Olin Holdings Limited ν. State of Libya, Γεν. Αίτ.: 6/22, 30/6/2026
print
Τίτλος:
Olin Holdings Limited ν. State of Libya, Γεν. Αίτ.: 6/22, 30/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Γεν. Αίτ.: 6/22

 

Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(Ι)/2000)

 

                                                      και

 

Αναφορικά με τον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/79

 

και

 

Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87)

 

                                                          και

 

Αναφορικά με τη Διμερή Συμφωνία ημερ. 30/06/2004 μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Τζιμαχαρίας για την προώθηση και την αμοιβαία προστασία των επενδύσεων

 

                                                          και

 

Αναφορικά με την Διαιτητική Απόφαση (Award) ημερομηνίας 25/05/2018 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς διαιτησίας από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (International Court of Arbitration of the International Chamber of Commerce) του Παρισιού, Γαλλίας, στην υπόθεση υπ΄αριθμό 20355/MCP/DDA μεταξύ της Olin Holdings Ltd από την Κύπρο και του Κράτους της Λιβύης  

 

Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ των:

 

 

                             Olin Holdings Limited

                                                                                                                                                                                  Αιτήτριας

ν.

State of Libya

                                                                                            Καθ΄ης η αίτηση

-------------------------------

 

Ημερομηνία:  30 Ιουνίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτήτρια στην αίτηση: κ. Θ. Μίττλετον με κα Ι. Γεωργιάδη για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Καθ΄ης η αίτηση στην αίτηση : κ. Κ. Κληρίδης με κα Ε. Κασάπη για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης Δ.Ε.Π.Ε. 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Αίτηση ημερ.05/07/2024 για ακύρωση των διαταγμάτων σφράγισης, επίδοσης και υποκατάστατης επίδοσης

 

            Με την αίτηση ζητείται, ουσιαστικά, η ακύρωση όλων των διαταγμάτων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της υπό κρίση διαδικασίας.  Συγκεκριμένα ζητείται ο παραμερισμός ή/και ακύρωση του διατάγματος  ημερ. 23/09/2022 με το οποίο δόθηκε άδεια για σφράγιση της υπό κρίση αίτησης, που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτ. Αρ.366/22. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή/και να ακυρώνεται ή/και να αναστέλλεται το διάταγμα ημερ. 29/09/2022  με το οποίο δόθηκε η άδεια για επίδοση της Γεν. Αίτησης 6/22 εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται ή/και να ακυρώνεται ή/και να αναστέλλεται το διάταγμα ημερομηνίας 31/01/2024 για την υποκατάστατη επίδοση της υπό κρίση αίτησης.  

 

            Νομική βάση για την αίτηση αποτελούν η Δ.2 θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Δ.16 θ.9, Δ.27 θ.θ.1 ‑ 4, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1 ‑ 9 και 13, Δ.51, Δ.57 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 2, 21, 22, 29, 31 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα Άρθρα 6, 7(2), 11, 17 και 18 της Διμερούς Σύμβασης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Αραβικής Τζιαμαχιρίας για τη Νομική Συνεργασία σε Αστικά, Εμπορικά και Ποινικά Θέματα Ν.32(ΙΙΙ)/2005, οι πρόνοιες της Διμερούς Σύμβασης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Αραβικής Τζιαμαχιρίας για την Προώθηση και την Αμοιβαία Προστασία των Επενδύσεων, ο περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος, Ν.84/1979, τα Άρθρα Ι, ΙΙ, ΙV, V και VI της  Σύμβασης περί Εκτέλεσης Αλλοδαπών Ιδιωτικών Αποφάσεων των Ηνωμένων Εθνών της Νέας Υόρκης,  τα Άρθρα 2 - 6, 16, 17, 28-33, 35 και 36 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Ν.101/1987, τα άρθρα 1 - 6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου Ν.121(Ι)/2000), το άρθρο 5 του περί Επίσημων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου, τα άρθρα 21 ‑ 29, 31, 32, 41 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η Σύμβαση της Χάγης περί της εν Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, Ν.40/1982, τα Άρθρα 1Α, 169 και 179 του Συντάγματος, η Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι Αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, τα Άρθρα 22 και 30 της Συνθήκης της Βιέννης σε σχέση με τις Διπλωματικές Σχέσεις του 1961, τα Άρθρα 1 ‑ 28 του περί Διπλωματικών Δικαιωμάτων, Ασυλιών και Προνομίων Νόμου Ν.60/1965, τα άρθρα 2 ‑ 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν.31(Ι)/1992, το Διεθνές Εθιμικό Δίκαιο, οι σύμφυτες εξουσίες, η πρακτική και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

            Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση της κας Κέντελη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια - Καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση, ήτοι το Κράτος της Λιβύης. Η ίδια δηλώνει εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση, συγκεκριμένα από τον Πρόεδρο του Τμήματος Δικαστηριακών Υποθέσεων της Αιτήτριας σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες στη Λιβύη και το εξωτερικό, τον Ahmed Mukhtar Ali Bazama στην κατάρτιση της ένορκης δήλωσης. Ο λόγος για τον οποίο ορκίζεται η ίδια είναι γιατί η αίτηση αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα και αφετέρου οι εξουσιοδοτημένοι αξιωματούχοι και γνώστες των γεγονότων διαμένουν στο εξωτερικό και η μετάβασή τους στην Κύπρο είναι δύσκολη. Δηλώνει, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την κυρίως αίτηση γι' αυτό και καταχωρίστηκε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία.

 

            Όσον αφορά το ιστορικό καταγράφει ότι στις 21/09/2022 η Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση καταχώρησε την μονομερή Αίτηση Αρ.366/22, με την οποία αιτήθηκε την σφράγιση της κυρίως αίτησης και εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα στις 23/09/2022. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σφράγισης, μεταξύ άλλων, καταγράφεται ότι ζητείται η έκδοση διατάγματος αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, η οποία είχε εκδοθεί στις 25/05/2018 στα πλαίσια διαιτησίας που διεξάχθηκε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου του Παρισιού. Στην ίδια ένορκη δήλωση καταγράφεται ότι υπήρχε διαδικασία αναγνώρισης της διαιτητικής απόφασης στη Νέα Υόρκη, ενώ επισυνάπτεται και η απόφαση των Δικαστηρίων της Νέας Υόρκης. Επιπρόσθετα, γίνεται αναφορά στο ότι οι εταιρίες Oilinvest Group και Tamoil ανήκουν ή/και έχουν ως τελικό δικαιούχο το κράτος της Λιβύης. Προς υποστήριξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού γίνεται παραπομπή σε πίνακα του Ομίλου Oilinvest και στις εταιρείες Holborn Investment Company Limited, Tamoil Overseas Limited και Holborn European Marketing Investment Limited. Όμως από το Τεκμήριο που συνοδεύει τον πίνακα, στο διάγραμμα, διαφαίνεται ότι οι μέτοχοι των συγκεκριμένων εταιρειών είναι άλλες εταιρείες και προσδιορίζεται ως τελικός δικαιούχος, στο πάνω μέρος του συγκεκριμένου Τεκμηρίου, η οντότητα «Libyan State Owned Institutes» και όχι η Αιτήτρια – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση. Παράλληλα στα αποτελέσματα έρευνας τα οποία επισυνάφθηκαν, από το αρχείο του Έφορου Εταιρειών, δεν συμπεριλαμβάνεται οποιοδήποτε αποτέλεσμα έρευνας που αφορά τις κυπριακές εταιρείες παρά μόνο αποκαλύπτεται το εγγεγραμμένο τους γραφείο. Είναι η εισήγηση της Ομνύουσας ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετόχων των Κυπριακών Εταιρειών είναι εσφαλμένο και παραπλανητικό. Το συγκεκριμένο διάταγμα σφράγισης συντάχθηκε στις 22/09/2022 και στις 23/09/2022 η Καθ΄ης η αίτηση - Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση καταχώρισε την κυρίως αίτηση με την οποία ζήτησε την έκδοση διατάγματος αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης εναντίον του Λιβυκού Κράτους. Η αίτηση συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση της Νατάσας Δημητρίου, η οποία στο μεγαλύτερο της μέρος επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για σφράγιση. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 23/09/2022, καταχωρίστηκε και μονομερής αίτηση με την οποία ζητήθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διάφορων εγγράφων και συγκεκριμένα της κυρίως αίτησης, της αίτησης επίδοσης καθώς και οποιωνδήποτε άλλων παρεμφερών διαταγμάτων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει στην αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καταγράφεται ότι αρμόδιο για παραλαβή της επίδοσης είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης και παραπέμφθηκε, το Δικαστήριο, στη σελίδα 10 της Διαιτητικής Απόφασης. Στις 29/09/2022 το Δικαστήριο, ενόψει των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιόν του, εξέδωσε διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας με το οποίο επέτρεψε την επίδοση των εγγράφων με τρόπο που να συνάδει με τον Ν.32(ΙΙΙ)/05, ήτοι μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και με υπηρεσία ταχυμεταφοράς στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης, στη διεύθυνση Ministry of Justice Swani Road Alaflah area, Tripoly, Libya. Το συγκεκριμένο διάταγμα, κατά τη δική της άποψη, διέτασσε την επίδοση με τρόπο που να συνάδει με τη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Αραβικής Τζαμαχιρίας για τη Νομική Συνεργασία σε Αστικά, Εμπορικά και Ποινικά Θέματα, Ν.32(ΙΙΙ/2005). Από τον Σεπτέμβριο του 2022 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2024 δεν λήφθηκε οποιοδήποτε άλλο δικαστικό διάβημα σύμφωνα με τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. Στις 24/01/2024 η κα Κασάπη, δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ΄ης η αίτηση - Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση, κατάρτησε ένορκη δήλωση δηλώνοντας ότι είχαν επιδοθεί τα έγγραφα σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, ήτοι  με τη μέθοδο επίδοσης της υπηρεσίας ταχυμεταφορών. Η ένορκη δήλωση της κας Κασάπη, ημερομηνίας 24/01/2024, βρίσκεται εντός ηλεκτρονικού φάκελου της υπόθεσης. Ακολούθησε, στις 13/03/2024, η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, η οποία συνοδεύτηκε από ένορκη δήλωση στην οποία περιγράφονται οι περιστάσεις λήψης και γνώσης της διαδικασίας από την Αιτήτρια - Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση.

 

            Όσον αφορά την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση και το διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει αυτής, είναι η θέση της Ομνύουσας ότι η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση στις 24/01/2024 καταχώρισε ένορκη δήλωση στην οποία δηλώνει ότι τα δικαστικά έγγραφα είχαν επιδοθεί σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Δεν είχε καταγράψει ότι τα έγγραφα είχαν επιδοθεί μόνο με τον ένα τρόπο και όχι σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Παρά το γεγονός αυτό προκύπτει ότι την ίδια ημέρα είχε καταχωρίσει νέα ενδιάμεση μονομερή αίτηση με την οποία ζήτησε άδεια για υποκατάστατη επίδοση των εγγράφων αναιρώντας τα όσα είχε αναφέρει η ίδια ενόρκως, την ίδια ημέρα, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Κασάπη ημερομηνίας 24/01/2024. Τόσο στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση καθώς και στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση ισχυρίστηκε ότι αρμόδιο για παραλαβή των δικαστικών εγγράφων είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης, ότι υπάρχουν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας περιουσιακά στοιχεία υποκείμενα σε εκτέλεση, τόσο σε ακίνητη περιουσία όσο και σε μετοχές κυπριακών εταιρειών, καθώς και ότι δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα για παραμερισμό ή αναστολή της Διαιτητικής απόφασης. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση καταγράφηκε ότι τα έγγραφα είχαν αποσταλεί σύμφωνα με το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και είχαν παραληφθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης κατά/ή περί τις 31/10/2022 έναντι υπογραφής. Τελικά, δεν είχαν αποσταλεί ως έπρεπε, αφού, ενώ θα έπρεπε να είχαν αποσταλεί στην αρμόδια Κεντρική Αρχή της Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, αποστάλθηκαν σε Δικαστήριο του Κράτους της Λιβύης. Διαφάνηκε ότι η επίδοση των εγγράφων σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες του Ν.32(ΙΙΙ)/2005, ήτοι μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης ως Κεντρική Αρχή, ήταν αδύνατη ή/και πολύ δύσκολη λόγω της πολιτικής κρίσης στην Λιβύη η οποία οδήγησε στο κλείσιμο της Πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Λιβύη. Τα έγγραφα τελικά είχαν δοθεί στην Πρεσβεία της Λιβύης στην Κύπρο για να αποσταλούν στην Κεντρική Αρχή της Λιβύης στις 28/09/2023. Είναι η θέση της ότι κανένα Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί κατά παράβαση του Νόμου, παραβιάζοντας τις Διεθνείς Συμβάσεις. Το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εκδόθηκε στις 31/01/2024 και στις 13/05/2024 η κα Κασάπη ορκίστηκε ότι τα έγγραφα είχαν παραληφθεί από το Υπουργείο Δικαιοσύνης σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου.

 

            Προωθεί την άποψη ότι η αίτηση παραμερισμού θα πρέπει να εγκριθεί γιατί παραβιάστηκε η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης των γεγονότων από την Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση. Υποστηρίζει ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για σφράγιση, της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αλλά και της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση είναι παραπλανητική, αφού δεν παρουσιάστηκαν τα ουσιώδη γεγονότα κατά τρόπο δίκαιο και ορθό. Συγκεκριμένα η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση, δεν αποκάλυψε ότι η ίδια είχε προσφύγει σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις σε δύο Λιβυκά Δικαστήρια, την περίοδο 2006 με 2014, εναντίον της Αιτήτριας- Καθ' ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση. Δεν αποκάλυψε ότι η Διαιτητική απόφαση προσκρούει ή/και είναι αντίθετη με τις αποφάσεις των Λιβυκών Δικαστηρίων, οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια των Λιβυκών διαδικασιών. Ως εκ τούτου αποστέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη σημασία τους. Η προηγηθείσα προώθηση των Λιβυκών διαδικασιών και το αποτέλεσμα τους, είναι η θέση της Ομνύουσας, ότι είναι καθοριστικής σημασίας και συνιστά ουσιώδες γεγονός, αφού η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση προσπαθεί να πετύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο κατά παράβαση του κανόνα Henderson, ο οποίος είναι κανόνας της Κυπριακής Δημόσιας Τάξης και σχετίζεται με την εφαρμογή τόσο του Άρθρου V(2)(β) της Σύμβαση της Νέας Υόρκης στην Κύπρο όσο και του άρθρου 36(1)(β)(ιι) του Ν.101/87.

 

            Ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τον κανόνα Henderson όπου ένα μέρος θα μπορούσε να είχε επισήμως εγείρει μια αξίωση ενώπιον ενός συγκεκριμένου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο μίας συγκεκριμένης υπόθεσης, εκείνο το μέρος δεν μπορεί να εγείρει την ίδια αξίωση στο πλαίσιο μεταγενέστερης υπόθεσης. Υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι οι διάδικοι δεν ήταν οι ίδιοι και στις δύο υποθέσεις δεν συνιστά εμπόδιο εφαρμογής του συγκεκριμένου κανόνα από τη στιγμή που θα διαπιστωθεί δικαστικά ότι θα μπορούσαν ή/και θα έπρεπε να είχαν εισαχθεί όλα τα πρόσωπα ως διάδικοι στην πρώτη, κατά χρονική σειρά, εγερθείσα υπόθεση έτσι ώστε να επιλυθούν όλα τα θέματα και οι αξιώσεις που προέκυπταν από τα ίδια γεγονότα. Στην υπό κρίση υπόθεση ενώ η Καθ’ ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση είχε προσφύγει στα Λιβυκά Δικαστήρια κατά την περίοδο 2006 – 2014 στην συνέχεια, στις 03/07/2014, καταχώρισε την υπόθεση με αριθμό 20355/MCP ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου μετά την απόρριψη των υποθέσεων ενώπιον των Λιβυκών Δικαστηρίων. Με την κυρίως Αίτηση η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση προσπαθεί να πετύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο κατά παράβαση του κανόνα της Henderson. Υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις της Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, οι οποίες προβλήθηκαν ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, θα μπορούσαν να είχαν προωθηθεί και στα Λιβυκά Δικαστήρια, στα οποία είχε προσφύγει την περίοδο 2006 ‑ 2014. Η αιτούμενη αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων συνιστά προέκταση της καταχρηστικής συμπεριφοράς της Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση. Κατά τη δική της άποψη αν είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη των Λιβυκών διαδικασιών στο Κυπριακό Δικαστήριο αυτό δεν θα εξέδιδε τα διατάγματα σφράγισης ή/και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ή/και υποκατάστατης επίδοσης.

 

            Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση απέκρυψε ή/και παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς τα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία είναι υποκείμενα σε εκτέλεση. Κατά τη δική της άποψη για να κέκτηται δικαιοδοσία το Κυπριακό Δικαστήριο η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση θα έπρεπε να αποδείξει ότι υπάρχουν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση, τα οποία να είναι δεκτικά εκτέλεσης. Στην πραγματικότητα η περιουσία του Λιβυκού Κράτους εντός της Δημοκρατίας προστατεύεται από κρατική ασυλία δυνάμει των προνοιών της Σύμβασης της Βιέννης, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.40/1968 και σύμφωνα με το Άρθρο 169.3 του Συντάγματος έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού Νόμου αλλά και λόγω των προνοιών του περί Διπλωματικών Δικαιωμάτων Ασυλιών και Προνομίων Νόμου του 1965. Το συγκεκριμένο γεγονός απεκρύβη από το Δικαστήριο και/ή δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το ενδεχόμενο η οποιαδήποτε περιουσία της Αιτήτριας – Καθ΄ης η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση να μην είναι υποκείμενη σε εκτέλεση. Υποστηρίζει ότι η ασυλία καλύπτει κινητή και ακίνητη περιουσία, συμπεριλαμβανομένων των ακίνητων που χρησιμοποιούνται ως Πρεσβεία ή/και κατοικία του Πρέσβη του Κράτους της Λιβύης εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση παρέστησε, με θετικό τρόπο, στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις αιτήσεις ότι το Κράτος της Λιβύης έχει εγγεγραμμένα, στο όνομά του, εμπορικά ακίνητα στη Λευκωσία αξίας €7.000.000 τα οποία δεν φέρουν οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις και μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο εκτέλεσης. Η συγκεκριμένη δήλωση, σε όλες τις ένορκες δηλώσεις, είναι παραπλανητική και εσφαλμένη και παραβιάζει την υποχρέωση της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων κατά τα μονομερή στάδια. Τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν είναι δεκτικά εκτέλεσης γιατί καλύπτονται από κρατική ασυλία, αφού τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 25/338, Αρ. Φακ.1/ΙΙ/557/1981, Λευκωσία Τμήμα 25, Φ.21Σχ.460504, Τεμάχιο 104, διώροφη κατοικία, με αριθμό εγγραφής 3/1560 Αρ. Φακ.1/Α/1369/1978, Τμ.3, Φ.21, Σχ.540601, Τεμάχιο 1041, διώροφη κατοικία με αριθμό εγγραφής 0/7444, Αρ. Φακ. 1/Π/1273/2004, Τμ.2, Φ.21. Σχ.55Ε1, Τεμάχιο 5612 οικόπεδο συνιστούν τον χώρο της Πρεσβείας του κράτους της Λιβύης στην Κύπρο. Σημειώνει ότι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/7444 συνιστά την Πρεσβευτική κατοικία του Πρέσβη του Κράτους της Λιβύης. Παραπέμπει στα Άρθρα 22 και 30 της Συνθήκης της Βιέννης του 1961 για να εισηγηθεί ότι κανένα από τα ακίνητα δεν είναι δεκτικό εκτέλεσης. Το συγκεκριμένο γεγονός μπορούσε να διαπιστωθεί από την ίδια την Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση με μεγάλη ευκολία αφού η διεύθυνση της Πρεσβείας, της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση, είναι γνωστή και δημόσια διαθέσιμη.

 

            Όσον αφορά τις μετοχές των Κυπριακών Εταιρειών, στις οποίες γίνεται αναφορά στις ένορκες δηλώσεις της Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση και δηλώνεται ότι έχουν εμπορικές δραστηριότητες, οι οποίες διεξάγονται στην Κύπρο με τελικό δικαιούχο το Κράτος της Λιβύης, είναι η δική της θέση ότι από έρευνα που διενεργήθηκε στον Έφορο Εταιρειών, στις 19/09/2022, προκύπτει ότι έχουν καταχωρημένο εγγεγραμμένο γραφείο στην Κύπρο χωρίς να είναι δηλωμένοι οι μέτοχοι τους. Κατέγραψε ότι αν η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση διενεργούσε έρευνα σε σχέση με τους μετόχους θα ανακάλυπτε ότι μέτοχος των Κυπριακών Εταιρειών είναι η Ολλανδική εταιρεία (Oilinvest Netherlands BV) και όχι η Αιτήτρια – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι η Αιτήτρια - Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση δεν είναι ούτε ο εγγεγραμμένος μέτοχος ούτε ο τελικός δικαιούχος των Κυπριακών Εταιρειών. Επιπρόσθετα, δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης που η Καθ΄ης η αίτηση - Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση θα μπορούσε να λάβει στην Κύπρο έναντι των μετοχών των συγκεκριμένων Κυπριακών Εταιρειών, αφού αυτές ανήκουν σε τρίτο πρόσωπο. Επίσης, δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι δεν μπορεί να εκτελεστεί δικαστική απόφαση, σε κατ’ ισχυρισμό έμμεσο δικαίωμα στις μετοχές των Κυπριακών Εταιρειών, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι τελικός δικαιούχος των Κυπριακών Εταιρειών είναι η Καθ΄ης η αίτηση - Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση. Κατά τη δική της άποψη όφειλε η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι το κράτος της Λιβύης δεν παρουσιάζεται ούτε ως εγγεγραμμένος μέτοχος ούτε ως τελικός δικαιούχος των κυπριακών εταιρειών. Εισηγείται, ότι όλα τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και παραμεριστούν λόγω ουσιαστικής παραβίασης της υποχρέωσης αποκάλυψης εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση - Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση.

 

            Υποστηρίζει ότι σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει ενόρκως η Καθ΄ης η αίτηση - Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, η Διαιτητική Απόφαση αμφισβητείται από την Αιτήτρια – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση από τον Δεκέμβριο του 2022 και εκκρεμεί, μέχρι και σήμερα, αίτηση για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης ενώπιον του Εφετείου του Παρισιού. Όφειλε να αποκαλύψει το συγκεκριμένο γεγονός στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση. Τα συγκεκριμένα ουσιώδη γεγονότα απεκρύβησαν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο η Διμερής Συμφωνία, η οποία κυρώθηκε με Νόμο και προνοεί συγκεκριμένη διαδικασία ή μέθοδο επίδοσης των δικαστικών εγγράφων και δηλώνει ότι η ζητούμενη μέθοδος επίδοσης ήταν παράτυπη. Η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση παραπλάνησε το Δικαστήριο αφού δεν επέσυρε την προσοχή του στα Άρθρα, μεταξύ άλλων, 6, 7(2), 11, 17 και 18 της Διμερούς Συμφωνίας και οι πράξεις επίδοσης των εγγράφων στο Κράτος της Λιβύης συντελέστηκαν κατά παράβαση των Άρθρων 6, 7(2), και 11 της Διμερούς Συμφωνίας.

 

            Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αναγνωρίσει ή/να εγγράψει ή/να επιτρέψει την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης εναντίον κυρίαρχου κράτους. Εισηγείται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την κυρίως αίτηση, εκτός και αν αποδειχθεί ότι υπάρχουν εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία που είναι δεκτικά εκτέλεσης. Υποστηρίζει, ότι σε σχέση με την επίδοση των εγγράφων δεν τηρήθηκαν οι επιτακτικές πρόνοιες της Διμερούς Συμφωνίας που κυρώθηκε με τον Ν. 32(ΙΙΙ)/2005 και ότι υπάρχει παραδοχή της Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση ότι δεν είχαν συμμορφωθεί με τις εν λόγω πρόνοιες. Εισηγείται ότι σε καμία εκ των δύο κατ’ ισχυρισμό επιδόσεων δεν φαίνεται να υπάρχει η επιστολή ‑ απαίτηση που προβλέπεται από το Άρθρο 11 της Διμερούς Συμφωνίας. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η «συνοδευτική επιστολή» ημερομηνίας 13/05/2024 σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμμορφώνεται με το Άρθρο 11 της Διμερούς Συμφωνίας, αφού αυτή δεν υπογράφεται από την Αιτούσα Αρχή, που στην προκειμένη περίπτωση είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υποστηρίζει ότι η δέσμη εγγράφων που κατέληξε, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών, στην Πρεσβεία της Λιβύης στην Λευκωσία αποτελεί απαράδεκτο τρόπο επίδοσης δικαστηριακών εγγράφων. Καταλήγει, ότι ενόψει των παραλείψεων που έχουν προσδιοριστεί τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και να παραμεριστούν.


            Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης στην οποία καταγράφηκαν είκοσι οκτώ (28) λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι κατά Νόμο ή/και κατά ουσία αβάσιμη ή/και παράτυπη. Ότι τα διατάγματα, των οποίων η ακύρωση επιδιώκεται, εκδόθηκαν νομότυπα αφού είχε τεθεί επαρκής μαρτυρία η οποία ικανοποιούσε όλες τις προϋποθέσεις. Ότι οι επιδόσεις των εγγράφων έγιναν νομότυπα ή/και στη βάση των σχετικών διαταγμάτων. Ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση έλαβε γνώση ή/και πληροφορήθηκε αναφορικά με την εκκρεμούσα διαδικασία ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση έλαβε γνώση των διαδικαστικών διαδικασιών που κινήθηκαν εναντίον της, που συνιστά το ζητούμενο στη διαδικασία υποκατάστατης επίδοσης. Ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα ή/και καταχρηστικά ή/και για σκοπούς καθυστέρησης των διαδικασιών ή/και προωθείται για αλλότριους και αθέμιτους σκοπούς και αποσκοπεί στην εσκεμμένη αποφυγή και παρεμπόδιση της Καθ΄ ης η αίτηση στην υπό κρίση διαδικασία στη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. Ότι η ακύρωση των διαταγμάτων θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης. Ότι δεν καταδείχθηκαν από την Αιτήτρια, στην υπό κρίση αίτηση, βάσιμοι ή/και επαρκείς λόγοι που να αναιρούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε ζημιά ή/και παραπλάνηση ή/και δυσμενής επηρεασμός με οποιονδήποτε τρόπο στα έννομα δικαιώματα της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση. Ότι ακόμα και αν εντοπιστεί οποιαδήποτε παρατυπία στην έκδοση των διαταγμάτων το Δικαστήριο μπορεί να τη θεραπεύσει δυνάμει της Δ.64. Ότι η Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη αναφορικά με τυχόν παρατυπία στην επίδοση των εγγράφων και θα ήταν άδικο να υποστεί τις συνέπειες. Ότι η έγκριση της υπό κρίσης αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ΄ ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση και στα νομικά δικαιώματά της. Ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά προσπάθεια παραπλάνησης του σεβαστού Δικαστηρίου. Ότι προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Ότι καταχωρίστηκε υπέρμετρα καθυστερημένα. Ότι η Αιτήτρια ενέργησε κακόβουλα, αφού γνώριζε ότι η επίδοση, σύμφωνα με τον Ν.32(ΙΙΙ)/2005, ήταν αδύνατη. Ότι οι Διεθνείς και Διμερείς Συνθήκες αλλά και οι ημεδαποί νόμοι δεν μπορούν να αναιρέσουν τις εξουσίες του Δικαστηρίου να ασκήσει τη δική του εξουσία σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε καλός λόγος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παραβίαση της υποχρέωσης αποκάλυψης εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Ότι ακόμα και αν υπήρξε οποιαδήποτε καλόπιστη παράλειψη αποκάλυψης ορισμένων γεγονότων, τα γεγονότα αυτά δεν ήταν εξ’ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Ότι είναι άσχετο το γεγονός ότι πριν τη Διαιτητική διαδικασία η Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση προσέφυγε ενώπιον Λιβυκών Δικαστηρίων αφού το συγκεκριμένο ζήτημα είχε τεθεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο προχώρησε στην εκδίκαση της διαφοράς και στην έκδοση απόφασης. Ότι η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας δεν αποτελεί προϋπόθεση, δυνάμει της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και του κυρωτικού Νόμου για την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει διάταγμα που να παρεκκλίνει από την αποτελεσματικότητα του συστήματος της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και των συμβατικών υποχρεώσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτές κατοχυρώνονται από τον Ν.84/1979. Ότι τα όσα αναφέρονται στο Άρθρο
V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης βαρύνουν την Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση και όχι την Καθ' ης η Αίτηση. Ότι οι Νόμοι και οι νομοθετικές πρόνοιες συνιστούν δικαστική γνώση και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν παραπλανήθηκε. Ότι δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός προώθησης της κυρίως αίτησης, ούτε αποστερείται δικαιοδοσίας το Δικαστήριο λόγω του γεγονότος ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση συνιστά κυρίαρχο Κράτος. Ότι η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα αίτηση συμμορφώθηκε με όλες τις υποχρεώσεις και έπραξε ό,τι ήταν αναγκαίο για να επιτευχθεί η επίδοση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.32(ΙΙΙ)/2005 και ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν εξυπηρετεί την απονομή της δικαιοσύνης και θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση στη διαδικασία.

           Οι Νόμοι και οι κανονισμοί που θεμελιώνουν την Ένσταση είναι πανομοιότυποι με αυτούς που παρατέθηκαν στην Αίτηση και γι' αυτόν τον λόγο το Δικαστήριο δεν προτίθεται να τους επαναλάβει.

 

             Τα γεγονότα προς στελέχωση των λόγων ένστασης καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της κας Κασάπη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Δηλώνει εξουσιοδοτημένη στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης και, όσο αφορά τα γεγονότα, καταγράφει ότι τα γνωρίζει τόσο προσωπικά αλλά και από μελέτη του σχετικού φάκελου της υπόθεσης. Αναφέρεται στο ιστορικό και γράφει ότι στις 21/09/2022 καταχωρίστηκε εκ μέρους της Olin Holdings Limited η Αίτηση Αρ.366/22 με την οποία ζητήθηκε άδεια για σφράγιση της κυρίως Αίτησης Αρ.6/22 και εκδόθηκε την ίδια μέρα το σχετικό διάταγμα. Στις 22/09/2022 καταχωρίστηκε η κυρίως αίτηση για εγγραφή, αναγνώριση ή/και εκτέλεση της αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης που εκδόθηκε στις 25/05/2018 στα πλαίσια Διεθνούς Διαιτησίας που διεξάχθηκε στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου στο Παρίσι μεταξύ της Olin Holdings Limited και του κράτους της Λιβύης. Στις 29/09/2022, μετά από μονομερή αίτηση, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση ή/και η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας τόσο της γενικής αίτησης για έγγραφη της Διαιτητικής Απόφασης, της αίτησης ημερομηνίας 23/09/2022 για υποκατάστατη επίδοση και του διατάγματος ημερομηνίας 29/09/2022 συνοδευόμενα από τις αντίστοιχες μεταφράσεις τους στην αγγλική γλώσσα στην Καθ' ης η αίτηση, το κράτος της Λιβύης. Στις 27/10/2022 αντίγραφα των εγγράφων μαζί με τη μετάφρασή τους στην αγγλική γλώσσα καθώς και συνοδευτικές επιστολές παραδόθηκαν προς την εταιρεία ταχυμεταφορών DHL για την επίδοσή τους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης, σύμφωνα με το διάταγμα 29/09/2022. Παραλήφθηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης κατά/ή περί την 31/10/2022 έναντι υπογραφής. Ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση είχε ζητήσει από την αρμόδια Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπως ετοιμάσει καλυπτική επιστολή προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με την οποία να ενημερώνεται το Υπουργείο ότι υπήρχε αίτημα για παροχή νομικής συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Σοσιαλιστικής Αραβικής Τζαμαχιρίας. Η συγκεκριμένη επιστολή ετοιμάστηκε στις 29/11/2022 και αναρτήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου την 01/12/2022. Με την παραλαβή της καλυπτικής επιστολής όλα τα απαραίτητα έγγραφα παραδόθηκαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για να τροχοδρομηθεί η διαδικασία αποστολής τους προς το κράτος της Λιβύης. Μετά το πέρας αρκετού χρόνου έγινε ενημέρωση ότι τα έγγραφα δεν εστάλησαν προς το κράτος της Λιβύης λόγω λάθους της καλυπτικής επιστολής που είχε ετοιμαστεί από το Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας. Ζητήθηκε, εκ νέου, από τον Πρωτοκολλητή όπως διορθώσει την καλυπτική επιστολή, πράγμα το οποίο έγινε στις 31/07/2023 και την επόμενη ημέρα, 01/08/2023, όλα τα έγγραφα παραδόθηκαν εκ νέου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για να ληφθούν οι αναγκαίες ενέργειες για επίδοσή τους στο κράτος της Λιβύης. Στις 02/08/2023 το Υπουργείο ενημέρωσε ότι θα ήταν καλύτερα, για σκοπούς επιτάχυνσης της διαδικασίας, όπως παραληφθούν τα έγγραφα και παραδοθούν στο Υπουργείο Εξωτερικών. Στις 03/08/2023 τα έγγραφα μεταφέρθηκαν στο Υπουργείο Εξωτερικών, πλην όμως ο αρμόδιος υπάλληλος απουσίαζε με άδεια λόγω καλοκαιρινών διακοπών και δεν παραλήφθηκαν. Στις 07/08/2023, σε δεύτερη επίσκεψη στο Υπουργείο Εξωτερικών, σε μια προσπάθεια παράδοσης των εγγράφων, η ίδια έτυχε ενημέρωσης ότι λόγω της πολιτικής κρίσης η Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Λιβύη είχε τερματίσει τη λειτουργεία της με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η επίδοση των εγγράφων. Όμως είχε διαβεβαιωθεί ότι το Υπουργείο Εξωτερικών θα προέβαινε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για επίδοσή τους. Στις 28/09/2023 ενημερώθηκαν από λειτουργό του Υπουργείου Εξωτερικών ότι η επίδοση μέσω της νενομισμένης οδού ήταν αδύνατη και ότι τα έγγραφα είχαν δοθεί στην Πρεσβεία της Λιβύης στην Κυπριακή Δημοκρατία, προκειμένου να διαβιβαστούν στην Κεντρική Αρχή του κράτους της Λιβύης. Μέχρι και τις 15/01/2024 δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε ενημέρωση σε σχέση με την επίδοση των εγγράφων στο κράτος της Λιβύης και ως εκ τούτου στις 31/01/2024, με μονομερή αίτηση, η Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση διαδικασία αιτήθηκε στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η υποκατάστατη επίδοση της γενικής αίτησης για εγγραφή, αναγνώριση ή/και εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού Διαιτητικού Δικαστηρίου, της αίτησης ημερομηνίας 25/01/2024 για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και του διατάγματος ημερομηνίας 31/01/2024 στο κράτος της Λιβύης είτε με υπηρεσία ταχυμεταφοράς ή μέσω της διπλωματικής οδού ή μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης στη διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Λιβύης. Το διάταγμα ημερομηνίας 31/01/2024 συντάχθηκε στις 05/04/2024. Στις 30/04/2024 αντίγραφα των συγκεκριμένων εγγράφων, μαζί με τη μετάφρασή τους στην αγγλική γλώσσα καθώς και συνοδευτική επιστολή, παραδόθηκαν στην εταιρεία ταχυμεταφορών DHL για επίδοσή τους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης. Παραλήφθηκαν από Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης στις 06/05/2024.

 

            Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο, κατά την έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, είχε διατάξει πέραν του τρόπου επίδοσης που να συνάδει με τον κυρωτικό Νόμο 32(ΙΙΙ)/2005 και την επίδοση με υπηρεσία ταχυμεταφοράς στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης. Ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση λάμβανε διαβήματα από τον Σεπτέμβρη του 2022 μέχρι τον Ιανουάριο του 2024, τα οποία καταγράφονται σε δική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24/01/2024. Όλα τα απαραίτητα έγγραφα, συνοδευόμενα με την καλυπτική επιστολή, παραδόθηκαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης για να τροχιοδρομηθεί η διαδικασία αποστολής τους προς την Αιτήτρια στην παρούσα αίτηση και ενώ ήταν με την εντύπωση ότι η διαδικασία επίδοσης βρισκόταν σε εξέλιξη ακολούθως ενημερώθηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ότι τα έγγραφα δεν είχαν σταλεί προς το κράτος της Λιβύης λόγω λάθους της καλυπτικής επιστολής που είχε ετοιμαστεί από την Πρωτοκολλητή. Καταρτίστηκε διορθωμένη καλυπτική επιστολή ημερομηνίας 31/07/2023.

 

            Είναι η δική της θέση ότι η Αιτήτρια – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση σκόπιμα παραλείπει να αναφερθεί στα διαβήματα που είχαν ληφθεί, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και δημιουργίας εντυπώσεων. Υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση καταχωρίστηκε το απόγευμα της 24/01/2024 και εγκρίθηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 25/01/2024 το πρωί πριν την εμφάνιση των δικηγόρων της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Διαφάνηκε, μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Κένδελη, ότι η Αιτήτρια είχε παραλάβει τα προς επίδοση έγγραφα μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφορών και είχε δρομολογήσει και την επιστροφή τους στην Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου γεννάται το ερώτημα γιατί δεν καταχωρίστηκε εμφάνιση από το 2022 υπό διαμαρτυρία, αφού η πρώτη επίδοση με DHL είχε επιτευχθεί τον Οκτώβριο του 2022. Η Αιτήτρια γνώριζε ότι η επίδοση, κατά τρόπο συνάδοντα προς τον κυρωτικό Νόμο Ν.32(ΙΙΙ)/2005, ήταν αδύνατη και εκμεταλλεύτηκε το συγκεκριμένο γεγονός για σκοπούς καθυστέρησης της εκδίκασης της κυρίως αίτησης.

 

            Προωθηθεί την άποψη ότι ανάγνωση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/09/2022 αποκαλύπτει ότι το Δικαστήριο είχε διατάξει την επίδοση των εγγράφων με δύο τρόπους. Ο πρώτος κατά τρόπο που να συνάδει με τον Κυρωτικό Νόμο 32(ΙΙΙ)/2005 και ο δεύτερος μέσω υπηρεσιών ταχυμεταφοράς, όπως και τελικά επιδόθηκαν. Υποστηρίζει ότι η θέση της Αιτήτριας, ότι η Καθ' ης η αίτηση αναίρεσε μέσω της δεύτερης ένορκης δήλωσής της τα όσα καταγράφονταν στην πρώτη ένορκη δήλωσή της, είναι ανυπόστατη και πρόκειται για προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού τα όσα περιγράφονται στη δεύτερη ένορκη δήλωσή της παρερμηνεύονται. Είναι η δική της θέση ότι οι αναφορές της, στις δύο ένορκες δηλώσεις, παρερμηνεύονται με απώτερο στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που οποιαδήποτε επίδοση με τον προβλεπόμενο τρόπο δυνάμει της οποιασδήποτε σύμβασης είναι αδύνατη ή όταν η επίδοση δυνάμει Σύμβασης θα προκαλέσει υπέρμετρη καθυστέρηση της διαδικασίας το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την υποκατάστατη επίδοση των εγγράφων. Οι Διεθνείς και οι Διμερείς Συνθήκες αλλά και οι ημεδαποί νόμοι, οι οποίοι τις επικυρώνουν, δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον τεθεί ενώπιον του το κατάλληλο υπόβαθρο για να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχονται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς. Στην υπό κρίση περίπτωση το Δικαστήριο αποφασίζοντας για τη μέθοδο επίδοσης αποφάσισε τη διαβίβαση των εγγράφων με DHL. Κατά τη δική της άποψη αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Αιτήτρια, ήτοι το κράτος της Λιβύης, έχει λάβει γνώση των διαδικασιών που κινήθηκαν εναντίον του που είναι το ζητούμενο στη διαδικασία υποκατάστατης επίδοσης.

 

            Υποστηρίζει ότι οι πλείστοι από τους ισχυρισμούς που προωθούνται στην αίτηση παραμερισμού είναι ζητήματα που θα πρέπει να εγερθούν σε ένσταση στην κυρίως αίτηση και να εξεταστούν από το Δικαστήριο μετά από ακρόαση και όχι στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η αίτηση. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη παραβίαση της υποχρέωσης αποκάλυψης από την Olin Holdings Limited προωθεί την άποψη ότι αποκαλύφθηκαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι σχετικά με κάθε μια από τις μονομερείς αιτήσεις που καταχωρίστηκαν. Σημειώνει ότι σύμφωνα με τα Άρθρα ΙV και V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.84/1979, προϋπόθεση για αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης είναι η προσκόμιση δεόντως και κυρωμένου πρότυπου της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένου αντίγραφου αυτής και πρωτότυπο της αναφερόμενης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής. Το ίδιο πνεύμα διακατέχει τις σχετικές πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, ο οποίος αντανακλά το σύνολο των προνοιών του κώδικα της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορικού Δίκαιου των Ηνωμένων Εθνών όπου, στο Άρθρο 35, παρατίθενται τα στοιχεία που ένα μέρος οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο όταν επιζητεί την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Εφαρμόζοντας τις πρόνοιες των συγκεκριμένων Διεθνών Συμβάσεων, κατά το στάδιο της καταχώρισης της κυρίως αίτησης, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση είχε το βάρος να προσκομίσει τα έγγραφα που προσδιορίζονται. Ένα βάρος το οποίο απέσεισε κατά την καταχώριση τόσο της αίτησης για άδεια σφράγισης όσο και για την καταχώριση της κυρίως αίτησης, Γεν. Αιτ. 6/22. Συνακόλουθα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόκρυψη.

 

            Υποστηρίζει ότι οι Λιβυκές διαδικασίες, οι οποίες έλαβαν χώρα πριν τη Διαιτησία, δεν είναι σχετικές με την αίτηση για άδεια σφράγισης και την κυρίως αίτηση. Παράλληλα, σημειώνει ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση εμφανίστηκε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου καταχώρισε και πρόβαλε Υπεράσπιση, η οποία απορρίφθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Οι συγκεκριμένες αποφάσεις των Λιβυκών Δικαστηρίων, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση, δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της Διαιτητικής διαδικασίας, η οποία αφορούσε την παραβίαση των υποχρεώσεων του κράτους της Λιβύης όπως αυτές πηγάζουν από τη Διμερή Συμφωνία μεταξύ Κύπρου και Λιβύης. Συνακόλουθα, εκείνα τα ζητήματα είναι άσχετα με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει δεν διευκρινίστηκε η σύνδεση των Λιβυκών διαδικασιών με την υπό εξέταση διαδικασία.

 

            Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που σχετίζονται με τον κανόνα Henderson είναι η δική της θέση ότι ο συγκεκριμένος κανόνας είναι άσχετος και δεν έχει οποιαδήποτε σημασία για τα γεγονότα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Καθοριστικό γεγονός συνιστά η ύπαρξη της Διαιτητικής Απόφασης, της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση και η εγγραφή. Εισηγείται, ότι τα συγκεκριμένα ζητήματα θα μπορούσαν να προβληθούν από την ίδια την Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση ενώπιον της Διαιτητικής Διαδικασίας και όχι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.

 

            Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου και ισχυρίζεται ότι η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας δεν αποτελεί προϋπόθεση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ούτε και αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος, Ν.121(Ι)/2000 έπεται σε ιεραρχία την Σύμβαση της Νέας Υόρκης και δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να περιορίζει το εύρος εφαρμογής της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Συνεπώς ο ισχυρισμός ότι η Olin Holdings όφειλε να αποδείξει ότι υπάρχουν, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση, τα οποία να είναι δεκτικά εκτέλεσης δεν ευσταθεί. Προωθεί τη θέση ότι το κατά πόσο τα ακίνητα καλύπτονται από ασυλία δεν έχει την οποιαδήποτε σημασία για το Δικαστήριο. Το συγκεκριμένο ζήτημα της ασυλίας δεν συνιστά ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο σε διαδικασία αναγνώρισης Διαιτητικής Απόφασης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι απεκρύβη, από την Olin Holdings Limited, η Διμερής Συμφωνία η οποία προνοεί συγκεκριμένη μέθοδο επίδοσης δικαστικών εγγράφων είναι η δική της θέση ότι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση για την ύπαρξη ενός Νόμου, νοουμένου ότι γίνεται επίκληση του συγκεκριμένου Νόμου από τον διάδικο. Η Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση επικαλείτο και συμπεριλάμβανε στη νομική της βάση τόσο τη Διμερή Συμφωνία όσο και τον Κυρωτικό Νόμο σε όλες τις αιτήσεις που καταχώρισε. Ως εκ τούτου δεν προέκυψε οποιαδήποτε παραπλάνηση του Δικαστηρίου, ούτε και απεκρύβησαν από το Δικαστήριο οποιαδήποτε γεγονότα.

 

            Υποστηρίζει, η Ομνύουσα, ότι σύμφωνα με το Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης το βάρος απόδειξης των όσων καταγράφονται στο συγκεκριμένο άρθρο το έχει ο αιτητής, ο οποίος το μόνο που έχει να πράξει είναι να προσκομίσει τα έγγραφα που απαιτούνται για να μετατοπιστεί το βάρος, σύμφωνα με το Άρθρο V της Σύμβασης, στους ώμους του προσώπου εναντίον του οποίου γίνεται επίκληση της απόφασης. Εν πάση περιπτώσει οι λόγοι άρνησης της αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων είναι περιορισμένοι και εξαντλητικοί και η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας δεν συνιστά προϋπόθεση δυνάμει της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι η Olin Holdings όφειλε να αποδείξει ότι υπάρχουν, εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση, τα οποία να είναι δεκτικά εκτέλεσης, δεν ευσταθεί.

 

            Καταλήγει, ότι η Καθ' ης η αίτηση ακολούθησε τις πρόνοιες του Νόμου, όπως αυτός εφαρμόζετο και έπραξε οτιδήποτε ήταν σε θέση να πράξει προκειμένου να επιτευχθεί η επίδοση δυνάμει των δύο διαταγμάτων που εκδόθηκαν στις 29/09/2022 και 31/01/2024. Επαναλαμβάνει, ότι ούτε οι Διεθνείς και Διμερείς Συνθήκες αλλά ούτε και οι ημεδαποί νόμοι εμποδίζουν τις εξουσίες του Δικαστηρίου για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία πηγάζει από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς.

 

Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εκτενών και εμπεριστατωμένων αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές και της σύνοψης των θέσεών τους δια ζώσης στο Δικαστήριο. Το περιεχόμενο τόσο των γραπτών αγορεύσεων καθώς και των προφορικών διευκρινήσεων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση προωθεί τη θέση ότι η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση όφειλε να αποκαλύψει, σε όλες τις αιτήσεις που απεύθυνε προς το Δικαστήριο, όλα τα ουσιώδη στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας. Αντί αυτού απέκρυψε την ύπαρξη των προγενέστερων Λιβυκών διαδικασιών, ήτοι ότι είχε προσφύγει σε δύο περιπτώσεις στα Λιβυκά Δικαστήρια εναντίον της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση. Εισηγείται ότι θα πρέπει να εκληφθεί ότι οι αξιώσεις που εγέρθηκαν από την Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου είχαν εγερθεί ή θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στις Λιβυκές διαδικασίες. Με αναφορά σε νομολογία εισηγείται ότι στα υπό συζήτηση γεγονότα έχει εφαρμογή ο κανόνας της Henderson v. Henderson [1843] 3 Hare 100. Επιπρόσθετα προωθεί την άποψη ότι το Δικαστήριο παραπλανήθηκε σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση αφού η ακίνητη περιουσία στην οποία έγινε αναφορά προστατεύεται από κρατική ασυλία σύμφωνα με την Σύμβαση της Βιέννης του 1961. Όσον αφορά τις μετοχές παρέλειψε να αποκαλύψει ότι εγγεγραμμένος μέτοχος των εταιρειών είναι η Ολλανδική εταιρεία Oilinvest (Netherlands) BV και όχι η Αιτήτρια – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση και ότι δεν θα μπορούσε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης σε κατ΄ισχυρισμό έμμεσο δικαίωμα στις μετοχές των Κυπριακών Εταιρειών. Δεν αποκαλύφθηκε επίσης το γεγονός ότι αμφισβητείται η ορθότητα της Διαιτητικής Απόφασης και ότι έχει καταχωριστεί αίτηση για παραμερισμό της. Αντίθετα είχε δηλωθεί στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αίτηση παραμερισμού ή αναστολής εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Προωθεί επίσης την άποψη ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία, λόγω του γεγονότος ότι δεν υπάρχει περιουσία δεκτική ειδικής εκτέλεσης στην Κύπρο. Ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο γεγονός θα πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά την κρίση του θέματος κατά πόσο υπάρχει κάποιο όφελος από την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης. Πραγματεύεται το θέμα της επίδοσης και υποστηρίζει ότι πάσχει γιατί παραβιάστηκαν οι πρόνοιες της Διμερούς Σύμβασης και γιατί είναι απαράδεκτη η επίδοση επί ενός κυρίαρχου Κράτους. Καταλήγει, ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την κυρίως αίτηση εναντίον του Κράτους της Λιβύης λόγω της κρατικής ασυλίας που απολαμβάνει.                         

 

Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση προωθεί τη θέση ότι η επίδοση μέσω υπηρεσιών ταχυμεταφοράς μπορούσε να συντελεστεί αφού θα απαιτούσε μικρότερο χρόνο από την διαδικασία δυνάμει του Ν.32(ΙΙΙ)/2005, η οποία εν πάση περιπτώσει ήταν αδύνατη. Εισηγείται ότι ακόμη και αν υπήρξε λάθος ή παρατυπία στις συντελεσθείσες επιδόσεις αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωσή τους γιατί δεν προκλήθηκε οποιαδήποτε ζημιά στην Αιτήτρια – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση. Υποστηρίζει ότι έχει επιτευχθεί ο σκοπός της επίδοσης, αφού περιήλθε σε γνώση της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση η διαδικασία και ότι είναι καταχρηστικός και τυπολατρικός ο ισχυρισμός ότι η κυρίως αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω αντινομικής επίδοσης. Σε σχέση με την υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης υποστήριξε ότι αυτή αφορά κυρίως αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Κατά τη δική του άποψη η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν σχετικά με κάθε μία από τις μονομερής αιτήσεις. Ισχυρίζεται ότι κατά την καταχώριση της αίτησης για άδεια σφράγισης δεν είχε υποχρέωση να αποκαλύψει ότι η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση είχε προσφύγει ενώπιον των Λιβυκών Δικαστηρίων γιατί το συγκεκριμένο ζήτημα είχε τεθεί ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου και το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του και εν πάση περιπτώσει συνιστά θέμα άσχετο με την υπό κρίση διαδικασία. Υποστηρίζει ότι η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας δεν συνιστά προϋπόθεση δυνάμει της Σύμβασης της Νέας Υόρκης για την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ούτε και αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας για υποκατάστατη επίδοση. Κατά τη δική του άποψη αντίθετη ερμηνεία θα προσέθετε μια προϋπόθεση που δεν υπάρχει στη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958. Με αναφορά σε αγγλική νομολογία εισηγείται ότι το Κράτος της Λιβύης έχει απωλέσει την κρατική του ασυλία λόγω του ότι εμφανίστηκε στην διαδικασία. Προώθησε τη θέση ότι το γεγονός ότι το ζήτημα της κρατικής ασυλίας δεν είχε εγερθεί στην Διαιτητική Διαιτησία υποδηλώνει την παραίτηση από αυτό. 

 

Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με πολύ προσοχή τις θέσεις που έχουν αναπτυχθεί και από τις δύο πλευρές με επιμέλεια και λεπτομέρεια στις γραπτές τους αγορεύσεις. Έχει επίσης στρέψει την προσοχή του στην νομολογία, τόσο Κυπριακή καθώς και Αγγλική, στην οποία έχει παραπεμφθεί.       

       

 ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

         

Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ο παραμερισμός όλων των διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε σχέση με την Γεν. Αιτ.6/22. Συγκεκριμένα ζητείται η ακύρωση του διατάγματος της παραχωρηθείσας άδειας για σφράγιση της Γεν. Αιτ.6/22, για επίδοσή της εκτός δικαιοδοσίας καθώς και του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοσή της. Ως έχει προλεχθεί το διάταγμα σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκε στις 21/09/2022 στα πλαίσια της Γεν. Αιτ. 366/22, το διάταγμα για επίδοση της Γεν. Αιτ. 6/22 εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκε στις 29/09/2022 και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της στις 31/01/2024.

 

Πριν το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση θα πρέπει να διευκρινίσει, απαντώντας στην θέση που προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση, ότι δεν εφαρμόζεται ο κανόνας της Henderson v. Henderson [1843‑1860] 2 All E.R. 144 στα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Henderson, όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Vice ChancellorSir James Wigram:

 

«where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a Court of competent jurisdiction, the Court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter[s] which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case.».

 

Δεν υπάρχει οποιοδήποτε νομικό θέμα προς εξέταση μεταξύ των δύο πλευρών στην διαδικασία ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η διαδικασία που ενεργοποιήθηκε με την κυρίως αίτηση, από την Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση, αφορά την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση εκδοθείσας, στις 25/05/2018, Διαιτητικής Απόφασης από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου του Παρισιού. Όλα τα νομικά θέματα μεταξύ των δύο πλευρών έχουν κριθεί και  αποφασιστεί και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα επανανοίγματός τους ή της εκ νέου συζήτησής τους σε διαδικασία που αφορά την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης. Ο τίτλος της διαδικασίας μιλά από μόνος του. Συνακόλουθα, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Σχετική είναι και η απόφαση Alpha Panareti Public Co v. Ανθούλλας Αρέστη κ.α. Πολ. Εφ.Ε125/2019 ημερ. 14/11/2024.         

 

          Είναι αδιαμφισβήτητο ότι δόθηκε στην Αιτήτρια - Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση άδεια για να εμφανιστεί υπό διαμαρτυρία. Το σκεπτικό της Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesty’s Revenue & Customs (Ex Her Majesty’s Customs and Excise) (2015) 1 Α.Α.Δ. 616 είναι σχετικό:

 

«Δεν αποκλείεται στην Κύπρο η καταχώρηση χωριστής αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος κάτω από τη Δ.48. Εφόσον όμως θεματικά η σφράγιση κλητηρίου που έχει σκοπό να επιδοθεί στο εξωτερικό συμπλέκεται και με την άδεια για επίδοση, η ταυτόχρονη επιδίωξη ακύρωσης και των δύο δεν απαγορεύεται εφόσον κρίνεται στην ουσία το υπόβαθρο των γεγονότων που δικαιολογούσαν την σφράγιση, αλλά και την επίδοση. Προκύπτει κάποια διαφορετική αντιμετώπιση στην S.P.P. Projects Ltd ν. Integral Equipment Sarl (1993) 1 Α.Α.Δ. 762, όπου το Εφετείο σε αίτημα παραμερισμού κλητηρίου και της επίδοσης του στο εξωτερικό λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, χωρίς να είχε επιδιωχθεί και η ακύρωση του προηγούμενου διατάγματος που είχε εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση με το οποίο είχε εξουσιοδοτηθεί η επίδοση στο εξωτερικό, αποφάσισε ότι μόνο στο πλαίσιο αίτησης για παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης μπορούσε να εξεταστεί το αίτημα για ακύρωση του κλητηρίου.».

 

Αρχίζοντας από το διάταγμα σφράγισης ημερ. 21/07/2022 με το οποίο δόθηκε άδεια για καταχώριση της κυρίως αίτησης για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία της Διαιτητικής Απόφασης του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου του Παρισιού με αριθμό 20355/MCP. Η φύση της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής απόφασης, ως έχει νομολογηθεί, είναι εποπτική. Σχετικό είναι το ακόλουθο κατατοπιστικό απόσπασμα από την  Beogradska  Bank  D.D. (1995) 1 Α.Α.Δ. 737:

 

«Η αναγνώριση και εκτέλεση της προαναφερθείσας αλλοδαπής εμπορικής διαιτητικής απόφασης επιδιώχθηκε με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν. 84/79), του οποίου οι πρόνοιες σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου.

 Το άρθρο III της Σύμβασης καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοεί πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα Δικαστή. Βέβαια αν για κάποιο τέτοιο ζήτημα υπάρχει πρόνοια στη Σύμβαση, τότε ακολουθούνται οι πρόνοιες της Σύμβασης. Η Σύμβαση δεν καθορίζει δικονομικούς κανονισμούς που να ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ούτε και στην Κύπρο καθορίστηκε δεσμευτική διαδικασία. Επομένως για ένα τέτοιο διάβημα πρέπει να γίνεται επίκληση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό, είναι περιορισμένοι και καθορίζονται. Τα άρθρα αυτά τα παραθέτω στην αγγλική και σε μετάφραση στην ελληνική. Μεταξύ των δύο κειμένων υπερισχύει το κείμενο του αγγλικού πρωτοτύπου, όπως προνοεί ο Ν. 84/79:

.................................................................................................................................. 

Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης.

Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

Δεν μπορεί να μην υπερτονιστεί ότι η ορθότητα της Διαιτητικής Απόφασης με αριθμό 20355/MCP δεν ελέγχεται με την υπό κρίση διαδικασία. Αυτό που θα ελεγχθεί είναι ο διαδικαστικός τρόπος με τον οποίο επιδιώχθηκε η εισαγωγή της στο κυπριακό νομικό σύστημα. Η άδεια για σφράγιση αποτελεί το θεμέλιο της μετέπειτα διαδικασίας και αποτελεί ουσιώδες στάδιο χωρίς το οποίο δεν μπορεί να καταχωριστεί η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Ο αιτητής, σε μια αίτηση για σφράγιση, πρέπει να παρουσιάσει ικανή μαρτυρία με γεγονότα που να εντάσσει πράγματι την περίπτωση στις περιπτώσεις για τις οποίες παραχωρείται τέτοια άδεια χωρίς ωστόσο να επιτρέπεται από το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, να προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων θέσεων ή  την απόρριψη τους.  Η εν λόγω μαρτυρία είναι αυτή που προσφέρεται κατά την αίτηση για σφράγιση και δεν επιτρέπεται η εκ των υστέρων προσθήκη μαρτυρίας (βλ. Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners (1993) 1 A.A.Δ. 1030Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 995 και Tlais Enterprises Ltd (ανωτέρω).

      

Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την παρούσα αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη ως γεγονότα που είναι σχετικά με τη θεμελίωση ή όχι των προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος σφράγισης, μόνο όσα έχουν τεθεί με την ένορκη δήλωση της Νατάσας Δημητρίου για την Καθ' ης  η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση. Πρόκειται για ιδιόμορφο «εναρκτήριο» μέτρο, που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αίτησης, απλώς παρέχει άδεια για σφράγιση μιας διαδικασίας (βλ. Δ.2, θ.2 και Δ.48, θ.8(1)(α1) των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας), αφού και προφανώς δεν επιλαμβάνεται το Δικαστήριο της ουσίας της. Διαφάνηκε, μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνόδευαν και τις τρείς αιτήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδιωκόταν  η εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης ήταν για να καταστεί ευχερής η εκτέλεσή της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αξίζει αναφοράς το περιεχόμενο της παραγράφου 27 της ένορκης δήλωσης της Νατάσας Δημητρίου ημερ. 21/09/2022 που συνοδεύει την αίτηση για σφράγιση. Δηλώνει, η Ομνύουσα, ότι υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία του Κράτους της Λιβύης που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων και μπορούν να ικανοποιήσουν εν όλο ή εν μέρη την εξ αποφάσεως οφειλή. Παράλληλα στην παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσής της καταγράφεται ότι οι εταιρείες που ανήκουν στον Όμιλο εταιρειών Oilinvest και Tamoil, οι οποίες βρίσκονται στην Κύπρο, έχουν ως τελικό ιδιοκτήτη ή/και τελικό δικαιούχο το Κράτος της Λιβύης και «συνεπώς θα μπορέσει η Αιτήτρια να προχωρήσει με οποιαδήποτε τυχόν μέτρα εκτέλεσης κατόπιν έγκρισης της παρούσας αίτησης.». Διαφαίνεται από τις θέσεις που εκφράζονται ότι σκοπός της εγγραφής και αναγνώρισης της Διαιτητικής Απόφασης στην Κύπρο είναι η δυνατότητα εκτέλεσης της στην Κυπριακή Δημοκρατία.    

 

Η προκαταρκτική εξέταση της συγκεκριμένης πτυχής των θέσεων της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση, ότι υπήρξε σοβαρή απόκρυψη γεγονότων, επιβάλλεται από αυτή την ίδια τη φύση της, καθότι, από µόνη της επηρεάζει καθοριστικά την εγκυρότητα και βιωσιμότητα της κυρίως Αίτησης, έτσι ώστε σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, τότε να µην παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί η ουσία της κυρίως Αίτησης. Μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης ζητήθηκε με έτερη αίτηση η έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της κυρίως Αίτησης καθώς και των συναφών εγγράφων και εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα στις 29/09/2022. Προς υποστήριξη της συγκεκριμένης αίτησης δηλώθηκε στο Δικαστήριο, μέσω της ένορκης δήλωσης που την συνόδευε, ότι το Κράτος της Λιβύης έχει περιουσιακά στοιχεία αξίας περί τα €7 εκατομμύρια στην Κύπρο τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης, παράγραφος 22 της ένορκης δήλωσης ημερ. 23/09/2022. Διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ότι και στις δύο ένορκες δηλώσεις δεν αποκαλύφθηκαν όλα τα γεγονότα. Συγκεκριμένα, δεν αποκαλύφθηκε ότι τα περί ου ο λόγος ακίνητα συνιστούν το χώρο της Πρεσβείας του Κράτους της Λιβύης και την οικία του Πρέσβη. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να διαφανεί με μια πολύ απλή έρευνα. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί σε σχέση με τον τελικό δικαιούχο και μέτοχο των εταιρειών των Ομίλων Oilinvest και Tamoil. Η Ομνύουσα και στις δύο ένορκες δηλώσεις αποκάλυψε την μισή αλήθεια στο Δικαστήριο. Όμως, ως προκύπτει από τη νομολογία, το καθήκον για πλήρη αποκάλυψη σε μονομερής αιτήσεις είναι επιτακτικό. Δεν αφορά μόνο την περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής η συγκεκριμένη αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Σχετικό είναι το σκεπτικό της The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1179, όπου στην σελ. 1186 διαβάζονται τα ακόλουθα:   

 

«Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά   στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation CoLimited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited ν. Zim Israel Navigation CoLimited κ.α.».

 

Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.άν. Timberland Co. (1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 τονίστηκε ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποκαλύπτονται γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση απέτυχε ή παρέλειψε να πράξει, με αποτέλεσμα να αποστερήσει από το Δικαστήριο πλήρη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Χωρίς αμφιβολία ήταν η ίδια η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση που όφειλε να θέσει τα δεδομένα ως προς το υπόβαθρο δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ιδιαιτέρως, εφόσον αιτήθηκε την έκδοση διαταγμάτων, με πρωταρχική τη δική της υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα, μεταξύ άλλων, και αυτών που του προσέδιδαν δικαιοδοσία. Η σχετικότητα των στοιχείων που δεν αποκαλύφθηκαν επαφίεται στο Δικαστήριο και όχι στον αιτητή. Σχετικές είναι και οι αποφάσεις MOREA INVESTMENTS LIMITED v. VTB DC LLC Πολ. Εφ. Ε19/2019 ημερ. 20/03/2026 και Τάσος Μιχαηλίδης κ.α. ν. ΟΣΕΛ κ.α. Πολ. Εφ. Ε265/16 ημερ. 10/04/2025 καθώς και η CJSC ‘TV Company Stream’ κ.α ν. Content Union S.A. Πολ. Εφ. Ε34/2018 και Ε35/2018 ημερ. 08/04/2021. 

 

Η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση όφειλε να αποκαλύψει ότι τα υποστατικά αποτελούσαν την πρεσβευτική κατοικία και την Πρεσβεία και να αφήσει το Δικαστήριο να αποφασίσει για τα περαιτέρω. Δεν το έπραξε αλλά αντίθετα δήλωσε τη μισή αλήθεια. Όφειλε επίσης να αποκαλύψει, στην ένορκη δήλωση ημερ. 24/01/2024 της κας Κασάπη, ότι η Διαιτητική Απόφαση είχε αμφισβητηθεί. Επέλεξε να μην το αποκαλύψει, παρά το γεγονός ότι η έφεση είχε καταχωριστεί από τον Δεκέμβριο του 2022. Παρά το γεγονός ότι στις ένορκες δηλώσεις προωθήθηκε η θέση ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση είχε συμφέροντα σε Κυπριακές εταιρείες ουδέποτε αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο ότι μέτοχός τους ήταν άλλη έτερη εταιρεία από τον Ολλανδία και όχι η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση. Όλες αυτές οι παραλήψεις επιδρούν καταλυτικά στα εκδοθέντα διατάγματα.

 

Το Δικαστήριο όμως θα σταθεί στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση. Σ΄ εκείνο το χρονικό σημείο η Καθ΄ης η αίτηση – Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση γνώριζε ότι η Διαιτητική Απόφαση είχε εφεσιβληθεί στις 09/12/2022. Επέλεξε να μην το αποκαλύψει ενώ όφειλε να το πράξει αφού μια εκ των προϋποθέσεων για έκδοση διατάγματος αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης είναι η τελεσιδικία της. Γνώριζε ότι αυτό θα επηρέαζε την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αφού θα ανέτρεπε τα δεδομένα που είχαν τεθεί ενώπιόν του κατά την πρώτη αίτηση διότι θα ματαίωνε το περιεχόμενο της παραγράφου 38 της ένορκης δήλωσης της Νατάσας Δημητρίου ημερομηνίας 21/09/2022.             

 

Δηλώθηκε στις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν την αρχική αίτηση για σφράγιση και την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ότι το Κράτος της Λιβύης είχε περιουσιακά στοιχεία αξίας περί τα €7εκατομμύρια τα οποία μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης. Η Καθ΄ης η αίτηση στην παρούσα δεν αποκάλυψε την αλήθεια αφού με μια απλή έρευνα θα μπορούσε να διαπιστώσει την ταυτότητα των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων. Σύμφωνα με το Άρθρο 5(1) και (2) του περί Διπλωματικών Δικαιωμάτων, Ασυλιών και Προνομίων Νόμου του 1965, Ν.60/65 τα διπλωματικά υποστατικά είναι απαραβίαστα και ουδεμία πράξη δικαστικής εξουσίας ή οργάνου της Δημοκρατίας δύναται να εκτελεστεί εντός των διπλωματικών υποστατικών. Στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.60/65 ερμηνεύονται οι όροι «δικαστική διαδικασία» και «υποστατικά».

 

Σχετικό με το θέμα της ασυλίας ενός κράτους από την εκτέλεση της οποιασδήποτε απόφασης είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Malcom N. Shaw, «International Law», 8η εκδ. στη σελίδα 562:    

«Article 19 of the UN Convention on Jurisdictional Immunities provides that no post-judgement measures of constraint, such as attachment, arrest or execution, against property of a state may be taken in connection with a proceeding before a court of another state unless, and except to the extent that the state has expressly consented to the taking of such measures as indicated by international agreement; an arbitration agreement or a written contract; or by a declaration before a court …….or where it has been established that the property is specifically in use or intended for use by the state for other than government non-commercial purposes.».  

 

Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου στην απόφαση Germany v. Italy [2012] ICJ Rep.99 ασχολείται με το υπό συζήτηση θέμα.  Στην παράγραφο 99 διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«….the immunity from enforcement enjoyed by the States in regard to their property situated on foreign territory goes further than the jurisdictional immunity enjoyed by those same States before foreign courts. Even if a judgement has been lawfully rendered against a foreign State, in circumstances such that the latter could not claim immunity from jurisdiction, it does not follow ipso facto that the State against which judgement has been given can be the subject of measures of constraint on the territory of the forum State or on that of a third State, with a view to enforcing the judgement in question.».    

 

     Ως προς την ασυλία που απολαμβάνουν οι ξένες χώρες, σχετικές είναι οι Συμβάσεις της Βιέννης του 1961 και του 1963 οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία και αναφέρομαι στον περί της Συμβάσεως  της Βιέννης του  1961 περί Διπλωματικών Σχέσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1968, Ν.40/68 και στον περί της Συμβάσεως της Βιέννης περί Προξενικών Σχέσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1976, Ν.7/76. Το άρθρο 32(1) του Ν.40/68 προσφέρει τη δυνατότητα στο διαπιστεύον κράτος να παραιτηθεί του δικαιώματος προβολής της ασυλίας ως προς τη δικαιοδοσία, παράλληλα όμως η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου επιβάλλει ότι η παραίτηση από την ασυλία της δικαιοδοσίας δεν θεωρείται ως επαγόμενη παραίτηση ασυλίας ως προς τα μέτρα εκτέλεσης και απαιτείται επί τούτου χωριστή παραίτηση.

 

Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή δήλωση της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση ότι δέχεται άρση της ασυλίας ως προς την εκτέλεση δικαστικών μέτρων. Το γεγονός ότι εμφανίστηκε κατά την διαδικασία της Διαιτησίας, από μόνο του, δεν συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι παραιτήθηκε από την ασυλία σε σχέση με τα μέτρα εκτέλεσης. Σχετική είναι η αγγλική απόφαση SerVaas v. Rafidain Bank [2012] UKSC 40 και General Dynamics United Kingdom Limited v. The State of Libya [2024] EWHC 472, στην οποία έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο και οι συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση.

 

Η Καθ΄ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση ήταν μέρος στην διαδικασία της Διαιτησίας και γνώριζε κατά πόσο η Αιτήτρια στην παρούσα αίτηση είχε παραιτηθεί του δικαιώματος της ασυλίας σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης σ΄εκείνη την διαδικασία. Για να εκτελεστεί μια απόφαση συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο κέκτειται εξουσία να την εκτελέσει. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα κατά πόσο το Κυπριακό Δικαστήριο αν γνώριζε ότι δεν έχει εξουσία να εκτελέσει την συγκεκριμένη απόφαση, με δεδομένο ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και οι μετοχές ανήκουν σε τρίτη οντότητα, θα εξέδιδε το διάταγμα σφράγισης. Σχετικό είναι το σκεπτικό της απόφασης S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl (1993) 1 Α.Α.Δ. 762 από την οποία και το ακόλουθο  διαφωτιστικό απόσπασμα:

 

 «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .».

 

Εδώ ανοίγεται μια παρένθεση για να υπενθυμιστεί ότι σύμφωνα με το Άρθρο 169.3 του Συντάγματος οι Διεθνείς Συμβάσεις έχουν αυξημένη ισχύ έναντι της ημεδαπής νομοθεσίας βλ. UNITECH LIMITED v. CRUZ CITY 1 MAURITIUS HOLDINGS Πολ. Εφ. 49/16 ημερ. 13/11/2024. Τούτων λεχθέντων τα συγκεκριμένα διατάγματα δεν μπορούν να διασωθούν αφού εκδόθηκαν στην βάση ελλιπούς πληροφόρησης του Δικαστηρίου αφού υπήρξε διαπιστωθείσα απόκρυψη σημαντικών πληροφοριών που η Καθ΄ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση γνώριζε ή τουλάχιστον όφειλε να γνωρίζει.   

 

Προωθείται ταυτόχρονα η θέση ότι δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των εμπλεκομένων μερών στα Λιβυκά δικαστήρια. Επαναλαμβάνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την ορθότητα της Διαιτητικής Απόφασης. Αυτή η πληροφόρηση θα είχε τη σημασία της υπό άλλες συνθήκες. Δεν θα επενεργούσε με οποιονδήποτε τρόπο στην σκέψη του Δικαστηρίου κατά την έκδοση οποιουδήποτε εκ των τριών διαταγμάτων.

 

Παρά την κατάληξη ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν λόγω απόκρυψης στοιχείων το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να πραγματευτεί την θέση της Αιτήτριας – Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως Αίτηση ότι ενώ ζητήθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας η πλευρά της Καθ΄ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιές του. Το Διάταγμα ημερ. 23/09/2022 επέτρεπε την επίδοση με δύο τρόπους σωρευτικά ήτοι κατά τρόπο που να συνάδει με τον Κυρωτικό Νόμο, Ν.32(ΙΙΙ)/2005 δηλαδή μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και μέσω υπηρεσιών ταχυμεταφοράς στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της Λιβύης. Οι πρόνοιες του συγκεκριμένου διατάγματος δεν εφαρμόστηκαν πλην όμως στις 24/01/2024 η κα Κασάπη ορκίστηκε ότι τα διατάγματα και τα λοιπά έγγραφα είχαν επιδοθεί σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.29/09/2022. Ταυτόχρονα, ήτοι την ίδια μέρα στις 24/01/2024, καταχωρίστηκε άλλη αίτηση για υποκατάστατη επίδοση των εγγράφων, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της κας Κασάπη στην οποία ουσιαστικά δηλωνόταν ότι η επίδοση σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου ήταν αδύνατη ή και δύσκολη.   

 

Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο είναι ότι υπάρχει νομικό λάθος ή και σύγχυση ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Καθ΄ ης η αίτηση στην παρούσα αίτηση στην προσπάθειά της να επιδώσει τα έγγραφα.  Δεν θα μπορούσαν την ίδια ημέρα να ισχύουν και οι δύο εκδοχές που προβλήθηκαν.  Βέβαια το συγκεκριμένο συμπέρασμα είναι εκ του περισσού αφού τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν λόγω της απόκρυψης των γεγονότων στα οποία έγινε αναφορά σε έκταση ενωρίτερα στη απόφαση.

 

Ενόψει των προαναφερθέντων η αίτηση επιτυγχάνει. Το διάταγμα σφράγισης ημερ. 23/09/2022, το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 29/09/2022 και το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 31/01/2024 ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι υπέρ της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση.               

 

 

(Υπ.) ……………………………………

   Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο