή ιδιότητα σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα. Οδηγούσε το Γερανό ως εντολοδόχος της Εναγόμενης 3 γι’ αυτό και η τελευταία ως εργοδότης του είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη αλλά και με τη συγκατάθεση και την εξουσιοδότηση της Εναγόμενης 1.
42. Ως εκ τούτου, το ερώτημα το οποίο παραμένει προς απάντηση είναι το κατά πόσον και οι δύο Εναγόμενοι μπορούν να κριθούν υπεύθυνοι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα.
43. Θεωρώ ότι το ζήτημα το οποίο τίθεται εν προκειμένω και το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο για να αποφασίσει αυτήν την υπόθεση είναι το κατά πόσον το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε το Γερανό με τη συγκατάθεση και κατόπιν εξουσιοδότησης της Εναγόμενης 1 είναι ικανό για να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην Εναγόμενη 1.
44. Για να μπορεί να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να αποφασιστεί το κατά πόσον δημιουργήθηκε σχέση αντιπροσώπου μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2.
45. Το ότι οδηγείτο Γερανός με τη συγκατάθεση και κατόπιν εξουσιοδότησης της Εναγόμενης 1 σημαίνει ότι δημιουργείται σχέση αντιπροσωπείας για να μπορεί αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στην Εναγόμενη 1;
46. Το άρθρο 12 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως έχει τροποποιηθεί με πλαγιότιτλο «ευθύνη για πράξεις που τελέστηκαν από πρόσωπα άλλα από υπηρέτες» θεωρώ ότι ρυθμίζει αυτό το ζήτημα:
«12.-(1) Για τoυς σκoπoύς τoυ Νόμoυ αυτoύ-
(α) Κάθε πρόσωπo πoυ συvεργεί, παρέχει συvδρoμή, εξoυσιoδoτεί, συμβoυλεύει, διατάσσει, πρoάγει ή εγκρίvει πράξη πoυ τελέστηκε ή πρόκειται vα τελεστεί από άλλo πρόσωπo, ευθύvεται για τηv πράξη αυτή͘
(β) κάθε πρόσωπo πoυ εργoδoτεί αvτιπρόσωπo, o oπoίoς δεv είvαι υπηρέτης τoυ, για τηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή κατηγoρίας πράξεωv εκ μέρoυς τoυ ευθύvεται για κάθε τι πoυ τελείται από τov αvτιπρόσωπo αυτό κατά τηv εκτέλεση της πράξης αυτής ή κατηγoρίας πράξεωv, ως και για τov τρόπo κατά τov oπoίo o εv λόγω αvτιπρόσωπoς τελεί αυτή͘
(γ) κάθε πρόσωπo πoυ συvάπτει σύμβαση με oπoιoδήπoτε άλλo πρόσωπo τo oπoίo δεv είvαι υπηρέτης ή αvτιπρόσωπoς τoυ, για τέλεση πράξης εκ μέρoυς αυτoύ, δεv ευθύvεται για αστικό αδίκημα πoυ αvακύπτει εvόσω διαρκεί η τέλεση της πράξης αυτής:
Νoείται ότι oι διατάξεις της παραγράφoυ αυτής δεv εφαρμόζovται, αv-
(i) Τo πρόσωπo αυτό επέδειξε αμέλεια για τηv εκλoγή τoυ εργoλήπτη, ή
(ii) τo πρόσωπo αυτό παρεvέβηκε στo έργo τoυ εργoλήπτη κατά τέτoιo τρόπo, ώστε vα πρoκληθεί η βλάβη ή η ζημιά, ή
(iii) τo πρόσωπo αυτό εξουσιοδότησε ή ενέκρινε τηv πράξη πoυ πρoκάλεσε βλάβη ή ζημιά, ή
(iv) η πράξη για τηv τέλεση της oπoίας συvήφθηκε η σύμβαση ήταv παράvoμη.
(2) Καμιά από τις διατάξεις πoυ περιέχovται στo άρθρo αυτό δεv επηρεάζει τηv ευθύvη πρoσώπoυ από δικές τoυ πράξεις.»
47. Η λέξη «εξουσιοδοτεί» αποτελεί τη μετάφραση στην Ελληνική της λέξης “authorise” η οποία χρησιμοποιείται στο αρχικό κείμενο του Κεφ. 148 στην Αγγλική.
48. Σημειώνω ότι η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπιση της προβάλλει τη θέση ότι η συγκατάθεση για τη χρήση του Γερανού δεν τεκμηριώνει τη σχέση αντιπροσώπου. Παρά ταύτα ως προαναφέρθηκε, κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι παρείχε συγκατάθεση και εξουσιοδότηση στον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει τον γερανό .
49. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 7th edn., παρ. 2-133, σελ. 124 και παρ, 20-35, σελ. 126 παρατίθενται τα ακόλουθα σε σχέση με το εν προκειμένω ζήτημα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Owner not in car. Where the agent has authority to drive a motor-car, on behalf of or for the purposes of the owner (whether wholly or partly on the owner’s business or in the owner’s interest), and negligently causes damage in the course of that authority, the owner of the car will be liable, as principal, even though he was not present in the car at the time. On the other hand, where the owner has merely given his permission to another to use the car for his own purposes or where the owner merely has the knowledge of the car’s use for such purposes, each situation is insufficient to establish vicarious liability.
In Launchbury v. Morgans a wife, who was the owner of a Jaguar motor-car, had given her husband prior permission generally to get a sober friend to drive him, if ever he were to feel unfit to drive through drink. On such an occasion in 1964 there was a fatal head-on collision with a bus, whilst a friend was driving her soporific and intoxicated husband back home. The Court of Appeal held the wife owner to be responsible, favouring the view that, as the law imposed vicarious liability for reasons of social policy, the owner of the “family car” should be liable for the negligent driving by any member of the family household or agent permitted to drive it. The House of Lords reversed that decision unanimously and said that it was not for the courts but for Parliament now to make such a change in the basic concept of vicarious liability. In Ireland, the Irish Parliament had made that change a long time ago, viz. in 1933.»
[…]
In Parker v. Miller the defendant, the owner of a motor-car, went for a drive with a friend but, later, got out of the car and allowed the friend to drive on to his house. On arrival at his house, which was on a gradient, the friend parked the car negligently, so that it ran downhill and caused damage. The defendant was held liable on the ground that the friend was his agent and that, although he was no longer in the car, he still had the right of control. Again, when a motor-car was driven by a friend of the owner with the intention of reaching Monte Carlo, where the owner was to join him, so that they could use the car for a holiday together, the friend was held to be the owner’s agent even before the owner had joined him. “The owner is also liable if ... the driver is, with the owner’s consent, driving the car . . . partly for his own purposes and partly for the owner’s purposes.”
Loan of a car. If the owner of a motor-car lends his car to a friend to be used for the friend’s purposes, or allows his son or his servant to use his car for their own purposes, he does not make them his servants or agents so as to be liable for their negligence. This is because the bailor of a chattel is not liable for negligence of the bailee in his use of the chattel. In contrast, where a car owner had lent his car for a few days to a prospective purchaser, the owner was held vicariously liable for the latter’s negligent driving. This was so, because it was to the advantage of the owner, who had wanted to sell the vehicle, to allow the other to test-drive it, so that the other was driving it partly, if not wholly, on the owner’s business or for the owner’s purposes.
Ownership of car evidence of agency. The fact that the defendant is the owner of the motor-car in question is evidence that it was being driven by him or his servant or agent at the material time. Alternatively, it can give rise to such an inference being drawn. Such evidence, of course, is not conclusive and may be rebutted by proving which person was actually driving at the time.”
50. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Savvas Theofanous v. Cosmos (Cyprus) Insurance Co. Limited and another (1988) 1 CLR 265, ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) ανέφερε ότι η ιδιοκτησία του οχήματος και μόνο δεν είναι αρκετό για να δημιουργήσει σχέση αντιπροσώπου – αντιπροσωπευόμενου, δηλαδή να δημιουργήσει τεκμήριο εκ προστήσεως ευθύνης. Τόνισε ότι δεν ήταν αυτό που αποφάσισε το Privy Council στην Rambarran v. Gurrucharan [1970] 1 All E.R. 749.
51. Το γεγονός ότι κάποιος είναι ιδιοκτήτης ενός οχήματος δεν μπορεί στην απουσία άλλης μαρτυρίας η οποία να φωτίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο οδηγός του οχήματος ανέλαβε τον έλεγχο του να δημιουργήσει τεκμήριο εκ προστήσεως ευθύνης. Αφετέρου δε ανέφερε τα ακόλουθα:
“Compensation, on the other hand, by the insurer is not dependent upon proof of vicarious liability of the owner but upon authorized use of the car by the direct or indirect permission of the owner. In the absence of circumstances tending to contradict the existence of authorized use the Court can legitimately infer in every case that the driver of a motor vehicle is in control of it with the direct or implied permission of the owner.”
52. Στην κλασική επί του ζητήματος της εκ προστήσεως ευθύνης αυθεντία Hellenic Mining Co Ltd v. Galaxy Tours Ltd (1978) 1 C.L.R. 414 αναφέρθηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου έντιμο κ. Τριανταφυλλίδη ότι η συγκατάθεση / άδεια για χρήση του οχήματος δεν είναι αρκετή για τη δημιουργία εκ προστήσεως ευθύνης του ιδιοκτήτη του οχήματος:
“It is quite clear, therefore, that in order to fix liability on the owner of a car for the negligence of its driver it is necessary to show that either the driver is the owner's servant, or that, at the material time, the driver was acting on the owner's behalf as his agent. To establish the existence of the agency relationship it is necessary to show that the driver was using the car at the owner's request, express or implied, or on his instructions, and was doing so in performance of a task or duty thereby delegated to him by the owner. The fact that the driver was using the car with the owner's permission, and that the purpose for which the car was being used was one in which the owner had an interest or concern, is not sufficient to establish vicarious liability.”
53. Στην Morgans v. Launchbury & Others [1972] 2 All E.R. 606 κρίθηκε από τη Βουλή των Λόρδων ότι δεν υπήρχε εκ προστήσεως ευθύνη επειδή ο οδηγός του οχήματος που ήταν φίλος του συζύγου της Εφεσείουσας - ιδιοκτήτριας του οχήματος - δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι χρησιμοποιούσε το όχημα για σκοπούς της ιδιοκτήτριας αλλά για σκοπούς του συζύγου της ο οποίος ήταν “on a frolic of his own”. Διαφώνησαν με τη θεώρηση του Lord Denning στο Court of Appeal ότι θα μπορούσε η σύζυγος να θεωρηθεί υπεύθυνη επειδή είχε δώσει την άδεια της να οδηγηθεί το όχημα από κάποιον άλλο είτε πραγματική είτε εξυπακουόμενη.
54. Ο Λόρδος Wilberforce ανέφερε ότι για να υπάρξει εκ προστήσεως ευθύνη πρέπει ο ιδιοκτήτης να έχει εξουσιοδοτήσει την πράξη ή να ζήτησε να τελεστεί, ή επειδή ο οδηγός εκτελεί μια πράξη ή καθήκον το οποίο ανατέθηκε σε αυτόν από τον ιδιοκτήτη, ή επειδή ο ιδιοκτήτης έχει τον έλεγχο των πράξεων του:
“I accept entirely that “agency” in contexts such as these is merely a concept, the meaning and purpose of which is to say “is vicariously liable,” and that either expression reflects a judgment of value — respondeat superior is the law saying that the owner ought to pay. It is this imperative which the common law has endeavoured to work out through the cases. The owner ought to pay, it says, because he has authorised the act, or requested it, or because the actor is carrying out a task or duty delegated, or because he is in control of the actor’s conduct. He ought not to pay (on accepted rules) if he has no control over the actor, has not authorised or requested the act, or if the actor is acting wholly for his own purposes. These rules have stood the test of time remarkably well. They provide, if there is nothing more, a complete answer to the respondents’ claim against the appellant.”
55. Επομένως η εξουσιοδότηση για μια πράξη – για την οδήγηση είναι αρκετή για να θεωρηθεί πως οδηγός είναι αντιπρόσωπος του ιδιοκτήτη ώστε ο ιδιοκτήτης να θεωρείται εκ προστήσεως υπεύθυνος.
56. Ο Viscount Dilhorne ανέφερε τα ακόλουθα:
“Just as the inference may be drawn, from proof that the vehicle was owned by another, that the driver was driving as servant or agent of the owner (Barnard v. Sully (1931) 47 T.L.R. 557), so may a presumption arise, where it is proved that the driver at the time of the negligence was doing something which was in the interest of the owner or for his benefit, that the driver was then acting as a servant or agent of the owner. But when the full facts are known as they were in Hewitt v. Bonvin and as they are in the present case, such an inference and presumption may be unwarranted. A person permitted to drive another’s car does not become the latter’s agent if, on his own volition, he uses it for the owner’s benefit; a son driving his father’s car with permission does not become his father’s agent because, remembering that his father has a suit at the cleaners, he uses the car to collect it. Whether or not the driver is acting as agent of the owner is a question of fact. If the journey is at the owner’s request as in Ormrod v. Crosville Motor Services Ltd. [1953] 1 W.L.R. 1120 or where the owner asks someone to bring the car down to the station to meet him, then the driver is doing an act for the owner and acting as his agent. In my view, the phrase qui facit per alium, facit per se correctly expresses the principle on which vicarious liability is based.”
57. Καταρχάς μπορεί να υπάρξει inference – συναγωγή αντιπροσωπείας από το γεγονός της ιδιοκτησίας και από το γεγονός της εξουσιοδότησης. Αν το ταξίδι λαμβάνει χώρα κατόπιν απαίτησης του ιδιοκτήτη μπορεί να συναχθεί αντιπροσωπεία. Εφαρμόζεται η αρχή qui facit per alium, facit per se, δηλαδή αυτός ο οποίος ενεργεί δια μέσου άλλου, ευθύνεται ο ίδιος για την πράξη.
58. Και ο Λόρδος Pearson ανέφερε ότι εφαρμόζεται η ίδια αρχή:
“My Lords, in my opinion, the principle by virtue of which the owner of a car may be held vicariously liable for the negligent driving of the car by another person is the principle qui facit per alium, facit per se. If the car is being driven by a servant of the owner in the course of the employment or by an agent of the owner in the course of the agency, the owner is responsible for negligence in the driving. The making of the journey is a delegated duty or task undertaken by the servant or agent in pursuance of an order or instruction or request from the owner and for the purposes of the owner. For the creation of the agency relationship it is not necessary that there should be a legally binding contract of agency, but it is necessary that there should be an instruction or request from the owner and an undertaking of the duty or task by the agent. Also the fact that the journey is undertaken partly for purposes of the agent as well as for the purposes of the owner does not negative the creation of the agency relationship: Hewitt v. Bonvin [1940] 1 K.B. 188, 194, 195; Ormrod v. Crosville Motor Services Ltd. [1953] 1 W.L.R. 409, Devlin J.; [1953] 1 W.L.R. 1120, C.A.; Hilton v. Thomas Burton (Rhodes) Ltd. [1961] 1 W.L.R. 705, 707; Norton v. Canadian Pacific Steamships Ltd. [1961] 1 W.L.R. 1057, 1063; Klein v. Caluori [1971] 1 W.L.R. 619, 621. I think there has to be an acceptance by the agent of a mandate from the principal, though neither the acceptance nor the mandate has to be formally expressed or legally binding.”
59. O Lord Cross έδωσε έμφαση στο κατά πόσον το όχημα χρησιμοποιείτο για σκοπούς του ιδιοκτήτη:
“In deciding whether or not the user was or was not the agent of the owner it may no doubt be relevant to consider whether the owner had any interest in the chattel being used for the purpose for which it was being used. If he had no such interest that fact would tell against the view that the user was his agent while conversely the fact that the owner had an interest might lend support to the contention that the user was acting as the owner’s agent. But despite the way in which the matter is put by Denning L.J. in Ormrod’s case, at p. 1123, I do not think that the law has hitherto been that mere permission by the owner to use the chattel coupled with the fact that the purpose for which it was being used at the relevant time was one in which the owner could be said to have an interest or concern would be sufficient to make the owner liable in the absence of any request by the owner to the user to use the chattel in that way.”
60. Ο δε Λόρδος Salmon υιοθέτησε τα λεχθέντα στην Hewitt v. Bonvin [1940] 1 K.B. 188 δηλαδή ότι στην ουσία εξαρτάται αν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οδηγός είχε εξουσιοδότηση, ρητή ή εξυπακουόμενη να οδηγεί το όχημα για λογαριασμό του ιδιοκτήτη:
“So far as I know, until the present case, du Parcq L.J.’s statement of the law in Hewitt v. Bonvin [1940] 1 K.B. 188, 194-195 has never been questioned:
“The driver of a car may not be the owner’s servant, and the owner will be nevertheless liable for his negligent driving if it be proved that at the material time he had authority, express or implied, to drive on the owner’s behalf. Such liability depends not on ownership, but on the delegation of a task or duty.”
That is the principle to be applied, but, as du Parcq L.J. pointed out, at p. 196, ultimately the question is always one of fact.”
61. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Δημοσθένους Αντιπροσωπείες Αυτοκινήτων Λτδ ν. Αθανάσιου Κατσουρίδη (1988) 1 C.L.R. 665 αποφασίστηκε ότι ο διευθυντής μιας εταιρείας είναι αξιωματούχος και ταυτόχρονα αντιπρόσωπος της και αυτό κρίθηκε αρκετό για να αποφασιστεί ότι η εταιρεία ήταν εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις του διευθυντή της.
«Όπως είπαμε πιο πριν στην υπό εξέταση έφεση, ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η παραδοχή εκ μέρους της πως ο Ανδρέας Δημοσθένους ήταν ο διευθυντής της εταιρείας και οδηγούσε με την άδεια ή τη συγκατάθεση της δεν είναι αρκετό για να δημιουργήσει την εκ προστήσεως ευθύνη της. Κατά τη γνώμη μας η εισήγηση αυτή είναι εντελώς αβάσιμη. Ο διευθυντής μιας εταιρείας είναι μεν αξιωματούχος αλλά ταυτόχρονα και αντιπρόσωπος της. Η ιδιότητα δε αυτή εμπίπτει στις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην υπόθεση Morgans ν. Launchbury και που δημιουργούν την εκ προστήσεως ευθύνη του κυρίου, στην παρούσα υπόθεση της ιδιοκτήτριας εταιρείας, για την αμέλεια του υπηρέτη της - οδηγού.
Η ύπαρξη ή μη της εκ προστήσεως ευθύνης καταδείχνεται μετά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Το θέμα αυτό έχει συζητηθεί, και ειδικώτερα πάλι σε ότι αφορά την εκ προστήσεως ευθύνη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου, που οδηγείται από άλλο πρόσωπο, στην υπόθεση Rambarran v. Gurrunharran [1971] 1 All E.R. 749. Στην απόφαση - γνωμοδότηση του Ανακτοσυμβουλίου της Αγγλίας έγινε αναφορά στη νομολογία που ισχύει πάνω στο ζήτημα και κατέληξε στο συμπέρασμα πως απόδειξη της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου, αποτελεί, ελλείψει άλλου, κάποιο υλικό μαρτυρίας, βάσει του οποίου το Δικαστήριο ανάλογα με τα γεγονότα στην κάθε υπόθεση, μπορεί να συναγάγει την εκ προστήσεως ευθύνη του ιδιοκτήτη.
Στην υπό κρίση έφεση, το αποδεικτικό υλικό είναι πέρα από αρκετό. Η εφεσείουσα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και μέρος της εγγεγραμμένης ονομασίας της είναι το ονοματεπώνυμο του διευθυντά (της, Α. Δημοσθένους, οδηγού του αυτοκινήτου της Η ίδια παραδέχεται πως κατά τον επίδικο χρόνο ο διευθυντής της οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο με την άδεια και τη συγκατάθεση της, πράγμα που έγινε αποδεκτό στην έκθεση υπεράσπισης του εφεσίβλητου. Πολύ ορθά επομένως το Πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάνθηκε πως η εφεσείουσα εταιρεία είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη για την αμέλεια του κατά τον επίδικο χρόνο, διευθυντή και οδηγού του αυτοκινήτου της.»
62. Επομένως, στην Δημοσθένους το παραδεκτό γεγονός ότι ο διευθυντής της εταιρείας ιδιοκτήτριας του οχήματος το οδηγούσε με την άδεια και τη συγκατάθεση της οδήγησε στο συμπέρασμα σχέσης αντιπροσωπείας και εκ προστήσεως ευθύνης.
63. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ian Michael Brodie κ.α. ν. Ζήνωνος Θεοδώρου (1998) 1 ΑΑΔ 1632, αφού το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις Hellenic Mining Co Ltd v. Galaxy Tours Ltd (1978) 1 C.L.R. 414, Morgans v. Launchbury and Others [1972] 2 All E.R. 606, στις σελ. 613-614 και Ποταμίτης κ.α. ν. Ιωάννου (1992) 1 Α.Α.Δ. 479, ανέφερε ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση ότι ο οδηγός του οχήματος ήταν αντιπρόσωπος της Εφεσείουσας ότι:
«[α]πό τη μαρτυρία όπως την απεδέχθη το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκύπτει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπάρχει εξήγηση κάτω από ποιες συνθήκες οδηγούσε το αυτοκίνητο WG463 ο Brodie. Το ότι το αυτοκίνητο δόθηκε από την εφεσείουσα εταιρεία μέσα στα πλαίσια της ρηθείσας συμφωνίας της εφεσείουσας με την αγγλική εταιρεία, δεν είναι αρκετή μαρτυρία για να στηρίξει σχέση αντιπροσωπείας. Εξάλλου ο Brodie δεν ήταν υπάλληλος της εφεσείουσας και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Brodie που οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε εκ μέρους των εφεσειόντων σαν αντιπρόσωπός τους και ούτε υπήρξε μαρτυρία ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο κατόπιν παράκλησης ή οδηγιών της εφεσείουσας και ότι η οδήγηση αυτή ήταν η εκπλήρωση του έργου ή του καθήκοντος που του ανετέθη από την εφεσείουσα. Η απλή συγκατάθεση για τη χρήση του αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει, αφ' εαυτής σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου. Η εκ προστήσεως ευθύνη των εφεσειόντων δεν αποδείχθηκε και το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απόδοση εκ προστήσεως ευθύνης στους εφεσείοντες, κρίνεται λανθασμένο.»
64. Στην Καθητζιώτης ν. Manocas Transport Co Ltd (1993) 1 ΑΑΔ 954 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στην οποία κρίθηκε ότι ο οδηγός του φορτηγού, κατά το χρόνο του ατυχήματος, οδηγούσε το φορτηγό JH987, το οποίο ήταν ιδιοκτησία των εφεσιβλήτων-εναγομένων 2, χωρίς την άδειά τους ή τη συγκατάθεση τους και ότι ουδεμία σχέση είχε με αυτούς ως υπάλληλος, ή υπηρέτης, ή αντιπρόσωπος και δεν ενεργούσε προς όφελος ή για λογαριασμό τους. Αποδείχθηκε ότι ο οδηγός δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την ιδιοκτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο ώστε να συνάγεται ευθύνη εκ προστήσεως.
65. Στην Ποταμίτης κ. α. ν. Ιωάννου (1992) 1 ΑΑΔ 479, ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση στην οποία είχε κριθεί ότι η οδήγηση του οχήματος από τον υιό με τη συγκατάθεση του πατέρα του καθιστούσε τον τελευταίο εκ προστήσεως υπεύθυνο. Ο Δικαστής Πικής στην απόφαση του ανέφερε τα ακόλουθα:
«Μεταξύ των αποφάσεων του αγγλικού Ανακτοσυμβουλίου στη Rambarram, και της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στη Morgans, διαπιστώνεται διάσταση απόψεων ως προς τα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για τη χρήση του οχήματος από τρίτο πρόσωπο. Το χάσμα μεταξύ των δυο αποφάσεων, καθώς και η έκτασή του, πραγματεύεται το Δικαστήριο στη Θεοφάνους ν. Ασφαλιστικής Εταιρείας ΚΟΣΜΟΣ (1988) 1 Α.Α.Δ. 265, η οποία δεν είχε δημοσιευθεί κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης στη Δημοσθένους, ούτε αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από τους δικηγόρους των διαδίκων. Όπως διαπιστώνεται στη Θεοφάνους και στις δυο αγγλικές αποφάσεις, γίνεται δεκτή η αρχή ότι για τη θεμελίωση εκ προστήσεως ευθύνης είναι αναγκαία η ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου, ή κυρίου και υπαλλήλου, καθώς και μαρτυρία ότι η οδήγηση στο πλαίσιο της οποίας εκδηλώθηκε η αμέλεια εντάσσεται στα πλαίσια της σχέσης αυτής. Η διαφωνία συνίσταται στις επιπτώσεις ή συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από τη συγκατάθεση για την οδήγηση του οχήματος. Στη Rambarram αποφασίστηκε ότι η συγκατάθεση τεκμηριώνει, εκ πρώτης όψεως, την ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου μεταξύ του ιδιοκτήτη του οχήματος και του οδηγού. Αντίθετα, στη Morgans αποφασίστηκε ότι η συγκατάθεση αφεαυτής δεν υποδηλώνει αντιπροσώπευση, θέση που θα συγκρουόταν, όπως υποδεικνύεται, με τις καθιερωμένες αρχές δικαίου για τη στοιχειοθέτηση τέτοιας σχέσης. Δεν ήταν αναγκαίο στη Θεοφάνους για την επίλυση των επίδικων θεμάτων να τοποθετηθεί το Εφετείο στο θέμα της διαφοράς μεταξύ της Rambarram και Morgans. Ό,τι αποφασίστηκε στη Θεοφάνους είναι ότι στην απουσία μαρτυρίας περί του αντιθέτου, ο έλεγχος οχήματος από τρίτο υποδηλώνει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για τη χρήση από αυτόν. Στη Morgans το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξίσωση της συγκατάθεσης με την ύπαρξη σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου θα ισοδυναμούσε με νέα νομοθετική ρύθμιση του θέματος που δεν είναι δικαστικά επιτρεπτό. Στην Κύπρο οι αρχές του κοινού δικαίου για την εκ προστήσεως ευθύνη έχουν ενσωματωθεί στο άρθρο 13 του Κώδικα Αστικών Αδικημάτων που ρητά προβλέπει πότε υπάρχει τέτοια ευθύνη· όταν αποδεικνύεται σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου. Η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. Συνεπώς συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως άλλωστε αποφασίστηκε στη Hellenic Mining.»
66. Σημειώνω ότι η Ποταμίτης δεν ανέτρεψε τη Δημοσθένους. Ο δε Δικαστής Νικήτας ήταν μέλος του Δικαστηρίου και στις δύο υποθέσεις. Επίσης, παρότι στο τέλος της απόφασης αναφέρει το Δικαστήριο ότι η εξουσιοδότηση δεν υποδηλώνει τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου στην αμέσως επόμενη πρόταση αναφέρεται «συνεπώς συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφεαυτής σχέση αντιπροσωπευόμενου και αντιπροσώπου» παραπέμποντας στη Hellenic Mining.
67. Αν διαβάσει κάποιος ολόκληρη την απόφαση θα εντοπίσει ότι στην τρίτη παράγραφο αυτής αναφέρεται ότι «Συνοπτικά, εκ προστήσεως ευθύνη, βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου περιορίζεται σε πράξεις αντιπροσώπου ή υπηρέτη κάτω από τους όρους που θέτει το άρθρο 13.»
68. Το άρθρο 13 αναφέρει ρητά ότι ο κύριος ευθύνεται για πράξη υπηρέτη του την οποία αυτός «εξουσιοδότησε ή ενέκρινε».
69. Περαιτέρω, υιοθετήθηκε η Morgan στην οποία η πλειοψηφία είχε αναφέρει πως η Hewitt v. Bonvin αντικατοπτρίζει το νόμο επί του ζητήματος δηλαδή ότι υπάρχει ευθύνη του ιδιοκτήτη σε περίπτωση εξουσιοδότησης ρητής ή άρρητης.
70. Επανερχόμενος στην εν προκειμένω υπόθεση, υπάρχει παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 2 να οδηγήσει το όχημα και ότι το οδηγούσε με την συγκατάθεση της και ως εντολοδόχος της Εναγόμενης 3.
71. Η χρήση της λέξης «εξουσιοδότησε» ή «κατόπιν εξουσιοδότησης» εν προκειμένω θεωρώ δεν είναι τυχαία. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Ε’ ‘Εκδοση του Γ. Μπαμπινίωτη η λέξη «εξουσιοδότηση» ερμηνεύεται ως ακολούθως: «1. Η παροχή εξουσίας ή δικαιώματος από κάποιον (εξουσιοδοτούντα) σε άλλον (εξουσιοδοτούμενο) έτσι, ώστε ο δεύτερος να ενεργεί νόμιμα με το όνομα και για λογαριασμό του πρώτου …».
72. Εν ολίγοις, η εξουσιοδότηση ως έννοια ενέχει και το στοιχείο της αντιπροσωπείας εφόσον ο εξουσιοδοτών δίδει στον εξουσιοδοτούμενο (αντιπρόσωπο) το δικαίωμα να ενεργεί για λογαριασμό του – ήτοι ως ιδιοκτήτης και για σκοπούς του ιδιοκτήτη.
73. Συνάγεται ότι εάν ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε κατόπιν εξουσιοδότησης της Εναγόμενης 1 σημαίνει ότι οδηγούσε για σκοπούς της Εναγόμενης 1.
74. Με βάση την προπαρατεθείσα νομολογία η εξουσιοδότηση είναι επαρκής για τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου – αντιπροσωπευόμενου. Παραπέμπω ξανά στην απόφαση του Lord Pearson στην Launchbury ο οποίος ανέφερε ότι “for the creation of the agency relationship it is not necessary that there should be a legally binding contract of agency, but it is necessary that there should be an instruction or request from the owner and an undertaking of the duty or task by the agent.”
75. Στην δε Hewitt v. Bonvin [1940] 1 K.B. 188 η οποία υιοθετήθηκε στην Launchbury και μάλιστα θεωρήθηκε ως η απόφαση που αντικατοπτρίζει το νόμο (statement of the law) αναφέρθηκε ότι στην ουσία εξαρτάται αν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οδηγός είχε εξουσιοδότηση, ρητή ή εξυπακουόμενη να οδηγεί το όχημα για λογαριασμό του ιδιοκτήτη: “The driver of a car may not be the owner’s servant, and the owner will be nevertheless liable for his negligent driving if it be proved that at the material time he had authority, express or implied, to drive on the owner’s behalf.”
76. Στην προκειμένη περίπτωση η εξουσιοδότηση σημαίνει ότι ο Εναγόμενος 2 είχε “authority” να οδηγήσει το Γερανό εκ μέρους της Εναγόμενης 1.
77. Μετά από έντονο προβληματισμό, θεωρώ πως ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε και ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 κατά την οδήγηση του Γερανού. Αυτό διότι δεν ήταν μόνο συγκατάθεση που δόθηκε στον Εναγόμενο 2 αλλά και εξουσιοδότηση.
78. Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου έγκειται στο κατά πόσον από το παραδεκτό γεγονός της εξουσιοδότησης αφ’ εαυτού μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα αντιπροσωπείας. Η νομολογία η οποία έχει προπαρατεθεί θεωρώ ότι συνηγορεί υπέρ της καταφατικής απάντησης στο εν λόγω ερώτημα.
79. Εάν υπήρχαν περισσότερες πληροφορίες και μαρτυρία ως προς τη συμφωνία ή και συνεννόηση μεταξύ της Εναγόμενης 1 και Εναγόμενης 3 ενδεχομένως η συναγωγή της αντιπροσωπείας να ανατρεπόταν. Ή μπορεί και να ενισχυόταν με μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός της εξουσιοδότησης είναι αρκετό κατά τη θέση μου για τη συναγωγή επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2.
80. Εκτός από την εξουσιοδότηση υπάρχει και το παραδεκτό της ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 και η οδήγηση από τον Εναγόμενο 2 που όπως αναφέρθηκε στη Θεοφάνους στην απουσία μαρτυρίας περί του αντιθέτου, ο έλεγχος οχήματος από τρίτο υποδηλώνει τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη για τη χρήση από αυτόν. Στο δε σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence και στην Rambarran αναφέρεται ότι το γεγονός ότι το όχημα ανήκει σε ένα πρόσωπο και οδηγείται από άλλον αποτελεί μαρτυρία και μπορεί να συναχθεί inference – συμπέρασμα εκ προστήσεως ευθύνης. Το inference – η συναγωγή - μπορεί αφενός να ανατραπεί με την προσκόμιση μαρτυρίας. Εν προκειμένω όμως δεν υπάρχει μαρτυρία προς ανατροπή του εκ πρώτης όψεως συμπεράσματος, μάλιστα υπάρχει ως παραδεκτό γεγονός η εξουσιοδότηση και η συγκατάθεση που επενεργούν κατά τρόπο που ενισχύεται το εν λόγω συμπέρασμα.
81. Εν πάση περιπτώσει το Κεφ. 148, άρθρα 12 και 13 ρητά αναφέρουν ότι ο κύριος και γενικότερα οποιοδήποτε πρόσωπο έχουν ευθύνη για πράξεις τις οποίες εξουσιοδότησαν. Η Εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε την οδήγηση του Γερανού από τον Εναγόμενο 2 κατά τη διάρκεια της οποίας προκλήθηκε το ατύχημα.
Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
82. Συνεπακόλουθα, η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 3 είναι εκ προστήσεως υπεύθυνες για την αμέλεια του Εναγόμενου 2. Ο Εναγόμενος 2 είχε διπλή ιδιότητα. Θεωρείται αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 και εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 3. Η Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 3 είναι υπεύθυνες αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως για τους λόγους οι οποίοι έχουν προαναφερθεί.
83. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €3.507. Δεν επιδικάζεται τόκος επί του ποσού αυτού από την ημέρα του ατυχήματος καθότι η αξίωση αυτή εγκαταλείφθηκε δυνάμει της δήλωσης του συνηγόρου των Εναγουσών. Το ποσό φέρει νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης δυνάμει του άρθρου 33 του Ν. 14/60.
84. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας 2 και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα έξοδα ύψους €2.493 πλέον ΦΠΑ.
85. Όσον αφορά τα έξοδα μεταξύ των Εναγόμενων 1 και Εναγόμενων 2 και 3, δεδομένης της έκβασης της υπόθεσης, κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της.
Υπ. _________________
Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο