ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 123/16, 30/4/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 123/16, 30/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 123/16

Μεταξύ:

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ και άλλοι

Ενάγοντες

 

v.

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εναγόμενος

 

---------------------------------

 

Ημερομηνία:  30 Απριλίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντες: κα Κέστωρος για Ευστάθιο K. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο: κα Ζ. Χαραλάμπους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.   

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

         

          Οι Ενάγοντες 1, 3, 6, 7, 8, 10, 13, 14, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 24, 28, 29, 30, 32, 33, 34, 37, 39, 40, 42, 44, 45, 46, 50, 51, 55, 58, 60, 72, 73, 74, 78, 79, 96, 97, 98, 101, 103, 107 και 110 στον επισυνημμένο κατάλογο αξιώνουν από τη Δημοκρατία γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές ή/και έξοδα ή/και απώλειες που υπέστησαν λόγω δόλου ή/και αμέλειας ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και αμέλειας ή/και παράβασης από την Δημοκρατία ή/και τους εκπροσώπους ή/και τους αντιπροσώπους της, της συμφωνίας ή/και των υποσχέσεων διαβεβαίωσης ή/και της ανάληψης υποχρέωσης. 

 

          Στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφεται ότι οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλοι των Κυπριακών Αερογραμμών και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο μεγαλύτερος μέτοχος της εταιρείας Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατέχοντας ποσοστό 93,67% των μετοχών της.  Ως ο μεγαλύτερος μέτοχος είχε τον αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή ή/και τον διορισμό τόσο του Προέδρου καθώς και της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ή/και είχε τον αποφασιστικό ρόλο στην λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν τις Κυπριακές Αερογραμμές ή/και την οικονομική διοίκηση ή/και διαχείριση στην οποία ενέπιπταν τα ωφελήματα και οι απολαβές των Εναγόντων. Το 2005 η τότε Κυβέρνηση, μέσω των αρμόδιων Υπουργών ή/και μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου των Κυπριακών Αερογραμμών, αποφάσισε να προβεί σε αποκοπές στις αποδοχές ή/και τους μισθούς ή/και τα ωφελήματα των Εναγόντων με σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι Κυπριακές Αερογραμμές. Η Κυβέρνηση είχε υποσχεθεί ή/και είχε αναλάβει, μέσω των Υπουργών της ή/και μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου, την υποχρέωση ότι με τις συγκεκριμένες αποκοπές οι Κυπριακές Αερογραμμές θα συνέχιζαν τις εργασίες τους ή/και ότι ήταν αναγκαίες ή/και απαραίτητες για να συνεχίσει η Εταιρεία τις εργασίες της ή/και να μην χάσουν οι Ενάγοντες τις δουλειές τους. Η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Προέδρου ή/και των αρμόδιων Υπουργών, προέβαινε σε δηλώσεις ή/και διαβεβαιώσεις ή/και υποσχέσεις ή/και παραστάσεις τόσο προς τους Ενάγοντες καθώς και σε αντιπροσώπους τους ή/και στις συνδικαλιστικές οργανώσεις που τους αντιπροσώπευαν ότι με τις αποκοπές ή/και τις μειώσεις στους μισθούς ή/και τις μειώσεις στις αποδοχές και τα ωφελήματα θα διέσωζαν τις Κυπριακές Αερογραμμές, ότι δεν θα επέτρεπαν το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών και οι Ενάγοντες θα διατηρούσαν τις εργασίες τους, ότι θα τηρούνταν όλοι οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί ή/και Οδηγίες αναφορικά με αναδιαρθρώσεις εθνικών αερομεταφορών, ότι υπήρχαν επενδυτές ή/και ότι υπήρχαν σχέδια διάσωσης των Κυπριακών Αερογραμμών, ότι οι μειώσεις ή/και οι αποκοπές στους μισθούς ή/και στις αποδοχές ή/και στα ωφελήματα θα επιστρέφονταν ή/και ότι οι Ενάγοντες θα αποζημιώνονταν, ότι δεν έλαβαν ή/και παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία ή/και τα απαραίτητα μέτρα για να μην κλείσουν οι Κυπριακές Αερογραμμές και ότι ενώ γνώριζαν ή/και όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι συνεχείς κρατικές ενισχύσεις ήταν αντίθετες με τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρέλειψαν να προβούν έγκαιρα στην λήψη άλλων μέτρων για διάσωση της Εταιρείας.  Οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στις υποσχέσεις ή/και στις παραστάσεις ή/και στις διαβεβαιώσεις ή/και στην ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του Κράτους συγκατατίθεντο στις αποκοπές των μισθών και των λοιπών ωφελημάτων. Στις 09/01/2015 η Κυπριακή Δημοκρατία ανακοίνωσε την παύση ή/και το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών και στις 30/01/2015 διορίστηκαν ως εκκαθαριστές της Εταιρείας ο Αυγουστίνος Παπαθωμάς και ο Davis Dunckley. Κατά παράβαση των υποσχέσεων ή/και των διαβεβαιώσεων ή/και των παραστάσεων ή/και της ανάληψης υποχρέωσης η Κυπριακή Δημοκρατία έκλεισε τις Κυπριακές Αερογραμμές χωρίς να λάβει οποιαδήποτε μέτρα έτσι ώστε να μην αφαιρεθεί η άδεια λειτουργίας της Εταιρείας ή/και να μην κηρυχθούν, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παράνομες οι κρατικές ενισχύσεις προς την Εταιρεία.  Με το κλείσιμο της Εταιρείας η μερίδα των Εναγόντων η οποία είχε σταματήσει να εργάζεται στις Κυπριακές Αερογραμμές πριν τις 09/01/2015 καθώς και η μερίδα των Εναγόντων η οποία σταμάτησε μετά τις 09/01/2015 βρέθηκαν σε πολύ άσχημη ή/και δύσκολή ή/και δεινή οικονομική κατάσταση.  Όταν κλήθηκαν να λάβουν μέρος του Ταμείου Προνοίας τους αναγκάστηκαν ή/και υποχρεώθηκαν ή/και εκβιάστηκαν, κατά παράβαση του Συντάγματος ή/και της νομοθεσίας, να υπογράψουν δήλωση ότι δεν έχουν οποιαδήποτε πρόσθετη απαίτηση. Η συγκεκριμένη δήλωση έγινε από τους Ενάγοντες ενώ αυτοί βρίσκονταν υπό καθεστώς ψυχικής ή/και ψυχολογικής πίεσης ή/και οικονομικής αδυναμίας ή/και αφού τους αναφέρθηκε ότι αν δεν υπόγραφαν την δήλωση δεν θα λάμβαναν οποιοδήποτε μέρος του ποσού του Ταμείου Προνοίας. Στους Ενάγοντες που ήταν κάτω από 50 ετών κατά τον χρόνο παραλαβής του Ταμείου Προνοίας έγινε αποκοπή 3,3% του Ταμείου Προνοίας τους. Κατά τον χρόνο παραλαβής του μέρους του Ταμείου  Προνοίας οι Ενάγοντες βρίσκονταν εκτός εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα με οικονομικές υποχρεώσεις τόσο προσωπικές όσο και έναντι των οικογενειών τους.  Λόγω των πράξεων ή/και παραλήψεων του Εναγόμενου οι Ενάγοντες απώλεσαν τα ποσά τα οποία παραθέτουν. 

 

          Ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες αφορούν πρώτο, ότι η αγωγή είναι ενοχλητική, ευτελής και καταχρηστική. Δεύτερο, ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται λόγω συμπεριφοράς ή/και γραπτής δήλωσης ή/και άλλως πως να προωθούν την αγωγή και τρίτον, ότι η αγωγή δεν περιέχει οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου.  Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι με απόφαση ημερ. 09/01/2015 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε ότι οι κρατικές ενισχύσεις ύψους €92,75 εκατομμυρίων που είχαν παραχωρηθεί στις Κυπριακές Αερογραμμές αποτελούσαν παράνομες κρατικές ενισχύσεις και ότι το Κράτος όφειλε να προχωρήσει στην ανάκτηση τους με τόκο. Σε έκτακτη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου των Κυπριακών Αερογγραμών αποφασίστηκε ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές δεν ήταν πλέον οικονομικά δρώσα οντότητα και ότι δεν ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή του πτητικού της προγράμματος με ασφάλεια.  Παράλληλα, η Αρχή Αδειοδότησης Πτητικού Προγράμματος την ίδια μέρα είχε αποφασίσει την ανάκληση της πτητικής άδειας των Κυπριακών Αερογραμμών. Το Συμβούλιο αποφάσισε να προχωρήσει με την διαδικασία της εκούσιας εκκαθάρισης και την αναστολή του πτητικού της έργου από 10/01/2015. Το Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων ήταν κατοχυρωμένο από την Εταιρεία και όχι από το Κράτος, η οποία Εταιρεία όφειλε να καταβάλλει εισφορές και να καλύπτει τα ελλείματα του Ταμείου. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, η Εταιρεία, δεν κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό για την έλλειψη των ετήσιων ελλειμάτων του Ταμείου Προνοίας των υπαλλήλων με αποτέλεσμα τα ελλείμματα να αυξηθούν στα €8 εκατομμύρια. Ως αποτέλεσμα τα διαθέσιμα ποσά του Ταμείου Προνοίας πληρώθηκαν προς τους υπαλλήλους της Εταιρείας χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό. Η Κυβέρνηση, στα πλαίσια άσκησης της κοινωνικής της πολιτικής και προς άντληση των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων, αποφάσισε την στήριξη των μελών του Ταμείου Προνοίας και στις 04/02/2015 το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε την παραχώρηση χαριστικών αποζημιώσεων που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων και ποσό που θα αναλογούσε στους υπαλλήλους από το Ταμείο Προνοίας.  Για σκοπούς διασφάλισης των χαριστικών αποζημιώσεων προς το προσωπικό η παραλαβή του προϋπόθετε την υπογραφή σχετικού εντύπου, στο οποίο δηλωνόταν η μη ύπαρξη οποιασδήποτε πρόσθετης απαίτησης έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Εταιρείας και του Ταμείου Προνοίας. Αρχικά υπήρξαν αντιδράσεις σε σχέση με την υπογραφή του συγκεκριμένου εντύπου αλλά περί τα τέλη Ιουλίου 2015, μετά από διαβούλευση με τις Συντεχνίες των υπαλλήλων, υπήρξε συμβιβασμός και έγινε σχετική αναθεώρηση του εντύπου με τη διαγραφή της αναφοράς επιφύλαξης. Με την αναθεώρηση είχε διασφαλιστεί ότι τα πρώην μέλη του προσωπικού θα διατηρούσαν το δικαίωμα να κινηθούν εναντίον των Κυπριακών Αερογραμμών ή οποιουδήποτε αντιπροσώπου της Εταιρείας για την διεκδίκηση οποιασδήποτε απαίτησης. Οι Ενάγοντες υπέγραψαν το συγκεκριμένο έντυπο και έλαβαν τα ποσά των χαριστικών αποζημιώσεων και ως εκ τούτου όφειλαν να αξιώσουν αποζημιώσεις από τις Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ και το Ταμείο Προνοίας Υπαλλήλων Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ και όχι από την Κυπριακή Δημοκρατία.  Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει οποιαδήποτε νομική υποχρέωση έναντι οποιουδήποτε πρώην υπαλλήλου των Κυπριακών Αερογραμμών αφού με την αναθεώρηση του εντύπου είχε διασφαλιστεί ότι τα πρώην μέλη του προσωπικού καθώς και κάθε πιστωτής της εταιρείας των Κυπριακών Αερογραμμών διατηρούσε το δικαίωμα να κινηθεί νομικά εναντίον της Εταιρείας και των Εκκαθαριστών της για την διεκδίκηση οποιασδήποτε απαίτησης. 

 

          Κατά την έναρξη της ακρόασης κατατέθηκαν από κοινού παραδεκτά έγγραφα. Συγκεκριμένα κατατέθηκαν εκ συμφώνου Αντίγραφο των Πρακτικών της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων των Κυπριακών Αερογραμμών ημερ. 30/01/2015 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1, έγγραφο του Εκκαθαριστή ημερ. 18/02/2024 το οποίο παρουσιάζει το ποσοστό συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στις Κυπριακές Αερογραμμές κατά τον χρόνο της εκκαθάρισης και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2,  Βεβαίωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σε σχέση με τις Κυπριακές Αερογραμμές και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3, Επεξηγηματική Δήλωση του Σχεδίου Διακανονισμού των Κυπριακών Αερογραμμών και τάξεων πιστωτών και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4, Σχέδιο Διακανονισμού των Κυπριακών Αερογραμμών αναφορικά με τις τάξεις των πιστωτών της Εταιρίας ως τροποποιήθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5 και δέσμη εντύπων πληρωμής και εγγράφων απαλλαγής που είχαν υπογραφτεί από υπαλλήλους των Κυπριακών Αερογραμμών τον Νοέμβριο 2015 ως Τεκμήριο 6.

 

Προς υποστήριξη των θέσεων των Εναγόντων δόθηκε μαρτυρία από δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο Γεώργιος Πίττας, Μ.Ε.1, ο οποίος είναι ο Ενάγοντας με αριθμό 40. Παρέθεσε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1. Στη γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους εναπομείναντες Ενάγοντες για να παρουσιάσει την κοινή τους θέση.  Δηλώνει ότι όλοι ήταν εργαζόμενοι στις Κυπριακές Αερογραμμές και μέλη του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων, των οποίων η εργοδότηση διακόπηκε το 2015 όταν οι Κυπριακές Αερογραμμές με απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας τερμάτισαν την λειτουργία τους.  Ο ίδιος εργάστηκε στις Κυπριακές Αερογραμμές από το 1982 μέχρι το 2015 στο Τμήμα Προϋπολογισμού και ασχολείτο με τα λογιστικά.  Μαζί με τον Εναγόμενο Συμεών Σταύρου ετοίμασαν και υπολόγισαν για κάθε ένα εναπομείναντα Ενάγοντα τα ποσά των αποκοπών για τα έτη 2005 μέχρι 2015. Για την ετοιμασία των καταστάσεων αποκοπών έλαβαν στοιχεία από τα φύλλα μισθοδοσίας των συγκεκριμένων Εναγόντων.  Επεξηγεί ότι οι μειώσεις των μισθών είχαν ξεκινήσει το 2006, ότι από το 2006 μέχρι το 2010 υπήρξαν μειώσεις μεταξύ του 5% μέχρι και 25% ανάλογα με τον ετήσιο μισθό του κάθε  υπαλλήλου, ότι για τα έτη 2011 – 2012 υπήρξε καθολική μείωση προς 9% κάθε χρόνο για όλους τους υπαλλήλους καθώς επίσης και ότι για το έτος 2013 είχαν γίνει επιπρόσθετες μειώσεις μεταξύ του 7% μέχρι και 20,50%, ανάλογα με τον ετήσιο μισθό του κάθε υπαλλήλου.  Επιπρόσθετα, από 01/01/2006 μέχρι 01/01/2008 είχε ανασταλεί η προσαύξηση του 3% επί του βασικού μισθού, η οποία επανήλθε το 2008 επί του βασικού, πλην όμως, μειωμένου μισθού.  Για το έτος 2009 δόθηκε προσαύξηση για μόνο 6 μήνες και οι αυξήσεις ήταν σε ποσοστό 1% μέχρι την 01/09/2009 και 2% από 01/04/2010.  Καταγράφει τα συνολικά ποσά που οι εναπομείναντες Ενάγοντες έχουν απωλέσει.  Καταλήγει, ότι παρά το γεγονός ότι οι υπάλληλοι των Κυπριακών Αερογραμμών λάμβαναν διαβεβαιώσεις τόσο από τις Κυπριακές Αερογραμμές όσο και από την Κυπριακή Δημοκρατία ότι τα ποσά που αποκόπτονταν θα επιστρέφονταν, στην ουσία τόσο οι Κυπριακές Αερογραμμές καθώς και η Κυπριακή Δημοκρατία γνώριζαν ότι η εργοδότηση θα διακόπτετο.  Οι ίδιοι ζημίωσαν λόγω της αποτυχίας της Κυβέρνησης να πετύχει τη συνέχιση της λειτουργίας των Κυπριακών Αερογραμμών και κατ΄ επέκταση της δικής τους εργοδότησης. 

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι ο ίδιος μαζί με τον συνάδελφο του Συμεών Σταύρου είχαν ετοιμάσει πίνακες και για τους 45 Ενάγοντες καθορίζοντας την απώλεια κάθε ενός από αυτούς.  Κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 7 η συγκεκριμένη δέσμη από πίνακες, ως έγγραφο στην κατοχή του μάρτυρα και χωρίς να γίνει αποδοχή του περιεχομένου του από πλευράς του Εναγόμενου. 

 

Ισχυρίστηκε ότι στην αρχή που γίνονταν οι αποκοπές αυτές δεν φαίνονταν στο έντυπο μισθοδοσίας που λάμβαναν οι υπάλληλοι κάθε μήνα. Ουσιαστικά μειώθηκε ο βασικός μισθός των υπαλλήλων αναλόγως του ποσοστού μείωσης που ίσχυε.  Λόγω του γεγονότος αυτού ο ίδιος μαζί με τον κ. Σταύρου αναγκάστηκαν να προβούν στον υπολογισμό για να δείξουν πώς μειώθηκε ο μισθός των υπαλλήλων κατά εξάμηνο, λόγω του τιμάριθμου μέχρι την ημέρα που έκλεισε η Εταιρεία.  Υπολόγισαν και την επιπρόσθετη μείωση στους μισθούς που έγινε από το 2011, η οποία όμως εμφανιζόταν στα έντυπα μισθοδοσίας.  Διευκρίνισε ότι για κάθε Ενάγοντα φαίνονται οι συνολικές απολαβές για τον κάθε επίδικο χρόνο, ενώ παράλληλα φαίνεται και η μείωση. Υποστήριξε ότι τα έντυπα μισθοδοσίας των Εναγόντων είχαν ληφθεί από τον Εκκαθαριστή των Κυπριακών Αερογραμμών. Τα κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 στην διαδικασία. Για την κατάρτιση της κατάστασης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι συμφωνίες που έγιναν σε σχέση με τις αποκοπές, οι οποίες εν πάση περιπτώσει είναι δημοσιευμένες στην Έκθεση του Εκκαθαριστή. 

 

Αντεξετασθείς παραδέχθηκε ότι η εταιρεία των Κυπριακών Αερογραμμών συνιστά ξεχωριστή νομική οντότητα. Όμως, προώθησε την άποψη ότι η απόφαση για να κλείσουν οι Κυπριακές Αερογραμμές ήταν της Κυβέρνησης αφού ανακοινώθηκε από τον Υπουργό Οικονομικών και τα άτομα του Διοικητικού Συμβουλίου που είχαν διαφωνήσει είχαν αντικατασταθεί με κρατικούς υπαλλήλους οι οποίοι ακολουθούσαν τις οδηγίες της Κυβέρνησης. Παραδέχθηκε, ότι το Τμήμα Μισθών ήταν διαφορετικό από το Τμήμα Προϋπολογισμού των Κυπριακών Αερογραμμών. Επίσης παραδέχθηκε ότι οι αποκοπές είχαν γίνει στην βάση των συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ της Εταιρείας και των Συντεχνιών των υπαλλήλων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Διευκρίνισε όμως ότι υπήρχε μία δέσμευση ότι θα αποκόπτονταν τα ποσά από υπαλλήλους σε όλες τις Συντεχνίες όμως μία εκ των Συντεχνιών δεν είχε υπογράψει και ως εκ τούτου κατά τη δική του άποψη η Κυβέρνηση δεν έπρεπε να αποκόπτει οποιοδήποτε ποσό εφόσον δεν είχαν συμφωνήσει όλες οι Συντεχνίες.

 

Ερωτηθείς αναφορικά με την μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για να υπολογιστεί το ποσό των αποκοπών υποστήριξε ότι είχε υπολογιστεί με βάση την εμπειρία του αφού το Τμήμα Μισθοδοσίας ήταν μέρος του Λογιστηρίου και ο ίδιος είχε επαφή αλλά και εμπλοκή στο Τμήμα της Μισθοδοσίας για σκοπούς προϋπολογισμού.  Αναγνώρισε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαμαρτυρία από τους Ενάγοντες στην αποκοπή των ποσών και ο λόγος ήταν γιατί αν δεν συγκατατίθεντο στην μείωση των μισθών η Εταιρεία θα έκλεινε. Ως εκ τούτου δέχθηκαν τις μειώσεις για να διατηρήσουν την εργασία τους και το ίδιο ίσχυσε και για την απώλεια της προσαύξησης των ετών 2006 μέχρι και 2008.

 

Όταν του υποβλήθηκε ότι υπέγραψε ανεπιφύλακτα το έγγραφο απαλλαγής και παρέλαβε το ποσό των €40.052,45, ο ίδιος προώθησε τη θέση ότι το συγκεκριμένο ποσό αφορούσε το Ταμείο Προνοίας και η υπογραφή του τέθηκε κατόπιν πίεσης. Ανέφερε ότι τα προηγούμενα ποσά του Ταμείου Προνοίας που είχαν παραληφθεί είχαν παραληφθεί με την σημείωση «άνευ βλάβης δικαιωμάτων» ενώ το τελευταίο του Αυγούστου αναγκάστηκαν να το παραλάβουν τον Νοέμβριο, μετά που απέσυραν την επιφύλαξη άνευ βλάβης. Υποστήριξε ότι η πίεση ήταν δεδομένη αφού είχαν υποχρεώσεις.  Όταν του υποβλήθηκε ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο καταγράφεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας προώθησε τη θέση ότι η συγκεκριμένη δήλωση αφορούσε μόνο το Ταμείο Προνοίας και ότι ο ίδιος κέκτηται συνταγματικό δικαίωμα να προσφύγει στην δικαιοσύνη.  Επέμενε στην θέση του ότι η Εταιρεία αντιπροσωπευόταν από την Κυβέρνηση με ποσοστό 93% και οι διοικητικοί σύμβουλοι ήταν άνθρωποι διορισμένοι από την Κυβέρνηση. 

 

Κατά τη δική του άποψη η Κυπριακή Δημοκρατία είχε νομική υποχρέωση έναντι των Εναγόντων αφού στις διαπραγματεύσεις που αφορούσαν τις αποκοπές ήταν παρόντες δύο Υπουργοί, ο Υπουργός Εργασίας και ο Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας.  Άρα η εμπλοκή της Κυβέρνησης ήταν δεδομένη.  Παράλληλα παραδέχθηκε ότι οι μειώσεις στους μισθούς και τα υπόλοιπα μέτρα που επηρέαζαν τα ωφελήματα του προσωπικού είχαν αποφασιστεί από κοινού μεταξύ της Εταιρείας και των Συντεχνιών στα πλαίσια του σχεδίου αναδιάρθρωσης για να σωθεί η εταιρεία. Υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε στείλει σχέδια επιβίωσης των Κυπριακών Αερογραμμών και είχε ζητήσει διευκρινίσεις αναφορικά με τα συγκεκριμένα σχέδια πλην όμως η Κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε.  Κατά τη δική του άποψη οι Εκκαθαριστές είχαν διοριστεί από την Κυβέρνηση πολύ πριν την ανακοίνωση του κλεισίματος της Εταιρείας.  Προώθησε τη θέση ότι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αφορούσε το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών αλλά ζητήθηκε σχέδιο αναδιάρθρωσης και τέθηκε χρόνος, εντός του οποίου θα έπρεπε να επιστραφούν τα λεφτά της επιχορήγησης πίσω στην Κυβέρνηση.  Κατά τη δική του άποψη η Κυβέρνηση μπορούσε να κρατήσει την Εταιρεία σε λειτουργία, όπως είχε γίνει και με άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες που είχαν οικονομικά προβλήματα. 

 

Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η Ευαγγελία Γιαννάκη, Μ.Ε.2, Ενάγουσα με αριθμό 33. Παρέθεσε τις θέσεις της σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 2. Καταγράφει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από όλους τους Ενάγοντες για να παρουσιάσει τις θέσεις όλων ενώπιον του Δικαστηρίου. Δηλώνει, ότι από το 1982 μέχρι το 2015 εργαζόταν στις Κυπριακές Αερογραμμές ως γραφέας Λογιστηρίου με ετήσιο μηνιαίο μισθό €1.731,89 ως βασικό καθαρό μισθό πλέον τιμάριθμο.  Μετά τη διακοπή της εργασίας της στις Κυπριακές Αερογραμμές δεν κατέστη δυνατή η εξεύρεση εργασίας μέχρι και σήμερα, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα και να απωλέσει 12% της σύνταξης της χωρίς η ίδια να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Η ίδια, λόγω της αγάπης της προς της Κυπριακές Αερογραμμές και την δουλειά της, όταν η Εταιρεία είχε ανάγκη ρευστότητας ακολούθησε το κάλεσμα της για βοήθεια.  Το 2005 ενημερώθηκαν οι υπάλληλοι, από τις Συντεχνίες, ότι θα έπρεπε να γίνουν αποκοπές στο σύνολο των μισθών τους.  Αυτό που είχε λεχθεί ήταν ότι μόλις η Εταιρεία ορθοποδούσε η αποκοπή στους μισθούς θα επιστρεφόταν και ότι για να συνεχίσει η εργοδότηση απαιτείτο η διενέργεια των αποκοπών. Λόγω των παραστάσεων τόσο των αρμοδίων από τις Κυπριακές Αερογραμμές καθώς και των Υπουργών της τότε Κυβέρνησης η ίδια συμμετείχε στις Γενικές Συνελεύσεις της Συντεχνίας ψηφίζοντας την έγκριση των συγκεκριμένων αποκοπών. Το 2013 οι υπάλληλοι βρέθηκαν εκ νέου μπροστά από το ίδιο δίλημμα και το 2015 οι Κυπριακές Αερογραμμές ξεκίνησαν την διαδικασία εκκαθάρισης.  Το 2012 είχε διενεργηθεί αποκοπή εφάπαξ ποσού από τις αεροσυνοδούς. Η Εταιρεία ανέστειλε τις εργασίες της στις 09/01/2015, ως αποτέλεσμα της απραξίας και της αμέλειας της Εταιρείας καθώς και της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω της αποτυχίας της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας να υποστηρίξει τη νομιμότητα της κρατικής βοήθειας που είχε δοθεί στις Κυπριακές Αερογραμμές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 09/01/2015, δεν ζήτησε το κλείσιμο του Εθνικού Αερομεταφορέα αλλά ζήτησε την ανάκτηση των παράνομων κρατικών ενισχύσεων ύψους €66 εκατομμύρια. Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στάλθηκε στις 18:10 το βράδυ της 09/01/2015 και στις 18:25 της ίδιας μέρας ο Υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε δημόσια την άμεση αφαίρεση της πτητικής άδειας των Κυπριακών Αερογραμμών.  Καταγράφει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο των Κυπριακών Αερογραμμών και η Κυπριακή Δημοκρατία είχαν αμελήσει να αποστείλουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το αναθεωρημένο σχέδιο αναδιάρθρωσης.  Όλα τα χρόνια που γίνονταν αποκοπές η Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με τις Κυπριακές Αερογραμμές εκπονούσαν σχέδια δράσης για τη διάσωση της Εταιρείας, τα οποία όμως δεν ήταν αρκετά.  Ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά ούτε οι Κυπριακές Αερογραμμές είχαν ασκήσει με επιμέλεια τα καθήκοντα τους έναντι των υπαλλήλων αφού παρέλειψαν να πράξουν όσα έπρεπε και τα οποία, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες της Εταιρείας, έπρεπε να εκτελεστούν. Με τις συγκεκριμένες αποκοπές δεν αποκόπηκε μόνο ο βασικός μισθός των υπαλλήλων και οι προσαυξήσεις αλλά διακόπηκε σταδιακά και η πληρωμή των υπερωριών καθώς και ο προγραμματισμός διανυκτερεύσεων. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκάλεσε ζημιές, ήτοι απώλεια εισοδημάτων και ζημιά στο Ταμείο Προνοίας των υπαλλήλων.  Η ίδια είχε παράπονο γιατί από το 2005 μέχρι το 2015 ενώ παρουσιαζόταν ότι η συνεισφορά των υπαλλήλων με την αποκοπή των μισθών τους ήταν απαραίτητη για την επιβίωση και συνέχιση των δραστηριοτήτων των Κυπριακών Αερογραμμών τελικά η Κυβέρνηση και η Εταιρεία δεν έπραξαν αυτά που έπρεπε για να ορθοποδήσει οικονομικά.  Στην ουσία εκμεταλλεύτηκαν τους μισθούς των υπαλλήλων με την υπόσχεση ότι τα χρήματα αυτά θα επιστρέφονταν μόλις ήταν αυτό δυνατό για την Εταιρεία. 

 

Όσον αφορά το Ταμείο Προνοίας καταγράφει ότι κατά την αποχώρηση λήφθηκε μέρος του Ταμείου Προνοίας μειωμένο κατά 6% των σχετικών εισφορών. Μετά από την απόλυση, περί το 2015, κλήθηκαν να λάβουν τη διαφορά του Ταμείου Προνοίας και κατά την παραλαβή απαιτήθηκε από τους ίδιους να υπογράψουν το έντυπο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να τους δοθεί άλλη επιλογή. Παρά τις αντιδράσεις και διαμαρτυρίες, λόγω της οικονομικής ανάγκης που βίωναν, αναγκάστηκαν να υπογράψουν το έντυπο χωρίς επιφύλαξη.  Η Δημοκρατία ήταν ο κύριος μέτοχος της Eταιρείας. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που αφορούν το Ταμείο Προνοίας, η ίδια παρέλαβε το 22,26% του 3% του Ταμείου Προνοίας. Με την αγωγή διεκδικούν οι Ενάγοντες και περιορίζουν την απαίτηση τους στο υπόλοιπο 3% του Ταμείου  Προνοίας.  Καταγράφει τα ποσά που αναλογούν σε κάθε ένα από τους Ενάγοντες. 

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι μετά το κλείσιμο της Εταιρείας είχαν κληθεί να παραλάβουν λεφτά και να υπογράψουν ένα έντυπο. Όσοι από τους  υπαλλήλους ήταν κάτω των 55 ετών δεν θα λάμβαναν όλο το ποσό του Ταμείου Προνοίας. Οι ίδιοι οι Ενάγοντες έκριναν ότι θα ήταν σωστό να καταγράψουν στο έντυπο την φράση «άνευ βλάβης» για να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους.  Όμως αυτό δεν έγινε αποδεκτό και ουσιαστικά, με το πιστόλι στον κρόταφο, τους λέχθηκε ότι αν δεν υπέγραφαν ανεπιφύλακτα δεν θα τους δίδετο οποιοδήποτε ποσό.  Με παιδιά που σπούδαζαν αλλά και δάνεια δεν είχαν επιλογή παρά να παραλάβουν το ποσό και να υπογράψουν χωρίς να επιφυλάξουν οποιοδήποτε δικαίωμα. Υπάρχει η φόρμα στην οποία καταγράφεται το «άνευ βλάβης» και υπάρχει και η φόρμα στην οποία δεν καταγράφεται η συγκεκριμένη φράση. Υποστηρίζει ότι θα ήταν παράλογο για την ευημερία της οικογένειας της να μην παραλάβει το ποσό που της δίδετο ενώ, τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της, ήταν εκτός εργασίας. 

 

Είχε στην κατοχή της δέσμη εγγράφων που αφορούσε την πρώτη φόρμα που είχε συμπληρωθεί την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 9.  Ως Τεκμήριο 10 κατέθεσε την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με ημερομηνία 09/01/2015. 

 

Υποστήριξε ότι υπήρχε διαβεβαίωση από την Εταιρεία και την Κυβέρνηση ότι υπήρχαν δυνατά επιχειρήματα για να αποτραπεί το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών. Αναγνώρισε ότι υπήρχαν μη κερδοφόρες πτήσεις, οι οποίες επιβάλλονταν από την Κυβέρνηση γιατί οι Κυπριακές Αερογραμμές ήταν ο πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε διάφορους προορισμούς. Όσον αφορά τον υπολογισμό των ποσών που απωλέσθηκαν εξήγησε ότι υπήρχαν πολλές συμφωνίες με το Ταμείο Προνοίας και την Εταιρεία. Υπήρχε συμφωνία ότι εάν κάποιος αποφασίσει να φύγει από την Eταιρεία πριν τα 55 το Ταμείο Προνοίας θα μειωνόταν κατά 6%.  Κατά το κλείσιμο της Εταιρείας όσοι είχαν μείνει και ήταν κάτω των 55 ετών είχε μειωθεί το Ταμείο Προνοίας τους κατά 2,7% αντί 6%. Προώθησε την άποψη ότι δεν ήταν απόφαση των υπαλλήλων να φύγουν από την Εταιρεία πριν τα 55, άρα απαιτούν το 3,3% του Ταμείου Προνοίας το οποίο τους αποκόπηκε.

 

Αντεξεταζόμενη αναγνώρισε ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές είναι ξεχωριστή οντότητα με κύριο μέτοχο την Κυβέρνηση και ότι όλες οι αποφάσεις λαμβάνονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο διοριζόταν  από την εκάστοτε Κυβέρνηση. Υποστήριξε ότι η ανακοίνωση για αναστολή των πτήσεων είχε γίνει από την Κυβέρνηση μέσω του Υπουργού Οικονομικών. Ερωτηθείσα σε τι ενέργειες είχε προβεί για ανεύρεση εργασίας υποστήριξε ότι υπέβαλε πάρα πολλές αιτήσεις για θέσεις γραφέα, τηλεφωνήτριας, γραμματέα σε γιατρούς και έστειλε σε πάρα πολλούς εργοδότες το βιογραφικό της. Κάποιοι δεν απαντούσαν καθόλου και κάποιοι την ενημέρωναν ότι ήταν πολύ μεγάλη για την συγκεκριμένη εργασία. Επέμενε στη θέση της ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε κλείσει τις Κυπριακές Αερογραμμές αφού την Παρασκευή το βράδυ είχε τερματίσει την λειτουργία τους και το Σάββατο το πρωί οι πτήσεις των Κυπριακών Αερογραμμών είχαν διενεργηθεί από άλλη αερογραμμή. Όσον αφορά τις διαβεβαιώσεις ισχυρίστηκε ότι αυτές είχαν δοθεί μετά από συνάντηση με τον Υπουργό Εργασίας και τον Υπουργό Οικονομικών, στην οποία δόθηκε υπόσχεση και διαβεβαίωση ότι όταν τα οικονομικά της Εταιρείας θα ήταν καλύτερα τα ποσά που είχαν αποκοπεί θα επιστρέφονταν στους κατόχους τους. Ισχυρίστηκε ότι κατά την δεδομένη στιγμή είχε ζητηθεί από τους υπαλλήλους να συνδράμουν από τον μισθό τους στηρίζοντας οικονομικά την Εταιρεία με την υπόσχεση να μην κλείσει και τα συγκεκριμένα ποσά να επιστραφούν όταν η Εταιρεία θα ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση. Παραδέχθηκε ότι οι συγκεκριμένες αποκοπές είχαν γίνει με την συναίνεση των υπαλλήλων πλην όμως επεξήγησε ότι υπήρχε η πίεση του να μείνουν χωρίς δουλειά οι υπάλληλοι. Έγιναν θυσίες για να μην κλείσει η Εταιρεία με την προϋπόθεση μόλις η εταιρεία ορθοποδούσε να τους επιστραφούν τα συγκεκριμένα ποσά. Παραδέχθηκε ότι κανένας υπάλληλος δεν είχε διαμαρτυρηθεί από το 2005  μέχρι το 2015 για την μεταβολή του μισθού του.  Επέμενε στη θέση της ότι η Εταιρεία δεν ήταν μία ιδιωτική εταιρεία αλλά ήταν μία εταιρεία της οποίας το διοικητικό συμβούλιο διοριζόταν από την Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση είχε το μεγαλύτερο λόγο. Το Διοικητικό Συμβούλιο μαζί με Υπουργούς της Κυβέρνησης είχαν λάβει την απόφαση για τερματισμό της λειτουργίας της Εταιρείας με την λήψη της απόφασης από την Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι το διάταγμα καθόριζε τέσσερεις μήνες εντός των οποίων να επιστραφούν οι κρατικές ενισχύσεις.  Κατά τη δική της άποψη το Διοικητικό Συμβούλιο άλλαζε κάθε φορά που άλλαζε η Κυβέρνηση με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να γνωρίζει τα προβλήματα της Εταιρείας.  Για δέκα και πλέον χρόνια προσπαθούσαν με διάφορα σχέδια να σώσουν την Εταιρεία χωρίς αποτέλεσμα.  Λόγω του ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν είχαν σχέση με το αντικείμενο οι Κυπριακές Αερογραμμές οδηγήθηκαν στο κλείσιμο. Η ίδια θεωρούσε αμέλεια του Κράτους το γεγονός ότι για δέκα χρόνια, παρά την οικονομική προσπάθεια των υπαλλήλων, δεν κατάφεραν να σώσουν την Εταιρεία.  Εφόσον δεν κατάφεραν να την σώσουν ακόμα και με την οικονομική ενίσχυση των υπαλλήλων, κατά τη δική της άποψη, της οφείλεται το ποσό του Ταμείου Προνοίας αφού δεν ήταν δική της επιλογή ο τερματισμός των υπηρεσιών της. 

 

Όταν της υποβλήθηκε ότι η ίδια είχε υπογράψει το έντυπο απαλλαγής, Τεκμήριο 6, προώθησε τη θέση ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές ήταν η Κυβέρνηση και δεν μπορεί κάποιος που κατέχει το 100% μίας εταιρείας να είναι άμοιρος ευθυνών αφού η ίδια η Κυβέρνηση έκλεισε την Εταιρεία και οι υπάλληλοι έμειναν χωρίς δουλειά μέσα σε μία νύκτα.  Επιπρόσθετα τους λέχθηκε ότι είτε θα υπέγραφαν χωρίς την φράση «άνευ βλάβης» ή θα έχαναν τα λεφτά τους. 

 

Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από την Δημοκρατία. Η επιλογή αυτή είναι σεβαστή και παρέλκει οποιοσδήποτε σχολιασμός βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου (2014) 1 Α.Α.Δ. 2287.

 

Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με τη διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του το περιεχόμενο τους και θα αναφερθεί σ΄αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. 

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 462:

 

« Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη.

Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th  Edition, par.4-38 και Αθανασίου  κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)».

 

Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια.

 

Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των  Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου,  (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.

 

Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους δύο μάρτυρες των Εναγόντων ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητά της και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν.

 

Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών είχε στοιχίσει την απώλεια της εργασίας σε μεγάλο αριθμό εργαζομένων με οικογένειες και υποχρεώσεις. Αρχίζοντας από τον Μ.Ε.1 δεν μπορεί παρά να γίνει αναφορά στις παραδοχές του. Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι οι συγκεκριμένες αποκοπές, των οποίων η επιστροφή ζητείται με την παρούσα αγωγή, είχαν συμφωνηθεί. Ότι οι αποκοπές έγιναν στην βάση συμφωνιών μεταξύ των ίδιων των Εναγόντων, των Συντεχνιών και της Εταιρείας και ότι ουδέποτε είχε γίνει οποιαδήποτε διαμαρτυρία σε σχέση με αυτές. Επίσης παραδέχθηκε ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές συνιστούν ξεχωριστή νομική οντότητα. Όσον αφορά τους όρους δυνάμει των οποίων είχαν γίνει οι συγκεκριμένες αποκοπές έγινε γενική αναφορά χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε οποιοδήποτε έγγραφο περιείχε τους συγκεκριμένους όρους. Η γενική αναφορά ήταν ότι βρίσκονται στην Έκθεση του Εκκαθαριστή. Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Όσον αφορά την κατ΄ισχυρισμό πίεση η οποία ασκήθηκε αναφορικά με την υπογραφή του εντύπου για την παραλαβή του Ταμείου Προνοίας χωρίς την επιφύλαξη δικαιώματος λήψης μέτρων εναντίον του Κράτους θα πρέπει να επισημανθεί ότι έγινε γενική και αόριστη αναφορά σε οικονομικές υποχρεώσεις χωρίς να συγκεκριμενοποιηθούν οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις και χωρίς να αναφερθεί με ποιο τρόπο είχε ασκηθεί η κατ΄ισχυρισμό πίεση για υπογραφή του εντύπου. Προφανώς είχε ξεχάσει ότι είχε παραδεχθεί ότι είχαν λάβει μέρος του Ταμείου Προνοίας οπόταν δεν είχαν αφεθεί χωρίς εισόδημα. Όσον αφορά τις θέσεις του για το θέμα της ευθύνης της Δημοκρατίας θα πρέπει να σημειωθεί ότι εξέφραζε δικές του απόψεις, για θέματα για τα οποία δεν είχε οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη, οι οποίες δεν στοιχειοθετήθηκαν με οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία.     

 

Υποστήριξε ότι είχε καταρτίσει ο ίδιος μαζί με ένα άλλο συνάδελφό του τις καταστάσεις που καταχωρίστηκαν ως Τεκμήριο 7 και αποτυπώνουν την απώλεια του κάθε Ενάγοντα. Δεν επεξήγησε όμως το περιεχόμενο της κάθε κατάστασης ενώ και πάλι η μαρτυρία του ήταν γενική και αόριστη. Δεν δύναται να παραγνωριστεί η θέση του ότι για ένα διάστημα, το οποίο δεν καθόρισε, οι αποκοπές δεν καταγράφονταν στο έντυπο της μισθοδοσίας. Οπόταν γεννάται το ερώτημα πως κατέληξε στα συγκεκριμένα ποσά τα οποία προκύπτουν στις καταστάσεις, αφού έλαβε υπόψη για τον καθορισμό της απώλειας του κάθε Ενάγοντα πληροφορίες από τις καταστάσεις μισθοδοσίας. Διαπιστώνεται αντίφαση στις συγκεκριμένες δύο θέσεις. Επιπρόσθετα δεν αναφέρθηκε στα προσόντα του για να επεξηγήσει και να πείσει το Δικαστήριο κατά πόσο ήταν σε θέση να διενεργήσει την συγκεκριμένη εργασία. Συνακόλουθα οι συγκεκριμένες καταστάσεις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ενόψει των συγκεκριμένων συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα είναι ακροσφαλής για την εξαγωγή οποιονδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων.          

 

Η Μ.Ε.2 παραδέχθηκε, όπως και ο Μ.Ε.1,  ότι οι εργαζόμενοι στις Κυπριακές Αερογραμμές είχαν αποδεχθεί τις αποκοπές στους μισθούς τους. Η ίδια είχε ψηφίσει υπέρ των αποκοπών και στην Γενική Συνέλευση της Συντεχνίας. Παραδέχθηκε επίσης ότι οι Κυπριακές Αερογραμμές ήταν ξεχωριστή νομική οντότητα. Έκανε αναφορά σε συμφωνίες με την Συντεχνία, την Εταιρεία και το Ταμείο Προνοίας των οποίων το περιεχόμενο δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο αφέθηκε στο σκοτάδι σε σχέση με το περιεχόμενό τους. Αναφέρθηκε σε διαβεβαιώσεις που τους είχαν δοθεί χωρίς να αναφέρει πότε είχαν δοθεί, από ποιόν είχαν δοθεί και υπό ποιες περιστάσεις είχαν δοθεί. Επίσης αναφέρθηκε σε πίεση που είχε ασκηθεί για την υπογραφή του εντύπου, πλην όμως δεν την εξειδίκευσε. Παρατηρείται ότι μόλις είχε κλείσει η Εταιρεία και ότι οι Ενάγοντες είχαν λάβει και ένα μέρος του Ταμείου Προνοίας, σύμφωνα με την μαρτυρία τους οπόταν η έλλειψη επεξήγησης αναφορικά με το ποια ήταν αυτή η οικονομική πίεση ρίπτει σκιά στον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

      

Κατείχε τη θέση γραφέα Λογιστηρίου και παρά το γεγονός αυτό εξέφρασε άποψη ότι υπήρχε αμέλεια του Κράτους λόγω του ότι δεν έστειλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το αναθεωρημένο σχέδιο αναδιάρθρωσης και δεν ζήτησε χρόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν ήταν οικονομολόγος ούτε και δήλωσε εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με το αντικείμενο. Προώθησε τη θέση ότι το Κράτος παρέλειψε να πράξει όσα έπρεπε χωρίς όμως να καθορίσει τί έπρεπε να πράξει το Κράτος και δεν το έπραξε. Δεν εξήγησε όμως που βασίζει την συγκεκριμένη άποψή της και ως εκ τούτου την άφησε ατεκμηρίωτη. Η μαρτυρία της δεν πλαισιώθηκε από έγκυρα δεδομένα και γεγονότα έτσι ώστε να μπορεί να γίνει πιστευτή.    

 

Με πλήρη κατανόηση προς τα συναισθήματα των Εναγόντων που είχαν αφιερώσει πολλά χρόνια της ζωής τους στις Κυπριακές Αερογραμμές καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι Ενάγοντες ήταν μεταξύ των πολλών υπαλλήλων των Κυπριακών Αερογραμμών που το βράδυ της 09/01/2015 έχασαν την δουλειά τους. Είχαν όλοι προβεί σε μεγάλες θυσίες με την αποδοχή αποκοπών στους μισθούς τους, μετά από συμφωνίες με τις Συντεχνίες τους, την Εταιρεία και το Ταμείο Προνοίας, με απώτερο στόχο την διάσωση της Εταιρείας, η οποία όμως τελικά δεν κατάφερε να ορθοποδήσει και εκκαθαρίστηκε όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις 09/01/2015, επέβαλε στην Κυπριακή Δημοκρατία όπως ανακτήσει το ποσό των €66.099.317,94 που είχε παραχωρήσει στις Κυπριακές Αερογραμμές ως κρατική βοήθεια. Οι Ενάγοντες είχαν λάβει το Ταμείο Προνοίας που τους αναλογούσε, σταδιακά, με βάση τις συμφωνίες μεταξύ τους και του Ταμείου Προνοίας. Κατά την λήψη του τελευταίου μέρους του Ταμείου Προνοίας είχαν υπογράψει έντυπο με το οποίο είχαν δηλώσει ότι δεν θα είχαν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του Κράτους, της Εταιρείας και του Ταμείου Προνοίας, Τεκμήριο 6.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων, ως γίνεται αντιληπτό στο Δικαστήριο από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, βασίζεται σε διαβεβαιώσεις που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους τους είχαν δοθεί ότι το ποσό που αποκόπτετο από τους μισθούς τους θα τους επιστρεφόταν «όταν η Εταιρεία ορθοποδούσε». Δεν κατατέθηκε οποιοδήποτε έγγραφο που να περιέχει την συγκεκριμένη διαβεβαίωση, ούτε και διευκρινίστηκε από ποιόν δόθηκαν οι συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις. Για να προστεθεί το γεγονός ότι και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν ότι οι αποκοπές είχαν γίνει με την δική τους συγκατάθεση, μετά από συμφωνία με τις Συντεχνίες και χωρίς την οποιαδήποτε διαμαρτυρία από το 2005 μέχρι το 2015. Η Εταιρεία ουδέποτε ορθοπόδησε αλλά εκκαθαρίστηκε αφού προφανώς δεν είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει το ποσό που είχε λάβει ως κρατική ενίσχυση.

 

Οι Ενάγοντες στο δικόγραφό τους επικαλούνται δόλο ή/και αμέλεια ή/και ψευδείς παραστάσεις ή/και παράβαση από την Κυπριακή Δημοκρατία σε σχέση με την διαβεβαίωση ή/και την ανάληψη υποχρέωσης. Οι διαβεβαιώσεις – παραστάσεις και η ανάληψη υποχρέωσης εστίασαν στο γεγονός ότι οι εμπλεκόμενοι δεν θα επέτρεπαν το κλείσιμο των Κυπριακών Αερογραμμών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι παραστάσεις – διαβεβαιώσεις, ως μπορεί να συναχθεί από τη μαρτυρία, ήταν προφορικές. Σε ότι αφορά την έννοια του δόλου, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (2004) 1 Α.Α.Δ. 992, απόσπασμα της οποία παρατίθεται κατωτέρω:

 

«Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο».

 

Ως λέχθηκε στην Jonesco vBeard (1930) AC 298, ένεκα του ότι ο δόλος είναι σοβαρή κατηγορία, η οποία εμπεριέχει και ποινικό χαρακτήρα, η μαρτυρία προς απόδειξη του πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και, επομένως, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί. Εδώ θα πρέπει ανοιχθεί μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων στην γραπτή της αγόρευση δεν προώθησε θέσεις που να συναρτώνται με την εφαρμογή του άρθρου 36 του Κεφ. 148. Επικεντρώθηκε στην αμέλεια των Κυπριακών Αερογραμμών και της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με το γεγονός ότι δεν τήρησαν τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις προς τους Ενάγοντες ότι θα ορθοποδούσε η Εταιρεία και θα τους επιστρέφονταν οι αποκοπές των μισθών τους.  Το αστικό αδίκημα της αμέλειας έχει τύχει ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν. Πέτρου Μιχαήλ (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 453 από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος.

Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα».

 

Συνεπώς, για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας απαιτείται να αποδειχθoύν όλα τα πιο κάτω συστατικά στοιχεία: (α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από τον Εναγόμενο (duty), (β) η απόδειξη παράβασης του εν λόγω καθήκοντος από τον Εναγόμενο (breach), (γ) η πρόκληση ζημιάς και/ή βλάβης στους Ενάγοντες (damage), (δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης από τον Εναγόμενο και της ζημιάς και/ή βλάβης που υπέστησαν οι Ενάγοντες ως αποτέλεσμα της αμέλειας (causation). Δεν τέθηκε μαρτυρία από τους Ενάγοντες σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία που παρατέθηκαν. Ο Εναγόμενος δεν είχε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας προς τους Ενάγοντες αφού δεν προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο να ενεπλάκη στις διαπραγματεύσεις για τις αποκοπές των μισθών των υπαλλήλων των Κυπριακών Αερογραμμών. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν ότι οι εργαζόμενοι στις Κυπριακές Αερογραμμές συζητούσαν και αποφάσιζαν για τις αποκοπές των μισθών και ωφελημάτων τους με τις Συντεχνίες τους και την διοίκηση των Κυπριακών Αερογραμμών σε μια προσπάθεια να διασωθεί η Εταιρεία. Άλλη θετική και αξιόπιστη μαρτυρία που να αφορά την εμπλοκή του Εναγόμενου δεν προσκομίστηκε. Δεν φαίνεται να προκύπτει αμελής πράξη του Εναγόμενου στην σειρά των γεγονότων όπως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

      Προωθήθηκε η θέση, από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων, ότι ο Εναγόμενος ενεργούσε ως de facto διευθυντής της Εταιρείας λόγω του ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου που διατηρούσε στην Εταιρεία, σελίδα 5 της αγόρευσης των Εναγόντων και ότι λάμβανε αποφάσεις. Δεν τέθηκε όμως μαρτυρία που να υποστηρίζει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό και ως εκ τούτου παρέμεινε μετέωρος. Η έκταση του μετοχικού κεφαλαίου του κράτους σε μια εταιρεία, από μόνη της, δεν την καθιστά διευθύντρια της. Εξάλλου, σύμφωνα με την μαρτυρία, υπήρχε Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο αποφάσιζε. Δεν κατατέθηκε το Καταστατικό της Εταιρείας έτσι ώστε να διαπιστωθεί ο τρόπος λειτουργίας της. Δεν τέθηκε αξιόπιστη και θετική μαρτυρία αναφορικά με το ποιος είχε λάβει την απόφαση για τερματισμό των εργασιών των Κυπριακών Αερογραμμών. Η μαρτυρία της Μ.Ε.2 αφορούσε την δική της αντίληψη η οποία δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Εν κατακλείδι δεν αποδείχθηκε ποια ήταν η αμελής πράξη του Εναγόμενου ή η παράλειψή του που οδήγησε στην απώλεια των Εναγόντων. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε πράξεις που όφειλε να πράξει και δεν τις έπραξε. Επαναλαμβάνεται ότι σύμφωνα με την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 για 10 χρόνια ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τις αποκοπές των μισθών τους αλλά αντίθετα τις αποδέχθηκαν.

 

          Ο Εναγόμενος εγείρει το θέμα του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct) στην Υπεράσπισή του ενώ στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του προωθείται ο νομικός ισχυρισμός ότι υπάρχει κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφο. Σχετικά είναι, όσο αφορά  στο κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, τα όσα διαβάζονται στην Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1522:

          «Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς,

"Οταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή". (Χ" Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1970) 1 C.L.R. 32)».

Οι Ενάγοντες για 10 χρόνια αποδέχονταν και συναινούσαν σε αποκοπές από το μισθό τους και τα ωφελήματά τους και μέχρι και την υστάτη, ήτοι τον Νοέμβριο 2015, όταν υπέγραψαν, ανεπιφύλακτα, το έντυπο ότι δεν θα είχαν οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από το Κράτος, τις Κυπριακές Αερογραμμές ή το Ταμείο Προνοίας, Τεκμήριο 6. Τα επίδικα έγγραφα, Τεκμήριο 6, τιτλοφορούνται «Απόδειξη πληρωμής και Έγγραφο Απαλλαγής». Έθεσαν τις υπογραφές τους και ως εκ τούτου η συγκεκριμένη συμπεριφορά τους εμποδίζει να αξιώνουν οτιδήποτε από το Κράτος. Οι ίδιοι είχαν υπογράψει για την απαλλαγή, μεταξύ άλλων και του Κράτους. Θα μπορούσαν να καταφύγουν στο Δικαστήριο και να μην υπογράψουν το έντυπο αν αυτό επιθυμούσαν. Η συγκεκριμένη δήλωση δημιούργησε κώλυμα εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct) γιατί με τη δήλωση αυτή δόθηκε μεταξύ άλλων η εντύπωση στον Εναγόμενο ότι οι Ενάγοντες δεν θα αξίωναν οποιαδήποτε περαιτέρω ποσά και συνεπώς ο Εναγόμενος μπορούσε να επαναπαυτεί, βλ., μεταξύ άλλων Ελληνική Τράπεζα ν. Πολυδωρίδη κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 68, Σάββα ν. Συμβούλιο Κεντρικού Σφαγείου (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 618 και Μαρία Στρούθου ν. Dicran Housepan Πολ. Εφ. 67/18 ημερ. 30/01/2026. 

Ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι υπέγραψαν τα έντυπα, Τεκμήριο 6, υπό πίεση δεν έγινε αποδεκτός αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξή του. Δέον να σημειωθεί ότι κατά τον δεδομένο χρόνο δεν γνώριζαν κατά πόσο θα μπορούσαν να εξεύρουν εργασία ενώ  λάμβαναν ανεργιακό επίδομα. Παράλληλα ως κατέθεσαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 είχαν ήδη λάβει μέρος του Ταμείου Προνοίας.

Πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αν ο ισχυρισμός των Εναγόντων γινόταν πιστευτός, που δεν γίνεται, δηλαδή ότι το Κράτος επέδειξε αμέλεια γιατί τους υποσχέθηκε να κρατήσει τις Κυπριακές Αερογραμμές σε λειτουργία και πάλι η αγωγή τους θα αποτύγχανε γιατί ούτε ο Μ.Ε.1 αλλά ούτε και η Μ.Ε.2 δεν μπορούν να χαρακτηριστούν εμπειρογνώμονες με κατάρτιση και ικανότητα για να μπορούν να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με την απώλεια του καθενός εκ των Εναγόντων λόγω των αποκοπών και να καθορίσουν την πραγματική τους ζημιά. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέρος της απώλειας είχε προκύψει από το έλλειμα στο Ταμείο Προνοίας για το οποίο, ως οι ίδιοι παραδέχτηκαν, οφειλόταν στο Ταμείο από την Εταιρεία και όχι από το Κράτος.     

Των πιο πάνω λεχθέντων, έχοντας υπόψη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε, οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

 

                                                        ( Υπ.) …………………….

Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο