ΜΑΡΩ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ κ.α. ν. ΑΡΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3941/2018, 12/5/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΩ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ κ.α. ν. ΑΡΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3941/2018, 12/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 3941/2018

 

ΜΕΤΑΞΥ:

 

1.       ΜΑΡΩ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ

2.       ΚΑΤΙΑ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ

3.       ΛΟΥΙΖΑ ΜΑΣΩΝΙΔΟΥ

                                                                    Ενάγουσες

                  -και-

 

1.       ΑΡΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

2.       AS ADVANCE CIVIL ENGINEERING SOLUTIONS

3.       ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

4.       REKANOX HOLDING LIMITED

5.       THREECREATION BUILDERS LIMITED

6.       ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΟΥ

7.       ΔΕΣΠΩ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

8.       C.N.G.F. CONSTRUCTION LIMITED

9.       ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

            Εναγόμενοι

----------------------------------------------------------------

Αίτηση των Εναγόμενων 1-3 ημερομηνίας 3/10/2025

για εκδίκαση προδικαστικής ένστασης  

 

Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τους Εναγόμενους 1-3 / Αιτητές : Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για τις Ενάγουσες 1-3 / Καθ’ ων η Αίτηση : Μιχάλης Μιχαήλ & Σία ΔΕΠΕ

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Με την παρούσα αγωγή τους, οι Ενάγουσες 1-3 αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1-9 ποσό €110.821,08 πλέον τόκο από 16/10/2014, δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή συμφωνιών και/ή κακοτεχνιών και/ή ως ειδική ζημιά δυνάμει ελαττωματικών εργασιών σε εκτελεσθείσες εργασίες και/ή λόγω αμέλειας των Εναγόμενων. Διαζευκτικά, αξιώνουν το εν λόγω ποσό ως αποζημιώσεις για απάτη και/ή δόλο και/ή για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις ή/και λόγω βαριάς αμέλειας και/ή σοβαρής αμέλειας ή/και λόγω δόλιας υποβοήθησης για διάπραξη παράβασης συμφωνίας. Περαιτέρω, αξιώνουν αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης ακινήτου και/ή παρεμπόδισης και/ή απρόσκοπτης απόλαυσης της οικίας τους εξαιτίας απατηλών ή/και αμελών ή/και παράνομων ενεργειών των Εναγόμενων, γενικές αποζημιώσεις για σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα.

 

Οι κύριες θέσεις των Εναγουσών, όπως προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης τους, συνοψίζονται από την Εναγόμενη 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην επίδικη αίτηση ως εξής:    

 

« 18. …Αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης θα ήθελα να αναφέρω, και/ή να επαναλάβω ότι με βάση την προφορική συμφωνία μεταξύ των Καθ’ ων η Αίτηση και του Αιτητή αρ. 1, ο τελευταίος ανέλαβε μεταξύ άλλων την εκπόνηση σχεδίων, την λήψη και αξιολόγηση προσφορών και την επίβλεψη των εργασιών ανακαίνισης που επιθυμούσαν να εκτελέσουν οι Καθ’ ων η Αίτηση στην οικία τους. Μετά από τον τερματισμό των υπηρεσιών του Εναγόμενου αρ. 4 στις 27/5/2015 (Τεκμήριο 7) από τις Καθ’ ων η Αίτηση και του Αιτητή αρ. 1 στις 9/6/2015 (Τεκμήριο 8), λόγω κακοτεχνιών, ζημιών και μη ολοκλήρωσης του έργου, διαπιστώσαμε, κατόπιν σχετικής έρευνας, ότι ο Αιτητής αρ. 1 μαζί με τους Εναγόμενους 2-9 προέβησαν:

 

α.   σε απάτη και/ή δόλο και/ή συνωμοσία για διάπραξη απάτης (conspiracy to defraud) και/ή εξαπάτησης και/ή καταδολίευσης, και/ή σε συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα (unlawful means conspiracy) και/ή συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς με νόμιμα μέσα (lawful means conspiracy) και/ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και/ή πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και/ή δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης συμφωνίας, και ή

β.  σε αμέλεια και/ή βαριά και/ή σοβαρή αμέλεια και/ή κακή πίστη και/ή απερίσκεπτες και/ή αμελείς και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή ενέργειες και/ή παράνομη συμπεριφορά και (γ) σε παράβαση σύμβασης και/ή πρόκληση παράβασης σύμβασης (producing breach of contract) και/ή δόλια υποβοήθηση για παράβασης σύμβασης. Προς διασφάλιση των συμφερόντων μας θεωρήσαμε ότι το ορθό δικονομικό μέτρο ήταν να προωθήσουμε την Αγωγή, αξιώνοντας αποζημιώσεις για τις ζημιές που προκλήθηκαν σε εμάς από τις ανωτέρω ενέργειες και ή παραλείψεις των Εναγόμενων 1-9.

 

19. Προς επίρρωση των ανωτέρω υπό 18(α) και (β) επαναλαμβάνω και ή προσθέτω ότι ανάμεσα σε άλλα, (i) οι προσφορές ήταν στημένες και προϊόν προηγούμενης συνεννόησης του Αιτητή με τους Εναγόμενους 4, 5, 6 και 7 εις βάρος των Καθ’ ων η Αίτηση (ii) η εκτέλεση εργασιών δεν είχε γίνει σύμφωνα με τις προδιαγραφές της προσφοράς την οποία είχαμε αποδεχθεί, κατόπιν χειραγώγησης της απόφασης μας από τον Αιτητή αρ. 1, αλλά αυτές εκτός από κακότεχνα είχαν εκτελεστεί από τον Εναγόμενο 4 και 6  με εντελώς διαφορετικό από τον προβλεπόμενο στην προσφορά τρόπο και με πολύ ευτελή υλικά, εν πλήρη γνώσει του Αιτητή αρ. 1, και με την συμβουλευτική του συνδρομή, ο οποίος όμως αξίωσε την πληρωμή από εμάς του ποσού της προσφοράς δια γραπτών μηνυμάτων τύπου sms, χωρίς ποτέ να μας ενημερώσει για την αλλαγή στον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας και επιστροφής και ή αποκοπής αντιστοίχων ποσών (iii) o Αιτητής αρ. 1 ζητούσε από τις Καθ’ ων η Αίτηση την πληρωμή εργασιών προς τους Εναγόμενους 4 και 6, χωρίς οι εργασίες να έχουν εκτελεστεί, ισχυριζόμενος ότι αυτές είχαν εκτελεστεί, (iv) η επίβλεψη από τον Αιτητή αρ. 1 στο έργο και τουλάχιστον από τον Αύγουστο 2014 και μέχρι την απαλλαγή του στις 9/6/2015, δεν ήταν καθόλου επιμελής, αφού κύριο μέλημα και αίτημά του τις φορές που ερχόταν για επίβλεψη στο έργο, ήταν η καταβολή χρηματικών ποσών στους Εναγόμενους 4 και 6, (v) το έργο παρουσίαζε σοβαρές κακοτεχνίες, τις οποίες εντόπιζαν οι Καθ’ ων η Αίτηση αντί ο Αιτητής αρ. 1, ως όφειλε να έπραττε και οι οποίες καταρτούσαν τους σχετικούς καταλόγους τους οποίους και απέστελλαν στον Αιτητή αρ. 1...».

 

Οι Εναγόμενοι 1-3 στην υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγουσών. Προβάλλουν όμως και προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, μεταξύ άλλων, επειδή:

 

« 3.1….

 

i.      Είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή κακόπιστη και/ή εκβιαστική, και/ή

ii.     ….

iii.     Ο Εναγόμενος 3, ο ηλικιωμένος και/ή κλινήρης πατέρας του Εναγόμενου 1, έχει συνενωθεί πασίδηλα καταχρηστικά και/ή εκδικητικά και/ή καταπιεστικά.

iv.     Οι Ενάγουσες επιδιώκουν, μέσω και αυτής της διαδικασίας αυτής, να ταλαιπωρήσουν τον Εναγόμενο, άμεσα και/ή έμμεσα, και/ή να εκδικηθούν τον Εναγόμενο 1 και/ή να πλήξουν την υπόληψη του Εναγόμενου 1.  

v.      ….

 

3.2 …..

 

3.3 Οι Εναγόμενοι εγείρουν δεδικασμένο και/ή κώλυμα και/ή ισχυρίζονται ότι:

 

i.   Τα όσα δικογραφούνται και/ή η νομική σχέση των μερών έχουν αποτελέσει αντικείμενο άλλων δικαστικών και/ή διαιτητικών και/ή οιωνεί δικαστών[1] διαδικασιών μεταξύ των μερών, οι οποίες έχουν τελεσιδικήσει.

ii.  Οι Ενάγουσες έχουν ισχυριστεί σε άλλες διαδικασίες ότι καμία αντιπαροχή δεν οφείλεται στον και/ή οφειλόταν στον και/ή συμφωνήθηκε με τον Εναγόμενο 1.

iii.  Εκδόθηκε δεσμευτική διαιτητική απόφαση μεταξύ των μερών η οποία έκρινε ότι ο Εναγόμενος 1 και/ή οι Ενάγουσες καμιά συμβατική ή άλλη νομική σχέση δεν είχαν.

iv.  Οι Ενάγουσες κωλύονται και/ή εμποδίζονται από του να προβαίνουν σε ισχυρισμούς αντίθετους με τις εν λόγω διαδικασίες. »

 

Η Επίδικη Αίτηση

Με την επίδικη αίτηση, οι Εναγόμενοι 1-3/Αιτητές (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται:

 

« 1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως η προδικαστική ένσταση των Εναγόμένων 1-3 που εγείρεται στα πλαίσια των παραγράφων 3.1(i), 3.1 (iii), 3.1(iv) και 3.3 της Υπεράσπισης των Εναγόμένων 1, 2 και 3 προδικαστεί ή/και αποφασιστεί πρώτα ή/και πριν από την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.

 

2. Διαζευκτικά με το αιτητικό Α, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (strike out) ή/και απόρριψη (dismiss) ή/και ο παραμερισμός (set aside) της παρούσας αγωγής ή/και του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 31.12.2018  λόγω κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process) ή/και πολλαπλότητας των διαδικασιών (duplication) ή/και λόγω δεδικασμένου (res judicata).

 

3. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως διαγραφεί ο Εναγόμενος 2 ως διάδικος καθώς στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγουσών δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2.

 

4.  Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

 

5. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. »

 

Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.10, Δ.27 θ. 1 - 3, Δ.48 θ. 1 – 3, 7 και 9 και Δ.64, καθώς και στη διακριτική ευχέρεια, τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Άρτεμις Κριμπά, η οποία είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Η τελευταία αναφέρει κατ’ αρχάς ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από ενημέρωση που έχει τύχει από το δικηγόρο του γραφείου τους που χειρίζεται τη συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία, ήτοι τον κύριο Μάριο Νικολάου, καθώς επίσης και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης που τηρείται στο γραφείο που εργάζεται. Ως επίσης αναφέρει είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Εναγόμενους να προβει στην ένορκη δήλωση.

 

Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η νομική σχέση των μερών έχει αποτελέσει αντικείμενο άλλων δικαστικών ή/και διαιτητικών ή/και οιονεί δικαστικών διαδικασιών οι οποίες έχουν τελεσιδικήσει.  Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει τα ακόλουθα:

 

« 8. Όπως με έχει πληροφορήσει ο συνάδελφος, κύριος Μάριος Νικολάου, καθώς και όπως αναφέρεται στις παραγράφους 72 και 85 της Έκθεσης Απαίτησης, οι διαφορές που ανέκυψαν μεταξύ των μερών αναφορικά με την απαίτηση του Εναγόμενου 1 για καταβολή αμοιβής προς αυτόν, παραπέμφθηκαν για επίλυση μέσω διαιτησίας, στο πλαίσιο της διαιτησίας υπ’ αριθμόν Ε8.5/ΛΑΚ.05/15 (εφεξής «η Διαιτησία»), η οποία ολοκληρώθηκε στις 12.07.2016.

 

Σημειώνω και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην παρούσα ένορκη δήλωση αντίγραφο της Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 12.07.2016.

 

9. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαιτητικής διαδικασίας, μεταξύ άλλων, οι Ενάγουσες ισχυρίζονταν ότι καμία αντιπαροχή δεν οφείλεται και ή οφειλόταν στον Εναγόμενο 1, ούτε συμφωνήθηκε με τον Εναγόμενο 1.

 

10.  Όπως προκύπτει από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης, ο Διαιτητής έκρινε ότι οι Ενάγουσες δεν όφειλαν οποιανδήποτε αμοιβή και ή αποζημίωση στον Εναγόμενο 1, στη βάση του ότι δεν υπήρχε καμία συμβατική ή άλλη νομική σχέση μεταξύ των Εναγουσών και του Εναγόμενου 1 λόγω έλλειψης οποιασδήποτε αντιπαροχής κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Η μη ύπαρξη αντιπαροχής καθιστούσε την εν λόγω συμφωνία άκυρη, απαλλάσσοντας τον Εναγόμενο 1 από τα καθήκοντα και τις συμβατικές του υποχρεώσεις που απέρρεαν από την εν λόγω συμφωνία.

 

11.   Είναι φανερό ότι η διαιτητική αυτή απόφαση έχει καταστεί δεσμευτική για τα μέρη, καθώς καμία εκ των δύο πλευρών δεν είχε επιχειρήσει και ή καταφέρει να παραμερίσει την εν λόγω απόφαση.

 

12. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών και συγκεκριμένα στην παράγραφο 85, οι Ενάγουσες αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας μέσω της Γενικής Αίτησης 60/17 για επανεξέταση ή/και διόρθωση του μέρους της διαιτητικής απόφασης που αφορούσε τα δικηγορικά έξοδα, ακριβώς επί τη βάσει ότι δικαιούνταν τα έξοδα της διαιτητικής διαδικασίας λόγω της ακυρότητας της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών επιβλέποντος μηχανικού.

 

Σημειώνω και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 στην παρούσα ένορκη δήλωση αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αναφορικά με την Γενική Αίτηση υπ’ αριθμό 60/17. 

 

13. Συνεπώς, πιστεύω ειλικρινά ότι είναι δεδομένο και αδιαμφισβήτητο ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση μεταξύ των μερών είναι δεσμευτική τόσο από το γεγονός ότι καμία εκ των δύο πλευρών δεν είχε επιχειρήσει και ή καταφέρει να την παραμερίσει, όσο και από την καταχώριση της Γενικής Αίτησης 60/17 από τις Ενάγουσες, η οποία αποσκοπούσε στον καταλογισμό των δικηγορικών εξόδων που δικαιούνταν οι Ενάγουσες από την εν λόγω Διαιτησία.

 

14. Οι Ενάγουσες, εάν πίστευαν ότι η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 12.07.2016 είναι εσφαλμένη, θα έπρεπε να επιλέξουν να προωθήσουν τον παραμερισμό της και όχι να προβούν στη καταχώριση της Γενικής Αίτησης 60/17 για επανεξέταση ή/και διόρθωση μόνο του μέρους της διαιτητικής απόφασης που αφορούσε τον καταλογισμό των δικηγορικών εξόδων, ενέργεια που υποδηλοί ότι θεωρούσαν και ή θεωρούν ορθή την εκκαλούμενη διαιτητική απόφαση. »

 

Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, είναι η θέση της ότι οι εν λόγω διαδικασίες επηρεάζουν την παρούσα αγωγή, ότι οι Ενάγουσες δεν δικαιούνται τις θεραπείες που προβάλλουν και ότι αυτό που επιδιώκεται στην ουσία από τις τελευταίες είναι η αναβίωση της αγωγής, μέσω της οποίας αξιώνονται θεραπείες και αξιώσεις οι οποίες, κατόπιν εύλογης και λογικής έρευνας, θα έπρεπε να είχαν αποτελέσει και ή αποτέλεσαν αντικείμενο των προηγούμενων διαδικασιών μεταξύ των μερών.

 

Ως εκ των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγουσες κωλύονται λόγω δεδικασμένου και ή εκ της συμπεριφοράς τους να προωθούν την παρούσα αγωγή και ή να προβαίνουν σε ισχυρισμούς αντίθετους με τις εν λόγω διαιτητικές και δικαστικές διαδικασίες που διεξήχθησαν, ενώ η προώθησή της παρούσας αγωγής συνιστά, επιπλέον, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επίσης, δεν μπορούν οι Ενάγουσες να ισχυρίζονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι συνομολογήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Εναγόμενου 1 και των Εναγουσών όταν, βάσει της διαιτητικής απόφασης, δεν υπήρχε αντιπαροχή και, κατ’ επέκταση, καμία έγκυρη συμφωνία μεταξύ των μερών. Αφ’ ης στιγμής δεν υπήρξε συμφωνία ή, σε κάθε περίπτωση, η οποιαδήποτε συμφωνία ήταν άκυρη, τα μέρη απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση ή καθήκον που θα μπορούσε να απορρέει από αυτήν.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι η εξέταση ύπαρξης δεδικασμένου και ή κωλύματος είναι ζήτημα αμιγώς νομικό το οποίο δύναται να διαπιστωθεί από αυτό το πρώιμο στάδιο και χωρίς να χρειάζεται να οδηγηθεί η αγωγή σε ακρόαση, κατασπαταλώντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο και συσσωρεύοντας αχρείαστα έξοδα για τη διεκπεραίωση της ακρόασης της υπόθεσης, καθώς και ότι η έκδοση του διατάγματος θα αποβεί προς όφελος της δικαιοσύνης καθότι με αυτό τον τρόπο θα κατασταλεί μια καταχρηστική διαδικασία.

 

Τέλος, είναι η θέση της ότι το αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται κατ’ ουσία σε δήθεν παράβαση καθήκοντος επιμέλειας του Εναγόμενου 1 αλλά είναι βέβαιη ότι ο τελευταίος δεν υπείχε οποιοδήποτε καθήκον έναντι προσώπων με τα οποία δεν είχε καμία απολύτως σχέση και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να τους προκαλέσει ζημιά, ότι η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 3, ο οποίος είναι ο ηλικιωμένος και/ή κλινήρης πατέρας του Εναγόμενου 1, είναι καταχρηστική, εκδικητική και ή καταπιεστική, αφού αυτός δεν είχε καμία σχέση με τα γεγονότα και ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπερ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Η Ένσταση

Οι Eνάγουσες 1-3/Καθ’ων η αίτηση (στο εξής οι Καθ’ων η αίτηση) αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας 13 λόγους ένστασης.  Οι λόγοι ένστασης είναι οι εξής:

 

« 1. Η παρούσα αίτηση-διαδικασία είναι προδήλως αντινομική και στηρίζεται σε δεδομένα/γεγονότα τα οποία έχουν παρουσιαστεί και/ή έχουν ερμηνευτεί κατά το δοκούν από τους Αιτητές και/ ή με τρόπο λανθασμένο ή/και με τρόπο που εξυπηρετεί τους ισχυρισμούς των Αιτητών αποκρύπτοντας τα πραγματικά γεγονότα από το Σεβαστό Δικαστήριο, με σκοπό την παραπλάνησή του.

 

2. Διαζευκτικά με τα ανωτέρω η προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί από τους Αιτητές στερείται νομικού υπόβαθρου και/ή δεν μπορεί να εγείρεται βάσιμα ως προδικαστική ένταση και/ή αναφέρεται σε θέματα που αποτελούν μέρος των επίδικων θεμάτων της ουσίας της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (η «Αγωγή») και τα οποία δέον όπως εκδικασθούν και/ή εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία αυτής.

3. Χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών των θεμάτων που εγείρονται στην προδικαστική ένσταση, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει στο παρόν στάδιο επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή. Συνεπώς τα θέματα αυτά θα πρέπει να εξεταστούν και/ή αποφασιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία.

 

4. Η Αίτηση, σε περίπτωση που γίνει δεχτή από το Δικαστήριο, αποστερεί από τις Καθ’ ων η Αίτηση του δικαιώματος τους να προωθήσουν την υπόθεση τους στο Δικαστήριο και/ή να προβάλουν τις θέσεις τους και/ή να καλέσουν μαρτυρία και συνεπώς αυτή είναι καταχρηστική.

 

5.  Δια της Αίτησης, οι Αιτητές στοχεύουν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής και για τον λόγο αυτό η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και οι Αιτητές να κληθούν να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα.

 

6.  Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί αυτή την υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι 7 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής και ενώ έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα και χωρίς οι Αιτητές να έχουν σε καμία περίπτωση δικαιολογήσει την εν λόγω καθυστέρηση της καταχώρησης της Αίτησής σε σχέση με την παρούσα προδικαστική ένσταση. 

 

7.  Τα γεγονότα και/ή μέρος των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αναφερόμενη Αίτηση είναι σοβαρά αμφισβητούμενα γεγονότα και/ή εν πάση περιπτώσει τα εν λόγω πραγματικά γεγονότα δεν έχουν γίνει παραδεκτά από τις δύο πλευρές ως κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί και να αποφασίσει.

 

8. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση (η «Ένορκος Δήλωση») δεν προσφέρουν επαρκή και/ή οποιαδήποτε μαρτυρία για να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες.

 

9.  Το αντικείμενο των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται δια της Αιτήσεως δεν είναι αμιγώς νομικό, αλλά προϋποθέτει εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου το εν λόγω ζήτημα δεν δύναται να ακουστεί προδικαστικά.

 

10.  Οι αιτίες της Αγωγής επιβάλλουν την διατήρηση της διαδικασίας εν ζωή.

11. Δεν υπάρχει δεδικασμένο, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και θεμάτων με προηγούμενες διαδικασίες και ή δεν είχαν κριθεί τα ίδια θέματα σε προηγούμενες διαδικασίες.

 

12. Η επίλυση θέματος προδικαστικά, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά.

 

13. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή εκδικητική και ή έχει γίνει για αλλότριους σκοπούς.»

 

Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, θ. 1 και 2 και Δ.48, θ. 1-4, 8 και 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Διαιτησίας Νόμο (Κεφ.4) και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 3/Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής η Καθ’ ης η αίτηση 3), η οποία αναφέρει κατ’ αρχάς ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι όπου αναφέρεται σε νομικά σημεία, έχει λάβει νομικές συμβουλές από τους δικηγόρους της.

 

Ακολούθως, η μάρτυρας αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και προβάλλει τη θέση ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ήτοι το ισχυριζόμενο ζήτημα δεν αφορά καθαρά νομικό ζήτημα και ούτε είναι ουσιαστικό προς την επίλυση των ουσιωδών θεμάτων της Αγωγής. 

 

Σύμφωνα με τη μάρτυρα οι Αιτητές κωλύονται και εμποδίζονται από τη συμπεριφορά και τις ενέργειες τους να επικαλούνται τη διαιτητική απόφαση, καθότι φαίνεται σε διάφορα σημεία της ότι και ο ίδιος ο Αιτητής 1 αναγνώριζε την ύπαρξη συμφωνίας και απιτούσε χρηματική αμοιβή. Πιο συγκεκριμένα, από τη διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι αμφότερες οι πλευρές παραδέχονταν την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας και διαφωνούσαν στο κατά πόσο η εν λόγω συμφωνία περιλάμβανε πρόνοια για χρηματική αντιπαροχή. Ισχυρίζεται δε, ότι η αίτηση έρχεται σε αντίφαση με τη θέση του Αιτητή 1 στη διαιτητική διαδικασία και ότι ο τελευταίος έσυρε τις Καθ’ ων η αίτηση στην εν λόγω διαδικασία, προκαλώντας τους ταλαιπωρία, ζητώντας εξόφληση δήθεν τομολογίου των Αιτητών 2, ισχυριζόμενος όχι μόνο την ύπαρξη σύμβασης μεταξύ των μερών αλλά και υποτιθέμενη συμφωνημένη χρηματική αμοιβή του σε σχέση με αυτήν. Σε σχέση με αυτά, επισυνάπτει επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή 1, ημερομηνίας 16/6/2015, δια της οποίας αιτούντο προηγούμενη εξόφληση της χρηματικής αμοιβής του πελάτη τους, για να παραχωρήσει αυτός στις Καθ’ ων η Αίτηση απαλλαγή και να υπάρχει δυνατότητα διορισμού από αυτές, άλλου Μελετητή (Τεκμήριο 1) και το εν λόγω τιμολόγιο (Τεκμήριο 2).

 

Αναφερόμενη επίσης στους όρους εντολής του διαιτητή, αναφέρει ότι οι Αιτητές προσπαθούν δολίως να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο ότι έχει ληφθεί δήθεν απόφαση από το διαιτητικό δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα της αγωγής. Ως αναφέρει, «…καθίσταται σαφές ότι το διαιτητικό δικαστήριο ασχολήθηκε και αποφάσισε αποκλειστικά για το ζήτημα της αμοιβής των Αιτητών για τις υπηρεσίες που ο Αιτητής αρ. 1 προσέφερε στις Καθ’ ων η Αίτηση. Δεν προεκτάθηκε σε ζητήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προσέφερε τις εν λόγω υπηρεσίες αλλά και ούτε εάν ο Αιτητής αρ. 1 επέδειξε οιαδήποτε αμέλεια ή/και εάν λειτούργησε με όρους συμπαιγνίας με τους 2 Εναγόμενους αρ. 2-9 στην Αγωγή κατά την παροχή των υπηρεσιών του. Θα πρέπει δε να αποσαφηνιστεί ότι η ύπαρξη ή μη έγκυρης συμφωνίας μεταξύ των Καθ’ ων η Αίτηση και των Αιτητών δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση την δυνατότητα που τους παρέχεται βάση του Συντάγματος και του νόμου να απαιτήσουν σχετικές αποζημιώσεις για δόλο ή/και αμέλεια ή/και για συμπαιγνία ή/και συνωμοσία ή/και για απόσπαση χρημάτων με δόλιο τρόπο ή/και με ψευδείς παραστάσεις ή/και απάτη, όπως και αξιώνουν αυτές δυνάμει της Αγωγής. Τα πιο πάνω ζητήματα, δυνάμει και της σχετικής αναφοράς του διαιτητικού δικαστηρίου (παρ.7.6 της Διαιτητικής Απόφασης) πιο πάνω, καθιστούν σαφές ότι τα εν λόγω ζητήματα δεν είχαν κριθεί από αυτό. Είναι συνεπώς αναφαίρετο δικαίωμα των Καθ’ ων η Αίτηση η καταχώρηση της Αγωγής εναντίον των Αιτητών και των Εναγομένων αρ.  4-9. Σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2-9, δεν ήταν διάδικα μέρη στην διαιτητική διαδικασία αλλά ούτε και στην δικαστική διαδικασία, τις οποίες εντέχνως και πολύ βολικά, οι Αιτητές επικαλούνται για δήθεν ύπαρξη δεδικασμένου. »

 

Στη συνέχεια, η μάρτυρας αναφέρει ότι ασχέτως της ύπαρξης ή μη συμβατικής σχέσης ως η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου, έχει δηλωθεί πολλάκις εντός των πρακτικών της εν λόγω απόφασης ότι ο Εναγόμενος 1 παρείχε υπηρεσίες προς τις Ενάγουσες στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας, η οποία εν συνεχεία είχε και γραπτή αλληλογραφία που επιστέγασε την εν λόγω συνεργασία. Στο σημείο αυτό επισυνάπτει σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών και αναφέρεται στην υποχρεώση του Αιτητή 1 να επιδείξει επιμέλεια, καθώς και στην απαλλαγή των Εναγόμενων 1 και 4 με επιστολές των δικηγόρων των Καθ’ ων η αίτηση (Τεκμήρια 3-8).

 

Ως αναφέρει επίσης η μη χρήση ένδικων μέσων από τις Καθ’ ων η Αίτηση εναντίον του Αιτητή αρ. 1 στο πλαίσιο της διαιτητικής απόφασης και της δικαστικής απόφασης, δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα. Ειδικά για την εν λόγω δικαστική απόφαση αναφέρει ότι αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τον υπολογισμό των εξόδων της διαιτητικής διαδικασίας βάσει των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, ως η συμφωνία των μερών στην διαιτητική διαδικασία.

 

Σύμφωνα με τη μάρτυρα το παρόν Δικαστήριο είναι το καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο για να κρίνει για τα έργα και ημέραι των Εναγομένων αρ. 1-9 κατά τις διαδικασίες ανακαίνισης στην οικία των Καθ’ ων η Αίτηση, αλλά και μεταγενέστερα, στην διαιτητική διαδικασία, μέσα στα πλαίσια της οποίας, οι Αιτητές μαζί με τους Εναγόμενους 4-9 συνέχισαν την συμπαιγνία και ή συνομωσία και ή προσπάθεια εξαπάτησης των Καθ’ ων η Αίτηση και του διαιτητικού δικαστηρίου, αυτή τη φορά όμως, ενόρκως.

 

Εν προκειμένω, συνεχίζει, δεν υπάρχει δεδικασμένο αφού δεν υπάρχει ταυτότητα επίδικων θεμάτων με το επίδικο θέμα της διαιτητικής διαδικασίας και της δικαστικής διαδικασίας, ούτε και ταυτότητα διαδίκων.

 

Περαιτέρω, η Αίτηση δεν στηρίζεται σε παραδεκτά γεγονότα και στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Τα γεγονότα ή/και η ερμηνεία επί των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση είναι σοβαρά αμφισβητούμενα και δεν έχουν γίνει παραδεκτά από τις δύο πλευρές ως κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί το Σεβαστό Δικαστήριο να βασιστεί και να αποφασίσει. Παραθέτοντας, δε, τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, καταλήγει ότι τα θέματα που πρέπει να εξετάσει προδικαστικά το Σεβαστό Δικαστήριο είναι πολύπλοκα και ακόμη και αν ακουστεί μαρτυρία επί των ισχυρισμών που εγείρονται στην ένσταση, το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποφασίσει στο παρόν στάδιο επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή. Συνεπώς τα θέματα αυτά θα πρέπει να εξεταστούν και να αποφασιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία και είναι σαφές ουσιαστικά ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει καθαρά νομικό θέμα που είναι το βασικό στοιχείο επιτυχίας της αίτησης βάσει της Δ.27.

 

Κατά τη μάρτυρα, είναι επίσης σαφές από τα δικόγραφα των Καθ’ ων η αίτηση ότι κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας με τον Αιτητή αρ. 1 και της συμφωνίας με τον Εναγόμενο αρ. 4 και κατά την εκτέλεση αυτών, οι Καθ’ ων η Αίτηση ουδεμία πρόθεση είχαν να καταστούν αυτές άκυρες ή ανεφάρμοστες και σε ουδεμία παράνομη πράξη και ή ενέργεια προέβησαν προς τούτο.

 

Ως προς το αίτημα των Αιτητών για διαγραφή του Αιτητή αρ. 2 και ή του Αιτητή αρ. 3, σημειώνει ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποιου από τους δύο τη διαγραφή αφορά το αίτημα των Αιτητών, ένεκα του ότι η Αίτηση αιτείται την διαγραφή του Αιτητή αρ. 2 ενώ η Ένορκος Δήλωση αναφέρεται στον Αιτητή αρ. 3. Πάρα ταύτα προχωρεί στη συνέχεια να εξηγήσει τη σχέση ενός εκάστου των Εναγόμενων 1-3 με την παρούσα και απορρίπτει τη θέση περί κακόπιστης προώθησης της διαδικασίας.

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, αναφέρει ότι η αγωγή δεν δύναται να διαγραφεί και ή απορριφθεί ως αιτούνται οι Αιτητές και το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της απόρριψης της αίτησης ως καταχρηστικής και κακόπιστης.

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Νομική Πτυχή

H Διάταξη 27 θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα:

 

« 1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.

3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. »

 

Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι -v- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων (1991) 1 Α.Α.Δ. 225, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

« Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση θέματος βάσει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland & Co. [1914] 3 K.B. 55. Windsor Refrigerator Co Ltd. v. Branch Nominees Ltd [1961] Ch. 375. Isaacs and Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. 886 Anderson v. Midland Railway [1902] 1 Ch. 374. Papamichael v. Haholiades (1970) 1 C.L.R. 306. Malachtou v. Armefti and another (1984) 1 C.L.R.548). Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. ..»

Περαιτέρω στην Κυριάκος Σάββα -v- Λαική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ.609, λέχθηκε ότι:

 

«… Όπως αναφέρθηκε στην Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1 A.A.Δ 949,  διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση.  »

 

Επίσης στην Liberty Life insurance Public Co Ltdv- Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου, Πολ.Εφ.151/2010, ημερ.7/3/2014, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι:

 

« Η Δ.27 θ.3 παρέχει κατ΄ ουσία στο Δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ (Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1998) 1 Α.Α.Δ.1338).

 

Είναι ορθή η αρχή, την οποία άλλωστε αποδέχονται οι διάδικοι, πως για να ακουστεί προδικαστικά νομικό σημείο θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασιστεί να μην τίθενται υπό αμφισβήτηση.  Επίσης είναι ορθό ότι ένα νομικό σημείο πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και ότι η απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά θα πρέπει να επιλύει ολόκληρη την αγωγή. »

 

Στις Προσφυγές 93/09 και 140/09, CYBARCO PLC και PAFILIA PROPERTY DEVELOPMENTS LIMITEDv- ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.α, ημερ.18/01/10, ο έντιμος πρώην Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου κ.Φωτίου συνόψισε τις αρχές σε ότι αφορά το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο ως εξής:

 

« Είναι σαφώς νομολογημένο ότι για να είναι κατάλληλη μια υπόθεση για να ακουστεί πρώτα το εγειρόμενο προδικαστικό νομικό σημείο, θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία τούτο θα αποφασιστεί, να μην είναι υπό αμφισβήτηση.  Επίσης το εγειρόμενο σημείο να είναι καθαρά νομικό, κι' ότι απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά περατώνει (substantially disposes of) την αγωγή.  Σημειώνω εδώ ότι η Δ.27 Κ.2 καθιστά κατάλληλο για προδικαστική εκδίκαση όχι μόνο το σημείο εκείνο το οποίο φέρει σε πέρας ολόκληρη την αγωγή, αλλά ακόμα και σημείο που αποτελεί ξεχωριστή βάση αγωγής ή υπεράσπισης ή ανταπαίτησης ή ακόμα και απάντησης σ' αυτά, ανάλογα με την περίπτωση.  (Βλ. Γενικά Κ.2 Δ.2 The heirs of the Late Theodora Panayi v. The administration of the Late Stylianos Mandriotis (1963) 2 CLR 167, Malacthou v. Armefti & Another (1984) 1 CLR 548, Overseas Shipping & Fowarding Co. v. Kappa Shipping Co Ltd & Others (1977) 1 CLR 248, Paikos v. Kontemeniotis (1989) 1 CLR 50, Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (1992) 1 ΑΑΔ 949 και Πιερίδης ν. Keshishian κα (1996) 1 ΑΑΔ 224.

 

Όσον αφορά τις περιπτώσεις εκείνες που το εγειρόμενο νομικό σημείο είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τότε, όχι απλώς είναι ορθό ή επιθυμητό να εκδικάζεται τούτο πριν την κυρίως αγωγή, αλλά και επιβάλλεται αυτή η διαδικασία. (βλ. μεταξύ άλλων Kolokoudhias and Another v. Varnavidou a.o. (1988) 1 CLR 566, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (1991) 2 ΑΑΔ 225 και την υπόθεση Ναυτοδικείου Michael v. United Sea Trasnport (1981) 1 CLR 322). 

 

Στην προαναφερθείσα υπόθεση Χ"Oικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας, τονίστηκε ότι τέτοια αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα.  Κανονικά η εκδίκαση προδικαστικών σημείων πρέπει να γίνεται στην αίτηση για οδηγίες (summons for directions). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές υποθέσεις κι' όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, είτε λόγω ασάφειας του Νόμου, είτε των γεγονότων, είναι προτιμότερο να αποφασίζονται κατά την ακρόαση. »

 

Εξέταση της Αίτησης

Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, πριν προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης, να επισημάνει ότι αυτό που ουσιαστικά επιδιώκουν οι Αιτητές μέσω της επίδικης αίτησης είναι η προδικαστική εκδίκαση των ζητημάτων που περιλαμβάνονται στο αιτητικό Α και ιδιαίτερα της παραγράφου 3.3 της Υπεράσπισης τους περί ύπαρξης δεδικασμένου.

 

Από τη συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ιδιαίτερα της παραγράφου 25, όπου η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι «με την εκδίκαση και την ενδεχόμενη επιτυχία της προδικαστικής ένστασης που αποτελεί ένα αμιγώς νομικό ζήτημα, οι Εναγόμενοι 1-3 θα απαλλαγούν..», καθώς και της αγόρευσης των συνηγόρων των Αιτητών, όπου προσδιορίζεται περαιτέρω το αντικείμενο της παρούσας (βλ. ιδιαίτερα τις παραγράφους 1-3 και 53), προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι το ζήτημα που ουσιαστικά προωθείται είναι η προδικαστική εκδίκαση, και ιδιαίτερα του ζητήματος του δεδικασμένου, ενώ τα αιτητικά Β και Γ δεν προωθούνται ουσιαστικά.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το ζήτημα που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η παρούσα συνιστά κατάλληλη περίπτωση για προδικαστική εκδίκαση της ένστασης των Αιτητών.

 

Κατόπιν προβληματισμού, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Εξηγώ.

 

Α. (α) i. Κατ’ αρχάς, οφείλω να παρατηρήσω ότι όπως προκύπτει από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης (βλ. Τεκμήριο 1 στην αίτηση), το ζήτημα που απασχόλησε στη διαδικασία διαιτησίας ήταν αποκλειστικά η απαίτηση του Αιτητή 1 εναντίον των Καθ’ ων αίτηση για καταβολή ποσού €8.000 πλέον ΦΠΑ, δυνάμει προφορικής συμφωνίας και/ή τιμολογίου και/ή παρασχεθεισών υπηρεσιών. Ο Αιτητής 1 προσέφυγε δηλαδή σε διαιτησία εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση προς επίλυση του ζητήματος της αμοιβής του. Από την εν λόγω απόφαση επίσης, προκύπτει ότι αποτελούσε παραδεκτό γεγονός μεταξύ των μερών ότι υπήρχε προφορική συμφωνία για την εκπόνηση σχεδίων, τη λήψη και αξιολόγηση προσφορών και την επίβλεψη από πλευράς Αιτητή 1, των εξωτερικών, ως επί το πλείστον, εργασιών ανακαίνισης που επιθυμούσαν να εκτελέσουν στην κατοικία τους οι Καθ’ ων η αίτηση. Η διαφωνία των μερών έγκειτο στο κατά πόσο η συμφωνία τους περιλάμβανε και πρόνοια για αντιπαροχή, δηλαδή αμοιβή για τον Αιτητή 1.

 

Έχει σημασία όμως να επισημανθεί ότι όπως προκύπτει από την παράγραφο 3 της διαιτητικής απόφασης, οι όροι εντολής του διαιτητή καθορίστηκαν με σαφήνεια στο Παράρτημα Α του συμφωνητικού εγγράφου που υπεγράφη από τα μέρη. Ήταν συγκεκριμένα: «κατά πόσον η προφορική Συμφωνία Ανάθεσης μεταξύ των δύο Μερών προνοούσε για αμοιβή προς τον Απαιτητή και εάν ναι ο καθορισμός της αμοιβής αυτής σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφερε ο τελευταίος».

 

Παρενθετικά, αναφέρεται εδώ ότι η θέση της Κρίμπα στην παράγραφο 23 της δήλωσης της, ότι είναι βέβαιη ότι ο Αιτητής 1 δεν υπείχε οποιοδήποτε καθήκον «έναντι προσώπων με τα οποία δεν είχε καμία απολύτως σχέση», δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να συνάδει με τα όσα προκύπτουν ως οι θέσεις του τελευταίου στη διαιτητική διαδικασία. Διευκρινίζεται ότι ο συγκεκριμένος σχολιασμός δεν γίνεται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας προς κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα, αλλά μόνον για σκοπούς εξέτασης της παρούσας, λαμβάνοντας υπόψη ότι το βάρος να πείσουν πως η αίτηση πρέπει να εγκριθεί φέρουν οι Αιτητές.

 

ii. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη διαιτητική διαδικασία οι Καθ’ ων η αίτηση ήγειραν υπεράσπιση και προέβαλαν τους δικούς τους ισχυρισμούς, προς αντιμετώπιση της εν λόγω απαίτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβαλαν ότι σε κάθε περίπτωση ο Αιτητής 1 δεν δικαιούται αμοιβής ένεκα της αντιδεοντολογικής ή/και επονείδιστης συμπεριφοράς του και επίσης αναφέρθηκαν σε πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του και σε κακοτεχνίες που δεν τους επέτρεπαν να απολαύσουν την απρόσκοπτη χρήση της κατοικίας τους. Από την άλλη όμως, είναι γεγονός ότι δεν ετέθησαν ποτέ τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα, τα οποία εν πάση περιπτώσει φαίνεται σε αυτό το στάδιο ότι δεν έχουν σχέση με το στενό αντικείμενο της απαίτησης για αμοιβή του Αιτητή 1.

 

iii. Περαιτέρω, οι αναφορές στις θέσεις των μερών εκ μέρους του διαιτητή ή/και στη θέση των Καθ’ ων η αίτηση περί μη επίδειξης δέουσας επιμέλειας εκ μέρους του Αιτητή 1, αλλά και η κατάληξη περί ακυρότητας της συμφωνίας των μερών, έγινε στο πλαίσιο εξέτασης της απαίτησης του τελευταίου για την αμοιβή του. Σε κάθε περίπτωση όμως, φαίνεται από τη διαιτητική απόφαση ότι εν τέλει ο διαιτητής δεν αποφαίνεται σε σχέση με το ζήτημα των υπηρεσιών του Αιτητή 1, καταλήγοντας ότι «η οποιαδήποτε αναφορά εδώ σε ευρήματα που αφορούν τις υπηρεσίες του Απαιτητή καθίσταται περιττή και αχρείαστη»[2].

 

(β) Επίσης, ως προς τη Γενική Αίτηση 60/17 (βλ. Τεκμήριο 2 στην αίτηση), είναι σαφές ότι αφορούσε την ίδια διαιτητική διαδικασία ανωτέρω και πιο συγκεκριμένα τα έξοδα που θα έπρεπε να καταβάλει ο Αιτητής 1.

 

(γ) Οι θέσεις και οι αξιώσεις των Καθ’ ων η αίτηση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής έχουν καταγραφεί ανωτέρω και δεν χρήζουν επανάληψης. Επαναλαμβάνεται ότι το αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας ήταν συγκεκριμένο και οι θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση της απαίτησης του Αιτητή 1 και προβλήθηκαν σε συνάρτηση με αυτήν, ενώ οι τελευταίες δεν ήγειραν ανταπαίτηση (εάν δικαιούνταν να προβούν σε τέτοια ενέργεια δεν έχει αναφερθεί). Συνεπώς, όπως προκύπτει εκ πρώτης, σε αυτό το στάδιο, τα ζητήματα που τίθενται και μάλιστα μεταξύ όλων των μερών της παρούσας, δεν φαίνεται να τέθηκαν στη διαιτητική διαδικασία ούτε να αποτέλεσαν αντικείμενο κρίσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας. Υπενθυμίζεται εδώ ότι οι Αιτητές 2 και 3, καθώς και οι Εναγόμενοι 4-9 στην αγωγή, δεν αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας της διαιτησίας, γεγονός που καθιστά, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, δυσχερές να γίνει αντιληπτό κατά ποιο τρόπο τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας. 

 

(δ) Πάντως, ενόψει και της δέσμευσης του Αιτητή 1 με βάση συμφωνητικό έγγραφο ως προς τους όρους εντολής του διαιτητή και τον πολύ περιορισμένο σκοπό της διεξαγωγής της διαιτησίας, είναι σε κάθε περίπτωση δύσκολο να γίνει αντιληπτή η εισήγηση ότι έχουν αποφασιστεί τα ζητήματα της αγωγής στο πλαίσιο της διαιτητικής απόφασης ή και ότι μπορούσαν ευχερώς να εγερθούν και να αποφασιστούν εκεί. 

 

Β.  Ανεξάρτητα των ανωτέρω, σημειώνω ότι με βρίσκει σύμφωνο η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά το ζήτημα που εγείρεται και ότι δεν πρόκειται για ένα καθαρό νομικό σημείο που βασίζεται σε ένα κοινώς παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων. Για να αποφασιστεί το ζήτημα που επιδιώκουν με την επίδικη αίτηση τους οι Αιτητές, θεωρώ πως δεν είναι αρκετό να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου η διαιτητική απόφαση και η απόφαση στη Γενική Αίτηση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Αντίθετα, με δεδομένη τη διαφαινόμενη διαφωνία ως προς την πραγματική έκταση των ζητημάτων που τέθηκαν στη διαιτησία, καθώς και ως προς το τι ακριβώς κρίθηκε στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, θεωρώ ότι το ζήτημα μπορεί να αποφασιστεί μόνον μετά την παρουσίαση μαρτυρίας και την αξιολόγηση του συνόλου αυτής, σε συνάρτηση με τα ζητήματα που τέθηκαν στην διαιτητική διαδικασία και τα πολύπλοκα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας.        

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Γ. Ανεξαρτήρως της πιο πάνω κατάληξης, σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι δεν θα απέρριπτα την αίτηση λόγω υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της.

 

Κατά το στάδιο των οδηγιών, με δεδομένο ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στο πλαίσιο του Κανονισμού για τις καθυστερημένες υποθέσεις και χρειαζόταν άδεια για την καταχώρηση της, ζητήθηκε άδεια από το Δικαστήριο και αυτή δόθηκε στις 21/2/2025. Είναι γεγονός ότι από τη λήψη της άδειας μέχρι την καταχώριση της αίτησης στις 3/10/2025 παρήλθε σημαντικός χρόνος, όμως υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταχώριση έγινε καθ’ ον χρόνο βρισκόταν σε εξέλιξη η συμμόρφωση των μερών με τη διαταγή αποκάλυψης εγγράφων και η υπόθεση δεν είχε οριστεί για ακρόαση, θεωρώ πως δεν παρατηρείται υπέρμετρη ή τέτοιας έκτασης καθυστέρηση που να καθιστά απορριπτέα την αίτηση.  

 

Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας ανωτέρω, στην οποία παραπέμπουν οι Καθ’ ων η αίτηση, αναφέρθηκε ότι «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions).»

 

Ενώ, ακολούθως, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίζοντας ότι πράγματι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, ανέφερε τα ακόλουθα:

 

« Τέλος, κρίνουμε σκόπιμο να παρατηρήσουμε πως στην υπόθεση αυτή, εκτός των άλλων, υπήρξε πράγματι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Μετά που έκλεισε η δικογραφία, η αγωγή ορίστηκε για Μνεία στις 30.6.86 και στις 28.11.86 για Ακρόαση. Στις 24.9.86 καταχωρήθηκε από τον εφεσείοντα αίτηση για Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαιτήσεως και σαν αποτέλεσμα, η υπόθεση αφαιρέθηκε από το Πινάκιο Ακροάσεων του Δικαστηρίου. Το Σεπτέμβριο του 1987, επαναορίσθηκε για Ακρόαση για την 1.2.88. Όμως ο εφεσείων καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση του στις 6.11.87, Αυτή η τακτική, όπως εξάλλου έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αιτήσεις για προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων, όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση, επαναλαμβάνεται ότι η αίτηση καταχωρίστηκε στο κατάλληλο στάδιο των οδηγιών και πριν η αγωγή οριστεί για ακρόαση. Η παλαιότητα της υπόθεσης και το ιστορικό της δεν διέλαθαν την προσοχή του Δικαστηρίου, όμως υπό τις περιστάσεις και ενόψει των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, τα στοιχεία αυτά δεν κρίνονται από μόνα τους επαρκή ώστε να δικαιολογήσουν απόρριψη της αίτησης λόγω καθυστέρησης.

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Εναγουσών 1-3 / Καθ’ ων η αίτηση και σε βάρος των Εναγόμενων 1-3 / Αιτητών.

 

Ως προς το ύψος των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη την κλίμακα της αγωγής και τους σχετικούς πίνακες δικηγορικής αμοιβής καθώς και τη φύση και την πορεία της αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €2.000.- πλέον ΦΠΑ.

 

 

                                                                  (Υπ.) ………………………………….

                                                                                   Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 



[1] Sic.

[2] Βλ. την παρ.7.6 της διαιτητικής απόφασης.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο