Αναφορικά με την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ ν. Ευανθία (Εύα) Τοφή Λοΐζου κ.α., Αρ. Αίτησης: 359/2022, 30/4/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ ν. Ευανθία (Εύα) Τοφή Λοΐζου κ.α., Αρ. Αίτησης: 359/2022, 30/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

Αρ. Αίτησης: 359/2022

 

 

Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52, τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ.4 άρθρο 21

-και-

Αναφορικά με την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ (Αρ. Εγγραφής ΗΕ387704), από τη Λευκωσία

Αιτήτριας

-και-

 

Αναφορικά με τους

1. Ευανθία (Εύα) Τοφή Λοΐζου (Α.Δ.Τ.[ ]), από τη Λευκωσία

2. Αλέξη Νικολαΐδη (Α.Δ.Τ.[ ]), από τη Λευκωσία

Καθ' ων η Αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 30/04/2026

Εμφανίσεις:

Για Αιτητές:                                        κα.Μ.Μηλιώτου για

Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για Καθ’ ης η Αίτηση 1:                  κ.Κωνσταντίνος Π. Χριστοδουλίδης

 

Για Καθ’ ου η Αίτηση 2:                   κ.Μανούσος Χατζηδάκης για

Μανούσος Χατζηδάκης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

Η ΑΙΤΗΣΗ

Με την υπό εξέταση Αίτηση οι Αιτητές ζητούν Διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως η απόφαση ημερ. 26/07/2011, του διαιτητή ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου, την οποία διαδέχθηκε η Αιτήτρια και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρηθεί και εγγράφει στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή για σκοπούς εκτέλεσης αυτής.

 

Η αίτηση βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (1), (2), (3), (4), (5), (6), στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 21, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση λειτουργού (στο εξής η «ΕΔ-ΑΑ»), η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής η «Altamira»), που ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Αιτητών, περιλαμβανομένων των επίδικων.

Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 26/07/2011 εκδόθηκε στην Λευκωσία απόφαση από διαιτητή ο οποίος διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών υπέρ της Σ.Π.Ε. Στροβόλου και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €8.763,59 με τόκο προς 9% ετησίως από 26/07/2011 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30η Ιουνίου και 31η  Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €100 έξοδα διαιτησίας. Πιστό αντίγραφο της απόφασης ημερ. 26/07/2011 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4.

Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στον Καθ’ ου η Αίτηση 2, δια της αποστολής σχετικής γνωστοποίησης, ημερομηνίας 26/07/2011, μέσω διπλοσυστημένου ταχυδρομείου, το οποία παραδόθηκε στον Καθ’ ου η Αίτηση 2 στις 20/10/2011. Η εν λόγω απόδειξη παράδοσης από τα Κυπριακά Ταχυδρομεία, μετά της εν λόγω γνωστοποίησης, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5.

Επιπλέον, η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στην Καθ' ης η Αίτηση 1 με την προσωπική επίδοση τούτης στις 20/07/2022. Η σχετική Ένορκη Δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη, Ανδρέα Αβρααμίδη, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6.

Η πιο πάνω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών από της γνωστοποιήσεώς της προς τους Καθ’ ων η Αίτηση.

Έναντι του εξ’ αποφάσεως χρέους καταβλήθηκε την 15/12/17 €1.110 και την 07/02/18 το ποσό των €1.209.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση εξακολουθούν να οφείλουν το υπόλοιπο.

Εξήγησε τις διάφορες συγχωνεύσεις συνεργατικών εταιρειών και υποκαταστάσεις που έλαβαν χώρα και επηρέασαν το επίδικο δάνειο, μέχρι την μεταβίβασή του στους εδώ Αιτητές, που συνιστούν εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Επεσύναψε σχετικά αποδεικτικά ως Τεκμήρια 1-3. Ανέφερε επίσης ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν αμφισβήτησαν και ούτε άσκησαν έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 21 ημερών και δύνανται να εγγραφεί και να εκτελεστεί.

 

Περαιτέρω την 24/10/24 καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση (στο εξής η «ΣΕΔ-ΑΑ») στην οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι δεν έχει υπογραφεί γραπτή συμφωνία συνυποσχετικού για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών των διαδίκων σε διαιτησία, στην παράγραφο 23 της συμφωνίας δανείου ημερ.14/03/06 την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, καταγράφεται η ρητή διακήρυξη και αποδοχή των μερών της διαδικασίας διαιτησίας. Επιπλέον τονίζει ότι παρόμοια πρόνοια περιέχεται και στην παράγραφο 19 της σύμβασης εγγύησης ημερ.20/03/06 την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2. Ακολούθως αναφέρεται στη διαδικασία παραπομπής σε διαιτησία, επισυνάπτοντας τα Τεκμήρια 3- 5 προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. 

 

Περαιτέρω στις 20/10/25 καταχωρίστηκε Απαντητική ένορκη δήλωση (στο εξής η «ΑΕΔ-ΑΑ») στην οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι εάν ο Καθ’ου 2 επιθυμούσε πράγματι τη διερεύνηση της καταγγελίας του από την Αστυνομία θα την ενημέρωνε ότι το πρωτότυπο έντυπο CN07 (απόδειξη παραλαβής Κυπριακών Ταχυδρομείων) βρίσκεται στον Δικαστηριακό φάκελο ούτως ώστε να προβούν στα δέοντα για σκοπούς διερεύνησης, κάτι ου δεν έπραξε. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι ισχυρισμοί στην ΣΕΔ-ΑΝ είναι ανυπόστατοι και ότι η καταγγελία του στην Αστυνομία είναι ψευδής.

 

ΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ

 

Η Καθ’ ης η Αίτηση 1 προέβαλε τους ακόλουθους λόγους ένστασης.

1.           Ουδέποτε υπογράφτηκε Γραπτή Συμφωνία Συνυποσχετικού για την υποβολή υφισταμένων ή μελλοντικών διαφορών των διάδικων σε διαιτησία σύμφωνα με τον Νόμο Περί Διαιτησίας Κεφ. 4.

2.            Η ρηθείσα απόφαση του διαιτητή ημερομηνίας 26/07/2011 δεν είναι δεκτική εγγραφής και εκτέλεσης γιατί ουδέποτε γνωστοποιήθηκε δεόντως στην Καθ' ης η Αίτηση η οποιαδήττοτε ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία οποιασδήποτε διαφοράς ως ορίζεται και καθορίζεται από τον Νόμο και στους θεσμούς.

3.            Η αίτηση της Αιτήτριας υποβλήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εφόσον η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε την 26/07/2011 ενώ η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα αίτηση της για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης την 15/09/2022.

4.            Η απόφαση του διαιτητή είναι παράτυπη, παράνομη, άκυρη, ασαφής, άνευ αντικειμένου και εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας και δεν είναι δεσμευτική για την Καθ' ης η Αίτηση 2.

5.            Η απόφαση του διαιτητή δεν είναι δεκτική εγγραφής αφού δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα έγκυρης διαιτητικής απόφασης και / ή Δικαστικής απόφασης.

6.            Η απόφαση του διαιτητή είναι ελλιπής ασαφής και αόριστη.

7.            Η ρηθείσα απόφαση του διαιτητή ημερομηνίας 26/07/2011 δεν είναι δεκτική εγγραφής και εκτέλεσης γιατί ουδέποτε γνωστοποιήθηκε δεόντως στην Καθ’ ης η Αίτηση όπως ορίζεται και καθορίζεται από τον νόμο και στους θεσμούς για να μπορέσει να την εφεσιβάλει.

8.            Η επίδικη απόφαση ήταν αποτέλεσμα κακοδικίας ήτοι κακού χειρισμού της διαιτησίας από τον διαιτητή καθότι είναι γενική και αόριστη ελλιπής και ασαφής αφού δεν φέρει τα αναγκαία στοιχεία για να δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση.

9.            Δεν ακολουθήθηκαν στη διαδικασία της διαιτησίας οι διαδικαστικοί και αποδεικτικοί κανόνες που ακολουθούνται και στις δικαστικές διαδικασίες με αποτέλεσμα η Καθ’ ης η Αίτηση να στερηθεί των συνταγματικών της δικαιωμάτων.

10.          Η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα και η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα καθότι ο διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση.

11.          Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να προωθήσει την εκτέλεση και εγγραφή διαιτητικής απόφασης καθότι από αυτήν δεν προκύπτει το υπόβαθρο για να παραχωρηθούν οι αιτούμενες θεραπείες.

12.          Ο ενόρκως δηλών δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα αφού δεν ήταν παρών στη διεξαγωγή της διαιτησίας.

13.          Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την Αίτηση είναι παραπλανητικά και/ή ανακριβή.

14.          Δεν είναι εύλογο, ορθό και δίκαιο υπό τας περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα.

 

Η Ένσταση βασίζεται στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών 22/1985 όπως τροποποιήθηκε άρθρα 52(1) (β), 52{2( (β) 3,4, και 5 στο Νόμο Περί Διαιτησίας Κεφ. 4 άρθρα 2,3,4,6,7,11,16,20,21,22,23 και 30 στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ1-3 Θ8.Θ9 Δ.64,Θ1 και 2, Δ.47 Θ1,2 και 34,5, και 6, Δ.48 01 εώς 4 και Θ 9 στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου και της Πρακτικής.

 

Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η Αίτηση 1 (στο εξής η «ΕΔ-ΕΤΛ»), η οποία αναφέρει ότι αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος που περιέχονται στην ΕΔ-ΑΑ εκτός από αυτούς τους οποίους ρητά παραδέχεται στην ΕΔ-ΕΤΛ. Αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα καθότι δεν ήταν παρών στην διαδικασία της Διαιτησίας ώστε να γνωρίζει τα γεγονότα. Επιπλέον αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε σχετική ειδοποίηση περί της ύπαρξης διαιτητικής διαδικασίας σε βάρος της και η απόφαση του διαιτητή είναι ανακριβής ελλιπής και άκυρη αφού δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά γνωρίσματα και λεπτομέρειες μιας διαιτητικής ή Δικαστικής απόφασης.

Περαιτέρω δηλώνει ότι παράνομα και αντινομικά δεν της γνωστοποιήθηκε η απόφαση μαζί με το αναγκαίο έντυπο Τύπος Αρ.46Α ή με σχετική επιστολή ή με σχετική ειδοποίηση ούτως ώστε να ενημερωθεί για το περιθώριο 21 ημερών για άσκηση έφεσης από την γνωστοποίηση της.

Επιπλέον αναφέρει ότι ουδέποτε υπογράφτηκε Γραπτή Συμφωνία Συνυποσχετικού για την υποβολή υφισταμένων ή μελλοντικών διαφορών των διάδικων σε διαιτησία σύμφωνα με τον Νόμο Περί Διαιτησίας Κεφ 4, η αίτηση της Αιτήτριας υποβλήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εφόσον η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε την 26/07/2011 ενώ η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση της για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης την 15/09/2022, η απόφαση του διαιτητή είναι παράτυπη, παράνομη, άκυρη, ασαφής, άνευ αντικειμένου και εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση εξουσίας και δεν είναι δεσμευτική για την Καθ' ης η Αίτηση 2 και η απόφαση του διαιτητή είναι ελλιπής, ασαφής και αόριστη.

 

Η Ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση 2 αναφέρει μόνον ότι ενστεί στην αίτηση.

 

Η Ένσταση του βασίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.47 Δ.48 Θ.4 στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 20 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 Η Ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση 2 υποστηρίζεται από δική του ένορκη δήλωση (στο εξής η «ΕΔ-ΑΝ»), ο οποίος αναφέρει ότι εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτρια προ 13 περίπου ετών και έκτοτε ουδεμία ειδοποίηση είχε από τούς Αιτητές ότι το συγκεκριμένο δάνειο ήταν μη εξυπηρετούμενο από την πρωτοφειλέτρια και ότι υπήρχε σχετική διαιτητική απόφαση, αφού ουδέποτε του επιδόθηκε ειδοποίηση να παρευρεθεί στη διαιτησία. Τονίζει ότι ουδέποτε παρέλαβε ενυπογράφως οποιαδήποτε διπλοσυστημένη επιστολή με οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση, η δε φερόμενη ως υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 5 που επισυνάπτουν οι Αιτητές στην ΕΔ-ΑΑ ουδεμία σχέση έχει με την υπογραφή του και είναι προϊόν πλαστογραφίας. Κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του προχώρησε σε καταγγελία στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας στις 21/11/2022.

 

Περαιτέρω την 02/10/25 καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση (στο εξής η «ΣΕΔ-ΑΝ») στην οποία ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει ότι προχώρησε σε καταγγελία στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας στις 21/11/2022. Αναφέρει ότι σε επικοινωνία με την Αστυνομία τον ενημέρωσαν ότι δεν έβρισκαν την καταγγελία του και κατά πάσα πιθανότητα θα είχε εκ παραδρομής αρχειοθετηθεί. Ο Καθ’ου 2 προέβη σε νέα καταγγελία στις 25/03/25, η οποία διερευνάτε και την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α. 

 

 

ΑΚΡΟΑΣΗ

 

Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση της Αίτησης, των Ενστάσεων, των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν και των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των μερών.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Η υπό εξέταση Αίτηση στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν. 22/1985), το οποίο παρέχει εξουσία στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών να παραπέμπει σε διαιτησία οποιαδήποτε διαφορά που αφορά τις εργασίες Συνεργατικών Ιδρυμάτων και μελών τους, καταθέτη, χρεώστη ή πελάτη κλπ. Σύμφωνα με τα άρθρο 52(4) και (5):

«(4) Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών (21) από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.

 

(5) Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο (2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο (4), ή αν η έφεση κατ’ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.»

 

Οι αρχές που διέπουν την εγγραφή διαιτητικής απόφασης έχουν τύχει ανάλυσης από τη Νομολογία μας και συνοψίζονται ως εξής:

1.    Να έχει γνωστοποιηθεί στους ενδιαφερόμενους η διαδικασία της διαιτησίας και να τους δόθηκε η ευκαιρία να ακουστούν,

2.    να έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση,

3.    να φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης,

4.    η διαιτητική απόφαση να έχει κοινοποιηθεί στους διαδίκους ώστε να λάβουν γνώση για αυτήν και το περιεχόμενο της,

5.    να παρέλθουν οι 21 μέρες από την γνωστοποίηση της απόφασης και να μην έχει ασκηθεί οποιαδήποτε έφεση. Ακόμη και αν έχει ασκηθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης, αυτή να έχει εγκαταλειφθεί ή να αποσυρθεί, ή να απορριφθεί και το αποτέλεσμα να είναι τελεσίδικο.

Η αίτηση θα πρέπει να γίνεται δια κλήσεως για να δοθεί στον Καθ’ου η ευχέρεια να ακουστεί, διαφορετικά παραβιάζεται το φυσικό δικαίωμα του να ακουστεί σε θέμα στο οποίο είχε συμφέρον (βλ. Αλεξάνδρου Γιάννος και Άλλος (2007) 1ΑΑΔ158 και Aλεξάνδρου Aλέκος (2008) 1ΑΑΔ313).

 

Στην Απόφαση Νικολάου Ανδρέας Χατζηγεωργίου ν. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγλαντζιάς (2012) 1ΑΑΔ707 λέχθηκαν τα εξής:

«Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» 

 

Επιπλέον στην Απόφαση Χριστοδουλίδης κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού, Πολ.Έφ.122/13, ημερ.03/02/2020, ECLI:CY:AD:2020:A39 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Σε αυτό πλέον το στάδιο δεν ελέγχεται η ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, εφόσον εκ του Νόμου είναι πλέον τελική.  Το δικαστήριο περιορίζεται σε έλεγχο του κατά πόσον η παρουσιαζόμενη ως απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και του κατά πόσο γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται (ΣΠΕ Αγ. Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α. (2008) 1 ΑΑΔ 796, Πολ. Έφ. 357/2008, Νικολάου ν. Νέα ΣΠΕ Αγλαντζιάς (2012) 1 ΑΑΔ 707 και Μιχαηλίδη κ.α. ν. ΣΠΕ Πέγειας, Πολ. Έφ. 447/2012, ημερ. 27.6.2018).»

 

Περαιτέρω στην Απόφαση Παπαγεωργίου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοκκινοτριμιθιάς, Πολ.Έφ.192/13, ημερ.19/07/2019, ECLI:CY:AD:2019:A327 αναφέρθηκε ότι:

«Το σχετικό άρθρο 52(5) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αρ. 22/85, προνοεί ότι εάν η απόφαση του διαιτητή με βάση το εδάφιο (2) δεν εφεσιβληθεί συμφώνως του εδαφίου (4), τότε η διαιτητική απόφαση καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου.  Όπως λέχθηκε στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη (2008) 1 Α.Α.Δ. 716, η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ως να ήταν απόφαση Δικαστηρίου είναι τυπική.  Αποτελεί ζήτημα τύπου η διαδικασία από την άποψη ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε θα πρέπει να καταχωρηθεί στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως να ήταν απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου για να δυνηθεί ο πιστωτής να προχωρήσει με την εκτέλεση της.  Λέχθηκε επίσης ότι η αίτηση προς εγγραφή και εκτέλεση επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο για να προβάλει, εάν επιθυμεί, ένσταση με αναφορά, όμως, μόνο στο επίδικο θέμα της αίτησης, της προώθησης, δηλαδή, της εγγραφής και εκτέλεσης της.  Τα ίδια λέχθηκαν και στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Πίκολου ν. Νέας ΣΠΕ Αγλαντζιάς (2012) 1 Α.Α.Δ. 707.  Επιβεβαιώθηκε εκεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την εν λόγω διαδικασία δεν ελέγχει την ορθότητα της απόφασης του διαιτητή παρά μόνο δίδεται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, η ευχέρεια να προβάλει ο,τιδήποτε έχει σχέση με τις προϋποθέσεις εγγραφής και εκτέλεσης της απόφασης.  Αυτό διότι βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο ότι αυτή φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε δεόντως στον οφειλέτη.»

 

Η Νομολογία αναφέρει ότι δυνατότητα αμφισβήτησης της ορθότητας της απόφασης, εξέταση παρατυπιών, πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή ή ζητήματα αναφορικά με τη Νομιμότητα της διαδικασίας, μπορούν να εγερθούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης και όχι στο στάδιο της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης (βλ. Παπαγεωργίου ανωτέρω) και έχει τονιστεί ότι η διαδικασία  της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης η οποία έχει γίνει τελεσίδικη δεν υποκαθιστά την έφεση (βλ. Κυριάκου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ιδιωτικών Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ, Πολ.΄Εφ.129/2014, ημερ.21/05/2021).  Το ίδιο ισχύει και για ζητήματα καταχρηστικών ρητρών και παράνομων χρεώσεων (βλ. Χριστοδουλίδης κ.α. ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού, Πολ.Έφ.122/13, ημερ.03/02/2020, ECLI:CY:AD:2020:A39).

 

Περαιτέρω για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός, εφόσον βασική προϋπόθεση της εγγραφής είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.   (βλ. Στυλιανού v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς-Ανάγυιας, Πολ.Έφ.92/14, ημερ.22/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:A168).

           

 

ΤΟ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΜΑ

Παρατηρώ από το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης ότι υπάρχει αναφορά περί μη γνωστοποίησης της διαδικασίας στους Καθ’ ων η Αίτηση. Η Καθ’ης 1 αναφέρει ότι ουδέποτε της γνωστοποιήθηκε δεόντως και ο Καθ’ου 2 αναφέρει ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του.

 

Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Καθ’ης 1, ουδέν Τεκμήριο κατατέθηκε προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, ούτε και δόθηκε επαρκής αιτιολογία, ενώ σε σχέση με τον Καθ’ου 2 κατατέθηκε το Τεκμήριο Α- βεβαίωση της καταγγελίας του στην Αστυνομία για πλαστογραφία.

 

Αρχικώς παρατηρώ ότι με βάση το Τεκμήριο 4 της ΣΕΔ-ΑΑ φαίνεται να ειδοποιήθηκε η Καθ’ης 1 στις 19/07/11 και ο Καθ’ου 2 στις 20/07/11, εφόσον το εν λόγω Τεκμήριο φέρει την υπογραφή και των δύο, ότι έλαβαν γνώση για τη διεξαγωγή της διαιτησίας και δεν υπάρχει αμφισβήτηση για τις υπογραφές επί του Τεκμηρίου 4 της ΣΕΔ-ΑΑ. Συνεπώς οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί ότι οι Καθ’ων δεν ειδοποιήθηκαν για τη διαιτησία απορρίπτονται.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι δεν τους γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση παρατηρώ ότι αυτή γνωστοποιήθηκε γραπτώς στην Καθ' ης 1 με την προσωπική επίδοση στις 20/07/2022- Τεκμήριο 6 της ΕΔ-ΑΑ και στον Καθ’ ου 2, δια της αποστολής της γνωστοποίησης, ημερομηνίας 26/07/2011, μέσω διπλοσυστημένου ταχυδρομείου, το οποία παραδόθηκε σε αυτόν στις 20/10/2011- Τεκμήριο 5 της ΕΔ-ΑΑ.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Καθ’ης 1 ότι δεν της γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση, αυτός παραμένει μετέωρος και απορρίπτεται, εφόσον η γνωστοποίηση έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω επίδοσης της διαιτητικής απόφασης σε αυτήν διά του Τεκμηρίου 6 της ΕΔ-ΑΑ.

Αναφορικά με την αμφισβήτηση της υπογραφής του Καθ’ου 2 επί του Τεκμηρίου 5 της ΕΔ-ΑΑ, παρατηρώ τα ακόλουθα. Αρχικώς στην ΕΔ-ΑΝ, στην παράγραφο 4 αυτός αναφέρεται σε καταγγελία στην Αστυνομία ημερ.21/11/22. Ακολούθως στην παράγραφο 5 της ΣΕΔ-ΑΝ αναφέρει ότι η καταγγελία του έγινε την 15/02/24, ενώ επειδή η Αστυνομία δεν έβρισκε την καταγγελία του, προχώρησε σε νέα καταγγελία την 25/03/25- Τεκμήριο Α στην ΣΕΔ-ΑΝ. Πέραν της ανακρίβειας σε σχέση με τις ημερομηνίες της αρχικής καταγγελίας (21/11/22 και 15/02/24) παρατηρώ ότι η παρούσα αίτηση επιδόθηκε στον Καθ’ου 2 στις 05/10/22 και άρα περιήλθε εις γνώσιν του το Τεκμήριο 5 της ΕΔ-ΑΑ, όπου φέρει την κατ’ ισχυρισμόν πλαστογραφημένη υπογραφή του. Εάν ως αναφέρει στην παράγραφο 4 της ΕΔ-ΑΝ προέβη σε καταγγελία την 21/11/22, δεν αναφέρονται οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες του μέχρι την αλλαγή δικηγόρου του την 07/02/25, που να δεικνύουν ότι προσπάθησε να εξεταστεί η καταγγελία του το συντομότερο, ούτως ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου γραφολογική έκθεση που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του ή έστω να αιτηθεί από το Δικαστήριο ούτως ώστε να εξεταστεί η υπογραφή του από ανεξάρτητο γραφολόγο ούτως ώστε να τεκμηριώνεται η θέση του περί πλαστογραφίας. Σημειώνω ότι ο θάνατος του προηγούμενου του δικηγόρου μπορεί να δικαιολογήσει μία μικρή καθυστέρηση από μέρους του, αλλά όχι δύο και πλέον χρόνων. Εάν η καταγγελία του έγινε την 15/02/24 ως αναφέρεται στην ΣΕΔ-ΑΝ, τότε και πάλι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση στην καταγγελία. Σε κάθε περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες εκδοχές σε σχέση με την αρχική καταγγελία, ενώ πέραν της καταγγελίας ημερ.25/03/25 δεν υπάρχει οποιαδήποτε γραφολογική έκθεση που να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να αποδεχθεί τον ισχυρισμό του Καθ’ου 2 ότι η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Συνεπώς ο ισχυρισμός του Καθ’ου 2 ότι δεν του γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση απορρίπτεται.

Στρέφομαι στο περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης. Παρατηρώ ότι σε αυτήν αναφέρονται τα μέρη, η γνωστοποίηση της διαδικασίας, η απουσία των μερών, γίνεται αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, αναφέρεται ο αριθμός του επίδικου λογαριασμού δανείου και η απόφαση του διαιτητή, η οποία περιλαμβάνει το οφειλόμενο ποσό, το επιτόκιο, τον τρόπο κεφαλαιοποίησης των τόκων και τα έξοδα της διαιτησίας. Συνεπώς, κρίνεται ότι φέρει τα χαρακτηριστικά μιας έγκυρης και εκτελεστής απόφασης και οι λόγοι που προβλήθηκαν για το περιεχόμενο και την επάρκεια της διαιτητικής απόφασης, δεν ευσταθούν και απορρίπτονται.

15.                                       Σε σχέση με τους λόγους που προβάλλονται περί παρατυπίας και ασάφειας, τονίζεται από τη Νομολογία μας, ότι το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, εξέτασης παρατυπιών, πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή ή ζητήματα αναφορικά με τη Νομιμότητα της διαδικασίας, εφόσον τα ζητήματα αυτά, μπορούν να εγερθούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της απόφασης και όχι στο στάδιο της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης (βλ.Παπαγεωργίου,  Νικολάου Ανδρέας Χατζηγεωργίου και Χριστοδουλίδης ανωτέρω). Συνεπώς και οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται.

16.                                        

17.                                       Αναφορικά με τον λόγο ένστασης περί μη υπογραφής γραπτής συμφωνίας συνυποσχετικού για την υποβολή υφισταμένων ή μελλοντικών διαφορών των διάδικων σε διαιτησία, παρατηρώ ότι στην παράγραφο 23 της συμφωνίας δανείου ημερ.14/03/06 - Τεκμήριο 1 της ΣΕΔ-ΑΑ, καταγράφεται η ρητή διακήρυξη και αποδοχή των μερών της διαδικασίας διαιτησίας, ενώ παρόμοια πρόνοια περιέχεται και στην παράγραφο 19 της σύμβασης εγγύησης ημερ.20/03/06 -Τεκμήριο 2 της ΣΕΔ-ΑΑ. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται.

Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή του υπό εξέταση αιτήματος και αυτός απορρίπτεται, εφόσον ως αναφέρει η Νομολογία μας, για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός, εφόσον βασική προϋπόθεση της εγγραφής είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.   (βλ. Στυλιανού ανωτέρω).

 

Απομένει η εξέταση των λόγων ένστασης των Καθ’ ων η Αίτηση περί ακαταλληλότητας του ενόρκως δηλούντος. Είναι η θέση των Καθ’ων 1 και 2 ότι ενόρκως δηλών από πλευράς Αιτητών δεν αποδεικνύει και δεν αποκαλύπτει την σχέση του με την διαιτησία, ούτε έχει ιδία γνώση για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την επίδικη διαδικασία διαιτησίας και εμφανίζεται στο Δικαστήριο ως κομιστής εγγράφων, ενώ ο ίδιος δεν εργάζεται στους Αιτητές αλλά σε εταιρεία με το όνομα Dovalue. Παρατηρώ ότι στις ΕΔ-ΑΑ, ΣΕΔ-ΑΑ και ΑΕΔ-ΑΑ, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές για να προβεί στις ένορκες δηλώσεις, αναφέρει τα καθήκοντα του, συγκεκριμένες ημερομηνίες σε σχέση με την μετονομασία της Altamira σε Dovalue, της υπογραφής σχετικών συμφωνιών διαχείρισης και ρύθμισης δανείων, ενώ στην ΕΔ-ΑΑ αναφέρεται με λεπτομέρεια στο ιστορικό και τις διάφορες συγχωνεύσεις συνεργατικών εταιρειών και υποκαταστάσεις που έλαβαν χώρα και επηρέασαν το επίδικο δάνειο, μέχρι την μεταβίβασή του στους εδώ Αιτητές. Τονίζω ότι δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ’ων η νομιμοποίηση των Αιτητών να προβούν στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Συνεπώς και με βάση τα όσα ανέφερα ανωτέρω, κρίνω ότι ο ενόρκως δηλών ήταν κατάλληλο άτομο να ορκιστεί σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση και οι λόγοι ένστασης των Καθ’ων επί τούτου απορρίπτονται.

 

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 26/07/2011 εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2.

 

Σε σχέση με τα έξοδα, κατ’ εφαρμογή του γενικού κανόνα, από τον οποίο δεν βρίσκω λόγο να αποκλίνω, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 2, €3.201 πλέον ΦΠΑ, πλέον €77 πραγματικά έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης.

 

 

 

 

                               (Υπ.)

Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

   

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο